|
28.9.2017 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 321/10 |
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 16ης Μαΐου 2017
στην υπόθεση E-8/16,
Netfonds Holding ASA, Netfonds Bank AS και Netfonds Livsforsikring AS κατά της νορβηγικής κυβέρνησης
(Ελευθερία εγκαταστάσεως — άρθρο 31 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ — οδηγία 2000/12/ΕΚ — οδηγία 2002/83/ΕΚ — οδηγία 2006/48/ΕΚ — οδηγία 2007/44/ΕΚ — Πιστωτικά ιδρύματα — Ασφαλιστικές επιχειρήσεις — Ειδικές συμμετοχές — Αναλογικότητα — Καταλληλότητα — Αναγκαιότητα)
(2017/C 321/08)
Στην υπόθεση E-8/16, Netfonds Holding ASA, Netfonds Bank AS, και Netfonds Livsforsikring AS κατά της νορβηγικής κυβέρνησης — ΑΙΤΗΣΗ προς το Δικαστήριο, βάσει του άρθρου 34 της συμφωνίας μεταξύ των κρατών της ΕΖΕΣ για τη σύσταση Εποπτεύουσας Αρχής και Δικαστηρίου από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο του Όσλο (Oslo tingrett), για την ερμηνεία των άρθρων 31, 36 και 40 της συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο στο πλαίσιο των κανόνων και πρακτικών που ισχύουν για την κυριότητα των νορβηγικών εταιρειών κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησής τους για άδεια λειτουργίας ως τράπεζες ή ασφαλιστικές εταιρείες, το Δικαστήριο, αποτελούμενο από τους Carl Baudenbacher, Πρόεδρο, Per Christiansen και Páll Hreinsson (εισηγητή δικαστή), δικαστές, εξέδωσε απόφαση στις 16 Μαΐου 2017, το διατακτικό της οποίας έχει ως εξής:
|
1. |
Κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, η οδηγία 2000/12/ΕΚ, η οδηγία 2006/48/ΕΚ και η οδηγία 2002/83/ΕΚ, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 2007/44/ΕΚ, δεν εμπόδισε τα κράτη του ΕΟΧ να διατηρούν αυστηρότερους κανόνες όσον αφορά τη διαδικασία χορήγησης αδειών για τις τράπεζες και τις ασφαλιστικές εταιρείες. Παρά ταύτα, οι κανόνες αυτοί πρέπει να συνάδουν με τις θεμελιώδεις ελευθερίες τις οποίες εγγυάται η συμφωνία για τον ΕΟΧ. |
|
2. |
Νομοθεσία όπως αυτή που περιγράφεται στα ερωτήματα 1 και 2 και διοικητική πρακτική, όπως αυτή που περιγράφεται στην ερώτηση 3 συνιστούν περιορισμούς που φαίνεται να εμπίπτουν κατά κύριο λόγο στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 31 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ. Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει αν αυτή η προϋπόθεση συντρέχει στην εκάστοτε περίπτωση. |
|
3. |
Ο στόχος μείωσης των κινήτρων ανάληψης υπερβολικού κινδύνου από τους ιδιοκτήτες τραπεζών ή ασφαλιστικών εταιρειών, ιδίως όσον αφορά τον κίνδυνο για κατάχρηση εξουσίας, ανταποκρίνεται σε επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος ικανούς να δικαιολογήσουν εθνικά μέτρα που περιορίζουν την ελευθερία εγκατάστασης που κατοχυρώνεται από το άρθρο 31 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ. Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να προσδιορίσει τους στόχους που όντως επιδιώκονται μέσω των εθνικών μέτρων, καθώς επίσης να αποφανθεί κατά πόσον οι νόμιμοι στόχοι επιδιώκονται με κατάλληλο και συνεκτικό τρόπο. |
|
4. |
Οι θεσπισθέντες κανόνες, όπως περιγράφονται στα ερωτήματα 1 και 2, δεν φαίνονται κατάλληλοι για την επίτευξη του νόμιμου στόχου που έχει προσδιορίσει το Δικαστήριο. Η διοικητική πρακτική, όπως περιγράφεται στο ερώτημα 3, φαίνεται κατάλληλη για την επίτευξη αυτού του στόχου στον βαθμό που εφαρμόζεται σε αιτήσεις χορήγησης αδειών για τράπεζες ή ασφαλιστικές εταιρείες και όχι σε δευτερεύουσες εξαγορές μετά τη χορήγηση της άδειας. |
|
5. |
Αν το αιτούν δικαστήριο διαπιστώσει ότι ένα ή περισσότερα εθνικά μέτρα είναι κατάλληλα για την επίτευξη νόμιμου στόχου, πρέπει επίσης να αξιολογήσει κατά πόσο υπερβαίνουν τα αναγκαία για την επίτευξη του στόχου αυτού. Στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, φαίνεται ότι άλλα μέτρα πέραν των επίμαχων είναι λιγότερο περιοριστικά, αν και εξίσου αποτελεσματικά, για την επίτευξη του νόμιμου προσδιοριζόμενου στόχου. |