2004R0773 — EL — 06.08.2015 — 004.001


Το έγγραφο αυτό συνιστά βοήθημα τεκμηρίωσης και δεν δεσμεύει τα κοινοτικά όργανα

►B

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 773/2004 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 7ης Απριλίου 2004

σχετικά με τη διεξαγωγή από την Επιτροπή των διαδικασιών δυνάμει των άρθρων 81 και 82 της συνθήκης ΕΚ

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

(ΕΕ L 123 της 27.4.2004, σ. 18)

Τροποποιείται από:

 

 

Επίσημη Εφημερίδα

  No

page

date

 M1

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1792/2006 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ της 23ης Οκτωβρίου 2006

  L 362

1

20.12.2006

►M2

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 622/2008 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ της 30ής Ιουνίου 2008

  L 171

3

1.7.2008

►M3

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 519/2013 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ της 21ης Φεβρουαρίου 2013

  L 158

74

10.6.2013

►M4

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) 2015/1348 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ της 3ης Αυγούστου 2015

  L 208

3

5.8.2015




▼B

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 773/2004 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 7ης Απριλίου 2004

σχετικά με τη διεξαγωγή από την Επιτροπή των διαδικασιών δυνάμει των άρθρων 81 και 82 της συνθήκης ΕΚ

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)



Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης ( 1 ), και ιδίως το άρθρο 33,

Κατόπιν διαβουλεύσεων με τη συμβουλευτική επιτροπή συμπράξεων και δεσποζουσών θέσεων,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1/2003 του Συμβουλίου εξουσιοδοτεί την Επιτροπή να ρυθμίζει ορισμένες πτυχές των διαδικασιών εφαρμογής των άρθρων 81 και 82 της συνθήκης. Είναι αναγκαίο να θεσπισθούν κανόνες σχετικά με την κίνηση των διαδικασιών αυτών από την Επιτροπή, καθώς και σχετικά με τον χειρισμό των καταγγελιών και την ακρόαση των ενδιαφερομένων μερών.

(2)

Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1/2003, τα εθνικά δικαστήρια έχουν την υποχρέωση να μην εκδίδουν αποφάσεις που ενδέχεται να συγκρούονται με σχεδιαζόμενες αποφάσεις της Επιτροπής στην ίδια υπόθεση. Σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 6 του εν λόγω κανονισμού, οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού παύουν να είναι αρμόδιες από τη στιγμή που η Επιτροπή κινήσει διαδικασία για την έκδοση απόφασης δυνάμει του κεφαλαίου ΙΙΙ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003. Στο πλαίσιο αυτό, είναι σημαντικό, τα δικαστήρια και οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών να είναι εν γνώσει της κίνησης διαδικασίας από την Επιτροπή. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θα πρέπει να είναι σε θέση να δημοσιοποιεί τις αποφάσεις της για κίνηση διαδικασίας.

(3)

Πριν λάβει προφορικές καταθέσεις από φυσικά ή νομικά πρόσωπα τα οποία συναινούν προς τούτο, η Επιτροπή πρέπει να ενημερώνει τα πρόσωπα αυτά για τη νομική βάση της κατάθεσης και για τον συναινετικό της χαρακτήρα. Ακόμη, τα πρόσωπα που καταθέτουν πρέπει να ενημερώνονται για τον σκοπό της κατάθεσης και για την καταγραφή που τυχόν πραγματοποιείται. Για να ενισχύεται η ακρίβεια των καταθέσεων, θα πρέπει να δίδεται στα πρόσωπα που καταθέτουν η δυνατότητα να διορθώσουν τη σχετική καταγραφή. Οσάκις τα πληροφοριακά στοιχεία που συγκεντρώνονται κατά τις προφορικές καταθέσεις ανταλλάσσονται δυνάμει του άρθρου 12 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003, τα στοιχεία αυτά πρέπει να χρησιμοποιούνται ως αποδεικτικά στοιχεία μόνον για την επιβολή κυρώσεων σε φυσικά πρόσωπα, εφόσον πληρούνται οι όροι που τίθενται στο εν λόγω άρθρο.

(4)

Δυνάμει του άρθρου 23 παράγραφος 1 στοιχείο δ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003, είναι δυνατόν να επιβάλλονται πρόστιμα στις επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων που παραλείπουν να διορθώσουν, εντός της προθεσμίας που τίθεται από την Επιτροπή, μια ανακριβή, ελλιπή ή παραπλανητική απάντηση που εδόθη από μέλος του προσωπικού τους σε ερώτηση κατά τη διάρκεια επιθεωρήσεων. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να παρέχεται στην εμπλεκόμενη επιχείρηση καταγραφή κάθε διδόμενης εξήγησης, να θεσπισθεί δε διαδικασία που να της παρέχει τη δυνατότητα να προβαίνει σε διορθώσεις, τροποποιήσεις ή συμπληρώσεις των εξηγήσεων εκ μέρους μέλους του προσωπικού της, το οποίο δεν είναι ή δεν ήταν εξουσιοδοτημένο να παρέχει εξηγήσεις εξ ονόματος της επιχείρησης. Οι εξηγήσεις που δίδονται από μέλος του προσωπικού πρέπει να παραμένουν στον φάκελο της Επιτροπής όπως καταγράφονται κατά τον έλεγχο.

(5)

Οι καταγγελίες αποτελούν ουσιώδη πηγή πληροφοριών για τον εντοπισμό παραβιάσεων των κανόνων ανταγωνισμού. Είναι σημαντικό να καθορίζονται σαφείς και αποτελεσματικές διαδικασίες για τον χειρισμό των καταγγελιών που υποβάλλονται στην Επιτροπή.

(6)

Για να είναι μια καταγγελία παραδεκτή για τους σκοπούς του άρθρου 7 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003, πρέπει να περιέχει συγκεκριμένα πληροφοριακά στοιχεία.

(7)

Πρέπει να εκπονηθεί ένα έντυπο για τη διευκόλυνση των καταγγελλόντων κατά την υποβολή των αναγκαίων στοιχείων στην Επιτροπή. Η υποβολή των στοιχείων που θα απαριθμούνται στο έντυπο αυτό πρέπει να αποτελεί όρο για να αντιμετωπίζεται μια καταγγελία κατά το άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003.

(8)

Στα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που επιλέγουν να υποβάλουν καταγγελία πρέπει να δίδεται η δυνατότητα να παρακολουθούν εκ του σύνεγγυς τη διαδικασία που κινείται από την Επιτροπή με σκοπό τον εντοπισμό παραβάσεων. Ωστόσο, δεν θα πρέπει να έχουν πρόσβαση σε επιχειρηματικά απόρρητα ή στοιχεία εμπιστευτικού χαρακτήρα που ανήκουν σε άλλους εμπλεκόμενους στη διαδικασία.

(9)

Στους καταγγέλλοντες θα πρέπει να δίδεται η δυνατότητα να διατυπώνουν τις απόψεις τους, εάν η Επιτροπή θεωρεί ότι υπάρχουν επαρκείς λόγοι για τη λήψη μέτρων ως προς την καταγγελία τους. Οσάκις η Επιτροπή απορρίπτει μια καταγγελία με το αιτιολογικό ότι με αυτήν ασχολείται ή έχει ήδη ασχοληθεί αρχή ανταγωνισμού κράτους μέλους, θα πρέπει να γνωστοποιεί στον καταγγέλλοντα τα στοιχεία της αρχής αυτής.

(10)

Για να γίνονται σεβαστά τα δικαιώματα υπεράσπισης των επιχειρήσεων, η Επιτροπή πρέπει να παρέχει στα εμπλεκόμενα μέρη το δικαίωμα ακρόασης πριν εκδώσει την απόφασή της.

(11)

Πρέπει να θεσπισθούν και διατάξεις για την ακρόαση των προσώπων που δεν έχουν υποβάλει καταγγελία κατά το άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 και τα οποία δεν είναι μέρη στα οποία κοινοποιούνται οι αιτιάσεις, μπορούν όμως να αποδείξουν ότι έχουν επαρκές έννομο συμφέρον. Οι ενώσεις καταναλωτών που ζητούν ακρόαση πρέπει να θεωρούνται εν γένει ως έχουσες επαρκές έννομο συμφέρον, εφόσον η διαδικασία αφορά προϊόντα ή υπηρεσίες που χρησιμοποιούνται από τον τελικό καταναλωτή, ή προϊόντα ή υπηρεσίες που συμβάλλουν άμεσα στην παραγωγή τέτοιων προϊόντων ή υπηρεσιών. Οσάκις η Επιτροπή θεωρεί ότι τούτο είναι χρήσιμο για τη διαδικασία, πρέπει, επίσης, να είναι σε θέση να καλεί και άλλα πρόσωπα να διατυπώσουν τις απόψεις τους εγγράφως και να παραστούν στην προφορική εξέταση των μερών προς τα οποία έχουν κοινοποιηθεί οι αιτιάσεις. Εφόσον ενδείκνυται, θα πρέπει, επίσης, να μπορεί να καλεί τα πρόσωπα αυτά να διατυπώσουν τις απόψεις τους και κατά την προφορική εξέταση.

(12)

Για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της προφορικής εξέτασης, ο σύμβουλος ακροάσεων πρέπει να διαθέτει την εξουσία να επιτρέπει στα εμπλεκόμενα μέρη, στους καταγγέλλοντες, στα λοιπά πρόσωπα που καλούνται στην εξέταση αυτή, στις υπηρεσίες της Επιτροπής και στις αρχές των κρατών μελών να υποβάλλουν ερωτήσεις κατά την ακρόαση.

(13)

Όταν η Επιτροπή επιτρέπει την πρόσβαση στο φάκελο, πρέπει να εξασφαλίζει την προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου και των λοιπών πληροφοριών εμπιστευτικού χαρακτήρα. Η κατηγορία «λοιπές πληροφορίες εμπιστευτικού χαρακτήρα» περιλαμβάνει τις πληροφορίες που δεν συνιστούν επιχειρηματικό απόρρητο και μπορούν να θεωρούνται ως εμπιστευτικές καθόσον η αποκάλυψή τους θα έβλαπτε σημαντικά μια επιχείρηση ή ένα πρόσωπο. Η Επιτροπή πρέπει να είναι σε θέση να ζητεί από τις επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων που υποβάλλουν ή έχουν υποβάλει έγγραφα ή δηλώσεις να προσδιορίζουν τις περιλαμβανόμενες εμπιστευτικές πληροφορίες.

(14)

Οσάκις το επιχειρηματικό απόρρητο ή λοιπές πληροφορίες εμπιστευτικού χαρακτήρα είναι απαραίτητες για να αποδειχθεί μια παράβαση, η Επιτροπή πρέπει να αξιολογεί για κάθε επιμέρους στοιχείο, αν η ανάγκη αποκάλυψής του είναι μεγαλύτερη από τη βλάβη που είναι πιθανόν να προκύψει από την αποκάλυψη αυτή.

(15)

Για λόγους ασφάλειας δικαίου, πρέπει να τάσσεται μια ελάχιστη προθεσμία για την υποβολή των διαφόρων στοιχείων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό.

(16)

Ο παρών κανονισμός αντικαθιστά τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2842/98 της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 1998, σχετικά με τις ακροάσεις στο πλαίσιο ορισμένων διαδικασιών κατ εφαρμογή των άρθρων 85 και 86 της συνθήκης ΕΚ ( 2 ), ο οποίος ως εκ τούτου θα πρέπει να καταργηθεί.

(17)

Ο παρών κανονισμός ευθυγραμμίζει τους διαδικαστικούς κανόνες στον τομέα των μεταφορών με τους γενικούς διαδικαστικούς κανόνες σε όλους τους τομείς. Ως εκ τούτου, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2843/98 της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 1998, σχετικά με τη μορφή, το περιεχόμενο και άλλα χαρακτηριστικά των αιτήσεων και των κοινοποιήσεων που προβλέπονται στους κανονισμούς (ΕΟΚ) αριθ. 1017/68, (ΕΟΚ) αριθ. 4056/86 και (ΕΟΚ) αριθ. 3975/87 του Συμβουλίου, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού στον τομέα των μεταφορών ( 3 ), πρέπει να καταργηθεί.

(18)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1/2003 καταργεί το σύστημα κοινοποιήσεων και εγκρίσεων. Κατά συνέπεια, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 3385/94 της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με τη μορφή, το περιεχόμενο και τις λοιπές προϋποθέσεις των αιτήσεων και κοινοποιήσεων που υποβάλλονται κατ εφαρμογή του κανονισμού αριθ. 17 του Συμβουλίου ( 4 ), πρέπει να καταργηθεί,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:



ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

Άρθρο 1

Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής

Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στις διαδικασίες που διεξάγονται από την Επιτροπή για την εφαρμογή των άρθρων 81 και 82 της συνθήκης.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΚΙΝΗΣΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ

Άρθρο 2

Κίνηση διαδικασιών

▼M2

1.  Η Επιτροπή δύναται να αποφασίσει ανά πάσα στιγμή την κίνηση διαδικασίας ενόψει της έκδοσης απόφασης δυνάμει του κεφαλαίου III του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003, αλλά όχι αργότερα από την ημερομηνία κατά την οποία καταρτίζει την προκαταρκτική εκτίμηση, όπως προβλέπεται στο άρθρο 9 παράγραφος 1 του εν λόγω κανονισμού, ή να κοινοποιήσει τις αιτιάσεις, ή να ζητήσει από τα μέρη να εκφράσουν το ενδιαφέρον τους να συμμετάσχουν σε συζητήσεις διευθέτησης διαφορών ή από την ημερομηνία δημοσίευσης της ανακοίνωσης δυνάμει του άρθρου 27 παράγραφος 4 του ίδιου κανονισμού, με υπερισχύουσα την πρώτη χρονολογικά ημερομηνία.

▼B

2.  Η Επιτροπή μπορεί να δημοσιοποιεί, με οποιονδήποτε κατάλληλο τρόπο, την κίνηση διαδικασίας. Προηγουμένως ενημερώνει τα ενδιαφερόμενα μέρη.

3.  Η Επιτροπή δύναται, πριν κινήσει τη διαδικασία, να ασκεί τις εξουσίες έρευνας δυνάμει του κεφαλαίου V του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003.

4.  Η Επιτροπή δύναται να απορρίπτει μία καταγγελία δυνάμει του άρθρου 7 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 χωρίς να κινήσει διαδικασία.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΕΡΕΥΝΕΣ ΔΙΕΞΑΓΟΜΕΝΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Άρθρο 3

Εξουσία διεξαγωγής ακροάσεων

1.  Οσάκις η Επιτροπή καλεί σε ακρόαση πρόσωπο, με τη συναίνεσή του σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003, γνωστοποιεί κατά την έναρξη της κατάθεσης τη νομική βάση και τον σκοπό της ακρόασης, ενώ υπενθυμίζει και τον συναινετικό χαρακτήρα της. Ενημερώνει επίσης την πρόθεσή της να καταγράψει τη συνέντευξη.

2.  Η σχετική συνέντευξη μπορεί να διεξαχθεί με οποιοδήποτε μέσο, συμπεριλαμβανόμενου του τηλεφώνου και των ηλεκτρονικών μέσων.

3.  Η Επιτροπή μπορεί να καταγράφει τις καταθέσεις που λαμβάνει από τα ερωτώμενα πρόσωπα, σε οποιαδήποτε μορφή. Αντίγραφο της καταγραμμένης κατάθεσης τίθεται στη διάθεση του προσώπου που την έχει δώσει, προς έγκριση. Εφόσον είναι αναγκαίο, η Επιτροπή τάσσει προθεσμία εντός της οποίας το ερωτηθέν πρόσωπο μπορεί να γνωστοποιήσει στην Επιτροπή τυχόν διορθώσεις που πρέπει να γίνουν στην κατάθεσή του.

Άρθρο 4

Προφορικές ερωτήσεις κατά τη διάρκεια των επιθεωρήσεων ελέγχου

1.  Οσάκις, δυνάμει του άρθρου 20 παράγραφος 2 στοιχείο ε) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003, οι υπάλληλοι ή τα συνοδεύονται αυτούς εξουσιοδοτημένα από την Επιτροπή πρόσωπα ζητούν από τους εκπροσώπους ή το προσωπικό μιας επιχείρησης ή ένωσης επιχειρήσεων εξηγήσεις, οι εξηγήσεις αυτές είναι δυνατόν να καταγράφονται, σε οποιαδήποτε μορφή.

2.  Αντίγραφο κάθε καταγραφής δυνάμει της παραγράφου 1 τίθεται στη διάθεση της εμπλεκόμενης επιχείρησης ή της ένωσης επιχειρήσεων μετά τον έλεγχο.

3.  Στην περίπτωση όπου έχει κληθεί από την Επιτροπή να δώσει εξηγήσεις ένα μέλος του προσωπικού μιας επιχείρησης ή ένωσης επιχειρήσεων το οποίο δεν είναι ή δεν ήταν εξουσιοδοτημένο από την επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων να δίδει εξηγήσεις εξ ονόματος της επιχείρησης ή ένωσης επιχειρήσεων, η Επιτροπή τάσσει προθεσμία εντός της οποίας η επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων μπορεί να γνωστοποιήσει στην Επιτροπή τυχόν διορθώσεις, τροποποιήσεις ή συμπληρώσεις των εξηγήσεων που εδόθησαν από το εν λόγω μέλος του προσωπικού της. Οι διορθώσεις, τροποποιήσεις και συμπληρώσεις προστίθενται στις εξηγήσεις, όπως αυτές καταγράφονται δυνάμει της παραγράφου 1.

▼M4

Άρθρο 4α

Το πρόγραμμα επιεικούς μεταχείρισης της Επιτροπής

1.  Η Επιτροπή μπορεί να ορίζει τις απαιτήσεις και τους όρους συνεργασίας υπό τους οποίους μπορεί να ανταμείβει τις επιχειρήσεις οι οποίες είναι ή υπήρξαν μέλη μυστικών συμπράξεων (καρτέλ) για τη συνεργασία τους όσον αφορά τη δημοσιοποίηση της σύμπραξης και τη διευκόλυνση της διαπίστωσης παράβασης, με απαλλαγή από την επιβολή προστίμων ή με μείωση των προστίμων τα οποία θα έπρεπε άλλως να καταβάλουν βάσει του άρθρου 23 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 (το πρόγραμμα επιεικούς μεταχείρισης της Επιτροπής).

Απαλλαγή από τα πρόστιμα μπορεί να χορηγηθεί στην επιχείρηση που πρώτη υποβάλλει αποδεικτικά στοιχεία τα οποία, κατά την άποψη της Επιτροπής, θα της επιτρέψουν να πραγματοποιήσει στοχευμένο έλεγχο ή να διαπιστώσει παράβαση του άρθρου 101 της Συνθήκης σχετικά με την πιθανολογούμενη σύμπραξη. Μείωση των προστίμων μπορεί να χορηγείται σε επιχειρήσεις που προσκομίζουν στην Επιτροπή αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την εικαζόμενη παράβαση που αντιπροσωπεύει σημαντική προστιθέμενη αξία σε σχέση με τα αποδεικτικά στοιχεία που έχει ήδη στην κατοχή της η Επιτροπή.

Η Επιτροπή θα χορηγεί απαλλαγή από το πρόστιμο ή μείωση του προστίμου μόνο στο πλαίσιο του προγράμματος επιεικούς μεταχείρισης εάν, μετά το τέλος της διοικητικής διαδικασίας, η επιχείρηση πληροί τις απαιτήσεις και τους όρους συνεργασίας που καθορίζονται στο πρόγραμμα. Οι εν λόγω όροι και απαιτήσεις μπορεί να καλύπτουν, μεταξύ άλλων, το είδος των πληροφοριών και των αποδεικτικών στοιχείων που υποχρεούνται να υποβάλλουν οι επιχειρήσεις και την περαιτέρω συνεργασία που αναμένεται από τις επιχειρήσεις κατά τη διοικητική διαδικασία.

2.  Για να είναι επιλέξιμες για μη επιβολή ή μείωση του προστίμου που θα τους είχε διαφορετικά επιβληθεί, οι επιχειρήσεις αναφέρουν στην Επιτροπή οικειοθελώς ό,τι γνωρίζουν σχετικά με μυστική σύμπραξη (καρτέλ) και τον ρόλο τους σε αυτήν· αυτό μπορεί να γίνει και με τη μορφή οικειοθελούς αναφοράς σχετικών πληροφοριών από μέρους πρώην ή εν ενεργεία εργαζομένων ή εκπροσώπων της επιχείρησης (εταιρικές δηλώσεις περί επιεικούς μεταχείρισης). Οι εταιρικές δηλώσεις περί επιεικούς μεταχείρισης πρέπει να καταρτίζονται ειδικά για υποβολή στην Επιτροπή με σκοπό τη λήψη απαλλαγής ή μείωσης των προστίμων σύμφωνα με το πρόγραμμα επιεικούς μεταχείρισης της Επιτροπής.

3.  Η Επιτροπή θα προσφέρει στα μέρη κατάλληλες μεθόδους για την υποβολή εταιρικών δηλώσεων περί επιεικούς μεταχείρισης πέραν της γραπτής υποβολής, μεταξύ των οποίων και η προφορική δήλωση. Οι προφορικές δηλώσεις της επιχείρησης ηχογραφούνται και απομαγνητοφωνούνται στα γραφεία της Επιτροπής. Θα παρέχεται στην επιχείρηση η δυνατότητα να ελέγχει την τεχνική ακρίβεια της ηχογράφησης της προφορικής της δήλωσης στα γραφεία της Επιτροπής και, εν ανάγκη, να διορθώνει χωρίς καθυστέρηση το περιεχόμενο της δήλωσης. Οι κανόνες του παρόντος κανονισμού σχετικά με τις εταιρικές δηλώσεις περί επιεικούς μεταχείρισης εφαρμόζονται στις εν λόγω δηλώσεις ανεξάρτητα από το μέσο στο οποίο έχουν αποθηκευτεί. Προϋπάρχουσες πληροφορίες, δηλαδή αποδεικτικά στοιχεία που υπάρχουν ανεξάρτητα από τη διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής και τα οποία υποβάλλονται στην Επιτροπή από επιχείρηση στο πλαίσιο της αίτησής της για μη επιβολή ή μείωση του προστίμου, δεν αποτελούν μέρος της εταιρικής δήλωσης περί επιεικούς μεταχείρισης.

▼B



ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΧΕΙΡΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΩΝ

Άρθρο 5

Παραδεκτό των καταγγελιών

1.  Τα φυσικά και νομικά πρόσωπα νομιμοποιούνται να υποβάλουν καταγγελία για τους σκοπούς του άρθρου 7 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003, όταν αποδεικνύουν ότι έχουν έννομο συμφέρον.

Οι καταγγελίες περιέχουν τα στοιχεία που απαιτούνται στο έντυπο Γ, όπως τούτο εμφαίνεται στο παράρτημα. Η Επιτροπή μπορεί να απαλλάξει τον καταγγέλλοντα από την υποχρέωση υποβολής ενός μέρους από τα στοιχεία του εντύπου Γ, συμπεριλαμβανόμενων των εγγράφων.

2.  Στην Επιτροπή υποβάλλονται τρία αντίτυπα σε χαρτί, καθώς και, ει δυνατόν, ένα ηλεκτρονικό αντίτυπο της καταγγελίας. Ο καταγγέλλων υποβάλλει και μία μη εμπιστευτική εκδοχή της καταγγελίας του, εφόσον για τμήμα της καταγγελίας προβάλλεται λόγος τήρησης του απορρήτου.

3.  Οι καταγγελίες υποβάλλονται σε μία από τις επίσημες γλώσσες της Κοινότητας.

Άρθρο 6

Συμμετοχή των καταγγελλόντων στις διαδικασίες

▼M2

1.  Οσάκις η Επιτροπή προβαίνει σε κοινοποίηση αιτιάσεων σχετικά με υπόθεση για την οποία έχει λάβει καταγγελία, ενημερώνει γραπτώς τον καταγγέλλοντα με αντίγραφο της μη εμπιστευτικής εκδοχής της κοινοποίησης αιτιάσεων, εκτός από υποθέσεις στις οποίες εφαρμόζεται η διαδικασία διευθέτησης διαφορών και όπου θα ενημερώσει γραπτώς τον καταγγέλλοντα για τη φύση και το αντικείμενο της διαδικασίας. Η Επιτροπή δύναται επίσης να ορίσει μία προθεσμία εντός της οποίας ο καταγγέλλων δύναται να υποβάλει γραπτώς τις απόψεις του.

▼B

2.  Η Επιτροπή δύναται, εφόσον ενδείκνυται, να δώσει στους καταγγέλλοντες τη δυνατότητα να εκφράσουν τις απόψεις του κατά την προφορική εξέταση των μερών προς τα οποία έχει αποσταλεί η κοινοποίηση αιτιάσεων, εάν τούτο ζητηθεί από τους καταγγέλλοντες στις γραπτές παρατηρήσεις τους.

Άρθρο 7

Απόρριψη καταγγελιών

1.  Οσάκις η Επιτροπή θεωρεί ότι, βάσει των στοιχείων που διαθέτει, δεν υπάρχουν επαρκείς λόγοι για να δοθεί συνέχεια σε καταγγελία, ενημερώνει τον καταγγέλλοντα σχετικά με το σκεπτικό της και τάσσει προθεσμία εντός της οποίας ο καταγγέλλων μπορεί να γνωστοποιήσει εγγράφως τις απόψεις του. Η Επιτροπή δεν είναι υποχρεωμένη να λάβει υπόψη της ενδεχόμενες περαιτέρω παρατηρήσεις που λαμβάνει εκπρόθεσμα.

2.  Εάν ο καταγγέλλων γνωστοποιήσει εντός της τασσόμενης από την Επιτροπή προθεσμίας τις απόψεις του και οι γραπτές παρατηρήσεις που υποβάλλονται από τον καταγγέλλοντα δεν οδηγούν σε διαφορετική αξιολόγηση της καταγγελίας, η Επιτροπή, με σχετική απόφαση, απορρίπτει την καταγγελία.

3.  Εάν ο καταγγέλλων δεν γνωστοποιήσει τις απόψεις του εντός της προθεσμίας που τάσσεται από την Επιτροπή, η καταγγελία λογίζεται αποσυρθείσα.

Άρθρο 8

Πρόσβαση στα πληροφοριακά στοιχεία

1.  Οσάκις η Επιτροπή γνωστοποιεί στον καταγγέλλοντα την πρόθεσή της να απορρίψει καταγγελία δυνάμει του άρθρου 7 παράγραφος 1,ο καταγγέλλων είναι δυνατόν να ζητήσει να του επιτραπεί η πρόσβαση στα έγγραφα στα οποία η Επιτροπή βασίζει την προσωρινή της αξιολόγηση. Ωστόσο, προς τούτο ο καταγγέλλων δεν είναι δυνατόν να έχει πρόσβαση σε επαγγελματικά μυστικά ή λοιπές εμπιστευτικές πληροφορίες άλλων εμπλεκομένων στη διαδικασία.

▼M4 —————

▼B

Άρθρο 9

Απόρριψη καταγγελιών δυνάμει του άρθρου 13 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003

Οσάκις η Επιτροπή απορρίπτει καταγγελία δυνάμει του άρθρου 13 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003, γνωστοποιεί αμελλητί στον καταγγέλλοντα την εθνική αρχή που επιλαμβάνεται ή που έχει ήδη επιληφθεί της υπόθεσης.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

ΑΣΚΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΑΚΡΟΑΣΗΣ

Άρθρο 10

Κοινοποίηση αιτιάσεων και απαντήσεις

▼M2

1.  Η Επιτροπή ενημερώνει τα εμπλεκόμενα μέρη σχετικά με τις αιτιάσεις που διατυπώνονται εναντίον τους. Η κοινοποίηση αιτιάσεων γνωστοποιείται γραπτώς, χωριστά σε κάθε εμπλεκόμενο μέρος κατά του οποίου διατυπώνονται αιτιάσεις.

▼B

2.  Κατά την αποστολή της κοινοποίησης αιτιάσεων στα εμπλεκόμενα μέρη, η Επιτροπή τάσσει προθεσμία εντός της οποίας τα μέρη αυτά μπορούν να διατυπώσουν εγγράφως τις απόψεις τους. Η Επιτροπή δεν είναι υποχρεωμένη να λάβει υπόψη της παρατηρήσεις που λαμβάνονται εκπρόθεσμα.

3.  Στις γραπτές παρατηρήσεις που υποβάλλουν, τα μέρη μπορούν να εκθέτουν όλα τα πραγματικά περιστατικά που γνωρίζουν και τα οποία είναι σχετικά με την υπεράσπισή τους έναντι των αιτιάσεων που διατυπώνει η Επιτροπή. Επισυνάπτουν δε κάθε σχετικό έγγραφο ως αποδεικτικό των εκτιθέμενων πραγματικών περιστατικών. Παρέχουν ένα πρωτότυπο σε χαρτί και ένα ηλεκτρονικό αντίγραφο, ή, εφόσον δεν παρέχουν ηλεκτρονικό αντίγραφο, ►M3  31 ◄ αντίγραφα σε χαρτί των υποβαλλόμενων παρατηρήσεων και των επισυναπτόμενων εγγράφων. Μπορούν δε να προτείνουν στην Επιτροπή να καλέσει σε ακρόαση πρόσωπα που είναι δυνατόν να επιβεβαιώσουν τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στις υποβαλλόμενες από τα μέρη παρατηρήσεις.

▼M2

Άρθρο 10α

Διαδικασία διευθέτησης διαφορών σε υποθέσεις συμπράξεων

1.  Μετά την έναρξη της διαδικασίας σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 του Συμβουλίου, η Επιτροπή δύναται να ορίσει προθεσμία εντός της οποίας τα μέρη έχουν τη δυνατότητα να δηλώσουν γραπτώς ότι είναι διατεθειμένα να συμμετάσχουν σε συζητήσεις διευθέτησης διαφορών ενόψει της πιθανής υποβολής αιτημάτων διευθέτησης διαφορών. Η Επιτροπή δεν υποχρεούται να λάβει υπόψη της απαντήσεις που παραλαμβάνονται εκπρόθεσμα.

Εάν δύο ή περισσότερα μέρη της ίδιας επιχείρησης εκφράσουν τη βούλησή τους να συμμετάσχουν σε συζητήσεις διευθέτησης διαφορών σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, ορίζουν κοινούς εκπροσώπους που θα συμμετάσχουν εξ ονόματός τους στις συζητήσεις με την Επιτροπή. Η Επιτροπή, κατά τον καθορισμό της προθεσμίας που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, πρέπει να αναφέρει τα σχετικά εμπλεκόμενα μέρη που εντοπίζονται στην ίδια επιχείρηση, με μοναδικό σκοπό να τους δώσει τη δυνατότητα να τηρήσουν αυτή τη διάταξη.

2.  Τα μέρη που συμμετέχουν στις συζητήσεις διευθέτησης διαφορών πρέπει να ενημερώνονται από την Επιτροπή σχετικά με:

α) τις αιτιάσεις που πρόκειται να τους απευθύνει·

β) τα αποδεικτικά στοιχεία με βάση τα οποία πρόκειται να απευθύνει τις αιτιάσεις·

γ) τις μη εμπιστευτικές εκδοχές οιουδήποτε προσβάσιμου εγγράφου το οποίο αναφέρεται στο φάκελο της υπόθεσης, τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, εφόσον κρίνουν ότι μία αίτηση ενός ενδιαφερόμενου μέρους είναι αιτιολογημένη γιατί παρέχει στο ενδιαφερόμενο μέρος τη δυνατότητα να διαπιστώσει τη θέση του σχετικά με μία χρονική περίοδο ή με οποιαδήποτε άλλη πτυχή της σύμπραξης, καθώς και

δ) τα ενδεχόμενα πρόστιμα.

Οι πληροφορίες αυτές παραμένουν εμπιστευτικές έναντι οιουδήποτε τρίτου, πλην των περιπτώσεων για τις οποίες η Επιτροπή έχει προηγουμένως χορηγήσει ρητή άδεια γνωστοποίησής τους.

▼M4

Σε περίπτωση που οι συζητήσεις διευθέτησης διαφορών προοδεύσουν, η Επιτροπή δύναται να ορίσει προθεσμία εντός της οποίας τα μέρη δεσμεύονται να ακολουθήσουν τη διαδικασία διευθέτησης διαφορών υποβάλλοντας αιτήματα διευθέτησης διαφορών που να αντικατοπτρίζουν τα αποτελέσματα των διεξαχθεισών συζητήσεων κατά τις οποίες αναγνωρίζουν τη συμμετοχή τους σε παράβαση του άρθρου 101 της Συνθήκης, καθώς και την ευθύνη τους. Τα εν λόγω αιτήματα διευθέτησης διαφορών καταρτίζονται ειδικά από τις οικείες επιχειρήσεις ως επίσημο αίτημα προς την Επιτροπή για την έκδοση απόφασης επί της υπόθεσής τους μετά τη διαδικασία διευθέτησης. Πριν η Επιτροπή ορίσει την προθεσμία υποβολής των αιτημάτων διευθέτησης διαφορών, τα ενεχόμενα μέρη δικαιούνται, εφόσον το ζητήσουν εγκαίρως, να λάβουν γνώση των πληροφοριών που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο. Η Επιτροπή δεν υποχρεούται να λάβει υπόψη της αιτήματα διευθέτησης διαφορών που παραλαμβάνονται εκπρόθεσμα.

Η Επιτροπή θα προσφέρει στα μέρη κατάλληλες μεθόδους υποβολής αιτημάτων διευθέτησης διαφορών εκτός από τις γραπτές παρατηρήσεις, μεταξύ των οποίων υποβολή προφορικών παρατηρήσεων. Οι προφορικές παρατηρήσεις των μερών ηχογραφούνται και απομαγνητοφωνούνται στα γραφεία της Επιτροπής. Θα παρέχεται στην επιχείρηση η δυνατότητα να ελέγχει την τεχνική ακρίβεια της ηχογράφησης του προφορικού της αιτήματος στα γραφεία της Επιτροπής και, εν ανάγκη, να διορθώνει χωρίς καθυστέρηση το περιεχόμενό της. Οι κανόνες του παρόντος κανονισμού σχετικά με τα αιτήματα διευθέτησης διαφορών ισχύουν για αιτήματα διευθέτησης διαφορών ανεξάρτητα από το μέσο αποθήκευσης.

▼M2

3.  Όταν η γνωστοποιηθείσα στα μέρη κοινοποίηση αιτιάσεων αντικατοπτρίζει το περιεχόμενο των αιτημάτων τους διευθέτησης διαφορών, η γραπτή απάντηση στην κοινοποίηση αιτιάσεων από πλευράς των εμπλεκομένων μερών θα επιβεβαιώνει, εντός της προθεσμίας που έχει ορίσει η Επιτροπή, ότι η κοινοποίηση αιτιάσεων που τους απεστάλη αντικατοπτρίζει το περιεχόμενο των αιτημάτων τους διευθέτησης διαφορών. Η Επιτροπή δύναται τότε να προβεί στην έκδοση της απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 7 και το άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 του Συμβουλίου, μετά από διαβούλευση με τη συμβουλευτική επιτροπή συμπράξεων και δεσποζουσών θέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 του Συμβουλίου.

4.  Η Επιτροπή δύναται να αποφασίσει ανά πάσα στιγμή κατά τη διάρκεια της διαδικασίας τη διακοπή όλων των συζητήσεων διευθέτησης διαφορών για μία συγκεκριμένη υπόθεση ή αναφορικά με ένα ή περισσότερα από τα εμπλεκόμενα μέρη, εάν κρίνει ότι η διαδικαστική αποτελεσματικότητα δεν πρόκειται να επιτευχθεί.

▼B

Άρθρο 11

Δικαίωμα ακρόασης

▼M2

1.  Η Επιτροπή παρέχει στα μέρη προς τα οποία αποστέλλει κοινοποίηση αιτιάσεων τη δυνατότητα να τύχουν ακρόασης, πριν ζητήσει τη γνώμη της συμβουλευτικής επιτροπής του άρθρου 14 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003.

▼B

2.  Στις αποφάσεις της, η Επιτροπή ασχολείται μόνο με τις αιτιάσεις ως προς τις οποίες τα μέρη στα οποία αναφέρεται η παράγραφος 1 είχαν τη δυνατότητα να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους.

▼M2

Άρθρο 12

1.  Η Επιτροπή παρέχει στα μέρη προς τα οποία αποστέλλει κοινοποίηση αιτιάσεων τη δυνατότητα να αναπτύξουν τα επιχειρήματα τους σε ακρόαση, εάν το ζητήσουν στο πλαίσιο των υποβαλλόμενων από αυτούς γραπτών παρατηρήσεων.

2.  Εντούτοις, όταν τα μέρη υποβάλλουν τις προτάσεις τους διευθέτησης διαφορών επιβεβαιώνουν στην Επιτροπή ότι θα ζητήσουν μόνο να τους δοθεί η ευκαιρία να αναπτύξουν τα επιχειρήματά τους κατά τη διάρκεια της ακρόασης, εάν η κοινοποίηση αιτιάσεων δεν αντικατοπτρίζει το περιεχόμενο των αιτημάτων τους διευθέτησης διαφορών.

▼B

Άρθρο 13

Ακρόαση λοιπών προσώπων

1.  Εάν φυσικά ή νομικά πρόσωπα πέραν εκείνων τα οποία αναφέρονται στα άρθρα 5 και 11 ζητήσουν να κληθούν σε ακρόαση και αποδεικνύουν ότι έχουν επαρκές προς τούτο συμφέρον, η Επιτροπή τα ενημερώνει εγγράφως σχετικά με τη φύση και το αντικείμενο της διαδικασίας και τάσσει προθεσμία εντός της οποίας μπορούν να γνωστοποιήσουν εγγράφως τις απόψεις τους.

2.  Η Επιτροπή, εφόσον τούτο ενδείκνυται, μπορεί να καλεί τα πρόσωπα, τα οποία αναφέρονται στην παράγραφο 1, να αναπτύξουν τα επιχειρήματά τους κατά την προφορική ακρόαση των μερών προς τα οποία έχει αποσταλεί κοινοποίηση αιτιάσεων, εάν τα πρόσωπα, τα οποία αναφέρονται στην παράγραφο 1, το ζητήσουν στο πλαίσιο των γραπτών παρατηρήσεών τους.

3.  Η Επιτροπή δύναται να καλεί οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να διατυπώσει τις απόψεις του εγγράφως και να παραστεί στην προφορική εξέταση των μερών προς τα οποία έχει αποσταλεί κοινοποίηση αιτιάσεων. Η Επιτροπή δύναται επίσης να καλεί αυτά τα πρόσωπα να διατυπώσουν τις απόψεις τους και κατά την προφορική εξέταση.

Άρθρο 14

Διεξαγωγή των προφορικών ακροάσεων

1.  Οι ακροάσεις διεξάγονται από σύμβουλο ακροάσεων, ο οποίος διαθέτει πλήρη ανεξαρτησία.

2.  Η Επιτροπή καλεί τα πρόσωπα που πρέπει να εξεταστούν να παραστούν στην προφορική ακρόαση κατά την ημερομηνία που αυτή καθορίζει.

3.  Η Επιτροπή καλεί τις αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών να λάβουν μέρος στην προφορική ακρόαση. Ομοίως, μπορεί να καλεί υπαλλήλους και δημόσιους λειτουργούς και άλλων αρχών των κρατών μελών.

4.  Τα πρόσωπα που καλούνται να παραστούν είτε εμφανίζονται αυτοπροσώπως είτε εκπροσωπούνται από νόμιμους εκπροσώπους ή από εκπροσώπους εξουσιοδοτούμενους από την αρχή στην οποία υπηρετούν, κατά περίπτωση. Οι επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων είναι δυνατόν επίσης να εκπροσωπούνται, από δεόντως εξουσιοδοτούμενους υπαλλήλους, επιλεγόμενους μεταξύ του μονίμου προσωπικού τους.

5.  Τα πρόσωπα που τυγχάνουν ακρόασης από την Επιτροπή είναι δυνατόν να επικουρούνται από τους δικηγόρους τους ή από άλλα κατάλληλα πρόσωπα που γίνονται αποδεκτά από τον σύμβουλο ακροάσεων.

6.  Οι προφορικές ακροάσεις δεν είναι δημόσιες. Κάθε πρόσωπο είναι δυνατόν να διατυπώσει τα επιχειρήματά του χωριστά ή με παρουσία και των άλλων προσώπων που καλούνται να παραστούν στην προφορική ακρόαση, λαμβανομένου υπόψη του εννόμου συμφέροντος των επιχειρήσεων ως προς την προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου τους και των λοιπών πληροφοριών εμπιστευτικού χαρακτήρα.

7.  Ο σύμβουλος ακροάσεων μπορεί να επιτρέπει στα μέρη προς τα οποία έχει αποσταλεί κοινοποίηση αιτιάσεων, στους καταγγέλλοντες, στα λοιπά πρόσωπα που καλούνται να παραστούν σε προφορική ακρόαση, στις υπηρεσίες της Επιτροπής και στις αρχές των κρατών μελών να υποβάλλουν ερωτήσεις κατά τη διάρκεια της προφορικής ακρόασης.

8.  Η κατάθεση κάθε προσώπου που παρίσταται σε προφορική εξέταση καταγράφεται. Εφόσον τούτο ζητηθεί, η καταγραφή της προφορικής εξέτασης τίθεται στη διάθεση των προσώπων που έχουν παραστεί στην προφορική εξέταση. Λαμβάνεται υπόψη το έννομο συμφέρον των μερών ως προς την προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου τους και των λοιπών πληροφοριών εμπιστευτικού χαρακτήρα.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΟΝ ΦΑΚΕΛΟ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΚΑΙ ΧΕΙΡΙΣΜΟΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΕΜΠΙΣΤΕΥΤΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ

▼M4

Άρθρο 15

Πρόσβαση στον φάκελο της υπόθεσης

▼B

1.  Εάν της ζητηθεί, η Επιτροπή χορηγεί στα μέρη προς τα οποία έχει αποσταλεί κοινοποίηση αιτιάσεων πρόσβαση στον φάκελο της υπόθεσης. Η πρόσβαση αυτή χορηγείται μετά την αποστολή της κοινοποίησης αιτιάσεων.

▼M4

1α.  Μετά την έναρξη της διαδικασίας σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 και προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα στα μέρη που το επιθυμούν να υποβάλουν αιτήματα διευθέτησης διαφορών, η Επιτροπή τους γνωστοποιεί, κατόπιν αιτήσεώς τους και σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στα σχετικά εδάφια, τα αποδεικτικά στοιχεία και τα έγγραφα που προβλέπονται στο άρθρο 10α παράγραφος 2. Ενόψει αυτών, κατά την υποβολή των οικείων αιτημάτων διευθέτησης διαφορών, τα μέρη επιβεβαιώνουν στην Επιτροπή ότι θα ζητήσουν πρόσβαση στον φάκελο σύμφωνα με την παράγραφο 1 μετά την παραλαβή της κοινοποίησης αιτιάσεων, μόνο στην περίπτωση που η κοινοποίηση αιτιάσεων δεν αντικατοπτρίζει το περιεχόμενο των οικείων αιτημάτων διευθέτησης διαφορών. Σε περίπτωση που οι συζητήσεις διευθέτησης διαφορών έχουν διακοπεί με ένα ή περισσότερα από τα μέρη, χορηγείται στα μέρη αυτά πρόσβαση στον φάκελο, σύμφωνα με την παράγραφο 1, όταν τους έχει απευθυνθεί κοινοποίηση αιτιάσεων.

▼M4

1β.  Πρόσβαση σύμφωνα με την παράγραφο 1 ή 1α σε εταιρική δήλωση περί επιεικούς μεταχείρισης κατά την έννοια του άρθρου 4α παράγραφος 2 ή σε αίτημα διευθέτησης διαφορών κατά την έννοια του άρθρο 10α παράγραφος 2 παρέχεται μόνο στα γραφεία της Επιτροπής. Οι διάδικοι και οι εκπρόσωποί τους δεν αντιγράφουν τις εταιρικές δηλώσεις περί επιεικούς μεταχείρισης ή τα αιτήματα διευθέτησης διαφορών με οποιοδήποτε μηχανικό ή ηλεκτρονικό μέσο.

▼B

2.  Το δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο υπόθεσης δεν επεκτείνεται στο επιχειρηματικό απόρρητο, στις πληροφορίες εμπιστευτικού χαρακτήρα και στα εσωτερικά έγγραφα της Επιτροπής ή των αρχών ανταγωνισμού των κρατών μελών. Ακόμη, το εν λόγω δικαίωμα πρόσβασης δεν επεκτείνεται στην αλληλογραφία μεταξύ της Επιτροπής και των αρχών ανταγωνισμού των κρατών μελών, ή μεταξύ των αρχών αυτών εφόσον στον φάκελο της Επιτροπής περιέχεται τέτοια αλληλογραφία.

3.  Ουδεμία διάταξη του παρόντος κανονισμού δεν εμποδίζει την Επιτροπή να αποκαλύψει ή να κάνει χρήση πληροφοριακών στοιχείων που είναι αναγκαία για την απόδειξη της παράβασης των άρθρων 81 ή 82 της συνθήκης.

▼M4 —————

▼B

Άρθρο 16

Προσδιορισμός και προστασία των πληροφοριών εμπιστευτικού χαρακτήρα

1.  Η Επιτροπή ούτε κοινοποιεί ούτε καθιστά προσπελάσιμα πληροφοριακά στοιχεία, συμπεριλαμβανόμενων των εγγράφων, ενόσω αυτά περιέχουν επιχειρηματικά απόρρητα ή λοιπές πληροφορίες εμπιστευτικού χαρακτήρα για οποιοδήποτε πρόσωπο.

2.  Κάθε πρόσωπο το οποίο γνωστοποιεί τις απόψεις του δυνάμει του άρθρου 6 παράγραφος 1, του άρθρου 7 παράγραφος 1, του άρθρου 10 παράγραφος 2 και του άρθρου 13 παράγραφοι 1 και 3, ή μεταγενέστερα υποβάλλει περαιτέρω πληροφοριακά στοιχεία προς την Επιτροπή στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας, προσδιορίζει σαφώς τυχόν υλικό το οποίο θεωρεί εμπιστευτικό, εκθέτοντας τους σχετικούς λόγους, και παρέχει χωριστή μη εμπιστευτική εκδοχή εντός της προθεσμίας που τάσσει η Επιτροπή για τη γνωστοποίηση των απόψεών του.

3.  Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από τις επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων που υποβάλλουν έγγραφα ή δηλώσεις δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003, να προσδιορίσουν τα έγγραφα ή τα τμήματα εγγράφων τα οποία θεωρούν ότι περιέχουν επιχειρηματικά απόρρητα ή λοιπές πληροφορίες εμπιστευτικού χαρακτήρα που έχουν στην κατοχή τους, καθώς και να προσδιορίσουν τις επιχειρήσεις ως προς τις οποίες τα έγγραφα αυτά πρέπει να θεωρηθούν εμπιστευτικά. Ομοίως, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από τις επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων να προσδιορίσουν τυχόν τμήματα κοινοποίησης αιτιάσεων, περίληψης υπόθεσης κατά το άρθρο 27 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 ή απόφασης της Επιτροπής τα οποία κατά τη γνώμη τους περιέχουν επιχειρηματικά μυστικά.

Η Επιτροπή μπορεί να τάσσει προθεσμία εντός της οποίας οι επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων πρέπει:

α) να τεκμηριώσουν την απαίτησή τους για την τήρηση του απορρήτου σχετικά με κάθε επιμέρους έγγραφο ή τμήμα εγγράφου, δήλωση ή τμήμα δήλωσης·

β) να παράσχουν στην Επιτροπή τη μη εμπιστευτική εκδοχή των εγγράφων και δηλώσεων, στην οποία τα εμπιστευτικά αποσπάσματα διαγράφονται·

γ) να παράσχουν συνοπτική περιγραφή κάθε διαγραμμένου αποσπάσματος.

4.  Εάν επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων δεν συμμορφώνονται με τις παραγράφους 2 και 3, η Επιτροπή μπορεί να θεωρήσει ότι τα αντίστοιχα έγγραφα και δηλώσεις δεν περιέχουν απόρρητα στοιχεία.

▼M4



ΚΕΦΑΛΑΙΟ VΙα

ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ ΣΤΗ ΧΡΗΣΗ ΤΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΠΟΥ ΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Άρθρο 16α

1.  Οι πληροφορίες που λαμβάνονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού χρησιμοποιούνται μόνο για τους σκοπούς δικαστικών ή διοικητικών διαδικασιών για την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της Συνθήκης.

2.  Πρόσβαση σε εταιρικές δηλώσεις περί επιεικούς μεταχείρισης κατά την έννοια του άρθρου 4α παράγραφος 2 ή στα αιτήματα διευθέτησης διαφορών κατά την έννοια του άρθρου 10α παράγραφος 2 χορηγείται μόνο για την άσκηση των δικαιωμάτων άμυνας στο πλαίσιο διαδικασίας ενώπιον της Επιτροπής. Οι πληροφορίες που λαμβάνονται από τις εν λόγω δηλώσεις και τα εν λόγω αιτήματα μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τον διάδικο που έχει αποκτήσει πρόσβαση στον φάκελο μόνον όταν αυτό είναι αναγκαίο για την άσκηση των δικαιωμάτων άμυνας στο πλαίσιο διαδικασίας:

α) ενώπιον των δικαστηρίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά την επανεξέταση των αποφάσεων της Επιτροπής· ή

β) ενώπιον των δικαστηρίων των κρατών μελών στις περιπτώσεις που έχουν άμεση σχέση με την υπόθεση στην οποία έχει χορηγηθεί πρόσβαση, και οι οποίες αφορούν:

i) την κατανομή μεταξύ των μετεχόντων στη σύμπραξη προστίμου που τους επιβάλλεται από κοινού και εις ολόκληρον από την Επιτροπή· ή

ii) την επανεξέταση απόφασης με την οποία η αρχή ανταγωνισμού κράτους μέλους διαπίστωσε παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ.

3.  Οι ακόλουθες κατηγορίες πληροφοριών που λαμβάνονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται σε διαδικασίες ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων πριν η Επιτροπή περατώσει τις διαδικασίες της έναντι όλων των υπό έρευνα μερών με την έκδοση απόφασης δυνάμει του άρθρου 7, 9 ή 10 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 ή πριν περατώσει με άλλον τρόπο τη διαδικασία:

α) πληροφορίες που καταρτίστηκαν από άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα ειδικά για τις διαδικασίες της Επιτροπής· και

β) πληροφορίες που η Επιτροπή έχει καταρτίσει και αποστείλει στους διαδίκους κατά τη διάρκεια της διαδικασίας της.

▼B



ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII

ΓΕΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 17

Προθεσμίες

▼M2

1.  Η Επιτροπή, οσάκις τάσσει τις προθεσμίες που προβλέπονται στο άρθρο 3 παράγραφος 3, στο άρθρο 4 παράγραφος 3, στο άρθρο 6 παράγραφος 1, στο άρθρο 7 παράγραφος 1, στο άρθρο 10 παράγραφος 2, στο άρθρο 10α παράγραφος 1, στο άρθρο 10α παράγραφος 2, στο άρθρο 10α παράγραφος 3 και στο άρθρο 16 παράγραφος 3, λαμβάνει υπόψη της τόσο τον χρόνο που απαιτείται για την προετοιμασία του προς υποβολή αιτήματος όσο και τον επείγοντα χαρακτήρα της υπόθεσης.

▼B

2.  Η προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο 6 παράγραφος 1, στο άρθρο 7 παράγραφος 1 και στο άρθρο 10 παράγραφος 2 ανέρχεται τουλάχιστον σε τέσσερις εβδομάδες. Ωστόσο, για διαδικασίες που κινούνται με σκοπό τη λήψη προσωρινών μέτρων δυνάμει του άρθρου 8 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003, η προθεσμία αυτή μπορεί να συντομεύεται σε μία εβδομάδα.

▼M2

3.  Οι προθεσμίες που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφος 3, στο άρθρο 10α παράγραφος 1, στο άρθρο 10α παράγραφος 2 και στο άρθρο 16 παράγραφος 3 δεν μπορεί να είναι βραχύτερες από δύο εβδομάδες. Η προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο 3 παράγραφος 3 δεν μπορεί να είναι βραχύτερη από δύο εβδομάδες, εκτός εάν πρόκειται για αιτήματα διευθέτησης διαφορών, για τα οποία οι διορθώσεις επιφέρονται εντός μίας εβδομάδας. Η προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο 10α παράγραφος 3 δεν μπορεί να είναι βραχύτερη από δύο εβδομάδες.

▼B

4.  Εφόσον ενδείκνυται, και μετά από αιτιολογημένο αίτημα υποβαλλόμενο πριν από την εκπνοή της εκάστοτε αρχικής προθεσμίας, οι προθεσμίες είναι δυνατόν να παραταθούν.

Άρθρο 18

Κατάργηση

Οι κανονισμοί (ΕΚ) αριθ. 2842/98, (ΕΚ) αριθ. 2843/98 και (ΕΚ) αριθ. 3385/94 καταργούνται.

Οι παραπομπές σε καταργούμενους κανονισμούς λογίζονται ως παραπομπές στον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 19

Μεταβατικές διατάξεις

Τα διαδικαστικά μέτρα που ελήφθησαν δυνάμει των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 2842/98 και (ΕΚ) αριθ. 2843/98 εξακολουθούν να παράγουν αποτελέσματα για τους σκοπούς της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 20

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την 1η Μαΐου 2004.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.




ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΕΝΤΥΠΟ Γ

ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 7 ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ (ΕΚ) αριθ. 1/2003

I.   Πληροφορίες σχετικά με τον καταγγέλλοντα και την καταγγελλόμενη επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων, στις οποίες βασίζεται η καταγγελία

1.

Να δώσετε πλήρεις λεπτομέρειες για την ταυτότητα του φυσικού ή του νομικού προσώπου που υποβάλλει την καταγγελία. Εάν ο καταγγέλλων είναι επιχείρηση, να προσδιορίσετε τον όμιλο επιχειρήσεων στον οποίο ανήκει και να δώσετε συνοπτική περιγραφή της φύσης και του πεδίου των επαγγελματικών της δραστηριοτήτων. Να δηλώσετε έναν υπεύθυνο επαφών (με τον αριθμό τηλεφώνου, την ταχυδρομική και την ηλεκτρονική διεύθυνση) από τον οποίο μπορούν να ληφθούν επιπλέον πληροφορίες.

2.

Να προσδιορίσετε την επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων στην οποία αναφέρεται η καταγγελία, παρέχοντας, εφόσον συντρέχει περίπτωση, όλα τα διαθέσιμα στοιχεία για τον όμιλο επιχειρήσεων στον οποίο ανήκει και για τη φύση και το πεδίο των επαγγελματικών της δραστηριοτήτων. Να αναφέρετε τη θέση του καταγγέλλοντος έναντι της καταγγελλόμενης επιχείρησης ή ένωσης επιχειρήσεων (π.χ. πελάτης, ανταγωνιστής).

II.   Λεπτομέρειες για την εικαζόμενη παράβαση και αποδεικτικά στοιχεία

3.

Να εκθέσετε λεπτομερώς τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία, κατά τη γνώμη σας, προκύπτει παραβίαση των άρθρων 81 ή 82 της συνθήκης, ή/και των άρθρων 53 ή 54 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ. Να αναφέρετε ιδίως το είδος των ειδών (αγαθών ή υπηρεσιών) που επηρεάζονται από τις εικαζόμενες παραβάσεις και να εξηγήσετε, εφόσον απαιτείται, τις εμπορικές σχέσεις που αφορούν αυτά τα είδη. Να δώσετε όλες τις διαθέσιμες λεπτομέρειες για τις συμφωνίες ή πρακτικές των επιχειρήσεων ή ενώσεων επιχειρήσεων στις οποίες αναφέρεται η καταγγελία. Να αναφέρετε, ενόσω τούτο είναι δυνατόν, τη θέση των καταγγελλόμενων επιχειρήσεων στην αντίστοιχη αγορά.

4.

Να υποβάλετε όλα τα έγραφα που έχετε στην κατοχή σας και τα οποία αφορούν ή συνδέονται άμεσα με τα εκτιθέμενα στην καταγγελία πραγματικά περιστατικά (π.χ. κείμενα συμφωνιών, πρακτικά διαπραγματεύσεων ή συσκέψεων, όρους συναλλαγών, επαγγελματικά έγραφα, εγκυκλίους, αλληλογραφία, σημειώσεις τηλεφωνικών συνδιαλέξεων …). Να δηλώσετε το όνομα και τη διεύθυνση των προσώπων που είναι σε θέση να καταθέσουν για τα εκτιθέμενα στην καταγγελία πραγματικά περιστατικά, και ιδίως των προσώπων που επηρεάζονται από τις εικαζόμενες παραβάσεις. Να υποβάλετε στατιστικές ή άλλα δεδομένα που έχετε στην κατοχή σας και τα οποία αναφέρονται στα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, ιδίως εφόσον εμφαίνουν εξελίξεις στην αντίστοιχη αγορά (π.χ. στοιχεία για τις τιμές και τις τάσεις των τιμών, τους φραγμούς στην είσοδο νέων προμηθευτών στην αγορά κ.λπ.).

5.

Να εκθέσετε τις απόψεις σας σχετικά με τη γεωγραφική έκταση των εικαζόμενων παραβάσεων και να εξηγήσετε, όπου τούτο δεν είναι προφανές, σε ποιον βαθμό το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, ή μεταξύ της Κοινότητας και ενός ή περισσοτέρων κρατών της ΕΖΕΣ που είναι συμβαλλόμενα μέρη της συμφωνίας για τον ΕΟΧ είναι δυνατόν να επηρεασθεί από την καταγγελλόμενη συμπεριφορά.

III.   Αποτελέσματα αναμενόμενα από την παρέμβαση της Επιτροπής και έννομο συμφέρον

6.

Να επεξηγήσετε τα αποτελέσματα ή τις ενέργειες που αναμένετε μετά την κινηθείσα από την Επιτροπή διαδικασία.

7.

Να εκθέσετε τους λόγους βάσει των οποίων επικαλείσθε έννομο συμφέρον ως καταγγέλλων κατά το άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003. Να δηλώσετε ιδίως πώς η καταγγελλόμενη συμπεριφορά σας επηρεάζει και να εξηγήσετε πώς, κατά την άποψή σας, η παρέμβαση της Επιτροπής θα μπορούσε να επανορθώσει την εικαζόμενη βλάβη.

IV.   Διαδικασίες ενώπιον εθνικών αρχών ανταγωνισμού ή εθνικών δικαστηρίων

8.

Να δώσετε πλήρη στοιχεία σχετικά με το αν έχετε απευθυνθεί για το ίδιο ή συναφές ζήτημα σε άλλη αρχή ανταγωνισμού, ή/και αν έχει ασκηθεί ένδικο μέσο ενώπιον εθνικού δικαστηρίου. Εάν συμβαίνει τούτο, να δώσετε πλήρεις λεπτομέρειες σχετικά με την επιληφθείσα διοικητική ή δικαστική αρχή και τα στοιχεία που έχετε υποβάλει στην αρχή αυτή.

Ο υπογραφόμενος δηλώνω ότι οι πληροφορίες που παρέχονται στο παρόν έντυπο και στα παραρτήματά του δίδονται καλή τη πίστει.

Ημερομηνία και υπογραφή



( 1 ) ΕΕ L 1 της 4.1.2003, σ. 1· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 411/2004 (ΕΕ L 68 της 6.3.2004, σ. 1).

( 2 ) ΕΕ L 354 της 30.12.1998, σ. 18.

( 3 ) ΕΕ L 354 της 30.12.1998, σ. 22.

( 4 ) ΕΕ L 377 της 31.12.1994, σ. 28.