31968R1017

Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1017/68 του Συμβουλίου της 19ης Ιουλίου 1968 περί εφαρμογής των κανόνων ανταγωνισμού στους τομείς των σιδηροδρομικών, οδικών και εσωτερικών πλωτών μεταφορών

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 175 της 23/07/1968 σ. 0001 - 0012
Φινλανδική ειδική έκδοση: Κεφάλαιο 7 τόμος 1 σ. 0054
Δανική ειδική έκδοση: Σειρά I Κεφάλαιο 1968(I) σ. 0295
Σουηδική ειδική έκδοση: Κεφάλαιο 7 τόμος 1 σ. 0054
Αγγλική ειδική έκδοση: Σειρά I Κεφάλαιο 1968(I) σ. 0302 - 0312
Ελληνική ειδική έκδοση: Κεφάλαιο 07 τόμος 1 σ. 0086
Ισπανική ειδική έκδοση: Κεφάλαιο 08 τόμος 1 σ. 0106
Πορτογαλική ειδική έκδοση : Κεφάλαιο 08 τόμος 1 σ. 0106


ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΟΚ) αριθ. 1017/68 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 19ης Ιουλίου 1968 περί εφαρμογής των κανόνων ανταγωνισμού στους τομείς των σιδηροδρομικών, οδικών και εσωτερικών πλωτών μεταφορών

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος, και ιδίως τα άρθρα 75 και 87,

την πρόταση της Επιτροπής,

τη γνώμη της Συνελεύσεως(1),

τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής(2),

Εκτιμώντας :

ότι, δυνάμει του κανονισμού αριθ. 141 του Συμβουλίου περί μη εφαρμογής του κανονισμού αριθ. 17 του Συμβουλίου στον τομέα των μεταφορών(3), ο κανονισμός αριθ. 17(4) δεν εφαρμόζεται στις συμφωνίες, αποφάσεις και εναρμονισμένες πρακτικές στον τομέα των μεταφορών που έχουν ως αποτέλεσμα τον καθορισμό τιμών και όρων μεταφοράς, τον περιορισμό ή τον έλεγχο της προσφοράς μεταφορών ή την κατανομή των αγορών μεταφορών, ούτε και στις περιπτώσεις δεσπόζουσας θέσεως εντός της αγοράς μεταφορών, κατά την έννοια του άρθρου 86 της συνθήκης-

ότι όσον αφορά τις σιδηροδρομικές, οδικές και εσωτερικές πλωτές μεταφορές η εξαίρεση αυτή ισχύει μέχρι τις 30 Ιουνίου 1968 δυνάμει του κανονισμού αριθ. 1002/67/ΕΟΚ(5)-

ότι η θέσπιση κανόνων ανταγωνισμού για τις σιδηροδρομικές, οδικές και εσωτερικές πλωτές μεταφορές αποτελεί ένα από τα στοιχεία της κοινής πολιτικής των μεταφορών, καθώς και της γενικής οικονομικής πολιτικής-

ότι κατά τη θέσπιση κανόνων ανταγωνισμού για τους τομείς αυτούς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ιδιομορφία των μεταφορών-

ότι δεδομένου ότι οι κανόνες ανταγωνισμού για τις μεταφορές παρεκκλίνουν από τους γενικούς κανόνες ανταγωνισμού είναι αναγκαίο να παρέχεται η δυνατότης στις επιχειρήσεις να γνωρίζουν ποια ρύθμιση εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση-

ότι η καθιέρωση ενός συστήματος κανόνων ανταγωνισμού για τις μεταφορές καθιστά ευκταίο να υπαχθούν σ' αυτό κατά το ίδιο μέτρο η από κοινού χρηματοδότηση ή απόκτηση μεταφορικού υλικού ή εξοπλισμού για την από κοινού εκμετάλλευση εκ μέρους ορισμένων ομίλων επιχειρήσεων, καθώς και οι δραστηριότητες επιχειρήσεων που παρέχουν βοηθητικές υπηρεσίες που συνδέονται με τις σιδηροδρομικές, οδικές και τις εσωτερικές πλωτές μεταφορές-

ότι για να μην επηρεασθεί το εμπόριο μεταξύ των Κρατών μελών και να μη νοθευθεί ο ανταγωνισμός στο εσωτερικό της κοινής αγοράς πρέπει να απαγορευθούν κατ' αρχήν, για τους ανωτέρω τρεις τρόπους μεταφοράς, οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και οι εναρμονισμένες πρακτικές μεταξύ των επιχειρήσεων, καθώς και η καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσεως μέσα στην κοινή αγορά που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε τέτοια αποτελέσματα-

ότι ορισμένοι τύποι συμφωνιών, αποφάσεων και εναρμονισμένων πρακτικών στον τομέα των μεταφορών που έχουν σαν μόνο αντικείμενο και αποτέλεσμα την εφαρμογή τεχνικών βελτιώσεων, ή την επίτευξη τεχνικής συνεργασίας, δύνανται να εξαιρούνται από την απαγόρευση των συμπράξεων, δεδομένου ότι συμβάλλουν στη βελτίωση της παραγωγικότητος- ότι βάσει της εμπειρίας που θα αποκτηθεί από την εφαρμογή αυτού του κανονισμού το Συμβούλιο δύναται να οδηγηθεί στην τροποποίηση, μετά από πρόταση της Επιτροπής, του καταλόγου των συμφωνιών αυτού του τύπου-

ότι για να ευνοηθεί η βελτίωση της σε ορισμένες περιπτώσεις υπερβολικά διάσπαρτης δομής του επαγγέλματος στους τομείς των οδικών και εσωτερικών πλωτών μεταφορών, πρέπει ομοίως να εξαιρούνται από την απαγόρευση των συμπράξεων οι συμφωνίες, αποφάσεις και εναρμονισμένες πρακτικές που αποβλέπουν στη δημιουργία και λειτουργία ομίλων επιχειρήσεων στους δύο αυτούς τομείς μεταφοράς που έχουν σαν αντικείμενο την άσκηση μεταφορικών δραστηριοτήτων, περιλαμβανομένης και της από κοινού χρηματοδοτήσεως ή αποκτήσεως μεταφορικού υλικού ή προμηθειών για από κοινού εκμετάλλευση- ότι αυτή η εξαίρεση γενικού χαρακτήρος δύναται να παραχωρείται μόνο υπό τον όρο ότι η συνολική μεταφορική ικανότης ενός ομίλου επιχειρήσεων δεν υπερβαίνει ορισμένο ανώτατο όριο και ότι η ατομική μεταφορική ικανότης των επιχειρήσεων που ανήκουν στον όμιλο δεν υπερβαίνει ορισμένα όρια καθορισμένα έτσι ώστε καμία από τις επιχειρήσεις αυτές να δύναται να κατέχει δεσπόζουσα θέση μέσα στον όμιλο- ότι η Επιτροπή πρέπει πάντως να έχει τη δυνατότητα να επεμβαίνει, αν σε συγκεκριμένη περίπτωση τέτοιες συμφωνίες θα είχαν αποτελέσματα ασυμβίβαστα με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται για να δύναται να θεωρείται νόνιμη μια σύμπραξη και θα αποτελούσαν κατάχρηση της εξαιρέσεως- ότι το γεγονός πάντως ότι ένας όμιλος διαθέτει συνολική μεταφορική ικανότητα ανώτερη από το καθορισμένο ανώτατο όριο, ή δεν δύναται να επωφεληθεί από τη γενικού χαρακτήρος εξαίρεση λόγω της ατομικής μεταφορικής ικανότητος των επιχειρήσεων που ανήκουν στον όμιλο, δεν εμποδίζει αυτό τον όμιλο επιχειρήσεων να εφαρμόζει μια νόμιμη συμφωνία, απόφαση ή εναρμονισμένη πρακτική κατά το μέτρο που ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις που απαιτούνται για το σκοπό αυτόν από τον παρόντα κανονισμό-

ότι, όταν μια συμφωνία, απόφαση ή εναρμονισμένη πρακτική συμβάλλει στο να βελτιωθεί η ποιότητα των μεταφορικών υπηρεσιών, ή στο να προωθηθεί στις αγορές που υφίστανται σοβαρές περιοδικές διακυμάνσεις της προσφοράς και της ζητήσεως, μεγαλύτερη συνέχεια και σταθερότητα στην ικανοποίηση των μεταφορικών αναγκών, ή στο να αυξηθεί η παραγωγικότης των επιχειρήσεων ή στο να προαχθεί περισσότερο η τεχνολογική ή οικονομική ανάπτυξη, πρέπει να είναι δυνατόν να κηρύσσεται ανεφάρμοστη η απαγόρευση, πάντοτε όμως υπό την προϋπόθεση ότι η συμφωνία, απόφαση ή εναρμονισμένη πρακτική λαμβάνει ευλόγως υπόψη της τα συμφέροντα των χρησιμοποιούντων τις μεταφορές, δεν επιβάλλει στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις περιορισμούς που δεν είναι απαραίτητοι για την επίτευξη των προαναφερθέντων στόχων και δεν παρέχει στις επιχειρήσεις αυτές τη δυνατότητα να καταργήσουν τον ανταγωνισμό σε σημαντικό τμήμα της σχετικής αγοράς μεταφορών, λαμβανομένου ομοίως υπόψη του ανταγωνισμού των εναλλακτικών τρόπων μεταφοράς-

ότι, μέχρις ότου το Συμβούλιο στο πλαίσιο της κοινής πολιτικής των μεταφορών λάβει τα κατάλληλα μέτρα για την εξασφάλιση της σταθερότητος στην αγορά μεταφορών και υπό την προϋπόθεση ότι θα διαπιστώσει κατάσταση κρίσεως, συντρέχει λόγος να επιτρέπονται στην εν λόγω αγορά οι συμφωνίες που είναι αναγκαίες για να μειωθούν οι διαταραχές που απορρέουν από τη δομή της αγοράς μεταφορών-

ότι πρέπει στον τομέα των σιδηροδρομικών, οδικών και εσωτερικών πλωτών μεταφορών, τα Κράτη μέλη να μη θεσπίζουν ούτε να διατηρούν εν ισχύ μέτρα αντίθετα προς τον παρόντα κανονισμό σχετικά με τις δημόσιες επιχειρήσεις και τις επιχειρήσεις στις οποίες χορηγούν ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα- ότι είναι επίσης σκόπιμο οι επιχειρήσεις που είναι επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος να υπάγονται στις διατάξεις του κανονισμού κατά το μέτρο που η εφαρμογή τους δεν εμποδίζει, νομικά ή πραγματικά, την εκπλήρωση της ειδικής αποστολής που τους έχει ανατεθεί, υπό την προϋπόθεση όμως ότι δεν θα επηρεάζεται εκ τούτου η ανάπτυξη των συναλλαγών σε σημείο που να θίγεται το συμφέρον της Κοινότητος- ότι η Επιτροπή πρέπει να έχει τη δυνατότητα να ελέγχει την εφαρμογή των αρχών αυτών, και προς το σκοπό αυτό να απευθύνει τις κατάλληλες οδηγίες ή αποφάσεις στα Κράτη μέλη-

ότι πρέπει να καθορισθούν οι τρόποι εφαρμογής των βασικών κανόνων που τίθενται από τον παρόντα κανονισμό, έτσι ώστε αφενός να εξασφαλίζουν την αποτελεσματική επίβλεψη απλουστεύοντας κατά το μέτρο του δυνατού το διοικητικό και αφετέρου να ανταποκρίνονται στις ανάγκες των επιχειρήσεων για ασφάλεια δικαίου-

ότι κατά πρώτο λόγο εναπόκειται στις επιχειρήσεις να εκτιμήσουν αν στις συμφωνίες, αποφάσεις ή εναρμονισμένες πρακτικές τους πρωταρχικός στόχος είναι ο περιορισμός του ανταγωνισμού ή τα οικονομικά οφέλη που δικαιολογούν αυτόν τον περιορισμό, και επομένως να κρίνουν με δική τους ευθύνη τον νόμιμο ή παράνομο χαρακτήρα αυτών των συμφωνιών, αποφάσεων ή εναρμονισμένων πρακτικών-

ότι πρέπει επομένως να επιτραπεί στις επιχειρήσεις να συνάπτουν και να εφαρμόζουν συμφωνίες χωρίς να είναι υποχρεωμένες να τις κοινοποιούν, εκθέτοντας αυτές κατ' αυτόν τον τρόπο στον κίνδυνο αναδρομικής ακυρότητος στην περίπτωση που οι συμφωνίες αυτές θα εξετάζονταν από την Επιτροπή μετά από καταγγελία ή με αυτεπάγγελτη επέμβασή της, με την επιφύλαξη εντούτοις της δυνατότητος να κηρύσσονται οι συμφωνίες αυτές νόμιμες αναδρομικά στην περίπτωση που θα υποβάλλονταν σε μια τέτοια εκ των υστέρων εξέταση-

ότι πάντως οι επιχειρήσεις δύνανται σε ορισμένες περιπτώσεις να επιθυμούν τη συνδρομή των αρμοδίων αρχών για να βεβαιωθούν ότι οι συμφωνίες, αποφάσεις ή εναρμονισμένες πρακτικές τους είναι σύμφωνες με τις ισχύουσες διατάξεις- ότι πρέπει γι' αυτόν το σκοπό να τεθεί στη διάθεση των επιχειρήσεων διαδικασία βασιζόμενη στην υποβολή αιτήσεων στην Επιτροπή, περίληψη των οποίων θα δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ώστε οι ενδιαφερόμενοι τρίτοι να δύνανται να γνωστοποιούν τις παρατηρήσεις τους για κάθε συγκεκριμένη συμφωνία- ότι ελλείψει προσφυγών εκ μέρους των Κρατών μελών ή ενδιαφερομένων τρίτων, και αν η Επιτροπή δεν γνωστοποιεί εντός ορισμένης προθεσμίας στις επιχειρήσεις που υπέβαλαν την αίτηση ότι υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες ως προς την νομιμότητα της εν λόγω συμφωνίας, πρέπει η συμφωνία να θεωρείται ότι εξαιρείται από την απαγόρευση για την προηγουμένη περίοδο και για την περίοδο των τριών επομένων ετών-

ότι λόγω του εξαιρετικού χαρακτήρος των συμφωνιών που είναι αναγκαίες για να μειωθούν οι διαταραχές που οφείλονται στη διάρθρωση της αγοράς μεταφορών, σε περίπτωση που το Συμβούλιο διαπιστώσει ότι υπάρχει κρίση, πρέπει οι επιχειρήσεις που επιθυμούν να τους επιτραπεί η σύναψη τέτοιων συμφωνιών να υποβληθούν στην υποχρέωση κοινοποιήσεώς τους στην Επιτροπή- ότι πρέπει η έγκριση της Επιτροπής να αρχίζει να ισχύει από την ημερομηνία χορηγήσεώς της- ότι η ισχύς μιας τέτοιας εγκρίσεως πρέπει να μην υπερβαίνει τα τρία έτη από τη στιγμή που το Συμβούλιο διεπίστωσε ότι υπάρχει κρίση, και η ανανέωση της αποφάσεως να εξαρτάται από την εκ νέου διαπίστωση από το Συμβούλιο ότι υπάρχει κρίση- ότι πάντως η έγκριση πρέπει να παύει να ισχύει το αργότερο έξι μήνες αφότου το Συμβούλιο θέσει σε εφαρμογή τα κατάλληλα μέτρα για την εξασφάλιση της σταθερότητος της αγοράς μεταφορών την οποία αφορά η συμφωνία-

ότι για να εξασφαλισθεί ενιαία εφαρμογή στην κοινή αγορά των κανόνων ανταγωνισμού για τις μεταφορές, είναι αναγκαίο να καθορισθούν οι κανόνες σύμφωνα με τους οποίους η Επιτροπή θα δύναται σε στενή και συνεχή επαφή με τις αρμόδιες αρχές των Κρατών μελών να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή αυτών των κανόνων ανταγωνισμού-

ότι για το σκοπό αυτόν η Επιτροπή πρέπει να έχει την συνδρομή των αρμοδίων αρχών των Κρατών μελών και επιπλέον να έχει την εξουσία, σε όλη την έκταση της κοινής αγοράς, να ζητά πληροφορίες και να προβαίνει σε ελέγχους που είναι αναγκαίοι για να διαπιστωθούν οι συμφωνίες, αποφάσεις και εναρμονισμένες πρακτικές που απαγορεύονται από τον παρόντα κανονισμό, καθώς και η καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσεως που επίσης απαγορεύεται από τον παρόντα κανονισμό-

ότι αν κατά την εφαρμογή του κανονισμού σε συγκεκριμένη περίπτωση τίθενται κατά τη γνώμη Κράτους μέλους θέματα αρχής περί της κοινής πολιτικής των μεταφορών, είναι σκόπιμο να δύναται το Συμβούλιο να εξετάζει αυτά τα θέματα αρχής- ότι πρέπει να είναι δυνατόν να υποβάλλονται στο Συμβούλιο όλα τα θέματα γενικού χαρακτήρος που τίθενται από την εφαρμογή της πολιτικής ανταγωνισμού στον τομέα των μεταφορών- ότι πρέπει να προβλεφθεί διαδικασία που να διασφαλίζει ότι η απόφαση για την εφαρμογή του κανονισμού σε συγκεκριμένη περίπτωση θα λαμβάνεται από την Επιτροπή μόνο αφού εξετασθούν από το Συμβούλιο τα θέματα αρχής και αφού ληφθούν υπόψη οι κατευθύνσεις που θα τεθούν από αυτό-

ότι η Επιτροπή, για να εκπληρώσει την αποστολή της η οποία συνίσταται στη μέριμνα της εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος κανονισμού, πρέπει να δύναται να απευθύνει στις επιχειρήσεις ή στις ενώσεις επιχειρήσεων συστάσεις και αποφάσεις οι οποίες θα αποβλέπουν στην παύση των παραβάσεων των διατάξεων του κανονισμού που απαγορεύει ορισμένες συμφωνίες, αποφάσεις ή πρακτικές-

ότι πρέπει η τήρηση των απαγορεύσεων που ορίζει ο κανονισμός και η εκπλήρωση των υποχρεώσεων οι οποίες επιβάλλονται στις επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων κατ' εφαρμογή του κανονισμού αυτού να δύνανται να εξασφαλισθούν με την επιβολή προστίμων και χρηματικών ποινών-

ότι πρέπει να εξασφαλισθεί το δικαίωμα ακροάσεως ενώπιον της Επιτροπής των ενδιαφερομένων επειχειρήσεων, η δυνατότης υποβολής εκ των προτέρων των παρατηρήσεων τρίτων των οποίων τα συμφέροντα δυνατόν να θιγούν από μια απόφαση, καθώς και η ευρεία δημοσιότης των αποφάσεων-

ότι πρέπει να χορηγηθεί στο Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 172 της συνθήκης, πλήρης δικαιοδοσία σχετικά με τις αποφάσεις με τις οποίες επιβάλλονται πρόστιμα ή χρηματικές ποινές-

ότι συντρέχει λόγος να αναβληθεί για έξι μήνες η έναρξη ισχύος της απαγορεύσεως που επιβάλλεται από τον κανονισμό σχετικά με τις συμφωνίες, αποφάσεις και εναρμονισμένες πρακτικές που ισχύουν κατά την ημερομηνία της δημοσιεύσεως του παρόντος κανονισμού στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ώστε να διευκολυνθεί η προσαρμογή των επιχειρήσεων στις διατάξεις του-

ότι θα πρέπει, μετά από συζητήσεις με τα τρίτα Κράτη που έχουν υπογράψει την αναθεωρημένη σύμβαση για τη ναυσιπλοΐα στο Ρήνο και σε εύλογη προθεσμία από τη λήξη των συζητήσεων αυτών, το σύνολο του κανονισμού να υποστεί τις προσαρμογές που θα απεδεικνύοντο αναγκαίες λαμβανομένων υπόψη των υποχρεώσεων που απορρέουν από την αναθεωρημένη σύμβαση για τη ναυσιπλοΐα στο Ρήνο-

ότι πρέπει να γίνουν στον κανονισμό οι αναγκαίες τροποποιήσεις με βάση την εμπερία που θα αποκτηθεί σε διάστημα τριών ετών- ότι πρέπει ιδίως να εξετασθεί αν, λαμβανομένης υπόψη της τότε αναπτύξεως της κοινής πολιτικής των μεταφορών, πρέπει να επεκταθεί η εφαρμογή του κανονισμού στις συμφωνίες, αποφάσεις και εναρμονισμένες πρακτικές καθώς και στην καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσεως που δεν επηρεάζουν το εμπόριο μεταξύ Κρατών μελών,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Βασική αρχή Στον τομέα των σιδηροδρομικών, οδικών και εσωτερικών πλωτών μεταφορών οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού εφαρμόζονται στις συμφωνίες, αποφάσεις και εναρμονισμένες πρακτικές που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα τον καθορισμό τιμών και όρων μεταφοράς, τον περιορισμό ή τον έλεγχο της προσφοράς μεταφορών, την κατανομή των αγορών μεταφορών, την εφαρμογή τεχνικών βελτιώσεων ή την τεχνική συνεργασία, την από κοινού χρηματοδότηση ή απόκτηση μεταφορικού υλικού ή εξοπλισμού που συνδέεται άμεσα με την παροχή μεταφορικών υπηρεσιών κατά το μέτρο που είναι αναγκαία για την από κοινού εκμετάλλευση εκ μέρους ομίλου επιχειρήσεων οδικών ή εσωτερικών πλωτών μεταφορών, όπως ορίζεται στο άρθρο 4, καθώς και στις περιπτώσεις δεσπόζουσας θέσεως στην αγορά μεταφορών. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται εξίσου στις δραστηριότητες των επιχειρήσεων που παρέχουν βοηθητικές μεταφορικές υπηρεσίες και που έχουν το ίδιο αντικείμενο ή τα ίδια αποτελέσματα με αυτά που προβλέπονται ανωτέρω.

Άρθρο 2

Απαγόρευση συμπράξεων Με την επιφύλαξη των διατάξεων που προβλέπονται στα άρθρα 3 έως 6, είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά και απαγορεύονται, χωρίς να είναι αναγκαία η έκδοση προηγουμένης αποφάσεως για το σκοπό αυτό, όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, όλες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική που δύνανται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ Κρατών μελών και που έχουν ως αντικείμενο ή αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς, και ιδίως εκείνες οι οποίες συνίστανται:

α) στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό τιμών και όρων μεταφοράς ή άλλων όρων συναλλαγής-

β) στον περιορισμό ή στον έλεγχο της προσφοράς υπηρεσιών μεταφορών, των αγορών της τεχνολογικής αναπτύξεως ή των επενδύσεων-

γ) στην κατανομή των αγορών μεταφορών-

δ) στην εφαρμογή ανίσων όρων επί ισοδυνάμων παροχών έναντι των εμπορικώς συναλλασσομένων με αποτέλεσμα να περιέχονται αυτοί σε μειονεκτική θέση κατά τον ανταγωνισμό-

ε) στην εξάρτηση της συνάψεως συμβάσεων από την αποδοχή εκ μέρους των συναλλασσομένων προσθέτων παροχών που εκ φύσεως ή σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες δεν έχουν σχέση με την παροχή μεταφορικών υπηρεσιών.

Άρθρο 3

Νόμιμη εξαίρεση για τις τεχνικές συμφωνίες 1. Η απαγόρευση του άρθρου 2 δεν εφαρμόζεται στις συμφωνίες, αποφάσεις και εναρμονισμένες πρακτικές που έχουν ως μόνο αντικείμενο και αποτέλεσμα την εφαρμογή τεχνικών βελτιώσεων ή την τεχνική συνεργασία μέσω :

α) της ομοιόμορφης εφαρμογής κανόνων και τύπων για το υλικό, τον μεταφορικό εξοπλισμό, τα μεταφορικά μέσα και τις μόνιμες εγκαταστάσεις-

β) της από κοινού ανταλλαγής ή χρησιμοποιήσεως για την εκμετάλλευση των μεταφορών, του προσωπικού, του υλικού, των μεταφορικών μέσων και των μονίμων εγκαταστάσεων-

γ) της οργανώσεως και της εκτελέσεως διαδοχικών, συμπληρωματικών, εναλλακτικών ή συνδυασμένων μεταφορών καθώς και μέσω του καθορισμού και της εφαρμογής συνολικών τιμών και όρων για τις μεταφορές αυτές, συμπεριλαμβανομένων και των τιμών ανταγωνισμού-

δ) της εκτελέσεως των μεταφορών με ένα μόνο τρόπο μεταφοράς, με τα ορθολογικότερα δρομολόγια από απόψεως εκμεταλλεύσεως-

ε) του συντονισμού των ωραρίων των μεταφορών σε διαδοχικά δρομολόγια-

στ) της συγκεντρώσεως μεμονωμένων αποστολών-

ζ) της θεσπίσεως ομοιομόρφων κανόνων σχετικά με τη δομή και τους όρους εφαρμογής των τιμολογίων μεταφοράς, εφόσον οι κανόνες αυτοί δεν καθορίζουν τις τιμές και τους όρους μεταφοράς.

2. Η Επιτροπή θα υποβάλλει, κατά τις περιστάσεις, στο Συμβούλιο προτάσεις για επέκταση ή τον περιορισμό του καταλόγου της παραγράφου 1.

Άρθρο 4

Εξαίρεση για τους ομίλους μικρομεσαίων επιχειρήσεων 1. Οι συμφωνίες, αποφάσεις και εναρμονισμένες πρακτικές που αναφέρονται στο άρθρο 2 εξαιρούνται από την απαγόρευση του άρθρου αυτού όταν έχουν ως αντικείμενο :

- τη σύσταση και λειτουργία ομίλων επιχειρήσεων οδικών ή εσωτερικών πλωτών μεταφορών για την άσκηση μεταφορικών δραστηριοτήτων,

- την από κοινού χρηματοδότηση ή απόκτηση μεταφορικού υλικού ή προμηθειών που συνδέονται άμεσα με την παροχή μεταφορικών υπηρεσιών, εφόσον είναι απαραίτητες για την από κοινού εκμετάλλευση των μεταφορών από τους ομίλους αυτούς,

και εφόσον η συνολική μεταφορική ικανότης του ομίλου δεν υπερβαίνει :

- τους 10 000 τόννους για τις οδικές μεταφορές,

- τους 500 000 τόννους για τις εσωτερικές πλωτές μεταφορές.

Η ατομική ικανότης κάθε επιχειρήσεως που ανήκει στην ομάδα δεν δύναται να υπερβαίνει τους 1 000 τόννους για τις οδικές μεταφορές ή τους 50 000 τόννους για τις εσωτερικές πλωτές μεταφορές.

2. Αν η εφαρμογή των συμφωνιών, αποφάσεων ή εναρμονισμένων πρακτικών που προβλέπονται στην παράγραφο 1 επιφέρει σε ορισμένες περιπτώσεις αποτελέσματα ασυμβίβαστα με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 5 και που συνιστούν κατάχρηση της εξαιρέσεως του άρθρου 2, οι επιχειρήσεις και οι ενώσεις επιχειρήσεων δύναται να υποχρεωθούν να θέσουν τέρμα σ' αυτά τα αποτελέσματα.

Άρθρο 5

Μη εφαρμογή της απαγορεύσεως Η απαγόρευση του άρθρου 2 δύναται να κηρυχθεί ανεφάρμοστη με αναδρομική ισχύ :

- για κάθε συμφωνία ή κατηγορία συμφωνιών μεταξύ επιχειρήσεων,

- για κάθε απόφαση ή κατηγορία αποφάσεων ενώσεων επιχειρήσεων,

- για κάθε εναρμονισμένη πρακτική ή κατηγορία εναρμονισμένων πρακτικών,

η οποία συμβάλλει :

- στη βελτίωση της ποιότητος των μεταφορικών υπηρεσιών, ή

- στην προαγωγή, στις αγορές που υφίστανται σοβαρές περιοδικές διακυμάνσεις της προσφοράς και της ζητήσεως, μεγαλύτερης συνεχείας και σταθερότητος στην ικανοποίηση των μεταφορικών αναγκών, ή

- στην αύξηση της παραγωγικότητος των επιχειρήσεων, ή

- στην προώθηση της τεχνικής ή οικονομικής προόδου, λαμβάνοντας ευλόγως υπόψη τα συμφέροντα των χρησιμοποιούντων τις μεταφορές, και η οποία :

α) δεν επιβάλλει στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις μεταφορών περιορισμούς μη απαραίτητους για την επίτευξη των στόχων αυτών, και

β) δεν παρέχει στις επιχειρήσεις τη δυνατότητα να καταργήσουν τον ανταγωνισμό σε σημαντικό τμήμα της σχετικής αγοράς μεταφορών.

Άρθρο 6

Συμφωνίες που αποβλέπουν στη μείωση των διαταραχών που απορρέουν από τη δομή της αγοράς μεταφορών 1. Μέχρις ότου το Συμβούλιο, στο πλαίσιο της κοινής πολιτικής επί των μεταφορών, λάβει τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίσει τη σταθερότητα στην αγορά μεταφορών, η απαγόρευση του άρθρου 2 δύναται να κηρυχθεί ανεφάρμοστη για τις συμφωνίες, αποφάσεις και εναρμονισμένες πρακτικές που δύνανται να μειώσουν τις διαταραχές της εν λόγω αγοράς.

2. Απόφαση περί μη εφαρμογής της απαγορεύσεως του άρθρου 2, λαμβανόμενη σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 14, δύναται να εκδοθεί μόνο αφού το Συμβούλιο, αποφασίζοντας είτε με ειδική πλειοψηφία είτε ομόφωνα όταν Κράτος μέλος κρίνει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 75 παράγραφος 3 της συνθήκης, διαπιστώσει, βάσει εκθέσεως της Επιτροπής, ότι υπάρχει κρίση σε ολόκληρη ή σε μέρος της αγοράς μεταφορών.

3. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2, η απόφαση περί μη εφαρμογής της απαγορεύσεως του άρθρου 2 εκδίδεται μόνο όταν :

α) οι συμφωνίες, αποφάσεις ή εναρμονισμένες πρακτικές δεν επιβάλλουν στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις περιορισμούς που δεν είναι απαραίτητοι για τη μείωση των διαταραχών- και

β) δεν παρέχουν στις επιχειρήσεις αυτές τη δυνατότητα να καταργήσουν τον ανταγωνισμό σε σημαντικό τμήμα της σχετικής αγοράς μεταφορών.

Άρθρο 7

Ακυρότης των συμφωνιών και αποφάσεων Οι συμφωνίες ή αποφάσεις που απαγορεύονται δυνάμει των προηγουμένων διατάξεων είναι αυτοδικαίως άκυρες.

Άρθρο 8

Απαγόρευση της καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως της δεσπόζουσας θέσεως Είναι ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά, και απαγορεύεται κατά το μέτρο που δύναται να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των Κρατών μελών, η καταχρηστική εκμετάλλευση από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις της δεσπόζουσας θέσεώς τους μέσα στην κοινή αγορά ή σε σημαντικό τμήμα της.

Η καταχρηστική αυτή πρακτική δύναται να συνίσταται ιδίως :

α) στην άμεση ή έμμεση επιβολή με δικαίων τιμών ή όρων μεταφοράς-

β) στον περιορισμό της προσφοράς υπηρεσιών μεταφοράς, των αγορών ή της τεχνολογικής αναπτύξεως επί ζημία των καταναλωτών-

γ) στην εφαρμογή ανίσων όρων επί ισοδυνάμων παροχών έναντι των εμπορικώς συναλλασσομένων, με αποτέλεσμα να περιέχονται αυτοί σε μειονεκτική θέση κατά τον ανταγωνισμό-

δ) στην εξάρτηση της συνάψεως συμβάσεων από την αποδοχή εκ μέρους των συναλλασσομένων προσθέτων παροχών που εκ φύσεως ή σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες δεν έχουν σχέση με την παροχή μεταφορικών υπηρεσιών.

Άρθρο 9

Δημόσιες επιχειρήσεις 1. Στον τομέα των μεταφορών τα Κράτη, όσον αφορά τις δημόσιες επιχειρήσεις και τις επιχειρήσεις στις οποίες χορηγούν ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα, δεν λαμβάνουν ούτε διατηρούν μέτρα αντίθετα προς τις διατάξεις των προηγουμένων άρθρων.

2. Οι επιχειρήσεις που είναι επιφορτισμένες με τη διαχείρηση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος υπάγονται στις διατάξεις των ανωτέρω άρθρων, κατά το μέτρο που η εφαρμογή των κανόνων αυτών δεν εμποδίζει νομικά ή πραγματικά την εκπλήρωση της ειδικής αποστολής που τους έχει ανατεθεί. Η ανάπτυξη των συναλλαγών δεν πρέπει να επηρεάζεται σε σημείο που να θίγεται το συμφέρον της Κοινότητος.

3. Η Επιτροπή ελέγχει την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου και απευθύνει, όταν είναι αναγκαίο, τις κατάλληλες οδηγίες ή αποφάσεις στα Κράτη μέλη.

Άρθρο 10

Διαδικασίες αυτεπάγγελτες ή κατόπιν καταγγελίας Η Επιτροπή κινεί τις διαδικασίες για την παύση παραβάσεως των διατάξεων του άρθρου 2 ή του άρθρου 8, καθώς και τη διαδικασία για την εφαρμογή του άρθρου 4 παράγραφος 2, κατόπιν καταγγελίας ή αυταπαγγέλτως.

Νομιμοποιούνται να προβούν σε καταγγελία :

α) τα Κράτη μέλη-

β) τα πρόσωπα ή ενώσεις προσώπων που επικαλούνται έννομο συμφέρον.

Άρθρο 11

Αποτελέσματα των αυταπαγγέλτων ή κατόπιν καταγγελίας διαδικασιών 1. Αν η Επιτροπή διαπιστώσει παράβαση του άρθρου 2 ή του άρθρου 8, δύναται να υποχρεώσει με απόφασή της τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων να παύσουν τη διαπιστωθείσα παράβαση.

Με την επιφύλαξη των λοιπών διατάξεων του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή δύναται πριν λάβει την απόφαση που αναφέρεται στο προηγούμενο εδάφιο να απευθύνει στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων συστάσεις για την παύση της παραβάσεως.

2. Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται επίσης στην περίπτωση του άρθρου 4 παράγραφος 2.

3. Αν η Επιτροπή καταλήξει στο συμπέρασμα, βάσει των στοιχείων που γνωρίζει, ότι δεν συντρέχει λόγος να επέμβει σε μια συμφωνία, απόφαση ή πρακτική βάσει του άρθρου 2, του άρθρου 4 παράγραφος 2 ή του άρθρου 8, εκδίδει απόφαση που απορίπτει την καταγγελία σαν αβάσιμη, αν η διαδικασία είχε κινηθεί κατόπιν καταγγελίας.

4. Αν η Επιτροπή καταλήξει στο συμπέρασμα μετά από διαδικασία που κινήθηκε κατόπιν καταγγελίας ή αυταπαγγέλτως ότι συμφωνία, απόφαση ή εναρμονισμένη πρακτική πληροί τους όρους του άρθρου 2 και του άρθρου 5, εκδίδει απόφαση περί εφαρμογής του άρθρου 5. Η απόφαση ορίζει την ημερομηνία από την οποία αρχίζει να ισχύει. Αυτή η ημερομηνία δύναται να είναι προγενέστερη της ημερομηνίας της αποφάσεως.

Άρθρο 12

Εφαρμογή του άρθρου 5-Διαδικασία αντιρρήσεων 1. Οι επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων που επιθυμούν να επικαλεσθούν τις διατάξεις του άρθρου 5 για τις συμφωνίες, αποφάσεις και εναρμονισμένες πρακτικές που αναφέρονται στο άρθρο 2 και στις οποίες συμμετέχουν δύνανται να υποβάλλουν αίτηση στην Επιτροπή.

2. Η Επιτροπή, αν κάνει την αίτηση αποδεκτή, από την στιγμή που κατέχει όλα τα στοιχεία της υποθέσεως και με την επιφύλαξη ότι καμία διαδικασία δεν έχει κινηθεί κατά της συμφωνίας, αποφάσεως ή εναρμονισμένης πρακτικής κατ' εφαρμογή του άρθρου 10, δημοσιεύει στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων όσο το δυνατόν συντομότερα το βασικό περιεχόμενο της αιτήσεως και καλεί όλους τους ενδιαφερομένους τρίτους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους στην Επιτροπή εντός προθεσμίας 30 ημερών. Κατά τη δημοσίευση πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το έννομο συμφέρον των επιχειρήσεων προς διαφύλαξη των επιχειρηματικών τους απορρήτων.

3. Αν η Επιτροπή δεν ανακοινώνει στις επιχειρήσεις που υπέβαλαν την αίτηση εντός προθεσμίας 90 ημερών από της δημοσιεύσεως στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ότι υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες ως προς την δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 5, η συμφωνία, απόφαση ή εναρμονισμένη πρακτική όπως περιγράφεται στην αίτηση θεωρείται ότι εξαιρείται από την απαγόρευση τόσο για το παρελθόν διάστημα εφαρμογής της όσο και για διάστημα τριών κατ' ανώτατο όριο ετών από της δημοσιεύσεως της αιτήσεως στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Αν η Επιτροπή διαπιστώσει, μετά τη λήξη της προθεσμίας των 90 ημερών, αλλά προ της λήξεως της προθεσμίας των τριών ετών, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 5, εκδίδει απόφαση περί εφαρμογής της απαγορεύσεως του άρθρου 2. Η απόφαση αυτή δύναται να έχει αναδρομική ισχύ, αν οι ενδιαφερόμενοι έδωσαν ανακριβή στοιχεία ή αν κάνουν κατάχρηση της εξαιρέσεως των διατάξεων του άρθρου 2.

4. Αν εντός της προθεσμίας των 90 ημερών η Επιτροπή έχει απευθύνει στις επιχειρήσεις που υπέβαλαν αίτηση την ανακοίνωση που προβλέπεται στην παράγραφο 3 εδάφιο πρώτο, εξετάζει αν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 2 και του άρθρου 5.

Αν διαπιστώσει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 2 και του άρθρου 5, εκδίδει απόφαση περί εφαρμογής του άρθρου 5. Η απόφαση ορίζει την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος της.

Η ημερομηνία αυτή δύναται να είναι προγενέστερη της ημερομηνίας εκδόσεως της αποφάσεως.

Άρθρο 13

Διάρκεια ισχύος και ανάκληση των αποφάσεων εφαρμογής του άρθρου 5 1. Η απόφαση εφαρμογής του άρθρου 5, που λαμβάνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11 παράγραφος 4 ή του άρθρου 12 παράγραφος 4 εδάφιο δεύτερο, πρέπει να ορίζει τη χρονική περίοδο κατά την οποία εφαρμόζεται- η περίοδος αυτή δεν είναι, κατά γενικό κανόνα, κατώτερη των έξι ετών. Η απόφαση δύναται να συνοδεύεται από όρους και υποχρεώσεις.

2. Η απόφαση δύναται να ανανεώνεται αν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 5 εξακολουθούν να πληρούνται.

3. Η Επιτροπή δύναται να ανακαλέσει ή να τροποποιήσει την απόφασή της ή να απαγορεύει συγκεκριμένες ενέργειες στους ενδιαφερομένους :

α) αν η πραγματική κατάσταση μεταβάλλεται ως προς ένα στοιχείο ουσιώδους σημασίας για την απόφαση-

β) αν οι ενδιαφερόμενοι παραβαίνουν υποχρέωση που επιβάλλει η απόφαση-

γ) αν η απόφαση βασίζεται σε ανακριβή στοιχεία ή αν προεκλήθη δια δόλου- ή

δ) αν οι ενδιαφερόμενοι κάνουν κατάχρηση της χορηγηθείσας με την απόφαση απαλλαγής από την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 2.

Στις περιπτώσεις που προβλέπονται υπό β), γ) και δ) ανωτέρω η ανάκληση της αποφάσεως δύναται να έχει αναδρομική ισχύ.

Άρθρο 14

Απόφαση εφαρμογής του άρθρου 6 1. Οι συμφωνίες, αποφάσεις και εναρμονισμένες πρακτικές που αναφέρονται στο άρθρο 2, για τις οποίες οι ενδιαφερόμενοι επιθυμούν να επικαλεσθούν τις διατάξεις του άρθρου 6, πρέπει να κοινοποιηθούν στην Επιτροπή.

2. Η απόφαση της Επιτροπής για την εφαρμογή του άρθρου 6 ισχύει μόνο από της ημερομηνίας εκδόσεώς της. Πρέπει να ορίζει για ποια χρονική περίοδο εφαρμόζεται. Η ισχύς της δεν δύναται να υπερβαίνει τα τρία έτη από της διαπιστώσεις της κρίσεως από το Συμβούλιο σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 6 παράγραφος 2.

3. Η απόφαση δύναται να ανανεώνεται από την Επιτροπή αν το Συμβούλιο διαπιστώσει εκ νέου την κατάσταση κρίσεως σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 6 παράγραφος 2 και αν οι λοιπές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 6 εξακολουθούν να πληρούνται.

4. Η απόφαση δύναται να επιβάλλει όρους και υποχρεώσεις.

5. Η απόφαση της Επιτροπής παύει να ισχύει το αργότερο έξι μήνες μετά την εφαρμογή των μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 1.

6. Οι διατάξεις του άρθρου 13 παράγραφος 3 εφαρμόζονται εν προκειμένω.

Άρθρο 15

Αρμοδιότητες Με την επιφύλαξη του ελέγχου της αποφάσεως από το Δικαστήριο η Επιτροπή έχει αποκλειστική αρμοδιότητα :

- να επιβάλλει υποχρεώσεις κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 παράγραφος 2-

- να εκδίδει αποφάσεις κατ' εφαρμογή των άρθρων 5 και 6.

Οι αρχές των Κρατών μελών παραμένουν αρμόδιες για να αποφασίζουν αν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 2 ή του άρθρου 8 μέχρις ότου η Επιτροπή κινήσει διαδικασία για την έκδοση αποφάσεως επί της σχετικής υποθέσεως ή απευθύνει την ανακοίνωση που προβλέπεται το άρθρο 12 παράγραφος 3 εδάφιο πρώτο.

Άρθρο 16

Σχέσεις με τις αρχές των Κρατών μελών 1. Η Επιτροπή διευθύνει τις διαδικασίες που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό σε στενή συνεχή επαφή με τις αρμόδιες αρχές των Κρατών μελών, οι οποίες έχουν αρμοδιότητα να διατυπώνουν κάθε είδους παρατηρήσεις σχετικά με τις διαδικασίες αυτές.

2. Η Επιτροπή διαβιβάζει αμελλητί στις αρμόδιες αρχές των Κρατών μελών αντίγραφο των καταγγελιών και των αιτήσεων, καθώς και τα σπουδαιότερα έγγραφα τα οποία της απευθύνονται ή που απευθύνει στο πλαίσιο αυτών των διαδικασιών.

3. Μία Συμβουλευτική Επιτροπή επί Συμπράξεων και Δεσποζουσών Θέσεων στον Τομέα των Μεταφορών εκφέρει γνώμη προ της εκδόσεως αποφάσεως η οποία εκδίδεται κατά τη διαδικασία του άρθρου 10 καθώς και προ της εκδόσεως αποφάσεως που εκδίδει κατ' εφαρμογή του άρθρου 12 παράγραφος 3 εδάφιο δεύτερο και παράγραφος 4 εδάφιο δεύτερο και του άρθρου 14 παράγραφοι 2 και 3. Η γνώμη της Συμβουλευτικής Επιτροπής ζητείται ομοίως προ της εκδόσεως των διατάξεων εφαρμογής που προβλέπονται στο άρθρο 29.

4. Η Συμβουλευτική Επιτροπή αποτελείται από υπαλλήλους αρμοδίους για τον τομέα των μεταφορών και για θέματα συμπράξεων και δεσποζουσών θέσεων. Κάθε Κράτος μέλος ορίζει δύο υπαλλήλους που το εκπροσωπούν και οι οποίοι δύνανται να αντικατασταθούν σε περίπτωση κωλύματος από άλλον υπάλληλο.

5. Οι διαβουλεύσεις λαμβάνουν χώρα κατά τη διάρκεια κοινής συνεδριάσεως κατόπιν προσκλήσεως της Επιτροπής και το ενωρίτερο 14 ημέρες μετά την αποστολή της προσκλήσεως. Στην πρόσκληση επισυνάπτονται συνοπτική έκθεση της υποθέσεως, στην οποία αναφέρονται τα σημαντικότερα στοιχεία, καθώς και προσχέδιο αποφάσεως για κάθε υπό εξέταση περίπτωση.

6. Η Συμβουλευτική Επιτροπή δύναται να εκφέρει γνώμη ακόμη και εν απουσία μελών της ή εκπροσώπων τους. Το αποτέλεσμα των διαβουλεύσεων καταχωρείται στα πρακτικά που επισυνάπτονται στο σχέδιο αποφάσεως και δεν δίδεται στη δημοσιότητα.

Άρθρο 17

Εξέταση από το Συμβούλιο θεμάτων αρχής που αφορούν την κοινή πολιτική των μεταφορών και συνδέονται με συγκεκριμένες περιπτώσεις 1. Η Επιτροπή εκδίδει απόφαση για την οποία είναι υποχρεωτικές οι διαβουλεύσεις που αναφέρονται στο άρθρο 16 μόνο μετά την πάροδο προθεσμίας 20 ημερών από την ημερομηνία που διετύπωσε γνώμη η Συμβουλευτική Επιτροπή.

2. Προ της λήξεως της προθεσμίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 κάθε Κράτος μέλος δύναται να ζητήσει τη σύγκληση του Συμβουλίου για να εξετάσει μαζί με την Επιτροπή θέματα αρχής που αφορούν την κοινή πολιτική των μεταφορών, τα οποία θεωρεί ότι συνδέονται με τη συγκεκριμένη περίπτωση η οποία θα αποτελέσει το αντικείμενο της αποφάσεως.

Το Συμβούλιο συνέρχεται εντός 30 ημερών από της ημερομηνίας υποβολής της αιτήσεως εκ μέρους του ενδιαφερομένου Κράτους μέλους για την εξέταση αποκλειστικώς αυτών των θεμάτων αρχής.

Η Επιτροπή εκδίδει την απόφασή της μόνο μετά τη σύνοδο του Συμβουλίου.

3. Το Συμβούλιο δύναται επιπλέον ανά πάσα στιγμή, μετά από αίτηση Κράτους μέλους ή της Επιτροπής, να εξετάσει θέματα γενικού χαρακτήρος που προκύπτουν από την εφαρμογή της πολιτικής του ανταγωνισμού στον τομέα των μεταφορών.

4. Σε όλες τις περιπτώσεις όπου το Συμβούλιο καλείται να συνέλθει για να εξετάσει θέματα αρχής, κατ' εφαρμογή της παραγράφου 2, ή θέματα γενικού χαρακτήρος κατ' εφαρμογή της παραγράφου 3, η Επιτροπή, στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού, λαμβάνει υπόψη της τις κατευθύνσεις που εδόθησαν από το Συμβούλιο.

Άρθρο 18

Έρευνες κατά τομείς μεταφορών 1. Αν από την εξέλιξη των μεταφορών, τις διακυμάνσεις, την ακαμψία των τιμών μεταφοράς ή άλλες περιστάσεις προκύπτει ότι ο ανταγωνισμός στον τομέα των μεταφορών στο εσωτερικό της κοινής αγοράς περιορίζεται ή νοθεύεται σε μία συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, ή σε μία ή περισσότερες σχέσεις μεταφοράς για τις μεταφορές επιβατών ή εμπορευμάτων μιας ή περισσοτέρων συγκεκριμένων κατηγοριών, η Επιτροπή δύναται να αποφασίσει τη διεξαγωγή γενικής έρευνας σ' αυτό τον τομέα και, στο πλαίσιο αυτής της έρευνας, να ζητήσει από τις επιχειρήσεις μεταφορών του εν λόγω τομέα τις πληροφορίες και τα στοιχεία τεκμηριώσεως που είναι απαραίτητα για την εφαρμογή των αρχών που αναφέρονται στα άρθρα 2 έως 8.

2. Όταν η Επιτροπή διεξάγει τις έρευνες που προβλέπονται στην παράγραφο 1, ζητά ομοίως από τις επιχειρήσεις και τους ομίλους επιχειρήσεων από το μέγεθος των οποίων συνάγεται ότι κατέχουν δεσπόζουσα θέση στην κοινή αγορά ή σ' ένα σημαντικό τμήμα της, να δηλώσουν τα στοιχεία τα σχετικά με τη δομή τους και τη συμπεριφορά τους, τα οποία είναι απαραίτητα για να εκτιμηθεί η κατάσταση των επιχειρήσεων αυτών σε σχέση με τις διατάξεις του άρθρου 8.

3. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παράγραφος 2 έως 6 και των άρθρων 17, 19, 20 και 21 εφαρμόζονται εν προκειμένω.

Άρθρο 19

Αίτηση πληροφοριών 1. Κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων που της ανατίθενται από τον παρόντα κανονισμό η Επιτροπή δύναται να συγκεντρώνει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες από τις κυβερνήσεις και τις αρμόδιες αρχές των Κρατών μελών καθώς και από τις επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων.

2. Όταν η Επιτροπή απευθύνει αίτηση παροχής πληροφοριών προς μία επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων, διαβιβάζει συγχρόνως αντίγραφο αυτής της αιτήσεως στην αρμόδια αρχή του Κράτους μέλους στην επικράτεια του οποίου ευρίσκεται η έδρα της επιχειρήσεως ή ενώσεως επιχειρήσεων.

3. Στην αίτηση της η Επιτροπή αναφέρει τη νομική βάση και το σκοπό της αιτήσεώς της, καθώς και τις κυρώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 22 παράγραφος 1 περίπτωση β) σε περίπτωση παροχής ανακριβών πληροφοριών.

4. Τις αιτούμενες πληροφορίες υποχρεούνται να παράσχουν οι ιδιοκτήτες των επιχειρήσεων ή οι εκπρόσωποί τους και, στην περίπτωση νομικών προσώπων, εταιριών ή ενώσεων χωρίς νομική προσωπικότητα, τα πρόσωπα τα οποία τις εκπροσωπούν σύμφωνα με το νόμο ή το καταστατικό.

5. Αν μία επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων δεν παρέχει τις αιτούμενες πληροφορίες εντός της ταχθείσης από την Επιτροπή προθεσμίας, ή τις παρέχει ελλιπείς, η Επιτροπή τις ζητεί με σχετική απόφαση. Η απόφαση καθορίζει ακριβώς τις αιτούμενες πληροφορίες, ορίζει εύλογη προθεσμία εντός της οποίας οι πληροφορίες πρέπει να παρασχεθούν και αναφέρει τις κυρώσεις οι οποίες προβλέπονται στο άρθρο 22 παράγραφος 1 περίπτωση β) και στο άρθρο 23 παράγραφος 1 περίπτωση γ) καθώς και το δικαίωμα προσφυγής στο Δικαστήριο κατά της αποφάσεως.

6. Η Επιτροπή κοινοποιεί συγχρόνως αντίγραφο της αποφάσεώς της στην αρμόδια αρχή του Κράτους μέλους στην επικράτεια του οποίου ευρίσκεται η έδρα της επιχειρήσεως ή της ενώσεως επιχειρήσεων.

Άρθρο 20

Έλεγχος από τις αρχές των Κρατών μελών 1. Κατόπιν αιτήσεως της επιτροπής οι αρμόδιες αρχές των Κρατών μελών διεξάγουν τους ελέγχους τους οποίους η Επιτροπή κρίνει ενδεδειγμένους σύμφωνα με το άρθρο 21 παράγραφος 1, και τους οποίους διατάσσει με σχετική απόφαση κατ' εφαρμογή του άρθρου 21 παράγραφος 3. Οι υπάλληλοι των αρμοδίων αρχών των Κρατών μελών οι επιφορτισμένοι με την διεξαγωγή ελέγχου ασκούν τα καθήκοντά τους επιδεικνύοντας την έγγραφη εντολή ελέγχου της αρμόδιας αρχής του Κράτους μέλους στην επικράτεια του οποίου πρέπει να πραγματοποιηθεί ο έλεγχος. Στην εντολή ελέγχου ορίζεται το αντικείμενο και ο σκοπός του ελέγχου.

2. Υπάλληλοι της Επιτροπής δύνανται, κατόπιν αιτήσεως της Επιτροπής ή της αρμόδιας αρχής του Κράτους μέλους στην επικράτεια του οποίου πρέπει να πραγματοποιηθεί ο έλεγχος, να συνδράμουν τους υπαλλήλους της αρχής αυτής κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων τους.

Άρθρο 21

Ελεγκτικές εξουσίες της Επιτροπής 1. Η Επιτροπή δύναται κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων που της ανατίθενται από τον παρόντα κανονισμό να διεξάγει όλους τους απαραίτητους ελέγχους στις επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων.

Για το σκοπό αυτόν τα εντεταλμένα από την Επιτροπή μέλη του προσωπικού έχουν την εξουσία :

α) να ελέγχουν τα βιβλία και άλλα επαγγελματικά έγγραφα-

β) να λαμβάνουν αντίγραφα ή αποσπάσματα των βιβλίων και επαγγελματικών εγγράφων-

γ) να ζητούν επί τόπου προφορικές διευκρινήσεις-

δ) να εισέρχονται σε όλους τους χώρους, γήπεδα και μεταφορικά μέσα των επιχειρήσεων.

2. Οι εντεταλμένοι από την Επιτροπή για τον έλεγχο υπάλληλοι ασκούν την εξουσία τους επιδεικνύοντας έγγραφη εντολή ελέγχου, στην οποία ορίζεται το αντικείμενο και ο σκοπός του ελέγχου καθώς και οι κυρώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 22 παράγραφος 1 περίπτωση γ), σε περίπτωση που τα βιβλία ή άλλα αιτηθέντα επαγγελματικά έγγραφα επιδειχθούν κατά τρόπον ελλιπή. Η Επιτροπή γνωστοποιεί, σε εύλογο χρόνο προ του ελέγχου, στην αρμόδια αρχή του Κράτους μέλους στην επικράτεια του οποίου θα διενεργηθεί ο έλεγχος την εντολή ελέγχου και την ταυτότητα των εντεταλμένων υπαλλήλων της.

3. Οι επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων υποχρεούνται να δεχθούν τους ελέγχους τους οποίους διέταξε με απόφαση της η Επιτροπή. Η απόφαση αναφέρει το αντικείμενο και το σκοπό του ελέγχου, ορίζει το χρόνο ενάρξεως του ελέγχου και αναφέρει τις κυρώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 22 παράγραφος 1 περίπτωση γ) και στο άρθρο 23 παράγραφος 1 περίπτωση δ) καθώς και το δικαίωμα προσφυγής στο Δικαστήριο κατά της αποφάσεως.

4. Η Επιτροπή εκδίδει τις αποφάσεις οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 3 αφού προηγουμένως συμβουλευθεί την αρμόδια αρχή του Κράτους μέλους στην επικράτεια του οποίου πρέπει να διενεργηθεί έλεγχος.

5. Οι υπάλληλοι της αρμόδιας αρχής του Κράτους μέλους στην επικράτεια του οποίου πρόκειται να διενεργηθεί ο έλεγχος δύνανται, κατόπιν αιτήσεως της αρχής αυτής ή της Επιτροπής, να παράσχουν τη συνδρομή τους στα μέλη του προσωπικού της Επιτροπής κατά την εκπλήρωση του έργου τους.

6. Όταν μία επιχείρηση αντιτίθεται στη διενέργεια ελέγχου ο οποίος διετάχθη δυνάμει του παρόντος άρθρου, το ενδιαφερόμενο Κράτος μέλος παρέχει στους εντεταλμένους από την Επιτροπή υπαλλήλους την απαραίτητη συνδρομή για να δυνηθούν να διενεργήσουν τον έλεγχο. Προς το σκοπό αυτόν τα Κράτη μέλη λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα προ της 1ης Ιανουαρίου 1970 και κατόπιν διαβουλεύσεως με την Επιτροπή.

Άρθρο 22

Πρόστιμα 1. Η Επιτροπή δύναται με απόφαση της να επιβάλλει στις επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων πρόστιμα ύψους εκατό μέχρι και πέντε χιλιάδων λογιστικών μονάδων, όταν εκ προθέσεως ή εξ αμελείας :

α) παρέχουν ανακριβή ή πλαστά στοιχεία κατά την υποβολή αιτήσεως σύμφωνα με το άρθρο 12 ή κοινοποιήσεως σύμφωνα με το άρθρο 14-

β) παρέχουν ανακριβείς πληροφορίες σε απάντηση αιτήσεως που εγένετο σύμφωνα με το άρθρο 18 ή το άρθρο 19 παράγραφοι 3 ή 5 ή δεν παρέχουν πληροφορίες εντός της καθορισθείσας με απόφαση, κατά το άρθρο 19 παράγραφος 5, προθεσμίας-

γ) επιδεικνύουν κατά τρόπο ελλιπή κατά τη διενέργεια του ελέγχου κατά το άρθρο 20 ή 21 τα βιβλία ή άλλα αιτηθέντα επαγγελματικά έγγραφα, ή δεν δέχονται να υποβληθούν σε έλεγχο διατεταγμένο με απόφαση που έχει ληφθεί δυνάμει του άρθρου 21 παράγραφος 3.

2. Η Επιτροπή δύναται με απόφαση να επιβάλλει στις επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων πρόστιμο ύψους χιλίων λογιστικών μονάδων το λιγώτερο και ενός εκατομμυρίου λογιστικών μονάδων το ανώτερο, με δυνατότητα να ανέλθει το ποσό αυτό σε δέκα τοις εκατό του ποσού που αντιστοιχεί στον κύκλο εργασιών της προηγουμένης εταιρικής χρήσεως κάθε μιας από τις επιχειρήσεις που συμμετείχαν στην παράβαση, όταν αυτές εκ προθέσεως ή εξ αμελείας :

α) διαπράττουν παράβαση των διατάξεων του άρθρου 2 ή του άρθρου 8 ή δεν εκπληρώνουν την υποχρέωση που τους επιβάλλεται κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 παράγραφος 2-

β) παραβαίνουν υποχρέωση που τους επιβάλλεται δυνάμει του άρθρου 13 παράγραφος 1 ή του άρθρου 14 παράγραφος 4.

Κατά τον καθορισμό του ύψους του προστίμου λαμβάνεται υπόψη εκτός της σοβαρότητος της παραβάσεως και η διάρκειά της.

3. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παράγραφοι 3 έως 6 και του άρθρου 17 εφαρμόζονται εν προκειμένω.

4. Οι αποφάσεις που λαμβάνονται δυνάμει των παραγράφων 1 και 2 δεν έχουν ποινικό χαρακτήρα.

Άρθρο 23

Χρηματικές ποινές 1. Η Επιτροπή δύναται με απόφασή της να επιβάλλει στις επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων χρηματικές ποινές ύψους πενήντα μέχρι χιλίων λογιστικών μονάδων ανά ημέρα καθυστερήσεως από την ημερομηνία που ορίζει στην απόφασή της, για να τις υποχρεώσει :

α) να θέσουν τέρμα στην παράβαση των διατάξεων του άρθρου 2 ή του άρθρου 8 της οποίας διέταξε την παύση κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 ή να συμμορφωθούν σε υποχρέωση που τους επιβάλλεται κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 παράγραφος 2-

β) να παύσουν κάθε απαγορευμένη ενέργεια δυνάμει του άρθρου 13 παράγραφος 3-

γ) να παράσχουν με τρόπο πλήρη και ακριβή κάθε πληροφορία που έχει ζητήσει με απόφασή της κατ' εφαρμογή του άρθρου 19 παράγραφος 5-

δ) να υποβληθούν σε έλεγχο που έχει διαταχθεί με απόφαση που εξέδωσε κατ' εφαρμογή του άρθρου 21 παράγραφος 3.

2. Όταν οι επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων εκπληρώσουν την υποχρέωση για την παράλειψη της οποίας τους υπεβλήθη χρηματική ποινή, η Επιτροπή δύναται να καθορίσει το οριστικό ποσό αυτής σε ύψος κατώτερο εκείνου το οποίο θα επεβάλλετο με την αρχική απόφαση.

3. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παράγραφος 3 έως 6 και του άρθρου 17 εφαρμόζονται εν προκειμένω.

Άρθρο 24

Έλεγχος του δικαστηρίου Το Δικαστήριο αποφαίνεται κατά πλήρη δικαιοδοσία κατά το άρθρο 172 της συνθήκης επί των προσφυγών που ασκούνται εναντίον των αποφάσεων της Επιτροπής οι οποίες ορίζουν πρόστιμο ή χρηματική ποινή. Το Δικαστήριο δύναται να άρει, να μειώσει ή να αυξήσει το πρόστιμο ή τη χρηματική ποινή που επεβλήθη.

Άρθρο 25

Λογιστική μονάδα Για την εφαρμογή των άρθρων 22 έως 24 η λογιστική μονάδα είναι η προβλεπόμενη για την κατάρτιση του προϋπολογισμού της Κοινότητος δυνάμει των άρθρων 207 και 209 της συνθήκης.

Άρθρο 26

Ακρόαση των ενδιαφερομένων και των τρίτων 1. Πριν λάβει τις αποφάσεις που προβλέπονται στο άρθρο 11, στο άρθρο 12 παράγραφος 3 εδάφιο δεύτερο και παράγραφος 4, στο άρθρο 13 παράγραφος 3, στο άρθρο 14 παράγραφοι 2 και 3 και στα άρθρα 22 και 23, η Επιτροπή παρέχει στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων την ευκαιρία να καταστήσουν γνωστή την άποψή τους επί του αντικειμένου των κατηγοριών που ελήφθησαν υπόψη από την Επιτροπή.

2. Κατά το μέτρο που η Επιτροπή ή οι αρμόδιες αρχές των Κρατών μελών κρίνουν αναγκαίο δύνανται επίσης να ακούσουν και άλλα πρόσωπα φυσικά ή νομικά. Αν τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα υποβάλλουν αίτηση ακροάσεως, η αίτηση γίνεται δεκτή εφόσον πιθανολογείται εύλογο συμφέρον.

3. Όταν η Επιτροπή προτίθεται να εκδώσει απόφαση περί εφαρμογής του άρθρου 5 ή του άρθρου 6, δημοσιεύει το ουσιώδες περιεχόμενο της σχετικής συμφωνίας, αποφάσεως ή πρακτικής καλώντας συγχρόνως τους ενδιαφερομένους να της υποβάλλουν τις παρατηρήσεις τους εντός της προθεσμίας που ορίζει και που δεν δύναται να είναι μικρότερη από ένα μήνα. Η δημοσίευση πρέπει να λαμβάνει υπόψη το έννομο συμφέρον των επιχειρήσεων προς διαφύλαξη των επιχειρηματικών τους απορρήτων.

Άρθρο 27

Επαγγελματικό απόρρητο 1. Οι πληροφορίες οι οποίες συνελέγησαν κατ' εφαρμογή των άρθρων 18, 19, 20 και 21 δύνανται να χρησιμοποιηθούν μόνο για το σκοπό για το οποίο εζητήθησαν.

2. Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 26 και 28, η Επιτροπή και οι αρμόδιες αρχές των Κρατών μελών καθώς και οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό τους υποχρεούνται να μην κάνουν χρήση των πληροφοριών τις οποίες, συνέλεξαν κατ' εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και οι οποίες λόγω της φύσεώς τους καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο.

3. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 δεν εμποδίζουν τη δημοσίευση γενικών πληροφοριών ή μελετών που δεν περιέχουν ατομικά στοιχεία επιχειρήσεων ή ενώσεων επιχειρήσεων.

Άρθρο 28

Δημοσίευση των αποφάσεων 1. Η Επιτροπή δημοσιεύει τις αποφάσεις τις οποίες εκδίδει κατ' εφαρμογή του άρθρου 11, του άρθρου 12 παράγραφος 3 εδάφιο δεύτερο και παράγραφος 4, του άρθρου 13 παράγραφος 3 και του άρθρου 14 παράγραφοι 2 και 3.

2. Η δημοσίευση περιλαμβάνει τα ονόματα των μερών και τα ουσιώδη μέρη της αποφάσεως, λαμβάνεται δε κατ' αυτήν υπόψη το νόμιμο συμφέρον των επιχειρήσεων προς διαφύλαξη των επιχειρηματικών τους απορρήτων.

Άρθρο 29

Διατάξεις εφαρμογής Η Επιτροπή έχει την εξουσία να εκδίδει διατάξεις εφαρμογής που αφορούν τη μορφή, το περιεχόμενο και άλλες λεπτομέρειες καταγγελιών που προβλέπονται στο άρθρο 10, των αιτήσεων που προβλέπονται στο άρθρο 12, των κοινοποιήσεων που προβλέπονται στο άρθρο 14 παράγραφος 1 και των ακροάσεων που προβλέπονται στο άρθρο 26 παράγραφοι 1 και 2.

Άρθρο 30

Έναρξη ισχύος, υφιστάμενες περιοριστικές συμφωνίες 1. Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την 1η Ιουλίου 1968.

2. Κατά παρέκκλιση των διατάξεων της παραγράφου 1, η διάταξη του άρθρου 8 αρχίζει να ισχύει από την επομένη της δημοσιεύσεως του παρόντος κανονισμού στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

3. Η απαγόρευση του άρθρου 2 εφαρμόζεται από 1ης Ιανουαρίου 1969 στις συμφωνίες, αποφάσεις και εναρμονισμένες πρακτικές που αναφέρονται στο άρθρο 2 και που ίσχυαν κατά την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του παρόντος κανονισμού ή που έλαβαν χώρα στο διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας ενάρξεως ισχύος και της ημερομηνίας δημοσιεύσεως του κανονισμού στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

4. Η διάταξη της παραγράφου 3 δεν δύναται να αντιταχθεί σε επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων που θα διέκοπταν την εφαρμογή των συμφωνιών, των αποφάσεων ή των εναρμονισμένων πρακτικών προ της ημέρας που έπεται της δημοσιεύσεως του παρόντος κανονισμού στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Άρθρο 31

Αναθεώρηση του κανονισμού 1. Το Συμβούλιο μετά από συζητήσεις με τα τρίτα Κράτη που υπέγραψαν την αναθεωρημένη σύμβαση για τη ναυσιπλοΐα στο Ρήνο και εντός προθεσμίας έξι μηνών από τη λήξη αυτών των συζητήσεων, μετά από πρόταση της Επιτροπής, θα προβεί στις προσαρμογές του συνόλου του παρόντος κανονισμού που εφαίνοντο αναγκαίες λαμβανομένων υπόψη των υποχρεώσεων που απορρέουν από την αναθεωρημένη σύμβαση για τη ναυσιπλοΐα στο Ρήνο.

2. Η Επιτροπή διαβιβάζει στο Συμβούλιο προ της 1ης Ιανουαρίου 1971 γενική έκθεση επί της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού και προ της 1ης Ιουλίου 1971 πρόταση κανονισμού που θα επέφερε τις αναγκαίες τροποποιήσεις στον παρόντα κανονισμό.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε Κράτος μέλος.

Έγινε στις Βρυξέλλες, στις 19 Ιουλίου 1968.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

O. L. SCALFARO

(1) ΕΕ αριθ. 205 της 11. 12. 1964, σ. 3505/64.

(2) ΕΕ αριθ. 103 της 12. 6. 1965, σ. 1792/65.

(3) ΕΕ αριθ. 124 της 28. 11. 1962, σ. 2751/62.

(4) ΕΕ αριθ. 13 της 21. 2. 1962, σ. 204/62.

(5) ΕΕ αριθ. 306 της 16. 12. 1967, σ. 1.