4.6.2015   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 183/7


ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ

της 24ης Νοεμβρίου 2014

στην υπόθεση E-27/13

Sævar Jón Gunnarsson κατά Landsbankinn hf.

(Προσαρμογή δανείων — Οδηγία 87/102/ΕΟΚ — Συμβάσεις καταναλωτικής πίστης — Οδηγία 93/13/ΕΟΚ — Καταχρηστικές ρήτρες — Υποχρεωτικοί όροι)

(2015/C 183/08)

Στην υπόθεση E-27/13, Sævar Jón Gunnarsson v Landsbankinn hf. – ΑΙΤΗΣΗ προς το Δικαστήριο, βάσει του άρθρου 34 της συμφωνίας μεταξύ των κρατών της ΕΖΕΣ για τη σύσταση Εποπτεύουσας Αρχής και Δικαστηρίου, η οποία υποβλήθηκε από το Πρωτοδικείο του Ρέικιαβικ (Héraðsdómur Reykjavíkur), όσον αφορά την ερμηνεία της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 1986 σχετικά με την καταναλωτική πίστη και της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5ης Απριλίου 1993 σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, το Δικαστήριο, αποτελούμενο από τον Carl Baudenbacher, πρόεδρο και δικαστή εισηγητή, τους Per Christiansen και Páll Hreinsson, δικαστές, εξέδωσε απόφαση στις 24 Νοεμβρίου 2014, το διατακτικό της οποίας έχει ως εξής:

1.

Όταν μια σύμβαση πίστωσης συνδέεται με δείκτη τιμών καταναλωτή, δεν είναι συμβατό με την οδηγία 87/102/ΕΟΚ να υπολογίζονται το συνολικό κόστος της πίστωσης και το συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο βάσει τιμαρίθμου 0 %, αν το γνωστό ποσοστό τιμαρίθμου κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης πίστωσης δεν είναι 0 %. Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, τις νομικές συνέπειες και τα ένδικα μέσα για τέτοιες ανακριβείς πληροφορίες, υπό τον όρο ότι δεν θίγεται το επίπεδο προστασίας που θέτει η οδηγία 87/102/ΕΟΚ, όπως ερμηνεύεται από το Δικαστήριο.

Όσον αφορά την κατάσταση σχετικά με την οποία το αιτούν δικαστήριο δεν θεωρεί ότι οι συμβατικές ρήτρες για τιμαριθμική αναπροσαρμογή των δόσεων εξόφλησης του επίδικου καταναλωτικού δανείου συνιστούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 2 της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ, οι απαντήσεις στα επακόλουθα ερωτήματα έχουν ως εξής:

2.

Η οδηγία 93/13/ΕΟΚ δεν απαγορεύει γενικά τις συμβατικές ρήτρες για την τιμαριθμική αναπροσαρμογή των δανείων στις συμβάσεις μεταξύ προμηθευτή και καταναλωτή. Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει αν η επίμαχη ρήτρα είναι καταχρηστική ή όχι. Η εκτίμηση πρέπει να λαμβάνει υπόψη την ερμηνεία της έννοιας «καταχρηστική ρήτρα» από το Δικαστήριο.

3.

Η οδηγία 93/13/ΕΟΚ δεν περιορίζει τη διακριτική ευχέρεια ενός κράτους του ΕΟΧ να καθορίζει, είτε με νομοθετικές διατάξεις είτε με διοικητικές κανονιστικές ρυθμίσεις, τους παράγοντες που μπορεί να προκαλέσουν αλλαγές σε έναν προκαθορισμένο δείκτη, όπως στον ισλανδικό δείκτη τιμών καταναλωτή, καθώς και τις μεθόδους μέτρησης αυτών των αλλαγών, υπό τον όρο ότι περιγράφονται ρητά στη σύμβαση.

4.

Εναπόκειται στο αρμόδιο εθνικό δικαστήριο να αποφανθεί αν μια συμβατική ρήτρα αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης ή όχι, κατά την έννοια του άρθρου 3 της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ.

5.

Εναπόκειται στο αρμόδιο εθνικό δικαστήριο να αποφανθεί αν πρέπει να θεωρηθεί ότι μια συμβατική ρήτρα σχετικά με την τιμαριθμική αναπροσαρμογή των δόσεων εξόφλησης ενός δανείου έχει περιγραφεί ρητά και επακριβώς στον καταναλωτή ή όχι. Αυτή η εκτίμηση πρέπει να λαμβάνει υπόψη την ακριβή διατύπωση των σχετικών συμβατικών ρητρών και όλα τα υπόλοιπα πραγματικά περιστατικά, μεταξύ άλλων τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στα σημεία α) και β) του τέταρτου ερωτήματος που έθεσε το εθνικό δικαστήριο, καθώς και την εθνική νομοθεσία σχετικά με την τιμαριθμική προσαρμογή.

6.

Το άρθρο 6 παράγραφος 1 της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι, στις περιπτώσεις που ένα εθνικό δικαστήριο κρίνει ότι μια συγκεκριμένη ρήτρα είναι καταχρηστική κατά την έννοια της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ, το εν λόγω δικαστήριο πρέπει να διασφαλίζει ότι αυτή η ρήτρα δεν δεσμεύει τον καταναλωτή, υπό τον όρο ότι η σύμβαση μπορεί να εξακολουθήσει να υπάρχει και χωρίς την καταχρηστική ρήτρα, εφόσον, σύμφωνα με τους κανόνες του εγχώριου δικαίου, η εν λόγω συνέχεια της σύμβασης είναι νομικά δυνατή.