91999E0082

ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΩΤΗΣΗ αρ θ. 82/99 του Anita POLLACK προς την Επ τροπή. Οδηγία Οργανωμένων ταξιδίων

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 207 της 21/07/1999 σ. 0156


ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΩΤΗΣΗ E-0082/99

υποβολή: Anita Pollack (PSE) προς την Επιτροπή

(27 Ιανουαρίου 1999)

Θέμα: Οδηγία Οργανωμένων ταξιδίων

Θα ήθελε άραγε η Επιτροπή να υποστηρίξει την εφαρμογή αυστηρότερων εγγυήσεων για την προστασία των καταναλωτών σε περίπτωση κατάρρευσης των τουριστικών πρακτόρων οργανωμένων ταξιδίων με την υποβολή προτάσεων για την τροποποίηση της Οδηγίας για τα Οργανωμένα ταξίδια, προκειμένου να δοθούν στους καταναλωτές περισσότερες πληροφορίες για τη διασφάλιση των προκαταβολών, για τη δυνατότητα μεταφοράς των κρατήσεων σε περίπτωση που υπάρχουν προβλήματα για τις διακοπές τους και την παροχή εγγυήσεων για την επιστροφή σε περίπτωση πτώχευσης του πρακτορείου;

Κοινή απάντηση

του κ. Bonino εξ ονόματος της Επιτροπής

στις γραπτές ερωτήσεις E-4002/98 και E-0082/99

(15 Φεβρουαρίου 1999)

Η διατύπωση του άρθρου 7 της οδηγίας 90/314/ΕΟΚ, που υποχρεώνει τους οργανωτές και τους πωλητές οργανωμένων ταξιδιών και διακοπών να "αποδεικνύουν ότι διαθέτουν επαρκείς εγγυήσεις κατάλληλες να εξασφαλίσουν, σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή πτώχευσης, την επιστροφή των καταβληθέντων και τον επαναπατρισμό του καταναλωτή" αφήνει πλατύ περιθώριο ερμηνείας.

Εφαρμόζοντας αυτή τη διάταξη τα κράτη μέλη ακολούθησαν πολύ διαφορετικές προσεγγίσεις. Η Επιτροπή παρακολουθεί από κοντά την εφαρμογή σε όλα τα κράτη μέλη. Προς το παρόν διαδικασίες λόγω παράβασης εκκρεμούν κατά της Ιταλίας, όπου το αποθεματικό που προβλέπεται για τους ταξιδιώτες βάσει του νόμου 111/95 δεν έχει ακόμη συσταθεί και κατά της Ελλάδας όπου οι εταιρείες θαλάσσιας μεταφοράς επιβατών εξαιρούνται πλήρως από την υποχρέωση να παρέχουν εγγυήσεις σε περίπτωση πτώχευσης ή αφερεγγυότητάς τους.

Ωστόσο πρέπει να σημειωθεί ότι η Επιτροπή μπορεί να ξεκινήσει διαδικασίες λόγω παράβασης μόνο σε περιπτώσεις όπου οι ελλείψεις όσον αφορά τη μεταφορά και την εφαρμογή του άρθρου 7 της οδηγίας είναι προφανείς, δηλαδή όπου δεν υπάρχει εφαρμογή καθόλου (όπως στην Ιταλία) ή όπου οι εγγυήσεις που πρέπει να παρέχονται από τους οργανωτές και τους πωλητές είναι σαφώς ανεπαρκείς. Είναι πολύ δύσκολο να προβληθεί το επιχείρημα ότι ένα ασφαλιστικό σύστημα είναι ανεπαρκές, εάν δεν διαπιστώνονται ελλείψεις στην πράξη.

Πράγματι η Επιτροπή δεν έχει λάβει καταγγελίες από καταναλωτές ή σωματεία καταναλωτών είτε στο ΗΒ είτε σε οποιοδήποτε κράτος μέλος, που να αφορούν την ανεπάρκεια εθνικών μέτρων για την εφαρμογή του άρθρου 7. Από αυτό φαίνεται ότι δεν έχουν εμφανιστεί σοβαρά προβλήματα στην πράξη.

Παρ' όλα αυτά η Επιτροπή παρακολουθεί από κοντά το θέμα. Οι πρόσφατες εξελίξεις ιδίως οι αποφάσεις του Δικαστηρίου στις υποθέσεις Dillenkofer (C-178/94), VKI κατά Φsterreichische Kreditversicherung (C-364/96) και Ambry (C-410/96) μας κάνουν να πιστεύουμε ότι τα μέτρα που έχουν επιλέξει τα κράτη μέλη για την εφαρμογή του άρθρου 7 δεν συμβαδίζουν με την ερμηνεία που δίνει το Δικαστήριο στη διάταξη αυτή. Η Επιτροπή θα καλέσει τα κράτη μέλη να συζητήσουν το θέμα στις αρχές του 1999 και εάν είναι αναγκαίο θα λάβει περαιτέρω μέτρα.

Όσον αφορά το άρθρο 4 (4) της οδηγίας 90/314/ΕΟΚ περί της αναθεώρησης των δημοσιευμένων τιμών, η Επιτροπή καλεί την κυρία βουλευτή να διευκρινίσει τους λόγους που την οδήγησαν να πιστεύει ότι αυτή η διάταξη δεν εφαρμόζεται σωστά στο ΗΒ.