4.12.2004   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 300/51


Προσφυγή του Benito Latino κατά της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία ασκήθηκε στις 4 Οκτωβρίου 2004

(Υπόθεση T-409/04)

(2004/C 300/99)

Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική

Ο Benito Latino, κάτοικος Lauzun (Γαλλία), εκπροσωπούμενος από τον Juan Ramòn Iturriagagoitia, δικηγόρο, άσκησε στις 4 Οκτωβρίου 2004 ενώπιον του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων προσφυγή κατά της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Ο προσφεύγων ζητεί από το Πρωτοδικείο:

να ακυρώσει την ιατρική γνωμάτευση της 6ης Μαΐου 2002, με ημερομηνία κοινοποιήσεως 11 Νοεμβρίου 2003, την οποίαν ο προσφεύγων παρέλαβε στις 15 Νοεμβρίου 2003,

να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής, της 11ης Νοεμβρίου 2003, την οποίαν παρέλαβε στις 15 Νοεμβρίου 2003, όσον αφορά τη αναγνώριση μόνιμης μερικής αναπηρίας του προσφεύγοντος σε ποσοστό 5 %, καθώς και όσον αφορά την επιβάρυνση του προσφεύγοντος με ορισμένες δαπάνες και αμοιβές των μελών της ιατρικής επιτροπής,

να υποχρεώσει την Επιτροπή στην καταβολή του συνόλου των δαπανών και αμοιβών της ιατρικής επιτροπής, και

να καταδικάσει την Επιτροπή στην καταβολή του συνόλου των εξόδων της διαδικασίας.

Λόγοι ακυρώσεως και κύρια επιχειρήματα

Ο προσφεύγων, πρώην υπάλληλος της Επιτροπής, ο οποίος εργάστηκε στο κτίριο Berlaymont στις Βρυξέλλες από το 1969 ως το 1991, ζήτησε το 1991 να αναγνωριστεί την επαγγελματική προέλευση της ασθένειάς του του αναπνευστικού, η οποία οφείλεται, κατά τους ισχυρισμούς του. στην έκθεσή του σε αμίαντο. Σε απάντηση της αιτήσεως αυτής, εκδόθηκε η πρώτη απόφαση της Επιτροπής, με την οποία αναγνωρίστηκε η επαγγελματική προέλευση της ασθένειάς του και ορίστηκε σε 5 % το ποσοστό αναπηρίας, ακυρώθηκε δε από το Πρωτοδικείο, στην υπόθεση T-300/97 (1), κατόπιν προσφυγής του νυν προσφεύγοντος.

Κατόπιν της ως άνω δικαστικής αποφάσεως, η Επιτροπή συγκάλεσε εκ νέου την ιατρική επιτροπή και, μετά τη νέα ιατρική γνωμάτευση που συνέταξε η τελευταία στις 6 Μαΐου 2002, εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Προς στήριξη της προσφυγής του, ο προσφεύγων ισχυρίζεται, πρώτον, ότι η γνωμάτευση της πλειοψηφίας της ιατρικής επιτροπής αντιβαίνει στο άρθρο 73 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως, καθόσον δεν ελήφθη υπόψη η γνώμη της μειοψηφίας. Επιπλέον, η γνωμάτευση αυτή δεν συνάδει προς τις προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία του Πρωτοδικείου και περιέχει εκτιμήσεις αντιφατικές και ακατανόητες.

Ο προσφεύγων επικαλείται επίσης παράβαση των άρθρων 3, 17 και 20 της κανονιστικής ρυθμίσεως περί ασφαλίσεως κατά των κινδύνων ατυχήματος και ασθενείας των υπαλλήλων, παράβαση της τρίτης παραγράφου του παραρτήματος της ρυθμίσεως αυτής και παράβαση των άρθρων 381-383 και 387 επ. επίσημης κλίμακας αναπηρίας που ισχύει στο Βέλγιο. Επικαλείται επίσης έλλειψη αντικειμενικότητας της ιατρικής επιτροπής, καθώς και εχθρότητα προς το πρόσωπό του εκ μέρους δύο εκ των μελών της. Κατά τον προσφεύγοντα, η νέα ιατρική επιτροπή έπρεπε να συγκληθεί κατά τρόπον ώστε να γίνονται σεβαστά τα δικαιώματά του άμυνας.


(1)  Ανακοίνωση στην ΕΕ C 41, 1998, σ. 23.