ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΩΤΗΣΗ E-2963/00 υποβολή: Daniela Raschhofer (NI) προς την Επιτροπή. Διάρκεια των τραπεζικών εμβασμάτων.
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. 136 E της 08/05/2001 σ. 0142 - 0143
ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΩΤΗΣΗ E-2963/00 υποβολή: Daniela Raschhofer (NI) προς την Επιτροπή (20 Σεπτεμβρίου 2000) Θέμα: Διάρκεια των τραπεζικών εμβασμάτων Μολονότι από την καθιέρωση του ευρώ τα εθνικά νομίσματα αποτελούν απλώς υπομονάδες του κοινοτικού νομίσματος, τα τραπεζικά εμβάσματα διαρκούν, τόσο σε εθνικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο ΕΕ αρκετές ημέρες. Είναι άξιο απορίας, γιατί, την εποχή της ηλεκτρονικής επανάστασης, οι πελάτες των τραπεζών είναι αναγκασμένοι να περιμένουν τόσες ημέρες την πίστωση των εμβασμάτων στους λογαριασμούς τους, ενώ ταυτόχρονα, οι τράπεζες αποκομίζουν σημαντικά κέρδη από τόκους και αποταμιεύσεις. Στο πλαίσιο των απαντήσεών της στις ερωτήσεις Ε-0109/99 της 29ης Μαρτίου 1999(1) και P-3864/98 της 28ης Ιανουαρίου 1999(2), η Επιτροπήπογράμμισε ότι είναι αναγκαίο να επιτευχθεί βελτίωση στον τομέα αυτό. Στο μεταξύ, οι εθνικές τράπεζες των κρατών μελών χρησιμοποιούν το σύστημα διαβίβασης κεφαλαίων σε πραγματικό χρόνο. Θα μπορούσε η Επιτροπή να απαντήσει, - εάν, στο μεταξύ, έχουν ληφθεί συγκεκριμένα μέτρα βελτίωσης και πότε πρόκειται ναλοποιηθούν" - πότε το σύστημα διαβίβασης κεφαλαίων σε πραγματικό χρόνο θα εφαρμοστεί και για τους πελάτες των εμπορικών τραπεζών" - πόσα χρήματα χάνουν οι καταναλωτές ως αποτέλεσμα της διαφυγής τόκων" - σε ποιο ύψος ανέρχονται τα κέρδη των τραπεζών από τους τόκους που, ενδεχομένως, εισπράττουν" - εάν, στην περίπτωση της εν λόγω πρακτικής, πρόκειται για κάποιας μορφής καρτέλ (συμφωνία μεταξύ των τραπεζών) - εάν, στο πλαίσιο των διαφόρων σχεδίων, όπως της πρωτοβουλίας e-europe, καταβάλλονται προσπάθειες για την εξεύρεση κάποιας αποτελεσματικής και οικονομικής λύσης για τους πελάτες. (1) ΕΕ C 348 της 3.12.1999, σελ. 22. (2) ΕΕ C 182 της 28.6.1999, σελ. 130. Απάντηση του κυρίου Bolkestein εξ ονόματος της Επιτροπής (26 Οκτωβρίου 2000) Η Επιτροπή έχει εξηγήσει επανειλημμένως ότι η θέσπιση του ευρώ δεν θα προκαλέσει την αυτόματη μείωση ούτε του κόστους ούτε της προθεσμίας διεκπεραίωσης των διασυνοριακών εμβασμάτων κυρίως γιατί δενπάρχουν οι απαραίτητεςποδομές. Στην ανακοίνωσή της στις 31 Ιανουαρίου 2000 σχετικά με τις λιανικές πληρωμές στην εσωτερική αγορά(1) η Επιτροπή παροτρύνει τις τράπεζες να βελτιώσουν τους μηχανισμούς διεκπεραίωσης διασυνοριακών εμβασμάτων μικρών ποσών. Πολλές πρωτοβουλίες βρίσκονταιπό εξέλιξη όπως η καθιέρωση του IBAN (International Bank Acount Number) ή του IPI (International Payment Instruction) ή η δημιουργία συστήματος πληρωμής για εμβάσματα μικρών ποσών (STEP 1). Η Επιτροπή εργάζεται πυρετωδώς για την βελτίωση της κατάστασης πριν από την 1η Ιανουαρίου 2002. Η οδηγία 97/5/ΕΚ σχετικά με τα διασυνοριακά εμβάσματα(2) προβλέπει ότι η ανώτατη προθεσμία για την εκτέλεση της μεταφοράς είναι οι 6 ημέρες. Μια μελέτη της Επιτροπής η οποία δημοσιεύτηκε τον Απρίλιο του 2002 σχετικά με εμβάσματα 100 έδειξε ότι μέση προθεσμία ήταν οι 3,4 ημέρες άλλα και ότι παραπάνω από το 4 % των συναλλαγών ξεπέρασαν τις 6 ημέρες. Αυτή η μη συμμόρφωση με την οδηγία προβληματίζει την Επιτροπή η οποία ζήτησε εξηγήσεις από τα κράτη μέλη. Οιπόλοιπες ερωτήσεις ξεκινούν από την προϋπόθεση ότι οι συναλλαγές γίνονται σε πραγματικό χρόνο. Όσον αφορά τις διασυνοριακές συναλλαγές κάτι τέτοιο είναι δυνατό σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις όμως δεν είναι ο γενικός κανόνας. Υπολογίζεται ότι σήμερα ακόμα το 90 % των συναλλαγών προϋποθέτουν σε κάποιο στάδιο την παρέμβαση του ανθρώπου. Όλες οι τρέχουσες διαδικασίες έχουν ως στόχο την αυτοματοποίηση αυτών των συναλλαγών. Το αξιότιμο μέλος του Κοινοβουλίου αναφέρεται τέλος στις τοκοφόρους ημερομηνίες. Η Επιτροπή θεωρεί ότι αυτοί οι διακανονισμοί αποτελούν στοιχείο ανταγωνισμού και κατά συνέπεια ο πελάτης θα πρέπει να έχει ενημερωθεί σχετικά. Η Επιτροπή δεν έχει στην διάθεσή της πληροφορίες σχετικά με τα κέρδη ή τις ζημίες σχετικά με τους τόκους που προκύπτουν από αυτό το μηχανισμό. Εάν προέκυπτε ότι τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν συμφωνήσει να εφαρμόζουν τις ίδιες τοκοφόρους ημερομηνίες ενδέχεται ναπάρχει παράβαση των κοινοτικών κανόνων περί ανταγωνισμού. (1) COM(2000)36 τελικό. (2) ΕΕ L 43 της 14.2.1997.