|
25.2.2006 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 48/39 |
Προσφυγή/αγωγή της 15ης Δεκεμβρίου 2005 — Brink's Security Luxembourg κατά Επιτροπής
(Υπόθεση T-437/05)
(2006/C 48/76)
Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική
Διάδικοι
Προσφεύγουσα/ενάγουσα: Brink's Security Luxembourg S.A. (Λουξεμβούργο) [Εκπρόσωπος(οι): Christian Point, δικηγόρος]
Καθής: Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
Αιτήματα της προσφεύγουσας/ενάγουσας:
Η προσφεύγουσα/ενάγουσα ζητεί από το Πρωτοδικείο:
|
— |
να κρίνει την παρούσα προσφυγή/αγωγή παραδεκτή, |
|
— |
να ακυρώσει τη μονομερή απόφαση της Επιτροπής να μην αναθέσει το έργο στην Brink's Security Luxembourg, |
|
— |
να ακυρώσει τη μονομερή απόφαση της Επιτροπής να αναθέσει το έργο στην Group 4 Falck Luxembourg, |
|
— |
να ακυρώσει την σιωπηρή άρνηση της Επιτροπής να ανακαλέσει τις δύο ως άνω αποφάσεις, |
|
— |
να ακυρώσει δύο έγγραφα της Επιτροπής της 7ης Δεκεμβρίου και της 14ης Δεκεμβρίου 2005 αντιστοίχως, με τα οποία η Επιτροπή απάντησε στις αιτήσεις παροχής πληροφοριών που υπέβαλε η προσφεύγουσα/ενάγουσα βάσει του άρθρου 149, παράγραφος 3, του εκτελεστικού κανονισμού του χρηματοοικονομικού κανονισμού, |
|
— |
να υποχρεώσει την Επιτροπή να καταβάλει στην προσφεύγουσα/ενάγουσα 1 000 000 ευρώ προς αποκατάσταση της υλικής ζημίας και ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη λόγω του παράνομου χαρακτήρα της προσβαλλομένης αποφάσεως, ποσό που καθορίζεται ex aequo et bono και προσωρινώς, |
|
— |
να καταδικάσει την Επιτροπή στο σύνολο των δικαστικών εξόδων. |
Ισχυρισμοί και κύρια επιχειρήματα
Η παρούσα προσφυγή/αγωγή έχει ως αντικείμενο, αφενός, την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής να απορρίψει την προσφορά της προσφεύγουσας/ενάγουσας στο πλαίσιο της υποβολής προσφορών αριθ. 16/2005/OIL (υπηρεσίες ελέγχου και φυλάξεως κτιρίων) και, αφετέρου, την ακύρωση της αποφάσεως αναθέσεως του έργου σε ανταγωνίστρια εταιρία.
Τα επιχειρήματα που προβάλλει η προσφεύγουσα/ενάγουσα προς στήριξη της προσφυγής/αγωγής της εντάσσονται κατ' ουσίαν σε επτά ισχυρισμούς.
Με τον πρώτο ισχυρισμό, η προσφεύγουσα/ενάγουσα προσάπτει παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και της απαγορεύσεως των διακρίσεων, με το επιχείρημα ότι η Επιτροπή, απαιτώντας από τους υποβάλλοντες προσφορά το προσωπικό που θα διαθέσουν για το έργο να διαθέτει προϋπηρεσία ενός έτους, έθεσε την προσφεύγουσα/ενάγουσα — η οποία ήταν ο απερχόμενος ανάδοχος και είχε από καιρού προσλάβει το προσωπικό της — σε μειονεκτική θέση έναντι των ανταγωνιστών της, οι οποίοι δύνανται να προσλάβουν πρόσωπα διαθέτοντα την κατ' ελάχιστον απαιτούμενη πείρα, με συνέπεια αυτοί να έχουν περιορισμένη επιβάρυνση μισθών σε σχέση με την προσφεύγουσα/ενάγουσα.
Με τον δεύτερο ισχυρισμό της, η προσφεύγουσα/ενάγουσα προσάπτει στην Επιτροπή ότι παρέβη την οδηγία 2001/23/ΕΚ (1). Ο ισχυρισμός αυτός έχει δύο σκέλη: η προσφορά που προέκρινε η Επιτροπή ήταν παράτυπη, διότι δεν παρείχε εγγυήσεις για επαναπρόσληψη των εργαζομένων της προσφεύγουσας/ενάγουσας ούτε, εξάλλου, για τη διατήρηση του συνόλου των δικαιωμάτων των εργαζομένων. Η προσφεύγουσα/ενάγουσα προβάλλει ότι η απόφαση αναθέσεως της Επιτροπής είναι εξαρχής παράνομη, διότι η προσβολή των εργασιακών δικαιωμάτων ενυπάρχει στην επιλεγείσα προσφορά.
Ο τρίτος ισχυρισμός αντλείται από παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, η οποία συνίσταται στο ότι ο ανάδοχος διέθετε, κατά τον χρόνο υποβολής της προσφοράς του, εμπιστευτικά στοιχεία σχετικά με την προσφεύγουσα/ενάγουσα, μεταξύ των οποίων και στοιχεία σχετικά με τον κύκλο εργασιών ανά πελάτη και ανά κλάδο δραστηριότητας, με τις συμβάσεις και τον χρόνο λήξεώς τους, με αναλύσεις του τιμολογίου και του κόστους, τα οποία περιήλθαν σε αυτόν λόγω της συγχωνεύσεως με την πρώην μητρική εταιρία της προσφεύγουσας/ενάγουσας. Κατά την προσφεύγουσα/ενάγουσα, η κατοχή των πληροφοριακών αυτών στοιχείων επέτρεψε στην ανταγωνίστριά της να υποβάλει πλέον συμφέρουσα προφορά σε σχέση με τη δική της.
Με τον τέταρτο ισχυρισμό, η προσφεύγουσα/ενάγουσα προσάπτει παράβαση της αποφάσεως της Γενικής Διευθύνσεως IV της Επιτροπής, της 28ης Μαΐου 2004 (2) και των κανόνων περί διασφαλίσεως του ανόθευτου ανταγωνισμού, η οποία συνίσταται στο ότι η Επιτροπή, με την προσβαλλόμενη στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής/αγωγής απόφαση, επέτρεψε στον όμιλο στον οποίον ανήκει ο ανάδοχος να επανακτήσει το ενεργητικό που είχε υποχρεωθεί να εκχωρήσει στο πλαίσιο της συγκεντρώσεως που εγκρίθηκε με την απόφαση της 28ης Μαΐου 2004.
Ο πέμπτος ισχυρισμός αντλείται από παραβίαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως της αποφάσεως, από παραβίαση της αρχής της διαφάνειας και προσβολή του δικαιώματος προσβάσεως σε έγγραφα των κοινοτικών οργάνων. Η προσφεύγουσα/ενάγουσα προσάπτει στην Επιτροπή ότι, παρά τις επανειλημμένες έγγραφες αιτήσεις της, της παρέσχε μόνο μία συνοπτική εξήγηση των λόγων της αποφάσεώς της, η οποία συνίστατο στην παράθεση συγκριτικών πινάκων των προσφορών.
Η προσφεύγουσα/ενάγουσα προσάπτει ακόμη παράβαση των κανόνων της προκηρύξεως, μη τήρηση της συγγραφής υποχρεώσεων και πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως όσον αφορά την ανάλυση και αξιολόγηση του τρίτου ποιοτικού κριτηρίου για την αξιολόγηση των προσφορών, όσον αφορά τη βασική εκπαίδευση εθελοντών από το προσωπικό σε καθήκοντα ασφαλείας και πυροσβέσεως. Ισχυρίζεται ότι διαθέτει αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι ο ανάδοχος που επέλεξε η Επιτροπή δεν διαθέτει όλους τους υπαλλήλους στους οποίους σκόπευε να αναθέσει την υλοποίηση του συγκεκριμένου έργου.
Με τον τελευταίο ισχυρισμό, η προσφεύγουσα/ενάγουσα προβάλλει παραβίαση της αρχής της διαφάνειας και του δικαιώματος προσβάσεως των πολιτών σε έγγραφα των κοινοτικών οργάνων, κατά το μέτρο που η Επιτροπή αρνήθηκε να της παράσχει στοιχεία σχετικά με τη σύνθεση των επιτροπών αξιολογήσεως και αναθέσεως.
Επιπλέον, η προσφεύγουσα/ενάγουσα, επικαλούμενη την αρχή της εξωσυμβατικής ευθύνης, ζητεί αποκατάσταση της βλάβης που υπέστη λόγω της παράνομης συμπεριφοράς της Επιτροπής κατά τη διαδικασία αναθέσεως του επίμαχου έργου.
(1) Οδηγία 2001/23/ΕΚ του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων
(2) Απόφαση της Επιτροπής της 28.05.2004, περί του συμβατού μιας συγκεντρώσεως με την κοινή αγορά (υπόθεση N IV / M.3396 - Group 4 Falck/Securicor (4064) βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) 4064/89 του Συμβουλίου).