20.5.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 121/7


Αναίρεση της Henkel KGaA κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου (δεύτερο τμήμα) της 17ης Ιανουαρίου 2006 στην υπόθεση T-398/04, Henkel KGaA κατά Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ) που ασκήθηκε στις 20 Μαρτίου 2006

(Υπόθεση C-144/06 P)

(2006/C 121/12)

Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική

Διάδικοι

Αναιρεσείουσα: Henkel KGaA (εκπρόσωπος: Dr. C. Osterrieth, Rechtsanwalt)

Αντίδικος στην αναιρετική διαδικασία: Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα)

Αιτήματα της αναιρεσείουσας

Αναίρεση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, της 17ης Ιανουαρίου 2006, στην υπόθεση T-398/04 (1), που επιδόθηκε στις 23 Ιανουαρίου 2006, και ακύρωση της αποφάσεως του δεύτερου τμήματος προσφυγών του ΓΕΕΑ, της 4ης Αυγούστου 2004 (υπόθεση R771/1999-2) που αφορούσε την αίτηση καταθέσεως κοινοτικού σήματος με τον αριθμό 000941971,

Καταδίκη του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς στα δικαστικά έξοδα

Λόγοι και κύρια επιχειρήματα

Η αναιρεσείουσα προβάλλει παραβίαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, λόγω πεπλανημένης νομικής και πραγματικής εκτιμήσεως της απαιτήσεως περί διακριτικού χαρακτήρα του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση.

Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο πεπλανημένως έκρινε ότι το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση –τρίχρωμο εικονιστικό σήμα που συνίσταται στην πιστή αναπαράσταση ταμπλέτας απορρυπαντικού– στερείται επαρκούς διακριτικής ισχύος. Το συμπέρασμα αυτό του Πρωτοδικείου έρχεται σε αντίθεση με τα κριτήρια που απορρέουν από τη μέχρι τούδε νομολογία του Δικαστηρίου τη σχετική με τις απαιτήσεις που αφορούν τη διακριτική ισχύ ενός σήματος, και δεν λαμβάνει υπόψη τα πραγματικά δεδομένα στην οικεία αγορά.

Από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει η ύπαρξη μιας «κοινής εμπειρίας», όπως δέχθηκε το Πρωτοδικείο, σύμφωνα με την οποία το κοινό προβαίνει στην αγορά των επίμαχων εμπορευμάτων χωρίς να επιδεικνύει ιδιαίτερη προσοχή και ότι οι σχετικές με αυτά συναλλαγές γίνονται χωρίς να λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη η μορφή του προϊόντος. Αντιθέτως προς την άποψη αυτή του Πρωτοδικείου το οικείο κοινό έχει συνηθίσει να συμπεραίνει από την ειδική και ατομική μορφή του εμπορεύματος, απευθείας, τον παραγωγό του εμπορεύματος αυτού. Στην οικεία αγορά παγίως συνάγεται από τη μορφή των ταμπλετών του απορρυπαντικού, η προέλευσή του: κάθε παραγωγός χρησιμοποιεί διαφορετικούς χρωματισμούς προκειμένου να διαφοροποιήσει το προϊόν που παράγει από τα προϊόντα άλλων παραγωγών.

Κατά την εξέταση της διακριτικής ισχύος πρέπει, απλώς, να ερευνάται αν το προς καταχώριση σημείο είναι ικανό να υποδηλώνει ότι τα προϊόντα για τα οποία ζητείται η καταχώριση προέρχονται από συγκεκριμένη επιχείρηση και αν, κατά συνέπεια, μπορεί να διαφοροποιεί τα εμπορεύματα αυτά από τα εμπορεύματα άλλων επιχειρήσεων. Δεν απαιτείται ιδιομορφία και πρωτοτυπία, ούτε πρέπει η σχετική έρευνα να γίνεται με βάση αυτά τα κριτήρια. Δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα επέλεξε σειρά μορφολογικών στοιχείων, όπως την παραλληλόγραμμη μορφή, τη διευθέτηση των στρωματώσεων, και την τοποθέτηση ενός πυρήνα ωοειδούς σχήματος, με ελεύθερη επιλογή τριών χρωμάτων, έχει προσδώσει επαρκή επιμέρους στοιχεία ώστε το εικονιστικό σημείο να διαθέτει επαρκή διακριτική ισχύ.


(1)  ΕΕ C 74, σ. 18.