ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΩΤΗΣΗ P-1815/01 υποβολή: Pietro-Paolo Mennea (ELDR) προς την Επιτροπή. Τιμές των CD στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. 350 E της 11/12/2001 σ. 0231 - 0232
ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΩΤΗΣΗ P-1815/01 υποβολή: Pietro-Paolo Mennea (ELDR) προς την Επιτροπή (14 Ιουνίου 2001) Θέμα: Τιμές των CD στην Ευρωπαϊκή Ένωση Ο τομέας της παραγωγής μουσικών CD αποτελεί σημαντική οικονομική πηγή για τις εταιρείες παραγωγής της ΕΕ, η δε πώληση των προϊόντων αυτών πρέπει να είναι προσιτή στους νέους που είναι και οι κύριοι χρήστες. Από ό,τι μαθαίνουμε από τον Τύπο, ορισμένες δισκογραφικές εταιρείες, φαίνεται ότιιοθέτησαν μια αντιανταγωνιστική πολιτική τιμών και ορισμένοι μεγάλοι του τομέαποχρέωσαν τους πωλητές να διατηρούν τις τιμές των CD πάνω από ένα ορισμένο επίπεδο, επιβαρύνοντας τους καταναλωτές με το πρόσθετο κόστος, πέραν των κρατήσεων και των φόρων. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω ερωτάται η Επιτροπή: - εάν κρίνει σκόπιμο να ξεκινήσει επίσημη έρευνα για την εξακρίβωση ενδεχομένων αντιανταγωνιστικών συμπεριφορών· - εάν μπορεί να επαληθεύσει εάν ενεργοποιήθηκαν στα διάφορα κράτη μέλη οι κανόνες αντιτράστ ώστε να εξακριβωθεί εάν οι μεγάλες εταιρείες δημιούργησαν κάποιο είδος καρτέλ για τις τιμές· - ποια μέτρα προτίθεται να λάβει για να εγγυηθεί την ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και επομένως του ελεύθερου ανταγωνισμού, όσον αφορά την πώληση των εν λόγω προϊόντων. Απάντηση του κ. Monti εξ ονόματος της Επιτροπής (10 Ιουλίου 2001) Η Επιτροπή αναγνωρίζει την πολιτιστική και οικονομική σημασία του τομέα της μουσικής, συγχρόνως όμως θεωρεί ότι θα πρέπει να επαγρυπνεί για τον εντοπισμό ενδεχόμενων περιορισμών του ανταγωνισμού που θα ήταν επιζήμιοι για τους καταναλωτές. Το 2000, οι αντιανταγωνιστικές επιπτώσεις της σχεδιαζόμενης συγχώνευσης της ΕΜΙ και της Time Warner, και ιδίως η μείωση του αριθμού των μεγάλων δισκογραφικών εταιριών από πέντε σε τέσσερις, προκάλεσαν ιδιαίτερη ανησυχία στην Επιτροπή. Η συγχώνευση εγκαταλείφθηκε πριν από την περάτωση της διαδικασίας. Λίγους μήνες πριν, ηπηρεσία της Επιτροπής που είναι αρμόδια για τον έλεγχο των περιοριστικών πρακτικών, ανέλαβε τη διεξαγωγή έρευνας λόγω τωνπονοιών για την ύπαρξη κάθετης συμφωνίας μεταξύ των πέντε μεγάλων δισκογραφικών εταιριών που αποσκοπούσε στη διατήρηση των τιμών λιανικής πώλησης. Η έρευνα αυτή δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί, αλλά η Επιτροπή διαπίστωσε περιορισμένα μόνο στοιχεία όσον αφορά τις επίμαχες δραστηριότητες, όπως η προσθήκη μιας ρήτρας για τις ελάχιστες διαφημιζόμενες τιμές σε ορισμένες συμβάσεις για την παροχή διαφημιστικών πόρων. Οι δραστηριότητες αυτές εγκαταλείφθηκαν αμέσως μόλις η Επιτροπή άρχισε την έρευνά της. Η έρευνα αυτή δεν εξέτασε την πιθανότητα οριζόντιων δραστηριοτήτων καθορισμού τιμών εκ μέρους των δισκογραφικών εταιριών δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν είχε οποιαδήποτε αξιόπιστα στοιχεία που θα μπορούσαν ναποδηλώσουν ότι αναλαμβάνονται τέτοιου είδους δραστηριότητες ή ότι θα ήταν σκόπιμο να διερευνηθεί περαιτέρω το θέμα αυτό. Ανεξάρτητα από τα ανωτέρω, η Επιτροπή γνωρίζει ότι πραγματοποιείται μια έρευνα από το Office of Fair Trading (OFT) τη βρετανική αρχή που είναι αρμόδια σε θέματα ανταγωνισμού επειδήπάρχουνπόνοιες ότι οι μεγάλες δισκογραφικές εταιρίες λαμβάνουν μέτρα για τον περιορισμό των παράλληλων εισαγωγών μουσικών CD στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το αποτέλεσμα των περιορισμών αυτών θα ήταν η διατήρηση τεχνητάψηλών τιμών για τα μουσικά CD στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η Επιτροπή και το OFT έχουν τακτικές επαφές σχετικά με το θέμα αυτό. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η ανάληψη ενεργητικών μέτρων για την παρακολούθηση του τομέα της μουσικής είναι απαραίτητη λαμβάνονταςπόψη τον ιδιαίτερα συγκεντρωτικό χαρακτήρα της αγοράς μουσικής, και τα οφέλη που θα μπορούσαν να αποκομίσουν από τον ανταγωνισμό οι καταναλωτές. Η Επιτροπή θα πραγματοποιήσει περαιτέρω έρευνες εάν προκύψουν στοιχεία για ενδεχόμενη παραβίαση της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού.