91998E2650

ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΩΤΗΣΗ αρ θ. 2650/98 του Friedhelm FRISCHENSCHLAGER προς την Επ τροπή. Αθέμιτες επιδοτήσεις για ρεύμα πυρηνικών σταθμών

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 135 της 14/05/1999 σ. 0085


ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΩΤΗΣΗ E-2650/98

υποβολή: Friedhelm Frischenschlager (ELDR) προς την Επιτροπή

(1 Σεπτεμβρίου 1998)

Θέμα: Αθέμιτες επιδοτήσεις για ρεύμα πυρηνικών σταθμών

Η ελευθέρωση της ευρωπαϊκής αγοράς ρεύματος προχωρεί και θα οδηγήσει κατά τα προσεχή χρόνια σε εμφανείς μειώσεις της τιμής του ρεύματος λόγω του αυξημένου ανταγωνισμού προς όφελος των πολιτών. Η διαδικασία που έχει τεθεί σε κίνηση από την Επιτροπή της ΕΕ πρέπει ωστόσο κατά τα προσεχή χρόνια να υποβληθεί σε συνεχή έλεγχο προκειμένου να μην σημειωθούν στρεβλώσεις στην αγορά λόγω επιδοτήσεων εν ευρεία εννοία, οι οποίες θα μπορούσαν να οδηγήσουν, από οικονομικής και οικολογικής πλευράς σε ανεπιθύμητες μακροχρόνιες επιπτώσεις. Εν προκειμένω τίθεται, ιδίως όσον αφορά την ειρηνική χρήση της πυρηνικής ενέργειας, το ερώτημα, κατά πόσο δεν χορηγούνται στον τομέα αυτό μείζονες επιδοτήσεις, οι οποίες δημιουργούν μεγάλα προβλήματα στην αγορά σε άλλες μορφές παραγωγής ενέργειας, ιδίως στην παραγωγή μέσω ανανεώσιμων πηγών ενέργειας;

Φρονεί, άραγε, η Επιτροπή ότι τα πυρηνικά εργοστάσια ή/και οι φορείς τους λαμβάνουν ασυμβίβαστες με την κοινοτική νομοθεσία επιδοτήσεις εν ευρεία εννοία π.χ. μέσω ανεπαρκών ρυθμίσεων και διατάξεων ευθύνης, μέσω ερευνητικών κονδυλίων ασχέτων προς το αντικείμενο της έρευνας, κρατικών εγγυήσεων κ.λπ.;

Εάν όχι, μπορεί η Επιτροπή να επιβεβαιώσει ότι ο υπολογισμός δαπανών των φορέων πυρηνικών σταθμών μεριμνεί δεόντως για:

- ενδεχόμενες ζημίες και καταστροφές σε περίπτωση ατυχήματος (Super-GAU);

- την οριστική εναπόθεση ραδιενεργού υλικού ή την πλήρη επανεπεξεργασία του;

- την ασφαλή παύση λειτουργίας και συντήρηση για το διάστημα εκείνο κατά το οποίο ο πυρηνικός σταθμός που έχει παύσει να λειτουργεί συνιστά κίνδυνο για την υγεία και το περιβάλλον ή/και τον φιλικό για το περιβάλλον παροπλισμό μετά την πάροδο της σχετικά σύντομης διάρκειας λειτουργίας.

Εάν όχι, πώς εξηγεί στην περίπτωση αυτή η Επιτροπή τη διαμόρφωση της τιμής για το ρεύμα πυρηνικών εργοστασίων; Θα μπορούσε η Επιτροπή να αποδεχθεί ένα τέτοιο ελλειπή υπολογισμό δαπανών και τη συνακόλουθη διαμόρφωση των τιμών και για άλλους, ιδίως ιδιωτικούς, παραγωγούς ενέργειας;

Πώς αξιολογεί η Επιτροπή τις προοπτικές επιτυχίας μιας προσφυγής ενός παραδοσιακού παραγωγού ενέργειας κατά ενός φορέα πυρηνικού σταθμού με βάση τους κανόνες του ανταγωνισμού;

Απάντηση του κ. Van Miert εξ ονόματος της Επιτροπής

(1 Οκτωβρίου 1998)

Με εξαίρεση μία εξεταζόμενη καταγγελία, η Επιτροπή δεν έχει στη διάθεσή της αποδεικτικά στοιχεία όσον αφορά τη χορήγηση επιδοτήσεων σε πυρηνικούς σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής που είναι ασυμβίβαστες με το κοινοτικό δίκαιο.

Οι κανονισμοί σχετικά με την υποχρέωση δημιουργίας αποθεμάτων για πυρηνικές ζημίες, τη διάθεση στοιχείων καυσίμου και την οριστική θέση εκτός λειτουργίας πυρηνικών σταθμών εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των κρατών μελών. Εν μέρει, οι εν λόγω κανονισμοί βασίζονται σε διεθνείς συμβάσεις με στόχο τη δημιουργία γενικού πλαισίου ασφάλειας για τους πυρηνικούς κινδύνους.

Βάσει του άρθρου 24 της οδηγίας 96/92/ΕΚ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1996, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας(1), τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να κοινοποιούν στην Επιτροπή δεσμεύσεις ή εγγυήσεις λειτουργίας που ανέλαβαν πριν τεθεί σε εφαρμογή η οδηγία και τις οποίες ενδέχεται να μην τηρήσουν λόγω των διατάξεων της συγκεκριμένης οδηγίας, προκειμένου να εφαρμόσουν το μεταβατικό καθεστώς που αναφέρεται στο εν λόγω άρθρο. Η Επιτροπή πρόκειται να εξετάσει τις εν λόγω κοινοποιήσεις. Η Επιτροπή θα εξετάσει διεξοδικά κάθε συγκεκριμένη πληροφορία που - σε αυτό ή άλλο πλαίσιο - θα τεθεί στη διάθεσή της σχετικά με χορηγούμενα πλεονεκτήματα όσον αφορά τις δαπάνες τα οποία δεν εναρμονίζονται με τους κοινοτικούς κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις.

Η Επιτροπή υποχρεούται να εξετάζει καταγγελίες εκ μέρους επιχειρήσεων ή ατόμων όσον αφορά παραβάσεις των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού. Οι προοπτικές επιτυχίας εξαρτώνται από την επιμέρους περίπτωση και δεν μπορούν να εκτιμηθούν εκ των προτέρων.

(1) ΕΕ L 27 της 30.1.1997.