ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΩΤΗΣΗ αρ θ. 2123/98 του Klaus LUKAS προς την Επ τροπή. Πρόγραμμα δράσης για την προώθηση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαiκής οικονομίας
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 118 της 29/04/1999 σ. 0031
ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΩΤΗΣΗ E-2123/98 υποβολή: Klaus Lukas (NI) προς την Επιτροπή (10 Ιουλίου 1998) Θέμα: Πρόγραμμα δράσης για την προώθηση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαïκής οικονομίας Κατά την διάρκεια επίσκεψης που πραγματοποίησε στην Βιέννη αντιπροσωπεία της Επιτροπής Οικονομικής, Νομισματικής και Βιομηχανικής Πολιτικής, ο Αυστριακός Υπουργός Οικονομικών Δρ. Johannes Farnleitner δήλωσε ότι, στο πλαίσιο της Αυστριακής Προεδρίας του Συμβουλίου, προτίθεται να εφαρμόσει πρόγραμμα δράσης για την προώθηση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας. Δεδομένου ότι ο Υπουργός δεν ήταν διατεθειμένος ή δεν ήταν εις θέση να ανακοινώσει περισσότερες λεπτομέρειες για το εν λόγω πρόγραμμα, παρακαλείται η Επιτροπή να απαντήσει στα ακόλουθα ερωτήματα: Έχει ασχοληθεί η Επιτροπή με αυτό το "πρόγραμμα δράσης για την προώθηση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας"; Εάν ναι, ποιές ενέργειες έχουν προγραμματισθεί, από ποιόν πρόκειται να εκτελεσθούν και πώς; Πόσες πιστώσεις θα διατεθούν για το εν λόγω πρόγραμμα και στο πλαίσιο ποιού κονδυλίου του προϋπολογισμού; Εάν όχι, πώς εκτιμά η Επιτροπή την πρόθεση του Αυστριακού Υπουργού Οικονομικών να εφαρμόσει "πρόγραμμα δράσης για την προώθηση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας"; Απάντηση του κ. Bangemann εξ ονόματος της Επιτροπής (16 Σεπτεμβρίου 1998) Στη συνέχεια των συμπερασμάτων του Συμβουλίου Βιομηχανία της 24ης Απριλίου 1997 σχετικά με τον ρόλο του Συμβουλίου Βιομηχανία(1), το Συμβούλιο της 13ης Νοεμβρίου 1997 ενέκρινε "Μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα εργασίας για την οργάνωση συνεχούς διαλόγου σχετικά με την ανταγωνιστικότητα(2)", στο οποίο θα εμπλακούν οι προεδρίες του Λουξεμβούργου, της Μεγάλης Βρεταννίας και της Αυστρίας. Το πρόγραμμα αυτό υπεβλήθη από την λουξεμβουργιανή προεδρία στο Συμβούλιο Βιομηχανία υπό μορφήν σημειώματος της προεδρίας. Το εν λόγω πρόγραμμα εργασίας αποβλέπει κατά κύριο λόγο στο να δοθεί η δυνατότητα στο Συμβούλιο Βιομηχανία να οργανώσει ετήσια ανταλλαγή απόψεων για την ανταγωνιστικότητα, να καθιερώσει έναν αμεσότερο διάλογο με τη βιομηχανία, να ενισχύσει τις πρωτοβουλίες και πολιτικές που επηρεάζουν την ανταγωνιστικότητα. Από τα Συμβούλια Βιομηχανία της 13ης Νοεμβρίου 1997 και 7ης Μαΐου 1998, υπό τις διαδοχικές προεδρίες του Λουξεμβούργου και της Βρεταννίας, η ανταγωνιστικότητα περιλαμβάνεται, εφεξής, στα πρώτα θέματα της ημερήσιας διάταξης του Συμβουλίου Βιομηχανία, και η ίδια η βιομηχανία συμμετέχει ενεργά στην προπαρασκευή των συζητήσεων. Οι υπουργοί υιοθέτησαν, με την ευκαιρία αυτή, την πρακτική του να αναλύουν την κατάσταση όσον αφορά την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας. Υπό την αυστριακή προεδρία, η συζήτηση αυτή θα τροφοδοτηθεί από την " Έκθεση του 1998 για την ανταγωνιστικότητα", που καταρτίσθηκε από ομάδα ερευνητικών ιδρυμάτων για λογαριασμό της Επιτροπής. Η εν λόγω έκθεση αναμένεται να επιτρέψει στο Συμβούλιο να προσδιορίσει τους βασικούς παράγοντες που επηρεάζουν την ανταγωνιστικότητα και να καθορίσει τις αναληπτέες, σε επίπεδο Κοινότητας πρωτοβουλίες. Τα αποτελέσματα των πρότυπων προγραμμάτων θέσπισης της συγκριτικής αξιολόγησης (benchmarking), που δρομολογήθηκαν στη συνέχεια των συμπερασμάτων του Συμβουλίου Βιομηχανία της 24ης Απριλίου 1997, θα παρουσιασθούν (από τα επιφορτισμένα με τον συντονισμό κράτη μέλη) στο προσεχές Συμβούλιο Βιομηχανία του Νοεμβρίου και θα δώσουν την ευκαιρία να εξεταστούν λεπτομερέστερα ορισμένοι από τους εν λόγω βασικούς παράγοντες. Όταν ολοκληρωθεί η φάση της δοκιμαστικής εφαρμογής, η Επιτροπή θα δρομολογήσει συζητήσεις για την εξέταση της σκοπιμότητας της υποβολής προτάσεων για τη συνέχιση των συγκριτικών αξιολογήσεων κατά τη διάρκεια του έτους 1999. Δεδομένων των προθέσεων της αυστριακής προεδρίας για την ενημέρωση του "Μεσοπρόθεσμου προγράμματος εργασίας για την οργάνωση συνεχούς διαλόγου σχετικά με την ανταγωνιστικότητα", η Επιτροπή δεν θα παραλείψει να κοινοποιήσει όλες τις χρήσιμες πληροφορίες όσον αφορά την συνέχιση του ήδη δρομολογηθέντος προγράμματος, καθώς και όσον αφορά την εφαρμογή των μελετώμενων μέτρων. (1) Έγγραφο του Συμβουλίου αριθ. 7257/97 ECO 87. (2) Έγγραφο 11637/97 ECO.