92001E3514

ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΩΤΗΣΗ E-3514/01 υποβολή: Christel Fiebiger (GUE/NGL) προς την Επιτροπή. Προβλήματα στην εναρμόνιση της έγκρισης φυτοφαρμάκων αποκλειστικά για ενδεδειγμένες χρήσεις (ιδίως στις οπωροκηπευτικές καλλιέργειες) εντός της ΕΕ.

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. 147 E της 20/06/2002 σ. 0194 - 0196


ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΩΤΗΣΗ E-3514/01

υποβολή: Christel Fiebiger (GUE/NGL) προς την Επιτροπή

(8 Ιανουαρίου 2002)

Θέμα: Προβλήματα στην εναρμόνιση της έγκρισης φυτοφαρμάκων αποκλειστικά για ενδεδειγμένες χρήσεις (ιδίως στις οπωροκηπευτικές καλλιέργειες) εντός της ΕΕ

Στη Γερμανία έχει τεθεί σε ισχύ από την 1η Ιουλίου 2001 στον τομέα της φυτοπροστασίας η έγκριση αποκλειστικά για ενδεδειγμένες χρήσεις. Σύμφωνα με αυτήν επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται φυτοφάρμακα μόνο στις καλλιέργειες για τις οποίες έχει συσταθεί με σαφήνεια κάτι τέτοιο. Τούτο προκαλεί σημαντικά προβλήματα, ιδίως στις οπωροκηπευτικές καλλιέργειες, διότι στο θέμα των ενδείξεωνπάρχει μία σειρά από κενά,

τα οποία μέχρι στιγμής δε στάθηκε δυνατό να καλυφθούν. Τελικά αυτό αποδεικνύει ότι η μεταβατική περίοδοςπήρξεπερβολικά σύντομη· θα έπρεπε να είχε παραταθεί. Καθώς όμως τούτο δε συνέβη, επικρατεί τώρα η ακόλουθη κατάσταση: η Γερμανία εφαρμόζει μία ρύθμιση με τηνποχρέωση περί ενδεδειγμένων χρήσεων, η οποία από την άποψη μεν της προστασίας του περιβάλλοντος και του καταναλωτή είναι αξιέπαινη, προκαλεί όμως οικονομικά προβλήματα στους παραγωγούς, ενθαρρύνει ενδεχομένως ακόμη και παράνομες πρακτικές και μπορεί να οδηγήσει σε τυχόν μη ηθελημένη μετατόπιση της παραγωγής. Επειδή δεν έχουν μεταφέρει ή εφαρμόσει ακόμη όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ στο εσωτερικό τους δίκαιο την έγκριση αυτή, καταλήγουν στη Γερμανία, στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς, προϊόντα που καλλιεργήθηκαν στις χώρες παραγωγής με τη βοήθεια απαγορευμένων στη Γερμανία φυτοφαρμάκων.

1. Συμμερίζεται η Επιτροπή την άποψή μου ότι οι διαφορετικές σε κάθε κράτος μέλος ημερομηνίες έναρξης εφαρμογής της έγκρισης φυτοφαρμάκων αποκλειστικά για ενδεδειγμένες χρήσεις αποτελεί στρέβλωση του ανταγωνισμού (στην προκειμένη περίπτωση σε βάρος των Γερμανών παραγωγών)·

2. Θα είχε η Επιτροπή νομικές αντιρρήσεις, αν διέκοπτε η Γερμανία την εφαρμογή της εν λόγω έγκρισης, που ξεκίνησε την 1η Ιουλίου 2001, για περιπτώσεις με κενά ως προς τις ενδείξεις τα οποία δεν πρόκειται να καλυφθούν σύντομα, και όριζε διά νόμου νέες, περιορισμένες χρονικά, μεταβατικές περιόδους· Αν ναι, ποιες·

3. Πώς προτίθεται να μεριμνήσει στο μέλλον η Επιτροπή, ώστε η επιδιωκόμενη εναρμόνιση των νομικών πλαισίων να μην οδηγήσει σε αντιφάσεις μεταξύ των κρατών μελών, όπως στην εν λόγω περίπτωση, επιβαρύνοντας έτσι τόσο την εσωτερική αγορά όσο και την απαιτούμενη εφαρμογή των σχεδίων εναρμονίσεως σε επίπεδο ΕΕ·

Απάντηση του κ. Byrne εξ ονόματος της Επιτροπής

(6 Φεβρουαρίου 2002)

1. Σύμφωνα με το άρθρο 4 (1) της οδηγίας του Συμβουλίου 91/414/ΕΟΚ της 15ης Ιουλίου 1991 σχετικά με τη διάθεση στην αγορά φυτοπροστατευτικών προϊόντων(1), τα κράτη μέληποχρεούνται να εφαρμόζουν τις ενιαίες αρχές αξιολόγησης και έγκρισης των φυτοπροστατευτικών προϊόντων (όπως προβλέπεται στο παράρτημα VI της οδηγίας) μόνο για εκείνες τις ουσίες οι οποίες περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι. Παρ' όλα αυτάπάρχουν κράτη μέλη τα οποία εφαρμόζουν ήδη τα ίδια κριτήρια πλέον σε εθελοντική βάση για άλλες ουσίες, καθόσον αυτάπόκεινται σε εκτιμήσεις στα πλαίσια εθνικών προγραμμάτων επιθεώρησης. Αυτό συμβαίνει όχι μόνο στη Γερμανία, αλλά επίσης και σε ορισμένες σκανδιναβικές χώρες και στην Πορτογαλία. Γι' αυτόν και για άλλους λόγους οι οποίοι περιγράφονται στο σημείο 3 παρακάτω, η Επιτροπή δεν συμμερίζεται τη γνώμη αξιότιμου ευρωβουλευτή ότι αυτή η διαφορά οδηγεί σε σημαντική στρέβλωση του ανταγωνισμού στη γεωργία προς ζημία των γερμανών γεωργών.

2. Ο κανονισμός της Επιτροπής (ΕΚ) αριθ. 451/2000 της 28ης Φεβρουαρίου 2000 για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής της δεύτερης και της τρίτης φάσης του προγράμματος εργασίας που αναφέρεται στο άρθρο 8(2) της οδηγίας του Συμβουλίου 91/414/ΕΟΚ(2) αναγνωρίζει ότι εφόσον είναι απαραίτητο μπορεί να είναι σκόπιμο να επανεξετάζονται ορισμένες ουσιώδεις χρήσεις για τις οποίες δενπάρχει εναλλακτική για την αποτελεσματική προστασία των φυτών ή των προϊόντων φυτών. Η Επιτροπή θεωρεί αυτή τη διάταξη, και πιθανόν επίσης τη χρήση της απόκλισης που προβλέπεται στο άρθρο 8(4) της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ, όσον αφορά την αντιμετώπιση επειγόντων προβλημάτων των φυτών ως μέτρο πλέον κατάλληλο από την πρόταση του αξιότιμου ευρωβουλευτή.

3. Η Επιτροπή δεν διαθέτει προς το παρόν μέσα για τον ακριβή ποσοτικό προσδιορισμό του αποτελέσματος μιας εσπευσμένης εφαρμογής των ενιαίων αρχών στην κοινή αγορά. Είναι, εντούτοις, μάλλον απίθανο να είναι σημαντικός αυτός ο αντίκτυπος, για δύο λόγους:

- πρώτον, ήδη από τώρα, όλα τα κράτη μέλη επιτρέπουν τα προϊόντα φυτοπροστασίας σύμφωνα με τα εθνικά συστήματά τους με σκοπό την ελαχιστοποίηση του κινδύνου. Παρ' όλο που οι σημερινοί κανόνες και τα κριτήρια ενδέχεται να ποικίλλουν ελαφρά στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το παράρτημα VI δεν ισχύει ακόμη, είναι απίθανο να καταλήξουν οι αρχές κατά τις εκτιμήσεις τους σε αποτελέσματα εντελώς ασυμβίβαστα·

- δεύτερον, επίσης στο μέλλον, δεν θα εγκριθούν όλες οι ουσίες που περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι σε όλα τα κράτη μέλη. Ενδέχεται, για παράδειγμα, ορισμένες ενεργοί ουσίες να αποτελούν κίνδυνο για ταπόγεια ύδατα στις Κάτω Χώρες, όμως να μπορούν να χρησιμοποιηθούν χωρίς κίνδυνο σε ορισμένες καλλιέργειες στην Ισπανία. Μια συμπλήρωση του ευρωπαϊκού προγράμματος επιθεώρησης, επομένως, δεν θα καταλήξει σε εξ ολοκλήρου όμοιο κατάλογο ουσιών που μπορούν να χρησιμοποιούνται σε όλα τα κράτη μέλη και στο μέλλον θαπάρχουν επίσης ορισμένες ουσίες οι οποίες θα είναι διαθέσιμες στους γεωργούς σε ορισμένες χώρες και σε άλλες όχι.

Η Επιτροπή αναμένει ότι η απόσυρση από την αγορά σημαντικού αριθμού ενεργών ουσιών τον Ιούνιο 2003 θα συμβάλει σημαντικά στην ισοπέδωση του πεδίου δράσης. Αυτή η πτυχή εξετάσθηκε επίσης στην έκθεση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο του Ιουνίου 2001(3).

(1) ΕΕ L 230 της 19.8.1991.

(2) ΕΕ L 55 της 29.2.2000.

(3) COM(2001)444 τελικό.