27.3.2004   

EL

Επίσηµη Εφηµερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

CE 78/246


(2004/C 78 E/0250)

ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΩΤΗΣΗ Ε-3273/03

υποβολή: Bart Staes (Verts/ALE) προς την Επιτροπή

(5 Νοεμβρίου 2003)

Θέμα:   Έκλυση ψυκτικών αερίων από (ολλανδικά) πλοία θαλάσσης

Στις 27 Αυγούστου 2003, το ολλανδικό Υπουργείο Οικισμού, Χωροταξίας και Περιβάλλοντος παρουσίασε μελέτη σχετικά με την διαρροή ψυκτικών αερίων από μικρά αλιευτικά σκάφη και μηχανότρατες ((http://www.vrom.nl/docs/milieu/koudemiddelen_het_schip_inJuni2003.pdf).Anò τα σκάφη αυτά διαρρέουν 10 φορές περισσότερα ψυκτικά αέρια από ότι συμβαίνει στις ψυκτικές εγκαταστάσεις στην ξηρά. Τα ψυκτικά αέρια καταστρέφουν το στρώμα του όζοντος και συντείνουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου.

Από την μελέτη φαίνεται ότι από τις ψυκτικές εγκαταστάσεις στις μηχανότρατες διαρρέει ετησίως κατά μέσον όρο το ήμισυ των ψυκτικών αερίων. Στα μικρά αλιευτικά σκάφη η διαρροή φθάνει μάλιστα στο 80%, δηλ. πολύ περισσότερο από το μέσο όρο ποσοστού διαρροής που ανέρχεται σε 4,4% στις ψυκτικές εγκαταστάσεις στην ξηρά. Σε σύγκριση με τις ψυκτικές εγκαταστάσεις στην ξηρά, η ναυσιπλοΐα συντείνει άνισα πολύ στην έκλυση ψυκτικών αερίων με ότι αυτό συνεπάγεται. Οι ψυκτικές εγκαταστάσεις σε πλοία περιλαμβάνουν μόνον το 5 % του συνολικού όγκου ψυκτικών αερίων στην Ολλανδία αλλά ευθύνονται για το 35% του συνόλου διαρροών.

Μπορεί να αναφέρει η Επιτροπή εάν το πρόβλημα αυτό περιορίζεται μόνον στον ολλανδικό στόλο ή εάν παρουσιάζεται επίσης και σε άλλα κράτη μέλη;

Φρονεί η Επιτροπή ότι έχουν ληφθεί επαρκή μέτρα στην ναυσιπλοΐα όσον αφορά στην έκλυση αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου και τα οποία συμπεριλαμβάνονται στο παράρτημα του Πρωτοκόλλου του Κιότο, ήτοι: διοξείδιο του άνθρακα (C02), μεθάνιο (CH4), υποξείδιο του αζώτου (Ν20), υδροχλωροφθοράνθρακες (HFC), υπερφθοράνθρακες (PFC) και εξαφθοριούχο θείο (SF6); Σε ποιό βαθμό καταδεικνύουν οι μετρήσεις του ολλανδικού Υπουργείου ότι έχει παραβιασθεί το άρθρο 17 «Διαρροές ελεγχομένων ουσιών»του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2037/2000;

Ποια μέτρα θα λάβει η Επιτροπή για να μειωθεί η έκλυση αερίων που καταστρέφουν το στρώμα του όζοντος και προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου, υπό τη μορφή ισοδυνάμου του διοξειδίου του άνθρακα (C02).στον τομέα της ναυσιπλοίας;

Απάντηση της κας Wallström Εξ ονόματος της Επιτροπής

(22 Δεκεμβρίου 2003)

Η Επιτροπή καλωσορίζει την μελέτη που αναλήφθηκε από τις Κάτω Χώρες σχετικά με τα ποσοστά διαρροής ψυκτικών υγρών αλιευτικά σκάφη, ιδίως εφόσον η μελέτη αυτή αποτελεί τη βάση για περαιτέρω ενέργειες με στόχο την πρόληψη των διαρροών ψυκτικών υλών. Βάσει του άρθρου 17 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2037/2000 του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29ης Ιουνίου 2000, σχετικά με τις ουσίες που καταστρέφουν τη στιβάδα του όζοντος (1), τα κράτη μέλη έχουν ευθύνη να λαμβάνουν «κάθε πρακτικώς δυνατό προληπτικό μέτρο για την αποτροπή και την ελαχιστοποίηση των διαρροών ελεγχομένων ουσιών. Ειδικότερα, ο σταθερός εξοπλισμός με φορτίο ψυκτικού ρευστού άνω των 3kg θα ελέγχεται ως προς τις διαρροές ετησίως.»

Η Επιτροπή δεν διαθέτει πληροφορίες στο στάδιο αυτό σχετικά με τα ποσοστά διαρροής εξοπλισμών ψύξης και κλιματισμού που είναι εγκατεστημένοι σε παρόμοια σκάφη τα οποία πλέουν υπό σημαία άλλων κρατών μελών. Δεν προβλέπονται επίπεδα σχετικά με συγκεκριμένα ποσοστά διαρροής ουσιών που καταστρέφουν τη στιβάδα του όζοντος από τέτοιου είδους εξοπλισμούς στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2037/2000, παρά το γεγονός ότι υπάρχουν διατάξεις στον κανονισμό που καθορίζουν τις ελάχιστες απαιτήσεις προσόντων του προσωπικού που χειρίζεται τον εν λόγω εξοπλισμό. Η Επιτροπή πιστεύει ότι η χρήση προσωπικού που διαθέτει κατάλληλα προσόντα για το χειρισμό εξοπλισμού ψύξης και κλιματισμού μπορεί να αποτελέσει σημαντικό στοιχείο στις προσπάθειες των κρατών μελών για την ελαχιστοποίηση των διαρροών ουσιών που καταστρέφουν τη στιβάδα του όζοντος. Επιπροσθέτως, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να αναφέρουν στην Επιτροπή τις πρωτοβουλίες που έχουν θέσει σε εφαρμογή για την ελαχιστοποίηση διαρροών ουσιών που καταστρέφουν τη στιβάδα του όζοντος. Με βάση επακριβείς πληροφορίες σχετικά με τα προγράμματα των κρατών μελών, μεταξύ των οποίων θα μπορούσαν να περιλαμβάνονται επίπεδα διαρροών ουσιών που καταστρέφουν τη στιβάδα του όζοντος από εξοπλισμούς ψύξης και κλιματισμού, η Επιτροπή θα είναι σε καλύτερη θέση προκειμένου να προωθήσει ευρωπαϊκά επίπεδα σχετικά με επίπεδα διαρροών των εξοπλισμών σύμφωνα με τις διατάξεις του 17 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2037/2000.

Βάσει του άρθρου 17 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2037/2000, η Επιτροπή λαμβάνει έναν αριθμό μέτρων για τη μείωση των εκπομπών ουσιών που καταστρέφουν τη στιβάδα του όζοντος από τα πλοία. Στον τομέα αυτό, ο αποτελεσματικότερος μηχανισμός είναι η σταδιακή απαγόρευση της χρήσης τέτοιου είδους ουσιών. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν μπορεί να εγκαθίσταται σε πλοία τέτοιου είδους εξοπλισμός κλιματισμού και ψύξης με τη χρήση χλωροφθουορανθράκων (CFCs), ενώ απαγορεύεται η πλήρωση του εξοπλισμού κλιματισμού και ψύξης με τη χρήση CFCs. Ως εκ τούτου, ο υφιστάμενος εξοπλισμός που παρουσιάζει διαρροές με τη χρήση CFCs θα πρέπει να αντικατασταθεί όταν παύει να λειτουργεί λόγω έλλειψης ψυκτικής ύλης. Επιπροσθέτως, στην κοινοτική ναυτιλία, ενώ μπορεί να συνεχίσει να επισκευάζεται ο εξοπλισμός κλιματισμού και ψύξης με τη χρήση αγνών χλωροφθουορανθράκων (HCFCs), οι οποίοι αποτελούν προσωρινή αντικατάσταση των CFCs, μέχρι το 2010, απαγορεύεται η εγκατάσταση νέου εξοπλισμού με τη χρήση HCFCs. Ίσως σημαντικότερο είναι να απαγορευθεί σταδιακά η χρήση αλλογονωμένων υδρογονανθράκων στον πυροσβευτικό εξοπλισμό των πλοίων λόγω της υψηλής δυναμικότητας καταστροφής του όζοντος που διαθέτουν. Τα πυροσβευτικά συστήματα που περιέχουν αλλογονωμένους υδρογονάνθρακες πρέπει να παύσουν να χρησιμοποιούνται πριν την 31η Δεκεμβρίου 2003 και οι αλλογονωμένοι υδρογονάνθρακες να ανακτηθούν σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού.

Γενικότερα, όσον αφορά την μείωση των εκπομπών ρύπων με δράση θερμοκηπίου από πλοία οι οποίοι αναφέρονται στο πρωτόκολλο του Κιότο, η Επιτροπή πιστεύει ότι πολλά απομένουν να γίνουν. Μια πρόσφατη μελέτη υπολογισμού της ποσότητας εκπομπών των πλοίων εκ μέρους της Επιτροπής εκτίμησε ότι τα πλοία στις κοινοτικές θάλασσες εξέπεμψαν 157 τόνους διοξειδίου του άνθρακος το έτος 2000 — περισσότερο από τις εκπομπές ξηράς σε εννέα κράτη μέλη. Το πρωτόκολλο του Κιότο δεν ασχολείται άμεσα με τις εκπομπές ρύπων από τα πλοία, αλλά το άρθρο 2.2 καλεί τα συμβαλλόμενα μέρη να επιδιώξουν τον περιορισμό ή τη μείωση των ρύπων με δράση θερμοκηπίου από τα καύσιμα των πλοίων που υπάγονται στο Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό (IMO).

Ως εκ τούτου, η IMO ανέλαβε την ευθύνη σχετικά με το θέμα αυτό και η επιτροπή του που είναι για την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος κατάρτισε ένα σχέδιο ψηφίσματος σχετικά με την στρατηγική που αφορά τους ρύπους με δράση θερμοκηπίου στα πλαίσια του IMO, η οποία θα εξεταστεί κατά την 23η συνεδρίαση του IMO το Δεκέμβριο του 2003. Το Συμβούλιο Υπουργών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενθάρρυνε τον IMO να υιοθετήσει μια συγκεκριμένη και φιλόδοξη στρατηγική σχετικά με τους ρύπους με δράση θερμοκηπίου και η Επιτροπή καθώς και ένας αριθμός κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων των Κάτω Χωρών, συμμετέχουν ενεργά στις συζητήσεις του ψηφίσματος IMO με στόχο ώστε η στρατηγική που θα προκύψει να είναι πράγματι συγκεκριμένη και φιλόδοξη.

Όσον αφορά τα μέτρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την μείωση των ρύπων με δράση θερμοκηπίου από τα πλοία, το έκτο πρόγραμμα δράσης για το περιβάλλον καλεί την Επιτροπή να εντοπίσει και να αναλάβει συγκεκριμένες δράσεις για τη μείωση των εκπομπών ρύπων με δράση θερμοκηπίου από τα πλοία εφόσον στην περίπτωση που δεν συμφωνηθούν τέτοιου είδους μέτρα στο πλαίσιο του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού μέχρι το 2003. Η δέσμευση αυτή περιλαμβάνεται στην πλέον πρόσφατη ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με μία στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη μείωση της εκπομπής ρύπων στην ατμόσφαιρα από τα πλοία (2), η οποία προτείνει ένα κοινοτικό στόχο για τη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακος από κάθε πλοίο και με την οποία η Επιτροπή αναλαμβάνει να εξετάσει κοινοτικά μέτρα για τη μείωση της εκπομπής ρύπων με δράση θερμοκηπίου από τα πλοία στην περίπτωση που δεν συμφωνηθούν συγκεκριμένα μέτρα στο πλαίσιο του IMO το 2003.


(1)  ΕΕ L 244 της 29.9.2000.

(2)  COM(2002)595 τελικό, τόμος Ι.