ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΩΤΗΣΗ αρ θ. 3029/98 του Miguel ARIAS CANETE προς την Επ τροπή. Eμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία αντικειμένων από πολύτιμα μέταλλα
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 135 της 14/05/1999 σ. 0153
ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΩΤΗΣΗ E-3029/98 υποβολή: Miguel Arias Cañete (PPE) προς την Επιτροπή (8 Οκτωβρίου 1998) Θέμα: Εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία αντικειμένων από πολύτιμα μέταλλα Επειδή δεν υπάρχει ειδική κοινοτική οδηγία για να εναρμονίζεται η κατασκευή και εμπορία αντικειμένων από πολύτιμα μέταλλα, ορισμένα κράτη μέλη της ΕΕ βασίζονται στις εσωτερικές νομικές ρυθμίσεις τους για να παρακωλύουν και εμποδίζουν την εμπορία αντικειμένων από άλλα κράτη μέλη, ακόμη και όταν οι έλεγχοι που πραγματοποιούν είναι οι ίδιοι ή ανάλογοι με αυτούς που πραγματοποιούνται στο κράτος προέλευσης του αντικειμένου. Το κύριο πρόβλημα έγκειται στις διαφορετικές μεθόδους που χρησιμοποιούν τα κράτη μέλη για να εγκρίνουν τα προϊόντα; συγκεκριμένα, στην Ισπανία, υπάρχουν 52 εξουσιοδοτημένα από την δημόσια διοίκηση εργαστήρια, αρμόδια για τον έλεγχο και την σήμανση του εμπορεύματος. Ωστόσο, οι εξαγωγείς είναι υποχρεωμένοι να σφραγίζουν το εμπόρευμα αυτό στο κράτος προορισμού (κυρίως Πορτογαλία, Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία, Ολλανδία και Ιρλανδία), διότι εάν το κάνουν στην Ισπανία, όχι μόνον είναι υποχρεωμένοι να τηρήσουν τις ισπανικές προδιαγραφές εργαστηρίου, αλλά και τις προδιαγραφές εργαστηρίου της χώρας προορισμού όπου δεν γίνεται δεκτό το ισπανικό σήμα ποιότητας, πράγμα που συνεπάγεται, εκτός από το επιπλέον κόστος, την παράλυση και καθυστέρηση των εμπορικών συναλλαγών. Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, μπορεί η Εππιτροπή να μας πληροφορήσει εάν προτίθεται να λάβει κάποια μέτρα προκειμένου να καλύψει το νομοθετικό αυτό κενό το οποίο έχει ως αποτέλεσμα να παρεμπόδιζεται καταφανώς η ελεύθερη κυκλοφορίας εμπορευμάτων και να παραβιάζεται η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης; Απάντηση του κ. Monti εξ ονόματος της Επιτροπής (18 Νοεμβρίου 1998) Γενικά, πρέπει να επισημανθεί ότι η Επιτροπή είχε ήδη την ευκαιρία, στο πλαίσιο μιας οριζόντιας έρευνας, να εξετάσει τη νομοθεσία όλων των κρατών μελών στον τομέα των πολύτιμων μετάλλων. Έπειτα από την εξέταση αυτή, το σύνολο των κρατών μελών προχώρησαν στην τροποποίηση της ισχύουσας νομοθεσίας τους (για τρία κράτη μέλη οι τροποποιήσεις δεν έχουν ακόμη ολοκληρωθεί), προκειμένου να τηρήσουν την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων έτσι, όπως απορρέει από τα άρθρα 30 έως 36 της συνθήκης ΕΚ και όπως διευκρινίστηκε από το δικαστήριο στη σχετική νομολογία (βλ. κυρίως, στον τομέα των άρθρων που αναφέρονται σε πολύτιμα μέταλλα, τις αποφάσεις "Robinson" της 22 Οκτωβρίου 1982 στην υπόθεση 220/81 και "Houtwipper" της 15ης Σεπτεμβρίου 1994 στην υπόθεση C-293/93). Η τήρηση της εν λόγω αρχής σημαίνει, κανονικά, την αποδοχή των τίτλων που φέρουν τα τεχνουργήματα τα οποία νόμιμα κατασκευάζονται ή διατίθενται στο εμπόριο εντός άλλων κρατών μελών, καθώς επίσης και της σφραγίδας υπευθυνότητας και εγγύησης η οποία παρέχει πληροφορίες ισότιμες με αυτές που επιβάλλει η νομοθεσία του κράτους μέλους για την αγορά του οποίου προορίζεται το προϊόν. Ωστόσο, στην πράξη, πρέπει να επισημανθεί ότι εξακολουθούν να υπάρχουν προβλήματα σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εν λόγω αντικειμένων. Τα προβλήματα αυτά οφείλονται κυρίως σε περιοριστική εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης και ιδιαίτερα της έννοιας της ισοτιμίας. Πράγματι, ορισμένα κράτη μέλη τα οποία εφαρμόζουν ένα υποχρεωτικό και επίσημο σύστημα σήμανσης, κράτη δηλαδή όπου η σήμανση πραγματοποιείται από έναν ή περισσότερους ανεξάρτητους οργανισμούς επισήμως αναγνωρισμένους, φαίνεται ότι αρνούνται, παρά την εισαγωγή όρων αμοιβαίας αναγνώρισης σύμφωνα με αίτηση της Επιτροπής, να αναγνωρίσουν την ισοτιμία μεταξύ σφραγίδων που έχουν τεθεί από έναν επίσημο οργανισμό και άλλων που τέθηκαν από οργανισμό που εξαρτάται μεν από τον κατασκευαστή επιτηρείται δε στενά από τις εθνικές αρχές στο πλαίσιο ενός συστήματος εγγύησης ποιότητας. Υπό αυτές τις συνθήκες, η Επιτροπή συνέχισε το διάλογο με το σύνολο των εν λόγω κρατών.