2013R0549 — EL — 24.08.2015 — 001.001


Το έγγραφο αυτό συνιστά βοήθημα τεκμηρίωσης και δεν δεσμεύει τα κοινοτικά όργανα

►B

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 549/2013 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 21ης Μαΐου 2013

για το ευρωπαϊκό σύστημα εθνικών και περιφερειακών λογαριασμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

(ΕΕ L 174 της 26.6.2013, σ. 1)

Τροποποιείται από:

 

 

Επίσημη Εφημερίδα

  αριθ.

σελίδα

ημερομηνία

►M1

ΚΑΤ' ΕΞΟΥΣΙΟΔΌΤΗΣΗ ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) 2015/1342 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ της 22ας Απριλίου 2015

  L 207

35

4.8.2015




▼B

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 549/2013 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 21ης Μαΐου 2013

για το ευρωπαϊκό σύστημα εθνικών και περιφερειακών λογαριασμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)



ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 338 παράγραφος 1,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβιβάσεως του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ( 1 ),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία ( 2 ),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η χάραξη πολιτικής στην Ένωση και η παρακολούθηση των οικονομιών των κρατών μελών και της οικονομικής και νομισματικής ένωσης (ΟΝΕ) απαιτούν συγκρίσιμες, επίκαιρες και αξιόπιστες πληροφορίες για τη δομή της οικονομίας και την εξέλιξη της οικονομικής κατάστασης κάθε κράτους μέλους ή περιφέρειας.

(2)

Η Επιτροπή θα πρέπει να συμβάλει στην παρακολούθηση των οικονομιών των κρατών μελών και της ΟΝΕ και, συγκεκριμένα, να υποβάλει τακτικά έκθεση στο Συμβούλιο για την επιτελούμενη στα κράτη μέλη πρόοδο όσον αφορά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους σχετικά με την ΟΝΕ.

(3)

Οι πολίτες της Ένωσης χρειάζονται οικονομικούς λογαριασμούς ως βασικό εργαλείο για την ανάλυση της οικονομικής κατάστασης ενός κράτους μέλους ή μιας περιφέρειας. Για λόγους συγκρισιμότητας, οι λογαριασμοί αυτοί θα πρέπει να καταρτίζονται βάσει ενός ενιαίου συνόλου αρχών που να μην επιδέχονται διαφορετικές ερμηνείες. Οι πληροφορίες που παρέχονται θα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο ακριβείς, πλήρεις και έγκαιρες, προκειμένου να εξασφαλιστεί η μέγιστη διαφάνεια σε όλους τους τομείς.

(4)

Η Επιτροπή θα πρέπει να χρησιμοποιεί συγκεντρωτικά μεγέθη των εθνικών και περιφερειακών λογαριασμών για διοικητικούς σκοπούς της Ένωσης και, ιδίως, για δημοσιονομικούς υπολογισμούς.

(5)

Το 1970, δημοσιεύθηκε διοικητικό έγγραφο υπό τον τίτλο «Ευρωπαϊκό Σύστημα Ολοκληρωμένων Οικονομικών Λογαριασμών (ΕΣΟΛ)», το οποίο κάλυπτε τον ρυθμιζόμενο από τον παρόντα κανονισμό τομέα. Το έγγραφο αυτό εκπονήθηκε με αποκλειστική φροντίδα και ευθύνη της Στατιστικής Υπηρεσίας των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ήταν απόρροια πολυετούς συνεργασίας της εν λόγω υπηρεσίας με τις στατιστικές υπηρεσίες των κρατών μελών που αποσκοπούσε στη διαμόρφωση συστήματος τήρησης των εθνικών λογαριασμών ανταποκρινόμενου στις ανάγκες της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Αποτέλεσε δε την κοινοτική εκδοχή του συστήματος εθνικών λογαριασμών των Ηνωμένων Εθνών, το οποίο και χρησιμοποιόταν μέχρι τότε στις Κοινότητες. Προς ενημέρωση των στοιχείων του πρώτου εκείνου κειμένου, δημοσιεύθηκε το 1979 ( 3 ) μια δεύτερη έκδοση του εγγράφου.

(6)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2223/96 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 1996, περί του ευρωπαϊκού συστήματος εθνικών και περιφερειακών λογαριασμών της Κοινότητας ( 4 ), θέσπισε σύστημα εθνικών λογαριασμών που ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις της οικονομικής, κοινωνικής και περιφερειακής πολιτικής της Κοινότητας. Το σύστημα αυτό ήταν, σε γενικές γραμμές, σύμφωνο με το τότε νέο σύστημα εθνικών λογαριασμών, το οποίο είχε θεσπίσει η Επιτροπή Στατιστικής των Ηνωμένων Εθνών τον Φεβρουάριο του 1993 (ΣΕΛ 1993), ώστε τα αποτελέσματα σε όλα τα κράτη μέλη των Ηνωμένων Εθνών να είναι διεθνώς συγκρίσιμα.

(7)

Το ΣΕΛ 1993 επικαιροποιήθηκε με τη μορφή ενός νέου συστήματος εθνικών λογαριασμών (2008 ΣΕΛ) που θέσπισε η Επιτροπή Στατιστικής των Ηνωμένων Εθνών τον Φεβρουάριο του 2009 με σκοπό τη μεγαλύτερη εναρμόνιση των εθνικών λογαριασμών με το νέο οικονομικό περιβάλλον, τις εξελίξεις της μεθοδολογικής έρευνας και τις ανάγκες των χρηστών.

(8)

Το ευρωπαϊκό σύστημα λογαριασμών (ΕΣΛ 95), το οποίο θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2223/96, είναι αναγκαίο να αναθεωρηθεί για να συνεκτιμηθούν οι εξελίξεις στο ΣΕΛ, ώστε το αναθεωρημένο ευρωπαϊκό σύστημα λογαριασμών, όπως θεσπίζεται στον παρόντα κανονισμό, να αποτελεί εκδοχή του 2008 ΣΕΛ προσαρμοσμένη στις δομές των οικονομιών των κρατών μελών και τα στοιχεία της Ένωσης να είναι συγκρίσιμα με αυτά που συλλέγονται από τους κυριότερους διεθνείς εταίρους της.

(9)

Για τον σκοπό της δημιουργίας περιβαλλοντικών οικονομικών λογαριασμών ως δορυφορικών λογαριασμών στο πλαίσιο του αναθεωρημένου ευρωπαϊκού συστήματος λογαριασμών, ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 691/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Ιουλίου 2011, σχετικά με τους ευρωπαϊκούς περιβαλλοντικούς οικονομικούς λογαριασμούς ( 5 ), θέσπισε κοινό πλαίσιο για τη συλλογή, την κατάρτιση, τη διαβίβαση και την αξιολόγηση ευρωπαϊκών περιβαλλοντικών οικονομικών λογαριασμών.

(10)

Στην περίπτωση των περιβαλλοντικών και κοινωνικών λογαριασμών, θα πρέπει επίσης να ληφθεί πλήρως υπόψη η ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο της 20ής Αυγούστου 2009 με τίτλο το «ΑΕΠ και πέρα από αυτό — Η μέτρηση της προόδου σε έναν μεταβαλλόμενο κόσμο». Είναι αναγκαίο να αναληφθούν ενεργά μεθοδολογικές μελέτες και δοκιμές στοιχείων, ιδίως όσον αφορά ζητήματα σχετικά με το «ΑΕΠ και πέρα από αυτό» και τη στρατηγική «Ευρώπη 2020», με σκοπό την ανάπτυξη μιας συνολικότερης προσέγγισης για τη μέτρηση της ευημερίας και της προόδου, ώστε να υποστηριχτεί η προώθηση της έξυπνης, βιώσιμης και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξης. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να αντιμετωπιστούν τα ζητήματα των περιβαλλοντικών εξωτερικοτήτων και των κοινωνικών ανισοτήτων. Θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη το ζήτημα των μεταβολών στην παραγωγικότητα. Κατά τον τρόπο αυτό, θα πρέπει να είναι δυνατόν να υποβληθούν στοιχεία προς συμπλήρωση του ΑΕΠ το συντομότερο δυνατόν. Η Επιτροπή θα πρέπει να υποβάλει το 2013 στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο τη συνέχεια της ανακοίνωσης με τίτλο το «ΑΕΠ και πέρα από αυτό» και, εάν χρειαστεί, νομοθετικές προτάσεις το 2014. Τα στοιχεία σχετικά με τους εθνικούς και περιφερειακούς λογαριασμούς θα πρέπει να θεωρούνται ως ένα μέσο για την επίτευξη αυτών των στόχων.

(11)

Θα πρέπει να διερευνηθεί η δυνατότητα χρησιμοποίησης νέων, αυτοματοποιημένων μεθόδων συλλογής στοιχείων σε πραγματικό χρόνο.

(12)

Το αναθεωρημένο ευρωπαϊκό σύστημα λογαριασμών που έχει συσταθεί με βάση τον παρόντα κανονισμό (ΕΣΛ 2010) περιλαμβάνει μια μεθοδολογία και ένα πρόγραμμα διαβίβασης στο οποίο καθορίζονται οι λογαριασμοί και οι πίνακες που πρέπει να υποβάλλονται από όλα τα κράτη μέλη σε καθορισμένες προθεσμίες. Η Επιτροπή θα πρέπει να διαθέτει αυτούς τους λογαριασμούς και τους πίνακες στους χρήστες, σε συγκεκριμένες ημερομηνίες και, εάν συντρέχει περίπτωση, σύμφωνα με προαναγγελθέν χρονοδιάγραμμα δημοσίευσης, ιδίως όσον αφορά την παρακολούθηση της οικονομικής σύγκλισης και την επίτευξη στενού συντονισμού των οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών.

(13)

Θα πρέπει να υιοθετείται μια προσέγγιση κατά τη δημοσίευση στοιχείων που θα έχει ως γνώμονα τις ανάγκες του χρήστη, ούτως ώστε να παρέχονται προσβάσιμες και χρήσιμες πληροφορίες στους πολίτες και άλλους ενδιαφερόμενους φορείς της Ένωσης.

(14)

Το ΕΣΛ 2010 προορίζεται να αντικαταστήσει σταδιακά όλα τα υπόλοιπα συστήματα και να χρησιμεύσει ως πλαίσιο αναφοράς για κοινά πρότυπα, ορισμούς, ονοματολογίες και λογιστικούς κανόνες για την κατάρτιση των λογαριασμών των κρατών μελών για τους σκοπούς της Ένωσης, ώστε να παρέχονται συγκρίσιμα αποτελέσματα μεταξύ των κρατών μελών.

(15)

Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1059/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Μαΐου 2003, για τη θέσπιση μιας κοινής ονοματολογίας των εδαφικών στατιστικών μονάδων (NUTS) ( 6 ), όλες οι στατιστικές των κρατών μελών που διαβιβάζονται στην Επιτροπή και οι οποίες ταξινομούνται ανά εδαφικές μονάδες θα πρέπει να χρησιμοποιούν την ονοματολογία NUTS. Συνεπώς, προκειμένου να καταρτίζονται συγκρίσιμες περιφερειακές στατιστικές, οι εδαφικές μονάδες θα πρέπει να καθορίζονται σύμφωνα με την ονοματολογία NUTS.

(16)

Η διαβίβαση στοιχείων από τα κράτη μέλη, περιλαμβανομένης της διαβίβασης εμπιστευτικών δεδομένων, διέπεται από τους κανόνες που περιλαμβάνονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 223/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 2009, σχετικά με τις ευρωπαϊκές στατιστικές ( 7 ). Συνεπώς, τα μέτρα που λαμβάνονται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό θα πρέπει, επίσης, να εγγυώνται την προστασία των εμπιστευτικών δεδομένων και να αποτρέπουν τον κίνδυνο μη εξουσιοδοτημένης κοινοποίησης ή χρησιμοποίησης για μη στατιστικούς σκοπούς ευρωπαϊκών στατιστικών κατά την παραγωγή και διάδοσή τους.

(17)

Δημιουργήθηκε ειδική ομάδα που ανέλαβε να εξετάσει περαιτέρω το ζήτημα της αντιμετώπισης των έμμεσα μετρούμενων υπηρεσιών χρηματοοικονομικής διαμεσολάβησης (ΥΧΔΜΕ) στους εθνικούς λογαριασμούς, συμπεριλαμβανομένης της εξέτασης προσαρμοσμένης στον κίνδυνο μεθόδου που να αποκλείει τον κίνδυνο από τον υπολογισμό των ΥΧΔΜΕ, ώστε να αντανακλά το αναμενόμενο μελλοντικό κόστος του αναλαμβανόμενου κινδύνου. Λαμβανομένων υπόψη των πορισμάτων της ειδικής ομάδας, ενδέχεται να χρειαστεί τροποποίηση της μεθοδολογίας για τον υπολογισμό και την κατανομή των ΥΧΔΜΕ, με κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, ώστε να παρέχονται βελτιωμένα αποτελέσματα.

(18)

Οι δαπάνες έρευνας και ανάπτυξης αποτελούν επένδυση και θα πρέπει να καταγράφονται ως δημιουργία ακαθάριστου πάγιου κεφαλαίου. Ωστόσο, είναι αναγκαίο να καθοριστεί, με κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, ο μορφότυπος των στοιχείων των δαπανών έρευνας και ανάπτυξης που θα καταγράφονται ως δημιουργία ακαθάριστου πάγιου κεφαλαίου, αφού επιτευχθεί ικανοποιητικός βαθμός εμπιστοσύνης ως προς την αξιοπιστία και συγκρισιμότητα των στοιχείων, μέσω μιας δοκιμαστικής διαδικασίας που θα βασίζεται στην κατάρτιση συμπληρωματικών πινάκων.

(19)

Η οδηγία 2011/85/ΕΕ του Συμβουλίου, της 8ης Νοεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για τα δημοσιονομικά πλαίσια των κρατών μελών ( 8 ), απαιτεί τη δημοσίευση σχετικών πληροφοριών για τις ενδεχόμενες υποχρεώσεις οι οποίες είναι πιθανό να έχουν σημαντικό αντίκτυπο στους προϋπολογισμούς του δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των κρατικών εγγυήσεων, των μη εξυπηρετούμενων δανείων και των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη λειτουργία των δημόσιων επιχειρήσεων, όπως και για την έκτασή τους. Οι εν λόγω απατήσεις καθιστούν αναγκαία την επιπρόσθετη δημοσίευση σε σχέση με όσα προβλέπονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

(20)

Τον Ιούνιο του 2012, η Επιτροπή (Eurostat) συνέστησε ειδική ομάδα για την παρακολούθηση των συνεπειών της οδηγίας 2011/85/ΕΕ σχετικά με τη συλλογή και τη διάδοση δημοσιονομικών στοιχείων, η οποία εστιάστηκε στην εφαρμογή των απαιτήσεων που σχετίζονται με τις ενδεχόμενες υποχρεώσεις και άλλες συναφείς πληροφορίες και οι οποίες είναι πιθανόν να έχουν σημαντικό αντίκτυπο στους προϋπολογισμούς του δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των κρατικών εγγυήσεων, των υποχρεώσεων δημόσιων επιχειρήσεων, των συμπράξεων μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, των μη εξυπηρετούμενων δανείων και της κρατικής συμμετοχής σε επιχειρησιακά κεφάλαια. Η πλήρης εφαρμογή των εργασιών της εν λόγω ειδικής ομάδας θα συμβάλει στην ορθή ανάλυση των υποκείμενων οικονομικών σχέσεων που απορρέουν από συμβάσεις σύμπραξης δημόσιου-ιδιωτικού τομέα, περιλαμβανομένων των κινδύνων κατάρτισης, διάθεσης και ζήτησης κατά περίπτωση, καθώς και του εντοπισμού των έμμεσων χρεών από εκτός ισολογισμού υποχρεώσεις στο πλαίσιο συμπράξεων δημόσιου-ιδιωτικού τομέα, προωθώντας κατά τον τρόπο αυτό αυξημένη διαφάνεια και αξιόπιστες στατιστικές του χρέους.

(21)

Η Επιτροπή Οικονομικής Πολιτικής (ΕΟΠ) που συστάθηκε με την απόφαση 74/122/ΕΟΚ του Συμβουλίου ( 9 ) διεξήγαγε εργασίες σχετικά με τη βιωσιμότητα των συντάξεων και των μεταρρυθμίσεων για τις συντάξεις. Οι εργασίες των στατιστικολόγων αφενός και των εμπειρογνωμόνων σε θέματα γήρανσης του πληθυσμού που συνεργάζονται υπό την αιγίδα της ΕΟΠ αφετέρου θα πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο στενού συντονισμού σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, όσον αφορά τις μακροοικονομικές υποθέσεις και άλλες αναλογιστικές παραμέτρους, προκειμένου να εξασφαλιστούν η συνοχή και η συγκρισιμότητα των αποτελεσμάτων μεταξύ των κρατών καθώς και η αποτελεσματική κοινοποίηση προς τους χρήστες και τους λοιπούς ενδιαφερομένους στοιχείων και πληροφοριών σχετικών με τις συντάξεις. Θα πρέπει επίσης να αποσαφηνιστεί ότι τα θεμελιωμένα συνταξιοδοτικά δικαιώματα στο πλαίσιο της κοινωνικής ασφάλισης δεν συνιστούν δείκτη μέτρησης της βιωσιμότητας των δημόσιων οικονομικών.

(22)

Τα στοιχεία και οι πληροφορίες για τις ενδεχόμενες υποχρεώσεις των κρατών μελών παρέχονται στο πλαίσιο των εργασιών που σχετίζονται με τη διαδικασία πολυμερούς εποπτείας του συμφώνου σταθερότητας και ανάπτυξης. Έως τον Ιούλιο του 2018, η Επιτροπή θα πρέπει να δημοσιεύσει έκθεση στην οποία θα εκτιμάται η ανάγκη να καθίστανται τα εν λόγω στοιχεία διαθέσιμα στο πλαίσιο του ΕΣΛ 2010.

(23)

Είναι σκόπιμο να υπογραμμιστεί η σημασία των περιφερειακών λογαριασμών των κρατών μελών όσον αφορά τις περιφερειακές, οικονομικές και κοινωνικές πολιτικές της Ένωσης για τη συνοχή καθώς και της ανάλυσης της οικονομικής αλληλεξάρτησης. Επιπλέον, αναγνωρίζεται η ανάγκη ενίσχυσης της διαφάνειας των λογαριασμών σε περιφερειακό επίπεδο, συμπεριλαμβανομένων των κρατικών λογαριασμών. Η Επιτροπή (Eurostat) θα πρέπει να αποδίδει ιδιαίτερη προσοχή στα δημοσιονομικά στοιχεία των περιφερειών στην περίπτωση των κρατών μελών που έχουν αυτόνομες περιφέρειες ή κυβερνήσεις.

(24)

Προκειμένου να τροποποιηθεί το παράρτημα Α του παρόντος κανονισμού με σκοπό την εναρμονισμένη ερμηνεία ή τη διεθνή συγκρισιμότητά του, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ). Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να διεξαγάγει η Επιτροπή τις κατάλληλες διαβουλεύσεις κατά τις προπαρασκευαστικές της εργασίες, όπως και με την επιτροπή του ευρωπαϊκού στατιστικού συστήματος, που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 223/2009. Επιπλέον, σύμφωνα με τα άρθρα 127 παράγραφος 4 και 282 παράγραφος 5 της ΣΛΕΕ, είναι σημαντικό να διεξαγάγει η Επιτροπή στο πλαίσιο των προπαρασκευαστικών της εργασιών, κατά περίπτωση, διαβουλεύσεις με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στους τομείς των αρμοδιοτήτων της. Κατά την προετοιμασία και τη σύνταξη κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, η Επιτροπή θα πρέπει να διασφαλίζει την ταυτόχρονη, έγκαιρη και δέουσα διαβίβαση των σχετικών εγγράφων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

(25)

Η πλειοψηφία των στατιστικών συγκεντρωτικών μεγεθών που χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο της οικονομικής διακυβέρνησης της Ένωσης, ιδίως σε ό,τι αφορά τις διαδικασίες υπερβολικού ελλείμματος και μακροοικονομικών ανισορροπιών, καθορίζονται με παραπομπή στο ΕΣΛ. Κατά την παροχή στοιχείων και εκθέσεων στο πλαίσιο αυτών των διαδικασιών, η Επιτροπή θα πρέπει να υποβάλει κατάλληλες πληροφορίες σχετικά με τον αντίκτυπο στα σχετικά συγκεντρωτικά μεγέθη των μεθοδολογικών αλλαγών του ΕΣΛ 2010 που θεσπίστηκε με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού.

(26)

Η Επιτροπή θα διενεργήσει πριν από τα τέλη Μαΐου του 2013 αξιολόγηση για το κατά πόσον έχει επιτευχθεί επαρκές επίπεδο ποιότητας των δεδομένων για την έρευνα και την ανάπτυξη τόσο στις τρέχουσες τιμές όσο και σε όγκο για τους σκοπούς των εθνικών λογαριασμών, σε στενή συνεργασία με τα κράτη μέλη, προκειμένου να εξασφαλιστούν η αξιοπιστία και η συγκρισιμότητα των δεδομένων έρευνας και ανάπτυξης του ΕΣΛ.

(27)

Δεδομένου ότι η εφαρμογή του παρόντος κανονισμού θα απαιτήσει σημαντικές προσαρμογές στα εθνικά στατιστικά συστήματα, η Επιτροπή θα χορηγήσει παρεκκλίσεις στα κράτη μέλη. Εν προκειμένω, το πρόγραμμα διαβίβασης στοιχείων των εθνικών λογαριασμών θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις θεμελιώδεις αλλαγές πολιτικού και στατιστικού χαρακτήρα που πραγματοποιήθηκαν σε ορισμένα κράτη μέλη κατά τη διάρκεια των περιόδων αναφοράς του προγράμματος. Οι παρεκκλίσεις που χορηγούνται από την Επιτροπή θα πρέπει να έχουν προσωρινό χαρακτήρα και να υπόκεινται σε αναθεώρηση. Η Επιτροπή θα πρέπει να παράσχει στήριξη στα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη στο πλαίσιο των προσπαθειών τους να εξασφαλίσουν τις απαιτούμενες προσαρμογές των στατιστικών τους συστημάτων ώστε οι εν λόγω παρεκκλίσεις να μπορούν να τερματιστούν το συντομότερο δυνατόν.

(28)

Η επίσπευση των προθεσμιών διαβίβασης μπορεί να συνεπάγεται σημαντική πρόσθετη πίεση και περαιτέρω έξοδα για τους παρέχοντες στοιχεία και τις εθνικές στατιστικές υπηρεσίες της Ένωσης, με κίνδυνο την υποβάθμιση της ποιότητας των παρεχόμενων στοιχείων. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να επιδιωχθεί ισορροπία μεταξύ των ενδεχόμενων πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων κατά τον καθορισμό των προθεσμιών διαβίβασης στοιχείων.

(29)

Για να εξασφαλιστούν ενιαίοι όροι υλοποίησης του παρόντος κανονισμού, οι εκτελεστικές αρμοδιότητες θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή. Οι εν λόγω αρμοδιότητες θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή ( 10 ).

(30)

Δεδομένου ότι ο στόχος του παρόντος κανονισμού, και συγκεκριμένα η θέσπιση αναθεωρημένου ευρωπαϊκού συστήματος λογαριασμών, δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη και μπορεί ως εκ τούτου να επιτευχθεί καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, η Ένωση δύναται να θεσπίσει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας όπως προβλέπεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, που προβλέπεται στο ίδιο άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του στόχου αυτού.

(31)

Ζητήθηκε η γνώμη της επιτροπής του ευρωπαϊκού στατιστικού συστήματος.

(32)

Ζητήθηκε η γνώμη της επιτροπής στατιστικών για θέματα νομισματικά, χρηματοπιστωτικά και ισοζυγίου πληρωμών, που συνεστήθη με την απόφαση 2006/856/ΕΚ του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2006, για τη σύσταση επιτροπής στατιστικών για θέματα νομισματικά, χρηματοπιστωτικά και ισοζυγίου πληρωμών ( 11 ), και της επιτροπής ακαθάριστου εθνικού εισοδήματος (επιτροπή ΑΕΕ), που συνεστήθη με τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1287/2003 του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 2003, για την εναρμόνιση του Ακαθάριστου Εθνικού Εισοδήματος σε τιμές αγοράς (κανονισμóς ΑΕΕ) ( 12 ),

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:



Άρθρο 1

Αντικείμενο

1.  Ο παρών κανονισμός θεσπίζει το Ευρωπαϊκό Σύστημα Λογαριασμών 2010 («ΕΣΛ 2010» ή «ΕΣΛ»).

2.  Το ΕΣΛ 2010 προβλέπει:

α) μεθοδολογία (παράρτημα Α) σχετικά με κοινά πρότυπα, ορισμούς, ονοματολογίες και λογιστικούς κανόνες, που θα χρησιμοποιούνται για την κατάρτιση συγκρίσιμων λογαριασμών και πινάκων για τις ανάγκες της Ένωσης, καθώς και τη λήψη αποτελεσμάτων όπως απαιτείται στο άρθρο 3·

β) πρόγραμμα (παράρτημα Β) που ορίζει τις προθεσμίες εντός των οποίων τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή (Eurostat) τους λογαριασμούς και τους πίνακες που πρέπει να καταρτίζονται σύμφωνα με τη μεθοδολογία που αναφέρεται στο στοιχείο α).

3.  Με την επιφύλαξη των άρθρων 5 και 10, ο παρών κανονισμός ισχύει για όλες τις πράξεις της Ένωσης στις οποίες γίνεται μνεία του ΕΣΛ ή των ορισμών του.

4.  Ο παρών κανονισμός δεν υποχρεώνει κανένα κράτος μέλος να χρησιμοποιεί το ΕΣΛ 2010 για να καταρτίζει λογαριασμούς για δικές του ανάγκες.

Άρθρο 2

Μεθοδολογία

1.  Η μεθοδολογία του ΕΣΛ 2010 που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο α) καθορίζεται στο παράρτημα Α.

2.  Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει πράξεις κατ’ εξουσιοδότηση σύμφωνα με το άρθρο 7, σχετικά με τροποποιήσεις της μεθοδολογίας του ΕΣΛ 2010 προκειμένου να αποσαφηνίζει και βελτιώνει το περιεχόμενό του για τον σκοπό διασφάλισης εναρμονισμένης ερμηνείας ή διασφάλισης διεθνούς συγκρισιμότητας, εφόσον δεν αλλάζουν τις βασικές του έννοιες, δεν απαιτούν συμπληρωματικούς πόρους για μονάδες παραγωγής εντός του ευρωπαϊκού στατιστικού συστήματος για την εφαρμογή τους και δεν προκαλούν αλλαγή των ιδίων πόρων.

3.  Σε περίπτωση αμφιβολίας σχετικά με την ορθή εφαρμογή των λογιστικών κανόνων του ΕΣΛ 2010, το οικείο κράτος μέλος ζητεί διευκρίνιση από την Επιτροπή (Eurostat). Η Επιτροπή (Eurostat) ενεργεί ταχέως, εξετάζοντας το θέμα και κοινοποιώντας τη γνώμη της για τη διευκρίνιση που ζητήθηκε στο συγκεκριμένο κράτος μέλος και σε όλα τα υπόλοιπα κράτη μέλη.

4.  Τα κράτη μέλη εκτελούν τον υπολογισμό και την κατανομή των έμμεσα μετρούμενων υπηρεσιών χρηματοοικονομικής διαμεσολάβησης (ΥΧΔΜΕ) στους εθνικούς λογαριασμούς σύμφωνα με τη μεθοδολογία που περιγράφεται στο παράρτημα Α. Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει πριν 17 Σεπτεμβρίου 2013 κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 7 στο οποίο ορίζεται αναθεωρημένη μεθοδολογία για τον υπολογισμό και την κατανομή των ΥΧΔΜΕ. Κατά την άσκηση των εξουσιών της σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, η Επιτροπή μεριμνά ώστε οι εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις να μην επιβάλλουν σημαντική πρόσθετη διοικητική επιβάρυνση στα κράτη μέλη ή στις αντίστοιχες μονάδες.

5.  Οι δαπάνες έρευνας και ανάπτυξης καταγράφονται από τα κράτη μέλη ως δημιουργία ακαθάριστου πάγιου κεφαλαίου. Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 7 προκειμένου να εξασφαλίζονται η αξιοπιστία και η συγκρισιμότητα των δεδομένων του ΕΣΛ 2010 των κρατών μελών όσον αφορά την έρευνα και την ανάπτυξη. Κατά την άσκηση των εξουσιών της σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, η Επιτροπή μεριμνά ώστε οι εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις να μην επιβάλλουν σημαντική πρόσθετη διοικητική επιβάρυνση στα κράτη μέλη ή στις αντίστοιχες μονάδες.

Άρθρο 3

Διαβίβαση δεδομένων στην Επιτροπή

1.  Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή (Eurostat) τους λογαριασμούς και τους πίνακες που εκτίθενται στο παράρτημα Β εντός των προθεσμιών που ορίζονται εκεί για κάθε πίνακα.

2.  Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή τα δεδομένα και τα μεταδεδομένα που απαιτούνται από τον παρόντα κανονισμό σύμφωνα με καθορισμένα πρότυπα ανταλλαγής και άλλες πρακτικές ρυθμίσεις.

Τα δεδομένα διαβιβάζονται ή τηλεφορτώνονται ηλεκτρονικά σε ενιαίο σημείο εισόδου στοιχείων για την Επιτροπή. Τα πρότυπα ανταλλαγής και λοιπές πρακτικές λεπτομέρειες για τη διαβίβαση δεδομένων καθορίζονται από την Επιτροπή μέσω εκτελεστικών πράξεων. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 8 παράγραφος 2.

Άρθρο 4

Αξιολόγηση ποιότητας

1.  Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, εφαρμόζονται για τη διαβίβαση των δεδομένων τα κριτήρια ποιότητας που ορίζονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 223/2009 σύμφωνα με το άρθρο 3 του παρόντος κανονισμού.

2.  Τα κράτη μέλη υποβάλλουν στην Επιτροπή (Eurostat) έκθεση για την ποιότητα των στοιχείων που διαβιβάζονται σύμφωνα με το άρθρο 3.

3.  Κατά την εφαρμογή των κριτηρίων ποιότητας που αναφέρονται στην παράγραφο 1 για τα στοιχεία που καλύπτει ο παρών κανονισμός, οι λεπτομέρειες, η δομή, η περιοδικότητα και οι δείκτες αξιολόγησης των εκθέσεων ποιότητας καθορίζονται από την Επιτροπή μέσω εκτελεστικών πράξεων. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 8 παράγραφος 2.

4.  Η Επιτροπή (Eurostat) αξιολογεί την ποιότητα των διαβιβαζόμενων στοιχείων.

Άρθρο 5

Ημερομηνία έναρξης εφαρμογής και πρώτης διαβίβασης των δεδομένων

1.  Το ΕΣΛ 2010 εφαρμόζεται για πρώτη φορά σε στοιχεία που καταρτίζονται σύμφωνα με το παράρτημα Β και διαβιβάζονται από την 1η Σεπτεμβρίου 2014.

2.  Τα στοιχεία διαβιβάζονται στην Επιτροπή (Eurostat) σύμφωνα με τις καθοριζόμενες στο παράρτημα Β προθεσμίες.

3.  Σύμφωνα με την παράγραφο 1, έως την πρώτη διαβίβαση των στοιχείων σύμφωνα με το ΕΣΛ 2010, τα κράτη μέλη συνεχίζουν να αποστέλλουν στην Επιτροπή (Eurostat) τους λογαριασμούς και τους πίνακες που καταρτίζονται κατ’ εφαρμογή του ΕΣΛ 95.

4.  Με την επιφύλαξη του άρθρου 19 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1150/2000 του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2000, για την εφαρμογή της απόφασης 2007/436/ΕΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( 13 ), η Επιτροπή και το οικείο κράτος μέλος ελέγχουν την ορθή εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και υποβάλλουν τα σχετικά πορίσματα στην προβλεπόμενη στο άρθρο 8 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού επιτροπή.

Άρθρο 6

Παρεκκλίσεις

1.  Στον βαθμό που ένα εθνικό στατιστικό σύστημα χρειάζεται σημαντικές προσαρμογές για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή χορηγεί στα κράτη μέλη προσωρινές παρεκκλίσεις μέσω εκτελεστικών πράξεων. Οι εν λόγω παρεκκλίσεις λήγουν το αργότερο έως την 1η Ιανουαρίου 2020. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 8 παράγραφος 2.

2.  Η Επιτροπή χορηγεί παρέκκλιση δυνάμει της παραγράφου 1 μόνο για όσο διάστημα είναι απαραίτητο ώστε το οικείο κράτος μέλος να είναι σε θέση να προσαρμόσει το στατιστικό του σύστημα. Το ποσοστό του ΑΕΠ ενός κράτους μέλους εντός της Ένωσης ή εντός της ζώνης του ευρώ δεν δικαιολογεί τη χορήγηση παρέκκλισης. Εφόσον συντρέχει περίπτωση, η Επιτροπή παρέχει στήριξη στα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη στο πλαίσιο των προσπαθειών τους να διασφαλίσουν τις απαιτούμενες προσαρμογές των στατιστικών τους συστημάτων.

3.  Για τους σκοπούς των παραγράφων 1 και 2, το οικείο κράτος μέλος υποβάλλει δεόντως αιτιολογημένη αίτηση στην Επιτροπή το αργότερο 17 Οκτωβρίου 2013.

Η Επιτροπή, αφού διαβουλευτεί με την επιτροπή του ευρωπαϊκού στατιστικού συστήματος, υποβάλλει, το αργότερο την 1η Ιουλίου 2018, έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την εφαρμογή των παρεκκλίσεων που χορηγούνται ώστε να εξακριβωθεί εάν είναι ακόμη δικαιολογημένες.

Άρθρο 7

Άσκηση της εξουσιοδότησης

1.  Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις υπό τους όρους του παρόντος άρθρου.

2.  Ανατίθενται στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφοι 2 και 5 για περίοδο πέντε ετών από 16 Ιουλίου 2013. Η προβλεπόμενη στο άρθρο 2 παράγραφος 4 εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή για περίοδο δύο μηνών από την 16 Ιουλίου 2013. Η Επιτροπή καταρτίζει έκθεση σχετικά με τις εξουσίες που της έχουν ανατεθεί το αργότερο εννέα μήνες πριν από τη λήξη της περιόδου των πέντε ετών. Η εξουσιοδότηση ανανεώνεται σιωπηρά για περιόδους ίδιας διάρκειας, εκτός αν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο προβάλλουν αντιρρήσεις το αργότερο εντός τριών μηνών πριν από τη λήξη κάθε περιόδου.

3.  Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στο άρθρο 2 παράγραφοι 2, 4 και 5 μπορεί να ανακληθεί οποιαδήποτε στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο.

Η απόφαση ανάκλησης τερματίζει την εξουσιοδότηση που καθορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Τίθεται εν ισχύι την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που καθορίζεται στην απόφαση. Δεν θίγει το κύρος τυχόν κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που έχουν ήδη τεθεί σε ισχύ.

4.  Η Επιτροπή, μόλις εγκρίνει μια πράξη κατ’ εξουσιοδότηση, την κοινοποιεί ταυτοχρόνως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

5.  Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη η οποία θεσπίζεται δυνάμει του άρθρου 2 παράγραφοι 2, 4 και 5, τίθεται σε ισχύ μόνον εφόσον δεν διατυπωθούν αντιρρήσεις είτε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είτε από το Συμβούλιο εντός προθεσμίας τριών μηνών από την κοινοποίηση της πράξης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ή εάν, πριν από την παρέλευση της προθεσμίας αυτής, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν προτίθενται να προβάλουν αντιρρήσεις. Με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου, η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά τρεις μήνες.

Άρθρο 8

Επιτροπή

1.  Η Επιτροπή επικουρείται από την επιτροπή του ευρωπαϊκού στατιστικού συστήματος που θεσπίσθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 223/2009. Η εν λόγω επιτροπή αποτελεί επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

2.  Οσάκις γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

Άρθρο 9

Συνεργασία με άλλες επιτροπές

1.  Για όλα τα θέματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της επιτροπής στατιστικών για θέματα νομισματικά, χρηματοπιστωτικά και ισοζυγίου πληρωμών που θεσπίσθηκε με την απόφαση 2006/856/ΕΚ, η Επιτροπή ζητεί τη γνώμη της εν λόγω επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 2 της απόφασης αυτής.

2.  Η Επιτροπή κοινοποιεί στην επιτροπή Ακαθάριστου Εθνικού Εισοδήματος («επιτροπή ΑΕΕ») που θεσπίσθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1287/2003 κάθε αναγκαία για την εκτέλεση των καθηκόντων της επιτροπής ΑΕΕ πληροφορία που αφορά την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 10

Μεταβατικές διατάξεις

1.  Για τους σκοπούς του προϋπολογισμού και των ιδίων πόρων, το ευρωπαϊκό σύστημα λογαριασμών, κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1287/2003 και των συναφών του νομικών πράξεων, και ιδίως του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1150/2000 και του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1553/89 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 1989, για το ομοιόμορφο οριστικό καθεστώς είσπραξης των ιδίων πόρων που προέρχονται από το φόρο επί της προστιθέμενης αξίας ( 14 ), εξακολουθεί να είναι το ΕΣΛ 95 όσο παραμένει σε ισχύ η απόφαση 2007/436/ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 7ης Ιουνίου 2007, για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( 15 ).

2.  Για τους σκοπούς του καθορισμού των ιδίων πόρων που βασίζονται στον ΦΠΑ, και κατ’ εξαίρεση από την παράγραφο 1, τα κράτη μέλη μπορούν να χρησιμοποιούν στοιχεία που βασίζονται στο ΕΣΛ 2010, όσο παραμένει σε ισχύ η απόφαση 2007/436/ΕΚ, Ευρατόμ εάν δεν είναι διαθέσιμα τα απαιτούμενα αναλυτικά στοιχεία του ΕΣΛ 95.

Άρθρο 11

Αναφορά έμμεσων υποχρεώσεων

Έως το 2014, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο η οποία περιέχει πληροφορίες για τις ΣΔΙΤ και άλλες έμμεσες υποχρεώσεις, συμπεριλαμβανομένων των ενδεχόμενων υποχρεώσεων, εκτός της δημόσιας διοίκησης.

Έως το 2018, η Επιτροπή υποβάλλει μια ακόμη έκθεση προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο στην οποία εκτιμάται σε ποιο βαθμό οι πληροφορίες περί υποχρεώσεων που δημοσιεύονται από την Επιτροπή (Eurostat) αντιπροσωπεύουν το σύνολο των έμμεσων υποχρεώσεων, συμπεριλαμβανομένων των ενδεχόμενων υποχρεώσεων, εκτός της δημόσιας διοίκησης.

Άρθρο 12

Επανεξέταση

Έως την 1η Ιουλίου 2018 και στη συνέχεια ανά πενταετία, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

Οι εκθέσεις αυτές αξιολογούν, μεταξύ άλλων:

α) την ποιότητα των δεδομένων για τους εθνικούς και περιφερειακούς λογαριασμούς,

β) την αποτελεσματικότητα του παρόντος κανονισμού και της διαδικασίας παρακολούθησης που εφαρμόζεται στο ΕΣΛ 2010, και

γ) την πρόοδο ως προς τις ενδεχόμενες υποχρεώσεις και τη διαθεσιμότητα των στοιχείων του ΕΣΛ 2010.

Άρθρο 13

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.




ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ A

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

ΓΕΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ

ΓΕΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

Παγκοσμιοποίηση

ΧΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΣΛ 2010

Πλαίσιο για ανάλυση και πολιτική

Χαρακτηριστικά των εννοιών του ΕΣΛ 2010

Ταξινόμηση κατά τομέα

Δορυφορικοί λογαριασμοί

Το ΕΣΛ 2010 και το ΣΕΛ 2008

ΤΟ ΕΣΛ 2010 ΚΑΙ ΤΟ ΕΣΟΛ 95

ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΕΣΛ 2010 ΩΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

Οι στατιστικές μονάδες και η ομαδοποίησή τους

Θεσμικές μονάδες και τομείς

Τοπικές μονάδες οικονομικής δραστηριότητας (ΜΟΔ) και κλάδοι οικονομικής δραστηριότητας

Μονάδες μόνιμοι κάτοικοι και μη μόνιμοι κάτοικοι· συνολική οικονομία και αλλοδαπή

Οι ροές και τα αποθέματα

Ροές

Συναλλαγές

Ιδιότητες των συναλλαγών

Αλληλεπιδράσεις και συναλλαγές εντός των μονάδων

Χρηματικές έναντι μη χρηματικών συναλλαγών

Συναλλαγές με και χωρίς αντιστάθμισμα

Αναδιάρθρωση συναλλαγών

Αναδρομολόγηση

Επιμερισμός

Προσδιορισμός του κύριου μέρους μιας συναλλαγής

Οριακές περιπτώσεις

Λοιπές μεταβολές περιουσιακών στοιχείων

Λοιπές μεταβολές του όγκου περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων

Κέρδη και ζημίες διακράτησης

Αποθέματα

Το σύστημα λογαριασμών και τα συγκεντρωτικά μεγέθη

Λογιστικοί κανόνες

Ορολογία για τις δύο πλευρές των λογαριασμών

Διπλογραφία/τετραπλογραφία

Αποτίμηση

Ειδικές αποτιμήσεις σχετικά με τα προϊόντα

Αποτίμηση σε σταθερές τιμές

Χρόνος καταγραφής

Ενοποίηση και εκκαθαριστικός συμψηφισμός

Ενοποίηση

Εκκαθαριστικός συμψηφισμός

Λογαριασμοί, εξισωτικά μεγέθη και συγκεντρωτικά μεγέθη

Ακολουθία λογαριασμών

Ο λογαριασμός αγαθών και υπηρεσιών

Ο λογαριασμός της αλλοδαπής

Εξισωτικά μεγέθη

Συγκεντρωτικά μεγέθη

ΑΕγχΠ: ένα βασικό συγκεντρωτικό μέγεθος

Το πλαίσιο εισροών-εκροών

Πίνακες προσφοράς και χρήσεων

Συμμετρικοί πίνακες εισροών-εκροών

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

ΜΟΝΑΔΕΣ ΚΑΙ ΟΜΑΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΜΟΝΑΔΩΝ

ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

ΟΙ ΘΕΣΜΙΚΕΣ ΜΟΝΑΔΕΣ

Κεντρικά γραφεία και εταιρείες χαρτοφυλακίου (ή εταιρείες συμμετοχών)

Όμιλοι εταιρειών

Οντότητες ειδικού σκοπού

Θυγατρικοί χρηματοοικονομικοί οργανισμοί

Τεχνητές θυγατρικές

Μονάδες ειδικού σκοπού της γενικής κυβέρνησης

ΘΕΣΜΙΚΟΙ ΤΟΜΕΙΣ

Μη χρηματοοικονομικές εταιρείες (S.11)

Δημόσιες μη χρηματοοικονομικές εταιρείες (S.11001)

Ημεδαπές ιδιωτικές μη χρηματοοικονομικές εταιρείες (S.11002)

Μη χρηματοοικονομικές εταιρείες που ελέγχονται από την αλλοδαπή (S.11003)

Χρηματοοικονομικές εταιρείες (S.12)

Ενδιάμεσοι χρηματοοικονομικοί οργανισμοί

Επικουρικοί χρηματοοικονομικοί οργανισμοί και φορείς

Χρηματοοικονομικές εταιρείες πλην των ενδιάμεσων χρηματοοικονομικών οργανισμών και των επικουρικών χρηματοοικονομικών οργανισμών και φορέων

Θεσμικές μονάδες που περιλαμβάνονται στον τομέα των χρηματοοικονομικών εταιρειών

Υποτομείς χρηματοοικονομικών εταιρειών

Συνδυασμός υποτομέων χρηματοοικονομικών εταιρειών

Υποδιαίρεση υποτομέων χρηματοοικονομικών εταιρειών σε δημόσιες, ημεδαπές ιδιωτικές και χρηματοοικονομικές εταιρείες και χρηματοοικονομικές εταιρείες που ελέγχονται από την αλλοδαπή

Κεντρική τράπεζα (S.121)

Εταιρείες που δέχονται καταθέσεις, εκτός από την κεντρική τράπεζα (S.122)

Εταιρείες διαχείρισης διαθεσίμων (S.123)

Εταιρείες επενδύσεων χαρτοφυλακίου, πλην των εταιρειών διαχείρισης διαθεσίμων (S.124)

Λοιποί ενδιάμεσοι χρηματοοικονομικοί οργανισμοί, εκτός από τις ασφαλιστικές εταιρείες και τα συνταξιοδοτικά ταμεία (S.125)

Χρηματοοικονομικές εταιρείες ειδικού σκοπού που ασχολούνται με συναλλαγές τιτλοποίησης (ΧΡΕΣ)

Χρηματιστές που ενεργούν συναλλαγές επί χρεογράφων και παράγωγων μέσων, χρηματοοικονομικές εταιρείες που ασχολούνται με τη χορήγηση δανείων και εξειδικευμένες χρηματοοικονομικές εταιρείες

Επικουρικοί χρηματοοικονομικοί οργανισμοί και φορείς (S.126)

Θυγατρικοί χρηματοοικονομικοί οργανισμοί και δανειστές χρημάτων (S.127)

Ασφαλιστικές εταιρείες (S.128)

Συνταξιοδοτικά ταμεία (S.129)

Γενική κυβέρνηση (S.13)

Κεντρική κυβέρνηση (πλην οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης) (S.1311)

Κυβέρνηση ομόσπονδου κράτους (πλην οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης) (S.1312)

Τοπική αυτοδιοίκηση (πλην οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης) (S.1313)

Οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης (S.1314)

Νοικοκυριά (S.14)

Εργοδότες (περιλαμβανομένων των αυτοαπασχολουμένων) (S.141 και S.142)

Μισθωτοί (S.143)

Αποδέκτες εισοδημάτων περιουσίας (S.1441)

Αποδέκτες συντάξεων (S.1442)

Αποδέκτες άλλων μεταβιβάσεων εισοδήματος (S.1443)

Μη κερδοσκοπικά ιδρύματα που εξυπηρετούν νοικοκυριά (S.15)

Αλλοδαπή (S.2)

Ταξινόμηση των παραγωγικών μονάδων κατά τομείς σύμφωνα με τις κύριες τυποποιημένες νομικές μορφές ιδιοκτησίας

ΤΟΠΙΚΕΣ ΜΟΝΑΔΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΚΛΑΔΟΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ

Η τοπική μονάδα οικονομικής δραστηριότητας

Κλάδοι οικονομικής δραστηριότητας

Ταξινόμηση κλάδων οικονομικής δραστηριότητας

ΜΟΝΑΔΕΣ ΟΜΟΙΟΓΕΝΟΥΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΟΜΟΙΟΓΕΝΕΙΣ ΚΛΑΔΟΙ

Η μονάδα ομοιογενούς παραγωγής

Ο ομοιογενής κλάδος

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΚΑΙ ΜΗ ΠΑΡΑΧΘΕΝΤΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ

ΓΕΝΙΚΕΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ

ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΗ

Κύριες, δευτερεύουσες και βοηθητικές δραστηριότητες

Παραγωγή (P.1)

Θεσμικές μονάδες: διάκριση μεταξύ εμπορεύσιμης παραγωγής, παραγωγής για ιδία τελική χρήση και μη εμπορεύσιμης παραγωγής

Χρόνος καταγραφής και αποτίμησης της παραγωγής

Προϊόντα γεωργίας, δασοκομίας και αλιείας (τομέας Α)

Μεταποιημένα προϊόντα (τομέας Γ)· Κατασκευαστικές εργασίες (τομέας ΣΤ)

Υπηρεσίες χονδρικού και λιανικού εμπορίου· υπηρεσίες επισκευής μηχανοκίνητων οχημάτων και μοτοσικλετών (τομέας Ζ)

Μεταφορά και αποθήκευση (τομέας Η)

Υπηρεσίες διαμονής και υπηρεσίες εστίασης (τομέας Ι)

Χρηματοοικονομικές και ασφαλιστικές υπηρεσίες (τομέας ΙΑ): παραγωγή της κεντρικής τράπεζας

Χρηματοοικονομικές και ασφαλιστικές υπηρεσίες (τομέας ΙΑ): χρηματοοικονομικές υπηρεσίες γενικά

Χρηματοοικονομικές υπηρεσίες που παρέχονται έναντι άμεσης πληρωμής

Χρηματοοικονομικές υπηρεσίες που πληρώνονται μέσω χρέωσης τόκων

Χρηματοοικονομικές υπηρεσίες που αποτελούνται από την απόκτηση και τη διάθεση χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων στις χρηματοοικονομικές αγορές

Χρηματοοικονομικές υπηρεσίες που παρέχονται στο πλαίσιο ασφαλιστικών και συνταξιοδοτικών συστημάτων, των οποίων η δραστηριότητα χρηματοδοτείται μέσω χρέωσης ασφαλιστικών εισφορών και από την εισοδηματική απόδοση των αποταμιεύσεων

Υπηρεσίες διαχείρισης ακίνητης περιουσίας (τομέας ΙΒ)

Επαγγελματικές, επιστημονικές και τεχνικές υπηρεσίες (τομέας ΙΓ)· Διοικητικές υπηρεσίες και υπηρεσίες υποστήριξης (τομέας ΙΔ)

Υπηρεσίες δημόσιας διοίκησης και άμυνας, υπηρεσίες υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης (τομέας ΙΕ)

Εκπαιδευτικές υπηρεσίες (τομέας ΙΣΤ)· Υπηρεσίες σχετικές με την ανθρώπινη υγεία και την κοινωνική μέριμνα (τομέας ΙΖ)

Υπηρεσίες σχετικές με τις τέχνες, τη διασκέδαση και την ψυχαγωγία (τομέας ΙΗ)· Άλλες υπηρεσίες (τομέας ΙΘ)

Ιδιωτικά νοικοκυριά ως εργοδότες (τομέας Κ)

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΝΑΛΩΣΗ (P.2)

Χρόνος καταγραφής και αποτίμησης της ενδιάμεσης ανάλωσης

ΤΕΛΙΚΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ (P.3, P.4)

Τελική καταναλωτική δαπάνη (P.3)

Πραγματική τελική κατανάλωση (P.4)

Χρόνος καταγραφής και αποτίμησης της τελικής καταναλωτικής δαπάνης

Χρόνος καταγραφής και αποτίμησης της πραγματικής τελικής κατανάλωσης

ΑΚΑΘΑΡΙΣΤΟΣ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ (P.5)

Ακαθάριστος σχηματισμός πάγιου κεφαλαίου (P.51ζ)

Χρόνος καταγραφής και αποτίμησης του ακαθάριστου σχηματισμού πάγιου κεφαλαίου

Ανάλωση πάγιου κεφαλαίου (Ρ.51γ)

Μεταβολές αποθεμάτων (P.52)

Χρόνος καταγραφής και αποτίμησης των μεταβολών αποθεμάτων

Αποκτήσεις μείον διαθέσεις τιμαλφών (P.53)

ΕΞΑΓΩΓΕΣ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ ΑΓΑΘΩΝ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ (P.6 ΚΑΙ P.7)

Εξαγωγές και εισαγωγές αγαθών (P.61 και P.71)

Εξαγωγές και εισαγωγές υπηρεσιών (P.62 και P.72)

ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ ΥΠΑΡΧΟΝΤΩΝ ΑΓΑΘΩΝ

ΑΠΟΚΤΗΣΕΙΣ ΜΕΙΟΝ ΔΙΑΘΕΣΕΙΣ ΜΗ ΠΑΡΑΧΘΕΝΤΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ (ΝΡ)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

ΔΙΑΝΕΜΗΤΙΚΕΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ

ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΕΞΑΡΤΗΜΕΝΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ (D.1)

Μισθοί και ημερομίσθια (D.11)

Μισθοί και ημερομίσθια σε χρήμα

Μισθοί και ημερομίσθια σε είδος

Εργοδοτικές κοινωνικές εισφορές (D.12)

Πραγματικές εργοδοτικές κοινωνικές εισφορές (D.121)

Τεκμαρτές εργοδοτικές κοινωνικές εισφορές (D.122)

ΦΟΡΟΙ ΕΠΙ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΙΣΑΓΩΓΩΝ (D.2)

Φόροι επί προϊόντων (D.21)

Φόροι τύπου φόρου προστιθεμένης αξίας (ΦΠΑ) (D.211)

Φόροι και δασμοί επί εισαγωγών εκτός από τον ΦΠΑ (D.212)

Φόροι επί προϊόντων, εκτός από ΦΠΑ και φόρους επί εισαγωγών (D.214)

Λοιποί φόροι επί της παραγωγής (D.29)

Φόροι επί της παραγωγής και των εισαγωγών που καταβάλλονται στα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Φόροι επί της παραγωγής και των εισαγωγών: χρόνος καταγραφής και ποσά προς καταγραφή

ΕΠΙΔΟΤΗΣΕΙΣ (D.3)

Επιδοτήσεις προϊόντων (D.31)

Επιδοτήσεις εισαγωγών (D.311)

Λοιπές επιδοτήσεις προϊόντων (D.319)

Λοιπές επιδοτήσεις παραγωγής (D.39)

ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ (D.4)

Τόκοι (D.41)

Τόκοι καταθέσεων και δανείων

Τόκοι χρεογράφων

Τόκοι συναλλαγματικών και παρόμοιων βραχυπρόθεσμων μέσων

Τόκοι ομολόγων και ομολογιών χρέους

Ανταλλαγές επιτοκίων (swaps) και συμφωνίες προθεσμιακής ανταλλαγής επιτοκίων

Τόκοι χρηματοδοτικών μισθώσεων

Λοιποί τόκοι

Χρόνος καταγραφής

Διανεμόμενο εισόδημα εταιρειών (D.42)

Μερίσματα (D.421)

Αναλήψεις από το εισόδημα οιονεί εταιρειών (D.422)

Επανεπενδυόμενα κέρδη από ξένες άμεσες επενδύσεις (D.43)

Λοιπά εισοδήματα από επενδύσεις (D.44)

Εισόδημα από επενδύσεις αποδοτέο στους κατόχους ασφαλιστήριων συμβολαίων (D.441)

Εισόδημα από επενδύσεις πληρωτέο σε δικαιούχους συντάξεων (D.442)

Εισόδημα από επενδύσεις αποδοτέο σε μετόχους εταιρειών συλλογικών επενδύσεων χαρτοφυλακίου (D.443)

Πρόσοδος (D.45)

Γαιοπρόσοδος

Πρόσοδος από περιουσιακά στοιχεία του υπεδάφους

ΤΡΕΧΟΝΤΕΣ ΦΟΡΟΙ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ, ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ Κ.ΛΠ. (D.5)

Φόροι εισοδήματος (D.51)

Λοιποί τρέχοντες φόροι (D.59)

ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΕΙΣΦΟΡΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΟΧΕΣ (D.6)

Καθαρές κοινωνικές εισφορές (D.61)

Πραγματικές εργοδοτικές κοινωνικές εισφορές (D.611)

Τεκμαρτές εργοδοτικές κοινωνικές εισφορές (D.612)

Πραγματικές κοινωνικές εισφορές νοικοκυριών (D.613)

Συμπληρώματα κοινωνικών εισφορών νοικοκυριών (D.614)

Κοινωνικές παροχές εκτός από κοινωνικές μεταβιβάσεις σε είδος (D.62)

Παροχές κοινωνικής ασφάλισης σε χρήμα (D.621)

Λοιπές παροχές κοινωνικής ασφάλισης (D.622)

Παροχές κοινωνικής πρόνοιας σε χρήμα (D.623)

Κοινωνικές μεταβιβάσεις σε είδος (D.63)

Κοινωνικές μεταβιβάσεις σε είδος — μη εμπορεύσιμη παραγωγή της γενικής κυβέρνησης και των ΜΚΙΕΝ (D.631)

Κοινωνικές μεταβιβάσεις σε είδος — αγορασμένη εμπορεύσιμη παραγωγή της γενικής κυβέρνησης και των ΜΚΙΕΝ (D.632)

ΛΟΙΠΕΣ ΤΡΕΧΟΥΣΕΣ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΕΙΣ (D.7)

Καθαρά ασφάλιστρα για ασφαλίσεις κατά ζημιών (D.71)

Απαιτήσεις από ασφαλίσεις κατά ζημιών (D.72)

Τρέχουσες μεταβιβάσεις στο εσωτερικό της γενικής κυβέρνησης (D.73)

Τρέχουσα διεθνής συνεργασία (D.74)

Διάφορες τρέχουσες μεταβιβάσεις (D.75)

Τρέχουσες μεταβιβάσεις προς MKIEN (D.751)

Τρέχουσες μεταβιβάσεις μεταξύ νοικοκυριών (D.752)

Διάφορες άλλες τρέχουσες μεταβιβάσεις (D.759)

Πρόστιμα και κυρώσεις

Λαχεία και τυχερά παιχνίδια

Πληρωμές αποζημιώσεων

Ίδιοι πόροι της ΕΕ που βασίζονται στον ΦΠΑ και στο Ακαθάριστο Εθνικό Εισόδημα (ΑΕΕ) (D.76)

ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ (D.8)

ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΕΣ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΕΙΣ (D.9)

Φόροι κεφαλαίου (D.91)

Επιχορηγήσεις επενδύσεων (D.92)

Λοιπές κεφαλαιακές μεταβιβάσεις (D.99)

ΜΕΤΟΧΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΠΡΟΑΙΡΕΣΗΣ ΠΟΥ ΧΟΡΗΓΟΥΝΤΑΙ ΣΕ ΜΙΣΘΩΤΟΥΣ (ΧΜΔ)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ

ΓΕΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ

Χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία, χρηματοοικονομικές απαιτήσεις και υποχρεώσεις

Υπό αίρεση περιουσιακά στοιχεία και υπό αίρεση υποχρεώσεις

Κατηγορίες χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων

Ισολογισμοί, χρηματοοικονομικός λογαριασμός και λοιπές ροές

Αποτίμηση

Καθαρή και ακαθάριστη καταγραφή

Ενοποίηση

Εκκαθαριστικός συμψηφισμός

Λογιστικοί κανόνες για τις χρηματοοικονομικές συναλλαγές

Χρηματοοικονομική συναλλαγή της οποίας η αντισταθμιστική συναλλαγή είναι τρέχουσα ή κεφαλαιακή μεταβίβαση

Χρηματοοικονομική συναλλαγή της οποίας η αντισταθμιστική συναλλαγή είναι εισόδημα περιουσίας

Χρόνος καταγραφής

Χρηματοοικονομικός λογαριασμός «από ποιον σε ποιον»

ΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ ΑΝΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Νομισματικός χρυσός και ειδικά τραβηκτικά δικαιώματα (F.1)

Νομισματικός χρυσός (F.11)

Ειδικά τραβηκτικά δικαιώματα (ΕΤΔ) (F.12)

Μετρητά και καταθέσεις (F.2)

Μετρητά (F.21)

Καταθέσεις (F.22 και F.29)

Μεταβιβάσιμες καταθέσεις (F.22)

Λοιπές καταθέσεις (F.29)

Χρεόγραφα (F.3)

Κύρια χαρακτηριστικά των χρεογράφων

Ταξινόμηση κατά αρχική ληκτότητα και νόμισμα

Ταξινόμηση κατά είδος επιτοκίου

Χρεόγραφα σταθερού επιτοκίου

Χρεόγραφα μεταβλητού επιτοκίου

Χρεόγραφα μεικτού επιτοκίου

Ιδιωτικές τοποθετήσεις

Τιτλοποίηση

Καλυμμένα ομόλογα

Δάνεια (F.4)

Κύρια χαρακτηριστικά των δανείων

Ταξινόμηση των δανείων κατά αρχική ληκτότητα, νόμισμα και σκοπό δανεισμού

Διάκριση μεταξύ δανειακών συναλλαγών και συναλλαγών σε καταθέσεις

Διάκριση μεταξύ δανειακών συναλλαγών και συναλλαγών σε χρεόγραφα

Διάκριση μεταξύ δανειακών συναλλαγών, εμπορικών πιστώσεων και εμπορικών γραμματίων

Δανεισμός αξιογράφων και συμφωνίες επαναγοράς

Χρηματοδοτικές μισθώσεις

Λοιπά είδη δανείων

Χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που εξαιρούνται από την κατηγορία των δανείων

Συμμετοχικοί τίτλοι και μετοχές ή μερίδια εταιρειών επενδύσεων χαρτοφυλακίου (F.5)

Συμμετοχικοί τίτλοι (F.51)

Πιστοποιητικά κατάθεσης αξιογράφων

Εισηγμένες μετοχές (F.511)

Μη εισηγμένες μετοχές (F.512)

Αρχική δημόσια προσφορά, εγγραφή και διαγραφή από το χρηματιστήριο και επαναγορά μετοχών

Χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που εξαιρούνται από τους μετοχικούς τίτλους

Λοιπές συμμετοχές σε κεφάλαιο (F.519)

Αποτίμηση των συναλλαγών σε συμμετοχικούς τίτλους

Μετοχές ή μερίδια εταιρειών επενδύσεων χαρτοφυλακίου (F.52)

Μετοχές ή μερίδια εταιρειών διαχείρισης διαθεσίμων (F.521)

Μετοχές/μερίδια εταιρειών επενδύσεων χαρτοφυλακίου πλην των εταιρειών διαχείρισης διαθεσίμων (F.522)

Αποτίμηση των συναλλαγών σε μετοχές ή μερίδια εταιρειών επενδύσεων χαρτοφυλακίου

Ασφαλιστικά συστήματα, συνταξιοδοτικά συστήματα και συστήματα τυποποιημένων εγγυήσεων (F.6)

Τεχνικά αποθεματικά ασφαλίσεων κατά ζημιών (F.61)

Δικαιώματα ασφαλίσεων ζωής και προσόδων (F.62)

Συνταξιοδοτικά δικαιώματα (F.63)

Υπό αίρεση συνταξιοδοτικά δικαιώματα

Απαιτήσεις συνταξιοδοτικών ταμείων από διευθυντές συνταξιοδοτικών συστημάτων (F.64)

Δικαιώματα μη συνταξιοδοτικών παροχών (F.65)

Προβλέψεις για καταπτώσεις τυποποιημένων εγγυήσεων (F.66)

Τυποποιημένες εγγυήσεις και εφάπαξ εγγυήσεις

Χρηματοοικονομικά παράγωγα και μετοχικά δικαιώματα προαίρεσης που χορηγούνται σε μισθωτούς (F.7)

Χρηματοοικονομικά παράγωγα (F.71)

Δικαιώματα προαίρεσης (options)

Προθεσμιακά συμβόλαια (forwards)

Δικαιώματα προαίρεσης έναντι προθεσμιακών συμβολαίων

Συμφωνίες ανταλλαγής (swaps)

Προθεσμιακές συμβάσεις επιτοκίων (FRA)

Πιστωτικά παράγωγα

Συμβόλαια ανταλλαγής κινδύνου πιστωτικής αθέτησης

Χρηματοοικονομικά μέσα που δεν περιλαμβάνονται στα χρηματοοικονομικά παράγωγα

Μετοχικά δικαιώματα προαίρεσης που χορηγούνται σε μισθωτούς (F.72)

Αποτίμηση συναλλαγών σε χρηματοοικονομικά παράγωγα και σε μετοχικά δικαιώματα προαίρεσης που χορηγούνται σε μισθωτούς

Λοιποί εισπρακτέοι/πληρωτέοι λογαριασμοί (F.8)

Εμπορικές πιστώσεις και προκαταβολές (F.81)

Λοιποί εισπρακτέοι/πληρωτέοι λογαριασμοί, εκτός από εμπορικές πιστώσεις και προκαταβολές (F.89)

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 5.1 —

ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ

Ταξινόμηση των χρηματοοικονομικών συναλλαγών κατά κατηγορία

Ταξινόμηση των χρηματοοικονομικών συναλλαγών κατά διαπραγματευσιμότητα

Δομημένα αξιόγραφα

Ταξινόμηση των χρηματοοικονομικών συναλλαγών κατά είδος εισοδήματος

Ταξινόμηση των χρηματοοικονομικών συναλλαγών κατά είδος επιτοκίου

Ταξινόμηση των χρηματοοικονομικών συναλλαγών κατά ληκτότητα

Βραχυπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη ληκτότητα

Αρχική ληκτότητα και εναπομένουσα ληκτότητα

Ταξινόμηση των χρηματοοικονομικών συναλλαγών κατά νόμισμα

Συνολικά μεγέθη χρήματος

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

ΛΟΙΠΕΣ ΡΟΕΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

ΛΟΙΠΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ ΤΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ

Λοιπές μεταβολές του όγκου περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων (Κ.1 έως Κ.6)

Οικονομική εμφάνιση περιουσιακών στοιχείων (K.1)

Οικονομική εξαφάνιση μη παραχθέντων περιουσιακών στοιχείων (K.2)

Ζημίες λόγω μεγάλων καταστροφών (K.3)

Κατασχέσεις χωρίς αποζημίωση (K.4)

Λοιπές μεταβολές του όγκου που δεν ταξινομούνται αλλού (K.5)

Μεταβολές ταξινόμησης (K.6)

Μεταβολές ταξινόμησης κατά τομείς και μεταβολές της δομής των θεσμικών μονάδων (K.61)

Μεταβολές ταξινόμησης των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων (K.62)

Ονομαστικά κέρδη και ζημίες διακράτησης (K.7)

Ουδέτερα κέρδη και ζημίες διακράτησης (K.71)

Πραγματικά κέρδη και ζημίες διακράτησης (K.72)

Κέρδη και ζημίες διακράτησης κατά είδος χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου και υποχρέωσης

Νομισματικός χρυσός και ΕΤΔ (AF.1)

Μετρητά και καταθέσεις (ΑF.2)

Χρεόγραφα (AF.3)

Δάνεια (AF.4)

Συμμετοχικοί τίτλοι και μετοχές/μερίδια εταιρειών επενδύσεων χαρτοφυλακίου (AF.5)

Ασφαλιστικά συστήματα, συνταξιοδοτικά συστήματα και συστήματα τυποποιημένων εγγυήσεων (AF.6)

Χρηματοοικονομικά παράγωγα και μετοχικά δικαιώματα προαίρεσης που χορηγούνται σε μισθωτούς (AF.7)

Λοιποί εισπρακτέοι/πληρωτέοι λογαριασμοί (AF.8)

Περιουσιακά στοιχεία εκφρασμένα σε ξένο νόμισμα

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

ΙΣΟΛΟΓΙΣΜΟΙ

ΕΙΔΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ

Ορισμός ενός περιουσιακού στοιχείου

ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ

ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ

Παραχθέντα μη χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία (AN.1)

Μη παραχθέντα μη χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία (AN.2)

Χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις (AF)

ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΩΝ ΕΓΓΡΑΦΩΝ ΤΟΥ ΙΣΟΛΟΓΙΣΜΟΥ

Γενικές αρχές αποτίμησης

ΜΗ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ (AN)

Παραχθέντα μη χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία (AN.1)

Πάγια περιουσιακά στοιχεία (ΑΝ.11)

Προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας (AN.117)

Κόστος μεταβίβασης της κυριότητας μη παραχθέντων περιουσιακών στοιχείων (AN.116)

Αποθέματα (ΑΝ.12)

Τιμαλφή (ΑΝ.13)

Μη παραχθέντα μη χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία (AN.2)

Φυσικοί πόροι (AN.21)

Γη (ΑΝ.211)

Ορυκτοί και ενεργειακοί πόροι (AN.212)

Λοιπά φυσικά περιουσιακά στοιχεία (AN.213, AN.214 και AN.215)

Συμβάσεις, μισθώσεις και άδειες (AN.22)

Αγορές μείον πωλήσεις υπεραξίας (goodwill) και περιουσιακών στοιχείων εμπορικής φύσης (AN.23)

ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ (AF)

Νομισματικός χρυσός και ειδικά τραβηκτικά δικαιώματα (ΕΤΔ) (AF.1)

Μετρητά και καταθέσεις (AF.2)

Χρεόγραφα (AF.3)

Δάνεια (AF.4)

Συμμετοχικοί τίτλοι και μετοχές/μερίδια εταιρειών επενδύσεων χαρτοφυλακίου (AF.5)

Ασφαλιστικά συστήματα, συνταξιοδοτικά συστήματα και συστήματα τυποποιημένων εγγυήσεων (AF.6)

Χρηματοοικονομικά παράγωγα και μετοχικά δικαιώματα προαίρεσης που χορηγούνται σε μισθωτούς (AF.7)

Λοιποί εισπρακτέοι/πληρωτέοι λογαριασμοί (AF.8)

ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΟΛΟΓΙΣΜΟΙ

ΥΠΟΜΝΗΜΑΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Διαρκή καταναλωτικά αγαθά (AN.m)

Ξένες άμεσες επενδύσεις (AF.m1)

Μη εξυπηρετούμενα δάνεια (AF.m2)

Καταγραφή μη εξυπηρετούμενων δανείων

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 7.1

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΚΑΘΕ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 7.2

ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΣΟΛΟΓΙΣΜΟ ΑΝΟΙΓΜΑΤΟΣ ΕΩΣ ΤΟΝ ΙΣΟΛΟΓΙΣΜΟ ΚΛΕΙΣΙΜΑΤΟΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8

Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ακολουθία λογαριασμών

ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ

Τρέχοντες λογαριασμοί

Λογαριασμός παραγωγής (I)

Λογαριασμοί διανομής και χρήσης εισοδήματος (II)

Λογαριασμοί πρωτογενούς διανομής εισοδήματος (II.1)

Λογαριασμός δημιουργίας εισοδήματος (II.1.1)

Λογαριασμός διανομής πρωτογενούς εισοδήματος (II.1.2)

Λογαριασμός επιχειρηματικού εισοδήματος (II.1.2.1)

Λογαριασμός διανομής λοιπού πρωτογενούς εισοδήματος (II.1.2.2)

Λογαριασμός δευτερογενούς διανομής εισοδήματος (II.2)

Λογαριασμός αναδιανομής εισοδήματος σε είδος (II.3)

Λογαριασμός χρήσης εισοδήματος (II.4)

Λογαριασμός χρήσης διαθέσιμου εισοδήματος (II.4.1)

Λογαριασμός χρήσης προσαρμοσμένου διαθέσιμου εισοδήματος (II.4.2)

Λογαριασμοί συσσώρευσης (III)

Λογαριασμός κεφαλαίου (III.1)

Λογαριασμός μεταβολής της καθαρής θέσης λόγω αποταμίευσης και κεφαλαιακών μεταβιβάσεων (III.1.1)

Λογαριασμός απόκτησης μη χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων (III.1.2)

Χρηματοοικονομικός λογαριασμός (III.2)

Λογαριασμός λοιπών μεταβολών περιουσιακών στοιχείων (III.3)

Λογαριασμός λοιπών μεταβολών του όγκου των περιουσιακών στοιχείων (III.3.1)

Λογαριασμός αναπροσαρμογής (II.3.2)

Λογαριασμός ουδέτερων κερδών και ζημιών κτήσης (III.3.2.1)

Λογαριασμός πραγματικών κερδών και ζημιών κτήσης (III.3.2.2)

Ισολογισμοί (IV)

Ισολογισμός ανοίγματος (IV.1)

Μεταβολές του ισολογισμού (IV.2)

Ισολογισμός κλεισίματος (IV.3)

ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ ΤΗΣ ΑΛΛΟΔΑΠΗΣ (V)

Τρέχοντες λογαριασμοί

Εξωτερικός λογαριασμός αγαθών και υπηρεσιών (V.I)

Εξωτερικός λογαριασμός πρωτογενών εισοδημάτων και τρεχουσών μεταβιβάσεων (V.ΙΙ)

Εξωτερικοί λογαριασμοί συσσώρευσης (V.ΙΙΙ)

Λογαριασμός κεφαλαίου (V.III.1)

Χρηματοοικονομικός λογαριασμός (V.III.2)

Λογαριασμός λοιπών μεταβολών των περιουσιακών στοιχείων (V.III.3)

Ισολογισμοί (V.IV)

ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΑΓΑΘΩΝ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ (0)

ΕΝΟΠΟΙΗΜΕΝΟΙ/ ΕΝΙΑΙΟΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΙ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ

ΜΑΚΡΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΜΕΓΕΘΗ

Ακαθάριστο εγχώριο προϊόν σε αγοραίες τιμές (ΑΕγχΠ)

Λειτουργικό πλεόνασμα του συνόλου της οικονομίας

Μεικτό εισόδημα του συνόλου της οικονομίας

Επιχειρηματικό εισόδημα του συνόλου της οικονομίας

Εθνικό εισόδημα (σε αγοραίες τιμές)

Εθνικό διαθέσιμο εισόδημα

Αποταμίευση

Τρέχον εξωτερικό ισοζύγιο

Καθαρή χορήγηση (+) / λήψη (–) δανείων του συνόλου της οικονομίας

Καθαρή θέση του συνόλου της οικονομίας

Δαπάνες και έσοδα της γενικής κυβέρνησης

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9

ΠΙΝΑΚΕΣ ΠΡΟΣΦΟΡΑΣ ΚΑΙ ΧΡΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΛΑΙΣΙΟ ΕΙΣΡΟΩΝ-ΕΚΡΟΩΝ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ

ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΟ ΕΡΓΑΛΕΙΟ

ΕΡΓΑΛΕΙΟ ΑΝΑΛΥΣΗΣ

ΑΝΑΛΥΤΙΚΟΤΕΡΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΩΝ ΠΙΝΑΚΩΝ ΠΡΟΣΦΟΡΑΣ ΚΑΙ ΧΡΗΣΕΩΝ

Ταξινομήσεις

Αρχές αποτίμησης

Εμπορικά και μεταφορικά περιθώρια

Φόροι μείον επιδοτήσεις παραγωγής και εισαγωγών

Άλλες βασικές έννοιες

Συμπληρωματικές πληροφορίες

ΠΗΓΕΣ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΚΑΙ ΙΣΟΣΚΕΛΙΣΗ

ΕΡΓΑΛΕΙΟ ΑΝΑΛΥΣΗΣ ΚΑΙ ΕΠΕΚΤΑΣΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10

ΜΕΓΕΘΗ ΤΙΜΩΝ ΚΑΙ ΟΓΚΟΥ

ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΩΝ ΔΕΙΚΤΩΝ ΤΙΜΩΝ ΚΑΙ ΟΓΚΟΥ ΣΤΟΥΣ ΕΘΝΙΚΟΥΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥΣ

Το ολοκληρωμένο σύστημα δεικτών τιμών και όγκου

Άλλοι δείκτες τιμής και όγκου

ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΜΕΤΡΗΣΗΣ ΤΩΝ ΔΕΙΚΤΩΝ ΤΙΜΗΣ ΚΑΙ ΟΓΚΟΥ

Ορισμός των τιμών και των όγκων των εμπορεύσιμων προϊόντων

Ποιότητα, τιμή και ομοιογενή προϊόντα

Τιμές και όγκος

Νέα προϊόντα

Αρχές για τις μη εμπορεύσιμες υπηρεσίες

Αρχές για την προστιθέμενη αξία και το ΑΕγχΠ

ΕΙΔΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΑΡΧΩΝ

Φόροι και επιδοτήσεις προϊόντων και εισαγωγών

Λοιποί φόροι και επιδοτήσεις της παραγωγής

Ανάλωση πάγιου κεφαλαίου

Εισόδημα εξαρτημένης εργασίας

Αποθέματα παραχθέντων παγίων περιουσιακών στοιχείων και απογραφές

ΜΕΓΕΘΗ ΜΕΤΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΝΟΛΟ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

ΔΕΙΚΤΕΣ ΤΙΜΗΣ ΚΑΙ ΟΓΚΟΥ ΓΙΑ ΣΥΓΚΡΙΣΕΙΣ ΑΝΑ ΧΩΡΑ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11

ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΙΣΡΟΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

ΣΥΝΟΛΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΕΝΕΡΓΟΣ ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ

ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ

Μισθωτοί

Αυτοαπασχολούμενοι

Απασχόληση και μόνιμη κατοικία

ΑΝΕΡΓΙΑ

ΘΕΣΕΙΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Θέσεις εργασίας και μόνιμη κατοικία

ΜΗ ΚΑΤΑΓΕΓΡΑΜΜΕΝΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

ΣΥΝΟΛΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ ΔΕΔΟΥΛΕΥΜΕΝΩΝ ΩΡΩΝ

Προσδιορισμός των πραγματικά δεδουλευμένων ωρών

ΙΣΟΔΥΝΑΜΟ ΠΛΗΡΟΥΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ

ΕΙΣΡΟΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ ΣΕ ΣΤΑΘΕΡΕΣ ΑΜΟΙΒΕΣ

ΜΕΓΕΘΗ ΜΕΤΡΗΣΗΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΤΗΤΑ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12

ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΟΙ ΕΘΝΙΚΟΙ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

ΕΙΔΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΩΝ ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΩΝ ΕΘΝΙΚΩΝ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ

Χρόνος καταγραφής

Εργασίες σε εξέλιξη

Δραστηριότητες που εκτελούνται σε συγκεκριμένες περιόδους του έτους

Χαμηλής συχνότητας πληρωμές

Ταχείες (Flash) εκτιμήσεις

Ισοσκελισμός και συγκριτική προσαρμογή

Ισοσκελισμός

Συνέπεια ανάμεσα στους τριμηνιαίους και τους ετήσιους λογαριασμούς — συγκριτική προσαρμογή

Μετρήσεις των μεταβολών τιμών και όγκου με αλυσωτούς δείκτες

Εποχικές και ημερολογιακές προσαρμογές

Ακολουθία κατάρτισης εποχικά προσαρμοσμένων αλυσωτών μετρήσεων όγκου

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13

ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟΙ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑ

ΜΟΝΑΔΕΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟΙ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ

Θεσμικές μονάδες

Τοπικές μονάδες οικονομικής δραστηριότητας και περιφερειακές παραγωγικές δραστηριότητες κατά κλάδο

ΜΕΘΟΔΟΙ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΟΠΟΙΗΣΗΣ

ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΤΙΚΑ ΜΕΓΕΘΗ ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ

Ακαθάριστη προστιθέμενη αξία και ακαθάριστο εγχώριο προϊόν κατά περιφέρεια

Η κατανομή των υπηρεσιών χρηματοοικονομικής διαμεσολάβησης που μετρώνται έμμεσα σε κλάδους χρήστες

Απασχόληση

Εισόδημα εξαρτημένης εργασίας

Μετάβαση από την περιφερειακή ακαθάριστη προστιθέμενη αξία (ΑΠΑ) στο περιφερειακό ΑΕγχΠ

Ρυθμοί μεταβολής του όγκου της περιφερειακής ΑΠΑ

ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟΙ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ ΝΟΙΚΟΚΥΡΙΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14

ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ ΠΟΥ ΜΕΤΡΩΝΤΑΙ ΕΜΜΕΣΑ (ΥΧΔΜΕ)

Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΩΝ ΥΧΔΜΕ ΚΑΙ Ο ΑΝΤΙΚΤΥΠΟΣ ΤΗΣ ΚΑΤΑΝΟΜΗΣ ΤΟΥΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΜΕΩΝ-ΧΡΗΣΤΩΝ ΣΤΑ ΚΥΡΙΑ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΤΙΚΑ ΜΕΓΕΘΗ

ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΥΧΔΜΕ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΤΟΜΕΙΣ S.122 ΚΑΙ S.125

Απαιτούμενα στατιστικά δεδομένα

Επιτόκια αναφοράς

Εσωτερικό επιτόκιο αναφοράς

Εξωτερικά ποσοστά αναφοράς

Λεπτομερής υπολογισμός των ΥΧΔΜΕ κατά θεσμικό τομέα

Διάκριση μεταξύ ενδιάμεσης ανάλωσης και τελικής κατανάλωσης των ΥΧΔΜΕ που απευθύνονται σε νοικοκυριά

ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΕΙΣΑΓΩΓΩΝ ΥΧΔΜΕ

ΥΧΔΜΕ ΑΠΟ ΠΛΕΥΡΑ ΟΓΚΟΥ

ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΥΧΔΜΕ ΑΝΑ ΚΛΑΔΟ

Η ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 15

ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ, ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΔΕΙΕΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΜΕΤΑΞΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗΣ ΜΙΣΘΩΣΗΣ, ΜΙΣΘΩΣΗΣ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΠΟΡΩΝ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΗΣ ΜΙΣΘΩΣΗΣ

Λειτουργικές μισθώσεις

Χρηματοοικονομικές μισθώσεις

Μίσθωση εκμετάλλευσης πόρων

Άδειες χρήσης φυσικών πόρων

Άδειες άσκησης ειδικών δραστηριοτήτων

Συμπράξεις δημόσιου-ιδιωτικού τομέα

Συμβάσεις παραχώρησης υπηρεσιών

Εμπορεύσιμες λειτουργικές μισθώσεις (AN.221)

Αποκλειστικά δικαιώματα σε μελλοντικά αγαθά και υπηρεσίες (AN.224)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 16

ΑΣΦΑΛΙΣΕΙΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Πρωτασφάλιση

Αντασφάλιση

Οι δραστηριοποιούμενες μονάδες

ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΠΡΩΤΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

Δεδουλευμένα ασφάλιστρα

Συμπληρωματικά ασφάλιστρα

Προσαρμοσμένες θεμελιωθείσες απαιτήσεις και οφειλόμενες παροχές

Προσαρμοσμένες θεμελιωθείσες απαιτήσεις από ασφαλίσεις κατά ζημιών

Οφειλόμενες παροχές ασφαλίσεων ζωής

Τεχνικά ασφαλιστικά αποθεματικά

Προσδιορισμός της ασφαλιστικής παραγωγής

Ασφάλιση κατά ζημιών

Ασφάλιση ζωής

Αντασφάλιση

ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ ΠΟΥ ΣΥΝΔΕΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΙΣ ΑΣΦΑΛΙΣΕΙΣ ΚΑΤΑ ΖΗΜΙΩΝ

Κατανομή της ασφαλιστικής παραγωγής μεταξύ των χρηστών

Ασφαλιστικές υπηρεσίες που παρέχονται προς και από την αλλοδαπή

Οι λογιστικές εγγραφές

ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΩΗΣ

ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ ΠΟΥ ΣΥΝΔΕΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΗ

ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ ΠΟΥ ΣΥΝΔΕΟΝΤΑΙ ΜΕ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΥΣ ΦΟΡΕΙΣ

ΠΡΟΣΟΔΟΙ

ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΙΣ ΚΑΤΑ ΖΗΜΙΩΝ

Αντιμετώπιση προσαρμοσμένων απαιτήσεων

Αντιμετώπιση ζημιών από μεγάλες καταστροφές

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 17

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΩΝ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Συστήματα κοινωνικής ασφάλισης, κοινωνική πρόνοια και ατομικά ασφαλιστήρια συμβόλαια

Κοινωνικές παροχές

Κοινωνικές παροχές της γενικής κυβέρνησης

Κοινωνικές παροχές που παρέχονται από άλλες θεσμικές μονάδες

Συντάξεις και άλλες μορφές παροχών

ΠΑΡΟΧΕΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΚΤΟΣ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΩΝ

Μη συνταξιοδοτικά δημόσια συστήματα κοινωνικής ασφάλισης

Άλλα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης που συνδέονται με την απασχόληση

Καταγραφή των αποθεματικών και των ροών ανά είδος μη συνταξιοδοτικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης

Δημόσια συστήματα κοινωνικής ασφάλισης

Άλλα μη συνταξιοδοτικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης που συνδέονται με την απασχόληση

ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ

Είδη συνταξιοδοτικών συστημάτων

Συνταξιοδοτικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης

Άλλα συνταξιοδοτικά συστήματα που συνδέονται με την απασχόληση

Συστήματα καθορισμένων εισφορών

Συστήματα καθορισμένων παροχών

Πλασματικά συστήματα καθορισμένων εισφορών και υβριδικά συστήματα

Συστήματα καθορισμένων παροχών σε σύγκριση με συστήματα καθορισμένων εισφορών

Διαχειριστής συνταξιοδοτικού συστήματος, διευθυντής συνταξιοδοτικού συστήματος, συνταξιοδοτικά ταμεία και συνταξιοδοτικό σύστημα πολλαπλών εργοδοτών

Καταγραφή των αποθεματικών και των ροών ανά είδος συνταξιοδοτικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης

Συναλλαγές συνταξιοδοτικών συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης

Συναλλαγές άλλων συνταξιοδοτικών συστημάτων που συνδέονται με την απασχόληση

Συναλλαγές συνταξιοδοτικών συστημάτων καθορισμένων εισφορών

Άλλες ροές που σχετίζονται με τα συνταξιοδοτικά συστήματα καθορισμένων εισφορών

Συναλλαγές συνταξιοδοτικών συστημάτων καθορισμένων παροχών

ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ ΓΙΑ ΚΕΚΤΗΜΕΝΑ ΣΕ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

Σχεδιασμός του συμπληρωματικού πίνακα

Οι στήλες του πίνακα

Οι σειρές του πίνακα

Ισολογισμοί ανοίγματος και κλεισίματος

Μεταβολές συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων λόγω συναλλαγών

Μεταβολές στα συνταξιοδοτικά δικαιώματα λόγω άλλων οικονομικών ροών

Σχετικοί δείκτες

Αναλογιστικές παραδοχές

Δικαιώματα που έχουν ήδη θεμελιωθεί σε μια συγκεκριμένη ημερομηνία

Προεξοφλητικό επιτόκιο

Αύξηση μισθών

Δημογραφικές παραδοχές

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 18

ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ ΤΗΣ ΑΛΛΟΔΑΠΗΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑ

Μόνιμη κατοικία

ΘΕΣΜΙΚΕΣ ΜΟΝΑΔΕΣ

ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ, ΩΣ ΟΡΟΣ ΠΟΥ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΕΙΤΑΙ ΣΤΟΥΣ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥΣ ΤΟΥ ΙΣΟΖΥΓΙΟΥ ΠΛΗΡΩΜΩΝ

ΠΛΑΣΜΑΤΙΚΕΣ ΜΟΝΑΔΕΣ ΜΟΝΙΜΟΙ ΚΑΤΟΙΚΟΙ

ΠΟΛΥΕΔΑΦΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΗ ΚΑΤΑΝΟΜΗ

ΟΙ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ ΤΟΥ ΙΣΟΖΥΓΙΟΥ ΠΛΗΡΩΜΩΝ

ΕΞΙΣΩΤΙΚΑ ΜΕΓΕΘΗ ΣΤΟΥΣ ΤΡΕΧΟΝΤΕΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥΣ ΤΩΝ ΔΙΕΘΝΩΝ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ

ΟΙ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ ΤΟΥ ΤΟΜΕΑ «ΑΛΛΟΔΑΠΗ» ΚΑΙ Η ΣΧΕΣΗ ΤΟΥΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥΣ ΤΟΥ ΙΣΟΖΥΓΙΟΥ ΠΛΗΡΩΜΩΝ

Εξωτερικός λογαριασμός αγαθών και υπηρεσιών

Αποτίμηση

Αγαθά για μεταποίηση

Διαμεσολαβητικό εμπόριο

Αγαθά που αποτελούν αντικείμενο διαμεσολαβητικού εμπορίου

Εισαγωγές και εξαγωγές ΥΧΔΜΕ

Ο εξωτερικός λογαριασμός πρωτογενούς και δευτερογενούς εισοδήματος

Ο λογαριασμός πρωτογενούς εισοδήματος

Εισόδημα από άμεσες επενδύσεις

Ο λογαριασμός δευτερογενούς εισοδήματος (τρέχουσες μεταβιβάσεις) στο BP 6

Ο εξωτερικός λογαριασμός κεφαλαίου

Εξωτερικός χρηματοοικονομικός λογαριασμός και διεθνής επενδυτική θέση (ΔΕΘ)

ΙΣΟΛΟΓΙΣΜΟΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΤΟΜΕΑ «ΑΛΛΟΔΑΠΗ»

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 19

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΙ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΘΝΙΚΟΥΣ ΣΤΟΥΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥΣ

Μετατροπή στοιχείων που εκφράζονται σε διάφορα νομίσματα

Ευρωπαϊκά όργανα

Ο λογαριασμός της αλλοδαπής

Ισοσκέλιση των συναλλαγών

Μεγέθη τιμών και όγκου

Ισολογισμοί

Πίνακες «Από ποιον σε ποιον»

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ —

ΟΙ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ

Πόροι

Χρήσεις

Ενοποίηση

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 20

ΟΙ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΤΟΜΕΑ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

Προσδιορισμός των μονάδων της γενικής κυβέρνησης

Μονάδες της γενικής κυβέρνησης

ΜΚΙ που κατατάσσονται στον τομέα της γενικής κυβέρνησης

Άλλες μονάδες της γενικής κυβέρνησης

Δημόσιος έλεγχος

Οριοθέτηση του εμπορικού/μη εμπορικού χαρακτήρα

Έννοια των οικονομικά σημαντικών τιμών

Τα κριτήρια του αγοραστή της παραγωγής ενός δημόσιου παραγωγού

Η παραγωγή πωλείται πρωταρχικά σε εταιρείες και νοικοκυριά

Η παραγωγή πωλείται μόνο σε φορείς της κεντρικής κυβέρνησης

Η παραγωγή πωλείται σε φορείς της κεντρικής κυβέρνησης και σε άλλους

Η δοκιμασία «εμπορικού/μη εμπορικού χαρακτήρα»

Η χρηματοοικονομική διαμεσολάβηση και τα όρια του τομέα της γενικής κυβέρνησης

Οριακές περιπτώσεις

Δημόσια κεντρικά γραφεία

Συνταξιοδοτικά ταμεία

Οιονεί εταιρείες

Οργανισμοί αναδιάρθρωσης

Οργανισμοί ιδιωτικοποίησης

Οργανισμοί απορρόφησης απαξιωμένων περιουσιακών στοιχείων

Οντότητες ειδικού σκοπού

Κοινές επιχειρήσεις

Οργανισμοί ρύθμισης της αγοράς

Υπερεθνικές αρχές

Οι υποτομείς του τομέα της γενικής κυβέρνησης

Κεντρική κυβέρνηση

Κυβέρνηση ομόσπονδου κράτους

Τοπική αυτοδιοίκηση

Οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης

ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

Πλαίσιο

Έσοδα

Φόροι και κοινωνικές εισφορές

Πωλήσεις

Λοιπά έσοδα

Δαπάνες

Εισόδημα εξαρτημένης εργασίας και ενδιάμεση ανάλωση

Δαπάνη κοινωνικών παροχών

Τόκοι

Λοιπές τρέχουσες δαπάνες

Κεφαλαιουχικές δαπάνες

Διασύνδεση με την τελική καταναλωτική δαπάνη του τομέα της γενικής κυβέρνησης (P.3)

Δαπάνες της γενικής κυβέρνησης ανά λειτουργία (COFOG)

Εξισωτικά μεγέθη

Η καθαρή ικανότητα χρηματοδότησης / καθαρή ανάγκη χρηματοδότησης (B.9)

Μεταβολές της καθαρής θέσης λόγω αποταμίευσης και κεφαλαιακών μεταβιβάσεων (B.101)

Χρηματοδότηση

Συναλλαγές επί περιουσιακών στοιχείων

Συναλλαγές επί υποχρεώσεων

Άλλες οικονομικές ροές

Λογαριασμός αναπροσαρμογής

Λογαριασμός λοιπών μεταβολών του όγκου των περιουσιακών στοιχείων

Ισολογισμοί

Ενοποίηση

ΛΟΓΙΣΤΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΓΕΝΙΚΗ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ

Φορολογικά έσοδα

Χαρακτήρας των φορολογικών εσόδων

Εκπτώσεις φόρου

Ποσά προς καταγραφή

Μη εισπράξιμα ποσά

Χρόνος καταγραφής

Καταγραφή σε δεδουλευμένη βάση

Καταγραφή των φόρων σε δεδουλευμένη βάση

Τόκοι

Ομόλογα υπό το άρτιο και ομόλογα χωρίς τοκομερίδιο

Αξιόγραφα συνδεδεμένα με δείκτη (δεικτοποιημένα)

Χρηματοοικονομικά παράγωγα

Δικαστικές αποφάσεις

Στρατιωτικές δαπάνες

Σχέσεις της γενικής κυβέρνησης με τις δημόσιες επιχειρήσεις

Μετοχικές επενδύσεις σε δημόσιες επιχειρήσεις και διανομή των κερδών τους

Μετοχική επένδυση

Εισφορές κεφαλαίου

Επιδοτήσεις και εισφορές κεφαλαίου

Κανόνες που ισχύουν σε ειδικές περιπτώσεις

Δημοσιονομικές πράξεις

Διανομές δημόσιων επιχειρήσεων

Μερίσματα και ανάληψη κεφαλαίου

Φόροι και ανάληψη μετοχικού κεφαλαίου

Ιδιωτικοποίηση και κρατικοποίηση

Ιδιωτικοποίηση

Έμμεσες ιδιωτικοποιήσεις

Κρατικοποίηση

Συναλλαγές με την κεντρική τράπεζα

Αναδιαρθρώσεις, συγχωνεύσεις και αναταξινομήσεις

Πράξεις σχετικές με το χρέος

Αναδοχή χρέους, ακύρωση χρέους και διαγραφή χρέους

Αναδοχή και ακύρωση χρέους

Αναδοχή χρέους συνεπαγόμενη μεταβίβαση μη χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων

Διαγραφή ή μείωση χρέους

Άλλες μορφές αναδιάρθρωσης χρέους

Εξαγορά χρέους υπεράνω της αγοραίας αξίας του

Διασώσεις εταιρειών

Εγγυήσεις χρέους (δανειακές εγγυήσεις)

Εγγυήσεις τύπου παραγώγων

Τυποποιημένες εγγυήσεις

Μεμονωμένες εγγυήσεις

Τιτλοποίηση

Ορισμός

Κριτήρια για την αναγνώριση πώλησης

Καταγραφή ροών

Άλλα ζητήματα

Συνταξιοδοτικές υποχρεώσεις

Πληρωμές ποσών κατ’ αποκοπήν

Συμπράξεις δημόσιου-ιδιωτικού τομέα (ΣΔΙΤ)

Πεδίο εφαρμογής των ΣΔΙΤ

Οικονομική κυριότητα και απόδοση του περιουσιακού στοιχείου

Λογιστικά ζητήματα

Συναλλαγές με διεθνείς και υπερεθνικούς οργανισμούς

Αναπτυξιακή βοήθεια

Ο ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

Έλεγχος από τον δημόσιο τομέα

Κεντρικές τράπεζες

Δημόσιες οιονεί εταιρείες

Οντότητες ειδικού σκοπού και μη μόνιμοι κάτοικοι

Κοινές επιχειρήσεις

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 21

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ ΜΕΤΑΞΥ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΩΝ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΡΗΣΗ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΙΚΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ

ΟΡΙΣΜΕΝΟΙ ΕΙΔΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΙ ΤΗΣ ΛΟΓΙΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ

Χρόνος καταγραφής

Λογιστική διπλογραφίας και τετραπλογραφίας

Αποτίμηση

Λογαριασμός αποτελεσμάτων και ισολογισμός

ΕΘΝΙΚΟΙ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ ΚΑΙ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ: ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ

Η ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΣΤΟΥΣ ΕΘΝΙΚΟΥΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥΣ: ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΩΝ ΜΗ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ

Εννοιολογικές προσαρμογές

Προσαρμογές για την επίτευξη συνοχής με τους λογαριασμούς άλλων τομέων

Παραδείγματα προσαρμογών για λόγους πληρότητας

ΕΙΔΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ

Κέρδη/ζημίες κτήσης

Παγκοσμιοποίηση

Συγχωνεύσεις και εξαγορές

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 22

ΔΟΡΥΦΟΡΙΚΟΙ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Λειτουργικές ταξινομήσεις

ΚΥΡΙΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΩΝ ΔΟΡΥΦΟΡΙΚΩΝ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ

Λειτουργικοί δορυφορικοί λογαριασμοί

Ειδικοί τομεακοί λογαριασμοί

Ένταξη μη νομισματικών στοιχείων

Πρόσθετες λεπτομέρειες και συμπληρωματικές έννοιες

Διαφορετικές βασικές έννοιες

Χρήση μοντέλων και ένταξη πειραματικών αποτελεσμάτων

Σχεδιασμός και κατάρτιση δορυφορικών λογαριασμών

ΕΝΝΕΑ ΕΙΔΙΚΟΙ ΔΟΡΥΦΟΡΙΚΟΙ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ

Γεωργικοί λογαριασμοί

Περιβαλλοντικοί λογαριασμοί

Λογαριασμοί του τομέα της υγείας

Λογαριασμοί παραγωγής νοικοκυριών

Λογαριασμοί εργασίας και ΜΚΛ

Λογαριασμοί παραγωγικότητας και ανάπτυξης

Λογαριασμοί έρευνας και ανάπτυξης

Λογαριασμοί κοινωνικής προστασίας

Δορυφορικοί λογαριασμοί τουρισμού

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 23

ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΕΙΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΘΕΣΜΙΚΩΝ ΤΟΜΕΩΝ (S)

ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ ΚΑΙ ΛΟΙΠΩΝ ΡΟΩΝ

Συναλλαγές προϊόντων (Ρ)

Συναλλαγές μη παραχθέντων μη χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων (Κωδικοί NP)

Διανεμητικές συναλλαγές (D)

Τρέχουσες μεταβιβάσεις σε χρήμα και είδος (D.5-D.8)

Συναλλαγές χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων (F)

Άλλες μεταβολές περιουσιακών στοιχείων (K)

ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΕΞΙΣΩΤΙΚΩΝ ΜΕΓΕΘΩΝ ΚΑΙ ΚΑΘΑΡΗΣ ΘΕΣΗΣ (B)

ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΤΩΝ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΩΝ ΤΟΥ ΙΣΟΛΟΓΙΣΜΟΥ (L)

ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ (A)

Μη χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία (ΑΝ)

Χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία (AF)

ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ

Μη εξυπηρετούμενα δάνεια

Υπηρεσίες κεφαλαίου

Πίνακας για τις συντάξεις

Διαρκή καταναλωτικά αγαθά

Ξένες άμεσες επενδύσεις

Εξαρτώμενες θέσεις

Μετρητά και καταθέσεις

Ταξινόμηση των χρεογράφων με βάση την ημερομηνία λήξης τους

Εισηγμένα και μη εισηγμένα χρεόγραφα

Μακροπρόθεσμα δάνεια που λήγουν σε διάστημα μικρότερο του ενός έτους και μακροπρόθεσμα δάνεια που εξασφαλίζονται με υποθήκη

Μετοχές εισηγμένων και μη εισηγμένων εταιρειών επενδύσεων χαρτοφυλακίου

Καθυστερούμενοι τόκοι και καθυστερούμενες αποπληρωμές

Προσωπικά και συνολικά εμβάσματα

ΟΜΑΔΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΚΛΑΔΩΝ (A) ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ (P)

ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΤΩΝ ΚΡΑΤΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΩΝ (COFOG)

ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΤΗΣ ΑΤΟΜΙΚΗΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗΣ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟΝ ΣΚΟΠΟ (COICOP)

ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΤΩΝ ΔΑΠΑΝΩΝ ΚΑΤΑ ΣΚΟΠΟ ΤΩΝ ΜΗ ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΠΟΥ ΕΞΥΠΗΡΕΤΟΥΝ ΝΟΙΚΟΚΥΡΙΑ (COPNI)

ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΤΩΝ ΔΑΠΑΝΩΝ ΤΩΝ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟΝ ΣΚΟΠΟ (COPP)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 24

ΟΙ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ

Πίνακας 24.1

Λογαριασμός 0: Λογαριασμός αγαθών και υπηρεσιών

Πίνακας 24.2

Πλήρης ακολουθία λογαριασμών για το σύνολο της οικονομίας

Πίνακας 24.3

Πλήρης ακολουθία λογαριασμών για μη χρηματοοικονομικές εταιρείες

Πίνακας 24.4

Πλήρης ακολουθία λογαριασμών για χρηματοοικονομικές εταιρείες

Πίνακας 24.5

Πλήρης ακολουθία λογαριασμών για τη γενική κυβέρνηση

Πίνακας 24.6

Πλήρης ακολουθία λογαριασμών για τα νοικοκυριά

Πίνακας 24.7

Πλήρης ακολουθία λογαριασμών για μη κερδοσκοπικά ιδρύματα που εξυπηρετούν νοικοκυριά




ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

ΓΕΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ

ΓΕΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

1.01 Το ευρωπαϊκό σύστημα εθνικών και περιφερειακών λογαριασμών (εφεξής «το ΕΣΛ 2010» ή «το ΕΣΛ») είναι ένα διεθνώς συμβατό λογιστικό πλαίσιο για τη συστηματική και λεπτομερή περιγραφή μιας συνολικής οικονομίας (δηλ. περιφέρειας, χώρας ή ομάδας χωρών), των συνιστωσών της και των σχέσεών της με άλλες συνολικές οικονομίες.

1.02 Το προγενέστερο του ΕΣΛ 2010, το ευρωπαϊκό σύστημα εθνικών και περιφερειακών λογαριασμών (το ΕΣΟΛ 95) δημοσιεύτηκε το 1996 ( 16 ). Η μεθοδολογία του ΕΣΛ 2010 όπως περιγράφεται στο παρόν Παράρτημα έχει την ίδια διάρθρωση με το ΕΣΟΛ 95 όσον αφορά τα πρώτα δεκατρία κεφάλαια, αλλά, στη συνέχεια, έχει ένδεκα νέα κεφάλαια που εξετάζουν πτυχές της συστήματος οι οποίες αντικατοπτρίζουν τις εξελίξεις στη μέτρηση των σύγχρονων οικονομιών ή στη χρήση του ΕΣΟΛ 95 στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ).

1.03 Το παρόν εγχειρίδιο διαρθρώνεται ως εξής: Το κεφάλαιο 1 καλύπτει τα βασικά χαρακτηριστικά του συστήματος από πλευράς όρων και εννοιών, καθορίζει τις αρχές του ΕΣΛ και περιγράφει τις θεμελιώδεις στατιστικές μονάδες και τις ομαδοποιήσεις τους. Δίνει μια γενική εικόνα της ακολουθίας λογαριασμών και περιγράφει συνοπτικά τα βασικά συγκεντρωτικά μεγέθη και τον ρόλο των πινάκων προσφοράς και χρήσεων και του πλαισίου εισροών–εκροών. Το κεφάλαιο 2 περιγράφει τις θεσμικές μονάδες που χρησιμοποιούνται στη μέτρηση της οικονομίας και τον τρόπο με τον οποίο οι εν λόγω μονάδες ταξινομούνται σε τομείς και σε άλλες ομάδες, έτσι ώστε να μπορούν να γίνονται αναλύσεις. Το κεφάλαιο 3 περιγράφει όλες τις συναλλαγές που αφορούν τα προϊόντα (αγαθά και υπηρεσίες), καθώς και τα μη παραχθέντα περιουσιακά στοιχεία, στο σύστημα. Το κεφάλαιο 4 περιγράφει όλες τις οικονομικές συναλλαγές οι οποίες διανέμουν και αναδιανέμουν το εισόδημα και τον πλούτο στην οικονομία. Το κεφάλαιο 5 περιγράφει τις χρηματοοικονομικές συναλλαγές που γίνονται στην οικονομία. Το κεφάλαιο 6 περιγράφει τις μεταβολές που μπορεί να επέλθουν στην αξία των περιουσιακών στοιχείων μέσω μη οικονομικών γεγονότων ή λόγω μεταβολών των τιμών. Το κεφάλαιο 7 περιγράφει τους ισολογισμούς και το σύστημα ταξινόμησης των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων. Το κεφάλαιο 8 περιγράφει την ακολουθία των λογαριασμών και τα εξισωτικά μεγέθη κάθε λογαριασμού. Το κεφάλαιο 9 περιγράφει τους πίνακες προσφοράς και χρήσεων και τον ρόλο τους στον συνδυασμό των μεγεθών του εισοδήματος, της παραγωγής και των δαπανών στην οικονομία. Επίσης περιγράφει τους πίνακες εισροών–εκροών που μπορούν να προκύψουν από τους πίνακες προσφοράς και χρήσεων. Το κεφάλαιο 10 περιγράφει την εννοιολογική βάση για τα μεγέθη τιμών και όγκου που σχετίζονται με τις ονομαστικές αξίες που βρίσκονται στους λογαριασμούς. Το κεφάλαιο 11 περιγράφει τα μεγέθη του πληθυσμού και της αγοράς εργασίας τα οποία μπορούν να χρησιμοποιούνται με τα μεγέθη των εθνικών λογαριασμών στην οικονομική ανάλυση. Το κεφάλαιο 12 περιγράφει εν συντομία τους τριμηνιαίους εθνικούς λογαριασμούς και εξηγεί τη διαφορά έμφασης των εν λόγω λογαριασμών σε σχέση με τους ετήσιους λογαριασμούς.

1.04 Το κεφάλαιο 13 περιγράφει τους σκοπούς, τις έννοιες και τα ζητήματα κατάρτισης ενός συνόλου περιφερειακών λογαριασμών. Το κεφάλαιο 14 καλύπτει τη μέτρηση των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών που παρέχονται από ενδιάμεσους χρηματοοικονομικούς οργανισμούς και χρηματοδοτούνται μέσω της καθαρής είσπραξης τόκων· το εν λόγω κεφάλαιο αποτελεί καρπό πολυετών προσπαθειών έρευνας και ανάπτυξης που κατέβαλαν τα κράτη μέλη προκειμένου να διαθέτουν ένα μέγεθος μέτρησης το οποίο να είναι σταθερό και εναρμονισμένο σε όλα τα κράτη μέλη. Το κεφάλαιο 15 σχετικά με τις συμβάσεις, τις μισθώσεις και τις άδειες είναι απαραίτητο για την περιγραφή ενός τομέα με αυξανόμενη σημασία στους εθνικούς λογαριασμούς. Τα κεφάλαια 16 και 17 σχετικά με τις ασφαλίσεις, την κοινωνική ασφάλιση και τις συντάξεις περιγράφουν τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι εν λόγω ρυθμίσεις στους εθνικούς λογαριασμούς, καθώς τα ζητήματα αναδιανομής παρουσιάζουν όλο και μεγαλύτερο ενδιαφέρον λόγω της πληθυσμιακής γήρανσης. Το κεφάλαιο 18 καλύπτει τους λογαριασμούς της αλλοδαπής, που είναι το ισοδύναμο, στους εθνικούς λογαριασμούς, των λογαριασμών του συστήματος μέτρησης του ισοζυγίου πληρωμών. Το κεφάλαιο 19 σχετικά με τους ευρωπαϊκούς λογαριασμούς είναι επίσης νέο και καλύπτει πτυχές των εθνικών λογαριασμών στις οποίες οι ευρωπαϊκές θεσμικές και εμπορικές ρυθμίσεις δημιουργούν ζητήματα που απαιτούν εναρμονισμένη προσέγγιση. Το κεφάλαιο 20 περιγράφει τους λογαριασμούς της γενικής κυβέρνησης, ενός τομέα ιδιαίτερου ενδιαφέροντος, καθώς τα ζητήματα δημοσιονομικής σύνεσης εκ μέρους των κρατών μελών εξακολουθούν να έχουν ουσιαστική σημασία για την εφαρμογή της οικονομικής πολιτικής στην ΕΕ. Το κεφάλαιο 21 περιγράφει τη σχέση μεταξύ επιχειρηματικών και εθνικών λογαριασμών· πρόκειται για τομέα αυξανόμενου ενδιαφέροντος, αφού οι πολυεθνικές εταιρείες αντιπροσωπεύουν ένα συνεχώς αυξανόμενο μερίδιο του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕγχΠ) όλων των χωρών. Το κεφάλαιο 22 περιγράφει τη σχέση των δορυφορικών λογαριασμών με τους κύριους εθνικούς λογαριασμούς. Τα κεφάλαια 23 και 24 εξυπηρετούν σκοπούς αναφοράς· το κεφάλαιο 23 παραθέτει τις ταξινομήσεις που χρησιμοποιούνται για τους τομείς, τις δραστηριότητες και τα προϊόντα στο ΕΣΛ 2010, ενώ το κεφάλαιο 24 παραθέτει την πλήρη ακολουθία λογαριασμών για κάθε τομέα.

1.05 Η διάρθρωση του ΕΣΛ 2010 είναι συμβατή με τις παγκόσμιες κατευθυντήριες γραμμές για τους εθνικούς λογαριασμούς που περιγράφονται στο System of National Accounts (Σύστημα εθνικών λογαριασμών) 2008 (SNA 2008), εκτός από συγκεκριμένες διαφορές στην παρουσίαση και τον υψηλότερο βαθμό ακρίβειας σε ορισμένες έννοιες του ΕΣΛ 2010 οι οποίες χρησιμοποιούνται για ειδικούς σκοπούς της ΕΕ Οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές καταρτίστηκαν από κοινού από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ), το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), τη Στατιστική Υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Eurostat), τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) και τη Διεθνή Τράπεζα. Το ΕΣΛ 2010 επικεντρώνεται στις συνθήκες και τις ανάγκες δεδομένων της ΕΕ. Όπως το SNA 2008, το ΕΣΛ 2010 είναι εναρμονισμένο με τις έννοιες και τις ταξινομήσεις που χρησιμοποιούνται σε πολλές άλλες κοινωνικές και οικονομικές στατιστικές (για παράδειγμα, στατιστικές για την απασχόληση, στατιστικές για τη βιομηχανική παραγωγή και στατιστικές για το εξωτερικό εμπόριο). Συνεπώς, το ΕΣΛ 2010 χρησιμεύει ως το κεντρικό πλαίσιο αναφοράς για τις κοινωνικές και οικονομικές στατιστικές της ΕΕ και των κρατών μελών της.

1.06 Το πλαίσιο του ΕΣΛ αποτελείται από δύο βασικά σύνολα πινάκων:

α) τους λογαριασμούς των θεσμικών τομέων·

β) το πλαίσιο εισροών–εκροών και τους λογαριασμούς κατά κλάδο οικονομικής δραστηριότητας.

1.07 Οι τομεακοί λογαριασμοί παρέχουν, κατά θεσμικό τομέα, μια συστηματική περιγραφή των διαφόρων σταδίων της οικονομικής διεργασίας: παραγωγή, δημιουργία εισοδήματος, διανομή εισοδήματος, αναδιανομή εισοδήματος, χρήση εισοδήματος και χρηματοοικονομική και μη χρηματοοικονομική συσσώρευση. Οι τομεακοί λογαριασμοί περιλαμβάνουν επίσης ισολογισμούς, οι οποίοι περιγράφουν τα αποθέματα περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων και την καθαρή θέση κατά την αρχή και το τέλος της λογιστικής περιόδου.

1.08 Το πλαίσιο εισροών–εκροών, μέσω των πινάκων προσφοράς και χρήσεων, περιγράφει με περισσότερη λεπτομέρεια την παραγωγική διεργασία (διάρθρωση κόστους, δημιουργούμενο εισόδημα και απασχόληση) και τις ροές αγαθών και υπηρεσιών (παραγωγή, εισαγωγές, εξαγωγές, τελική κατανάλωση, ενδιάμεση ανάλωση και σχηματισμό κεφαλαίου κατά ομάδα προϊόντων). Σε αυτό το πλαίσιο αντικατοπτρίζονται δύο σημαντικές λογιστικές ταυτότητες: ότι το άθροισμα των εσόδων που δημιουργούνται σε έναν κλάδο οικονομικής δραστηριότητας ισούται με την προστιθέμενη αξία που παράγεται από τον εν λόγω κλάδο· και, ότι για οποιοδήποτε προϊόν ή ομάδα προϊόντων η προσφορά είναι ίση με τη ζήτηση.

1.09 Το ΕΣΛ 2010 περιλαμβάνει έννοιες σχετικές με τον πληθυσμό και την απασχόληση. Τέτοιες έννοιες αφορούν τους τομεακούς λογαριασμούς, τους λογαριασμούς κατά κλάδο οικονομικής δραστηριότητας και το πλαίσιο προσφοράς και χρήσεων.

1.10 Το ΕΣΛ 2010 δεν περιορίζεται στους ετήσιους εθνικούς λογαριασμούς, αλλά εφαρμόζεται και για τους τριμηνιαίους λογαριασμούς καθώς και για τους λογαριασμούς που αναφέρονται σε μικρότερες ή μεγαλύτερες περιόδους. Εφαρμόζεται επίσης στους περιφερειακούς λογαριασμούς.

1.11 Το ΕΣΛ 2010 συνυπάρχει με το SNA 2008 λόγω των χρήσεων των μεγεθών των εθνικών λογαριασμών στην ΕΕ. Τα κράτη μέλη είναι υπεύθυνα για την κατάρτιση και την παρουσίαση των εθνικών λογαριασμών τους, έτσι ώστε να περιγράφεται η οικονομική κατάσταση των χωρών τους. Τα κράτη μέλη καταρτίζουν επίσης ένα σύνολο λογαριασμών οι οποίοι υποβάλλονται στην Επιτροπή (Eurostat) στο πλαίσιο ενός κανονιστικού προγράμματος διαβίβασης στοιχείων τα οποία χρησιμοποιούνται σε βασικούς τομείς της κοινωνικής, οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής της Ένωσης. Τα στοιχεία αυτά χρησιμοποιούνται, π.χ., για τον καθορισμό των χρηματικών συνεισφορών των κρατών μελών στον προϋπολογισμό της ΕΕ μέσω του «τέταρτου πόρου», για την ενίσχυση των περιφερειών της ΕΕ μέσω του προγράμματος για τα διαρθρωτικά ταμεία και για την παρακολούθηση των οικονομικών επιδόσεων των κρατών μελών στο πλαίσιο της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος και του συμφώνου σταθερότητας και ανάπτυξης.

1.12 Για να κατανέμονται οι εισφορές και οι παροχές σύμφωνα με μεγέθη που καταρτίζονται και παρουσιάζονται με αυστηρά συνεκτικό τρόπο, οι οικονομικές στατιστικές που χρησιμοποιούνται γι’ αυτούς τους σκοπούς πρέπει να καταρτίζονται σύμφωνα με τις ίδιες έννοιες και τους ίδιους κανόνες. Το ΕΣΛ 2010 είναι ένας κανονισμός ο οποίος καθορίζει τους κανόνες, τις συμβάσεις, τους ορισμούς και τις ταξινομήσεις που πρέπει να εφαρμόζονται από τα κράτη μέλη κατά την παραγωγή των εθνικών λογαριασμών που περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα διαβίβασης στοιχείων, όπως ορίζεται στο παράρτημα Β του παρόντος κανονισμού.

1.13 Λόγω των πολύ μεγάλων χρηματικών ποσών που διακυβεύονται στο σύστημα εισφορών και παροχών το οποίο διαχειρίζεται η ΕΕ, έχει πολύ μεγάλη σημασία το σύστημα μέτρησης να εφαρμόζεται με συνέπεια σε κάθε κράτος μέλος. Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό να υιοθετηθεί μια επιφυλακτική προσέγγιση για τις εκτιμήσεις που δεν μπορούν να παρατηρηθούν άμεσα στην αγορά, αποφεύγοντας τη χρήση διαδικασιών βασιζόμενων σε μοντέλα για την εκτίμηση των μεγεθών στους εθνικούς λογαριασμούς.

1.14 Οι έννοιες του ΕΣΛ 2010 είναι σε πολλές περιπτώσεις ειδικότερες και ακριβέστερες από τις έννοιες του SNA 2008, πράγμα που αποσκοπεί στη διασφάλιση της μεγαλύτερης δυνατής συνεκτικότητας μεταξύ των μεγεθών των κρατών μελών τα οποία προκύπτουν από τους εθνικούς λογαριασμούς. Η θεμελιώδης αυτή απαίτηση για αξιόπιστες και συνεκτικές εκτιμήσεις είχε ως αποτέλεσμα τον προσδιορισμό ενός βασικού συνόλου εθνικών λογαριασμών στην ΕΕ. Όταν το επίπεδο συνεκτικότητας των μετρήσεων μεταξύ των κρατών μελών είναι ανεπαρκές, οι εν λόγω εκτιμήσεις περιλαμβάνονται γενικά στους λεγόμενους «μη βασικούς λογαριασμούς», οι οποίοι καλύπτουν τους συμπληρωματικούς πίνακες και τους δορυφορικούς λογαριασμούς.

1.15 Παράδειγμα τομέα όπου θεωρήθηκε αναγκαίος ο επιφυλακτικός σχεδιασμός του ΕΣΛ 2010 αποτελεί ο τομέας των συνταξιοδοτικών υποχρεώσεων. Το επιχείρημα της μέτρησης των εν λόγω υποχρεώσεων με σκοπό την ενίσχυση των οικονομικών αναλύσεων είναι ισχυρό, αλλά η θεμελιώδης για την ΕΕ απαίτηση να παράγονται λογαριασμοί που να είναι συνεκτικοί τόσο διαχρονικά όσο και διαχωρικά επέβαλε την υιοθέτηση επιφυλακτικής προσέγγισης.

Παγκοσμιοποίηση

1.16 Η αυξανόμενη παγκοσμιοποίηση της οικονομίας ενίσχυσε τις διεθνείς εμπορικές συναλλαγές σε όλες τις μορφές τους και κατέστησε δυσχερέστερη για τις διάφορες χώρες την καταγραφή των εγχώριων οικονομικών τους δραστηριοτήτων στους εθνικούς λογαριασμούς τους. Η παγκοσμιοποίηση είναι η δυναμική και πολυδιάστατη διαδικασία με την οποία οι εθνικοί πόροι αποκτούν μεγαλύτερη διεθνή κινητικότητα, ενώ οι εθνικές οικονομίες αποκτούν όλο και μεγαλύτερη αλληλεξάρτηση. Το στοιχείο της παγκοσμιοποίησης που εν δυνάμει προκαλεί τα περισσότερα προβλήματα μετρήσεων για τους εθνικούς λογαριασμούς είναι το αυξανόμενο ποσοστό των διεθνών συναλλαγών που πραγματοποιούνται από πολυεθνικές εταιρείες, όπου οι διασυνοριακές συναλλαγές γίνονται μεταξύ μητρικών, θυγατρικών και συνδεδεμένων εταιρειών. Υπάρχουν, όμως, και άλλες προκλήσεις, μερικές από τις οποίες παρατίθενται στον παρακάτω λεπτομερέστερο κατάλογο:

(1) τιμολόγηση μεταβιβάσεων μεταξύ συνδεδεμένων εταιρειών (αποτίμηση εισαγωγών και εξαγωγών)·

(2) αύξηση των συμφωνιών υπεργολαβίας για τη μεταποίηση πρώτων υλών (tolling agreements), όπου πραγματοποιείται εμπορία αγαθών από χώρα σε χώρα χωρίς αλλαγή κυριότητας (αγαθά προς μεταποίηση), και αύξηση του διαμεσολαβητικού εμπορίου·

(3) διεθνές εμπόριο μέσω του διαδικτύου, τόσο για τις εταιρείες όσο και για τα νοικοκυριά·

(4) εμπορία και χρήση περιουσιακών στοιχείων πνευματικής ιδιοκτησίας σε ολόκληρο τον κόσμο·

(5) εργαζόμενοι στην αλλοδαπή που μεταβιβάζουν σημαντικά ποσά στην οικογένειά τους στην επικράτεια της χώρας καταγωγής τους (εμβάσματα εργαζομένων ως μέρος προσωπικών μεταφορών χρημάτων)·

(6) πολυεθνικές εταιρείες που ασκούν τις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες πέρα από τα εθνικά σύνορα, ώστε να μεγιστοποιήσουν την αποδοτικότητα της παραγωγής και να ελαχιστοποιήσουν τη συνολική φορολογική τους επιβάρυνση. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε τεχνητές εταιρικές δομές που ενδέχεται να μην αντικατοπτρίζουν την οικονομική πραγματικότητα·

(7) χρήση υπεράκτιων χρηματοοικονομικών φορέων (οντότητες ειδικού σκοπού και άλλες μορφές) για τη χρηματοδότηση παγκόσμιων δραστηριοτήτων·

(8) επανεξαγωγές αγαθών και, στην ΕΕ, μεταφορά αγαθών μεταξύ κρατών μελών μετά την είσοδό τους στην Ένωση (οιονεί μεταφορά)·

(9) αύξηση των ξένων άμεσων επενδύσεων και ανάγκη προσδιορισμού και κατανομής των ροών άμεσων επενδύσεων.

1.17 Όλες αυτές οι όλο και πιο συνηθισμένες πτυχές της παγκοσμιοποίησης καθιστούν την καταγραφή και την ακριβή μέτρηση των διασυνοριακών ροών μια όλο και μεγαλύτερη πρόκληση για τους εθνικούς στατιστικούς υπαλλήλους. Ακόμη και με ένα ολοκληρωμένο και αξιόπιστο σύστημα συλλογής και μέτρησης για τις καταχωρίσεις του τομέα της αλλοδαπής (και, συνεπώς, και για τους διεθνείς λογαριασμούς του ισοζυγίου πληρωμών), η παγκοσμιοποίηση θα αυξήσει την ανάγκη καταβολής πρόσθετων προσπαθειών, ώστε να διατηρηθεί η ποιότητα των εθνικών λογαριασμών για όλες τις οικονομίες και τις ομαδοποιήσεις οικονομιών.

ΧΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΣΛ 2010

Πλαίσιο για ανάλυση και πολιτική

1.18 Το πλαίσιο του ΕΣΛ μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την ανάλυση και αξιολόγηση των εξής:

α) Διάρθρωση μιας συνολικής οικονομίας. Παραδείγματα χρησιμοποιούμενων μεγεθών είναι τα ακόλουθα:

(1) προστιθέμενη αξία και απασχόληση κατά κλάδο οικονομικής δραστηριότητας·

(2) προστιθέμενη αξία και απασχόληση κατά περιφέρεια·

(3) διανεμόμενο εισόδημα κατά τομέα·

(4) εισαγωγές και εξαγωγές κατά ομάδα προϊόντων·

(5) τελική καταναλωτική δαπάνη κατά λειτουργική θέση και κατά ομάδα προϊόντων·

(6) σχηματισμός πάγιου κεφαλαίου και απόθεμα πάγιου κεφαλαίου κατά κλάδο οικονομικής δραστηριότητας·

(7) σύνθεση των αποθεμάτων και των ροών των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων κατά είδος στοιχείου και κατά τομέα.

β) Συγκεκριμένα τμήματα ή πτυχές μιας οικονομίας. Παραδείγματα αποτελούν τα ακόλουθα:

(1) τραπεζικό σύστημα και χρηματοοικονομικός τομέας στην εθνική οικονομία·

(2) ρόλος της γενικής κυβέρνησης και της χρηματοοικονομικής της θέσης·

(3) οικονομία μιας συγκεκριμένης περιφέρειας (σε σύγκριση με την οικονομία του συνόλου της χώρας)·

(4) αποταμίευση των νοικοκυριών και επίπεδα χρέους.

γ) Διαχρονική ανάπτυξη μιας οικονομίας. Παραδείγματα αποτελούν τα ακόλουθα:

(1) ανάλυση των ποσοστών αύξησης του ΑΕγχΠ·

(2) ανάλυση του πληθωρισμού·

(3) ανάλυση των εποχικών χαρακτηριστικών των δαπανών των νοικοκυριών με βάση τους τριμηνιαίους λογαριασμούς·

(4) ανάλυση της μεταβολής της σημασίας συγκεκριμένων χρηματοοικονομικών μέσων διαχρονικά, π.χ. αυξανόμενη σημασία των χρηματοοικονομικών παραγώγων·

(5) σύγκριση των βιομηχανικών δομών της εθνικής οικονομίας σε μακροχρόνια βάση.

δ) Συνολική οικονομία σε σχέση με άλλες οικονομίες. Παραδείγματα αποτελούν τα ακόλουθα:

(1) σύγκριση των ρόλων και του μεγέθους της γενικής κυβέρνησης στα κράτη μέλη της ΕΕ·

(2) ανάλυση των αλληλεξαρτήσεων μεταξύ των οικονομιών της ΕΕ·

(3) ανάλυση της σύνθεσης και του προορισμού των εξαγωγών της ΕΕ·

(4) σύγκριση των ποσοστών αύξησης του ΑΕγχΠ ή του κατά κεφαλήν διαθέσιμου εισοδήματος στην ΕΕ και σε άλλες ανεπτυγμένες οικονομίες.

1.19 Για την ΕΕ και τα κράτη μέλη της, τα στοιχεία που λαμβάνονται με βάση το πλαίσιο ΕΣΛ διαδραματίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση και παρακολούθηση της κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής τους.

Στα ακόλουθα παραδείγματα παρατίθενται χρήσεις του πλαισίου ΕΣΛ:

α) παρακολούθηση και καθοδήγηση της χάραξης μακροοικονομικών και νομισματικών πολιτικών στην ευρωζώνη, και καθορισμός κριτηρίων σύγκλισης για την οικονομική και νομισματική ένωση (ΟΝΕ) υπό τη μορφή στοιχείων των εθνικών λογαριασμών (π.χ. ποσοστά αύξησης του ΑΕγχΠ)·

β) καθορισμός κριτηρίων για τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος: μέτρηση του δημόσιου ελλείμματος και του δημόσιου χρέους·

γ) παροχή χρηματοοικονομικής στήριξης σε περιφέρειες της ΕΕ: για την κατανομή των χορηγούμενων κεφαλαίων στις περιφέρειες χρησιμοποιούνται στατιστικές των περιφερειακών λογαριασμών·

δ) καθορισμός των ιδίων πόρων του προϋπολογισμού της ΕΕ. Αυτοί εξαρτώνται από τα στοιχεία των εθνικών λογαριασμών με τρεις τρόπους:

(1) οι συνολικοί πόροι της ΕΕ καθορίζονται ως εκατοστιαίο ποσοστό του αθροίσματος των ακαθάριστων εθνικών εισοδημάτων (ΑΕΕ) των κρατών μελών·

(2) ο τρίτος ίδιος πόρος της ΕΕ είναι ο ίδιος πόρος ΦΠΑ. Οι συνεισφορές από τα κράτη μέλη για τον πόρο αυτόν καθορίζονται σε μεγάλο βαθμό από τα στοιχεία των εθνικών λογαριασμών, επειδή τα εν λόγω στοιχεία χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του μέσου ποσοστού ΦΠΑ·

(3) τα σχετικά μεγέθη της συνεισφοράς του κάθε κράτους μέλους για τον τέταρτο ίδιο πόρο της ΕΕ βασίζονται σε εκτιμήσεις του ακαθάριστου εθνικού εισοδήματός τους. Οι εν λόγω εκτιμήσεις αποτελούν τη βάση για την πλειονότητα των πληρωμών των κρατών μελών.

Χαρακτηριστικά των εννοιών του ΕΣΛ 2010

1.20 Για να εξασφαλιστεί ισορροπία μεταξύ των αναγκών για στοιχεία και των δυνατοτήτων συλλογής στοιχείων, οι έννοιες του ΕΣΛ 2010 έχουν διάφορα σημαντικά χαρακτηριστικά. Τα χαρακτηριστικά είναι ότι οι λογαριασμοί είναι:

α) διεθνώς συμβατοί·

β) εναρμονισμένοι με άλλα κοινωνικά και οικονομικά στατιστικά συστήματα·

γ) συνεπείς·

δ) λειτουργικοί, δηλ. μετρήσιμοι στην πράξη·

ε) διαφορετικοί από τις περισσότερες διοικητικές έννοιες·

στ) παγιωμένοι και σταθεροί για μεγάλη χρονική περίοδο·

ζ) εστιασμένοι στην περιγραφή της οικονομικής διεργασίας με νομισματικούς και εύκολα παρατηρήσιμους όρους·

η) εφαρμόσιμοι σε διάφορες καταστάσεις και για διάφορους σκοπούς.

1.21 Οι έννοιες του ΕΣΛ 2010 είναι διεθνώς συμβατές γιατί:

α) οι έννοιες του ΕΣΛ 2010 είναι συμβατές με τις έννοιες των παγκόσμιων κατευθυντήριων γραμμών για τους εθνικούς λογαριασμούς, δηλ. με τις έννοιες του SNA 2008·

β) για τα κράτη μέλη, το ΕΣΛ 2010 αποτελεί το πρότυπο για την υποβολή στοιχείων σχετικών με τους εθνικούς λογαριασμούς σε όλους τους διεθνείς οργανισμούς·

γ) η διεθνής συμβατότητα των εννοιών έχει ουσιαστική σημασία κατά τη σύγκριση στατιστικών διαφόρων χωρών.

1.22 Οι έννοιες του ΕΣΛ 2010 είναι εναρμονισμένες με τις έννοιες άλλων κοινωνικών και οικονομικών στατιστικών διότι το ΕΣΛ 2010 χρησιμοποιεί έννοιες και ταξινομήσεις (π.χ. Στατιστική ταξινόμηση των οικονομικών δραστηριοτήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση «NACE αναθ. 2» ( 17 )) οι οποίες χρησιμοποιούνται και για άλλες κοινωνικές και οικονομικές στατιστικές των κρατών μελών, π.χ. στις στατιστικές για τη βιομηχανική παραγωγή, στις στατιστικές για το εξωτερικό εμπόριο και στις στατιστικές για την απασχόληση· οι εννοιολογικές διαφορές είναι πλέον ελάχιστες. Επιπλέον, οι έννοιες και ταξινομήσεις του ΕΣΛ 2010 είναι εναρμονισμένες με τις αντίστοιχες του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών.

Η εναρμόνιση αυτή με τις κοινωνικές και οικονομικές στατιστικές βοηθά στη σύνδεση με τα εν λόγω στοιχεία και στη σύγκριση μ’ αυτά, έτσι ώστε να μπορεί να διασφαλιστεί η ποιότητα των στοιχείων των εθνικών λογαριασμών. Επιπλέον, οι πληροφορίες που περιέχονται στις συγκεκριμένες στατιστικές μπορούν να συσχετιστούν καλύτερα με τις γενικές στατιστικές σχετικά με την εθνική οικονομία.

1.23 Οι κοινές έννοιες που χρησιμοποιούνται σε όλο το πλαίσιο της εθνικής λογιστικής και στα άλλα συστήματα κοινωνικών και οικονομικών στατιστικών επιτρέπουν τη δημιουργία συνεκτικών μεγεθών. Έτσι, μπορούν π.χ. να υπολογιστούν τα ακόλουθα:

α) στοιχεία για την παραγωγικότητα, όπως η προστιθέμενη αξία ανά δεδουλευμένη ώρα (για τα στοιχεία αυτά απαιτείται συνέπεια μεταξύ των εννοιών της προστιθεμένης αξίας και των δεδουλευμένων ωρών)·

β) εθνικό διαθέσιμο εισόδημα κατά κεφαλήν (εδώ απαιτείται συνέπεια μεταξύ των εννοιών του εθνικού διαθέσιμου εισοδήματος και των μεγεθών πληθυσμού)·

γ) σχηματισμός πάγιου κεφαλαίου ως εκατοστιαίο ποσοστό του αποθέματος πάγιου κεφαλαίου (εδώ απαιτείται συνέπεια μεταξύ των ορισμών αυτών των ροών και αποθεμάτων)·

δ) δημόσιο έλλειμμα και δημόσιο χρέος ως εκατοστιαία ποσοστά του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (για τα στοιχεία αυτά απαιτείται συνέπεια μεταξύ των εννοιών του δημόσιου ελλείμματος, του δημόσιου χρέους και του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος).

Χάρη σ’ αυτή την εσωτερική συνέπεια των εννοιών μπορούν επίσης να γίνονται ορισμένες εκτιμήσεις βάσει υπολοίπων, π.χ. η αποταμίευση μπορεί να εκτιμάται ως η διαφορά μεταξύ του διαθέσιμου εισοδήματος και της τελικής καταναλωτικής δαπάνης.

1.24 Οι έννοιες που χρησιμοποιούνται στο ΕΣΛ 2010 εφαρμόζονται με τρόπο που διευκολύνει τη συλλογή των στοιχείων και τις μετρήσεις. Ο λειτουργικός χαρακτήρας εκφράζεται με πολλούς τρόπους στις οδηγίες κατάρτισης των λογαριασμών:

α) ορισμένες δραστηριότητες ή στοιχεία περιγράφονται μόνο όταν έχουν σημαντικό μέγεθος. Για παράδειγμα: η παραγωγή αγαθών από νοικοκυριά όπως η ύφανση ενδυμάτων και η κατασκευή κεραμικών δεν καταγράφονται ως παραγωγή, επειδή η εν λόγω παραγωγή είναι ασήμαντη για τις χώρες της ΕΕ.

β) ορισμένες έννοιες συνοδεύονται από οδηγίες σχετικά με τον τρόπο εκτίμησής τους. Για παράδειγμα, στον ορισμό της ανάλωσης πάγιου κεφαλαίου γίνεται αναφορά στη γραμμική απόσβεση. Για την εκτίμηση του αποθέματος πάγιου κεφαλαίου, πρέπει να εφαρμόζεται η μέθοδος διαρκούς απογραφής όταν δεν υπάρχουν άμεσες πληροφορίες σχετικά με το απόθεμα πάγιων περιουσιακών στοιχείων. Άλλο παράδειγμα είναι η αποτίμηση της παραγωγής για ίδιο λογαριασμό: καταρχήν, θα πρέπει να γίνεται σε βασικές τιμές, αλλά, αν χρειάζεται, ως προσέγγιση των βασικών τιμών μπορεί να χρησιμοποιηθεί το άθροισμα των διαφόρων στοιχείων του κόστους.

γ) έχουν υιοθετηθεί ορισμένες συμβάσεις. Για παράδειγμα, κατά σύμβαση, οι συλλογικές υπηρεσίες που παρέχονται από φορείς της γενικής κυβέρνησης ταξινομούνται όλες ως τελική καταναλωτική δαπάνη.

1.25 Ωστόσο, τα στοιχεία που χρειάζονται για τις στατιστικές σχετικά με τους εθνικούς λογαριασμούς ενδέχεται να μην μπορούν να συλλεγούν άμεσα, αφού οι έννοιες στις οποίες βασίζονται τα εν λόγω στοιχεία διαφέρουν συνήθως από τις έννοιες στις οποίες βασίζονται οι πηγές των διοικητικών στοιχείων. Χαρακτηριστικά παραδείγματα διοικητικών πηγών είναι οι επιχειρηματικοί λογαριασμοί, τα στοιχεία για διάφορα είδη φόρων (ΦΠΑ, ατομικός φόρος εισοδήματος, εισαγωγικοί δασμοί κ.λπ.), στοιχεία κοινωνικών ασφαλίσεων και στοιχεία από εποπτικά όργανα τραπεζών και ασφαλιστικών εταιρειών. Αυτά τα διοικητικά στοιχεία χρησιμεύουν συχνά ως εισροές για την κατάρτιση των εθνικών λογαριασμών. Γενικά, τα εν λόγω στοιχεία τροποποιούνται, ώστε να συμμορφωθούν με το ΕΣΛ.

Οι έννοιες του ΕΣΛ διαφέρουν συνήθως από τις αντίστοιχες διοικητικές έννοιες κατά τα εξής:

α) οι διοικητικές έννοιες διαφέρουν από χώρα σε χώρα. Κατά συνέπεια, με τη χρήση διοικητικών εννοιών δεν μπορεί να επιτευχθεί διεθνής συμβατότητα·

β) οι διοικητικές έννοιες μεταβάλλονται διαχρονικά. Κατά συνέπεια, με τη χρήση διοικητικών εννοιών δεν μπορεί να επιτευχθεί διαχρονική συγκρισιμότητα·

γ) οι έννοιες στις οποίες βασίζονται οι πηγές διοικητικών στοιχείων δεν είναι συνήθως συνεπείς μεταξύ των διαφόρων διοικητικών συστημάτων. Ωστόσο, η σύνδεση και η σύγκριση στοιχείων, που έχει ουσιαστική σημασία για την κατάρτιση των στοιχείων των εθνικών λογαριασμών, είναι δυνατή μόνο με ένα συνεπές σύνολο εννοιών·

δ) οι διοικητικές έννοιες δεν είναι γενικά οι βέλτιστες για την πραγματοποίηση οικονομικών αναλύσεων και για την αξιολόγηση της οικονομικής πολιτικής.

1.26 Εντούτοις, οι πηγές διοικητικών στοιχείων καλύπτουν πολύ ικανοποιητικά τις ανάγκες στοιχείων των εθνικών λογαριασμών και λοιπών στατιστικών, επειδή:

α) έννοιες και ταξινομήσεις που έχουν αρχικά δημιουργηθεί για στατιστικούς σκοπούς χρησιμοποιούνται και για διοικητικούς σκοπούς, π.χ. ταξινόμηση των δαπανών της γενικής κυβέρνησης κατά είδος·

β) οι πηγές διοικητικών στοιχείων μπορεί να λαμβάνουν ρητά υπόψη τις (ξεχωριστές) ανάγκες στοιχείων των στατιστικών· αυτό ισχύει, για παράδειγμα, στο σύστημα Intrastat για την παροχή πληροφοριών σχετικά με τις παραδόσεις αγαθών μεταξύ κρατών μελών.

1.27 Οι κύριες έννοιες του ΕΣΛ είναι παγιωμένες και σταθερές για μεγάλο χρονικό διάστημα, επειδή:

α) έχουν εγκριθεί ως διεθνές πρότυπο για πολλά χρόνια·

β) στις διαδοχικές διεθνείς κατευθυντήριες γραμμές για τους εθνικούς λογαριασμούς πολύ λίγες από τις βασικές έννοιες αλλάζουν.

Αυτή η εννοιολογική συνέχεια μειώνει την ανάγκη επανυπολογισμού των χρονολογικών σειρών. Επιπλέον, περιορίζει την έκθεση των εννοιών σε εθνικές και διεθνείς πολιτικές πιέσεις. Για τους λόγους αυτούς, τα στοιχεία των εθνικών λογαριασμών έχουν χρησιμεύσει ως αντικειμενική βάση δεδομένων για την οικονομική πολιτική και την οικονομική ανάλυση.

1.28 Οι έννοιες του ΕΣΛ 2010 είναι εστιασμένες στην περιγραφή της οικονομικής διεργασίας με νομισματικούς και εύκολα παρατηρήσιμους όρους. Τα αποθέματα και οι ροές που δεν είναι εύκολα παρατηρήσιμα σε νομισματικούς όρους ή που δεν έχουν σαφές νομισματικό αντίστοιχο δεν καταγράφονται στο ΕΣΛ.

Η αρχή αυτή δεν εφαρμόζεται αυστηρά, επειδή θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη οι απαιτήσεις για συνέπεια και οι ανάγκες των χρηστών. Για παράδειγμα, απαιτείται για λόγους συνέπειας να καταγράφεται ως παραγωγή η αξία των συλλογικών υπηρεσιών που παράγονται από τη γενική κυβέρνηση, επειδή η καταβολή εισοδήματος εξαρτημένης εργασίας και η αγορά κάθε είδους αγαθών και υπηρεσιών από φορείς της γενικής κυβέρνησης είναι εύκολα παρατηρήσιμα σε νομισματικούς όρους. Επιπλέον, για σκοπούς οικονομικής ανάλυσης και πολιτικής, η περιγραφή των συλλογικών υπηρεσιών της γενικής κυβέρνησης σε σχέση με την υπόλοιπη εθνική οικονομία αυξάνει τη χρησιμότητα των εθνικών λογαριασμών ως συνόλου.

1.29 Το πεδίο εφαρμογής των εννοιών του ΕΣΛ μπορεί να αναδειχθεί με την εξέταση ορισμένων σημαντικών οριακών περιπτώσεων.

Τα παρακάτω καταγράφονται εντός του ορίου παραγωγής του ΕΣΛ (βλ. σημεία 3.07 έως 3.09):

α) παραγωγή ατομικών και συλλογικών υπηρεσιών από τη γενική κυβέρνηση·

β) παραγωγή υπηρεσιών στέγασης για ίδιο λογαριασμό από ιδιοκατοίκηση·

γ) παραγωγή αγαθών για ιδία τελική κατανάλωση, π.χ. γεωργικών προϊόντων·

δ) κατασκευή για ίδιο λογαριασμό, περιλαμβανομένης της κατασκευής από νοικοκυριά·

ε) παραγωγή υπηρεσιών από αμειβόμενο οικιακό προσωπικό·

στ) εκτροφή ιχθύων σε ιχθυοτροφεία·

ζ) παραγωγή απαγορευμένη διά νόμου, εφόσον όλες οι μονάδες που εμπλέκονται στη συναλλαγή συμμετέχουν εθελοντικά·

η) παραγωγή τα έσοδα της οποίας δεν δηλώνονται όλα στις φορολογικές αρχές, π.χ. λαθραία παραγωγή υφασμάτων.

1.30 Τα παρακάτω δεν εμπίπτουν στο όριο παραγωγής του ΕΣΛ και δεν καταγράφονται στο ΕΣΛ:

α) οικιακές και προσωπικές υπηρεσίες που παράγονται και αναλώνονται μέσα στο ίδιο νοικοκυριό, π.χ. καθαρισμός, παρασκευή γευμάτων ή φροντίδα ασθενών ή ηλικιωμένων·

β) εθελοντικές υπηρεσίες που δεν έχουν ως αποτέλεσμα την παραγωγή αγαθών, π.χ. φροντίδα και καθαρισμός χωρίς αμοιβή·

γ) φυσική αναπαραγωγή ιχθύων στην ανοικτή θάλασσα.

1.31 Το ΕΣΛ καταγράφει όλες τις εκροές που προέρχονται από παραγωγή η οποία πραγματοποιείται εντός του ορίου παραγωγής. Εντούτοις, οι εκροές (παραγωγή) των βοηθητικών δραστηριοτήτων δεν καταγράφονται. Όλες οι εισροές που αναλώνονται από μια βοηθητική δραστηριότητα αντιμετωπίζονται ως εισροές στη δραστηριότητα που υποστηρίζει. Αν μια επιχείρηση που πραγματοποιεί μόνο βοηθητικές δραστηριότητες είναι στατιστικά παρατηρήσιμη, με την έννοια ότι υπάρχουν άμεσα διαθέσιμοι ξεχωριστοί λογαριασμοί για την παραγωγή που πραγματοποιεί, ή αν βρίσκεται σε τόπο γεωγραφικά διαφορετικό από τις επιχειρήσεις που εξυπηρετεί, πρέπει να καταγραφεί ως ξεχωριστή μονάδα και να ταξινομηθεί στον κλάδο που αντιστοιχεί στην κύρια δραστηριότητά της, τόσο στους εθνικούς όσο και στους περιφερειακούς λογαριασμούς. Αν δεν υπάρχουν διαθέσιμα κατάλληλα βασικά στοιχεία, η παραγωγή της βοηθητικής δραστηριότητας μπορεί να εκτιμηθεί ως το άθροισμα των στοιχείων του κόστους.

1.32 Αν οι δραστηριότητες θεωρούνται παραγωγή και οι εκροές τους καταγράφονται, τότε καταγράφονται επίσης και το αντίστοιχο εισόδημα, η αντίστοιχη απασχόληση, η αντίστοιχη τελική κατανάλωση κ.λπ. Για παράδειγμα, αν η παραγωγή υπηρεσιών στέγασης για ίδιο λογαριασμό λόγω ιδιοκατοίκησης καταγράφεται ως παραγωγή, καταγράφονται επίσης το εισόδημα και η τελική καταναλωτική δαπάνη που δημιουργούνται από την εν λόγω παραγωγή για τους συγκεκριμένους ιδιοκατοικούντες. Δεδομένου ότι εξ ορισμού δεν υπάρχει εισροή εργασίας για την παραγωγή των υπηρεσιών στέγασης λόγω ιδιοκατοίκησης, δεν καταγράφεται απασχόληση. Έτσι, διατηρείται η συνεκτικότητα με το σύστημα των στατιστικών εργασίας, όπου δεν καταγράφεται απασχόληση για ιδιοκτησία κατοικιών. Το αντίστροφο ισχύει όταν οι δραστηριότητες δεν καταγράφονται ως παραγωγή: οι οικιακές υπηρεσίες που παράγονται και αναλώνονται μέσα στο ίδιο νοικοκυριό δεν δημιουργούν εισόδημα και τελική καταναλωτική δαπάνη και, επομένως, δεν υπάρχει απασχόληση.

1.33 Το ΕΣΛ προβλέπει επίσης ορισμένες συμβάσεις, που αφορούν:

α) αποτίμηση της παραγωγής των φορέων της γενικής κυβέρνησης·

β) αποτίμηση της παραγωγής των ασφαλιστικών υπηρεσιών και των υπηρεσιών χρηματοοικονομικής διαμεσολάβησης που μετρούνται έμμεσα·

γ) καταγραφή όλων των συλλογικών υπηρεσιών που παρέχονται από τη γενική κυβέρνηση ως τελική καταναλωτική δαπάνη και όχι ως ενδιάμεση ανάλωση.

Ταξινόμηση κατά τομέα

1.34 Οι τομεακοί λογαριασμοί δημιουργούνται με την κατανομή των μονάδων σε τομείς, πράγμα που επιτρέπει να παρουσιάζονται οι συναλλαγές και τα εξισωτικά μεγέθη των λογαριασμών κατά τομέα. Η παρουσίαση κατά τομέα αποκαλύπτει πολλά βασικά μεγέθη για σκοπούς οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής. Οι κύριοι τομείς είναι τα νοικοκυριά, η γενική κυβέρνηση, οι εταιρείες (χρηματοοικονομικές και μη χρηματοοικονομικές), τα μη κερδοσκοπικά ιδρύματα που εξυπηρετούν νοικοκυριά (ΜΚΙΕΝ) και η αλλοδαπή.

Η διάκριση μεταξύ δραστηριοτήτων παραγωγής εμπορεύσιμων προϊόντων και δραστηριοτήτων παραγωγής μη εμπορεύσιμων προϊόντων είναι σημαντική. Μια οντότητα ελεγχόμενη από τη γενική κυβέρνηση, η οποία εμφανίζεται ως εταιρεία παραγωγής εμπορεύσιμων προϊόντων, ταξινομείται στον τομέα των εταιρειών, έξω από τον τομέα της γενικής κυβέρνησης. Συνεπώς, τα επίπεδα του ελλείμματος και του χρέους της εταιρείας δεν συνυπολογίζονται στο έλλειμμα και το χρέος της γενικής κυβέρνησης.

1.35 Είναι σημαντικό να καθοριστούν σαφή και ολοκληρωμένα κριτήρια για την κατανομή των οντοτήτων σε τομείς.

Ο δημόσιος τομέας αποτελείται στην οικονομία από όλες τις θεσμικές μονάδες μόνιμους κατοίκους που ελέγχονται από τη γενική κυβέρνηση. Ο ιδιωτικός τομέας αποτελείται από όλες τις υπόλοιπες μονάδες μόνιμους κατοίκους.

Στον πίνακα 1.1 παρατίθενται τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται για τη διάκριση μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, και, στον δημόσιο τομέα, για τη διάκριση μεταξύ του τομέα της γενικής κυβέρνησης και του τομέα των δημόσιων επιχειρήσεων, ενώ, στον ιδιωτικό τομέα, για τη διάκριση μεταξύ του τομέα των ΜΚΙΕΝ και του τομέα των ιδιωτικών επιχειρήσεων.



Πίνακας 1.1

Κριτήρια

Έλεγχος από τη γενική κυβέρνηση

(δημόσιος τομέας)

Έλεγχος από τον ιδιωτικό τομέα

(ιδιωτικός τομέας)

Μη εμπορεύσιμη παραγωγή

Γενική κυβέρνηση

ΜΚΙΕΝ

Εμπορεύσιμη παραγωγή

Δημόσιες επιχειρήσεις

Ιδιωτικές επιχειρήσεις

1.36 Ως έλεγχος ορίζεται η ικανότητα καθορισμού της γενικής πολιτικής ή προγράμματος μιας θεσμικής μονάδας. Περαιτέρω λεπτομέρειες ως προς τον ορισμό του ελέγχου δίνονται στις παραγράφους 2.35 έως 2.39.

1.37 Ο διαχωρισμός μεταξύ δραστηριοτήτων παραγωγής εμπορεύσιμων προϊόντων και δραστηριοτήτων παραγωγής μη εμπορεύσιμων προϊόντων και, συνεπώς, για τις οντότητες του δημόσιου τομέα, η κατάταξή τους στον τομέα της γενικής κυβέρνησης ή στον τομέα των δημοσίων επιχειρήσεων αποφασίζεται με βάση τον ακόλουθο κανόνα:

Μια δραστηριότητα θεωρείται δραστηριότητα παραγωγής εμπορεύσιμων προϊόντων όταν τα αντίστοιχα αγαθά και υπηρεσίες αποτελούν αντικείμενο εμπορίας υπό τους ακόλουθους όρους:

(1) οι πωλητές ενεργούν με σκοπό τη μεγιστοποίηση των κερδών τους σε μακροπρόθεσμη βάση, πωλώντας αγαθά και υπηρεσίες ελεύθερα στην αγορά σε οποιονδήποτε είναι διατεθειμένος να πληρώσει τη ζητούμενη τιμή·

(2) οι αγοραστές ενεργούν με σκοπό τη μεγιστοποίηση του οφέλους τους, δεδομένων των περιορισμένων πόρων τους, αγοράζοντας προϊόντα τα οποία ικανοποιούν καλύτερα τις ανάγκες τους στην προσφερόμενη τιμή·

(3) υπάρχουν αποτελεσματικές αγορές, όπου οι πολίτες και οι αγοραστές έχουν πρόσβαση στην αγορά και πληροφορίες σχετικά μ’ αυτή. Μια αγορά μπορεί να λειτουργεί αποτελεσματικά ακόμη και αν δεν πληρούνται απόλυτα οι εν λόγω όροι.

1.38 Το επίπεδο λεπτομέρειας του εννοιολογικού πλαισίου του ΕΣΛ παρέχει δυνατότητες ευελιξίας: ορισμένες έννοιες δεν εμφανίζονται ρητά στο ΕΣΛ, μπορούν όμως εύκολα να παραχθούν απ’ αυτό. Παράδειγμα αποτελεί η δημιουργία νέων τομέων με αναδιάταξη των υποτομέων που ορίζονται στο ΕΣΛ.

1.39 Η ευελιξία εκφράζεται επίσης με τη δυνατότητα εισαγωγής πρόσθετων κριτηρίων που δεν έρχονται σε σύγκρουση με τη λογική του συστήματος. Για παράδειγμα, τα κριτήρια αυτά μπορούν να επιτρέψουν την κατάρτιση λογαριασμών για υποτομείς, με βάση το μέγεθος της απασχόλησης για τις παραγωγικές μονάδες ή το μέγεθος του εισοδήματος για τα νοικοκυριά. Για την απασχόληση, μπορεί να εισαχθεί η επιμέρους ταξινόμηση κατά επίπεδο εκπαίδευσης, ηλικία και φύλο.

Δορυφορικοί λογαριασμοί

1.40 Για ορισμένες ανάγκες στοιχείων θα πρέπει να καταρτίζονται ξεχωριστοί δορυφορικοί λογαριασμοί.

Παραδείγματα αποτελούν τα ακόλουθα:

α) Μήτρες Κοινωνικής Λογιστικής (ΜΚΛ)·

β) ρόλος του τουρισμού στην εθνική οικονομία·

γ) ανάλυση του κόστους και της χρηματοδότησης της υγειονομικής περίθαλψης·

δ) έρευνα και ανάπτυξη που αναγνωρίζονται ως σχηματισμός κεφαλαίου πνευματικής ιδιοκτησίας·

ε) αναγνώριση του ανθρώπινου δυναμικού ως περιουσιακού στοιχείου στην εθνική οικονομία·

στ) ανάλυση του εισοδήματος και των δαπανών των νοικοκυριών με βάση έννοιες με μικροοικονομικό προσανατολισμό για το εισόδημα και τις δαπάνες·

ζ) αλληλεπίδραση μεταξύ του περιβάλλοντος και της οικονομίας·

η) παραγωγή στο εσωτερικό των νοικοκυριών·

θ) ανάλυση των μεταβολών της ευημερίας·

ι) ανάλυση των διαφορών μεταξύ των στοιχείων των εθνικών λογαριασμών και των στοιχείων των επιχειρηματικών λογαριασμών και της επίδρασής τους στις χρηματιστηριακές και τις συναλλαγματικές αγορές·

ια) εκτίμηση των φορολογικών εισόδων.

1.41 Οι δορυφορικοί λογαριασμοί μπορούν να εξυπηρετήσουν τέτοιες ανάγκες στοιχείων με τους ακόλουθους τρόπους:

α) παρουσίαση περισσότερων λεπτομερειών, όπου απαιτούνται, και εξάλειψη περιττών λεπτομερειών·

β) διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής του λογιστικού πλαισίου με την προσθήκη μη νομισματικών πληροφοριών, π.χ. σχετικά με τη ρύπανση και τα περιβαλλοντικά περιουσιακά στοιχεία·

γ) αλλαγή ορισμένων βασικών εννοιών, π.χ. με τη διεύρυνση της έννοιας του σχηματισμού κεφαλαίου μέσω της συνεκτίμησης των δαπανών για την εκπαίδευση.

1.42 Η μήτρα κοινωνικής λογιστικής (ΜΚΛ) είναι μια παρουσίαση με τη μορφή μητρών που εξετάζει τις διασυνδέσεις μεταξύ των πινάκων προσφοράς και χρήσεων και των τομεακών λογαριασμών. Μια ΜΚΛ παρέχει πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με το επίπεδο και τη σύνθεση της απασχόλησης, μέσω της υποδιαίρεσης του εισοδήματος εξαρτημένης εργασίας κατά είδος απασχολουμένου. Αυτή η υποδιαίρεση εφαρμόζεται τόσο στη χρήση της εργασίας κατά κλάδο οικονομικής δραστηριότητας, όπως εμφανίζεται στους πίνακες χρήσεων, όσο και στην προσφορά εργασίας κατά κοινωνικοοικονομική υποομάδα, όπως εμφανίζεται στον λογαριασμό διανομής πρωτογενούς εισοδήματος των υποτομέων του τομέα των νοικοκυριών. Έτσι, παρουσιάζεται με συστηματικό τρόπο η προσφορά και η χρήση διαφόρων κατηγοριών υπηρεσιών εργασίας.

1.43 Στους δορυφορικούς λογαριασμούς πρέπει να διατηρούνται όλες οι βασικές έννοιες και ταξινομήσεις του κεντρικού πλαισίου του ΕΣΛ 2010. Αλλαγές στις έννοιες θα πρέπει να γίνονται μόνο όταν αυτός είναι ο σκοπός του δορυφορικού λογαριασμού. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο δορυφορικός λογαριασμός θα πρέπει επίσης να περιέχει έναν πίνακα που θα δείχνει τη διασύνδεση μεταξύ των κύριων συγκεντρωτικών μεγεθών του δορυφορικού λογαριασμού και των αντίστοιχων του κεντρικού πλαισίου. Έτσι, το κεντρικό πλαίσιο διατηρεί τον ρόλο του ως πλαισίου αναφοράς, ενώ ταυτόχρονα ικανοποιούνται πιο εξειδικευμένες ανάγκες.

1.44 Γενικά, το κεντρικό πλαίσιο δεν περιλαμβάνει μεγέθη αποθεμάτων και ροών που δεν είναι άμεσα παρατηρήσιμα σε νομισματικούς όρους (ή χωρίς σαφές νομισματικό αντίστοιχο). Λόγω της φύσης τους, η ανάλυση αυτών των αποθεμάτων και ροών καλύπτεται συνήθως ικανοποιητικά με την κατάρτιση στατιστικών σε μη νομισματικούς όρους, π.χ.:

α) η παραγωγή στο εσωτερικό των νοικοκυριών μπορεί να περιγραφεί με βάση τις ώρες που διατίθενται για τις εναλλακτικές χρήσεις·

β) η εκπαίδευση μπορεί να περιγραφεί με βάση το είδος εκπαίδευσης, τον αριθμό μαθητών, τον μέσο αριθμό ετών εκπαίδευσης πριν από την απόκτηση του πτυχίου κ.λπ.·

γ) οι συνέπειες της ρύπανσης μπορούν να περιγραφούν με βάση τις μεταβολές του αριθμού των ζωντανών ειδών, της υγείας των δέντρων ενός δάσους, του όγκου απορριμμάτων, των ποσοστών μονοξειδίου του άνθρακα και των επιπέδων ακτινοβολίας κ.λπ.

1.45 Οι δορυφορικοί λογαριασμοί παρέχουν τη δυνατότητα διασύνδεσης αυτών των μη νομισματικού χαρακτήρα στατιστικών με τους εθνικούς λογαριασμούς στο κεντρικό πλαίσιο. Η χρήση των ταξινομήσεων που χρησιμοποιούνται στο κεντρικό πλαίσιο για τις εν λόγω μη νομισματικές στατιστικές επιτρέπει να γίνεται η διασύνδεση, π.χ. ταξινόμηση κατά είδος νοικοκυριού ή ταξινόμηση κατά κλάδο οικονομικής δραστηριότητας. Έτσι, καταρτίζεται ένα συνεπές διευρυμένο πλαίσιο. Το πλαίσιο αυτό μπορεί κατόπιν να χρησιμεύσει ως βάση δεδομένων για την ανάλυση και την αξιολόγηση των αλληλεπιδράσεων μεταξύ των μεταβλητών του κεντρικού πλαισίου και των μεταβλητών του διευρυμένου τμήματος.

1.46 Το κεντρικό πλαίσιο και τα κύρια συγκεντρωτικά μεγέθη του δεν περιγράφουν τις μεταβολές της ευημερίας. Μπορούν να καταρτιστούν διευρυμένοι λογαριασμοί που να περιλαμβάνουν επίσης τις τεκμαρτές νομισματικές αξίες των ακόλουθων, π.χ., στοιχείων:

α) οικιακές και προσωπικές υπηρεσίες που παράγονται και αναλώνονται μέσα στο ίδιο νοικοκυριό·

β) μεταβολές του ελεύθερου χρόνου·

γ) θετικά και αρνητικά στοιχεία της ζωής σε αστικές περιοχές·

δ) ανισότητες στη διανομή του εισοδήματος μεταξύ των ατόμων.

1.47 Οι διευρυμένοι λογαριασμοί μπορούν επίσης να αναταξινομήσουν την τελική δαπάνη για αναγκαία κακά (π.χ. άμυνα) ως ενδιάμεση ανάλωση, δηλ. κατανάλωση που δεν συμβάλλει στην ευημερία. Επίσης, οι ζημιές από πλημμύρες και άλλες φυσικές καταστροφές μπορούν να ταξινομηθούν ως ενδιάμεση ανάλωση, δηλ. ως μείωση της (απόλυτης) ευημερίας. Έτσι, μπορεί κάποιος να επιχειρήσει την κατασκευή ενός πολύ πρόχειρου και πολύ ατελούς δείκτη των μεταβολών της ευημερίας. Ωστόσο, η ευημερία έχει πολλές διαστάσεις, οι περισσότερες από τις οποίες δύσκολα μπορούν να εκφραστούν σε νομισματικούς όρους. Επομένως, μια καλύτερη λύση για τη μέτρηση της ευημερίας είναι η χρήση, για κάθε διάσταση, ξεχωριστών δεικτών και μονάδων μέτρησης. Οι δείκτες αυτοί μπορεί να είναι, για παράδειγμα, η παιδική θνησιμότητα, το προσδόκιμο ζωής, το ποσοστό γραμματισμού των ενηλίκων και το εθνικό κατά κεφαλήν εισόδημα. Οι δείκτες αυτοί θα μπορούσαν να ενσωματωθούν σε έναν δορυφορικό λογαριασμό.

1.48 Για να επιτευχθεί ένα συνεπές, διεθνώς συμβατό πλαίσιο, δεν χρησιμοποιούνται στο ΕΣΛ διοικητικές έννοιες. Πάντως, για διάφορους σκοπούς στο εσωτερικό μιας χώρας, η συγκέντρωση στοιχείων με βάση διοικητικές έννοιες μπορεί να είναι ιδιαίτερα χρήσιμη. Για παράδειγμα, για την εκτίμηση των φορολογικών εσόδων απαιτούνται στατιστικές του φορολογητέου εισοδήματος. Οι στατιστικές αυτές μπορούν να παραχθούν με ορισμένες τροποποιήσεις των στατιστικών των εθνικών λογαριασμών.

1.49 Παρόμοια προσέγγιση μπορεί να χρησιμοποιηθεί για έννοιες που χρησιμοποιούνται στην εθνική οικονομική πολιτική, π.χ. για τα ακόλουθα:

α) την έννοια του πληθωρισμού, που χρησιμοποιείται για την αύξηση των συντάξεων, των παροχών ανεργίας ή του εισοδήματος εξαρτημένης εργασίας των δημοσίων υπαλλήλων·

β) τις έννοιες των φόρων, των κοινωνικών εισφορών, της γενικής κυβέρνησης και του συλλογικού τομέα, που χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό του βέλτιστου μεγέθους του συλλογικού τομέα·

γ) την έννοια των «στρατηγικών» τομέων/κλάδων, που χρησιμοποιείται στην εθνική οικονομική πολιτική ή στην οικονομική πολιτική της ΕΕ·

δ) την έννοια των «επιχειρηματικών επενδύσεων», που χρησιμοποιείται στην εθνική οικονομική πολιτική·

ε) πίνακα που παρουσιάζει πλήρη καταχώριση των συντάξεων.

Οι δορυφορικοί λογαριασμοί ή συμπληρωματικοί πίνακες μπορούν να καλύψουν τέτοιες ανάγκες στοιχείων.

Το ΕΣΛ 2010 και το SNA 2008

1.50 Το ΕΣΛ 2010 βασίζεται στις έννοιες του SNA 2008, το οποίο παρέχει κατευθυντήριες γραμμές για τους εθνικούς λογαριασμούς για όλες τις χώρες του κόσμου. Ωστόσο, υπάρχουν ορισμένες διαφορές μεταξύ του ΕΣΛ 2010 και του SNA 2008:

α) διαφορές παρουσίασης:

(1) στο ΕΣΛ 2010 υπάρχουν ξεχωριστά κεφάλαια για τις συναλλαγές προϊόντων, τις διανεμητικές συναλλαγές και τις χρηματοοικονομικές συναλλαγές. Αντίθετα, στο SNA 2008 οι συναλλαγές αυτές παρουσιάζονται σε κεφάλαια διαμορφωμένα κατά λογαριασμό, π.χ. κεφάλαια για τον λογαριασμό παραγωγής, τον λογαριασμό διανομής πρωτογενούς εισοδήματος, τον λογαριασμό κεφαλαίου και τον λογαριασμό της αλλοδαπής·

(2) το ΕΣΛ 2010 περιγράφει μια έννοια παρέχοντας έναν ορισμό και έναν κατάλογο του τι περιλαμβάνεται και τι εξαιρείται. Το SNA 2008 περιγράφει συνήθως τις έννοιες πιο γενικά και εξηγεί το σκεπτικό των συνθηκών (δηλ. των κατά σύμβαση κανόνων) που χρησιμοποιούνται·

β) οι έννοιες του ΕΣΛ 2010 είναι, σε πολλές περιπτώσεις, πιο εξειδικευμένες και πιο ακριβείς από τις αντίστοιχες του SNA 2008, π.χ.:

(1) το SNA 2008 δεν περιλαμβάνει ειδικά κριτήρια για την κατηγοριοποίηση της παραγωγής σε εμπορεύσιμη, για ιδία τελική χρήση και μη εμπορεύσιμη. Ως εκ τούτου, το ΕΣΛ εισήγαγε λεπτομερέστερες διατάξεις, έτσι ώστε να εξασφαλιστεί μια ομοιόμορφη προσέγγιση·

(2) το ΕΣΛ 2010 υποθέτει ότι διάφορα είδη παραγωγής αγαθών από νοικοκυριά, όπως η ύφανση και η κατασκευή επίπλων, δεν είναι σημαντικά στα κράτη μέλη και, επομένως, δεν χρειάζεται να καταγράφονται·

(3) το ΕΣΛ 2010 κάνει αναφορά σε θεσμικές ρυθμίσεις σε επίπεδο ΕΕ, όπως το σύστημα Intrastat για την καταγραφή των εντός της ΕΕ ροών των αγαθών και των συνεισφορών των κρατών μελών στην ΕΕ·

(4) το ΕΣΛ 2010 περιέχει ειδικές ταξινομήσεις για την ΕΕ, π.χ. την ταξινόμηση των προϊόντων ανά δραστηριότητα (CPA) ( 18 ) για τα προϊόντα και τη NACE αναθ. 2 για τους κλάδους οικονομικής δραστηριότητας (και οι δύο είναι εναρμονισμένες με τις αντίστοιχες ταξινομήσεις των Ηνωμένων Εθνών)·

(5) το ΕΣΛ 2010 περιέχει μια πρόσθετη ταξινόμηση για όλες τις εξωτερικές συναλλαγές: αυτές διαιρούνται σε συναλλαγές μεταξύ μόνιμων κατοίκων της ΕΕ και σε συναλλαγές με μόνιμους κατοίκους χωρών οι οποίες δεν είναι μέλη της ΕΕ·

(6) το ΕΣΛ 2010 περιέχει μια αναδιάταξη των υποτομέων του SNA 2008 για τον τομέα των χρηματοοικονομικών εταιρειών, έτσι ώστε να ικανοποιηθούν οι ανάγκες της Ευρωπαϊκής Νομισματικής Ένωσης. Το ΕΣΛ 2010 μπορεί να είναι πιο εξειδικευμένο από το SNA 2008, γιατί το ΕΣΛ 2010 ισχύει πρωτίστως για τα κράτη μέλη. Για τις ανάγκες δεδομένων της Ένωσης, το ΕΣΛ θα πρέπει επίσης να είναι πιο εξειδικευμένο.

Το ΕΣΛ 2010 και το ΕΣΟΛ 95

1.51 Το ΕΣΛ 2010 διαφέρει από το ΕΣΟΛ 95 τόσο από άποψη πεδίου εφαρμογής όσο και από άποψη εννοιών. Οι περισσότερες από τις διαφορές αυτές αντιστοιχούν στις διαφορές μεταξύ του SNA 1993 και του SNA 2008. Οι κύριες διάφορες είναι οι ακόλουθες:

α) η αναγνώριση της έρευνας και ανάπτυξης ως σχηματισμού κεφαλαίου που οδηγεί σε περιουσιακά στοιχεία πνευματικής ιδιοκτησίας. Η μεταβολή αυτή πρέπει να καταγράφεται σε δορυφορικό λογαριασμό και να περιλαμβάνεται στους βασικούς λογαριασμούς, αν η αξιοπιστία και η εναρμόνιση των σχετικών μετρήσεων μεταξύ των κρατών μελών είναι επαρκείς·

β) οι δαπάνες για οπλικά συστήματα που εντάσσονται στον γενικό ορισμό των περιουσιακών στοιχείων έχουν ταξινομηθεί ως σχηματισμός πάγιου κεφαλαίου και όχι ως ενδιάμεση ανάλωση·

γ) εισήχθη η αναλυτική έννοια των υπηρεσιών κεφαλαίου για την εμπορεύσιμη παραγωγή, έτσι ώστε μπορεί να καταρτιστεί ένας συμπληρωματικός πίνακας ο οποίος θα τις εμφανίζει ως συνιστώσα της προστιθέμενης αξίας·

δ) το όριο των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων επεκτάθηκε, ώστε να διευρυνθεί η κάλυψη των συμβάσεων που αφορούν χρηματοοικονομικά παράγωγα·

ε) νέοι κανόνες για την καταγραφή των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων. Καθιερώθηκε ένας συμπληρωματικός πίνακας στους λογαριασμούς, έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η καταγραφή εκτιμήσεων για όλες τις υποχρεώσεις των συνταξιοδοτικών συστημάτων, κεφαλαιοποιητικών ή διανεμητικών. Όλες οι πληροφορίες που απαιτούνται για μια πλήρη ανάλυση παρέχονται σ’ αυτόν τον πίνακα, ο οποίος παρουσιάζει τις υποχρεώσεις και τις σχετικές ροές για όλα τα ιδιωτικά και δημόσια συνταξιοδοτικά συστήματα, κεφαλαιοποιητικά ή διανεμητικά, συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων συνταξιοδοτικών συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης·

στ) η εφαρμογή των κανόνων που διέπουν την αλλαγή της κυριότητας αγαθών έχει γίνει ενιαία, πράγμα που συνεπάγεται αλλαγές στην καταγραφή του διαμεσολαβητικού εμπορίου και των αγαθών που αποστέλλονται για μεταποίηση, τόσο στην αλλοδαπή όσο και στην εγχώρια οικονομία. Ως εκ τούτου, τα αγαθά που αποστέλλονται για μεταποίηση στην αλλοδαπή καταγράφονται σε καθαρή βάση, σε αντίθεση με το ΣΕΛ 1993 και το ΕΣΟΛ 95, όπου η εν λόγω καταγραφή γινόταν σε ακαθάριστη βάση. Η αλλαγή αυτή έχει σημαντικές συνέπειες για την καταγραφή των εν λόγω δραστηριοτήτων στο πλαίσιο προσφοράς και χρήσης·

ζ) Δίνεται μεγαλύτερη καθοδήγηση σχετικά με τις χρηματοοικονομικές εταιρείες, γενικά, και τις οντότητες ειδικού σκοπού (ΟΕΣ), ειδικότερα. Η αντιμετώπιση των ελεγχόμενων από τη γενική κυβέρνηση ΟΕΣ που δραστηριοποιούνται στην αλλοδαπή άλλαξε, έτσι ώστε να εξασφαλιστεί ότι οι υποχρεώσεις που αναλαμβάνονται από τις ΟΕΣ εμφανίζονται στους λογαριασμούς της γενικής κυβέρνησης·

η) Αποσαφηνίστηκε η αντιμετώπιση των υπερβολικών μερισμάτων που πληρώνονται από τις δημόσιες επιχειρήσεις, ήτοι πρέπει να αντιμετωπίζονται ως κατ’ εξαίρεση πληρωμές και αναλήψεις από το μετοχικό κεφάλαιο·

θ) Ορίστηκαν οι αρχές για την αντιμετώπιση των συμπράξεων μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και αναλύθηκε η αντιμετώπιση των οργανισμών αναδιάρθρωσης·

ι) Αποσαφηνίστηκαν οι συναλλαγές μεταξύ γενικής κυβέρνησης και δημόσιων επιχειρήσεων, συμπεριλαμβανομένων των συναλλαγών που γίνονται με μέσα τιτλοποίησης, έτσι ώστε να βελτιωθεί η καταγραφή στοιχείων που θα μπορούσαν να επηρεάσουν σημαντικά το δημόσιο χρέος·

ια) Αποσαφηνίστηκε η αντιμετώπιση των εγγυήσεων δανείων και υιοθετήθηκε νέα αντιμετώπιση για τις τυποποιημένες εγγυήσεις δανείων, όπως οι εγγυήσεις εξαγωγικών πιστώσεων και οι εγγυήσεις φοιτητικών δανείων. Η νέα αντιμετώπιση προβλέπει ότι, σε συνάρτηση με την πιθανή χρήση (κατάπτωση) των εγγυήσεων, πρέπει να αναγνωριστούν στους λογαριασμούς ένα χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο και μια χρηματοοικονομική υποχρέωση.

1.52 Οι διαφορές του ΕΣΛ 2010 σε σχέση με το ΕΣΟΛ 95 δεν περιορίζονται σε εννοιολογικές αλλαγές. Υπάρχουν σημαντικές διαφορές στο πεδίο εφαρμογής, με νέα κεφάλαια για τους δορυφορικούς λογαριασμούς, τους λογαριασμούς της γενικής κυβέρνησης και τους λογαριασμούς της αλλοδαπής. Υπάρχουν επίσης σημαντικές επεκτάσεις στα κεφάλαια τα σχετικά με τους τριμηνιαίους λογαριασμούς και τους περιφερειακούς λογαριασμούς.

ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΕΣΛ 2010 ΩΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

1.53 Τα κύρια χαρακτηριστικά του συστήματος είναι τα ακόλουθα:

α) οι στατιστικές μονάδες και η ομαδοποίησή τους·

β) οι ροές και τα αποθέματα·

γ) το σύστημα λογαριασμών και τα συγκεντρωτικά μεγέθη·

δ) το πλαίσιο εισροών-εκροών.

Οι στατιστικές μονάδες και η ομαδοποίησή τους

1.54 Το σύστημα ΕΣΛ 2010 χρησιμοποιεί δύο είδη μονάδων και δύο αντίστοιχους τρόπους υποδιαίρεσης της οικονομίας, που διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους και εξυπηρετούν ξεχωριστούς αναλυτικούς σκοπούς.

1.55 Ο πρώτος σκοπός, της περιγραφής του εισοδήματος, της δαπάνης και των χρηματοοικονομικών ροών, καθώς και των ισολογισμών, επιτυγχάνεται με την ομαδοποίηση των θεσμικών μονάδων σε τομείς με βάση τις κύριες λειτουργίες τους, τη συμπεριφορά τους και τους στόχους τους.

1.56 Ο δεύτερος σκοπός, της περιγραφής των παραγωγικών διεργασιών και της ανάλυσης των εισροών-εκροών, επιτυγχάνεται από το σύστημα με την ομαδοποίηση των τοπικών μονάδων οικονομικής δραστηριότητας (τοπικές ΜΟΔ) σε κλάδους με βάση το είδος δραστηριότητάς τους. Μια δραστηριότητα χαρακτηρίζεται από μια εισροή προϊόντων, μια παραγωγική διεργασία και μια εκροή προϊόντων.

Θεσμικές μονάδες και τομείς

1.57 Οι θεσμικές μονάδες είναι οικονομικές οντότητες που μπορούν να κατέχουν αγαθά και περιουσιακά στοιχεία, να αναλαμβάνουν υποχρεώσεις και να επιδίδονται σε οικονομικές δραστηριότητες και συναλλαγές με άλλες μονάδες. Για τους σκοπούς του συστήματος ΕΣΛ 2010, οι θεσμικές μονάδες ομαδοποιούνται σε πέντε αλληλοαποκλειόμενους εγχώριους θεσμικούς τομείς:

α) μη χρηματοοικονομικές εταιρείες·

β) χρηματοοικονομικές εταιρείες·

γ) γενική κυβέρνηση·

δ) νοικοκυριά·

ε) μη κερδοσκοπικά ιδρύματα που εξυπηρετούν νοικοκυριά.

Οι πέντε αυτοί τομείς απαρτίζουν τη συνολική εγχώρια οικονομία. Επίσης, ο κάθε τομέας υποδιαιρείται σε υποτομείς. Το σύστημα ΕΣΛ 2010 επιτρέπει την κατάρτιση ενός πλήρους συνόλου λογαριασμών ροών και ισολογισμών για κάθε τομέα και κάθε υποτομέα, καθώς και για τη συνολική οικονομία. Οι μονάδες μη μόνιμοι κάτοικοι μπορούν να αλληλεπιδρούν μ’ αυτούς τους πέντε εγχώριους τομείς. Επιπλέον, παρουσιάζονται οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ των πέντε εγχώριων τομέων και ενός έκτου θεσμικού τομέα: του τομέα της αλλοδαπής.

Τοπικές μονάδες οικονομικής δραστηριότητας (ΜΟΔ) και κλάδοι οικονομικής δραστηριότητας

1.58 Όταν θεσμικές μονάδες ασκούν περισσότερες από μία δραστηριότητες, διαχωρίζονται με βάση το είδος της δραστηριότητας. Η έννοια της τοπικής ΜΟΔ επιτρέπει την πραγματοποίηση της εν λόγω παρουσίασης.

Μια τοπική ΜΟΔ περιλαμβάνει όλα τα μέρη μιας θεσμικής μονάδας, υπό την ιδιότητά της ως παραγωγού, που βρίσκονται στην ίδια ή σε γειτονικές τοποθεσίες και που συμβάλλουν στην άσκηση μιας δραστηριότητας σε επίπεδο τάξης (τετραψήφιο) της NACE αναθ. 2.

1.59 Για κάθε δευτερεύουσα δραστηριότητα καταγράφονται τοπικές ΜΟΔ· ωστόσο, αν δεν είναι διαθέσιμα τα λογιστικά έγγραφα που είναι αναγκαία για την ξεχωριστή περιγραφή των εν λόγω δραστηριοτήτων, μια τοπική ΜΟΔ θα συνδυάζει πολλές δευτερεύουσες δραστηριότητες. Η ομάδα όλων των τοπικών ΜΟΔ που επιδίδονται στο ίδιο ή σε παρόμοιο είδος δραστηριότητας αποτελεί έναν κλάδο οικονομικής δραστηριότητας.

Μια θεσμική μονάδα περιλαμβάνει μία ή περισσότερες τοπικές ΜΟΔ· μια τοπική ΜΟΔ ανήκει σε μία και μόνο μία θεσμική μονάδα.

1.60 Για την ανάλυση της παραγωγικής διεργασίας χρησιμοποιείται μια αναλυτική μονάδα παραγωγής. Η μονάδα αυτή είναι παρατηρήσιμη μόνο όταν μια τοπική ΜΟΔ παράγει ένα είδος προϊόντος, χωρίς δευτερεύουσες δραστηριότητες. Η εν λόγω μονάδα είναι γνωστή ως μονάδα ομοιογενούς παραγωγής. Οι ομαδοποιήσεις των μονάδων αυτών απαρτίζουν ομοιογενείς κλάδους.

Μονάδες μόνιμοι κάτοικοι και μη μόνιμοι κάτοικοι· συνολική οικονομία και αλλοδαπή

1.61 Η συνολική οικονομία ορίζεται με βάση τις μονάδες μόνιμους κατοίκους. Μια μονάδα θεωρείται μόνιμος κάτοικος μιας χώρας όταν έχει ένα κέντρο κυρίαρχου οικονομικού συμφέροντος στην οικονομική επικράτεια της χώρας αυτής, δηλαδή όταν επιδίδεται για μεγάλη χρονική περίοδο (τουλάχιστον ένα έτος) σε οικονομικές δραστηριότητες στην εν λόγω επικράτεια. Οι θεσμικοί τομείς που αναφέρονται στο σημείο 1.57 είναι ομάδες θεσμικών μονάδων μόνιμων κατοίκων.

1.62 Ορισμένες μονάδες μόνιμοι κάτοικοι πραγματοποιούν συναλλαγές με μονάδες μη μόνιμους κατοίκους (δηλαδή με μονάδες που είναι μόνιμοι κάτοικοι άλλων οικονομιών). Οι συναλλαγές αυτές είναι οι εξωτερικές συναλλαγές της οικονομίας και ομαδοποιούνται στον λογαριασμό της αλλοδαπής. Έτσι, η αλλοδαπή διαδραματίζει ρόλο παρόμοιο με τον ρόλο ενός θεσμικού τομέα, μολονότι οι μονάδες μη μόνιμοι κάτοικοι περιλαμβάνονται μόνο αν πραγματοποιούν συναλλαγές με θεσμικές μονάδες μόνιμους κατοίκους.

1.63 Οι πλασματικές μονάδες μόνιμοι κάτοικοι, που αντιμετωπίζονται από το σύστημα ΕΣΛ 2010 ως θεσμικές μονάδες, ορίζονται ως εξής:

α) τμήματα μονάδων μη μόνιμων κατοίκων που έχουν κέντρο κυρίαρχου οικονομικού συμφέροντος (συνήθως, που πραγματοποιούν οικονομικές συναλλαγές τουλάχιστον για ένα έτος) στην οικονομική επικράτεια της χώρας·

β) μονάδες μη μόνιμοι κάτοικοι με την ιδιότητά τους ως ιδιοκτητών γης ή κτιρίων στην οικονομική επικράτεια της χώρας, αλλά μόνο εφόσον πρόκειται για συναλλαγές που αφορούν αυτή τη γη ή τα εν λόγω κτίρια.

Οι ροές και τα αποθέματα

1.64 Καταγράφονται δύο βασικά είδη πληροφοριών: οι ροές και τα αποθέματα.

Οι ροές αφορούν ενέργειες και αποτελέσματα γεγονότων που συμβαίνουν μέσα σε μια δεδομένη χρονική περίοδο, ενώ τα αποθέματα αφορούν θέσεις σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή.

Ροές

1.65 Οι ροές αντανακλούν τη δημιουργία, τον μετασχηματισμό, την ανταλλαγή, τη μεταβίβαση ή την εξαφάνιση οικονομικής αξίας. Συνεπάγονται μεταβολές της αξίας των περιουσιακών στοιχείων ή υποχρεώσεων μιας θεσμικής μονάδας. Οι οικονομικές ροές είναι δύο ειδών: συναλλαγές και λοιπές μεταβολές περιουσιακών στοιχείων.

Οι συναλλαγές εμφανίζονται σε όλους τους λογαριασμούς και σε όλους τους πίνακες όπου εμφανίζονται ροές, με εξαίρεση τον λογαριασμό λοιπών μεταβολών του όγκου περιουσιακών στοιχείων και τον λογαριασμό αναπροσαρμογής. Οι λοιπές μεταβολές των περιουσιακών στοιχείων εμφανίζονται μόνο σ’ αυτούς τους δύο λογαριασμούς.

Οι στοιχειώδεις συναλλαγές και λοιπές ροές ομαδοποιούνται σε έναν σχετικά μικρό αριθμό κατηγοριών, ανάλογα με τη φύση τους.

1.66 Η συναλλαγή είναι οικονομική ροή που προκύπτει είτε από την αλληλεπίδραση μεταξύ θεσμικών μονάδων οι οποίες ενεργούν με κοινή συμφωνία είτε από ενέργεια στο εσωτερικό μιας θεσμικής μονάδας η οποία (ενέργεια) είναι χρήσιμο να αντιμετωπίζεται ως συναλλαγή, επειδή η μονάδα λειτουργεί υπό δύο διαφορετικές ιδιότητες. Οι συναλλαγές διαιρούνται σε τέσσερις κύριες ομάδες:

α) Συναλλαγές προϊόντων: που περιγράφουν την καταγωγή (εγχώρια παραγωγή ή εισαγωγές) και τη χρήση (ενδιάμεση ανάλωση, τελική κατανάλωση, σχηματισμός κεφαλαίου —που καλύπτει την ανάλωση πάγιου κεφαλαίου— ή εξαγωγές) των προϊόντων·

β) Διανεμητικές συναλλαγές: που περιγράφουν τον τρόπο με τον οποίο η προστιθέμενη αξία που δημιουργείται από την παραγωγή κατανέμεται στην εργασία, το κεφάλαιο και τη γενική κυβέρνηση, καθώς και την αναδιανομή του εισοδήματος και του πλούτου (φόροι εισοδήματος και περιουσίας και λοιπές μεταβιβάσεις)·

γ) Χρηματοοικονομικές συναλλαγές: που περιγράφουν την καθαρή απόκτηση χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων ή την καθαρή ανάληψη υποχρεώσεων για κάθε είδος χρηματοοικονομικού μέσου. Οι συναλλαγές αυτές πραγματοποιούνται τόσο ως αντίστοιχα μη χρηματοοικονομικών συναλλαγών όσο και ως συναλλαγές που αφορούν μόνο χρηματοοικονομικά μέσα·

δ) Συναλλαγές που δεν περιλαμβάνονται στις τρεις ανωτέρω ομάδες: αποκτήσεις μείον διαθέσεις μη παραχθέντων μη χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων

1.67 Οι περισσότερες συναλλαγές είναι αλληλεπιδράσεις μεταξύ δύο ή περισσοτέρων θεσμικών μονάδων. Ωστόσο, το σύστημα ΕΣΛ 2010 καταγράφει ως συναλλαγές και ορισμένες ενέργειες που γίνονται εντός των θεσμικών μονάδων. Ο σκοπός της καταγραφής αυτών των εντός των μονάδων συναλλαγών είναι η παροχή μιας πιο χρήσιμης, από αναλυτική άποψη, εικόνας της παραγωγής, των τελικών χρήσεων και του κόστους.

1.68 Η ανάλωση πάγιου κεφαλαίου, που καταγράφεται ως κόστος στο σύστημα ΕΣΛ 2010, είναι μια σημαντική συναλλαγή στο εσωτερικό μονάδας. Οι περισσότερες από τις άλλες συναλλαγές στο εσωτερικό μονάδων είναι συναλλαγές προϊόντων, που κατά κανόνα καταγράφονται όταν θεσμικές μονάδες που λειτουργούν τόσο ως παραγωγοί όσο και ως τελικοί καταναλωτές επιλέγουν να αναλώσουν μέρος του προϊόντος που έχουν παραγάγει οι ίδιες. Αυτό συμβαίνει συχνά στην περίπτωση των νοικοκυριών και της γενικής κυβέρνησης.

1.69 Καταγράφεται όλη η παραγωγή για ίδιο λογαριασμό που χρησιμοποιείται για τελικές χρήσεις μέσα στην ίδια θεσμική μονάδα. Η παραγωγή για ίδιο λογαριασμό που χρησιμοποιείται για ενδιάμεση ανάλωση μέσα στην ίδια θεσμική μονάδα καταγράφεται μόνο όταν η παραγωγή και η ενδιάμεση ανάλωση πραγματοποιούνται σε διαφορετικές τοπικές ΜΟΔ στο εσωτερικό της ίδιας θεσμικής μονάδας. Το προϊόν που παράγεται και χρησιμοποιείται ως ενδιάμεση ανάλωση στο εσωτερικό της ίδιας τοπικής ΜΟΔ δεν καταγράφεται.

1.70 Οι συναλλαγές είναι χρηματικές συναλλαγές, όταν οι εμπλεκόμενες μονάδες καταβάλλουν ή εισπράττουν πληρωμές ή αναλαμβάνουν υποχρεώσεις ή αποκτούν περιουσιακά στοιχεία, εκφρασμένα σε νομισματικές μονάδες.

Οι συναλλαγές που δεν περιλαμβάνουν την ανταλλαγή μετρητών ή περιουσιακών στοιχείων ή υποχρεώσεων εκφρασμένων σε νομισματικές μονάδες είναι μη χρηματικές συναλλαγές. Οι συναλλαγές στο εσωτερικό των μονάδων είναι μη χρηματικές συναλλαγές. Μη χρηματικές συναλλαγές όπου εμπλέκονται περισσότερες από μία θεσμικές μονάδες εμφανίζονται στις συναλλαγές προϊόντων [ανταλλαγή προϊόντων (αντιπραγματισμός)], τις διανεμητικές συναλλαγές (αμοιβή σε είδος, μεταβιβάσεις σε είδος κ.λπ.) και τις λοιπές συναλλαγές (ανταλλαγή μη παραχθέντων μη χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων). Το σύστημα ΕΣΛ 2010 καταγράφει όλες τις συναλλαγές σε νομισματικούς όρους. Επομένως, οι αξίες που θα πρέπει να καταγράφονται για τις μη χρηματικές συναλλαγές πρέπει να μετρούνται έμμεσα ή να εκτιμώνται με άλλους τρόπους.

1.71 Οι συναλλαγές στις οποίες συμμετέχουν περισσότερες από μία μονάδες είναι δύο ειδών. Μπορεί να είναι «κάτι για κάτι», δηλαδή συναλλαγές με κάποιο αντιστάθμισμα, ή μπορεί να είναι «κάτι για τίποτα», δηλαδή συναλλαγές χωρίς αντιστάθμισμα. Οι πρώτες είναι ανταλλαγές μεταξύ θεσμικών μονάδων, δηλ. παροχή αγαθών, υπηρεσιών ή περιουσιακών στοιχείων έναντι κάποιου αντισταθμίσματος, π.χ. χρήματος. Οι δεύτερες είναι πληρωμές σε χρήμα ή σε είδος από μια θεσμική μονάδα προς άλλη χωρίς αντιστάθμισμα. Συναλλαγές με αντιστάθμισμα απαντούν και στις τέσσερις ομάδες συναλλαγών, ενώ οι συναλλαγές χωρίς αντιστάθμισμα είναι κυρίως διανεμητικές συναλλαγές, για παράδειγμα, φόροι, παροχές κοινωνικής πρόνοιας ή δωρεές. Οι εν λόγω συναλλαγές χωρίς αντιστάθμισμα ονομάζονται μεταβιβάσεις.

1.72 Οι συναλλαγές καταγράφονται με τον ίδιο τρόπο όπως εμφανίζονται στις εμπλεκόμενες θεσμικές μονάδες. Ωστόσο, ορισμένες συναλλαγές αναδιαρθρώνονται έτσι ώστε να εμφανιστούν σαφέστερα οι υποκείμενες οικονομικές σχέσεις. Η αναδιάρθρωση των συναλλαγών μπορεί να γίνει με τρεις τρόπους: αναδρομολόγηση, επιμερισμό και προσδιορισμό του κύριου μέρους μιας συναλλαγής.

1.73 Μια συναλλαγή που εμφανίζεται για τις εμπλεκόμενες μονάδες σαν να πραγματοποιείται απευθείας μεταξύ των μονάδων Α και Γ μπορεί να καταγραφεί στους λογαριασμούς σαν να πραγματοποιείται έμμεσα μέσω μιας τρίτης μονάδας Β. Έτσι, η μία συναλλαγή μεταξύ των Α και Γ καταγράφεται ως δύο συναλλαγές: μία μεταξύ Α και Β και μία μεταξύ Β και Γ. Στην περίπτωση αυτή, η συναλλαγή υφίσταται αναδρομολόγηση.

1.74 Παράδειγμα αναδρομολόγησης είναι ο τρόπος που καταγράφονται στους λογαριασμούς οι εργοδοτικές κοινωνικές εισφορές που καταβάλλονται απευθείας από τους εργοδότες στους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης. Το σύστημα καταγράφει αυτές τις πληρωμές ως δύο συναλλαγές: οι εργοδότες καταβάλλουν τις εργοδοτικές κοινωνικές εισφορές στους εργαζομένους τους και οι εργαζόμενοι καταβάλλουν τις ίδιες εισφορές στους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης. Όπως συμβαίνει με κάθε αναδρομολόγηση, ο σκοπός είναι να αναδειχθεί η οικονομική ουσία που βρίσκεται πίσω από τη συναλλαγή, που, στην προκειμένη περίπτωση, είναι η παρουσίαση των εργοδοτικών κοινωνικών εισφορών ως εισφορών που καταβάλλονται υπέρ των εργαζομένων.

1.75 Ένας άλλος τύπος αναδρομολόγησης είναι να καταγράφονται οι συναλλαγές σαν να πραγματοποιούνται μεταξύ δύο ή περισσότερων θεσμικών μονάδων, μολονότι, σύμφωνα με τα εμπλεκόμενα μέρη, δεν πραγματοποιείται καμία συναλλαγή. Σχετικό παράδειγμα είναι η αντιμετώπιση του εισοδήματος περιουσίας ορισμένων ασφαλιστικών ταμείων, το οποίο παρακρατείται από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις. Το σύστημα καταγράφει αυτό το εισόδημα περιουσίας σαν να καταβάλλεται από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις στους κατόχους ασφαλιστήριων συμβολαίων, οι οποίοι, με τη σειρά τους, επιστρέφουν το ίδιο ποσό στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις ως συμπληρωματικά ασφάλιστρα.

1.76 Όταν μια συναλλαγή που εμφανίζεται για τα εμπλεκόμενα μέρη ως μία μόνο συναλλαγή καταγράφεται ως δύο ή περισσότερες συναλλαγές που ταξινομούνται διαφορετικά, η συναλλαγή υφίσταται επιμερισμό. Ο επιμερισμός δεν σημαίνει την εμπλοκή πρόσθετων μονάδων στις συναλλαγές.

1.77 Η πληρωμή ασφαλίστρων για ασφαλίσεις κατά ζημιών είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση επιμερισμένης συναλλαγής. Μολονότι οι κάτοχοι ασφαλιστήριων συμβολαίων και οι ασφαλιστές θεωρούν τις πληρωμές αυτές ως μία συναλλαγή, το σύστημα ΕΣΛ 2010 τις διαιρεί σε δύο διαφορετικές συναλλαγές: πληρωμές για την παροχή υπηρεσιών ασφάλισης κατά ζημιών και καθαρά ασφάλιστρα για ασφαλίσεις κατά ζημιών. Η καταγραφή της πώλησης ενός προϊόντος ως πώλησης του προϊόντος και πώλησης ενός εμπορικού περιθωρίου είναι άλλο ένα παράδειγμα επιμερισμού.

1.78 Όταν μια μονάδα πραγματοποιεί μια συναλλαγή για λογαριασμό άλλης μονάδας (της κύριας) και χρηματοδοτείται απ’ αυτή τη μονάδα, η συναλλαγή καταγράφεται αποκλειστικά στους λογαριασμούς του κύριου μέρους. Κατά κανόνα, δεν θα πρέπει κανείς να παρακάμπτει αυτή την αρχή προσπαθώντας, για παράδειγμα, να καταχωρίζει φόρους ή επιδοτήσεις στους τελικούς πληρωτές ή στους τελικούς δικαιούχους με βάση την υιοθέτηση παραδοχών.

Σχετικό παράδειγμα είναι η είσπραξη φόρων από μια μονάδα της γενικής κυβέρνησης για λογαριασμό άλλης. Ο φόρος καταχωρίζεται στη μονάδα γενικής κυβέρνησης η οποία:

α) ασκεί την εξουσία επιβολής του φόρου (είτε ως κύρια μονάδα είτε με εξουσιοδότηση της κύριας μονάδας) και

β) έχει την τελική διακριτική ευχέρεια να καθορίσει και να διαφοροποιήσει τον συντελεστή του φόρου.

1.79 Σύμφωνα με τον ορισμό της συναλλαγής, οποιαδήποτε αλληλεπίδραση μεταξύ θεσμικών μονάδων πρέπει να γίνεται με κοινή συμφωνία. Όταν πραγματοποιείται μια συναλλαγή με κοινή συμφωνία, εννοείται ότι οι θεσμικές μονάδες γνωρίζουν γι’ αυτήν και συγκατατίθενται. Οι πληρωμές φόρων, των προστίμων και κυρώσεων γίνονται με κοινή συμφωνία υπό την έννοια ότι ο υπόχρεος είναι πολίτης που υπόκειται στη νομοθεσία της χώρας. Ωστόσο, η κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων χωρίς αποζημίωση δεν θεωρείται συναλλαγή, ακόμη και αν επιβάλλεται από τον νόμο.

Οι παράνομες οικονομικές ενέργειες θεωρούνται συναλλαγές όταν όλες οι εμπλεκόμενες μονάδες ενεργούν κατόπιν κοινής συμφωνίας. Έτσι, οι αγορές, οι πωλήσεις ή οι ανταλλαγές παράνομων ναρκωτικών ή κλοπιμαίων είναι συναλλαγές, ενώ η κλοπή δεν είναι.

1.80 Οι λοιπές μεταβολές περιουσιακών στοιχείων καταγράφουν τις μεταβολές που δεν είναι αποτέλεσμα συναλλαγών. Πρόκειται:

α) είτε για λοιπές μεταβολές του όγκου περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων· or

β) είτε για κέρδη και ζημίες διακράτησης.

1.81 Οι λοιπές μεταβολές του όγκου περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων καταγράφουν τις μεταβολές που υποδιαιρούνται σε τρεις βασικές κατηγορίες:

α) κανονική εμφάνιση και εξαφάνιση περιουσιακών στοιχείων με τρόπους διαφορετικούς από τις συναλλαγές·

β) μεταβολές στα περιουσιακά στοιχεία και τις υποχρεώσεις λόγω εξαιρετικών, μη αναμενόμενων γεγονότων μη οικονομικού χαρακτήρα·

γ) μεταβολές ταξινόμησης και δομής.

1.82 Παραδείγματα μεταβολών της κατηγορίας που αναφέρεται στο σημείο α) της παραγράφου 1.81 είναι η ανακάλυψη ή η εξάντληση πόρων του υπεδάφους και η φυσική αύξηση μη καλλιεργούμενων βιολογικών πόρων. Παραδείγματα μεταβολών της κατηγορίας που αναφέρεται στο σημείο β) της παραγράφου 1.81 είναι οι απώλειες περιουσιακών στοιχείων λόγω φυσικών καταστροφών, πολέμου ή σοβαρών εγκληματικών ενεργειών. Η μονομερής ακύρωση χρέους και η κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων χωρίς αποζημίωση ανήκουν επίσης στην κατηγορία β). Παράδειγμα μεταβολών της κατηγορίας που αναφέρεται στο σημείο γ) της παραγράφου 1.81 είναι η αναταξινόμηση μιας θεσμικής μονάδας από έναν τομέα σε άλλον.

1.83 Τα κέρδη και οι ζημίες διακράτησης είναι αποτέλεσμα μεταβολών των τιμών των περιουσιακών στοιχείων. Αφορούν όλα τα είδη χρηματοοικονομικών και μη χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων, καθώς και τις υποχρεώσεις. Τα κέρδη και οι ζημίες διακράτησης προκύπτουν για τους κατόχους περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων αποκλειστικά ως αποτέλεσμα της διακράτησης των περιουσιακών στοιχείων ή των υποχρεώσεων για κάποιο χρονικό διάστημα, χωρίς να τα μετασχηματίζουν με οποιονδήποτε τρόπο.

1.84 Τα κέρδη και οι ζημίες διακράτησης που μετρούνται με βάση τις τρέχουσες αγοραίες τιμές καλούνται ονομαστικά κέρδη και ζημίες διακράτησης. Αυτά μπορούν να αναλυθούν σε ουδέτερα κέρδη και ζημίες διακράτησης, που αντανακλούν τις μεταβολές του γενικού επιπέδου τιμών, και σε πραγματικά κέρδη και ζημίες διακράτησης, που αντανακλούν μεταβολές των τιμών των περιουσιακών στοιχείων πάνω από τη μεταβολή του γενικού επιπέδου τιμών.

Αποθέματα

1.85 Τα αποθέματα είναι τα περιουσιακά στοιχεία και οι υποχρεώσεις που κατέχει κάποιος σε μια χρονική στιγμή. Τα αποθέματα καταγράφονται στην αρχή και στο τέλος κάθε λογιστικής περιόδου. Οι λογαριασμοί που παρουσιάζουν τα αποθέματα καλούνται ισολογισμοί.

1.86 Καταγράφονται επίσης αποθέματα για τον πληθυσμό και την απασχόληση. Εντούτοις, τα αποθέματα αυτά καταγράφονται ως μέσες τιμές για όλη τη λογιστική περίοδο. Καταγράφονται αποθέματα για όλα τα περιουσιακά στοιχεία που εμπίπτουν στα όρια του συστήματος· δηλ. για χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις και για μη χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία, τόσο παραχθέντα όσο και μη παραχθέντα. Ωστόσο, η κάλυψη περιορίζεται στα περιουσιακά στοιχεία που χρησιμοποιούνται στην οικονομική δραστηριότητα και που υπόκεινται σε δικαιώματα κυριότητας.

1.87 Έτσι, δεν καταγράφονται αποθέματα για περιουσιακά στοιχεία όπως το ανθρώπινο δυναμικό και οι φυσικοί πόροι που δεν ανήκουν σε κανέναν.

Μέσα στα όριά του, το σύστημα ΕΣΛ 2010 καταγράφει διεξοδικά το σύνολο και των ροών και των αποθεμάτων. Αυτό σημαίνει ότι όλες οι μεταβολές αποθεμάτων μπορούν να εξηγηθούν πλήρως με τις καταγραφείσες ροές.

Το σύστημα λογαριασμών και τα συγκεντρωτικά μεγέθη

Λογιστικοί κανόνες

1.88 Ο λογαριασμός καταγράφει τις μεταβολές της αξίας μιας μονάδας η ενός τομέα σε ανάλογα με τη φύση των οικονομικών ροών που εμφανίζονται στον λογαριασμό. Πρόκειται για πίνακα με δύο στήλες. Οι τρέχοντες λογαριασμοί είναι εκείνοι που παρουσιάζουν την παραγωγή, τη δημιουργία και την κατανομή του εισοδήματος, τη διανομή και την αναδιανομή του εισοδήματος, καθώς και τη χρήση του. Οι λογαριασμοί συσσώρευσης είναι οι λογαριασμοί κεφαλαίου και οι χρηματοοικονομικοί λογαριασμοί, καθώς και οι λοιποί λογαριασμοί μεταβολών του όγκου.

1.89 Το σύστημα ΕΣΛ 2010 χρησιμοποιεί τον όρο «πόροι» για τη δεξιά πλευρά των τρεχόντων λογαριασμών, όπου εμφανίζονται οι συναλλαγές που αυξάνουν την οικονομική αξία μιας μονάδας ή ενός τομέα. Η αριστερή πλευρά των λογαριασμών δείχνει τις «χρήσεις», δηλαδή τις συναλλαγές που μειώνουν την οικονομική αξία. Η δεξιά πλευρά των λογαριασμών συσσώρευσης καλείται «μεταβολές των υποχρεώσεων και της καθαρής θέσης», ενώ η αριστερή πλευρά καλείται «μεταβολές περιουσιακών στοιχείων». Οι ισολογισμοί εμφανίζονται με τις «υποχρεώσεις και την καθαρή θέση» (που είναι η διαφορά μεταξύ περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων) στη δεξιά πλευρά και τα «περιουσιακά στοιχεία» στην αριστερή. Η σύγκριση δύο διαδοχικών ισολογισμών δείχνει τις μεταβολές των υποχρεώσεων και της καθαρής θέσης καθώς και τις μεταβολές των περιουσιακών στοιχείων.

1.90 Στο ΕΣΛ γίνεται διάκριση μεταξύ νομικής κυριότητας και οικονομικής κυριότητας. Το κριτήριο για την καταγραφή της μεταβίβασης αγαθών από μια μονάδα σε άλλη είναι ότι η οικονομική κυριότητα περνά από τη μία στην άλλη. Ο νόμιμος κύριος είναι η μονάδα που δικαιούται, βάσει του νόμου, να απολαμβάνει τα οφέλη που απορρέουν από την κατοχή του αγαθού. Ωστόσο, ο νόμιμος κύριος μπορεί να συμβληθεί με άλλη μονάδα ώστε η εν λόγω μονάδα να αποδεχθεί τους κινδύνους και τα οφέλη από τη χρήση των αγαθών στην παραγωγή, έναντι συμφωνηθείσας πληρωμής. Πρόκειται για συμφωνία χρηματοδοτικής μίσθωσης, στο πλαίσιο της οποίας οι πληρωμές αντικατοπτρίζουν μόνο τη διάθεση του περιουσιακού στοιχείου από τον εκμισθωτή στον μισθωτή. Για παράδειγμα, όταν μια τράπεζα έχει τη νομική κυριότητα ενός αεροσκάφους, αλλά συνάπτει σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης με αεροπορική εταιρεία για τη λειτουργία του αεροσκάφους, τότε η αεροπορική εταιρεία φέρεται ως ιδιοκτήτρια του αεροσκάφους όσον αφορά τις συναλλαγές στους λογαριασμούς. Παράλληλα, καθώς η αεροπορική εταιρία εμφανίζεται ότι αγοράζει το αεροσκάφος, τεκμαίρεται δάνειο από την τράπεζα προς την αεροπορική εταιρεία, το οποίο αντικατοπτρίζει τα οφειλόμενα στο μέλλον ποσά για τη χρήση του αεροσκάφους.

1.91 Για μια μονάδα ή έναν τομέα, οι εθνικοί λογαριασμοί βασίζονται στην αρχή της διπλογραφίας. Κάθε συναλλαγή πρέπει να καταγράφεται δύο φορές, μία φορά ως πόρος (ή ως μεταβολή υποχρεώσεων) και μία φορά ως χρήση (ή ως μεταβολή περιουσιακών στοιχείων). Το σύνολο των συναλλαγών που καταγράφονται ως πόροι ή μεταβολές υποχρεώσεων και το σύνολο των συναλλαγών που καταγράφονται ως χρήσεις ή μεταβολές περιουσιακών στοιχείων πρέπει να ισούνται μεταξύ τους, πράγμα που επιτρέπει τον έλεγχο της συνέπειας των λογαριασμών.

1.92 Οι εθνικοί λογαριασμοί —με όλες τις μονάδες και όλους τους τομείς— βασίζονται στην αρχή της τετραπλογραφίας, δεδομένου ότι οι περισσότερες συναλλαγές αφορούν δύο θεσμικές μονάδες. Κάθε συναλλαγή πρέπει να καταγράφεται δύο φορές από τα δύο μέρη που υπεισέρχονται στη συναλλαγή. Για παράδειγμα, μια κοινωνική παροχή σε χρήμα που καταβάλλεται από μονάδα της γενικής κυβέρνησης σε νοικοκυριό καταγράφεται στους λογαριασμούς της γενικής κυβέρνησης ως χρήση στο πλαίσιο των μεταβιβάσεων και ως αρνητική απόκτηση περιουσιακών στοιχείων στο πλαίσιο των μετρητών και των καταθέσεων· στους λογαριασμούς του τομέα των νοικοκυριών καταγράφεται ως πόρος στις μεταβιβάσεις και ως απόκτηση περιουσιακών στοιχείων στα μετρητά και τις καταθέσεις.

1.93 Οι συναλλαγές στο εσωτερικό της ίδιας μονάδας (όπως η ανάλωση προϊόντος από την ίδια μονάδα που το παρήγαγε) απαιτούν μόνο δύο εγγραφές, οι αξίες των οποίων πρέπει να υπολογίζονται κατ’ εκτίμηση.

Αποτίμηση

1.94 Με εξαίρεση ορισμένες μεταβλητές που αφορούν τον πληθυσμό και την εργασία, το σύστημα ΕΣΛ 2010 εμφανίζει όλες τις ροές και όλα τα αποθέματα σε νομισματικούς όρους. Οι ροές και τα αποθέματα μετρούνται σύμφωνα με την ανταλλακτική αξία τους, δηλ. την αξία με την οποία οι ροές και τα αποθέματα ανταλλάσσονται ή θα μπορούσαν να ανταλλαγούν με χρήματα. Έτσι, οι αγοραίες τιμές είναι το βασικό στοιχείο αναφοράς του ΕΣΛ για την αποτίμηση.

1.95 Στην περίπτωση των χρηματικών συναλλαγών και των χρηματικών διαθεσίμων και χρηματικών υποχρεώσεων, οι απαιτούμενες αξίες είναι άμεσα διαθέσιμες. Στις περισσότερες άλλες περιπτώσεις η προτιμώμενη μέθοδος αποτίμησης είναι η αναφορά σε αγοραίες τιμές για ανάλογα αγαθά, υπηρεσίες ή περιουσιακά στοιχεία. Η μέθοδος αυτή χρησιμοποιείται π.χ. για τις ανταλλαγές σε είδος (αντιπραγματισμός) και για τις υπηρεσίες στέγασης λόγω ιδιοκατοίκησης. Όταν δεν είναι διαθέσιμες αγοραίες τιμές για ανάλογα προϊόντα, π.χ. στην περίπτωση μη εμπορεύσιμων υπηρεσιών που παράγονται από τη γενική κυβέρνηση, γίνεται αποτίμηση με βάση το συνολικό κόστος παραγωγής. Αν δεν υπάρχει αγοραία τιμή στην οποία να γίνει αναφορά, οι ροές και τα αποθέματα μπορούν να αποτιμώνται με βάση την προεξοφλημένη παρούσα αξία των προσδοκώμενων μελλοντικών προσόδων. Η τελευταία αυτή μέθοδος πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο ως τελευταία λύση.

1.96 Τα αποθέματα αποτιμώνται σε τρέχουσες τιμές κατά τη χρονική στιγμή στην οποία αναφέρεται ο ισολογισμός και όχι τη στιγμή παραγωγής ή απόκτησης των αγαθών ή των περιουσιακών στοιχείων που απαρτίζουν τα αποθέματα. Είναι απαραίτητη η αποτίμηση των αποθεμάτων με βάση την κατ’ εκτίμηση τρέχουσα αξία απόκτησης ή το τρέχον κόστος παραγωγής.

1.97 Ως αποτέλεσμα του κόστους μεταφοράς, των εμπορικών περιθωρίων και των φόρων μείον τις επιδοτήσεις επί των προϊόντων, ο παραγωγός και ο χρήστης ενός δεδομένου προϊόντος συνήθως βλέπουν διαφορετικά την αξία του. Για να συμβαδίζει όσο το δυνατόν περισσότερο με τις απόψεις των δύο μερών της συναλλαγής, το σύστημα ΕΣΛ 2010 καταγράφει όλες τις χρήσεις σε τιμές αγοραστή, που περιλαμβάνουν το κόστος μεταφοράς, τα εμπορικά περιθώρια και τους φόρους μείον τις επιδοτήσεις επί των προϊόντων, ενώ η παραγωγή καταγράφεται σε βασικές τιμές, που δεν περιλαμβάνουν τα ανωτέρω στοιχεία.

1.98 Οι εισαγωγές και οι εξαγωγές προϊόντων καταγράφονται με βάση την αξία τους στα σύνορα. Οι συνολικές εισαγωγές και εξαγωγές αποτιμώνται στα τελωνειακά σύνορα του εξαγωγέα ή ελεύθερα στο πλοίο (FOB). Οι αλλοδαπές υπηρεσίες μεταφορών και ασφάλισης μεταξύ των συνόρων του εισαγωγέα και του εξαγωγέα δεν περιλαμβάνονται στην αξία των εμπορευμάτων, αλλά καταγράφονται στις υπηρεσίες. Επειδή μπορεί να μην είναι δυνατή η διάθεση των αξιών FOB για λεπτομερείς αναλύσεις των προϊόντων, οι πίνακες που περιέχουν πληροφορίες για το εξωτερικό εμπόριο παρουσιάζουν τις εισαγωγές αποτιμημένες στα τελωνειακά σύνορα του εισαγωγέα (αξία CIF). Όλες οι υπηρεσίες μεταφορών και ασφάλισης μέχρι τα σύνορα του εισαγωγέα περιλαμβάνονται στην αξία των εισαγόμενων αγαθών. Αν οι υπηρεσίες αυτές αφορούν εγχώριες υπηρεσίες, στην παρουσίαση αυτή γίνεται μια συνολική προσαρμογή FOB/CIF.

1.99 Η αποτίμηση σε σταθερές τιμές σημαίνει την αποτίμηση των ροών και των αποθεμάτων σε μια λογιστική περίοδο με βάση τις τιμές μιας προηγούμενης περιόδου. Ο σκοπός της αποτίμησης σε σταθερές τιμές είναι η ανάλυση των διαχρονικών μεταβολών των αξιών των ροών και των αποθεμάτων σε μεταβολές της τιμής και μεταβολές του όγκου. Οι ροές και τα αποθέματα σε σταθερές τιμές εκφράζονται με βάση τον όγκο.

1.100 Πολλές ροές και αποθέματα, π.χ. το εισόδημα, δεν έχουν δικές τους διαστάσεις τιμής και ποσότητας. Ωστόσο, η αγοραστική δύναμη αυτών των μεταβλητών μπορεί να προσδιοριστεί με τον αποπληθωρισμό των τρεχουσών αξιών με βάση έναν κατάλληλο δείκτη τιμών, π.χ. τον δείκτη τιμών για τελικές εθνικές χρήσεις, με εξαίρεση τις μεταβολές σε αποθέματα. Οι αποπληθωρισμένες ροές και αποθέματα εκφράζονται επίσης σε πραγματικούς όρους. Παράδειγμα αποτελεί το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα.

Χρόνος καταγραφής

1.101 Οι ροές καταγράφονται σε δεδουλευμένη βάση: δηλαδή όταν δημιουργείται, μετασχηματίζεται ή εξαφανίζεται η οικονομική αξία, ή όταν εμφανίζονται, μετασχηματίζονται ή διαγράφονται απαιτήσεις και υποχρεώσεις.

1.102 Το προϊόν καταγράφεται όταν παράγεται και όχι όταν το πληρώνει ο αγοραστής. Η πώληση ενός περιουσιακού στοιχείου καταγράφεται όταν αλλάζει κυριότητα το περιουσιακό στοιχείο και όχι όταν πραγματοποιείται η αντίστοιχη πληρωμή. Οι τόκοι καταγράφονται κατά τη λογιστική περίοδο την οποία αφορούν, ασχέτως του αν πραγματικά πληρώνονται ή όχι κατά την περίοδο αυτή. Η καταγραφή σε δεδουλευμένη βάση εφαρμόζεται σε όλες τις ροές, τόσο νομισματικές όσο και μη νομισματικές, καθώς και στο εσωτερικό μιας μονάδας ή μεταξύ μονάδων.

1.103 Ενδέχεται να κριθεί αναγκαία η ελαστική εφαρμογή αυτής της προσέγγισης για τους φόρους και τις λοιπές ροές που αφορούν τη γενική κυβέρνηση, που συχνά καταγράφονται στους λογαριασμούς της γενικής κυβέρνησης σε ταμειακή βάση. Ενδέχεται να είναι δύσκολο να γίνει ακριβής μετατροπή αυτών των ροών από ταμειακή σε δεδουλευμένη βάση και, ως εκ τούτου, μπορεί να χρησιμοποιείται μια προσεγγιστική μέθοδος.

1.104 Κατά παρέκκλιση από τη γενική αρχή που διέπει την καταγραφή των φόρων και των κοινωνικών εισφορών, οι πληρωτέοι στη γενική κυβέρνηση φόροι και κοινωνικές εισφορές μπορούν να καταγράφονται είτε χωρίς το τμήμα που δεν προβλέπεται να εισπραχθεί είτε με το τμήμα αυτό. Αν το εν λόγω τμήμα περιλαμβάνεται, θα πρέπει να εξουδετερώνεται στην ίδια λογιστική περίοδο με κάποια κεφαλαιακή μεταβίβαση από τη γενική κυβέρνηση προς τους σχετικούς τομείς.

1.105 Οι ροές πρέπει να καταγράφονται στην ίδια χρονική στιγμή για όλες τις εμπλεκόμενες θεσμικές μονάδες και σε όλους τους λογαριασμούς. Οι θεσμικές μονάδες δεν εφαρμόζουν πάντα τους ίδιους λογιστικούς κανόνες. Ακόμη και αν τους εφαρμόζουν, ενδέχεται να εμφανιστούν διαφορές στην καταγραφή για πρακτικούς λόγους, όπως η καθυστέρηση στην επικοινωνία. Κατά συνέπεια, οι συναλλαγές μπορεί να καταγράφονται σε διαφορετικούς χρόνους από τους σχετικούς συναλλασσομένους. Αυτές οι αναντιστοιχίες πρέπει να εξαλείφονται με προσαρμογές.

Ενοποίηση και εκκαθαριστικός συμψηφισμός

1.106 Η ενοποίηση αφορά την εξάλειψη, τόσο από τις χρήσεις όσο και από τους πόρους, των συναλλαγών που πραγματοποιούνται μεταξύ μονάδων, όταν οι μονάδες αυτές ομαδοποιούνται, και την εξάλειψη των αντίστοιχων χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων. Αυτό συμβαίνει συνήθως όταν συνδυάζονται οι λογαριασμοί των υποτομέων της γενικής κυβέρνησης.

1.107 Για λόγους αρχής, οι ροές και τα αποθέματα μεταξύ μονάδων που απαρτίζουν υποτομείς ή τομείς, δεν πρέπει να ενοποιούνται.

1.108 Ωστόσο, μπορούν να καταρτιστούν ενοποιημένοι λογαριασμοί για συμπληρωματικές παρουσιάσεις και αναλύσεις. Οι πληροφορίες για τις συναλλαγές αυτών των (υπο)τομέων με άλλους τομείς και η αντίστοιχη «εξωτερική» χρηματοοικονομική θέση μπορεί να έχουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον από τα συνολικά ακαθάριστα στοιχεία.

1.109 Επιπλέον, οι λογαριασμοί και οι πίνακες που παρουσιάζουν τη σχέση πιστωτή/οφειλέτη παρέχουν αναλυτική εικόνα της χρηματοδότησης της οικονομίας και θεωρούνται πολύ χρήσιμοι για την κατανόηση των διαύλων μέσω των οποίων τα χρηματοοικονομικά πλεονάσματα κινούνται από τους τελικούς δανειστές προς τους τελικούς δανειζόμενους.

1.110 Οι επιμέρους μονάδες ή τομείς μπορεί να έχουν το ίδιο είδος συναλλαγής τόσο ως χρήση όσο και ως πόρο (π.χ. πληρώνουν αλλά και εισπράττουν τόκους) και το ίδιο είδος χρηματοοικονομικού μέσου τόσο ως περιουσιακό στοιχείο όσο και ως υποχρέωση. Η προσέγγιση στο ΕΣΛ είναι η καταγραφή των μεγεθών ως ακαθάριστων, με εξαίρεση τον εκκαθαριστικό συμψηφισμό που ενυπάρχει στις ίδιες τις ταξινομήσεις.

1.111 Ο εκκαθαριστικός συμψηφισμός περιλαμβάνεται σιωπηρά σε διάφορες κατηγορίες συναλλαγών, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τις «μεταβολές αποθεμάτων», που υπογραμμίζει τον αναλυτικά σημαντικό χαρακτήρα του συνολικού σχηματισμού κεφαλαίου σε σχέση με την παρακολούθηση των καθημερινών προσθηκών και αφαιρέσεων. Επίσης, με ελάχιστες εξαιρέσεις, ο χρηματοοικονομικός λογαριασμός και οι λογαριασμοί λοιπόν μεταβολών των περιουσιακών στοιχείων καταγράφουν τις αυξήσεις των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων ως καθαρές, εμφανίζοντας τις τελικές συνέπειες αυτών των ειδών των ροών στο τέλος της λογιστικής περιόδου.

Λογαριασμοί, εξισωτικά μεγέθη και συγκεντρωτικά μεγέθη

1.112 Για τις μονάδες ή τις ομάδες μονάδων, διαφορετικοί λογαριασμοί καταγράφουν συναλλαγές οι οποίες συνδέονται με μια πτυχή της οικονομικής ζωής (π.χ. την παραγωγή). Στον λογαριασμό της παραγωγής, οι συναλλαγές δεν θα παρουσιάζουν ισορροπία (δηλαδή δεν θα είναι ισοσκελισμένες) μεταξύ των χρήσεων και των πόρων χωρίς την εισαγωγή ενός εξισωτικού μεγέθους. Ομοίως, μεταξύ του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων και του συνόλου των υποχρεώσεων μιας θεσμικής μονάδας ή τομέα πρέπει να εισάγεται ένα εξισωτικό μέγεθος (καθαρή θέση). Τα εξισωτικά μεγέθη είναι από τη φύση τους χρήσιμα μεγέθη μέτρησης των οικονομικών επιδόσεων. Όταν αθροίζονται για το σύνολο της οικονομίας, αποτελούν σημαντικά συγκεντρωτικά μεγέθη.

Ακολουθία λογαριασμών

1.113 Το σύστημα ΕΣΛ 2010 βασίζεται σε μια ακολουθία αλληλένδετων λογαριασμών. Η πλήρης ακολουθία λογαριασμών γα τις θεσμικές μονάδες και τους τομείς αποτελείται από τρέχοντες λογαριασμούς, λογαριασμούς συσσώρευσης και ισολογισμούς.

1.114 Οι τρέχοντες λογαριασμοί αφορούν την παραγωγή, τη δημιουργία, διανομή και αναδιανομή εισοδήματος και τη χρήση αυτού του εισοδήματος με τη μορφή τελικής κατανάλωσης. Οι λογαριασμοί συσσώρευσης καλύπτουν τις μεταβολές των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων και τις μεταβολές της καθαρής θέσης (που είναι η διαφορά, για κάθε θεσμική μονάδα ή ομάδα μονάδων, μεταξύ των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων). Οι ισολογισμοί παρουσιάζουν τα αποθέματα των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων και την καθαρή θέση.

1.115 Η ακολουθία λογαριασμών για τις τοπικές ΜΟΔ και τους κλάδους οικονομικής δραστηριότητας περιορίζεται στους πρώτους τρέχοντες λογαριασμούς: λογαριασμό παραγωγής και λογαριασμό δημιουργίας εισοδήματος, όπου εξισωτικό μέγεθος είναι το λειτουργικό πλεόνασμα.

Ο λογαριασμός αγαθών και υπηρεσιών

1.116 Ο λογαριασμός αγαθών και υπηρεσιών εμφανίζει, για την οικονομία ως σύνολο ή για ομάδες προϊόντων, τους συνολικούς πόρους (παραγωγή και εισαγωγές) και τις συνολικές χρήσεις αγαθών και υπηρεσιών (ενδιάμεση ανάλωση, τελική κατανάλωση, μεταβολές αποθεμάτων, ακαθάριστο σχηματισμό πάγιου κεφαλαίου, αποκτήσεις μείον διαθέσεις τιμαλφών, και εξαγωγές). Ο λογαριασμός αυτός δεν είναι λογαριασμός κατά την έννοια των υπόλοιπων λογαριασμών της ακολουθίας και δεν δημιουργεί εξισωτικό μέγεθος που μεταβιβάζεται στον επόμενο λογαριασμό της ακολουθίας. Πρόκειται μάλλον για παρουσίαση, σε μορφή πίνακα, μιας λογιστικής ταυτότητας, σύμφωνα με την οποία η προσφορά είναι ίση με τη ζήτηση για όλα τα προϊόντα και τις ομάδες προϊόντων στην οικονομία.

Ο λογαριασμός της αλλοδαπής

1.117 Ο λογαριασμός της αλλοδαπής καλύπτει τις συναλλαγές μεταξύ θεσμικών μονάδων μόνιμων κατοίκων και μη μόνιμων κατοίκων και τα σχετικά αποθέματα περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων.

Δεδομένου ότι στη λογιστική δομή η αλλοδαπή διαδραματίζει ρόλο παρόμοιο με τον ρόλο θεσμικού τομέα, ο λογαριασμός της αλλοδαπής καταρτίζεται από την άποψη της αλλοδαπής. Ένας πόρος της αλλοδαπής είναι χρήση για το σύνολο της οικονομίας και αντιστρόφως. Αν ένα εξισωτικό μέγεθος είναι θετικό, αυτό σημαίνει πλεόνασμα για την αλλοδαπή και έλλειμμα για το σύνολο της οικονομίας, και αντιστρόφως αν το εξισωτικό μέγεθος είναι αρνητικό.

Ο λογαριασμός της αλλοδαπής διαφέρει από τους υπόλοιπους τομεακούς λογαριασμούς κατά το ότι δεν εμφανίζει όλες τις λογιστικές συναλλαγές που πραγματοποιούνται στην αλλοδαπή, αλλά μόνο εκείνες που έχουν αντίστοιχη συναλλαγή στην εγχώρια οικονομία η οποία μετριέται.

Εξισωτικά μεγέθη

1.118 Ένα εξισωτικό μέγεθος προκύπτει με την αφαίρεση της συνολικής αξίας των εγγραφών της μιας πλευράς ενός λογαριασμού από τη συνολική αξία της άλλης πλευράς.

Τα εξισωτικά μεγέθη ενσωματώνουν πολλές πληροφορίες και περιλαμβάνουν ορισμένες από τις πιο σημαντικές εγγραφές των λογαριασμών, όπως φαίνεται από τα ακόλουθα παραδείγματα εξισωτικών μεγεθών: προστιθέμενη αξία, λειτουργικό πλεόνασμα, διαθέσιμο εισόδημα, αποταμίευση, καθαρή ικανότητα χρηματοδότησης / καθαρή ανάγκη χρηματοδότησης.

Το ακόλουθο διάγραμμα παρουσιάζει την ακολουθία λογαριασμών υπό μορφή ροών (όλα τα εξισωτικά μεγέθη επισημαίνονται με έντονα στοιχεία).

image

1.119 Ο πρώτος λογαριασμός στην ακολουθία είναι ο λογαριασμός παραγωγής, ο οποίος καταγράφει την εκροή (παραγωγή) και τις εισροές της παραγωγικής διεργασίας, με εξισωτικό μέγεθος την προστιθέμενη αξία.

1.120 Η προστιθέμενη αξία μεταβιβάζεται στον επόμενο λογαριασμό, που είναι ο λογαριασμός δημιουργίας εισοδήματος. Εδώ καταγράφονται οι αμοιβές (εισόδημα εξαρτημένης εργασίας) των εργαζομένων που συμμετέχουν στην παραγωγική διεργασία, καθώς και οι φόροι που οφείλονται στη γενική κυβέρνηση λόγω της παραγωγής, έτσι ώστε το λειτουργικό πλεόνασμα (ή το μεικτό εισόδημα των αυτοαπασχολουμένων του τομέα των νοικοκυριών) να μπορεί να προκύψει ως το εξισωτικό μέγεθος για κάθε τομέα. Αυτό το στάδιο είναι αναγκαίο για να μπορεί να μετρηθεί το ποσό της προστιθέμενης αξίας που παραμένει στον τομέα ο οποίος παράγει ως λειτουργικό πλεόνασμα ή μεικτό εισόδημα.

1.121 Κατόπιν, η προστιθέμενη αξία, υποδιαιρούμενη μεταξύ εισοδήματος εξαρτημένης εργασίας, φόρων και λειτουργικού πλεονάσματος / μεικτού εισοδήματος, μεταβιβάζεται μ’ αυτή την υποδιαίρεση στον λογαριασμό διανομής πρωτογενούς εισοδήματος. Η υποδιαίρεση επιτρέπει την κατανομή κάθε εισοδηματικού παράγοντα στον τομέα που εισπράττει, σε αντιδιαστολή με τον τομέα που παράγει. Για παράδειγμα, όλα τα εισοδήματα εξαρτημένης εργασίας κατανέμονται μεταξύ του τομέα των νοικοκυριών και του τομέα της αλλοδαπής, ενώ το λειτουργικό πλεόνασμα παραμένει στον τομέα των εταιρειών όπου δημιουργείται. Επίσης, στον λογαριασμό αυτό καταγράφονται οι ροές εισοδήματος περιουσίας προς τον τομέα, καθώς και οι ροές που εξέρχονται από τον τομέα. Έτσι, το εξισωτικό μέγεθος είναι το ισοζύγιο πρωτογενών εισοδημάτων που εισρέουν στον τομέα.

1.122 Ο επόμενος λογαριασμός. δηλαδή ο λογαριασμός δευτερογενούς διανομής εισοδήματος, καταγράφει την αναδιανομή των εν λόγω εισοδημάτων μέσω των μεταβιβάσεων. Τα κύρια μέσα αναδιανομής είναι οι φόροι που επιβάλλονται από τη γενική κυβέρνηση στα νοικοκυριά και οι κοινωνικές παροχές προς τα νοικοκυριά. Το εξισωτικό μέγεθος είναι το διαθέσιμο εισόδημα.

1.123 Η κύρια ακολουθία των βασικών λογαριασμών συνεχίζεται με τον λογαριασμό χρήσης διαθέσιμου εισοδήματος· έναν σημαντικό λογαριασμό για τον τομέα των νοικοκυριών, δεδομένου ότι εδώ καταγράφεται η τελική δαπάνη των νοικοκυριών, με εξισωτικό μέγεθος την αποταμίευση των νοικοκυριών.

1.124 Συγχρόνως, δημιουργείται ένας παράλληλος λογαριασμός, ο λογαριασμός αναδιανομής εισοδήματος σε είδος. Ο λογαριασμός αυτός έχει τον ειδικό σκοπό να παρουσιάσει τις κοινωνικές μεταβιβάσεις σε είδος ως τεκμαρτή μεταβίβαση από τον τομέα της γενικής κυβέρνησης στον τομέα των νοικοκυριών, έτσι ώστε το εισόδημα των νοικοκυριών να μπορεί να αυξηθεί κατά την αξία των επιμέρους υπηρεσιών που παρέχονται από φορείς της γενικής κυβέρνησης. Στον επόμενο λογαριασμό (τον λογαριασμό χρήσης προσαρμοσμένου διαθέσιμου εισοδήματος) η χρήση του διαθέσιμου εισοδήματος από τα νοικοκυριά αυξάνει κατά το ίδιο ποσό, όπως θα συνέβαινε αν ο τομέας των νοικοκυριών αγόραζε τις επιμέρους υπηρεσίες που παρέχονται από τη γενική κυβέρνηση. Οι δύο αυτές τεκμαρτές μεταβιβάσεις εξουδετερώνονται, με εξισωτικό μέγεθος την αποταμίευση, ομοίως με την αποταμίευση στην κύρια ακολουθία λογαριασμών.

1.125 Η αποταμίευση μεταβιβάζεται στον λογαριασμό κεφαλαίου, όπου χρησιμοποιείται για τη χρηματοδότηση του σχηματισμού κεφαλαίου, επιτρέποντας κεφαλαιακές μεταβιβάσεις εντός και εκτός των τομέων. Η ελλιπής ή η υπερβολική δαπάνη για την απόκτηση πραγματικών περιουσιακών στοιχείων έχει ως αποτέλεσμα το εξισωτικό μέγεθος «καθαρή ικανότητα χρηματοδότησης ή καθαρή ανάγκη χρηματοδότησης». Η καθαρή ικανότητα χρηματοδότησης δανείων είναι πλεόνασμα που δανείζεται σε τρίτους, ενώ η καθαρή ανάγκη χρηματοδότησης είναι η χρηματοδότηση ενός ελλείμματος.

1.126 Στο τέλος εμφανίζονται οι χρηματοοικονομικοί λογαριασμοί, όπου παρουσιάζεται λεπτομερώς η χορήγηση και λήψη δανείων κάθε τομέα, με εξισωτικό μέγεθος την καθαρή ικανότητα ή ανάγκη χρηματοδότησης. Αυτό το μέγεθος θα πρέπει να ταυτίζεται με το εξισωτικό μέγεθος «καθαρή ικανότητα χρηματοδότησης / καθαρή ανάγκη χρηματοδότησης» του λογαριασμού κεφαλαίου, ενώ οποιαδήποτε διαφορά πρέπει να είναι απόκλιση μέτρησης μεταξύ πραγματικής και χρηματοοικονομικής καταγραφής της οικονομικής δραστηριότητας.

1.127 Όσον αφορά την τελευταία γραμμή του διαγράμματος, ο λογαριασμός αριστερά είναι ο ισολογισμός ανοίγματος, ο οποίος δείχνει το επίπεδο όλων των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων, τόσο πραγματικών όσο και χρηματοοικονομικών, στην αρχή μιας συγκεκριμένης περιόδου. Ο πλούτος μιας οικονομίας μετριέται με την καθαρή θέση της (περιουσιακά στοιχεία μείον υποχρεώσεις), που καταγράφεται στο κάτω μέρος του ισολογισμού.

1.128 Από τα αριστερά προς τα δεξιά των ισολογισμών ανοίγματος καταγράφονται οι διάφορες μεταβολές που συμβαίνουν στα περιουσιακά στοιχεία και τις υποχρεώσεις κατά την περίοδο του λογαριασμού. Ο λογαριασμός κεφαλαίου και ο χρηματοοικονομικός λογαριασμός παρουσιάζουν τις μεταβολές λόγω συναλλαγών στα πραγματικά περιουσιακά στοιχεία και στα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις αντίστοιχα. Αν δεν υπήρχαν άλλες συνέπειες, αυτό θα επέτρεπε να υπολογίζεται άμεσα η θέση κλεισίματος, προσθέτοντας τις μεταβολές στη θέση ανοίγματος.

1.129 Ωστόσο, μπορούν να συμβούν μεταβολές εκτός του οικονομικού κύκλου παραγωγής και κατανάλωσης, οι οποίες θα επηρεάσουν τις αξίες των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων κατά την περίοδο κλεισίματος. Ένα είδος μεταβολής είναι η μεταβολή του όγκου περιουσιακών στοιχείων —πραγματικές μεταβολές στο πάγιο κεφάλαιο οι οποίες προκαλούνται από γεγονότα που δεν αποτελούν μέρος της οικονομίας. Ένα παράδειγμα θα ήταν η ζημία που προκαλείται από μια μεγάλη καταστροφή, π.χ. από έναν μεγάλο σεισμό, όπου σημαντική ποσότητα περιουσιακών στοιχείων καταστρέφεται όχι μέσω οικονομικής συναλλαγής ανταλλαγής ή μεταβίβασης. Η εν λόγω ζημία πρέπει να καταγραφεί στον λογαριασμό λοιπών μεταβολών του όγκου, ώστε να εξηγεί το χαμηλότερο επίπεδο περιουσιακών στοιχείων απ’ αυτό που θα αναμενόταν με βάση την εξέλιξη των οικονομικών γεγονότων και μόνο. Ένας δεύτερος τρόπος με τον οποίο μπορεί να μεταβληθεί η αξία των περιουσιακών στοιχείων (και των υποχρεώσεων), όχι ως αποτέλεσμα οικονομικής συναλλαγής, είναι μέσω μιας μεταβολής της τιμής με συνέπεια κέρδη και/ή ζημίες διακράτησης στο απόθεμα περιουσιακών στοιχείων. Η μεταβολή αυτή καταγράφεται στον λογαριασμό αναπροσαρμογής. Η συνεκτίμηση των δύο αυτών επιπλέον συνεπειών στις αξίες του αποθέματος περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων επιτρέπει την εκτίμηση των αξιών του ισολογισμού κλεισίματος ως τη θέση ανοίγματος προσαρμοσμένη με βάση τις μεταβολές των λογαριασμών των ροών της τελευταίας γραμμής του διαγράμματος.

Συγκεντρωτικά μεγέθη

1.130 Τα συγκεντρωτικά μεγέθη είναι σύνθετες αξίες οι οποίες μετρούν το αποτέλεσμα της δραστηριότητας της συνολικής οικονομίας· για παράδειγμα, παραγωγή, προστιθέμενη αξία, διαθέσιμο εισόδημα, τελική κατανάλωση, αποταμίευση, σχηματισμός κεφαλαίου κ.λπ. Μολονότι ο υπολογισμός των συγκεντρωτικών μεγεθών δεν είναι ο μοναδικός σκοπός του ΕΣΛ, τα μεγέθη αυτά είναι σημαντικά ως συνοπτικοί δείκτες για σκοπούς μακροοικονομικής ανάλυσης και για διαχρονικές ή διαχωρικές συγκρίσεις.

1.131 Διακρίνονται δύο είδη συγκεντρωτικών μεγεθών:

α) συγκεντρωτικά μεγέθη που αναφέρονται άμεσα σε συναλλαγές στο σύστημα ΕΣΛ 2010, όπως η παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών, η τελική κατανάλωση, ο ακαθάριστος σχηματισμός πάγιου κεφαλαίου, το εισόδημα εξαρτημένης εργασίας κ.λπ.·

β) συγκεντρωτικά μεγέθη που αντιπροσωπεύουν εξισωτικά μεγέθη των λογαριασμών, όπως το ΑΕγχΠ σε τιμές της αγοράς, το λειτουργικό πλεόνασμα της συνολικής οικονομίας, το ΑΕΕ, το εθνικό διαθέσιμο εισόδημα, η αποταμίευση, το εξωτερικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και η καθαρή θέση του συνόλου της οικονομίας (εθνικός πλούτος).

1.132 Υπάρχουν σημαντικές χρήσεις για τα κατά κεφαλήν μεγέθη των εθνικών λογαριασμών. Για τα μεγάλα συγκεντρωτικά μεγέθη, όπως το ΑΕγχΠ ή το εθνικό εισόδημα ή η τελική κατανάλωση των νοικοκυριών, ο παρανομαστής που χρησιμοποιείται συνήθως είναι ο συνολικός πληθυσμός (μόνιμων κατοίκων). Όταν χρησιμοποιούνται υποτομείς στους λογαριασμούς ή σε μέρος των λογαριασμών του τομέα των νοικοκυριών, χρησιμοποιούνται επίσης στοιχεία για τον αριθμό των νοικοκυριών και τον αριθμό ατόμων που ανήκουν σε κάθε υποτομέα.

1.133 Το ΑΕγχΠ είναι ένα από τα βασικά συγκεντρωτικά μεγέθη του ΕΣΛ. Το ΑΕγχΠ μετρά τη συνολική οικονομική δραστηριότητα που πραγματοποιείται σε μια οικονομική επικράτεια, η οποία (δραστηριότητα) οδηγεί σε παραγωγή που ικανοποιεί τις τελικές απαιτήσεις της οικονομίας. Υπάρχουν τρεις τρόποι μέτρησης του ΑΕγχΠ σε αγοραίες τιμές:

(1) η προσέγγιση της παραγωγής, ως το άθροισμα των προστιθέμενων αξιών όλων των δραστηριοτήτων που παράγουν αγαθά και υπηρεσίες συν τους φόρους και μείον τις επιδοτήσεις προϊόντων·

(2) η προσέγγιση των δαπανών, ως το σύνολο όλων των τελικών δαπανών που πραγματοποιούνται είτε για την κατανάλωση της τελικής παραγωγής της οικονομίας είτε για την αύξηση του πλούτου, συν τις εξαγωγές και μείον τις εισαγωγές αγαθών και υπηρεσιών·

(3) η προσέγγιση του εισοδήματος, ως το σύνολο όλων των εισοδημάτων που αποκτώνται κατά τη διαδικασία παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών συν τους φόρους για την παραγωγή και τις εισαγωγές, μείον τις επιδοτήσεις προϊόντων.

1.134 Αυτές οι τρεις προσεγγίσεις για τη μέτρηση του ΑΕγχΠ αντικατοπτρίζουν επίσης τους διάφορους τρόπους με τους οποίους μπορεί να εξεταστεί το ΑΕγχΠ από την άποψη των συνιστωσών του. Η προστιθέμενη αξία μπορεί να υποδιαιρεθεί κατά θεσμικό τομέα και κατά είδος δραστηριότητας ή κλάδο που συμβάλλει στο σύνολο, π.χ. γεωργία, μεταποίηση, κατασκευές, υπηρεσίες κ.λπ.

Οι τελικές δαπάνες μπορούν να υποδιαιρεθούν κατά είδος: δαπάνες νοικοκυριών, τελική δαπάνη ΜΚΙΕΝ, τελική δαπάνη της γενικής κυβέρνησης, μεταβολές αποθεμάτων, σχηματισμός πάγιου κεφαλαίου και εξαγωγές, μείον το κόστος των εισαγωγών.

Το συνολικό εισόδημα που αποκτάται μπορεί να υποδιαιρεθεί κατά είδος εισοδήματος: εισόδημα εξαρτημένης εργασίας και λειτουργικό πλεόνασμα.

1.135 Για να επιτευχθεί η βέλτιστη εκτίμηση του ΑΕγχΠ, μια καλή πρακτική συνίσταται στην εισαγωγή των στοιχείων αυτών των τριών προσεγγίσεων σε ένα πλαίσιο προσφοράς και χρήσεων, πράγμα που επιτρέπει τον συνδυασμό των εκτιμήσεων για την προστιθέμενη αξία και το εισόδημα κατά κλάδο οικονομικής δραστηριότητας και την εξισορρόπηση της προσφοράς και της ζήτησης για τα προϊόντα. Η ολοκληρωμένη αυτή προσέγγιση εξασφαλίζει συνεκτικότητα μεταξύ των συνιστωσών του ΑΕγχΠ και καλύτερη εκτίμηση του επιπέδου του ΑΕγχΠ απ’ ό,τι αν εφαρμοζόταν μόνο μία από τις τρεις προσεγγίσεις. Αφαιρώντας την ανάλωση πάγιου κεφαλαίου από το ΑΕγχΠ, λαμβάνεται το καθαρό εγχώριο προϊόν σε αγοραίες τιμές (ΚΕγχΠ).

Το πλαίσιο εισροών–εκροών

1.136 Το πλαίσιο εισροών–εκροών (Εισ.–Εκ.) συγκεντρώνει τα συστατικά μέρη της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας (ΑΠΑ), τις εισροές και εκροές του κλάδου οικονομικής δραστηριότητας, την προσφορά και τη ζήτηση των προϊόντων καθώς και τη σύνθεση των χρήσεων και των πόρων σε όλους τους θεσμικούς τομείς της οικονομίας. Το εν λόγω πλαίσιο υποδιαιρεί την οικονομία, έτσι ώστε να παρουσιάζονται οι συναλλαγές όλων των αγαθών και υπηρεσιών μεταξύ των κλάδων οικονομικής δραστηριότητας και των τελικών καταναλωτών για μια συγκεκριμένη περίοδο (π.χ. για ένα τρίμηνο). Οι πληροφορίες μπορούν να παρουσιάζονται με δύο τρόπους:

α) με πίνακες προσφοράς και χρήσεων,

β) με συμμετρικούς πίνακες εισροών–εκροών.

Πίνακες προσφοράς και χρήσεων

1.137 Οι πίνακες προσφοράς και χρήσεων παρουσιάζουν τη συνολική οικονομία κατά κλάδο οικονομικής δραστηριότητας (π.χ. αυτοκινητοβιομηχανία) και κατά προϊόντα (π.χ. αθλητικά είδη). Οι πίνακες δείχνουν τις σχέσεις μεταξύ των συστατικών μερών της ΑΠΑ, των εισροών και εκροών των κλάδων, καθώς και της προσφοράς και ζήτησης προϊόντων. Οι πίνακες προσφοράς και χρήσεων συνδέουν τους διάφορους θεσμικούς τομείς της οικονομίας (π.χ., δημόσιες επιχειρήσεις), παρέχοντας λεπτομερή στοιχεία για τις εισαγωγές και τις εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών, τις δημόσιες δαπάνες, τις δαπάνες των νοικοκυριών και των ΜΚΙΕΝ, καθώς και τον σχηματισμό κεφαλαίου.

1.138 Οι πίνακες προσφοράς και χρήσεων επιτρέπουν την εξέταση της συνεκτικότητας και της συνοχής των συστατικών των εθνικών λογαριασμών σε ένα ενιαίο λεπτομερές πλαίσιο και, ενσωματώνοντας τα συστατικά των τριών προσεγγίσεων για τη μέτρηση του ΑΕγχΠ (δηλαδή παραγωγή, εισόδημα και δαπάνες), επιτρέπουν την ενιαία εκτίμηση του ΑΕγχΠ.

1.139 Οι πίνακες προσφοράς και χρήσεων, όταν εξισορροπούνται με ολοκληρωμένο τρόπο, παρέχουν επίσης συνοχή και συνεκτικότητα, συνδέοντας τα συστατικά των ακόλουθων τριών λογαριασμών:

(1) λογαριασμός αγαθών και υπηρεσιών·

(2) λογαριασμός παραγωγής (κατά κλάδο οικονομικής δραστηριότητας και κατά θεσμικό τομέα),και

(3) λογαριασμός δημιουργίας εισοδήματος (κατά κλάδο οικονομικής δραστηριότητας και κατά θεσμικό τομέα).

Συμμετρικοί πίνακες εισροών–εκροών

1.140 Οι συμμετρικοί πίνακες εισροών–εκροών προκύπτουν από τα στοιχεία των πινάκων προσφοράς και χρήσεων και από άλλες πρόσθετες πηγές και διαμορφώνουν τη θεωρητική βάση για μελλοντικές αναλύσεις.

1.141 Οι πίνακες αυτοί περιέχουν συμμετρικούς πίνακες (προϊόν με προϊόν ή κλάδο με κλάδο), την αντίστροφη μήτρα του Leontief και άλλες διαγνωστικές αναλύσεις, όπως πολλαπλασιαστές παραγωγής. Οι πίνακες αυτοί παρουσιάζουν ξεχωριστά την κατανάλωση των εγχωρίως παραγόμενων και των εισαγόμενων αγαθών και υπηρεσιών, παρέχοντας ένα θεωρητικό πλαίσιο για περαιτέρω διαρθρωτική ανάλυση της οικονομίας, συμπεριλαμβανομένης της σύνθεσης καθώς και του αντικτύπου των μεταβολών της τελικής ζήτησης στην οικονομία.




ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

ΜΟΝΑΔΕΣ ΚΑΙ ΟΜΑΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΜΟΝΑΔΩΝ

2.01 Η οικονομία μιας χώρας είναι ένα σύστημα στο οποίο οι θεσμοί και οι άνθρωποι αλληλεπιδρούν μέσω ανταλλαγών και μεταβιβάσεων αγαθών, υπηρεσιών και μέσων πληρωμής (π.χ. χρήματα), για την παραγωγή και κατανάλωση αγαθών και υπηρεσιών.

Στην οικονομία, οι μονάδες που αλληλεπιδρούν είναι οικονομικές οντότητες που είναι σε θέση να κατέχουν περιουσιακά στοιχεία, να συνάπτουν υποχρεώσεις και να συμμετέχουν σε οικονομικές δραστηριότητες και σε συναλλαγές με άλλες οντότητες. Είναι γνωστές ως θεσμικές μονάδες.

Ο ορισμός των μονάδων που χρησιμοποιούνται στους εθνικούς λογαριασμούς εξυπηρετεί διάφορους σκοπούς. Πρώτον, οι μονάδες αποτελούν τα βασικά δομικά στοιχεία για τον καθορισμό των οικονομιών με γεωγραφικούς όρους π.χ. κράτη, περιφέρειες και ομαδοποιήσεις κρατών, όπως νομισματικές και πολιτικές ενώσεις. Δεύτερον, αποτελούν τα βασικά δομικά στοιχεία για την ομαδοποίησή τους σε θεσμικούς τομείς. Τρίτον, διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στον καθορισμό των ροών και των αποθεμάτων που πρέπει να καταγράφονται. Οι συναλλαγές μεταξύ διαφόρων τμημάτων της ίδιας θεσμικής μονάδας, καταρχήν, δεν καταγράφονται στους εθνικούς λογαριασμούς.

2.02 Οι μονάδες και οι ομάδες μονάδων που χρησιμοποιούνται στους εθνικούς λογαριασμούς πρέπει να καθορίζονται σε σχέση με το είδος της οικονομικής ανάλυσης για την οποία προορίζονται και όχι με βάση τους τύπους των μονάδων που χρησιμοποιούνται συνήθως στις στατιστικές έρευνες. Οι τελευταίες αυτές μονάδες [π.χ. επιχειρήσεις, εταιρείες χαρτοφυλακίου (γνωστές και ως εταιρείες συμμετοχών), μονάδες οικονομικής δραστηριότητας, τοπικές μονάδες, υπηρεσίες της γενικής κυβέρνησης, μη κερδοσκοπικά ιδρύματα, νοικοκυριά κ.λπ.)] μπορεί να μην είναι ικανοποιητικές για τους σκοπούς των εθνικών λογαριασμών, επειδή βασίζονται σε κριτήρια νομικής, διοικητικής ή λογιστικής φύσης.

Οι στατιστικολόγοι πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους ορισμούς των μονάδων ανάλυσης, όπως καθορίζονται στο ΕΣΛ 2010, ώστε να διασφαλίζεται ότι στις έρευνες κατά τις οποίες συλλέγονται στοιχεία εισάγονται προοδευτικά όλα τα πληροφοριακά στοιχεία που απαιτούνται για τη συγκέντρωση δεδομένων με βάση τις μονάδες ανάλυσης που χρησιμοποιούνται στο ΕΣΛ 2010.

2.03 Ένα χαρακτηριστικό του συστήματος ΕΣΛ 2010 είναι η χρήση τύπων μονάδων που αντιστοιχούν σε τρεις τρόπους υποδιαίρεσης της οικονομίας:

1. για την ανάλυση των ροών και των θέσεων, είναι ουσιώδες να επιλέγονται μονάδες που επιτρέπουν τη μελέτη των τρόπων συμπεριφοράς που διέπουν τις σχέσεις των οικονομικών παραγόντων·

2. για την ανάλυση των διεργασιών παραγωγής, είναι ουσιώδες να επιλέγονται μονάδες που εμφανίζουν σχέσεις τεχνικοοικονομικού χαρακτήρα ή που αντικατοπτρίζουν τοπικές δραστηριότητες·

3. για να είναι δυνατές οι περιφερειακές αναλύσεις, χρειάζονται μονάδες που αντικατοπτρίζουν είδη δραστηριότητας σε τοπικό επίπεδο.

Ο πρώτος από τους τρεις αυτούς στόχους εκπληρώνεται με τον καθορισμό των θεσμικών μονάδων. Οι σχέσεις συμπεριφοράς, όπως περιγράφονται στο σημείο 1, χρειάζονται μονάδες που αντικατοπτρίζουν το σύνολο της θεσμικής οικονομικής δραστηριότητάς τους.

Οι διεργασίες παραγωγής, οι τεχνικοοικονομικές σχέσεις και οι περιφερειακές αναλύσεις που αναφέρονται στα σημεία 2 και 3 χρειάζονται μονάδες όπως οι τοπικές ΜΟΔ. Οι μονάδες αυτές περιγράφονται παρακάτω στο κεφάλαιο αυτό.

Πριν δοθούν ορισμοί αυτών των μονάδων που χρησιμοποιούνται στο ΕΣΛ 2010, πρέπει να οριστούν τα όρια της εθνικής οικονομίας.

ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

2.04 Οι μονάδες που συνθέτουν την οικονομία μιας χώρας και των οποίων οι ροές και τα αποθέματα καταγράφονται στο ΕΣΛ 2010 είναι εκείνες που είναι μόνιμοι κάτοικοι. Μια θεσμική μονάδα έχει τη μόνιμη κατοικία της σε μια χώρα όταν το κέντρο του κυρίαρχου οικονομικού συμφέροντός της βρίσκεται στην οικονομική επικράτεια της χώρας αυτής. Οι εν λόγω μονάδες είναι γνωστές ως μονάδες μόνιμοι κάτοικοι, ανεξάρτητα από την ιθαγένεια, τη νομική μορφή τους ή από την παρουσία τους στην οικονομική επικράτεια την περίοδο που πραγματοποιούν τη συναλλαγή.

2.05 Η οικονομική επικράτεια απαρτίζεται από τα εξής:

α) την περιοχή (γεωγραφική επικράτεια) που τελεί υπό την αποτελεσματική διοίκηση και τον οικονομικό έλεγχο μιας μόνο κυβέρνησης·

β) τυχόν ελεύθερες ζώνες, περιλαμβανομένων των αποθηκών τελωνειακής αποταμίευσης και των εργοστασίων υπό τελωνειακό έλεγχο·

γ) τον εθνικό εναέριο χώρο, τα χωρικά ύδατα και την υφαλοκρηπίδα που προεκτείνεται σε διεθνή ύδατα, όπου η χώρα έχει αποκλειστικά δικαιώματα·

δ) τους εδαφικούς θύλακες, δηλαδή τις γεωγραφικές περιοχές που βρίσκονται στην αλλοδαπή και που χρησιμοποιούνται, σύμφωνα με διεθνείς συμβάσεις ή διακρατικές συμφωνίες, από φορείς της γενικής κυβέρνησης της χώρας (πρεσβείες, προξενεία, στρατιωτικές βάσεις, επιστημονικές βάσεις κ.λπ.)·

ε) τα κοιτάσματα πετρελαίου, φυσικού αερίου κ.λπ. που βρίσκονται σε διεθνή ύδατα έξω από την υφαλοκρηπίδα της χώρας και την εκμετάλλευση των οποίων έχουν μονάδες μόνιμοι κάτοικοι της επικράτειας, όπως ορίζεται στα στοιχεία α) έως δ).

Τα αλιευτικά σκάφη, τα λοιπά πλοία, οι πλωτές εξέδρες και τα αεροσκάφη αντιμετωπίζονται στο ΕΣΛ ακριβώς όπως οποιοσδήποτε άλλος κινητός εξοπλισμός, είτε έχουν την κυριότητα και/ή την εκμετάλλευσή τους μονάδες μόνιμοι κάτοικοι της χώρας είτε έχουν την κυριότητά τους μονάδες μη μόνιμοι κάτοικοι και την εκμετάλλευσή τους μονάδες μόνιμοι κάτοικοι. Οι συναλλαγές που αφορούν την κυριότητα (ακαθάριστος σχηματισμός πάγιου κεφαλαίου) και τη χρήση (ενοικίαση, ασφάλιση κ.λπ.) κινητού εξοπλισμού κατατάσσονται στην οικονομία της χώρας της οποίας είναι μόνιμος κάτοικος αυτός ο οποίος έχει την κυριότητα και/ή την εκμετάλλευση αντίστοιχα. Σε περιπτώσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης, τεκμαίρεται μεταβολή της κυριότητας.

Η οικονομική επικράτεια μπορεί να αντιστοιχεί σε μια μεγαλύτερη ή μικρότερη περιοχή απ’ αυτήν που καθορίζεται παραπάνω. Παράδειγμα μεγαλύτερης περιοχής αποτελεί μια νομισματική ένωση, όπως είναι η Ευρωπαϊκή Νομισματική Ένωση· παράδειγμα μικρότερης περιοχής αποτελεί ένα τμήμα χώρας, όπως είναι η περιφέρεια.

2.06 Από την οικονομική επικράτεια εξαιρούνται οι εδαφικοί θύλακες μέσα στη γεωγραφική επικράτεια οι οποίοι απολαύουν ετεροδικίας.

Εξαιρούνται επίσης τα τμήματα της γεωγραφικής επικράτειας της ίδιας της χώρας που χρησιμοποιούνται από τους ακόλουθους οργανισμούς:

α) φορείς της γενικής κυβέρνησης άλλων χωρών·

β) όργανα και οργανισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης· και

γ) διεθνείς οργανισμούς σύμφωνα με διεθνείς διακρατικές συνθήκες.

Οι γεωγραφικές επικράτειες τις οποίες χρησιμοποιούν τα όργανα και οι οργανισμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι διεθνείς οργανισμοί αποτελούν χωριστές οικονομικές επικράτειες. Χαρακτηριστικό γνώρισμα μιας τέτοιας επικράτειας είναι ότι μόνοι μόνιμοι κάτοικοι της είναι τα σχετικά όργανα.

2.07 «Κέντρο κυρίαρχου οικονομικού συμφέροντος» σημαίνει ότι υπάρχει κάποιος τόπος μέσα στην οικονομική επικράτεια μιας χώρας, στον οποίο ή από τον οποίο μια μονάδα πραγματοποιεί οικονομικές δραστηριότητες και συναλλαγές σε σημαντική κλίμακα, είτε επ’ αόριστον είτε για ένα ορισμένο αλλά, οπωσδήποτε, μεγάλο χρονικό διάστημα (τουλάχιστον ένα έτος). Η κυριότητα γης και κτιρίων μέσα στην οικονομική επικράτεια θεωρείται επαρκής προϋπόθεση για να θεωρηθεί ότι ο ιδιοκτήτης διαθέτει ένα κέντρο κυρίαρχου οικονομικού συμφέροντος στη χώρα αυτή.

Οι επιχειρήσεις συνδέονται σχεδόν πάντα με μία μόνο οικονομία. Η φορολογία και άλλες νομικές απαιτήσεις έχουν συνήθως ως αποτέλεσμα τη χρήση χωριστής νομικής οντότητας για τις δραστηριότητες που ασκούνται στο πλαίσιο κάθε δικαιοδοσίας. Επιπλέον, προσδιορίζεται χωριστή θεσμική μονάδα για στατιστικούς σκοπούς στις περιπτώσεις που η ίδια νομική οντότητα ασκεί σημαντικές δραστηριότητες σε δύο ή περισσότερες οικονομικές επικράτειες (π.χ. στην περίπτωση υποκαταστημάτων, έγγειας ιδιοκτησίας, επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται σε πολλές οικονομικές επικράτειες). Χάρη στον διαχωρισμό των νομικών οντοτήτων αυτού του είδους, είναι σαφής η μόνιμη κατοικία καθεμιάς από τις νέες επιχειρήσεις που προσδιορίζονται κατά τον τρόπο αυτό. Ο όρος «κέντρο κυρίαρχου οικονομικού συμφέροντος» δεν σημαίνει ότι οντότητες που ασκούν σημαντικές δραστηριότητες σε δύο ή περισσότερες οικονομικές επικράτειες δεν πρέπει να διαχωρίζονται.

Στην περίπτωση που η επιχείρηση στερείται παντελώς φυσικής διάστασης, η μόνιμη κατοικία της καθορίζεται σύμφωνα με την οικονομική επικράτεια βάσει του δικαίου της οποίας η επιχείρηση έχει λάβει εταιρική μορφή ή έχει εγγραφεί σε μητρώο.

2.08 Οι μονάδες που λογίζονται μόνιμοι κάτοικοι μιας χώρας μπορούν να υποδιαιρούνται σε:

α) μονάδες που ασχολούνται κατά κύριο λόγο με την παραγωγή, τη χρηματοδότηση, την ασφάλιση ή την αναδιανομή, όσον αφορά όλες τις συναλλαγές τους εκτός από αυτές που συνδέονται με την κυριότητα γης και κτιρίων·

β) μονάδες που έχουν κατά κύριο λόγο σχέση με την κατανάλωση, όσον αφορά όλες τις συναλλαγές τους εκτός απ’ αυτές που συνδέονται με την κυριότητα γης και κτιρίων·

γ) όλες τις μονάδες με την ιδιότητά τους ως ιδιοκτητών γης και κτιρίων, εκτός από τους ιδιοκτήτες θυλάκων που απολαύουν ετεροδικίας, οι οποίοι αποτελούν μέρος της οικονομικής επικράτειας άλλων χωρών ή είναι ανεξάρτητα κράτη.

2.09 Στην περίπτωση των μονάδων, εκτός από τα νοικοκυριά, όσον αφορά το σύνολο των συναλλαγών τους, εκτός από εκείνες που συνδέονται με την κυριότητα γης και κτιρίων, διακρίνονται οι ακόλουθες δύο κατηγορίες:

α) δραστηριότητα που διεξάγεται αποκλειστικά στην οικονομική επικράτεια της χώρας: οι μονάδες που διεξάγουν τέτοια δραστηριότητα είναι μονάδες μόνιμοι κάτοικοι της χώρας·

β) δραστηριότητα που διεξάγεται για ένα έτος ή περισσότερο στην οικονομική επικράτεια διαφόρων χωρών: μόνο το τμήμα της μονάδας που έχει κέντρο κυρίαρχου οικονομικού συμφέροντος στην οικονομική επικράτεια της χώρας λογίζεται ως μονάδα μόνιμος κάτοικος της εν λόγω χώρας.

Μονάδα μόνιμος κάτοικος μπορεί να είναι πλασματική μονάδα μόνιμος κάτοικος, όσον αφορά τη δραστηριότητα που διεξήχθη στη χώρα για διάστημα τουλάχιστον ενός έτους από μονάδα που είναι μόνιμος κάτοικος άλλης χώρας. Στην περίπτωση που η δραστηριότητα διεξάγεται για διάστημα μικρότερο του ενός έτους, η δραστηριότητα παραμένει τμήμα των δραστηριοτήτων της θεσμικής μονάδας-παραγωγού και, συνεπώς, δεν αναγνωρίζεται καμία χωριστή θεσμική μονάδα. Σε περίπτωση επουσιώδους δραστηριότητας, ακόμη και αν αυτή ασκείται για διάστημα μεγαλύτερο του ενός έτους, και αν πρόκειται για εγκατάσταση εξοπλισμού στο εξωτερικό, δεν αναγνωρίζεται καμία χωριστή μονάδα και οι δραστηριότητες καταγράφονται μαζί με εκείνες της θεσμικής μονάδας-παραγωγού.

2.10 Νοικοκυριά, με εξαίρεση την ιδιότητά τους ως ιδιοκτητών γης και κτιρίων, είναι μονάδες μόνιμοι κάτοικοι της οικονομικής επικράτειας στην οποία έχουν κέντρο κυρίαρχου οικονομικού συμφέροντος. Είναι μόνιμοι κάτοικοι ανεξάρτητα από περιόδους παραμονής στο εξωτερικό μικρότερες του ενός έτους. Στα νοικοκυριά συμπεριλαμβάνονται συγκεκριμένα:

α) οι μεθοριακοί εργαζόμενοι, δηλαδή τα άτομα που διασχίζουν τα σύνορα καθημερινά για να εργαστούν σε γειτονική χώρα·

β) οι εποχικοί εργαζόμενοι, που ορίζονται ως άτομα που εξέρχονται από τη χώρα για αρκετούς μήνες ανάλογα με την εποχή, αλλά για διάστημα μικρότερο του ενός έτους, προκειμένου να εργαστούν σε άλλη χώρα·

γ) οι τουρίστες, οι ασθενείς, οι φοιτητές, οι υπάλληλοι που πραγματοποιούν επισκέψεις, οι επιχειρηματίες, οι πωλητές, οι καλλιτέχνες και τα μέλη πληρωμάτων που ταξιδεύουν στο εξωτερικό·

δ) το προσωπικό που προσλαμβάνεται επιτόπου για να εργαστεί στους εντός της γεωγραφικής επικράτειας εδαφικούς θύλακες ξένων κυβερνήσεων·

ε) το προσωπικό των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το προσωπικό πολιτικών ή στρατιωτικών διεθνών οργανισμών που έχουν την έδρα τους σε εδαφικούς θύλακες μέσα στη γεωγραφική επικράτεια, οι οποίοι απολαύουν ετεροδικίας·

στ) οι επίσημοι, πολιτικοί ή στρατιωτικοί, αντιπρόσωποι της κυβέρνησης της χώρας (συμπεριλαμβανομένων και των μελών των οικογενειών τους) που είναι εγκατεστημένοι σε εδαφικούς θύλακες έξω από τη γεωγραφική επικράτεια.

Οι φοιτητές θεωρούνται πάντα μόνιμοι κάτοικοι, ανεξάρτητα από τη χρονική διάρκεια των σπουδών τους στο εξωτερικό.

2.11 Όλες οι μονάδες, με την ιδιότητά τους ως ιδιοκτητών γης και/ή κτιρίων που αποτελούν τμήμα της οικονομικής επικράτειας, θεωρούνται μονάδες μόνιμοι κάτοικοι ή πλασματικές μονάδες μόνιμοι κάτοικοι της χώρας στην οποία βρίσκεται η εν λόγω γη ή τα εν λόγω κτίρια.

ΟΙ ΘΕΣΜΙΚΕΣ ΜΟΝΑΔΕΣ

2.12  Ορισμός: Η θεσμική μονάδα είναι μια οικονομική οντότητα που χαρακτηρίζεται από την αυτονομία της σε θέματα λήψης αποφάσεων κατά την άσκηση της κύριας λειτουργίας της. Μια μονάδα μόνιμος κάτοικος θεωρείται ότι αποτελεί θεσμική μονάδα της οικονομικής επικράτειας στην οποία έχει το κέντρο του κυρίαρχου οικονομικού συμφέροντός της αν έχει αυτονομία σε θέματα λήψης αποφάσεων και ή τηρεί πλήρη σειρά λογαριασμών ή είναι σε θέση να καταρτίζει πλήρη σειρά λογαριασμών.

Μια οντότητα, προκειμένου να έχει αυτονομία λήψης αποφάσεων σε σχέση με την κύρια λειτουργία της, πρέπει να:

α) έχει δικαίωμα να έχει στην κυριότητά της, με πλήρη αυτονομία, αγαθά και περιουσιακά στοιχεία· είναι σε θέση να ανταλλάσσει την κυριότητα αγαθών και περιουσιακών στοιχείων σε συναλλαγές με άλλες θεσμικές μονάδες·

β) είναι σε θέση να λαμβάνει οικονομικές αποφάσεις και να επιδίδεται σε οικονομικές δραστηριότητες, για τις οποίες είναι άμεσα υπεύθυνη και υπόλογη από νομική άποψη·

γ) είναι σε θέση να αναλαμβάνει για δικό της λογαριασμό οικονομικές υποχρεώσεις, άλλες υποχρεώσεις ή περαιτέρω δεσμεύσεις και να συνάπτει συμβάσεις· και

δ) είναι σε θέση να καταρτίζει πλήρη σειρά λογαριασμών, που περιλαμβάνουν λογιστικές εγγραφές που καλύπτουν το σύνολο των συναλλαγών που έχει πραγματοποιήσει κατά τη διάρκεια της λογιστικής περιόδου, καθώς και ισολογισμό περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων.

2.13 Όταν μια οντότητα δεν έχει τα χαρακτηριστικά μιας θεσμικής μονάδας, εφαρμόζονται οι ακόλουθες αρχές:

α) τα νοικοκυριά θεωρείται ότι έχουν αυτονομία λήψης αποφάσεων όσον αφορά την κύρια λειτουργία τους και, επομένως, πρέπει να θεωρούνται θεσμικές μονάδες, παρά το γεγονός ότι δεν τηρούν πλήρη σειρά λογαριασμών·

β) οι οντότητες που δεν τηρούν πλήρη σειρά λογαριασμών και δεν είναι σε θέση να καταρτίζουν πλήρη σειρά λογαριασμών όταν τους ζητηθεί, δεν είναι θεσμικές μονάδες·

γ) οι οντότητες οι οποίες, ενώ τηρούν πλήρη σειρά λογαριασμών, δεν έχουν αυτονομία λήψης αποφάσεων, αποτελούν τμήμα των μονάδων που τις ελέγχουν·

δ) οι οντότητες δεν χρειάζεται να δημοσιεύουν λογαριασμούς για να είναι θεσμικές μονάδες·

ε) οι οντότητες που αποτελούν μέρος μιας ομάδας μονάδων που ασχολούνται με την παραγωγή και τηρούν πλήρη σειρά λογαριασμών θεωρούνται θεσμικές μονάδες, ακόμη και αν έχουν παραχωρήσει μέρος της αυτονομίας λήψης αποφάσεων στον κεντρικό οργανισμό (κεντρικά γραφεία) που είναι υπεύθυνος για τη γενική διεύθυνση της ομάδας· τα κεντρικά γραφεία θεωρούνται θεσμική μονάδα, χωριστή από τις μονάδες που ελέγχουν·

στ) οι οιονεί εταιρείες είναι οντότητες που τηρούν πλήρη σειρά λογαριασμών και δεν έχουν ανεξάρτητη νομική προσωπικότητα. Πάντως, έχουν οικονομική και χρηματοοικονομική συμπεριφορά διαφορετική από των ιδιοκτητών τους και παρόμοια με εκείνη των εταιρειών. Θεωρείται ότι έχουν αυτονομία λήψης αποφάσεων και λογίζονται ως χωριστές θεσμικές μονάδες.

Κεντρικά γραφεία και εταιρείες χαρτοφυλακίου (ή εταιρείες συμμετοχών)

2.14 Τα κεντρικά γραφεία και οι εταιρείες χαρτοφυλακίου είναι θεσμικές μονάδες. Αναλυτικότερα:

α) Κεντρικά γραφεία είναι μια μονάδα που ασκεί διαχειριστικό έλεγχο στις θυγατρικές εταιρείες της. Τα κεντρικά γραφεία ταξινομούνται στον κύριο τομέα μη χρηματοοικονομικών εταιρειών των θυγατρικών τους, εκτός και αν όλες ή οι περισσότερες θυγατρικές τους είναι χρηματοοικονομικές εταιρείες, οπότε αντιμετωπίζονται ως επικουρικοί χρηματοοικονομικοί οργανισμοί (S.126) του τομέα των χρηματοοικονομικών εταιρειών.

Σε περίπτωση ταυτόχρονης παρουσίας μη χρηματοοικονομικών και χρηματοοικονομικών θυγατρικών, η ταξινόμηση σε τομέα καθορίζεται από την κατηγορία που υπερισχύει με βάση την προστιθέμενη αξία.

Τα κεντρικά γραφεία περιγράφονται σύμφωνα με την Διεθνή Τυποποιημένη Ταξινόμηση των Κλάδων Οικονομικής Δραστηριότητας (ISIC αναθ. 4), τομέας M, τάξη 7010 (NACE αναθ. 2, M 70.10) ως εξής:

Η εν λόγω τάξη περιλαμβάνει την εποπτεία και διαχείριση άλλων μονάδων της εταιρείας ή της επιχείρησης· την ανάληψη δραστηριοτήτων στρατηγικού ή οργανωτικού σχεδιασμού και τη συμμετοχή στη διαδικασία λήψης αποφάσεων της εταιρείας ή της επιχείρησης· την άσκηση επιχειρησιακού ελέγχου και τη διαχείριση της καθημερινής λειτουργίας των συνδεδεμένων μονάδων τους.

β) Μια εταιρεία χαρτοφυλακίου που έχει στην κυριότητά της τα περιουσιακά στοιχεία θυγατρικών εταιρειών, χωρίς όμως να ασκεί διαχειριστικά καθήκοντα, θεωρείται θυγατρικός χρηματοοικονομικός οργανισμός (S.127) και ταξινομείται ως χρηματοοικονομική εταιρεία.

Οι εταιρείες χαρτοφυλακίου περιγράφονται στην ISIC αναθ. 4, τομέας K, τάξη 6420 (NACE αναθ. 2, K 64.20), ως εξής:

Η εν λόγω τάξη περιλαμβάνει τις δραστηριότητες των εταιρειών χαρτοφυλακίου, δηλαδή μονάδων που διακρατούν τα περιουσιακά στοιχεία (έχουν στην κυριότητά τους άνω του 50 % του μετοχικού κεφαλαίου) ομάδας θυγατρικών εταιρειών και των οποίων η βασική δραστηριότητα συνίσταται στο να έχουν την ομάδα στην κυριότητά τους. Οι εταιρείες χαρτοφυλακίου της εν λόγω τάξης δεν παρέχουν καμία άλλη υπηρεσία στις επιχειρήσεις στις οποίες έχουν συμμετοχή, δηλαδή δεν διοικούν ούτε διαχειρίζονται άλλες μονάδες.

Όμιλοι εταιρειών

2.15 Όταν μια μητρική εταιρεία ελέγχει πολλές θυγατρικές που ενδέχεται με τη σειρά τους να ελέγχουν τις δικές τους θυγατρικές και ούτω καθεξής, δημιουργούνται μεγάλοι όμιλοι εταιρειών. Κάθε μέλος του ομίλου αντιμετωπίζεται ως χωριστή θεσμική μονάδα εφόσον πληροί τον ορισμό της θεσμικής μονάδας.

2.16 Το πλεονέκτημα της μη αντιμετώπισης των ομίλων ως ενιαίας θεσμικής μονάδας έγκειται στο ότι οι όμιλοι δεν είναι πάντα σταθεροί με την πάροδο του χρόνου ούτε αναγνωρίζονται εύκολα στην πράξη. Μπορεί επίσης να είναι δύσκολη η συλλογή στοιχείων για τους ομίλους των οποίων οι δραστηριότητες δεν είναι στενά συνυφασμένες. Πολλοί όμιλοι είναι τόσο μεγάλοι και ανομοιογενείς που δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπίζονται ως ενιαίες μονάδες, ενώ το μέγεθος και η σύνθεσή τους μπορούν να μεταβάλλονται με την πάροδο του χρόνου λόγω συγχωνεύσεων και εξαγορών.

Οντότητες ειδικού σκοπού

2.17 Μια οντότητα ειδικού σκοπού (ΟΕΣ) ή εταιρεία ειδικού σκοπού (ΕΕΣ) είναι κατά κανόνα μια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης ή μια απλή ετερόρρυθμη εταιρεία, που έχει συσταθεί με σκοπό να εκπληρώνει καθορισμένους, ειδικούς ή προσωρινούς στόχους και να απομονώνει χρηματοοικονομικούς κινδύνους που προκύπτουν από ειδικές φορολογικές ρυθμίσεις ή κανονιστικούς κινδύνους.

2.18 Δεν υπάρχει κοινός ορισμός για την ΟΕΣ, όμως τα ακόλουθα χαρακτηριστικά είναι συνήθη:

α) δεν απασχολεί μισθωτούς ούτε διαθέτει μη χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία·

β) η φυσική της παρουσία περιορίζεται σ’ αυτήν μιας απλής «γραμματοθυρίδας» ή πινακίδας που επιβεβαιώνει τον τόπο εγγραφής της σε μητρώο·

γ) συνδέεται πάντα με μια άλλη εταιρεία, συχνά ως θυγατρική της·

δ) είναι μόνιμος κάτοικος επικράτειας άλλης από εκείνη της μόνιμης κατοικίας των συνδεδεμένων εταιρειών. Σε περίπτωση που μια επιχείρηση στερείται παντελώς φυσικής παρουσίας, η μόνιμη κατοικία της καθορίζεται σύμφωνα με την οικονομική επικράτεια με βάση το δίκαιο της οποίας έχει αποκτήσει εταιρική μορφή ή έχει εγγραφεί σε μητρώο·

ε) η διαχείρισή της ασκείται από μισθωτούς άλλης εταιρείας που μπορεί να είναι ή να μην είναι συνδεδεμένη εταιρεία. Η ΟΕΣ καταβάλλει τέλη για τις υπηρεσίες που της παρέχονται και σε αντιστάθμισμα επιβάλλει στη μητρική εταιρεία ή σε άλλη συνδεδεμένη εταιρεία τέλος για την κάλυψη αυτών των εξόδων. Πρόκειται για το μοναδικό είδος παραγωγής στο οποίο εμπλέκεται η ΟΕΣ, παρόλο που συχνά συνάπτει υποχρεώσεις εξ ονόματος του ιδιοκτήτη της και συνήθως λαμβάνει έσοδα από επενδύσεις και κέρδη κτήσης από τα περιουσιακά στοιχεία που διακρατεί.

2.19 Ανεξάρτητα από το αν μια οντότητα διαθέτει όλα ή κανένα από τα εν λόγω χαρακτηριστικά και ανεξάρτητα από το αν περιγράφεται ως ΟΕΣ ή με κάποιο άλλο ανάλογο τρόπο, αντιμετωπίζεται ακριβώς όπως και κάθε άλλη θεσμική μονάδα, δηλαδή ταξινομείται σε τομέα και κλάδο οικονομικής δραστηριότητας με βάση την κύρια δραστηριότητά της, εκτός αν η ΟΕΣ δεν διαθέτει ανεξάρτητα δικαιώματα δράσης.

2.20 Συνεπώς, οι θυγατρικοί χρηματοοικονομικοί οργανισμοί, οι τεχνητές θυγατρικές και οι μονάδες ειδικού σκοπού της γενικής κυβέρνησης που δεν διαθέτουν αυτονομία δράσης ταξινομούνται στον τομέα του φορέα που τις ελέγχει, εκτός αν πρόκειται για μη μόνιμους κατοίκους· στην περίπτωση αυτή, αναγνωρίζονται ξεχωριστά από τον φορέα που τους ελέγχει. Αλλά στην περίπτωση της γενικής κυβέρνησης, οι δραστηριότητες της θυγατρικής αντικατοπτρίζονται στους λογαριασμούς της γενικής κυβέρνησης.

Θυγατρικοί χρηματοοικονομικοί οργανισμοί

2.21 Μια εταιρεία χαρτοφυλακίου που απλώς έχει στην κυριότητά της τα περιουσιακά στοιχεία θυγατρικών αποτελεί παράδειγμα θυγατρικού χρηματοοικονομικού οργανισμού. Παραδείγματα άλλων μονάδων που αντιμετωπίζονται επίσης ως θυγατρικοί χρηματοοικονομικοί οργανισμοί είναι μονάδες με τα χαρακτηριστικά της ΟΕΣ όπως περιγράφεται παραπάνω, συμπεριλαμβανομένων των εταιρειών επενδύσεων χαρτοφυλακίου και των συνταξιοδοτικών ταμείων, και μονάδες που χρησιμοποιούνται για την κτήση και διαχείριση της περιουσίας φυσικών προσώπων ή οικογενειών, την έκδοση χρεογράφων εξ ονόματος συνδεδεμένων εταιρειών (μια τέτοιου είδους εταιρεία μπορεί να αποκαλείται μεσάζων), και για τη διενέργεια άλλων χρηματοοικονομικών πράξεων.

2.22 Ο βαθμός ανεξαρτησίας από τη μητρική εταιρεία μπορεί να αποδειχθεί από την άσκηση ουσιώδους ελέγχου στα περιουσιακά στοιχεία και στις υποχρεώσεις, έως την ανάληψη κινδύνων και τον προσπορισμό οφελών που απορρέουν από τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις. Τέτοιου είδους μονάδες ταξινομούνται στον τομέα των χρηματοοικονομικών εταιρειών.

2.23 Μια οντότητα αυτού του είδους που δεν μπορεί να ενεργεί ανεξάρτητα από τη μητρική εταιρεία και διακρατεί απλώς με παθητικό τρόπο περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις (ορισμένες φορές λέγεται ότι έχει ενεργοποιήσει τον «αυτόματο πιλότο») δεν αντιμετωπίζεται ως χωριστή θεσμική μονάδα, εκτός αν είναι μόνιμος κάτοικος άλλης οικονομίας, διαφορετικής από εκείνη της μητρικής εταιρείας. Αν είναι μόνιμος κάτοικος της ίδιας οικονομίας με τη μητρική εταιρεία, αντιμετωπίζεται ως «τεχνητή θυγατρική», όπως περιγράφεται παρακάτω.

Τεχνητές θυγατρικές

2.24 Μια θυγατρική, που ανήκει εξ ολοκλήρου σε μια μητρική εταιρεία, μπορεί να συσταθεί με σκοπό την παροχή υπηρεσιών στη μητρική εταιρεία ή σε άλλες εταιρείες του ίδιου ομίλου, προκειμένου να φοροδιαφεύγει, να ελαχιστοποιεί τις οικονομικές υποχρεώσεις της σε περίπτωση πτώχευσης ή να διασφαλίζει άλλα τεχνικά πλεονεκτήματα με βάση το φορολογικό ή εταιρικό δίκαιο που ισχύει σε μια συγκεκριμένη χώρα.

2.25 Εν γένει, αυτά τα είδη οντοτήτων δεν ανταποκρίνονται στον ορισμό της θεσμικής μονάδας, επειδή δεν έχουν τη δυνατότητα να ενεργούν ανεξάρτητα από τη μητρική εταιρεία, και μπορεί να υπόκεινται σε περιορισμούς όσον αφορά την ικανότητά τους να διακρατούν ή να μεταβιβάζουν περιουσιακά στοιχεία που περιλαμβάνονται στους ισολογισμούς τους. Το επίπεδο της παραγωγής τους και η τιμή που λαμβάνουν ως αντιστάθμισμα καθορίζονται από τη μητρική εταιρεία, η οποία (πιθανώς με άλλες εταιρείες του ίδιου ομίλου) είναι ο μοναδικός τους πελάτης. Επομένως, δεν αντιμετωπίζονται ως χωριστές θεσμικές μονάδες αλλά ως αναπόσπαστο τμήμα της μητρικής εταιρείας, οι δε λογαριασμοί τους ενσωματώνονται σε εκείνους της μητρικής εταιρείας, εκτός αν είναι μόνιμοι κάτοικοι οικονομικής επικράτειας διαφορετικής από εκείνη στην οποία είναι μόνιμος κάτοικος η μητρική εταιρεία.

2.26 Πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ των ως άνω τεχνητών θυγατρικών και μιας μονάδας που αναλαμβάνει αποκλειστικά βοηθητικές δραστηριότητες. Το πεδίο των βοηθητικών δραστηριοτήτων περιορίζεται στο είδος των υπηρεσιών που χρειάζονται σχεδόν όλες οι επιχειρήσεις στον έναν ή στον άλλο βαθμό, όπως καθαρισμός κτιρίων, διαχείριση μισθοδοσίας ή παροχή ηλεκτρονικού εξοπλισμού (βλ. κεφάλαιο 1, σημείο 1.31).

Μονάδες ειδικού σκοπού της γενικής κυβέρνησης

2.27 Η γενική κυβέρνηση είναι, επίσης, δυνατόν να συγκροτήσει μονάδες ειδικού σκοπού, με χαρακτηριστικά και λειτουργίες παρεμφερείς με εκείνες των θυγατρικών χρηματοοικονομικών οργανισμών και των τεχνητών θυγατρικών. Τέτοιου είδους μονάδες δεν έχουν δικαιοδοσία να ενεργούν αυτόνομα και το πεδίο συναλλαγών τους είναι περιορισμένο. Δεν αναλαμβάνουν κινδύνους ούτε προσπορίζονται οφέλη από την κτήση περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων. Τέτοιου είδους μονάδες, εάν είναι μόνιμοι κάτοικοι, αντιμετωπίζονται ως αναπόσπαστο μέρος της γενικής κυβέρνησης και όχι ως χωριστές μονάδες. Εάν δεν είναι μόνιμοι κάτοικοι αντιμετωπίζονται ως χωριστές μονάδες. Τυχόν συναλλαγές που διενεργούν στην αλλοδαπή πρέπει να αντικατοπτρίζονται στις αντίστοιχες συναλλαγές με τη γενική κυβέρνηση. Ως εκ τούτου, μια μονάδα που δανείζεται στην αλλοδαπή θεωρείται στη συνέχεια ότι έχει δανείσει το ίδιο ποσό στη γενική κυβέρνηση και με τους ίδιους όρους του αρχικού δανείου.

2.28 Εν κατακλείδι, οι λογαριασμοί των ΟΕΣ που δεν έχουν ανεξάρτητα δικαιώματα δράσης ενοποιούνται με εκείνους της μητρικής εταιρείας, εκτός αν είναι μόνιμοι κάτοικοι σε οικονομία διαφορετική απ’ αυτήν της μητρικής εταιρείας. Υπάρχει μία εξαίρεση απ’ αυτόν τον γενικό κανόνα, η οποία αφορά την περίπτωση κατά την οποία μια ΟΕΣ μη μόνιμος κάτοικος συγκροτείται από τη γενική κυβέρνηση.

2.29 Ως πλασματικές μονάδες μόνιμοι κάτοικοι νοούνται:

α) τα τμήματα εκείνα των μονάδων μη μόνιμων κατοίκων που έχουν ένα κέντρο κυρίαρχου οικονομικού συμφέροντος στην οικονομική επικράτεια της χώρας (στις περισσότερες περιπτώσεις πρόκειται για μονάδες που δραστηριοποιούνται στην οικονομική παραγωγή για ένα ή περισσότερα έτη)·

β) μονάδες μη μόνιμοι κάτοικοι με την ιδιότητά τους ως ιδιοκτητών γης και/ή κτιρίων στην οικονομική επικράτεια της χώρας, αλλά μόνο εφόσον πρόκειται για συναλλαγές που αφορούν αυτή τη γη ή τα εν λόγω κτίρια.

Οι πλασματικές μονάδες μόνιμοι κάτοικοι, ακόμη και αν τηρούν ένα μέρος μόνο των λογαριασμών και ανεξάρτητα από το αν έχουν αυτονομία λήψης αποφάσεων, αντιμετωπίζονται ως θεσμικές μονάδες.

2.30 Οι ακόλουθες μονάδες θεωρούνται θεσμικές μονάδες:

α) μονάδες που έχουν αυτονομία λήψης αποφάσεων και τηρούν πλήρη σειρά λογαριασμών όπως:

1. ιδιωτικές και δημόσιες εταιρείες·

2. συνεταιρισμοί ή συνεταιρικές επιχειρήσεις που αναγνωρίζονται ως ανεξάρτητες νομικές οντότητες·

3. δημόσιοι παραγωγοί οι οποίοι, σύμφωνα με ειδική νομοθετική ρύθμιση, αναγνωρίζονται ως ανεξάρτητες νομικές οντότητες·

4. μη κερδοσκοπικά ιδρύματα που αναγνωρίζονται ως ανεξάρτητες νομικές οντότητες· και

5. οργανισμοί της γενικής κυβέρνησης·

β) μονάδες που τηρούν πλήρη σειρά λογαριασμών και οι οποίες θεωρούνται ότι έχουν αυτονομία λήψης αποφάσεων παρά το γεγονός ότι δεν αποτελούν χωριστή εταιρεία από τη μητρική τους: οιονεί εταιρείες·

γ) μονάδες που δεν τηρούν απαραιτήτως πλήρη σειρά λογαριασμών, οι οποίες όμως θεωρούνται ότι έχουν αυτονομία λήψης αποφάσεων, ήτοι:

1. νοικοκυριά·

2. πλασματικές μονάδες μόνιμοι κάτοικοι.

ΘΕΣΜΙΚΟΙ ΤΟΜΕΙΣ

2.31 Η μακροοικονομική ανάλυση δεν εξετάζει τις δραστηριότητες κάθε θεσμικής μονάδας ξεχωριστά —εξετάζει τις συγκεντρωτικές δραστηριότητες παρόμοιων θεσμικών μονάδων. Για τον σκοπό αυτό, οι μονάδες συγκροτούν ομάδες που ονομάζονται θεσμικοί τομείς, ορισμένοι από τους οποίους υποδιαιρούνται σε υποτομείς.



Πίνακας 2.1 —  Τομείς και υποτομείς

Τομείς και υποτομείς

 

Δημόσιες

Ημεδαπές ιδιωτικές

Ελεγχόμενες από την αλλοδαπή

Μη χρηματοοικονομικές εταιρείες

S.11

S.11001

S.11002

S.11003

Χρηματοοικονομικές εταιρείες

S.12

 

 

 

Νομισματικοί χρηματοοικονομικοί οργανισμοί (ΝΧΟ)

Κεντρική τράπεζα

S.121

 

 

 

Λοιποί νομισματικοί χρηματοοικονομικοί οργανισμοί (ΛΝΧΟ)

Εταιρείες που δέχονται καταθέσεις, εκτός από την κεντρική τράπεζα

S.122

S.12201

S.12202

S.12203

Εταιρείες διαχείρισης διαθεσίμων (ΕΔΔ)

S.123

S.12301

S.12302

S.12303

Χρηματοοικονομικές εταιρείες εκτός από ΝΧΟ και Ασφαλιστικές εταιρείες και συνταξιοδοτικά ταμεία (ΑΕΣΤ)

Εταιρείες επενδύσεων χαρτοφυλακίου, πλην των εταιρειών διαχείρισης διαθεσίμων

S.124

S.12401

S.12402

S.12403

Λοιποί ενδιάμεσοι χρηματοοικονομικοί οργανισμοί, εκτός από ασφαλιστικές εταιρείες και συνταξιοδοτικά ταμεία

S.125

S.12501

S.12502

S.12503

Επικουρικοί χρηματοοικονομικοί οργανισμοί και φορείς

S.126

S.12601

S.12602

S.12603

Θυγατρικοί χρηματοοικονομικοί οργανισμοί και δανειστές χρημάτων

S.127

S.12701

S.12702

S.12703

Ασφαλιστικές εταιρείες και συνταξιοδοτικά ταμεία (ΑΕΣΤ)

Ασφαλιστικές εταιρείες (ΑΕ)

S.128

S.12801

S.12802

S.12803

Συνταξιοδοτικά ταμεία (ΣΤ)

S.129

S.12901

S.12902

S.12903

Γενική κυβέρνηση

S.13

 

 

 

Κεντρική κυβέρνηση (πλην οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης)

S.1311

 

 

 

Κυβέρνηση ομόσπονδου κράτους (πλην οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης)

S.1312

 

 

 

Τοπική αυτοδιοίκηση (πλην οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης)

S.1313

 

 

 

Οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης

S.1314

 

 

 

Νοικοκυριά

S.14

 

 

 

Εργοδότες και αυτοαπασχολούμενοι

S.141+S.142

 

 

 

Μισθωτοί

S.143

 

 

 

Αποδέκτες εισοδημάτων περιουσίας και μεταβιβάσεων εισοδήματος

S.144

 

 

 

Αποδέκτες εισοδημάτων περιουσίας

S.1441

 

 

 

Αποδέκτες συντάξεων

S.1442

 

 

 

Αποδέκτες άλλων μεταβιβάσεων εισοδήματος

S.1443

 

 

 

Μη κερδοσκοπικά ιδρύματα που εξυπηρετούν νοικοκυριά (ΜΚΙΕΝ)

S.15

 

 

 

Αλλοδαπή

S.2

 

 

 

Κράτη μέλη, όργανα και οργανισμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης

S.21

 

 

 

Κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης

S.211

 

 

 

Θεσμικά όργανα και οργανισμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης

S.212

 

 

 

Κράτη που δεν είναι μέλη της ΕΕ και διεθνείς οργανισμοί που δεν είναι μόνιμοι κάτοικοι στην Ευρωπαϊκή Ένωση

S.22

 

 

 

2.32 Ο κάθε τομέας και υποτομέας συγκεντρώνει τις θεσμικές μονάδες που έχουν παρόμοιο τύπο οικονομικής συμπεριφοράς.

Διάγραμμα 2.1 —    Ταξινόμηση μονάδων σε τομείς image

2.33 Οι θεσμικές μονάδες ομαδοποιούνται σε τομείς με βάση το είδος της παραγωγής τους και ανάλογα με την κύρια δραστηριότητα και λειτουργία τους, που θεωρείται ενδεικτική της οικονομικής συμπεριφοράς τους.

2.34 Το διάγραμμα 2.1 παρουσιάζει την ταξινόμηση των μονάδων στους κύριους τομείς. Για τον καθορισμό του τομέα μιας μονάδας μόνιμου κατοίκου που δεν είναι νοικοκυριό, σύμφωνα με το διάγραμμα, πρέπει να διευκρινίζεται αν ελέγχεται από τη γενική κυβέρνηση ή όχι και αν είναι παραγωγός εμπορεύσιμου ή μη εμπορεύσιμου προϊόντος.

2.35 Ως έλεγχος μίας χρηματοοικονομικής ή μη χρηματοοικονομικής εταιρείας νοείται η ικανότητα καθορισμού της γενικής πολιτικής της εταιρείας, επιλέγοντας για παράδειγμα τους κατάλληλους διευθυντές, αν χρειαστεί.

2.36 Μια θεσμική μονάδα (εταιρεία, νοικοκυριό, μη κερδοσκοπικός οργανισμός ή μονάδα της γενικής κυβέρνησης) εξασφαλίζει τον έλεγχο μιας εταιρείας ή οιονεί εταιρείας εάν έχει στην κυριότητά της πάνω από το 50 % των μετοχών με δικαίωμα ψήφου ή εάν ελέγχει με οποιονδήποτε άλλο τρόπο πάνω από το 50 % της εκλογικής δύναμης των μετόχων.

2.37 Για να ελέγχει περισσότερο από το 50 % της εκλογικής δύναμης των μετόχων, μια θεσμική μονάδα δεν είναι απαραίτητο να έχει στην κυριότητά της καμία από τις μετοχές με δικαίωμα ψήφου. Μια εταιρεία Γ μπορεί να είναι θυγατρική μιας άλλης εταιρείας Β στην οποία μια τρίτη εταιρεία Α έχει την κυριότητα της πλειοψηφίας των μετοχών με δικαίωμα ψήφου. Η εταιρεία Γ θεωρείται ως θυγατρική της εταιρείας Β όταν είτε η εταιρεία Β ελέγχει περισσότερο από το ήμισυ των ψήφων των μετόχων της εταιρείας Γ είτε η εταιρεία Β είναι μέτοχος της Γ με δικαίωμα να διορίζει ή να παύει την πλειονότητα των διευθυντών της Γ.

2.38 Η γενική κυβέρνηση εξασφαλίζει τον έλεγχο μιας εταιρείας με ειδική νομοθετική πράξη, νομοθετικό διάταγμα ή με άλλη κανονιστική πράξη που δίνει στο Δημόσιο τη δυνατότητα να καθορίζει την πολιτική της εταιρείας. Οι ακόλουθοι δείκτες αποτελούν τους βασικούς παράγοντες που καθορίζουν αν η εταιρεία ελέγχεται από τη γενική κυβέρνηση:

α) η γενική κυβέρνηση έχει την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου·

β) η γενική κυβέρνηση ελέγχει το διοικητικό συμβούλιο ή κάθε άλλο διευθυντικό όργανο·

γ) η γενική κυβέρνηση ελέγχει τον διορισμό και την απομάκρυνση των μελών του προσωπικού που κατέχουν θέσεις-κλειδιά·

δ) η γενική κυβέρνηση ελέγχει τις βασικές επιτροπές της οντότητας·

ε) η γενική κυβέρνηση έχει στην κυριότητά της μετοχή με δικαίωμα βέτο·

στ) ειδικές κανονιστικές ρυθμίσεις·

ζ) η γενική κυβέρνηση αποτελεί βασικό πελάτη της εταιρείας·

η) η εταιρεία δανείζεται από τη γενική κυβέρνηση.

Ένας μόνο δείκτης μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να αρκεί για την τεκμηρίωση του ελέγχου αλλά, σε άλλες περιπτώσεις, διάφοροι επιμέρους δείκτες μπορούν από κοινού να υποδηλώνουν έλεγχο.

2.39 Για τα μη κερδοσκοπικά ιδρύματα που αναγνωρίζονται ως ανεξάρτητες νομικές οντότητες, πρέπει να συνεκτιμώνται οι ακόλουθοι πέντε δείκτες ελέγχου:

α) διορισμός αρμοδίων·

β) διατάξεις των πράξεων εξουσιοδότησης·

γ) συμβατικές συμφωνίες·

δ) βαθμός χρηματοδότησης·

ε) βαθμός έκθεσης της γενικής κυβέρνησης σε κίνδυνο.

Όπως συμβαίνει και με τις εταιρείες, ένας μόνο δείκτης μπορεί να αρκεί για την τεκμηρίωση του ελέγχου σε ορισμένες περιπτώσεις αλλά, σε άλλες περιπτώσεις, διάφοροι επιμέρους δείκτες μπορούν από κοινού να υποδηλώνουν έλεγχο.

2.40 Η διάκριση μεταξύ εμπορεύσιμου και μη εμπορεύσιμου και, συνεπώς, για τις οντότητες του δημόσιου τομέα, η ταξινόμησή τους στον τομέα της γενικής κυβέρνησης ή στον τομέα των εταιρειών, εξαρτάται από τα κριτήρια που ορίζονται στο σημείο 1.37.

2.41 Ένας τομέας χωρίζεται σε υποτομείς σύμφωνα με τα κριτήρια που διέπουν τον τομέα αυτό· για παράδειγμα, η γενική κυβέρνηση μπορεί να υποδιαιρείται σε κεντρική κυβέρνηση, σε κυβέρνηση ομόσπονδου κράτους, σε τοπική αυτοδιοίκηση και σε οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης. Κατά τον τρόπο αυτό είναι δυνατή η ακριβέστερη περιγραφή της οικονομικής συμπεριφοράς των μονάδων.

Οι λογαριασμοί για τους τομείς και τους υποτομείς καταγράφουν όλες τις δραστηριότητες —κύριες και δευτερεύουσες— των θεσμικών μονάδων που καλύπτουν οι αντίστοιχοι τομείς.

Κάθε θεσμική μονάδα ανήκει σε έναν και μόνο τομέα ή υποτομέα.

2.42 Όταν η βασική δραστηριότητα της θεσμικής μονάδας είναι η παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών, πρέπει, προκειμένου να γίνει δυνατή η ταξινόμησή της σε έναν τομέα, να διευκρινίζεται εκ των προτέρων το είδος παραγωγού.

2.43 Ο παρακάτω πίνακας 2.2 παρουσιάζει το είδος παραγωγού και τις κύριες δραστηριότητες και λειτουργίες που χαρακτηρίζουν τον κάθε τομέα:



Πίνακας 2.2 —  Είδος παραγωγού και κύριες δραστηριότητες και λειτουργίες κατά τομέα

Είδος παραγωγού

Κύρια δραστηριότητα και λειτουργία

Τομέας

Παραγωγός εμπορεύσιμου προϊόντος

Παραγωγή εμπορεύσιμων αγαθών και μη χρηματοοικονομικών υπηρεσιών

Μη χρηματοοικονομικές εταιρείες (S.11)

Παραγωγός εμπορεύσιμου προϊόντος

Χρηματοοικονομική διαμεσολάβηση περιλαμβανομένων και των ασφαλίσεων

Επικουρικές χρηματοοικονομικές δραστηριότητες

Χρηματοοικονομικές εταιρείες (S.12)

Δημόσιος παραγωγός μη εμπορεύσιμου προϊόντος

Παραγωγή και προμήθεια λοιπών μη εμπορεύσιμων προϊόντων για συλλογική και ατομική κατανάλωση, και πραγματοποίηση συναλλαγών που αποσκοπούν στην ανακατανομή του εθνικού εισοδήματος και πλούτου

Γενική κυβέρνηση (S.13)

Παραγωγός εμπορεύσιμου προϊόντος ή ιδιωτικός παραγωγός για ιδία τελική χρήση

Κατανάλωση

Παραγωγή εμπορεύσιμου προϊόντος και παραγωγή για ιδία τελική χρήση

Νοικοκυριά (S.14)

Ως καταναλωτές

Ως επιχειρηματίες

Ιδιωτικός παραγωγός μη εμπορεύσιμου προϊόντος

Παραγωγή και προμήθεια μη εμπορεύσιμου προϊόντος για ατομική κατανάλωση

Μη κερδοσκοπικά ιδρύματα που εξυπηρετούν νοικοκυριά (S.15)

2.44 Ο τομέας της αλλοδαπής (S.2) καλύπτει τις ροές και τις θέσεις μεταξύ μονάδων μόνιμων κατοίκων και μονάδων μη μόνιμων κατοίκων —οι μονάδες μη μόνιμοι κάτοικοι δεν χαρακτηρίζονται από παρόμοιους στόχους και είδη συμπεριφοράς, αλλά αναγνωρίζονται μόνο μέσω των ροών τους και των θέσεων τους σε σχέση με τις μονάδες μόνιμους κατοίκους.

Μη χρηματοοικονομικεσ εταιρειεσ (S.11)

2.45  Ορισμός: Ο τομέας «μη χρηματοοικονομικές εταιρείες» (S.11) αποτελείται από τις θεσμικές μονάδες που είναι ανεξάρτητες νομικές οντότητες και παραγωγοί εμπορεύσιμου προϊόντος, και των οποίων η κύρια δραστηριότητα συνίσταται στην παραγωγή αγαθών και μη χρηματοοικονομικών υπηρεσιών. Ο τομέας των μη χρηματοοικονομικών εταιρειών περιλαμβάνει επίσης και τις μη χρηματοοικονομικές οιονεί εταιρείες. [βλ. σημείο 2.13 στοιχείο στ)].

2.46 Περιλαμβάνονται οι ακόλουθες θεσμικές μονάδες:

α) ιδιωτικές και δημόσιες εταιρείες που είναι παραγωγοί εμπορεύσιμου προϊόντος και ασχολούνται κυρίως με την παραγωγή αγαθών και μη χρηματοοικονομικών υπηρεσιών·

β) συνεταιρισμοί και συνεταιρικές επιχειρήσεις που αναγνωρίζονται ως ανεξάρτητες νομικές οντότητες οι οποίες είναι παραγωγοί εμπορεύσιμου προϊόντος και ασχολούνται κυρίως με την παραγωγή αγαθών και μη χρηματοοικονομικών υπηρεσιών·

γ) δημόσιοι παραγωγοί οι οποίοι αναγνωρίζονται ως ανεξάρτητες νομικές οντότητες και οι οποίοι είναι παραγωγοί εμπορεύσιμου προϊόντος και ασχολούνται κυρίως με την παραγωγή αγαθών και μη χρηματοοικονομικών υπηρεσιών·

δ) μη κερδοσκοπικά ιδρύματα ή ενώσεις που εξυπηρετούν μη χρηματοοικονομικές εταιρείες, τα οποία αναγνωρίζονται ως ανεξάρτητες νομικές οντότητες, είναι παραγωγοί εμπορεύσιμου προϊόντος και ασχολούνται κυρίως με την παραγωγή αγαθών και μη χρηματοοικονομικών υπηρεσιών·

ε) κεντρικά γραφεία που ελέγχουν ομάδα εταιρειών που είναι παραγωγοί εμπορεύσιμου προϊόντος, εάν το κύριο είδος δραστηριότητας της ομάδας εταιρειών συνολικά —που υπολογίζεται με βάση την προστιθέμενη αξία— είναι η παραγωγή αγαθών και μη χρηματοοικονομικών υπηρεσιών·

στ) ΟΕΣ η κύρια δραστηριότητα των οποίων είναι η παροχή αγαθών ή μη χρηματοοικονομικών υπηρεσιών·

ζ) ιδιωτικές και δημόσιες οιονεί εταιρείες που είναι παραγωγοί εμπορεύσιμου προϊόντος και ασχολούνται κυρίως με την παραγωγή αγαθών και μη χρηματοοικονομικών υπηρεσιών.

2.47 Ο όρος «μη χρηματοοικονομικές οιονεί εταιρείες» υποδηλώνει όλες τις οντότητες οι οποίες είναι παραγωγοί εμπορεύσιμου προϊόντος και ασχολούνται κατά κύριο λόγο με την παραγωγή αγαθών και μη χρηματοοικονομικών υπηρεσιών και οι οποίες πληρούν τις προϋποθέσεις για να χαρακτηρίζονται οιονεί εταιρείες [βλ. σημείο 2.13, στοιχείο στ)].

Οι μη χρηματοοικονομικές οιονεί εταιρείες πρέπει να διατηρούν αρκετά στοιχεία ώστε να είναι σε θέση να συντάσσουν πλήρη σειρά λογαριασμών, και λειτουργούν σαν να ήταν εταιρείες. Η de facto σχέση τους με τον ιδιοκτήτη τους είναι παρόμοια με τη σχέση μιας μετοχικής εταιρείας με τους μετόχους της.

Οι μη χρηματοοικονομικές οιονεί εταιρείες που ανήκουν σε νοικοκυριά, μονάδες της γενικής κυβέρνησης ή μη κερδοσκοπικά ιδρύματα κατατάσσονται μαζί με τις μη χρηματοοικονομικές εταιρείες στον τομέα των μη χρηματοοικονομικών εταιρειών και όχι στον τομέα του ιδιοκτήτη τους.

2.48 Το γεγονός ότι κάποια επιχείρηση τηρεί πλήρη σειρά λογαριασμών, περιλαμβανομένων των ισολογισμών, δεν αποτελεί επαρκή προϋπόθεση για να θεωρηθεί ένας παραγωγός εμπορεύσιμου προϊόντος θεσμική μονάδα, ως οιονεί εταιρεία. Επομένως, οι συνεταιρικές επιχειρήσεις και οι δημόσιοι παραγωγοί, εκτός από εκείνους που περιλαμβάνονται στα στοιχεία α), β), γ) και στ) του σημείου 2.46, καθώς και οι ατομικές επιχειρήσεις —ακόμη και αν τηρούν πλήρη σειρά λογαριασμών— δεν αποτελούν εν γένει χωριστές θεσμικές μονάδες, διότι δεν έχουν αυτονομία λήψης αποφάσεων, εφόσον η διαχείρισή τους τελεί υπό τον έλεγχο των νοικοκυριών, των μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων ή των φορέων της γενικής κυβέρνησης στους οποίους ανήκουν.

2.49 Οι μη χρηματοοικονομικές εταιρείες περιλαμβάνουν πλασματικές μονάδες μόνιμους κατοίκους που αντιμετωπίζονται ως οιονεί εταιρείες.

2.50 Ο τομέας των μη χρηματοοικονομικών εταιρειών υποδιαιρείται σε τρεις υποτομείς:

α) δημόσιες μη χρηματοοικονομικές εταιρείες (S.11001)·

β) ημεδαπές ιδιωτικές μη χρηματοοικονομικές εταιρείες (S.11002)·

γ) μη χρηματοοικονομικές εταιρείες που ελέγχονται από την αλλοδαπή (S.11003).

Υποτομέας: Δημόσιες μη χρηματοοικονομικές εταιρείες (S.11001)

2.51  Ορισμός: Ο υποτομέας των δημόσιων μη χρηματοοικονομικών εταιρειών περιλαμβάνει το σύνολο των μη χρηματοοικονομικών εταιρειών, των οιονεί εταιρειών και των μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων που αναγνωρίζονται ως ανεξάρτητες νομικές οντότητες και είναι παραγωγοί εμπορεύσιμου προϊόντος και υπόκεινται σε έλεγχο από μονάδες της γενικής κυβέρνησης.

2.52 Οι δημόσιες οιονεί εταιρείες είναι οιονεί εταιρείες που ανήκουν απευθείας σε μονάδες της γενικής κυβέρνησης.

Υποτομέας: Ημεδαπές ιδιωτικές μη χρηματοοικονομικές εταιρείες (S.11002)

2.53  Ορισμός: Ο υποτομέας των ημεδαπών ιδιωτικών μη χρηματοοικονομικών εταιρειών περιλαμβάνει το σύνολο των μη χρηματοοικονομικών εταιρειών, οιονεί εταιρειών και μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων που αναγνωρίζονται ως ανεξάρτητες νομικές οντότητες και που είναι παραγωγοί εμπορεύσιμου προϊόντος και δεν ελέγχονται από τη γενική κυβέρνηση ή από θεσμικές μονάδες μη μόνιμους κατοίκους.

Ο υποτομέας αυτός περιλαμβάνει τις εταιρείες και οιονεί εταιρείες άμεσων ξένων επενδύσεων που δεν κατατάσσονται στον υποτομέα των μη χρηματοοικονομικών εταιρειών που ελέγχονται από την αλλοδαπή (S.11003).

Υποτομέας: Μη χρηματοοικονομικές εταιρείες που ελέγχονται από την αλλοδαπή (S.11003)

2.54  Ορισμός: Ο υποτομέας των μη χρηματοοικονομικών εταιρειών που ελέγχονται από την αλλοδαπή αποτελείται από όλες τις μη χρηματοοικονομικές εταιρείες και οιονεί εταιρείες που ελέγχονται από θεσμικές μονάδες μη μόνιμους κατοίκους.

Ο εν λόγω υποτομέας περιλαμβάνει:

α) όλες τις θυγατρικές εταιρειών μη μόνιμων κατοίκων·

β) όλες τις εταιρείες που ελέγχονται από θεσμική μονάδα μη μόνιμο κάτοικο που δεν είναι εταιρεία· για παράδειγμα, μια εταιρεία που ελέγχεται από κυβέρνηση της αλλοδαπής. Περιλαμβάνει εταιρείες που ελέγχονται από ομάδα μονάδων μη μόνιμων κατοίκων που ενεργούν από κοινού·

γ) όλα τα υποκαταστήματα ή άλλα μη εταιρικού χαρακτήρα γραφεία εταιρειών μη μόνιμων κατοίκων ή παραγωγών μη εταιρικού χαρακτήρα που είναι πλασματικές μονάδες μόνιμοι κάτοικοι.

Χρηματοοικονομικεσ εταιρειεσ (S.12)

2.55  Ορισμός: Ο τομέας των χρηματοοικονομικών εταιρειών (S.12) περιλαμβάνει θεσμικές μονάδες που είναι ανεξάρτητες νομικές οντότητες και παραγωγοί εμπορεύσιμου προϊόντος, των οποίων η βασική δραστηριότητα συνίσταται στην παροχή χρηματοοικονομικών υπηρεσιών. Αυτές οι θεσμικές μονάδες περιλαμβάνουν το σύνολο των εταιρειών και οιονεί εταιρειών που δραστηριοποιούνται κυρίως στους εξής τομείς:

α) χρηματοοικονομική διαμεσολάβηση (ενδιάμεσοι χρηματοοικονομικοί οργανισμοί)· και/ή

β) επικουρικές χρηματοοικονομικές δραστηριότητες (επικουρικοί χρηματοοικονομικοί οργανισμοί και φορείς).

Περιλαμβάνονται επίσης οι θεσμικές μονάδες που παρέχουν χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, αν το μεγαλύτερο μέρος των περιουσιακών τους στοιχείων ή των υποχρεώσεων τους δεν αποτελεί αντικείμενο συναλλαγής σε ανοικτές αγορές.

2.56 Η χρηματοοικονομική διαμεσολάβηση είναι η δραστηριότητα στα πλαίσια της οποίας μια θεσμική μονάδα αποκτά χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία και, ταυτόχρονα, συνάπτει υποχρεώσεις για δικό της λογαριασμό διενεργώντας χρηματοοικονομικές συναλλαγές στην αγορά. Τα περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις των ενδιάμεσων χρηματοοικονομικών οργανισμών μετατρέπονται ή αναδιαμορφώνονται σε σχέση για παράδειγμα με τη λήξη, το μέγεθος, τον βαθμό κινδύνου κ.λπ., κατά τη διαδικασία χρηματοοικονομικής διαμεσολάβησης.

Οι επικουρικές χρηματοοικονομικές δραστηριότητες είναι δραστηριότητες που συνδέονται στενά με τη χρηματοοικονομική διαμεσολάβηση, χωρίς όμως να συνιστούν οι ίδιες χρηματοοικονομική διαμεσολάβηση.

Ενδιάμεσοι χρηματοοικονομικοί οργανισμοί

2.57 Η διαδικασία χρηματοοικονομικής διαμεσολάβησης έγκειται στη διοχέτευση κεφαλαίων από θεσμικές μονάδες με πλεόνασμα κεφαλαίων σε θεσμικές μονάδες με έλλειψη κεφαλαίων. Ο ενδιάμεσος χρηματοοικονομικός οργανισμός δεν ενεργεί απλώς ως διαμεσολαβητής αυτών των άλλων θεσμικών μονάδων, αλλά αναλαμβάνει και ο ίδιος κινδύνους αποκτώντας χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία και συνάπτοντας υποχρεώσεις για δικό του λογαριασμό.

2.58 Στη διαδικασία χρηματοοικονομικής διαμεσολάβησης μπορούν να υπεισέρχονται όλες οι κατηγορίες υποχρεώσεων, εκτός από την κατηγορία «λοιποί πληρωτέοι λογαριασμοί» (AF.8). Τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που υπεισέρχονται στη διαδικασία χρηματοοικονομικής διαμεσολάβησης μπορεί να ταξινομούνται σε οποιαδήποτε κατηγορία, με εξαίρεση την κατηγορία για τα ασφαλιστικά συστήματα, συνταξιοδοτικά συστήματα και συστήματα τυποποιημένων εγγυήσεων (AF.6), συμπεριλαμβανομένης, όμως, της κατηγορίας «λοιποί εισπρακτέοι λογαριασμοί». Επιπλέον, οι ενδιάμεσοι χρηματοοικονομικοί οργανισμοί μπορούν να επενδύουν τα κεφάλαιά τους σε μη χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία, περιλαμβανομένων και των ακινήτων. Για να μπορεί να θεωρηθεί ενδιάμεσος χρηματοοικονομικός οργανισμός, μια εταιρεία θα πρέπει να συνάπτει υποχρεώσεις στην αγορά και να μετατρέπει κεφάλαια. Οι εταιρείες ακινήτων δεν είναι ενδιάμεσοι χρηματοοικονομικοί οργανισμοί.

2.59 Η κύρια δραστηριότητα των ασφαλιστικών εταιρειών και των συνταξιοδοτικών ταμείων έγκειται στη συγκέντρωση των κινδύνων. Οι υποχρεώσεις αυτών των οργανισμών είναι ασφαλιστικά, συνταξιοδοτικά και τυποποιημένα εγγυοδοτικά προγράμματα (AF.6). Σε αντιστάθμισμα των υποχρεώσεων, οι ασφαλιστικές εταιρείες και τα συνταξιοδοτικά ταμεία προβαίνουν σε επενδύσεις λειτουργώντας ως ενδιάμεσοι χρηματοοικονομικοί οργανισμοί.

2.60 Οι εταιρείες επενδύσεων χαρτοφυλακίου, στο εξής εταιρείες διαχείρισης διαθεσίμων και εταιρείες επενδύσεων χαρτοφυλακίου πλην των εταιρειών διαχείρισης διαθεσίμων, συνάπτουν, κατά κύριο λόγο, υποχρεώσεις μέσω της έκδοσης μετοχών ή μεριδίων των εταιρειών επενδύσεων χαρτοφυλακίου (AF.52). Οι εν λόγω εταιρείες μετατρέπουν τα κεφάλαια αυτά μέσω της απόκτησης χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων και/ή ακίνητης περιουσίας. Οι εταιρείες επενδύσεων χαρτοφυλακίου ταξινομούνται ως ενδιάμεσοι χρηματοοικονομικοί οργανισμοί. Οποιαδήποτε μεταβολή της αξίας των περιουσιακών στοιχείων τους και των υποχρεώσεών τους πλην των μετοχών τους αντικατοπτρίζεται στα ίδια κεφάλαια (βλ. σημείο 7.07). Δεδομένου ότι το ύψος των ιδίων κεφαλαίων ισούται με την αξία των μετοχών ή των μεριδίων των εταιρειών επενδύσεων χαρτοφυλακίου, οποιαδήποτε μεταβολή της αξίας των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων θα αντικατοπτρίζεται στην εμπορεύσιμη αξία αυτών των μετοχών ή μεριδίων. Οι εταιρείες επενδύσεων χαρτοφυλακίου που επενδύουν σε ακίνητη περιουσία θεωρούνται ενδιάμεσοι χρηματοοικονομικοί οργανισμοί.

2.61 Η χρηματοοικονομική διαμεσολάβηση περιορίζεται στην απόκτηση περιουσιακών στοιχείων και στη σύναψη υποχρεώσεων με το ευρύ κοινό ή με συγκεκριμένες και σχετικά μεγάλες υποομάδες του. Όταν η δραστηριότητα περιορίζεται σε μικρές ομάδες ατόμων ή σε οικογένειες, δεν πραγματοποιείται χρηματοοικονομική διαμεσολάβηση.

2.62 Μπορεί να υπάρχουν εξαιρέσεις από τον γενικό περιορισμό της χρηματοοικονομικής διαμεσολάβησης σε χρηματοοικονομικές συναλλαγές που διενεργούνται στην αγορά. Ως παραδείγματα μπορούν να αναφερθούν δημοτικές τράπεζες και ταμιευτήρια, που εξαρτώνται από τον σχετικό δήμο, ή εταιρείες χρηματοοικονομικής μίσθωσης που εξαρτώνται από έναν μητρικό όμιλο εταιρειών για την απόκτηση ή την επένδυση κεφαλαίων. Πάντως, για να ταξινομούνται ως ενδιάμεσοι χρηματοοικονομικοί οργανισμοί η εκ μέρους τους χορήγηση δανείων ή αποδοχή αποταμιεύσεων δεν θα πρέπει να εξαρτάται από τον αντίστοιχο δήμο ή μητρικό όμιλο εταιρειών.

Επικουρικοί χρηματοοικονομικοί οργανισμοί και φορείς

2.63 Οι επικουρικές χρηματοοικονομικές δραστηριότητες περιλαμβάνουν επικουρικές δραστηριότητες που αφορούν τη διενέργεια συναλλαγών σε χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία ή υποχρεώσεις ή τη μετατροπή ή την αναδιαμόρφωση κεφαλαίων. Οι επικουρικοί χρηματοοικονομικοί οργανισμοί και φορείς δεν αναλαμβάνουν οι ίδιοι κινδύνους μέσω της απόκτησης χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων ή μέσω της σύναψης υποχρεώσεων. Απλώς διευκολύνουν τη χρηματοοικονομική διαμεσολάβηση. Αν πρόκειται για κεντρικά γραφεία των οποίων όλες ή οι περισσότερες θυγατρικές είναι χρηματοοικονομικές εταιρείες, τα εν λόγω κεντρικά γραφεία θεωρούνται επικουρικοί χρηματοοικονομικοί οργανισμοί και φορείς.

Χρηματοοικονομικές εταιρείες πλην των ενδιάμεσων χρηματοοικονομικών οργανισμών και των επικουρικών χρηματοοικονομικών οργανισμών και φορέων

2.64 Άλλες χρηματοοικονομικές εταιρείες πλην των ενδιάμεσων χρηματοοικονομικών οργανισμών και των επικουρικών χρηματοοικονομικών οργανισμών και φορέων είναι θεσμικές μονάδες που παρέχουν χρηματοοικονομικές υπηρεσίες και των οποίων το μεγαλύτερο μέρος των περιουσιακών στοιχείων ή των υποχρεώσεων δεν αποτελεί αντικείμενο συναλλαγής σε ανοικτές αγορές.

Θεσμικές μονάδες που περιλαμβάνονται στον τομέα των χρηματοοικονομικών εταιρειών

2.65 Οι θεσμικές μονάδες που περιλαμβάνονται στον τομέα «χρηματοοικονομικές εταιρείες» (S.12) είναι οι ακόλουθες:

α) οι ιδιωτικές ή δημόσιες εταιρείες που ασχολούνται κατά κύριο λόγο με τη χρηματοοικονομική διαμεσολάβηση και/ή με επικουρικές χρηματοοικονομικές δραστηριότητες·

β) οι συνεταιρισμοί και συνεταιρικές επιχειρήσεις που αναγνωρίζονται ως ανεξάρτητες νομικές οντότητες και ασχολούνται κατά κύριο λόγο με τη χρηματοοικονομική διαμεσολάβηση και/ή με επικουρικές χρηματοοικονομικές δραστηριότητες·

γ) οι δημόσιοι παραγωγοί που αναγνωρίζονται ως νομικές οντότητες και ασχολούνται κατά κύριο λόγο με τη χρηματοοικονομική διαμεσολάβηση και/ή με επικουρικές χρηματοοικονομικές δραστηριότητες·

δ) τα μη κερδοσκοπικά ιδρύματα που αναγνωρίζονται ως νομικές οντότητες και τα οποία ασχολούνται κατά κύριο λόγο με τη χρηματοοικονομική διαμεσολάβηση και/ή με επικουρικές χρηματοοικονομικές δραστηριότητες ή τα οποία εξυπηρετούν χρηματοοικονομικές εταιρείες·

ε) τα κεντρικά γραφεία όταν όλες ή οι περισσότερες από τις θυγατρικές τους είναι χρηματοοικονομικές εταιρείες που ασχολούνται κατά κύριο λόγο με τη χρηματοοικονομική διαμεσολάβηση και/ή με επικουρικές χρηματοοικονομικές δραστηριότητες. Τα εν λόγω κεντρικά γραφεία ταξινομούνται ως επικουρικοί χρηματοοικονομικοί οργανισμοί και φορείς (S.126)·

στ) οι εταιρείες χαρτοφυλακίου, όταν ο κύριος ρόλος τους έγκειται στην κτήση περιουσιακών στοιχείων ομίλου θυγατρικών εταιρειών. Η σύνθεση του ομίλου μπορεί να είναι χρηματοοικονομικού χαρακτήρα ή μη —αυτό δεν επηρεάζει την ταξινόμηση των εταιρειών χαρτοφυλακίου ως θυγατρικών χρηματοοικονομικών οργανισμών (S.127)·

ζ) οι ΟΕΣ των οποίων η κύρια δραστηριότητα έγκειται στην παροχή χρηματοοικονομικών υπηρεσιών·

η) τα μη εταιρικής μορφής κεφάλαια επενδύσεων χαρτοφυλακίου που περιλαμβάνουν χαρτοφυλάκια επενδύσεων τα οποία ανήκουν στην ομάδα των συμμετεχόντων και τα οποία διαχειρίζονται, κατά κανόνα, άλλες χρηματοοικονομικές εταιρείες. Τα κεφάλαια αυτά θεωρούνται θεσμικές μονάδες, ξεχωριστές από τη διαχειρίστρια χρηματοοικονομική εταιρεία·

θ) οι μονάδες μη εταιρικής μορφής που ασχολούνται κατά κύριο λόγο με τη χρηματοοικονομική διαμεσολάβηση και υπόκεινται σε ρύθμιση και εποπτεία (στις περισσότερες περιπτώσεις ταξινομούνται ως εταιρείες που δέχονται καταθέσεις με εξαίρεση την κεντρική τράπεζα, ασφαλιστικές εταιρείες ή συνταξιοδοτικά ταμεία) θεωρούνται ότι έχουν αυτονομία λήψης αποφάσεων και αυτόνομη διοίκηση χωρίς εξάρτηση από τους ιδιοκτήτες τους· η οικονομική και η χρηματοοικονομική τους συμπεριφορά μοιάζει με τη συμπεριφορά των χρηματοδοτικών εταιρειών. Στην περίπτωση αυτή, αντιμετωπίζονται ως χωριστές θεσμικές μονάδες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι τα υποκαταστήματα χρηματοοικονομικών εταιρειών μη μόνιμων κατοίκων.

Υποτομείς χρηματοοικονομικών εταιρειών

2.66 Ο τομέας των χρηματοοικονομικών εταιρειών υποδιαιρείται στους ακόλουθους υποτομείς:

α) κεντρική τράπεζα (S.121)·

β) Εταιρείες που δέχονται καταθέσεις, εκτός από την κεντρική τράπεζα (S.122)·

γ) εταιρείες διαχείρισης διαθεσίμων (ΕΔΔ) (S.123)·

δ) εταιρείες επενδύσεων χαρτοφυλακίου πλην των εταιρειών διαχείρισης διαθεσίμων (S.124)·

ε) λοιποί ενδιάμεσοι χρηματοοικονομικοί οργανισμοί, εκτός από τις ασφαλιστικές εταιρείες και τα συνταξιοδοτικά ταμεία (S.125)·

στ) επικουρικοί χρηματοοικονομικοί οργανισμοί και φορείς (S.126)·

ζ) θυγατρικοί χρηματοοικονομικοί οργανισμοί και δανειστές χρημάτων (S.127)·

η) ασφαλιστικές εταιρείες (S.128)· και

θ) συνταξιοδοτικά ταμεία (S.129).

Συνδυασμός υποτομέων χρηματοοικονομικών εταιρειών

2.67 Οι νομισματικοί χρηματοοικονομικοί οργανισμοί (ΝΧΟ), σύμφωνα με τον ορισμό της ΕΚΤ, αποτελούνται από όλες τις θεσμικές μονάδες που περιλαμβάνονται στους υποτομείς κεντρική τράπεζα (S.121), εταιρείες που δέχονται καταθέσεις εκτός από την κεντρική τράπεζα (S.122) και εταιρείες διαχείρισης διαθεσίμων (S.123).

2.68 Ο υποτομέας άλλοι νομισματικοί χρηματοοικονομικοί οργανισμοί αποτελείται από εκείνους τους ενδιάμεσους χρηματοοικονομικούς οργανισμούς μέσω των οποίων τα αποτελέσματα της νομισματικής πολιτικής της κεντρικής τράπεζας (S.121) μεταβιβάζονται στις άλλες οντότητες της οικονομίας. Πρόκειται για εταιρείες που δέχονται καταθέσεις εκτός από την κεντρική τράπεζα (S.122) και για εταιρείες διαχείρισης διαθεσίμων (S.123).

2.69 Ενδιάμεσοι χρηματοοικονομικοί φορείς που ασχολούνται με τη συγκέντρωση των κινδύνων είναι οι ασφαλιστικές εταιρείες και τα συνταξιοδοτικά ταμεία (ΑΕΣΤ). Αποτελούνται από τους υποτομείς ασφαλιστικές εταιρείες (S.128) και συνταξιοδοτικά ταμεία (S.129).

2.70 Οι χρηματοοικονομικές εταιρείες εκτός από ΝΧΟ και ΑΕΣΤ αποτελούνται από τους υποτομείς εταιρείες επενδύσεων χαρτοφυλακίου πλην των εταιρειών διαχείρισης διαθεσίμων (S.124), τους άλλους ενδιάμεσους χρηματοοικονομικούς οργανισμούς, εκτός από τις ασφαλιστικές εταιρείες και τα συνταξιοδοτικά ταμεία (S.125), τους επικουρικούς χρηματοοικονομικούς οργανισμούς και φορείς (S.126) και τους θυγατρικούς χρηματοοικονομικούς οργανισμούς και δανειστές χρημάτων (S.127).

Υποδιαίρεση υποτομέων χρηματοοικονομικών εταιρειών σε δημόσιες, ημεδαπές ιδιωτικές και χρηματοοικονομικές εταιρείες και χρηματοοικονομικές εταιρείες που ελέγχονται από την αλλοδαπή

2.71 Με εξαίρεση τον υποτομέα S.121, κάθε υποτομέας υποδιαιρείται περαιτέρω σε:

α) δημόσιες χρηματοοικονομικές εταιρείες·

β) ημεδαπές ιδιωτικές χρηματοοικονομικές εταιρείες· και

γ) χρηματοοικονομικές εταιρείες που ελέγχονται από την αλλοδαπή.

Τα κριτήρια για την υποδιαίρεση αυτή είναι ακριβώς τα ίδια με εκείνα που ισχύουν για τις μη χρηματοοικονομικές εταιρείες (βλ. σημεία 2.51 έως 2.54).



Πίνακας 2.3 —  Τομέας χρηματοοικονομικών εταιρειών και υποτομείς του

Τομέας και υποτομείς

Δημόσιες

Ημεδαπές ιδιωτικές

Ελεγχόμενες από την αλλοδαπή

Χρηματοοικονομικές εταιρείες

S.12

 

 

 

Νομισματικοί χρηματοοικονομικοί οργανισμοί (ΝΧΟ)

Κεντρική τράπεζα

S.121

 

 

 

Λοιποί νομισματικοί χρηματοοικονομικοί οργανισμοί (ΛΝΧΟ)

Εταιρείες που δέχονται καταθέσεις, εκτός από την κεντρική τράπεζα

S.122

S.12201

S.12202

S.12203

Εταιρείες διαχείρισης διαθεσίμων

S.123

S.12301

S.12302

S.12303

Χρηματοοικονομικές εταιρείες εκτός από ΝΧΟ και ΑΕΣΤ

Εταιρείες επενδύσεων χαρτοφυλακίου, πλην των εταιρειών διαχείρισης διαθεσίμων

S.124

S.12401

S.12402

S.12403

Λοιποί ενδιάμεσοι χρηματοοικονομικοί οργανισμοί, εκτός από ασφαλιστικές εταιρείες και συνταξιοδοτικά ταμεία

S.125

S.12501

S.12502

S.12503

Επικουρικοί χρηματοοικονομικοί οργανισμοί και φορείς

S.126

S.12601

S.12602

S.12603

Θυγατρικοί χρηματοοικονομικοί οργανισμοί και δανειστές χρημάτων

S.127

S.12701

S.12702

S.12703

Ασφαλιστικές εταιρείες και συνταξιοδοτικά ταμεία (ΑΕΣΤ)

Ασφαλιστικές εταιρείες (ΑΕ)

S.128

S.12801

S.12802

S.12803

Συνταξιοδοτικά ταμεία (ΣΤ)

S.129

S.12901

S.12902

S.12903

Κεντρική Τράπεζα (S.121)

2.72  Ορισμός: Ο υποτομέας της κεντρικής τράπεζας (S.121) περιλαμβάνει όλες τις χρηματοοικονομικές εταιρείες και οιονεί εταιρείες, κύρια λειτουργία των οποίων είναι η έκδοση νομίσματος, η διατήρηση της εσωτερικής και εξωτερικής αξίας του νομίσματος και η τήρηση του συνόλου ή μέρους των διεθνών (συναλλαγματικών) αποθεμάτων της χώρας.

2.73 Οι ακόλουθοι ενδιάμεσοι χρηματοοικονομικοί οργανισμοί κατατάσσονται στον υποτομέα S.121:

α) η εθνική κεντρική τράπεζα, ακόμη και αν αποτελεί μέρος ενός Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών·

β) οι κεντρικές νομισματικές υπηρεσίες, κρατικής βασικά προέλευσης (π.χ. υπηρεσίες που διαχειρίζονται ξένο συνάλλαγμα ή εκδίδουν νόμισμα) οι οποίες τηρούν πλήρη σειρά λογαριασμών και έχουν αυτονομία λήψης αποφάσεων σε σχέση με την κεντρική κυβέρνηση. Όταν οι δραστηριότητες αυτές διενεργούνται είτε στα πλαίσια της κεντρικής κυβέρνησης είτε στα πλαίσια της κεντρικής τράπεζας, δεν υπάρχουν χωριστές θεσμικές μονάδες.

2.74 Ο υποτομέας S.121 δεν περιλαμβάνει οργανισμούς και φορείς, εκτός από την κεντρική τράπεζα, οι οποίοι ρυθμίζουν ή εποπτεύουν χρηματοοικονομικές εταιρείες ή κεφαλαιαγορές. Ταξινομούνται στον υποτομέα S.126.

Εταιρείες που δέχονται καταθέσεις, εκτός από την Κεντρική Τράπεζα (S.122)

2.75  Ορισμός: Ο υποτομέας εταιρείες που δέχονται καταθέσεις εκτός από την κεντρική τράπεζα (S.122) περιλαμβάνει όλες τις χρηματοοικονομικές εταιρείες και οιονεί χρηματοοικονομικές εταιρείες, εκτός από εκείνες που ταξινομούνται στον υποτομέα κεντρική τράπεζα και στον υποτομέα εταιρείες διαχείρισης διαθεσίμων, που δραστηριοποιούνται κατά κύριο λόγο στη χρηματοοικονομική διαμεσολάβηση με κύριο αντικείμενο την αποδοχή καταθέσεων και/ή συγγενών υποκατάστατων καταθέσεων από θεσμικές μονάδες, οπότε όχι μόνο από ΝΧΟ, και τη χορήγηση, για δικό τους λογαριασμό, δανείων και/ή τη διενέργεια επενδύσεων σε χρεόγραφα.

2.76 Οι εταιρείες που δέχονται καταθέσεις, εκτός από την κεντρική τράπεζα, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν απλώς «τράπεζες», γιατί μπορεί να περιλαμβάνουν ορισμένες χρηματοοικονομικές εταιρείες που δεν αυτοχαρακτηρίζονται «τράπεζες» ή ορισμένες που σε κάποιες χώρες ίσως δεν επιτρέπεται να φέρουν τον τίτλο της τράπεζας, ενώ ορισμένες άλλες χρηματοοικονομικές εταιρείες που αυτοχαρακτηρίζονται τράπεζες μπορεί να μην είναι στην πραγματικότητα εταιρείες που δέχονται καταθέσεις. Οι ακόλουθοι ενδιάμεσοι χρηματοοικονομικοί οργανισμοί κατατάσσονται στον υποτομέα S.122:

α) εμπορικές τράπεζες, «γενικές» τράπεζες, τράπεζες «παντός σκοπού»·

β) ταμιευτήρια [περιλαμβανομένων των μικρών τοπικών ταμιευτηρίων (trustee savings banks) και των στεγαστικών ταμιευτηρίων (savings banks and loan associations)]·

γ) ταχυδρομικές τράπεζες και οργανισμοί ταχυδρομικών επιταγών·

δ) αγροτικές πιστωτικές τράπεζες, γεωργικές πιστωτικές τράπεζες·

ε) συνεταιριστικές πιστωτικές τράπεζες, πιστωτικές ενώσεις·

στ) εξειδικευμένες τράπεζες, (π.χ. εμπορικές τράπεζες, οργανισμοί έκδοσης τίτλων, ιδιωτικές τράπεζες)· και

ζ) οργανισμοί ηλεκτρονικού χρήματος που δραστηριοποιούνται κυρίως στη χρηματοοικονομική διαμεσολάβηση.

2.77 Οι ακόλουθοι ενδιάμεσοι χρηματοοικονομικοί οργανισμοί μπορούν επίσης να ταξινομηθούν στον υποτομέα S.122 αν, στα πλαίσια της λειτουργίας τους, εισπράττουν πληρωτέα κεφάλαια από το κοινό είτε με τη μορφή καταθέσεων είτε με άλλες μορφές, όπως η συνεχής έκδοση μακροπρόθεσμων χρεογράφων:

α) εταιρείες που ασχολούνται με τη χορήγηση ενυπόθηκων δανείων [περιλαμβανομένων των κτηματικών εταιρειών (building societies), των κτηματικών τραπεζών και των ιδρυμάτων κτηματικής πίστης]·

β) δημοτικά πιστωτικά ιδρύματα.

Διαφορετικά, ενδιάμεσοι χρηματοοικονομικοί οργανισμοί ταξινομούνται στον υποτομέα S.124.

2.78 Στον υποτομέα S.122 δεν περιλαμβάνονται:

α) κεντρικά γραφεία που εποπτεύουν και διαχειρίζονται άλλες μονάδες ομάδας που αποτελείται κατεξοχήν από εταιρείες που δέχονται καταθέσεις εκτός από την κεντρική τράπεζα, χωρίς όμως να είναι τα ίδια εταιρείες που δέχονται καταθέσεις. Αυτά τα κεντρικά γραφεία ταξινομούνται στον υποτομέα S.126·

β) μη κερδοσκοπικά ιδρύματα που αναγνωρίζονται ως ανεξάρτητες νομικές οντότητες οι οποίες εξυπηρετούν εταιρείες που δέχονται καταθέσεις, αλλά δεν ασχολούνται με χρηματοοικονομική διαμεσολάβηση. Ταξινομούνται στον υποτομέα S.126· και

γ) οργανισμοί ηλεκτρονικού χρήματος που δεν δραστηριοποιούνται κατά κύριο λόγο στη χρηματοοικονομική διαμεσολάβηση.

Εταιρειεσ διαχειρισησ διαθεσιμων (S.123)

2.79  Ορισμός: Ο υποτομέας των εταιρειών διαχείρισης διαθεσίμων (S.123) περιλαμβάνει όλες τις χρηματοοικονομικές εταιρείες και οιονεί εταιρείες, εκτός από εκείνες που ταξινομούνται στον υποτομέα της κεντρικής τράπεζας και στον υποτομέα των πιστωτικών ιδρυμάτων, που δραστηριοποιούνται κατά κύριο λόγο στη χρηματοοικονομική διαμεσολάβηση. Η δραστηριότητά τους έγκειται στο να εκδίδουν μετοχές ή μερίδια εταιρειών επενδύσεων χαρτοφυλακίου ως παραπλήσια υποκατάστατα των καταθέσεων από θεσμικές μονάδες και στο να πραγματοποιούν, για δικό τους λογαριασμό, επενδύσεις κυρίως σε μετοχές/μερίδια κεφαλαίων διαχείρισης διαθεσίμων, χρεόγραφα βραχυπρόθεσμης λήξης και/ή καταθέσεις.

2.80 Οι ακόλουθοι ενδιάμεσοι χρηματοοικονομικοί οργανισμοί ταξινομούνται στον υποτομέα S.123: εταιρείες επενδύσεων χαρτοφυλακίου που περιλαμβάνουν επενδυτικές ενώσεις (investment trusts), οργανισμούς συλλογικών μετοχικών επενδύσεων (unit trusts) και άλλα συλλογικά επενδυτικά σχήματα των οποίων οι μετοχές ή τα μερίδια είναι παραπλήσια υποκατάστατα των καταθέσεων.

2.81 Ο υποτομέας S.123 δεν περιλαμβάνει:

α) κεντρικά γραφεία που εποπτεύουν και διαχειρίζονται μια ομάδα που αποτελείται κατά κύριο λόγο από εταιρείες διαχείρισης διαθεσίμων, χωρίς όμως να είναι τα ίδια εταιρείες διαχείρισης διαθεσίμων. Ταξινομούνται στον υποτομέα S.126·

β) μη κερδοσκοπικά ιδρύματα που είναι αναγνωρισμένα ως ανεξάρτητες νομικές οντότητες που εξυπηρετούν εταιρείες διαχείρισης διαθεσίμων, αλλά δεν μετέχουν στη χρηματοοικονομική διαμεσολάβηση. Ταξινομούνται στον υποτομέα S.126·

Εταιρείες επενδύσεων χαρτοφυλακίου, πλην των εταιρειών διαχείρισης διαθεσίμων (S.124)

2.82  Ορισμός: Ο υποτομέας των εταιρειών επενδύσεων χαρτοφυλακίου πλην των εταιρειών διαχείρισης διαθεσίμων (S.124) αποτελείται από όλα τα συλλογικά επενδυτικά σχήματα, εκτός από εκείνα που ταξινομούνται στον υποτομέα των εταιρειών διαχείρισης διαθεσίμων, που δραστηριοποιούνται κατά κύριο λόγο στη χρηματοοικονομική διαμεσολάβηση. Η δραστηριότητά τους έγκειται στο να εκδίδουν μετοχές ή μερίδια εταιρειών επενδύσεων χαρτοφυλακίου που δεν είναι παραπλήσια υποκατάστατα των καταθέσεων και να κάνουν, για δικό τους λογαριασμό, επενδύσεις κυρίως σε χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία εκτός από τα βραχυπρόθεσμα περιουσιακά στοιχεία και σε μη χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία (συνήθως ακίνητη περιουσία).

2.83 Οι εταιρείες επενδύσεων χαρτοφυλακίου πλην των εταιρειών διαχείρισης διαθεσίμων περιλαμβάνουν επενδυτικές ενώσεις (investment trusts), οργανισμούς συλλογικών μετοχικών επενδύσεων (unit trusts) και άλλα συλλογικά επενδυτικά σχήματα των οποίων οι μετοχές ή τα μερίδια των αμοιβαίων κεφαλαίων δεν θεωρούνται παραπλήσια υποκατάστατα των καταθέσεων.

2.84 Οι ακόλουθοι ενδιάμεσοι χρηματοοικονομικοί οργανισμοί ταξινομούνται στον υποτομέα S.124:

α) εταιρείες επενδύσεων χαρτοφυλακίου ανοικτού τύπου των οποίων οι μετοχές ή τα μερίδια των επενδύσεων χαρτοφυλακίου, ύστερα από αίτημα των κατόχων τους, επαναγοράζονται ή εξοφλούνται άμεσα ή έμμεσα από τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας·

β) εταιρείες επενδύσεων χαρτοφυλακίου κλειστού τύπου με σταθερό μετοχικό κεφάλαιο, όπου οι επενδυτές για να μπουν ή να βγουν απ’ αυτές πρέπει να αγοράσουν ή να πωλήσουν υπάρχουσες μετοχές·

γ) εταιρείες επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία·

δ) αμοιβαία κεφάλαια που επενδύουν σε άλλα αμοιβαία κεφάλαια («funds of funds»)·

ε) αντισταθμιστικά κεφάλαια υψηλού κινδύνου (hedge funds) τα οποία καλύπτουν ένα φάσμα συλλογικών επενδυτικών σχημάτων που χαρακτηρίζονται από υψηλές ελάχιστες επενδύσεις, ευέλικτη κανονιστική ρύθμιση και πληθώρα επενδυτικών στρατηγικών.

2.85 Στον υποτομέα S.124 δεν περιλαμβάνονται:

α) συνταξιοδοτικά ταμεία που αποτελούν μέρος του υποτομέα συνταξιοδοτικών ταμείων·

β) κρατικά κεφάλαια ειδικού σκοπού, γνωστά ως κρατικά επενδυτικά κεφάλαια. Κρατικά κεφάλαια ειδικού σκοπού ταξινομούνται ως θυγατρικοί χρηματοοικονομικοί οργανισμοί, εάν είναι χρηματοοικονομικές εταιρείες. Η ταξινόμηση ενός «κρατικού κεφαλαίου ειδικού σκοπού» είτε ως μέρος του τομέα της γενικής κυβέρνησης είτε ως μέρος του τομέα χρηματοοικονομικών εταιρειών, καθορίζεται με βάση τα κριτήρια σχετικά με τις μονάδες ειδικού σκοπού της γενικής κυβέρνησης που αναφέρονται στο σημείο 2.27·

γ) κεντρικά γραφεία που εποπτεύουν και διαχειρίζονται έναν όμιλο που απαρτίζεται κατά κύριο λόγο από εταιρείες διαχείρισης διαθεσίμων, χωρίς όμως να είναι τα ίδια εταιρείες διαχείρισης διαθεσίμων. Ταξινομούνται στον υποτομέα S.126·

δ) μη κερδοσκοπικά ιδρύματα που αναγνωρίζονται ως ανεξάρτητες νομικές οντότητες τα οποία εξυπηρετούν ασφαλιστικές εταιρείες και συνταξιοδοτικά ταμεία, αλλά δεν ασχολούνται με τη χρηματοοικονομική διαμεσολάβηση. Ταξινομούνται στον υποτομέα S.126.

Λοιποί ενδιάμεσοι χρηματοοικονομικοί οργανισμοί, εκτός από τις ασφαλιστικές εταιρείες και τα συνταξιοδοτικά ταμεία (S.125)

2.86  Ορισμός: Ο υποτομέας λοιποί ενδιάμεσοι χρηματοοικονομικοί οργανισμοί, εκτός από τις ασφαλιστικές εταιρείες και τα συνταξιοδοτικά ταμεία (S.125) περιλαμβάνει όλες τις χρηματοοικονομικές εταιρείες και οιονεί εταιρείες οι οποίες έχουν ως κύρια δραστηριότητα τη χρηματοοικονομική διαμεσολάβηση μέσω της σύναψης υποχρεώσεων υπό μορφή διαφορετική από το νόμισμα, τις καταθέσεις, ή τις μετοχές εταιρειών επενδύσεων χαρτοφυλακίου ή σε σχέση με τα ασφαλιστικά, συνταξιοδοτικά και τυποποιημένα εγγυοδοτικά συστήματα θεσμικών μονάδων.

2.87 Ο υποτομέας S.125 περιλαμβάνει τους ενδιάμεσους χρηματοοικονομικούς οργανισμούς που δραστηριοποιούνται κατά κύριο λόγο στη μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση. Στις περισσότερες περιπτώσεις, αυτός ο μακροπρόθεσμος χαρακτήρας διακρίνει τον εν λόγω τομέα από τους υποτομείς των ΛΝΧΟ (S.122 και S.123). Η διαχωριστική γραμμή από τους υποτομείς εταιρείες επενδύσεων χαρτοφυλακίου εκτός από τις εταιρείες διαχείρισης διαθεσίμων (S.124), ασφαλιστικές εταιρείες (S.128), και συνταξιοδοτικά ταμεία (S.129) μπορεί να καθοριστεί με βάση την απουσία υποχρεώσεων με τη μορφή μετοχών σε εταιρείες επενδύσεων χαρτοφυλακίου που δεν θεωρούνται παραπλήσια υποκατάστατα των καταθέσεων ή ασφαλιστικών, συνταξιοδοτικών και τυποποιημένων εγγυητικών συστημάτων.

2.88 Ο υποτομέας ενδιάμεσοι χρηματοοικονομικοί οργανισμοί, εκτός από τις ασφαλιστικές εταιρείες και τα συνταξιοδοτικά ταμεία (S.125) υποδιαιρείται περαιτέρω σε υποτομείς που περιλαμβάνουν: χρηματοοικονομικές εταιρείες ειδικού σκοπού οι οποίες μετέχουν σε συναλλαγές τιτλοποίησης (ΧΡΕΣ), χρηματιστές που διενεργούν συναλλαγές επί χρεογράφων και παράγωγων μέσων, χρηματοοικονομικές εταιρείες που μετέχουν στη χορήγηση δανείων, και εξειδικευμένες χρηματοοικονομικές εταιρείες. Η υποδιαίρεση αυτή παρουσιάζεται στον πίνακα 2.4.

Πίνακας 2.4 —    Υποτομέας λοιποί ενδιάμεσοι χρηματοοικονομικοί οργανισμοί, εκτός από ασφαλιστικές εταιρείες και συνταξιοδοτικά ταμεία (S.125) και υποδιαιρέσεις του

Χρηματοοικονομικές εταιρείες ειδικού σκοπού που ασχολούνται με συναλλαγές τιτλοποίησης (ΧΡΕΣ)·

Χρηματιστές που ενεργούν συναλλαγές επί χρεογράφων και παράγωγων μέσων·

Χρηματοοικονομικές εταιρείες που ασχολούνται με τη χορήγηση δανείων· και

Εξειδικευμένες χρηματοοικονομικές εταιρείες.

2.89 Στον υποτομέα S.125 δεν περιλαμβάνονται τα μη κερδοσκοπικά ιδρύματα που αναγνωρίζονται ως ανεξάρτητες νομικές οντότητες και εξυπηρετούν άλλες χρηματοοικονομικές εταιρείες εκτός από ασφαλιστικές επιχειρήσεις και συνταξιοδοτικά ταμεία, αλλά δεν ασκούν τη χρηματοοικονομική διαμεσολάβηση. Ταξινομούνται στον υποτομέα S.126.

2.90  Ορισμός: Οι χρηματοοικονομικές εταιρείες ειδικού σκοπού που ασχολούνται με συναλλαγές τιτλοποίησης (ΧΡΕΣ) είναι εταιρείες που διενεργούν συναλλαγές τιτλοποίησης. Οι ΧΡΕΣ που πληρούν τα κριτήρια της θεσμικής μονάδας ταξινομούνται στον τομέα S.125, διαφορετικά αντιμετωπίζονται ως αναπόσπαστο τμήμα της μητρικής εταιρείας.

2.91 Οι χρηματιστές που ενεργούν συναλλαγές επί χρεογράφων και παράγωγων μέσων (για ίδιο λογαριασμό) είναι ενδιάμεσοι χρηματοοικονομικοί οργανισμοί που ενεργούν για ίδιο λογαριασμό.

2.92 Οι χρηματοοικονομικές εταιρείες που ασχολούνται με τη χορήγηση δανείων περιλαμβάνουν, για παράδειγμα, ενδιάμεσους χρηματοοικονομικούς οργανισμούς που ασχολούνται με:

α) χρηματοοικονομική μίσθωση·

β) πίστωση για αγορές με δόσεις και χορήγηση προσωπικών ή εμπορικών δανείων· ή

γ) χρηματοδότηση με την εξαγορά επιχειρηματικών απαιτήσεων (factoring).

2.93 Οι εξειδικευμένες χρηματοοικονομικές εταιρείες είναι ενδιάμεσοι χρηματοοικονομικοί οργανισμοί, όπως για παράδειγμα:

α) εταιρείες επιχειρηματικού και αναπτυξιακού κεφαλαίου·

β) εταιρείες χρηματοδότησης εξαγωγών/εισαγωγών· ή

γ) ενδιάμεσοι χρηματοοικονομικοί οργανισμοί που αποκτούν καταθέσεις και/ή παραπλήσια υποκατάστατα καταθέσεων ή εκχωρούν δάνεια έναντι μόνο νομισματικών χρηματοοικονομικών οργανισμών· οι εν λόγω ενδιάμεσοι χρηματοοικονομικοί οργανισμοί περιλαμβάνουν επίσης τα κεντρικά γραφεία συμψηφισμού (ΚΓΣ) που διενεργούν συναλλαγές μεταξύ των νομισματικών χρηματοοικονομικών οργανισμών για συμφωνίες επαναγοράς.

2.94 Κεντρικά γραφεία που εποπτεύουν και διαχειρίζονται ομάδα θυγατρικών με κύριο αντικείμενο τη χρηματοοικονομική διαμεσολάβηση και/ή την παροχή επικουρικών χρηματοοικονομικών δραστηριοτήτων ταξινομούνται στον υποτομέα S.126.

Επικουρικοί χρηματοοικονομικοί οργανισμοί και φορείς (S.126)

2.95  Ορισμός: Ο υποτομέας «επικουρικοί χρηματοοικονομικοί οργανισμοί και φορείς» (S.126) περιλαμβάνει όλες τις χρηματοοικονομικές εταιρείες ή οιονεί εταιρείες οι οποίες ασχολούνται κατά κύριο λόγο με δραστηριότητες που συνδέονται στενά με τη χρηματοοικονομική διαμεσολάβηση, χωρίς όμως να είναι ενδιάμεσοι χρηματοοικονομικοί οργανισμοί.

2.96 Στον υποτομέα S.126 ταξινομούνται οι παρακάτω χρηματοοικονομικές εταιρείες και οιονεί εταιρείες:

α) οι ασφαλειομεσίτες, οι οργανισμοί αβαριών και επιθαλάσσιας αρωγής, οι σύμβουλοι επί θεμάτων ασφαλειών και συντάξεων κ.λπ.·

β) οι μεσίτες δανείων, οι χρηματιστές που διενεργούν πράξεις επί χρεογράφων, οι σύμβουλοι επενδύσεων κ.λπ.·

γ) οι εταιρείες εισαγωγής τίτλων σε χρηματιστήριο που διαχειρίζονται την έκδοση χρεογράφων·

δ) οι εταιρείες που έχουν ως κύρια λειτουργία την παροχή εγγύησης, με οπισθογράφηση, για γραμμάτια και παρόμοια μέσα·

ε) εταιρείες που διαχειρίζονται παράγωγα μέσα και μέσα αντιστάθμισης κινδύνου, όπως συμβάσεις ανταλλαγής χρηματοοικονομικών μέσων (swaps), χρηματοοικονομικά δικαιώματα προαίρεσης, συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης (futures) (χωρίς να τα εκδίδουν)·

στ) εταιρείες που παρέχουν υποδομή για κεφαλαιαγορές·

ζ) κεντρικές αρχές εποπτείας ενδιάμεσων χρηματοοικονομικών οργανισμών και χρηματοοικονομικών αγορών, όταν πρόκειται για χωριστές θεσμικές μονάδες·

η) διευθυντές συνταξιοδοτικών ταμείων, αμοιβαίων κεφαλαίων κ.λπ.·

θ) εταιρείες που εξασφαλίζουν αγοραπωλησίες τίτλων και ασφαλιστήριων συμβολαίων·

ι) μη κερδοσκοπικά ιδρύματα τα οποία αναγνωρίζονται ως ανεξάρτητες νομικές οντότητες που εξυπηρετούν χρηματοοικονομικές εταιρείες, αλλά δεν ασχολούνται με χρηματοοικονομική διαμεσολάβηση [βλ. στοιχείο δ) του σημείου 2.46]·

ια) οργανισμοί πληρωμών (που διευκολύνουν τις πληρωμές μεταξύ αγοραστή και πωλητή).

2.97 Ο υποτομέας S.126 περιλαμβάνει επίσης κεντρικά γραφεία των οποίων όλες οι θυγατρικές ή οι περισσότερες απ’ αυτές είναι χρηματοοικονομικές εταιρείες.

Θυγατρικοί χρηματοοικονομικοί οργανισμοί και δανειστές χρημάτων (S.127)

2.98  Ορισμός: Ο υποτομέας θυγατρικοί χρηματοοικονομικοί οργανισμοί και δανειστές χρημάτων (S.127) περιλαμβάνει το σύνολο των χρηματοοικονομικών εταιρειών και οιονεί εταιρειών που δεν ασχολούνται με τη χρηματοοικονομική διαμεσολάβηση ούτε με την παροχή επικουρικών χρηματοοικονομικών υπηρεσιών και των οποίων το μεγαλύτερο μέρος των περιουσιακών στοιχείων ή των υποχρεώσεων δεν αποτελεί αντικείμενο συναλλαγής στις ανοικτές αγορές.

2.99 Ειδικότερα, στον υποτομέα S.127 ταξινομούνται οι παρακάτω χρηματοοικονομικές εταιρείες και οιονεί εταιρείες:

α) μονάδες που είναι νομικές οντότητες όπως εταιρείες καταπιστευματικής διαχείρισης (trusts), κτηματομεσιτικά γραφεία, οργανισμοί πληρωμών ή εταιρείες χωρίς φυσική παρουσία («brass plate» companies)·

β) εταιρείες χαρτοφυλακίου που έχουν στην κυριότητά τους πάνω από το 50 % του μετοχικού κεφαλαίου μιας ομάδας θυγατρικών εταιρειών και των οποίων η βασική δραστηριότητα έγκειται στο να έχουν την ομάδα στην κυριότητά τους, χωρίς να παρέχουν οιαδήποτε άλλη υπηρεσία στις επιχειρήσεις στις οποίες ανήκει το μετοχικό κεφάλαιο (δηλαδή ούτε διοικούν ούτε διαχειρίζονται άλλες μονάδες)·

γ) ΟΕΣ που θεωρούνται θεσμικές μονάδες και αντλούν κεφάλαια από τις ανοικτές αγορές για να τα χρησιμοποιήσει η μητρική τους εταιρεία·

δ) μονάδες που παρέχουν χρηματοοικονομικές υπηρεσίες αποκλειστικά από δικά τους κεφάλαια ή κεφάλαια από χορηγίες σε ένα φάσμα πελατών και αναλαμβάνουν τον χρηματοοικονομικό κίνδυνο για οφειλέτες που αθετούν τις υποχρεώσεις τους. Σχετικά παραδείγματα είναι: οι δανειστές χρήματος, οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται στη χορήγηση δανείων σε φοιτητές ή για το εξωτερικό εμπόριο από κεφάλαια που έχουν καταβάλει χορηγοί, όπως φορείς της γενικής κυβέρνησης ή μη κερδοσκοπικά ιδρύματα και εταιρείες ενεχυροδανεισμού (prawnshops) που δραστηριοποιούνται κυρίως στη χορήγηση δανείων·

ε) κρατικά κεφάλαια ειδικού σκοπού, γνωστά ως κρατικά επενδυτικά κεφάλαια (sovereign wealth funds), εάν ταξινομούνται ως χρηματοοικονομικές εταιρείες.

Ασφαλιστικές εταιρείες (S.128)

2.100  Ορισμός: Ο υποτομέας «ασφαλιστικές εταιρείες και συνταξιοδοτικά ταμεία» (S.128) περιλαμβάνει όλες τις χρηματοοικονομικές εταιρείες και οιονεί εταιρείες που ασχολούνται κατά κύριο λόγο με τη χρηματοοικονομική διαμεσολάβηση ως συνέπεια της συγκέντρωσης των κινδύνων κυρίως με τη μορφή της άμεσης ασφάλισης ή της αντασφάλισης (βλ. σημείο 2.59).

2.101 Οι ασφαλιστικές εταιρείες παρέχουν υπηρεσίες:

α) ασφαλίσεων ζωής και ασφαλίσεων κατά ζημιών σε επιμέρους μονάδες ή ομάδες μονάδων·

β) αντασφάλισης σε άλλες ασφαλιστικές εταιρείες.

2.102 Υπηρεσίες ασφαλιστικών εταιρειών για ασφαλίσεις κατά ζημιών μπορούν να παρέχονται με τη μορφή ασφάλισης:

α) πυρός (π.χ. εμπορική και ιδιωτική ιδιοκτησία)·

β) αστικής ευθύνης (ζημίας)·

γ) μηχανοκίνητων οχημάτων (ιδία ζημία και αστική ευθύνη)·

δ) πλοίων, αεροσκαφών και μεταφορών (συμπεριλαμβανομένων των ενεργειακών κινδύνων)·

ε) ατυχήματος και ασθενείας· ή

στ) χρηματοοικονομικής ασφάλισης (παροχή γενικών εγγυήσεων ή εγγυήσεων καλής εκτέλεσης).

Εταιρείες χρηματοοικονομικής ασφάλισης ή πιστωτικής ασφάλισης, γνωστές επίσης ως τράπεζες εγγυήσεων, παρέχουν γενικές εγγυήσεις ή εγγυήσεις καλής εκτέλεσης για την υποστήριξη πράξεων τιτλοποίησης και άλλων πιστωτικών προϊόντων.

2.103 Οι ασφαλιστικές εταιρείες είναι κυρίως οντότητες εταιρικής ή αλληλασφαλιστικής μορφής. Οι εταιρικές οντότητες ανήκουν στους μετόχους και πολλές απ’ αυτές είναι εισηγμένες στο χρηματιστήριο. Οι αλληλασφαλιστικές οικονομικές οντότητες ανήκουν στους κατόχους ασφαλιστήριων συμβολαίων και αποδίδουν τα κέρδη τους στους ασφαλισμένους που έχουν συμμετοχή στα κέρδη, με τη μορφή μερισμάτων ή πριμ. Οι «θυγατρικές» ασφαλιστικές εταιρείες ανήκουν συνήθως σε μη χρηματοοικονομικές εταιρείες και κατά κύριο λόγο ασφαλίζουν τους κινδύνους των μετόχων τους.



Πλαίσιο 2.1 —  Τύποι ασφάλισης

Τύπος ασφάλισης

Τομέας/Υποτομέας

Πρωτασφάλιση

Ασφάλιση ζωής

Ο κάτοχος ασφαλιστήριου συμβολαίου καταβάλλει εφάπαξ ή τακτικές πληρωμές σε ασφαλιστή ο οποίος εις αντάλλαγμα εγγυάται στον κάτοχο την καταβολή του ποσού που έχει συμφωνηθεί ή ετήσιας προσόδου σε μια δεδομένη ημερομηνία ή πριν απ’ αυτήν.

Ασφαλιστικές εταιρείες

Ασφάλιση κατά ζημιών

Ασφάλιση για την κάλυψη κινδύνων ατυχήματος, ασθενείας, πυρός, πίστωσης κ.λπ.

Ασφαλιστικές εταιρείες

Αντασφάλιση

Ασφάλιση που αγοράζει ένας ασφαλιστής προκειμένου να προστατεύεται από απροσδόκητα μεγάλο αριθμό απαιτήσεων ή εξαιρετικά επαχθείς απαιτήσεις.

Ασφαλιστικές εταιρείες

Κοινωνικές ασφαλίσεις

Δημόσια κοινωνική ασφάλιση (κοινωνική ασφάλεια)

Η γενική κυβέρνηση υποχρεώνει τους συμμετέχοντες να ασφαλιστούν έναντι ορισμένων κοινωνικών κινδύνων.

Συντάξεις κοινωνικής ασφάλισης

Οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης

Άλλη κοινωνική ασφάλιση

Συστήματα κοινωνικής ασφάλισης που συνδέονται με την απασχόληση, εκτός από τα δημόσια συστήματα κοινωνικής ασφάλισης

Οι εργοδότες μπορούν να θέσουν ως όρο απασχόλησης οι εργαζόμενοι να ασφαλίζονται έναντι ορισμένων κοινωνικών κινδύνων.

Συνταξιοδοτικά συστήματα που συνδέονται με την απασχόληση

Τομέας του εργοδότη, ασφαλιστικές εταιρείες και συνταξιοδοτικά ταμεία ή μη κερδοσκοπικά ιδρύματα που εξυπηρετούν νοικοκυριά

Άλλα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης που συνδέονται με την απασχόληση

2.104 Ο υποτομέας S.128 δεν περιλαμβάνει:

α) θεσμικές μονάδες που πληρούν και τα δύο κριτήρια που απαριθμούνται στο σημείο 2.117. Ταξινομούνται στον υποτομέα S.1314·

β) κεντρικά γραφεία που εποπτεύουν και διαχειρίζονται ομάδα που απαρτίζεται κατά κύριο λόγο από ασφαλιστικές εταιρείες, χωρίς όμως να είναι τα ίδια ασφαλιστικές εταιρείες. Ταξινομούνται στον υποτομέα S.126·

γ) μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί που αναγνωρίζονται ως ανεξάρτητες νομικές οντότητες που εξυπηρετούν ασφαλιστικές εταιρείες, αλλά δεν δραστηριοποιούνται στη χρηματοοικονομική διαμεσολάβηση. Ταξινομούνται στον υποτομέα S.126.

Σνταξιοδοτικά ταμεία (S.129)

2.105  Ορισμός: Ο υποτομέας συνταξιοδοτικά ταμεία (S.129) περιλαμβάνει όλες τις χρηματοοικονομικές εταιρείες και οιονεί εταιρείες που ασχολούνται κατά κύριο λόγο με τη χρηματοοικονομική διαμεσολάβηση ως συνέπεια της συγκέντρωσης των κινδύνων και των αναγκών των ασφαλισμένων (κοινωνική ασφάλιση). Τα συνταξιοδοτικά ταμεία ως συστήματα κοινωνικής ασφάλισης παρέχουν εισόδημα κατά τη συνταξιοδότηση και, πολλές φορές, επιδόματα θανάτου και αναπηρίας.

2.106 Ο υποτομέας S.129 αποτελείται μόνο από εκείνα τα συνταξιοδοτικά ταμεία κοινωνικής ασφάλισης που είναι χωριστές θεσμικές μονάδες από τις μονάδες που τα δημιουργούν. Τέτοιου είδους αυτόνομα συνταξιοδοτικά ταμεία έχουν αυτονομία λήψης αποφάσεων και τηρούν πλήρη σειρά λογαριασμών. Τα μη αυτόνομα συνταξιοδοτικά ταμεία δεν είναι θεσμικές μονάδες, αλλά συνεχίζουν να ανήκουν στη θεσμική μονάδα η οποία τα δημιουργεί.

2.107 Χαρακτηριστικά παραδείγματα ατόμων που συμμετέχουν σε συστήματα συνταξιοδοτικών ταμείων είναι οι μισθωτοί μιας επιχείρησης ή μιας ομάδας επιχειρήσεων, οι μισθωτοί μιας επαγγελματικής κατηγορίας ή ενός κλάδου οικονομικής δραστηριότητας και άτομα που ασκούν το ίδιο επάγγελμα. Οι παροχές που περιλαμβάνονται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο είναι δυνατόν:

α) να καταβάλλονται μετά τον θάνατο του ασφαλισμένου στον επιζώντα σύζυγο και στα τέκνα·

β) να καταβάλλονται μετά τη συνταξιοδότηση· ή

γ) να αρχίσουν να καταβάλλονται από τη στιγμή που ο ασφαλισμένος καθίσταται ανάπηρος.

2.108 Σε ορισμένες χώρες, όλα τα εν λόγω είδη κινδύνων είναι δυνατόν να ασφαλίζονται τόσο από ασφαλιστικές εταιρείες του κλάδου ζωής όσο και από συνταξιοδοτικά ταμεία. Σε άλλες χώρες, ορισμένα τα εν λόγω είδη κινδύνων πρέπει υποχρεωτικά να ασφαλίζονται από ασφαλιστικές εταιρείες του κλάδου ζωής. Σε αντίθεση με τις ασφαλιστικές εταιρείες του κλάδου ζωής, τα συνταξιοδοτικά ταμεία είναι υποχρεωμένα (από τον νόμο) να περιορίζουν τη δραστηριότητά τους σε συγκεκριμένες ομάδες μισθωτών ή αυτοαπασχολουμένων.

2.109 Τα συστήματα συνταξιοδοτικών ταμείων μπορούν να οργανώνονται από εργοδότες ή από τη γενική κυβέρνηση. Μπορούν επίσης να οργανώνονται από ασφαλιστικές εταιρείες για λογαριασμό των μισθωτών· ή μπορούν να συγκροτούνται χωριστές θεσμικές μονάδες για να διακρατούν και να διαχειρίζονται τα περιουσιακά στοιχεία που πρέπει να χρησιμοποιούνται για την κάλυψη των συνταξιοδοτικών απαιτήσεων και τη διανομή των συντάξεων.

2.110 Στον υποτομέα S.129 δεν περιλαμβάνονται:

α) θεσμικές μονάδες που πληρούν και τα δύο κριτήρια που απαριθμούνται στο σημείο 2.117. Ταξινομούνται στον υποτομέα S.1314·

β) κεντρικά γραφεία που εποπτεύουν και διαχειρίζονται ομάδα που απαρτίζεται κατά κύριο λόγο από συνταξιοδοτικά ταμεία, χωρίς όμως να είναι τα ίδια συνταξιοδοτικά ταμεία. Ταξινομούνται στον υποτομέα S.126·

γ) μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί που αναγνωρίζονται ως ανεξάρτητες νομικές οντότητες που εξυπηρετούν συνταξιοδοτικά ταμεία, αλλά δεν δραστηριοποιούνται στη χρηματοοικονομική διαμεσολάβηση. Ταξινομούνται στον υποτομέα S.126.

Γενική κυβέρνηση (S.13)

2.111  Ορισμός: Ο τομέας της γενικής κυβέρνησης (S.13) περιλαμβάνει όλες τις θεσμικές μονάδες που είναι παραγωγοί λοιπού μη εμπορεύσιμου προϊόντος των οποίων η παραγωγή προορίζεται για ατομική και συλλογική κατανάλωση και που χρηματοδοτούνται κυρίως από υποχρεωτικές πληρωμές εκ μέρους μονάδων που ανήκουν σε άλλους τομείς, καθώς και τις θεσμικές μονάδες που ασχολούνται κυρίως με την αναδιανομή του εθνικού εισοδήματος και πλούτου.

2.112 Οι θεσμικές μονάδες που περιλαμβάνονται στον τομέα S.13 είναι για παράδειγμα οι ακόλουθες:

α) μονάδες της γενικής κυβέρνησης που έχουν συσταθεί μέσω νομικής διαδικασίας με σκοπό να έχουν δικαιοδοσία επί άλλων μονάδων στην οικονομική επικράτεια και να διαχειρίζονται και χρηματοδοτούν μια ομάδα δραστηριοτήτων, κυρίως παρέχοντας μη εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες υπέρ του κοινωνικού συνόλου·

β) μια εταιρεία ή οιονεί εταιρεία που είναι μονάδα της γενικής κυβέρνησης, εάν η παραγωγή της είναι κατά κύριο λόγο μη εμπορεύσιμη και ελέγχει μια μονάδα της γενικής κυβέρνησης·

γ) μη κερδοσκοπικά ιδρύματα τα οποία αναγνωρίζονται ως ανεξάρτητες νομικές οντότητες, που είναι παραγωγοί μη εμπορεύσιμου προϊόντος και ελέγχονται από τη γενική κυβέρνηση·

δ) αυτόνομα συνταξιοδοτικά ταμεία, στα οποία υπάρχει εκ του νόμου η υποχρέωση καταβολής εισφορών και των οποίων τα κεφάλαια τα διαχειρίζεται η γενική κυβέρνηση όσον αφορά τον καθορισμό και την έγκριση εισφορών και παροχών.

2.113 Ο τομέας της γενικής κυβέρνησης υποδιαιρείται σε τέσσερις υποτομείς:

α) κεντρική κυβέρνηση (πλην οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης) (S.1311)·

β) κυβέρνηση ομόσπονδου κράτους (πλην οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης) (S.1312)·

γ) τοπική αυτοδιοίκηση (πλην οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης) (S.1313)·

δ) οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης (S.1314).

Κεντρική κυβέρνηση (πλην οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης) (S.1311)

2.114  Ορισμός: Ο υποτομέας αυτός περιλαμβάνει όλες τις διοικητικές υπηρεσίες του κράτους και τους λοιπούς κεντρικούς φορείς, η αρμοδιότητα των οποίων εκτείνεται κατά κανόνα σε όλη την οικονομική επικράτεια, εκτός από τη διοίκηση των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης.

Στον υποτομέα S.1311 περιλαμβάνονται τα μη κερδοσκοπικά ιδρύματα που ελέγχονται και κατά κύριο λόγο χρηματοδοτούνται από την κεντρική κυβέρνηση και η αρμοδιότητα των οποίων εκτείνεται σε ολόκληρη την οικονομική επικράτεια.

Οι οργανισμοί που ρυθμίζουν την αγορά και διανέμουν αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο επιδοτήσεις ταξινομούνται στο S.1311. Οι οργανισμοί αυτοί που ασχολούνται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο με την αγορά, την αποθήκευση και την πώληση αγροτικών προϊόντων ή τροφίμων ταξινομούνται στο S.11.

Κυβέρνηση ομόσπονδου κράτους (πλην οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης) (S.1312)

2.115  Ορισμός: Ο υποτομέας αυτός περιλαμβάνει εκείνες τις μορφές της δημόσιας διοίκησης που αποτελούν χωριστές θεσμικές μονάδες και που ασκούν ορισμένες από τις κυβερνητικές λειτουργίες, εκτός από τη διοίκηση οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης, σε επίπεδο κατώτερο από το επίπεδο της κεντρικής κυβέρνησης και ανώτερο από το επίπεδο των κρατικών θεσμικών μονάδων που υπάρχουν σε τοπικό επίπεδο.

Στον υποτομέα S.1312 περιλαμβάνονται τα μη κερδοσκοπικά ιδρύματα που ελέγχονται από τοπικές κυβερνήσεις και των οποίων η αρμοδιότητα περιορίζεται στην οικονομική επικράτεια αυτών των τοπικών κυβερνήσεων.

Τοπική αυτοδιοίκηση (πλην οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης) (S.1313)

2.116  Ορισμός: Ο υποτομέας «τοπική αυτοδιοίκηση» περιλαμβάνει εκείνες τις μορφές της δημόσιας διοίκησης η αρμοδιότητα των οποίων εκτείνεται σε μέρος μόνο της οικονομικής επικράτειας, εκτός από τα τοπικά γραφεία των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης.

Στον υποτομέα S.1313 περιλαμβάνονται τα μη κερδοσκοπικά ιδρύματα τα οποία ελέγχονται και κατά κύριο λόγο χρηματοδοτούνται από τοπικές κυβερνήσεις και η αρμοδιότητα των οποίων περιορίζεται στην οικονομική επικράτεια των τοπικών αυτών κυβερνήσεων.

Οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης (S.1314)

2.117  Ορισμός: Ο υποτομέας των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης περιλαμβάνει όλες τις θεσμικές μονάδες (κεντρικές, ομόσπονδων κρατών και τοπικές), η κύρια δραστηριότητα των οποίων είναι να προσφέρουν κοινωνικές παροχές και οι οποίες πληρούν και τα δύο παρακάτω κριτήρια:

α) με νόμο ή με κανονιστική ρύθμιση ορισμένες ομάδες πληθυσμού υποχρεώνονται να συμμετέχουν στο σύστημα ή να καταβάλλουν εισφορές· και

β) η γενική κυβέρνηση είναι υπεύθυνη για τη διαχείριση του οργανισμού, όσον αφορά τον καθορισμό ή την έγκριση των εισφορών και των παροχών, ανεξάρτητα από τον ρόλο της ως εποπτικού φορέα ή εργοδότη.

Συνήθως δεν υπάρχει άμεση σχέση μεταξύ του ύψους των εισφορών που καταβάλλει ένα άτομο και του κινδύνου στον οποίο αυτό το άτομο εκτίθεται.

Νοικοκυριά (S.14)

2.118  Ορισμός: Ο τομέας των νοικοκυριών (S.14) περιλαμβάνει φυσικά πρόσωπα ή ομάδες φυσικών προσώπων με την ιδιότητά τους ως καταναλωτών και ως επιχειρηματιών που παράγουν εμπορεύσιμα αγαθά και χρηματοοικονομικές ή μη υπηρεσίες (παραγωγοί εμπορεύσιμου προϊόντος), με την προϋπόθεση ότι η παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών δεν είναι δραστηριότητες χωριστών μονάδων που κατατάσσονται στις οιονεί εταιρείες. Περιλαμβάνει επίσης τα φυσικά πρόσωπα ή τις ομάδες φυσικών προσώπων με την ιδιότητά τους ως παραγωγών αγαθών και μη χρηματοοικονομικών υπηρεσιών αποκλειστικά για δική τους τελική χρήση.

Τα νοικοκυριά ως καταναλωτές μπορούν να οριστούν ως μικρές ομάδες ατόμων τα οποία ζουν κάτω από την ίδια στέγη, συγχωνεύουν μέρος ή και το σύνολο του εισοδήματος και της περιουσίας τους και καταναλώνουν ορισμένα είδη αγαθών και υπηρεσιών συλλογικά (κυρίως, στέγαση και διατροφή).

Τα κυριότερα εισοδήματα των νοικοκυριών είναι τα ακόλουθα:

α) εισόδημα εξαρτημένης εργασίας·

β) εισόδημα περιουσίας·

γ) μεταβιβάσεις από άλλους τομείς·

δ) έσοδα από τη διάθεση εμπορεύσιμων προϊόντων· και

ε) τεκμαρτά έσοδα από την παραγωγή προϊόντων για ιδία τελική κατανάλωση.

2.119 Ο τομέας των νοικοκυριών περιλαμβάνει:

α) φυσικά πρόσωπα ή ομάδες φυσικών προσώπων η κύρια δραστηριότητα των οποίων είναι η κατανάλωση·

β) άτομα που ζουν μόνιμα σε ιδρύματα και τα οποία έχουν ελάχιστη ή καμία αυτονομία δράσης ή λήψης αποφάσεων σε οικονομικά θέματα (π.χ. μέλη θρησκευτικών ταγμάτων που ζουν σε μοναστήρια, ασθενείς που νοσηλεύονται για μεγάλο χρονικό διάστημα σε νοσοκομεία, κρατούμενοι που εκτίουν μακροχρόνιες ποινές, ηλικιωμένα άτομα που ζουν μόνιμα σε οίκους ευγηρίας). Τα άτομα αυτά αντιμετωπίζονται ως χωριστή θεσμική μονάδα: ένα μόνο νοικοκυριό·

γ) φυσικά πρόσωπα ή ομάδες φυσικών προσώπων των οποίων βασικό χαρακτηριστικό είναι η κατανάλωση και τα οποία παράγουν αγαθά και μη χρηματοοικονομικές υπηρεσίες για αποκλειστικά δική τους τελική χρήση· μόνο δύο κατηγορίες υπηρεσιών που παράγονται για ίδια τελική κατανάλωση συμπεριλαμβάνονται στο σύστημα: υπηρεσίες ιδιοκατοικούμενων κατοικιών και οικιακές υπηρεσίες που παρέχονται έναντι αμοιβής·

δ) ατομικές επιχειρήσεις και συνεταιρικές επιχειρήσεις χωρίς ανεξάρτητη νομική προσωπικότητα, εκτός από όσες κατατάσσονται στις οιονεί εταιρείες και είναι παραγωγοί εμπορεύσιμου προϊόντος· και

ε) μη κερδοσκοπικά ιδρύματα που εξυπηρετούν νοικοκυριά, τα οποία δεν έχουν ανεξάρτητη νομική οντότητα ή έχουν μεν, αλλά δεν είναι ιδιαίτερα σημαντικά.

2.120 Στο ΕΣΛ 2010, ο τομέας των νοικοκυριών υποδιαιρείται στους ακόλουθους υποτομείς:

α) εργοδότες (S.141) και αυτοαπασχολούμενοι (S.142)·

β) μισθωτοί (S.143)·

γ) αποδέκτες εισοδημάτων περιουσίας (S.1441)·

δ) αποδέκτες συντάξεων (S.1442)·

ε) αποδέκτες άλλων μεταβιβάσεων εισοδήματος (S.1443).

2.121 Η κατάταξη των νοικοκυριών στους επιμέρους υποτομείς γίνεται με βάση τη μεγαλύτερη κατηγορία εισοδήματος (εισόδημα εργοδοτών, εισόδημα από εξαρτημένη εργασία μισθωτών κ.λπ.) του νοικοκυριού ως συνόλου. Όταν, στα πλαίσια του ίδιου νοικοκυριού, υπάρχουν περισσότερα από ένα εισοδήματα μιας δεδομένης κατηγορίας, η κατάταξη πρέπει να βασίζεται στο συνολικό εισόδημα του νοικοκυριού στα πλαίσια κάθε κατηγορίας.

Εργοδότες (περιλαμβανομένων των αυτοαπασχολουμένων) (S.141 και S.142)

2.122  Ορισμός: Ο υποτομέας των εργοδοτών (περιλαμβανομένων των αυτοαπασχολουμένων) περιλαμβάνει την ομάδα των νοικοκυριών για την οποία τα (μεικτά) εισοδήματα (B.3) που συγκεντρώνουν οι ιδιοκτήτες οικογενειακών επιχειρήσεων μη εταιρικής μορφής από τη δραστηριότητά τους ως παραγωγών εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών, με ή χωρίς αμειβόμενο προσωπικό, αποτελούν τη σημαντικότερη πηγή εισοδήματος για το νοικοκυριό ως σύνολο, ακόμη και αν το εισόδημα αυτό δεν υπερβαίνει πάντοτε το ήμισυ του συνολικού εισοδήματος του νοικοκυριού.

Μισθωτοί (S.143)

2.123  Ορισμός: Ο υποτομέας «μισθωτοί» περιλαμβάνει την ομάδα νοικοκυριών για την οποία τα εισοδήματα που προέρχονται από εισόδημα εξαρτημένης εργασίας μισθωτών (D.1) αποτελούν τη σημαντικότερη πηγή εισοδήματος για το νοικοκυριό ως σύνολο.

Αποδέκτες εισοδημάτων περιουσίας (S.1441)

2.124  Ορισμός: Ο υποτομέας «αποδέκτες εισοδημάτων περιουσίας» περιλαμβάνει την ομάδα νοικοκυριών για τα οποία το εισόδημα από περιουσία (D.4) αποτελεί τη σημαντικότερη πηγή εισοδήματος για το νοικοκυριό ως σύνολο.

Αποδέκτες συντάξεων (S.1442)

2.125  Ορισμός: Ο υποτομέας «αποδέκτες συντάξεων» περιλαμβάνει την ομάδα νοικοκυριών για την οποία τα εισοδήματα που προέρχονται από συντάξεις αποτελούν τη σημαντικότερη πηγή εισοδήματος για το νοικοκυριό ως σύνολο.

Τα νοικοκυριά-αποδέκτες συντάξεων είναι νοικοκυριά των οποίων η σημαντικότερη πηγή εισοδήματος προέρχεται από συντάξεις γήρατος ή άλλες συντάξεις, περιλαμβανομένων των συντάξεων από προηγούμενους εργοδότες.

Αποδέκτες άλλων μεταβιβάσεων εισοδήματος (S.1443)

2.126  Ορισμός: Ο υποτομέας αποδέκτες άλλων μεταβιβάσεων περιλαμβάνει την ομάδα νοικοκυριών για την οποία τα εισοδήματα που προέρχονται από άλλες τρέχουσες μεταβιβάσεις αποτελούν τη σημαντικότερη πηγή εισοδήματος για το νοικοκυριό ως σύνολο.

Ο όρος «άλλες τρέχουσες μεταβιβάσεις» περιλαμβάνει όλες τις τρέχουσες μεταβιβάσεις εκτός από το εισόδημα περιουσίας, τις συντάξεις και το εισόδημα ατόμων που ζουν μόνιμα σε ιδρύματα.

2.127 Εάν δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για τη σχετική συμβολή των πηγών εισοδήματος του νοικοκυριού ως συνόλου, προκειμένου να χρησιμεύσει για σκοπούς κατάταξης, χρησιμοποιείται για την κατάταξη το εισόδημα του ατόμου αναφοράς. Το άτομο αναφοράς ενός νοικοκυριού είναι κανονικά το άτομο με το μεγαλύτερο εισόδημα. Αν ούτε η τελευταία αυτή πληροφορία είναι διαθέσιμη, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την κατάταξη των νοικοκυριών σε υποτομείς το εισόδημα του ατόμου που δηλώνει ότι είναι το άτομο αναφοράς.

2.128 Για την κατάταξη των νοικοκυριών σε υποτομείς μπορούν να χρησιμοποιηθούν άλλα κριτήρια, όπως κατανομή των νοικοκυριών ως επιχειρηματιών κατά δραστηριότητα: αγροτικά νοικοκυριά και μη αγροτικά νοικοκυριά.

Μη κερδοσκοπικά ιδρύματα που εξυπηρετούν νοικοκυριά (S.15)

2.129  Ορισμός: Ο τομέας των μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων που εξυπηρετούν νοικοκυριά (MKIEN) (S.15) αποτελείται από μη κερδοσκοπικά ιδρύματα τα οποία είναι χωριστές νομικές οντότητες, εξυπηρετούν νοικοκυριά και είναι ιδιωτικοί παραγωγοί μη εμπορεύσιμου προϊόντος. Οι κύριοι πόροι τους προέρχονται από προαιρετικές εισφορές —σε χρήμα ή σε είδος— νοικοκυριών με την ιδιότητά τους ως καταναλωτών, από πληρωμές εκ μέρους της γενικής κυβέρνησης, καθώς και από εισόδημα περιουσίας.

2.130 Αν τα ιδρύματα αυτά δεν είναι πολύ σημαντικά, δεν περιλαμβάνονται στον τομέα ΜΚΙΕΝ αλλά στον τομέα των νοικοκυριών (S.14), επειδή οι συναλλαγές τους δεν μπορούν να διαχωριστούν από τις μονάδες του εν λόγω τομέα. Τα ΜΚΙΕΝ μη εμπορεύσιμων προϊόντων που ελέγχονται από τη γενική κυβέρνηση ταξινομούνται στον τομέα της γενικής κυβέρνησης (S.13).

Ο τομέας των ΜΚΙΕΝ περιλαμβάνει τα παρακάτω κύρια είδη ΜΚΙΕΝ που παρέχουν μη εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες σε νοικοκυριά:

α) συνδικάτα, επαγγελματικές και επιστημονικές εταιρείες, ενώσεις καταναλωτών, πολιτικά κόμματα, εκκλησίες ή θρησκευτικές εταιρείες (όπου συμπεριλαμβάνονται και αυτές που χρηματοδοτούνται, αλλά δεν ελέγχονται από κυβερνήσεις), καθώς και κοινωνικές, πολιτιστικές, ψυχαγωγικές και αθλητικές λέσχες· και

β) φιλανθρωπικά ιδρύματα και οργανισμούς αρωγής και παροχής βοήθειας που χρηματοδοτούνται με προαιρετικές μεταβιβάσεις σε χρήμα ή σε είδος από άλλες θεσμικές μονάδες.

Ο τομέας S.15 περιλαμβάνει τα φιλανθρωπικά ιδρύματα και τους οργανισμούς αρωγής ή παροχής βοήθειας που εξυπηρετούν μονάδες μη μόνιμους κατοίκους, ενώ δεν περιλαμβάνει τους οργανισμούς στους οποίους η ιδιότητα του μέλους παρέχει δικαίωμα πρόσβασης σε προκαθορισμένο σύνολο αγαθών και υπηρεσιών.

Αλοδαπή (S.2)

2.131  Ορισμός: Ο τομέας αλλοδαπή (S.2) αποτελεί ομάδα μονάδων χωρίς χαρακτηριστικές λειτουργίες και πόρους. Αποτελείται από μονάδες μη μόνιμους κατοίκους, στο μέτρο που διενεργούν συναλλαγές με θεσμικές μονάδες μόνιμους κατοίκους ή έχουν άλλους οικονομικούς δεσμούς με μονάδες μόνιμους κατοίκους. Οι λογαριασμοί του τομέα αυτού παρέχουν μια συνολική εικόνα των οικονομικών σχέσεων που συνδέουν την εθνική οικονομία με την αλλοδαπή. Περιλαμβάνονται τα όργανα της ΕΕ και των διεθνών οργανισμών.

2.132 Η αλλοδαπή δεν αποτελεί τομέα για τον οποίο πρέπει να τηρείται πλήρης σειρά λογαριασμών, αν και συχνά είναι χρήσιμο να αντιμετωπίζεται ως τομέας. Οι τομείς προκύπτουν από την κατάτμηση της συνολικής οικονομίας ώστε να λαμβάνονται περισσότερο ομοιογενείς ομάδες θεσμικών μονάδων μόνιμων κατοίκων, που είναι παρόμοιες από άποψη οικονομικής συμπεριφοράς, στόχων και λειτουργιών. Αυτό δεν συμβαίνει με τον τομέα της αλλοδαπής: στον τομέα αυτό καταγράφονται οι συναλλαγές και λοιπές ροές των μη χρηματοοικονομικών και χρηματοοικονομικών εταιρειών, των μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων, των νοικοκυριών και του τομέα της γενικής κυβέρνησης με θεσμικές μονάδες μη μόνιμους κατοίκους, καθώς και οι λοιπές οικονομικές σχέσεις μεταξύ μονίμων κατοίκων και μη μόνιμων κατοίκων, π.χ. απαιτήσεις μόνιμων κατοίκων έναντι μη μόνιμων κατοίκων.

2.133 Οι λογαριασμοί της αλλοδαπής περιλαμβάνουν μόνο συναλλαγές που διενεργούνται μεταξύ θεσμικών μονάδων μόνιμων κατοίκων και μονάδων μη μόνιμων κατοίκων με τις ακόλουθες εξαιρέσεις:

α) οι υπηρεσίες μεταφορών (έως τα σύνορα της χώρας εξαγωγής) που παρέχονται από μονάδες μόνιμους κατοίκους, όσον αφορά εισαγόμενα αγαθά, καταχωρίζονται στους λογαριασμούς της αλλοδαπής στις εισαγωγές fob, παρά το γεγονός ότι παράγονται από μονάδες μόνιμους κατοίκους·

β) οι συναλλαγές σε περιουσιακά στοιχεία της αλλοδαπής μεταξύ μόνιμων κατοίκων που ανήκουν σε διαφορετικούς τομείς της εγχώριας οικονομίας, εμφαίνονται στους αναλυτικούς χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς της αλλοδαπής. Οι εν λόγω συναλλαγές δεν επηρεάζουν τη χρηματοοικονομική θέση της χώρας έναντι της αλλοδαπής· επηρεάζουν τις χρηματοοικονομικές σχέσεις των επιμέρους τομέων με την αλλοδαπή·

γ) συναλλαγές που αφορούν υποχρεώσεις της χώρας και που πραγματοποιούνται ανάμεσα σε μη μόνιμους κατοίκους που ανήκουν σε διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές καταχωρίζονται στους λογαριασμούς της αλλοδαπής κατά γεωγραφική διαίρεση. Παρά το γεγονός ότι οι συναλλαγές αυτές δεν επηρεάζουν τις συνολικές υποχρεώσεις της χώρας προς την αλλοδαπή, επηρεάζουν τις υποχρεώσεις της προς διάφορες περιοχές του κόσμου.

2.134 Ο τομέας αλλοδαπή (S.2) υποδιαιρείται στα ακόλουθα:

α) κράτη μέλη και όργανα και οργανισμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης (S.21):

1. κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (S.211)·

2. όργανα και οργανισμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης (S.212)·

β) κράτη που δεν είναι μέλη της ΕΕ και διεθνείς οργανισμοί που δεν είναι μόνιμοι κάτοικοι της ΕΕ (S.22).

Ταξινόμηση των παραγωγικών μονάδων κατά τομείς σύμφωνα με τις κύριες τυποποιημένες νομικές μορφές ιδιοκτησίας

2.135 Η επόμενη επισκόπηση και τα σημεία 2.31 έως 2.44 παρουσιάζουν συνοπτικά τις αρχές που διέπουν την ταξινόμηση των παραγωγικών μονάδων σε τομείς, χρησιμοποιώντας την τυποποιημένη ορολογία για την περιγραφή των κύριων κατηγοριών θεσμικών φορέων.

2.136 Οι ιδιωτικές ή δημόσιες κεφαλαιουχικές εταιρείες που είναι παραγωγοί εμπορεύσιμου προϊόντος ταξινομούνται ως εξής:

α) όσοι ασχολούνται κυρίως με την παραγωγή αγαθών και μη χρηματοοικονομικών υπηρεσιών: στον τομέα S.11 (μη χρηματοοικονομικές εταιρείες)·

β) όσοι ασχολούνται κυρίως με τη χρηματοοικονομική διαμεσολάβηση και με επικουρικές χρηματοοικονομικές δραστηριότητες: στον τομέα S.12 (χρηματοοικονομικές εταιρείες).

2.137 Οι συνεταιρισμοί και οι συνεταιρικές επιχειρήσεις που αναγνωρίζονται ως ανεξάρτητες νομικές οντότητες και που είναι παραγωγοί εμπορεύσιμου προϊόντος ταξινομούνται ως εξής:

α) όσοι ασχολούνται κυρίως με την παραγωγή αγαθών και μη χρηματοοικονομικών υπηρεσιών: στον τομέα S.11 (μη χρηματοοικονομικές εταιρείες)·

β) όσοι ασχολούνται κυρίως με τη χρηματοοικονομική διαμεσολάβηση και με επικουρικές χρηματοοικονομικές δραστηριότητες: στον τομέα S.12 (χρηματοοικονομικές εταιρείες).

2.138 Οι δημόσιοι παραγωγοί οι οποίοι, σύμφωνα με ειδική νομοθετική ρύθμιση, αναγνωρίζονται ως ανεξάρτητες νομικές οντότητες και είναι παραγωγοί εμπορεύσιμου προϊόντος ταξινομούνται ως εξής:

α) όσοι ασχολούνται κυρίως με την παραγωγή αγαθών και μη χρηματοοικονομικών υπηρεσιών: στον τομέα S.11 (μη χρηματοοικονομικές εταιρείες)·

β) όσοι ασχολούνται κυρίως με τη χρηματοοικονομική διαμεσολάβηση και με επικουρικές χρηματοοικονομικές δραστηριότητες: στον τομέα S.12 (χρηματοοικονομικές εταιρείες).

2.139 Οι δημόσιοι παραγωγοί που δεν αναγνωρίζονται ως ανεξάρτητες νομικές οντότητες και είναι παραγωγοί εμπορεύσιμου προϊόντος ταξινομούνται ως εξής:

α) αν είναι οιονεί εταιρείες:

1. όσοι ασχολούνται κυρίως με την παραγωγή αγαθών και μη χρηματοοικονομικών υπηρεσιών: στον τομέα S.11 (μη χρηματοοικονομικές εταιρείες)·

2. όσες ασχολούνται κυρίως με τη χρηματοοικονομική διαμεσολάβηση και με επικουρικές χρηματοοικονομικές δραστηριότητες: στον τομέα S.12 (χρηματοοικονομικές εταιρείες)·

β) αν δεν είναι οιονεί εταιρείες: στον τομέα S.13 (γενική κυβέρνηση), εφόσον εξακολουθούν να αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα των μονάδων που τις ελέγχουν.

2.140 Οι μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί (ενώσεις και ιδρύματα) που αναγνωρίζονται ως ανεξάρτητες νομικές οντότητες ταξινομούνται ως εξής:

α) όσοι είναι παραγωγοί εμπορεύσιμου προϊόντος ασχολούνται κυρίως με την παραγωγή αγαθών και μη χρηματοοικονομικών υπηρεσιών: στον τομέα S.11 (μη χρηματοοικονομικές εταιρείες)·

β) όσοι ασχολούνται κυρίως με τη χρηματοοικονομική διαμεσολάβηση και με επικουρικές χρηματοοικονομικές δραστηριότητες: στον τομέα S.12 (χρηματοοικονομικές εταιρείες)·

γ) όσοι είναι παραγωγοί μη εμπορεύσιμου προϊόντος:

1. στον τομέα S.13 (γενική κυβέρνηση), αν είναι δημόσιοι παραγωγοί που ελέγχονται από τη γενική κυβέρνηση·

2. στον τομέα S.15 (μη κερδοσκοπικά ιδρύματα που εξυπηρετούν νοικοκυριά), αν είναι ιδιωτικοί παραγωγοί.

2.141 Οι ατομικές επιχειρήσεις και οι συνεταιρικές επιχειρήσεις που δεν αναγνωρίζονται ως ανεξάρτητες νομικές οντότητες και είναι παραγωγοί εμπορεύσιμου προϊόντος ταξινομούνται ως εξής:

α) αν είναι οιονεί εταιρείες:

1. όσοι ασχολούνται κυρίως με την παραγωγή αγαθών και μη χρηματοοικονομικών υπηρεσιών: στον τομέα S.11 (μη χρηματοοικονομικές εταιρείες)·

2. όσες ασχολούνται κυρίως με τη χρηματοοικονομική διαμεσολάβηση και με επικουρικές χρηματοοικονομικές δραστηριότητες: στον τομέα S.12 (χρηματοοικονομικές εταιρείες)·

β) αν δεν είναι οιονεί εταιρείες, κατατάσσονται στον τομέα S.14 (νοικοκυριά).

2.142 Τα κεντρικά γραφεία ταξινομούνται ως εξής:

α) στον τομέα S.11 (μη χρηματοοικονομικές εταιρείες), εάν το κύριο είδος δραστηριότητας της ομάδας των εταιρειών που είναι παραγωγοί εμπορεύσιμου προϊόντος, ως συνόλου, είναι η παραγωγή αγαθών και μη χρηματοοικονομικών υπηρεσιών [βλ. στοιχείο ε) του σημείου 2.46]·

β) στον τομέα S.12 (χρηματοοικονομικές εταιρείες), εάν το κύριο είδος δραστηριότητας της ομάδας των εταιρειών ως συνόλου είναι η χρηματοοικονομική διαμεσολάβηση [βλ. στοιχείο ε) του σημείου 2.65].

Οι εταιρείες χαρτοφυλακίου που διακρατούν περιουσιακά στοιχεία μιας ομάδας θυγατρικών εταιρειών, αντιμετωπίζονται πάντα ως χρηματοοικονομικές εταιρείες. Οι εταιρείες χαρτοφυλακίου διακρατούν τα περιουσιακά στοιχεία μιας ομάδας εταιρειών, αλλά δεν αναλαμβάνουν δραστηριότητες διαχείρισης όσον αφορά την ομάδα αυτή.

2.143 Ο πίνακας 2.5 παρουσιάζει σχηματικά τις διάφορες περιπτώσεις που αναφέρθηκαν παραπάνω.



Πίνακας 2.5 —  Ταξινόμηση των παραγωγικών μονάδων κατά τομείς σύμφωνα με τις κύριες τυποποιημένες νομικές μορφές ιδιοκτησίας

Είδος παραγωγού

Τυποποιημένη νομική περιγραφή

Παραγωγοί εμπορεύσιμου προϊόντος (αγαθά και μη χρηματοοικονομικές υπηρεσίες)

Παραγωγοί εμπορεύσιμου προϊόντος (χρηματοοικονομική διαμεσολάβηση)

Παραγωγοί μη εμπορεύσιμου προϊόντος

Δημόσιοι παραγωγοί

Ιδιωτικοί παραγωγοί

Ιδιωτικές και δημόσιες κεφαλαιουχικές εταιρείες

S.11 μη χρηματοοικονομικές εταιρείες

S.12 χρηματοοικονομικές εταιρείες

 

 

Συνεταιρισμοί και συνεταιρικές επιχειρήσεις που αναγνωρίζονται ως ανεξάρτητες νομικές οντότητες

S.11 μη χρηματοοικονομικές εταιρείες

S.12 χρηματοοικονομικές εταιρείες

 

 

Δημόσιοι παραγωγοί οι οποίοι, σύμφωνα με ειδική νομοθετική ρύθμιση, αναγνωρίζονται ως ανεξάρτητες νομικές οντότητες

S.11 μη χρηματοοικονομικές εταιρείες

S.12 χρηματοοικονομικές εταιρείες

 

 

Δημόσιοι παραγωγοί που δεν αναγνωρίζονται ως ανεξάρτητες νομικές οντότητες

Με χαρακτηριστικά οιονεί εταιρειών

S.11 μη χρηματοοικονομικές εταιρείες

S.12 χρηματοοικονομικές εταιρείες

 

 

Λοιπές

 

 

S.13 γενική κυβέρνηση

 

Μη κερδοσκοπικά ιδρύματα που αναγνωρίζονται ως ανεξάρτητες νομικές οντότητες

S.11 μη χρηματοοικονομικές εταιρείες

S.12 χρηματοοικονομικές εταιρείες

S.13 γενική κυβέρνηση

S.15 μη κερδοσκοπικά ιδρύματα που εξυπηρετούν νοικοκυριά

Συνεταιρικές επιχειρήσεις που δεν αναγνω-ρίζονται ως ανεξάρτητες νομικές οντότητες

Ατομικές επιχειρήσεις

Με χαρακτηριστικά οιονεί εταιρειών

S.11 μη χρηματοοικονομικές εταιρείες

S.12 χρηματοοικονομικές εταιρείες

 

 

Λοιπές

S.14 νοικοκυριά

S.14 νοικοκυριά

 

 

Κεντρικά γραφεία για τα οποία εάν το κύριο είδος δραστηριότητας του ομίλου εταιρειών που ελέγχουν αφορά την παραγωγή:

αγαθών και μη χρηματοοικονομικών υπηρεσιών

S.11 μη χρηματοοικονομικές εταιρείες

 

 

 

χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών

 

S.12 χρηματοοικονομικές εταιρείες

 

 

ΤΟΠΙΚΕΣ ΜΟΝΑΔΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΚΛΑΔΟΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ

2.144 Οι περισσότερες θεσμικές μονάδες που παράγουν αγαθά και υπηρεσίες ασχολούνται με διάφορες δραστηριότητες ταυτόχρονα. Μπορούν να δραστηριοποιούνται σε μια κύρια δραστηριότητα, σε ορισμένες δευτερεύουσες δραστηριότητες και σε ορισμένες βοηθητικές δραστηριότητες.

2.145 Μια δραστηριότητα θεωρείται ότι ασκείται όταν από τον συνδυασμό πόρων, όπως ο εξοπλισμός, η εργασία, οι παραγωγικές τεχνικές, τα δίκτυα ή τα προϊόντα πληροφοριών δημιουργούνται συγκεκριμένα αγαθά ή υπηρεσίες. Μια δραστηριότητα χαρακτηρίζεται από μια εισροή προϊόντων, μια παραγωγική διεργασία και μια εκροή προϊόντων.

Οι δραστηριότητες μπορούν να καθορίζονται με αναφορά σε ένα συγκεκριμένο επίπεδο της NACE αναθ. 2.

2.146 Όταν μια μονάδα έχει περισσότερες από μία δραστηριότητες, όλες οι δραστηριότητες που δεν είναι βοηθητικές (βλ. κεφάλαιο 3, σημείο 3.12) κατατάσσονται ανάλογα με την ακαθάριστη προστιθέμενη αξία. Στη συνέχεια, μπορεί να γίνει διάκριση μεταξύ της κύριας δραστηριότητας και των δευτερευουσών δραστηριοτήτων, με βάση την κύρια παραγόμενη ακαθάριστη προστιθέμενη αξία.

2.147 Για να αναλυθούν οι ροές που εμφανίζονται κατά την παραγωγική διεργασία και τη χρήση των αγαθών και των υπηρεσιών, πρέπει να επιλεγούν μονάδες που δίνουν έμφαση σε σχέσεις τεχνικοοικονομικής μορφής. Η απαίτηση αυτή σημαίνει ότι, κατά κανόνα, οι θεσμικές μονάδες πρέπει να κατατμηθούν σε μικρότερες και περισσότερο ομοιογενείς από την άποψη του είδους παραγωγής μονάδες. Οι τοπικές μονάδες οικονομικής δραστηριότητας αποσκοπούν στην κάλυψη αυτής της απαίτησης ως λειτουργική προσέγγιση προσανατολισμένη προς την πρακτική.

Η τοπική μονάδα οικονομικής δραστηριότητας

2.148  Ορισμός: Η τοπική μονάδα οικονομικής δραστηριότητας (τοπική ΜΟΔ) είναι το τμήμα μιας μονάδας οικονομικής δραστηριότητας (ΜΟΔ) που αντιστοιχεί σε μια τοπική μονάδα. Η τοπική ΜΟΔ ονομάζεται «κατάστημα» στο ΣΕΛ 2008 και στην ISIC αναθ. 4. Η ΜΟΔ περιλαμβάνει όλα τα τμήματα μιας θεσμικής μονάδας υπό την ιδιότητά της ως παραγωγού, που συμβάλλουν στην άσκηση μιας δραστηριότητας σε επίπεδο τάξης (τετραψήφιοι κωδικοί) της NACE αναθ. 2 και αντιστοιχεί σε μία ή περισσότερες λειτουργικές υποδιαιρέσεις της θεσμικής μονάδας. Το σύστημα πληροφοριών της θεσμικής μονάδας πρέπει να είναι σε θέση να παρουσιάζει ή να υπολογίζει, για κάθε τοπική ΜΟΔ, τουλάχιστον την αξία της παραγωγής, την ενδιάμεση ανάλωση, το εισόδημα εξαρτημένης εργασίας, το πλεόνασμα εκμετάλλευσης, το απασχολούμενο προσωπικό και τις ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου.

Η τοπική μονάδα είναι μια θεσμική μονάδα, ή μέρος θεσμικής μονάδας, η οποία παράγει αγαθά ή υπηρεσίες, εγκατεστημένη σε συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή.

Η τοπική ΜΟΔ μπορεί να αντιστοιχεί σε θεσμική μονάδα με την ιδιότητα του παραγωγού· από την άλλη πλευρά, δεν μπορεί ποτέ να ανήκει σε δύο διαφορετικές θεσμικές μονάδες.

2.149 Αν μια θεσμική μονάδα που παράγει αγαθά ή υπηρεσίες περιλαμβάνει μία κύρια δραστηριότητα και, επίσης, μία ή περισσότερες δευτερεύουσες δραστηριότητες, υποδιαιρείται σε ανάλογο αριθμό ΜΟΔ, ενώ οι δευτερεύουσες δραστηριότητες κατατάσσονται σε κατηγορίες διαφορετικές από αυτήν της κύριας δραστηριότητας. Οι βοηθητικές δραστηριότητες δεν διαχωρίζονται από την κύρια ή τις δευτερεύουσες δραστηριότητες. Όμως οι ΜΟΔ που υπάγονται σε συγκεκριμένη κατηγορία του συστήματος ταξινόμησης ενδέχεται να παράγουν προϊόντα εκτός της ομοιογενούς ομάδας, στα πλαίσια δευτερευουσών δραστηριοτήτων που συνδέονται μ’ αυτές και οι οποίες δεν μπορούν να προσδιοριστούν χωριστά από τα διαθέσιμα λογιστικά έγγραφα. Επομένως, μια ΜΟΔ μπορεί να ασκεί μία ή περισσότερες δευτερεύουσες δραστηριότητες.

Κλάδοι οικονομικής δραστηριότητας

2.150  Ορισμός: Ένας κλάδος οικονομικής δραστηριότητας αποτελείται από μια ομάδα τοπικών ΜΟΔ που ασχολούνται με την ίδια ή με παρόμοια δραστηριότητα. Στο λεπτομερέστερο επίπεδο ταξινόμησης, ένας κλάδος οικονομικής δραστηριότητας αποτελείται από όλες τις τοπικές ΜΟΔ που υπάγονται σε συγκεκριμένη τάξη (τετραψήφιοι κωδικοί) της NACE αναθ. 2 και οι οποίες, επομένως, ασχολούνται με την ίδια δραστηριότητα, όπως αυτή ορίζεται στη NACE αναθ. 2.

Οι κλάδοι οικονομικής δραστηριότητας περιλαμβάνουν τόσο τις τοπικές ΜΟΔ που παράγουν εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες όσο και τις τοπικές ΜΟΔ που παράγουν μη εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες. Ένας κλάδος οικονομικής δραστηριότητας αποτελείται εξ ορισμού από μια ομάδα τοπικών ΜΟΔ που ασχολούνται με το ίδιο είδος παραγωγικής δραστηριότητας, ανεξαρτήτως του αν οι θεσμικές μονάδες στις οποίες ανήκουν παράγουν εμπορεύσιμα ή μη εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες ή όχι.

2.151 Οι κλάδοι οικονομικής δραστηριότητας μπορούν να ταξινομηθούν σε τρεις κατηγορίες:

α) κλάδοι οικονομικής δραστηριότητας που παράγουν εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες (εμπορικοί κλάδοι οικονομικής δραστηριότητας) και αγαθά και υπηρεσίες για ιδία τελική χρήση. Οι υπηρεσίες που προορίζονται για ίδια τελική χρήση αφορούν μόνο τις υπηρεσίες στέγασης που παράγονται από ιδιοκατοικούντες και τις οικιακές υπηρεσίες που παρέχονται από αμειβόμενο προσωπικό·

β) κλάδοι οικονομικής δραστηριότητας που παράγουν μη εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες της γενικής κυβέρνησης: κλάδοι οικονομικής δραστηριότητας μη εμπορεύσιμων προϊόντων της γενικής κυβέρνησης·

γ) κλάδοι οικονομικής δραστηριότητας που παράγουν μη εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων που εξυπηρετούν νοικοκυριά: κλάδοι οικονομικής δραστηριότητας μη εμπορεύσιμου προϊόντος μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων που εξυπηρετούν νοικοκυριά.

Ταξινόμηση κλάδων οικονομικής δραστηριότητας

2.152 Η ταξινόμηση που χρησιμοποιείται για την ομαδοποίηση των τοπικών ΜΟΔ σε κλάδους οικονομικής δραστηριότητας είναι η NACE αναθ. 2.

ΜΟΝΑΔΕΣ ΟΜΟΙΟΓΕΝΟΥΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΟΜΟΙΟΓΕΝΕΙΣ ΚΛΑΔΟΙ

2.153 Για την ανάλυση της διεργασίας παραγωγής, η πλέον κατάλληλη μονάδα για την ανάλυση αυτή, είναι η μονάδα ομοιογενούς παραγωγής. Η εν λόγω μονάδα έχει μία και μόνη δραστηριότητα που καθορίζεται από τις εισροές της, τη συγκεκριμένη διεργασία παραγωγής και το παραγόμενο προϊόν.

Η μονάδα ομοιογενούς παραγωγής

2.154  Ορισμός: Η μονάδα ομοιογενούς παραγωγής μία και μόνη δραστηριότητα η οποία προσδιορίζεται από τις εισροές της, από μια συγκεκριμένη παραγωγική διεργασία, καθώς και από το παραγόμενο προϊόν της. Τα προϊόντα που αποτελούν τις εισροές και το αποτέλεσμα της παραγωγής της διακρίνονται από τα φυσικά χαρακτηριστικά τους και από τον βαθμό επεξεργασίας τους, αλλά και από την τεχνική παραγωγής που χρησιμοποιείται: μπορούν να προσδιορίζονται με βάση μία ταξινόμηση προϊόντων (Ταξινόμηση των προϊόντων με βάση τη δραστηριότητα — CPA). Η CPA είναι ταξινόμηση προϊόντων τα στοιχεία της οποίας είναι διαρθρωμένα με βάση το κριτήριο της βιομηχανικής προέλευσης, η οποία βιομηχανική προέλευση ορίζεται στη NACE αναθ. 2.

Ο ομοιογενής κλάδος

2.155  Ορισμός: Ο ομοιογενής κλάδος αποτελείται από μια ομάδα μονάδων ομοιογενούς παραγωγής. Το σύνολο των δραστηριοτήτων που περιλαμβάνει ένας ομοιογενής κλάδος προσδιορίζεται με βάση μια ταξινόμηση προϊόντων. Ο ομοιογενής κλάδος παράγει τα αγαθά ή τις υπηρεσίες που καθορίζονται στην ταξινόμηση και μόνον αυτά.

2.156 Οι ομοιογενείς κλάδοι είναι μονάδες που έχουν σχεδιαστεί για σκοπούς οικονομικής ανάλυσης. Οι μονάδες ομοιογενούς παραγωγής δεν μπορούν κανονικά να παρατηρούνται απευθείας· τα στοιχεία που συλλέγονται από τις μονάδες που χρησιμοποιούνται σε στατιστικές έρευνες πρέπει να αναδιευθετούνται, ούτως ώστε να σχηματίζουν ομοιογενείς κλάδους.




ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΚΑΙ ΜΗ ΠΑΡΑΧΘΕΝΤΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ

ΓΕΝΙΚΕΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ

3.01  Ορισμός: Τα προϊόντα είναι όλα τα αγαθά και οι υπηρεσίες που δημιουργούνται μέσα στο όριο παραγωγής. Ορισμός της παραγωγικής δραστηριότητας παρατίθεται στο σημείο 3.07.

3.02 Στο ΕΣΛ διακρίνονται οι ακόλουθες κύριες κατηγορίες συναλλαγών προϊόντων:



Κατηγορίες συναλλαγών

Κωδικός

Παραγωγή

P.1

Ενδιάμεση ανάλωση

P.2

Τελική καταναλωτική δαπάνη

P.3

Πραγματική τελική κατανάλωση

P.4

Ακαθάριστος σχηματισμός κεφαλαίου

P.5

Εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών

P.6

Εισαγωγές αγαθών και υπηρεσιών

P.7

3.03 Οι συναλλαγές προϊόντων καταγράφονται ως εξής:

α) στον λογαριασμό αγαθών και υπηρεσιών, η παραγωγή και οι εισαγωγές καταγράφονται ως πόροι, ενώ οι λοιπές συναλλαγές προϊόντων καταγράφονται ως χρήσεις·

β) στον λογαριασμό παραγωγής, η παραγωγή καταγράφεται ως πόρος και η ενδιάμεση ανάλωση καταγράφεται ως χρήση·η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία είναι το εξισωτικό μέγεθος αυτών των δύο συναλλαγών προϊόντων·

γ) στον λογαριασμό χρήσης διαθέσιμου εισοδήματος, η τελική καταναλωτική δαπάνη καταγράφεται ως χρήση·

δ) στον λογαριασμό χρήσης προσαρμοσμένου διαθέσιμου εισοδήματος, η πραγματική τελική κατανάλωση καταγράφεται ως χρήση·

ε) στον λογαριασμό κεφαλαίου, ο μεικτός σχηματισμός κεφαλαίου καταγράφεται ως χρήση (μεταβολή των μη χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων)·

στ) στον εξωτερικό λογαριασμό αγαθών και υπηρεσιών, οι εισαγωγές αγαθών και υπηρεσιών καταγράφονται ως πόρος, ενώ οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών καταγράφονται ως χρήσεις.

Πολλά κύρια εξισωτικά μεγέθη των λογαριασμών, όπως η προστιθέμενη αξία, το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν, το εθνικό εισόδημα και το διαθέσιμο εισόδημα, ορίζονται με βάση τις συναλλαγές προϊόντων. Ο ορισμός των συναλλαγών προϊόντων καθορίζει τα εν λόγω εξισωτικά μεγέθη.

3.04 Στον πίνακα προσφοράς (βλέπε σημείο 1.136), η παραγωγή και οι εισαγωγές καταγράφονται ως στοιχεία της προσφοράς. Στον πίνακα χρήσης, η ενδιάμεση ανάλωση, ο ακαθάριστος σχηματισμός κεφαλαίου, η τελική καταναλωτική δαπάνη και οι εξαγωγές καταγράφονται ως χρήσεις. Στον συμμετρικό πίνακα εισροών-εκροών, η παραγωγή και οι εισαγωγές καταγράφονται ως προσφορά και οι άλλες συναλλαγές προϊόντων καταγράφονται ως χρήσεις.

3.05 Η προσφορά προϊόντων αποτιμάται σε βασικές τιμές (οι βασικές τιμές ορίζονται στο σημείο 3.44). Οι χρήσεις προϊόντων αποτιμώνται σε τιμές αγοραστή (οι τιμές αγοραστή ορίζονται στο σημείο 3.06). Για ορισμένους τύπους προσφοράς και χρήσεων, π.χ. για εισαγωγές και εξαγωγές αγαθών, χρησιμοποιούνται πιο εξειδικευμένες αρχές αποτίμησης.

3.06  Ορισμός: Η τιμή αγοραστή είναι η τιμή που πληρώνει πραγματικά ο αγοραστής για τα προϊόντα. Στην τιμή αγοραστή περιλαμβάνονται τα εξής:

α) φόροι μείον επιδοτήσεις προϊόντων (εξαιρούνται όμως οι φόροι οι οποίοι εκπίπτουν, π.χ. ο ΦΠΑ επί των προϊόντων)·

β) μεταφορικά τα οποία καταβάλλει ξεχωριστά ο αγοραστής για να εξασφαλιστεί η παράδοση στον απαιτούμενο τόπο και χρόνο·

γ) τυχόν εκπτώσεις για αγορά μεγάλων ποσοτήτων ή αγορά εκτός περιόδου αιχμής σε μειωμένη τιμή σε σχέση με τις κανονικές τιμές.

Στην τιμή αγοραστή δεν περιλαμβάνονται τα εξής:

α) τόκοι ή άλλες επιβαρύνσεις που προστίθενται λόγω της παροχής πίστωσης·

β) πρόσθετες επιβαρύνσεις που οφείλονται σε καθυστερημένη πληρωμή, όπου ως καθυστερημένη πληρωμή νοείται η μη πληρωμή εντός της προθεσμίας που είχε οριστεί κατά τη στιγμή της αγοράς.

Αν ο χρόνος χρήσης δεν συμπίπτει με τον χρόνο αγοράς, θα πρέπει να γίνουν προσαρμογές της αξίας έτσι ώστε να ληφθούν υπόψη οι μεταβολές των τιμών λόγω της παρόδου του χρόνου (συμμετρικά με τις μεταβολές των τιμών αποθεμάτων). Οι τροποποιήσεις αυτές είναι σημαντικές αν οι τιμές των προϊόντων παρουσίασαν αξιοσημείωτες μεταβολές μέσα σε ένα έτος.

ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΗ

3.07  Ορισμός: Η παραγωγική δραστηριότητα είναι μια δραστηριότητα που πραγματοποιείται υπό τον έλεγχο, την ευθύνη και τη διαχείριση μιας θεσμικής μονάδας η οποία χρησιμοποιεί εισροές εργασίας, κεφαλαίου και αγαθών και υπηρεσιών για την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών.

Η παραγωγική δραστηριότητα δεν καλύπτει τις καθαρά φυσικές διεργασίες οι οποίες δεν έχουν καμιά ανθρώπινη συμμετοχή ή καθοδήγηση, όπως, για παράδειγμα, η χωρίς ανθρώπινο έλεγχο αύξηση των αποθεμάτων ιχθύων σε διεθνή ύδατα (όμως, η ιχθυοκαλλιέργεια συμπεριλαμβάνεται στην παραγωγική δραστηριότητα).

3.08 Στην παραγωγική δραστηριότητα περιλαμβάνονται τα ακόλουθα:

α) η παραγωγή όλων των ατομικών ή συλλογικών αγαθών και υπηρεσιών που διατίθενται σε άλλες μονάδες, εκτός από τον παραγωγό·

β) η παραγωγή για ίδιο λογαριασμό όλων των αγαθών τα οποία κρατούν οι παραγωγοί για ιδία τελική κατανάλωση ή για ακαθάριστο σχηματισμό πάγιου κεφαλαίου.

Παραδείγματα παραγωγής για ίδιο λογαριασμό με σκοπό τον ακαθάριστο σχηματισμό πάγιου κεφαλαίου είναι η παραγωγή πάγιων περιουσιακών στοιχείων όπως οι κατασκευές, η ανάπτυξη λογισμικού και η μεταλλευτική έρευνα για ίδιο ακαθάριστο σχηματισμό πάγιου κεφαλαίου. Η έννοια του ακαθάριστου σχηματισμού πάγιου κεφαλαίου περιγράφεται στις παραγράφους 3.124-3.138.

Η παραγωγή αγαθών για ίδιο λογαριασμό από νοικοκυριά αφορά κατά κανόνα τα ακόλουθα:

1. ανέγερση κατοικιών για ίδιο λογαριασμό·

2. παραγωγή και αποθήκευση γεωργικών προϊόντων·

3. επεξεργασία γεωργικών προϊόντων, όπως η παραγωγή αλεύρου με άλεση, η συντήρηση καρπών με ξήρανση κι εμφιάλωση, η παραγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων, όπως βουτύρου και τυριού, και η παραγωγή μπίρας, κρασιού και οινοπνευμάτων·

4. παραγωγή άλλων πρωτογενών προϊόντων, όπως εξόρυξη αλατιού, εξόρυξη τύρφης και μεταφορά νερού·

5. άλλα είδη επεξεργασίας, όπως παραγωγή υφασμάτων, παραγωγή κεραμικών και κατασκευή επίπλων·

γ) η παραγωγή υπηρεσιών στέγασης για ίδιο λογαριασμό από ιδιοκατοικούντες·

δ) οι οικιακές και προσωπικές υπηρεσίες που παράγονται με την απασχόληση αμειβόμενου οικιακού προσωπικού·

ε) Οι εθελοντικές δραστηριότητες που έχουν ως αποτέλεσμα αγαθά. Παραδείγματα τέτοιων δραστηριοτήτων είναι η κατασκευή μιας κατοικίας, ενός ναού ή άλλου κτιρίου. Οι εθελοντικές δραστηριότητες που δεν έχουν ως αποτέλεσμα αγαθά, π.χ. η φροντίδα και ο καθαρισμός χωρίς αμοιβή, εξαιρούνται.

Οι δραστηριότητες που αναφέρονται ανωτέρω στα στοιχεία α) έως ε) περιλαμβάνονται στην παραγωγική δραστηριότητα ακόμη και αν είναι παράνομες ή δεν έχουν καταγραφεί στις φορολογικές αρχές, στους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης, στις στατιστικές και σε άλλες δημόσιες αρχές.

Η παραγωγή αγαθών για ίδιο λογαριασμό από νοικοκυριά καταγράφεται αν αυτός ο τύπος παραγωγής είναι σημαντικός, δηλαδή όταν είναι σημαντικός, από ποσοτική άποψη, σε σχέση με τη συνολική προσφορά του αγαθού αυτού σε μια χώρα.

Τα μόνα αγαθά που παράγονται για ίδιο λογαριασμό από νοικοκυριά είναι η ανέγερση κατοικιών και η παραγωγή, αποθήκευση και επεξεργασία γεωργικών προϊόντων.

3.09 Στην παραγωγική δραστηριότητα δεν περιλαμβάνεται η παραγωγή οικιακών και προσωπικών υπηρεσιών που παράγονται και καταναλώνονται μέσα στο ίδιο νοικοκυριό. Παραδείγματα οικιακών υπηρεσιών που παράγονται από τα ίδια τα νοικοκυριά και δεν περιλαμβάνονται είναι τα εξής:

α) καθαρισμός, διακόσμηση και συντήρηση της κατοικίας, αν πρόκειται για δραστηριότητες που είναι κοινές και για τους ενοίκους·

β) καθαρισμός, συντήρηση και επισκευή οικιακών διαρκών καταναλωτικών αγαθών·

γ) παρασκευή και σερβίρισμα γευμάτων·

δ) φροντίδα, εκπαίδευση και κατάρτιση παιδιών·

ε) φροντίδα ασθενών, αναπήρων ή ηλικιωμένων· και

στ) μεταφορά μελών του νοικοκυριού ή αγαθών τους.

Στην παραγωγική δραστηριότητα περιλαμβάνονται οι οικιακές και προσωπικές υπηρεσίες που παράγονται με την απασχόληση αμειβόμενου οικιακού προσωπικού και οι υπηρεσίες στέγασης λόγω ιδιοκατοίκησης.

Κύριες, δευτερεύουσες και βοηθητικές δραστηριότητες

3.10  Ορισμός: Κύρια δραστηριότητα μιας τοπικής ΜΟΔ είναι η δραστηριότητα της οποίας η προστιθέμενη αξία υπερβαίνει την προστιθέμενη αξία κάθε άλλης δραστηριότητας που πραγματοποιείται στην ίδια μονάδα. Η ταξινόμηση της κύριας δραστηριότητας καθορίζεται με βάση τη NACE αναθ. 2, πρώτα στο ανώτατο επίπεδο ταξινόμησης και στη συνέχεια σε πιο αναλυτικά επίπεδα.

3.11  Ορισμός: Δευτερεύουσα δραστηριότητα είναι η δραστηριότητα που πραγματοποιείται σε μια τοπική ΜΟΔ παράλληλα με την κύρια δραστηριότητα. Η παραγωγή που προκύπτει από τη δευτερεύουσα δραστηριότητα είναι δευτερεύουσα παραγωγή.

3.12  Ορισμός: Βοηθητική δραστηριότητα είναι μια δραστηριότητα η παραγωγή της οποίας προορίζεται για χρήση μέσα σε μια επιχείρηση.

Μια βοηθητική δραστηριότητα είναι μια δραστηριότητα υποστήριξης που πραγματοποιείται μέσα σε μια επιχείρηση για να δημιουργηθούν οι συνθήκες υπό τις οποίες μπορούν να πραγματοποιηθούν οι κύριες ή δευτερεύουσες δραστηριότητες των τοπικών ΜΟΔ. Όλες οι εισροές που αναλώνονται από μια βοηθητική δραστηριότητα —υλικά, εργασία, ανάλωση πάγιου κεφαλαίου κ.λπ.— αντιμετωπίζονται ως εισροές προς την κύρια ή τη δευτερεύουσα δραστηριότητα την οποία υποστηρίζει αυτή η βοηθητική δραστηριότητα.

Παραδείγματα βοηθητικών δραστηριοτήτων είναι τα εξής:

α) αγορές·

β) πωλήσεις·

γ) μάρκετινγκ·

δ) λογιστική·

ε) επεξεργασία δεδομένων·

στ) μεταφορές·

ζ) αποθήκευση·

η) συντήρηση·

θ) καθαρισμός· και

ι) υπηρεσίες ασφάλειας.

Οι επιχειρήσεις μπορούν να επιλέξουν ανάμεσα στην άσκηση βοηθητικών δραστηριοτήτων και στην αγορά σχετικών υπηρεσιών από εξειδικευμένους παρόχους υπηρεσιών.

Ο σχηματισμός κεφαλαίου για ίδιο λογαριασμό δεν αποτελεί βοηθητική δραστηριότητα.

3.13 Οι βοηθητικές δραστηριότητες δεν απομονώνονται για να αποτελέσουν μεμονωμένες οντότητες και δεν διαχωρίζονται από την κύρια ή τις δευτερεύουσες δραστηριότητες ή οντότητες που εξυπηρετούν. Συνεπώς, οι βοηθητικές δραστηριότητες πρέπει να εντάσσονται στην τοπική ΜΟΔ που εξυπηρετούν.

Οι βοηθητικές δραστηριότητες μπορεί να ασκούνται σε ξεχωριστές τοποθεσίες, που βρίσκονται σε περιφέρεια διαφορετική απ’ αυτήν της τοπικής ΜΟΔ που εξυπηρετούν. Η αυστηρή εφαρμογή του κανόνα που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο για τη γεωγραφική κατανομή των βοηθητικών δραστηριοτήτων θα οδηγούσε στην υποεκτίμηση των συγκεντρωτικών μεγεθών στις περιφέρειες όπου είναι συγκεντρωμένες οι βοηθητικές δραστηριότητες. Επομένως, σύμφωνα με την αρχή της κατοικίας, οι βοηθητικές δραστηριότητες πρέπει να υπάγονται στην περιφέρεια όπου βρίσκονται· παραμένουν στον ίδιο κλάδο οικονομικής δραστηριότητας με την τοπική ΜΟΔ που εξυπηρετούν.

Παραγωγή (P.1)

3.14  Ορισμός: Παραγωγή είναι το σύνολο των προϊόντων που δημιουργούνται κατά τη διάρκεια της λογιστικής περιόδου.

Ως παραδείγματα παραγωγής μπορούν να αναφερθούν τα εξής:

α) αγαθά και υπηρεσίες τα οποία παρέχει μια τοπική ΜΟΔ σε άλλη τοπική ΜΟΔ που ανήκει στην ίδια θεσμική μονάδα·

β) αγαθά τα οποία παράγει μια τοπική ΜΟΔ τα οποία παραμένουν στα αποθέματα κατά το τέλος της περιόδου κατά την οποία παράγονται, όποια και αν είναι η χρήση τους αργότερα. Τα αγαθά και οι υπηρεσίες που παράγονται και αναλώνονται κατά την ίδια λογιστική περίοδο και στο εσωτερικό της ίδιας τοπικής ΜΟΔ δεν επισημαίνονται ξεχωριστά. Δεν καταγράφονται ως μέρος της παραγωγής ή της ενδιάμεσης ανάλωσης αυτής της τοπικής ΜΟΔ.

3.15 Όταν μια θεσμική μονάδα περιλαμβάνει περισσότερες από μία τοπικές ΜΟΔ, η παραγωγή της θεσμικής μονάδας είναι το άθροισμα της παραγωγής των ΜΟΔ που την απαρτίζουν, περιλαμβανομένης και της παραγωγής που διακινείται μεταξύ των επιμέρους τοπικών ΜΟΔ.

3.16 Το ΕΣΛ 2010 διακρίνει τρία είδη παραγωγής:

α) εμπορεύσιμη παραγωγή (P.11)·

β) παραγωγή για ιδία τελική χρήση (P.12)·

γ) μη εμπορεύσιμη παραγωγή (P.13).

Η διάκριση αυτή εφαρμόζεται επίσης σε τοπικές ΜΟΔ και θεσμικές μονάδες:

α) παραγωγούς εμπορεύσιμου προϊόντος·

β) παραγωγούς για ιδία τελική χρήση·

γ) παραγωγούς μη εμπορεύσιμου προϊόντος.

Η διάκριση μεταξύ εμπορεύσιμου προϊόντος, παραγωγής για ιδία τελική χρήση και μη εμπορεύσιμου προϊόντος είναι θεμελιώδης επειδή:

α) επηρεάζει την αποτίμηση της παραγωγής και των συναφών εννοιών, όπως η προστιθέμενη αξία, το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν και η τελική καταναλωτική δαπάνη της γενικής κυβέρνησης και των ΜΚΙΕΝ·

β) επηρεάζει την ταξινόμηση των θεσμικών μονάδων κατά τομέα, π.χ. ποιες μονάδες περιλαμβάνονται στον τομέα της γενικής κυβέρνησης και ποιες όχι.

Η διάκριση καθορίζει τις αρχές αποτίμησης που θα εφαρμοστούν στην παραγωγή. Η εμπορεύσιμη παραγωγή και η παραγωγή που προορίζεται για ιδία τελική χρήση αποτιμώνται σε βασικές τιμές. Η συνολική παραγωγή των παραγωγών μη εμπορεύσιμου προϊόντος αποτιμάται με άθροιση των επιμέρους στοιχείων του κόστους παραγωγής. Η παραγωγή μιας θεσμικής μονάδας αποτιμάται ως το άθροισμα της παραγωγής των τοπικών ΜΟΔ της και, επομένως, εξαρτάται και αυτή από τη διάκριση μεταξύ εμπορεύσιμου προϊόντος, παραγωγής για ιδία τελική χρήση και μη εμπορεύσιμου προϊόντος.

Η διάκριση χρησιμοποιείται επίσης για την ταξινόμηση των θεσμικών μονάδων κατά τομέα. Οι παραγωγοί μη εμπορεύσιμου προϊόντος ταξινομούνται στον τομέα της γενικής κυβέρνησης ή στον τομέα των μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων που εξυπηρετούν νοικοκυριά.

Οι διακρίσεις ορίζονται από πάνω προς τα κάτω, δηλαδή η διάκριση ορίζεται πρώτα για τις θεσμικές μονάδες, μετά για τις τοπικές ΜΟΔ και, τέλος, για την παραγωγή τους.

Σε επίπεδο προϊόντος, η παραγωγή ταξινομείται σε εμπορεύσιμη παραγωγή, σε παραγωγή για ιδία τελική χρήση και σε μη εμπορεύσιμη παραγωγή, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της θεσμικής μονάδας και της τοπικής ΜΟΔ που παράγει το εν λόγω προϊόν.

3.17  Ορισμός: Η εμπορεύσιμη παραγωγή αποτελείται από την παραγωγή που διατίθεται στην αγορά ή που προορίζεται για διάθεση στην αγορά.

3.18 Η εμπορεύσιμη παραγωγή περιλαμβάνει τα ακόλουθα:

α) προϊόντα που πωλούνται σε οικονομικά σημαντικές τιμές·

β) προϊόντα που ανταλλάσσονται·

γ) προϊόντα που χρησιμοποιούνται για πληρωμές σε είδος (περιλαμβανομένου του εισοδήματος εξαρτημένης εργασίας σε είδος και του μεικτού εισοδήματος σε είδος)·

δ) προϊόντα που παρέχονται από μια τοπική ΜΟΔ σε άλλη που ανήκει στην ίδια θεσμική μονάδα για να χρησιμοποιηθούν ως ενδιάμεσες εισροές ή για τελικές χρήσεις·

ε) προϊόντα που προστίθενται στα αποθέματα έτοιμων προϊόντων και συνεχιζόμενες εργασίες που προορίζονται για κάποια από τις ανωτέρω χρήσεις (περιλαμβανομένης και της φυσικής αύξησης ζωικών και φυτικών προϊόντων και των ημιτελών κατασκευών των οποίων οι αγοραστές είναι άγνωστοι).

3.19  Ορισμός: Οικονομικά σημαντικές τιμές είναι οι τιμές που έχουν ουσιαστικό αντίκτυπο στην ποσότητα των προϊόντων που επιθυμούν να προσφέρουν οι παραγωγοί και στην ποσότητα των προϊόντων που επιθυμούν να αγοράσουν οι αγοραστές. Οι τιμές αυτές προκύπτουν όταν ισχύουν και οι δύο ακόλουθοι όροι:

α) ο παραγωγός έχει κίνητρο για να προσαρμόσει την προσφορά, είτε με στόχο να αποκομίσει κέρδος μακροπρόθεσμα είτε, τουλάχιστον, να καλύψει το κόστος κεφαλαίου και το λοιπό κόστος· και

β) οι καταναλωτές είναι ελεύθεροι να αγοράζουν ή να μην αγοράζουν και επιλέγουν με βάση τις τιμές που χρεώνονται.

Οικονομικά μη σημαντικές τιμές χρεώνονται συνήθως για την είσπραξη κάποιων εσόδων ή την επίτευξη κάποιας μείωσης της υπερβολικής ζήτησης που μπορεί να προκύψει όταν οι υπηρεσίες παρέχονται εντελώς δωρεάν.

Η οικονομικά σημαντική τιμή ενός προϊόντος ορίζεται σε σχέση με τη θεσμική μονάδα και την τοπική ΜΟΔ που έχει παραγάγει το προϊόν. Για παράδειγμα, όλη η παραγωγή επιχειρήσεων μη εταιρικής μορφής που ανήκουν σε νοικοκυριά η οποία πωλείται σε άλλες θεσμικές μονάδες πωλείται σε οικονομικά σημαντικές τιμές, πρέπει συνεπώς να θεωρείται ως εμπορεύσιμη παραγωγή. Όσον αφορά την παραγωγή άλλων θεσμικών μονάδων, ελέγχεται η ικανότητα ανάληψης δραστηριότητας παραγωγής εμπορεύσιμου προϊόντος σε οικονομικά σημαντικές τιμές, ιδίως μέσω ενός ποσοτικού κριτηρίου (του κριτηρίου του 50 %), χρησιμοποιώντας τον λόγο των πωλήσεων προς το κόστος παραγωγής. Για να είναι παραγωγός εμπορεύσιμου προϊόντος, η μονάδα πρέπει να καλύπτει τουλάχιστον το 50 % του κόστους της με τις πωλήσεις της σε μια σταθερή πολυετή περίοδο.

3.20  Ορισμός: Η παραγωγή που προορίζεται για ιδία τελική χρήση περιλαμβάνει τα αγαθά ή τις υπηρεσίες που κρατούνται είτε για ιδία τελική κατανάλωση είτε για σχηματισμό κεφαλαίου από την ίδια θεσμική μονάδα.

3.21 Τα προϊόντα που κρατούνται για ιδία τελική κατανάλωση μπορούν να παραχθούν μόνο από τον τομέα των νοικοκυριών. Παραδείγματα προϊόντων που κρατούνται για ιδία τελική κατανάλωση είναι τα εξής:

α) γεωργικά προϊόντα τα οποία κρατούν οι αγρότες·

β) υπηρεσίες στέγασης που παράγονται από ιδιοκατοικούντες·

γ) οικιακές υπηρεσίες που παράγονται με την απασχόληση αμειβόμενου οικιακού προσωπικού.

3.22 Τα προϊόντα που χρησιμοποιούνται για ίδιο σχηματισμό κεφαλαίου μπορούν να παραχθούν από οποιονδήποτε τομέα. Παραδείγματα τέτοιων προϊόντων είναι:

α) εργαλειομηχανές που παράγονται από επιχειρήσεις μηχανολογικών κατασκευών·

β) κατοικίες ή επεκτάσεις κατοικιών, που παράγονται από νοικοκυριά·

γ) κατασκευές για ίδιο λογαριασμό, όπου περιλαμβάνονται κοινές κατασκευές από ομάδες νοικοκυριών·

δ) λογισμικό για ίδιο λογαριασμό·

ε) έρευνα και ανάπτυξη για ίδιο λογαριασμό. Οι δαπάνες για έρευνα και ανάπτυξη πρέπει να καταγράφονται ως σχηματισμός πάγιου κεφαλαίου μόνο όταν έχει επιτευχθεί επαρκώς υψηλό επίπεδο αξιοπιστίας και συγκρισιμότητας των εκτιμήσεων στα κράτη μέλη.

3.23  Ορισμός: Μη εμπορεύσιμη παραγωγή είναι η παραγωγή που παρέχεται σε άλλες μονάδες δωρεάν ή σε τιμές που δεν είναι οικονομικά σημαντικές.

Η μη εμπορεύσιμη παραγωγή (P.13) υποδιαιρείται σε δύο στοιχεία: «Πληρωμές για μη εμπορεύσιμη παραγωγή» (P.131), που αποτελείται από διάφορες αμοιβές και επιβαρύνσεις, και «Λοιπή μη εμπορεύσιμη παραγωγή» (P.132), που αποτελεί παραγωγή η οποία παρέχεται δωρεάν.

Η μη εμπορεύσιμη παραγωγή παράγεται για τους εξής λόγους:

α) Ενδέχεται να είναι από τεχνικής πλευράς αδύνατος ο εξαναγκασμός των ατόμων να πληρώσουν για συλλογικές υπηρεσίες, επειδή η κατανάλωση αυτών των υπηρεσιών δεν είναι δυνατόν να παρακολουθείται και να ελέγχεται. Η παραγωγή συλλογικών υπηρεσιών οργανώνεται από κρατικές μονάδες και χρηματοδοτείται από κεφάλαια διαφορετικά από τα έσοδα που προκύπτουν από τις πωλήσεις, και κυρίως από τη φορολογία ή από άλλα εισοδήματα της γενικής κυβέρνησης.

β) Μονάδες της γενικής κυβέρνησης και MKIEN μπορούν επίσης να παράγουν και να παρέχουν σε επιμέρους νοικοκυριά αγαθά ή υπηρεσίες για τα οποία θα μπορούσαν να επιβάλλουν χρέωση, αλλά δεν το κάνουν για λόγους κοινωνικής ή οικονομικής πολιτικής. Τέτοια παραδείγματα είναι η παροχή υπηρεσιών εκπαίδευσης ή υγείας, δωρεάν ή σε τιμές που δεν είναι οικονομικά σημαντικές.

3.24  Ορισμός: Παραγωγοί εμπορεύσιμου προϊόντος είναι τοπικές ΜΟΔ ή θεσμικές μονάδες των οποίων το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής είναι εμπορεύσιμη παραγωγή.

Αν μια τοπική ΜΟΔ ή μια θεσμική μονάδα είναι παραγωγός εμπορεύσιμου προϊόντος, η κύρια παραγωγή της είναι εξ ορισμού εμπορεύσιμη, δεδομένου ότι η έννοια της εμπορεύσιμης παραγωγής ορίζεται αφού έχει πρώτα εφαρμοστεί η διάκριση εμπορεύσιμη παραγωγή, παραγωγή για ιδία τελική χρήση και μη εμπορεύσιμη παραγωγή, στην τοπική ΜΟΔ και τη θεσμική μονάδα από την οποία προέρχεται η συγκεκριμένη παραγωγή.

3.25  Ορισμός: Παραγωγοί για ιδία τελική χρήση είναι τοπικές ΜΟΔ ή θεσμικές μονάδες των οποίων το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής προορίζεται για ιδία τελική χρήση μέσα στην ίδια θεσμική μονάδα.

3.26  Ορισμός: Παραγωγοί μη εμπορεύσιμου προϊόντος είναι τοπικές ΜΟΔ ή θεσμικές μονάδες των οποίων το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής παρέχεται δωρεάν ή σε οικονομικά μη σημαντικές τιμές.

Θεσμικές μονάδες: διάκριση μεταξύ εμπορεύσιμης παραγωγής, παραγωγής για ιδία τελική χρήση και μη εμπορεύσιμης παραγωγής

3.27 Για τις θεσμικές μονάδες ως παραγωγούς, η διάκριση μεταξύ εμπορεύσιμης παραγωγής, παραγωγής για ιδία τελική χρήση και μη εμπορεύσιμης παραγωγής παρουσιάζεται συνοπτικά στον πίνακα 3.1. Παρουσιάζεται επίσης η ταξινόμηση κατά τομείς.



Πίνακας 3.1 —  Διάκριση μεταξύ παραγωγών εμπορεύσιμου προϊόντος, παραγωγών για ιδία τελική χρήση και παραγωγών μη εμπορεύσιμου προϊόντος για θεσμικές μονάδες

Είδος θεσμικής μονάδας

Κατάταξη

Ιδιωτική ή δημόσια;

 

MKI ή όχι;

Παραγωγός εμπορεύσιμου προϊόντος;

Είδος παραγωγού

Τομέας (τομείς)

1.  Ιδιωτικοί παραγωγοί

1.1  Επιχειρήσεις μη εταιρικής μορφής που ανήκουν σε νοικοκυριά (εξαιρούνται οι επιχειρήσεις οιονεί εταιρικής μορφής που ανήκουν σε νοικοκυριά)

 

 

1.1 = Εμπορεύσιμη ή για ιδία τελική χρήση

Νοικοκυριά

 

1.2  Λοιποί ιδιωτικοί παραγωγοί (περιλαμβάνονται οι επιχειρήσεις οιονεί εταιρικής μορφής που ανήκουν σε νοικοκυριά)

1.2.1  Ιδιωτικά MKI

1.2.1.1  Ναι

1.2.1.1 = Εμπορεύσιμη

Εταιρείες

 

 

 

1.2.1.2  Οχι

1.2.1.2 = Μη εμπορεύσιμη

ΜΚΙΕΝ

 

 

1.2.2  Λοιποί ιδιωτικοί παραγωγοί που δεν είναι ΜΚΙ

 

1.2.2 = Εμπορεύσιμη

Εταιρείες

2.  Δημόσιοι παραγωγοί

 

 

2.1  Ναι

2.1 = Εμπορεύσιμη

Εταιρείες

 

 

 

2.2  Όχι

2.2 = Μη εμπορεύσιμη

Γενική κυβέρνηση

3.28 Ο πίνακας 3.1 δείχνει ότι, για να προσδιοριστεί αν μια θεσμική μονάδα θα πρέπει να ταξινομείται ως παραγωγός εμπορεύσιμου προϊόντος, παραγωγός για ιδία τελική χρήση ή παραγωγός μη εμπορεύσιμου προϊόντος, εφαρμόζονται διαδοχικά διάφορες διακρίσεις. Η πρώτη διάκριση είναι μεταξύ ιδιωτικών και δημόσιων παραγωγών. Δημόσιος παραγωγός είναι ένας παραγωγός που ελέγχεται από τη γενική κυβέρνηση, όπου η έννοια του ελέγχου ορίζεται στο σημείο 2.38.

3.29 Όπως δείχνει ο πίνακας 3.1, ιδιωτικοί παραγωγοί εμφανίζονται σε όλους τους τομείς εκτός από τη γενική κυβέρνηση. Αντίθετα, δημόσιοι παραγωγοί εμφανίζονται μόνο στους τομείς των μη χρηματοοικονομικών εταιρειών, των χρηματοοικονομικών εταιρειών και στον τομέα της γενικής κυβέρνησης.

3.30 Μια ειδική κατηγορία ιδιωτικών παραγωγών είναι αυτή των επιχειρήσεων μη εταιρικής μορφής που ανήκουν σε νοικοκυριά. Αυτές είναι παραγωγοί εμπορεύσιμου προϊόντος ή παραγωγοί για ιδία τελική χρήση. Το δεύτερο συμβαίνει στην περίπτωση παραγωγής υπηρεσιών στέγασης λόγω ιδιοκατοίκησης και της παραγωγής αγαθών για ίδιο λογαριασμό. Όλες οι επιχειρήσεις μη εταιρικής μορφής που ανήκουν σε νοικοκυριά ταξινομούνται στον τομέα των νοικοκυριών, εκτός από επιχειρήσεις οιονεί εταιρικής μορφής που ανήκουν σε νοικοκυριά. Αυτές είναι παραγωγοί εμπορεύσιμου προϊόντος και ταξινομούνται στους τομείς των μη χρηματοοικονομικών εταιρειών και των χρηματοοικονομικών εταιρειών.

3.31 Για τους υπόλοιπους ιδιωτικούς παραγωγούς, γίνεται διάκριση μεταξύ ιδιωτικών μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων και λοιπών ιδιωτικών παραγωγών.

Ορισμός: Ένα μη κερδοσκοπικό ίδρυμα (MKI) ορίζεται ως νομικό πρόσωπο ή κοινωνικός οργανισμός που λειτουργεί με σκοπό την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών, το καθεστώς των οποίων δεν τους επιτρέπει να είναι πηγή εισοδήματος, κέρδους ή άλλου οικονομικού οφέλους για τις μονάδες που τα δημιουργούν, τα ελέγχουν ή τα χρηματοδοτούν. Όταν οι παραγωγικές δραστηριότητές τους δημιουργούν πλεονάσματα, τα εν λόγω πλεονάσματα δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο ιδιοποίησης από άλλες θεσμικές μονάδες.

Ένα ιδιωτικό ΜΚΙ ταξινομείται στους τομείς των μη χρηματοοικονομικών εταιρειών και των χρηματοοικονομικών εταιρειών, αν είναι παραγωγός εμπορεύσιμου προϊόντος.

Ένα ιδιωτικό ΜΚΙ ταξινομείται στον τομέα ΜΚΙΕΝ αν είναι παραγωγός μη εμπορεύσιμου προϊόντος, εκτός αν βρίσκεται υπό τον έλεγχο της γενικής κυβέρνησης. Αν ένα ιδιωτικό ΜΚΙ βρίσκεται υπό τον έλεγχο της γενικής κυβέρνησης, ταξινομείται