|
3.9.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 217/27 |
Προσφυγή της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά της Ιταλικής Δημοκρατίας, ασκηθείσα στις 23 Ιουνίου 2005
(Υπόθεση C-263/05)
(2005/C 217/54)
Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική
Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Μ. Κωνσταντινίδη και L. Cimaglia, μέλη της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής, άσκησε στις 23 Ιουνίου 2005 ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων προσφυγή κατά της Ιταλικής Δημοκρατίας.
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
|
1) |
να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, έχοντας θεσπίσει και διατηρώντας σε ισχύ διάταξη (το άρθρο 14 του νομοθετικού διατάγματος 138 της 8ης Ιουλίου 2002, το οποίο μετετράπη στο νόμο 178 της 8ης Αυγούστου 2002), η οποία αποκλείει από το πεδίο εφαρμογής του νομοθετικού διατάγματος 22 του 1997, με το οποίο μεταφέρθηκε στην ιταλική έννομη τάξη η οδηγία 91/156/ΕΟΚ (1) του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1991, για την τροποποίηση της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ (2) περί των στερεών αποβλήτων, ουσίες ή αντικείμενα με προορισμό πράξεις διαθέσεως ή ανακτήσεως αποβλήτων που δεν απαριθμούνται ρητώς στα παραρτήματα B και C του νομοθετικού διατάγματος 22/97, καθώς και αγαθά, ουσίες ή υπολείμματα παραγωγής περί των οποίων ο κάτοχος αποφάσισε ή υπέχει την υποχρέωση να απορρίψει μολονότι μπορούν και είναι δεκτικά επαναχρησιμοποιήσεως σε παραγωγικό ή καταναλωτικό κύκλο, υπό την προϋπόθεση ότι δεν διενεργείται οποιαδήποτε προληπτική παρέμβαση επεξεργασίας και δεν προξενούν ζημία στο περιβάλλον, ή, ακόμη και αν λαμβάνει χώρα προληπτική παρέμβαση επεξεργασίας, οσάκις αυτή δεν αποτελεί πράξη ανακτήσεως μεταξύ των περιλαμβανομένων στο παράρτημα C του νομοθετικού διατάγματος 22/1997, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο α', της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ περί των στερεών αποβλήτων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156/ΕΟΚ, |
|
2) |
να καταδικάσει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα. |
Ισχυρισμοί και κύρια επιχειρήματα:
Η περιλαμβανόμενη στα σημεία a) και b) του άρθρου 14, παράγραφος 1, του νόμου 178/2002 αναφορά στις «δραστηριότητες διαθέσεως ή ανακτήσεως» και στις «πράξεις διαθέσεως και ανακτήσεως», αντίστοιχα, συνοδεύεται σε αμφότερες τις περιπτώσεις από τη διευκρίνιση «σύμφωνα με τα παραρτήματα B και C του νομοθετικού διατάγματος 22».
Η ανωτέρω διευκρίνιση, η οποία, αντιθέτως, δεν εμφαίνεται στο σημείο c) του ιδίου άρθρου, θα μπορούσε να σημαίνει ότι διακρίνει μεταξύ, αφενός, των εν γένει πράξεων διαθέσεως και ανακτήσεως και, αφετέρου, εκείνων που προβλέπονται ειδικώς στα παραρτήματα Β και C του νομοθετικού διατάγματος 22/97.
Υπό το φως της ανωτέρω διακρίσεως, προκύπτει σαφώς, από τη διάταξη του άρθρου 6, παράγραφος 1, σημείο a), του νομοθετικού διατάγματος 22/97 σε συνδυασμό με το άρθρο 14, σημεία a) και b), του νόμου 178/2002, ότι αποτέλεσμα της σχετικής διατάξεως είναι ότι διαγράφει τα όρια του περιεχομένου της εννοίας του αποβλήτου, στην οποία δεν θα μπορούσαν να περιλαμβάνονται όλα τα υλικά, οι ουσίες ή τα αγαθά που εμπίπτουν στις κατηγορίες του παραρτήματος A που ο κάτοχος προωθεί ή υποβάλλει, ή άλλως προτίθεται να κατευθύνει, προς οποιαδήποτε πράξη διαθέσεως ή ανακτήσεως, εξ' αυτών δε μόνον εκείνες σε σχέση με τις οποίες πραγματοποιούνται ή μελετώνται πράξεις διαθέσεως ή ανακτήσεως εμπίπτουσες μεταξύ εκείνων που απαριθμούνται ρητώς στα παραρτήματα B και C του νομοθετικού διατάγματος 22/97.
Στο οριζόμενο από τον ιταλό νομοθέτη σύστημα, στα πλαίσια του οποίου η έννοια του αποβλήτου εξαρτάται ρητώς από τις ανωτέρω προϋποθέσεις, εξακολουθούν, εν πάση περιπτώσει, να αποκλείονται από τον ενδεχόμενο χαρακτηρισμό τους ως αποβλήτων και ως εκ τούτου από τη δυνατότητα υπαγωγής τους στην κανονιστική ρύθμιση περί διαχειρίσεως των αποβλήτων όλα εκείνα τα υλικά, οι ουσίες ή τα αγαθά που αποτελούν αντικείμενο του παραρτήματος A που ο κάτοχος προωθεί, υποβάλλει, ή έχει την πρόθεση να κατευθύνει προς πράξεις διαθέσεως μη περιλαμβανόμενες στο παράρτημα B του νομοθετικού διατάγματος 22/97 ή πράξεις ανακτήσεως μη περιλαμβανόμενες στο παράρτημα αυτού C.
Η Επιτροπή φρονεί ότι ο περιορισμός αυτός συνιστά ανεπίτρεπτο περιορισμό της εννοίας του αποβλήτου και ως εκ τούτου του πεδίου εφαρμογής της ιταλικής κανονιστικής ρυθμίσεως περί της διαχειρίσεως των αποβλήτων. Συγκεκριμένα, η ερμηνεία υπέρ της οποίας κλίνει ο ιταλός νομοθέτης έχει ως συνέπεια περιορισμό της εφαρμογής των διατάξεων της οδηγίας μόνο στις προσδιοριζόμενες με την ιταλική κανονιστική ρύθμιση περιπτώσεις, αποκλείοντας άλλες μη προβλεπόμενες a priori που θα μπορούσαν, αντιθέτως, να αποτελέσουν αντικείμενο αυτής και σε σχέση με τις οποίες θα καθίστατο αναγκαία μία διασταλτική ερμηνεία της εννοίας του αποβλήτου, όπως η εισαχθείσα με τη σκέψη 36 της αποφάσεως Palin Granit. Η στάση αυτή εκ μέρους του ιταλού νομοθέτη έρχεται σε αντίθεση με τις διατάξεις της οδηγίας, από τις οποίες δεν υφίσταται δυνατότητα παρεκκλίσεως μέσω κανόνα εθνικού δικαίου.
(1) ΕΕ L 78 της 26/3/1991, σ. 32.
(2) ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 86.