ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΩΤΗΣΗ E-3795/02 υποβολή: Robert Goebbels (PSE) προς την Επιτροπή. Στατιστικές σχετικά με τη φτώχεια στον κόσμο.
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. 242 E της 09/10/2003 σ. 0072 - 0074
ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΩΤΗΣΗ E-3795/02 υποβολή: Robert Goebbels (PSE) προς την Επιτροπή (7 Ιανουαρίου 2003) Θέμα: Στατιστικές σχετικά με τη φτώχεια στον κόσμο Στις δημοσιεύσεις της που αφορούν την παγκοσμιοποίηση, την αειφόρο ανάπτυξη και την αναπτυξιακή βοήθεια, η Επιτροπή χρησιμοποιεί συχνά στατιστικές σχετικά με τη φτώχεια που καταδεικνύουν ότι 1,2 εκατομμύρια άνθρωποι είναιποχρεωμένοι να ζήσουν με λιγότερο από ένα δολλάριο την ημέρα, ενώ 1,6 εκατομμύρια άνθρωποι πρέπει να ζήσουν με λιγότερο από 2 δολλάρια την ημέρα. Ποια αξιοπιστία έχουν αυτού του είδους οι στατιστικές (τις περισσότερες φορές στατιστικές της Παγκόσμιας Τράπεζας)· Μπορούν ναπολογίζουν το μέσο εισόδημα στις χώρες όπου οι συναλλαγές διέπονται από το σύστημα ανταλλαγής και όπου οι παραγωγικές ή καταναλωτικές δραστηριότητες γίνονται στο πλαίσιο της παραοικονομίας· Ποια είναι η πραγματική αξία αυτών των δηλώσεων· Μπορείτε να καταλήξετε σε πιο αξιόπιστα στοιχεία σχετικά με τη φτώχεια στον κόσμο· Απάντηση του κ. Nielson εξ ονόματος της Επιτροπής (28 Φεβρουαρίου 2003) Ο κ. βουλευτής θέτει σειρά σημαντικών θεμάτων σχετικά με τους ιδανικούς τρόπους μέτρησης και ορισμού της φτώχειας, που είναι ένα πολυδιάστατο φαινόμενο στο οποίο περιλαμβάνονται οικονομικές, κοινωνικές και πολιτιστικές πτυχές. Η έρευνα και η εμπειρική εργασία σε θέματα φτώχειας έχει αναπτυχθεί ριζικά τα τελευταία χρόνια παράλληλα με το μεγαλύτερο εστιασμό από τους φορείς χάραξης πολιτικής στο θέμα αυτό. Αυτό αντανακλάται στο γεγονός ότι για τις περισσότερες διμερείς και πολυμερείςπηρεσίες χορηγίας, συμπεριλαμβανομένης της Κοινότητας, η μείωση της φτώχειας αποτελεί σήμερα τον δηλωμένο συνολικό στόχο για την αναπτυξιακή βοήθεια. Υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις στη μέτρηση της φτώχειας, καθεμιά από τις οποίες δίνει έμφαση σε μια από τις διαστάσεις της φτώχειας, καθώς η φτώχεια αναγνωρίζεται ως πολυδιάστατη, συνδεόμενη με το εισόδημα, την απασχόληση, τηνγεία, την εκπαίδευση, τη στέγαση, κλπ. Εάν διατηρήσουμε το οικονομικό κριτήριο, πρέπει ωστόσο να γίνουν ορισμένες επιλογές για να καθοριστεί το όριο, δηλαδή, ποιο εισόδημα ή κατανάλωση θα συγκριθεί για να αξιολογηθεί το εάν ένα άτομο πρέπει να θεωρείται φτωχό ή όχι. Οι δύο πιο συχνά χρησιμοποιούμενες μέθοδοι για τον καθορισμό του οικονομικού ορίου είναι η σχετική και η απόλυτη: - Το σχετικό όριο εκφράζεται με την αναλογία του μέσου όρου ή του διαμέσου(1) της διανομής του εισοδήματος. Το ποσοστό φτώχειας ορίζεται τότε ως το μερίδιο του πληθυσμού το εισόδημα/η κατανάλωση του οποίου είναι χαμηλότερη από X% του μέσου/διαμέσου εισοδήματος της κοινωνίας στην οποία ζει το εν λόγω άτομο. Η μέθοδος αυτή χρησιμοποιείται συχνά στις βιομηχανικές χώρες. Για τα κράτη μέλη, το 60 % του διαμέσου εισοδήματος έχει επιλεγεί ως το κύριο κριτήριο για τονπολογισμό του ποσοστού φτώχειας (που χρησιμοποιείται στα εθνικά σχέδια δράσης και στα περισσότερα έγγραφα της Επιτροπής (εαρινή έκθεση, κοινή έκθεση για την κοινωνική ενσωμάτωση, κλπ.)). - Το απόλυτο όριο βασίζεται σε ένα χρηματικό ποσό(2) που θεωρείται ως ελάχιστο, αλλά που δεν συνδέεται άμεσα στο γενικό επίπεδο της κοινωνίας στην οποία ζει το άτομο. Ένα από τα γνωστότερα όρια απόλυτης φτώχειας είναι αυτό των δύο δολαρίων ημερησίως που χρησιμοποιείται από την Παγκόσμια Τράπεζα. Μπορεί επίσης να γίνει χρήση ενόςποκειμενικού, διοικητικού ορίου ή ενός ορίου που αφορά την κατανάλωση μερίδας τροφίμων. Μόλις καθοριστεί ο ορισμός, έχει μεγάλη σημασία το θέμα της πηγής των στοιχείων για τονπολογισμό του ποσοστού της φτώχειας. Τα στοιχεία που αφορούν την κατανάλωση, τη δαπάνη, το εισόδημα, προέρχονται συνήθως από έρευνες για τα νοικοκυριά. Οι έρευνες αυτές εφαρμόζονται γενικά από την εθνική στατιστικήπηρεσία σε κάθε χώρα, ορισμένες φορές με τηνποστήριξη χορηγών. Μολονότι η Επιτροπή ελπίζει ότι οι έρευνες αυτές είναι στατιστικά αντιπροσωπευτικές και άρτιες, πρέπει να έχουμεπόψη μας ότι, όπως τόνισε ο κ. βουλευτής, οι συναλλαγές σε είδος, οι ανταλλαγές και οι συναλλαγές στην παραοικονομία δεν μεταφέρονται απόλυτα στα στοιχεία περί εισοδήματος ή δαπάνης για τις περισσότερες χώρες (λόγω της δυσκολίας στη συγκέντρωση των πληροφοριών αυτών). Μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθούν μη-οικονομικά μέτρα για τη φτώχεια. Αυτά περιλαμβάνουν την ανθρώπινη ανάπτυξη και τους κοινωνικούς δείκτες, που βασίζονται τυπικά στηνγεία (π.χ. θνησιμότητα, διατροφή) και εκπαίδευση (π.χ. εγγραφή) στοιχεία που προκύπτουν από στατιστικά αντιπροσωπευτικές έρευνες για τα νοικοκυριά σε εθνικό επίπεδο. Το πλεονέκτημα από τους δείκτες αυτούς είναι ότι προσφέρουν άμεση μέτρηση της ευμάρειας, που διερευνάται έτσι πιο εύκολα. Τα μειονεκτήματα οφείλονται στο ότι, μολονότι οι μεταβλητές αυτές επηρεάζονται και από τις ισχύουσεςπηρεσίες και πολιτικές σε μια χώρα, καθορίζονται σε μεγάλο βαθμό από μακροπρόθεσμους παράγοντες (π.χ. τηνγεία των παιδιών, που μετράται μέσω της διατροφής και της θνησιμότητας και επηρεάζεται σε σημαντικό βαθμό από τη μακροπρόθεσμη κατάσταση τηςγείας της μητέρας). Αυτό καθιστά δύσκολη τη χρήση των πορισμάτων αυτών ως βάση για μια βραχυπρόθεσμη πολιτική ανάλυση και για αποφάσεις. Ορισμένες φορές χρησιμοποιούνται ποιοτικές μελέτες (με βάση το εκάστοτε πλαίσιο). Αυτές βασίζονται συχνά σε τεχνικές συμμετοχής, που περιλαμβάνουν εμπειρίες, αντιλήψεις, ζητήματα ευμάρειας, κοινωνικών συνθηκών, πολιτικών θεμάτων, κλπ. Οι μελέτες αυτές, που χρησιμοποιούνται συχνά από μη κυβερνητικές οργανώσεις, προσφέρουν πλούσια, λεπτομερή και με βάση το εκάστοτε πλαίσιο, πορίσματα. Αυτά ωστόσο είναι δύσκολο να εφαρμοστούν, να συνοψισθούν σε δείκτες και δεν είναι πάντοτες αντιπροσωπευτικά του συνόλου του πληθυσμού. Πολλές προσπάθειες έχουν καταβληθεί ώστε να δημιουργηθούν γέφυρες μεταξύ αυτών των διαφορετικών προσεγγίσεων και να καταλήξουμε σε μια συνδυασμένη μέθοδο αξιολόγησης της φτώχειας. Ωστόσο, αυτό έχει θέσει μεθοδολογικά προβλήματα για τα οποία δενπάρχει ακόμη κοινά αποδεκτή λύση. Εντωμεταξύ, η Επιτροπή στην αναπτυξιακή της πολιτική θα εξακολουθήσει να ευνοεί την ταυτόχρονη χρήση των αποτελεσμάτων από αυτές τις συμπληρωματικές μεθόδους όπου αυτό είναι δυνατόν και ανάλογα με τη διαθεσιμότητα αξιόπιστων στοιχείων. Σε διεθνές επίπεδο η χρήση αυτών των συμπληρωματικών μεθόδων αντανακλάται στη συμφωνία για τη χρήση ενός συνόλου πέντε δεικτών για την πρόοδο εν όψει του 1ου Αναπτυξιακού Στόχου της Χιλιετίας (εξάλειψη της φτώχειας), που είναι: αναλογία του πληθυσμού που ζει με κάτω από US$1 ημερησίως· αναλογία χάσματος φτώχειας· μερίδιο του φτωχότερου μέρους του πληθυσμού σε επίπεδο εθνικής κατανάλωσης· επίπτωση τωνποσιτιζόμενων παιδιών (ηλικίας κάτω των πέντε ετών) και αναλογία του πληθυσμού με κατανάλωση διαιτητικής ενέργειας κάτω του ελάχιστου επιπέδου. Παρά τα προαναφερόμενα μειονεκτήματα και όπως ορθά σημείωσε ο κ. βουλευτής, η μέτρηση της φτώχειας με οικονομικά κριτήρια αποτελεί σημαντικό στοιχείο κάθε συζήτησης για τις συνέπειες των οικονομικών πολιτικών και μεταρρυθμίσεων για τους φτωχούς καθώς παρέχουν ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο για τους φορείς χάραξης πολιτικής, τόσο στις αναπτυσσόμενες χώρες όσο και στους χορηγούς. Επιπλέον, οι πληροφορίες που προσφέρονται μέσω της μεθόδου αυτής είναι πιο εύκολα συγκρίσιμες από χώρα σε χώρα. Αυτό εξηγεί, συνεπώς, το γιατί τα μέτρα αυτά ευνοούνται στην προσπάθειαπολογισμού της φτώχειας σε συνολική βάση. (1) Ένα ουσιώδες πλεονέκτημα του διαμέσου είναι ότι δεν επηρεάζεται από ακραίες τιμές, δηλ. από εξαιρετικά χαμηλά ήψηλά εισοδήματα. (2) Το ποσό αυτό μπορεί να καθοριστεί βάσει μιας δέσμης αγαθών καιπηρεσιών που θεωρούνται ως ελάχιστες.