ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΩΤΗΣΗ αρ θ. 1095/98 του Brigitte LANGENHAGEN προς την Επ τροπή. Κατάργηση έως τις 30 Ιουνίου 1999 των αδασμολογήτων/ αφορολογήτων πωλήσεων(Duty-Free/Tax-Free)στα ενδοκοινοτικά ταξίδια
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 013 της 18/01/1999 σ. 0019
ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΩΤΗΣΗ P-1095/98 υποβολή: Brigitte Langenhagen (PPE) προς την Επιτροπή (30 Μαρτίου 1998) Θέμα: Κατάργηση έως τις 30 Ιουνίου 1999 των αδασμολογήτων/αφορολογήτων πωλήσεων (Duty-Free/Tax-Free) στα ενδοκοινοτικά ταξίδια Με την κατάργηση έως τις 30 Ιουνίου 1999 των αδασμολογήτων/αφορολογήτων πωλήσεων στα ενδοκοινοτικά ταξίδια αναμένονται, ιδίως στις παράκτιες περιοχές, σημαντικές απώλειες θέσεων εργασίας με όλα τα συνακόλουθα κοινωνικοοικονομικά διαρθρωτικά προβλήματα. Ως εκ τούτου ερωτώ την Επιτροπή: 1. Είχαν ήδη το 1981 προσφύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έμποροι λιανικής πωλήσεως στην ξηρά κατά των "καραβιών φθηνού βουτύρου"; 2. Έχει, ήδη το 1984, αποφανθεί το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ότι οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης για αλκοολούχα ποτά και προϊόντα καπνού καθώς και το διάταγμα για τον φόρο προστιθέμενης αξίας δεν συμβιβάζονται με τα ενδοκοινοτικά ταξίδια; Αναγράφεται αυτό επίσης έτσι στη Συνθήκη του Μάαστριχτ ή στην αρχική Συνθήκη ΕΟΚ; 3. Διαθέτει η Επιτροπή στον τομέα αυτό αποκλειστικό δικαίωμα πρωτοβουλίας; 4. Μπορεί το Συμβούλιο να καλέσει την Επιτροπή - με απόφαση λαμβανόμενη με απλή πλειοψηφία - να υποβάλει προτάσεις (άρθρο 152 Συνθήκης ΕΚ); 5. Μπορεί κατ' αρχήν το Συμβούλιο να αποκλίνει - ομόφωνα - από τη γνώμη της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 189 Α της Συνθήκης ΕΚ; 6. Μπορεί το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να καλέσει - με πλειοψηφία - την Επιτροπή να υποβάλει προτάσεις (σύμφωνα με το άρθρο 138 Β παρ. 2 της Συνθήκης ΕΚ); 7. Αποφασίζει η Επιτροπή σχετικά με το περιεχόμενο της πρότασής της; 8. Μπορούν οι παρεκκλίσεις με τρίτες χώρες να εξακολουθήσουν να ισχύουν και μετά τις 30 Ιουνίου 1999; 9. Ποιά είναι τα εναλλακτικά μέτρα που προτίθεται να λάβει η Επιτροπή για τους πληττομένους; Απάντηση του κ. Monti εξ ονόματος της Επιτροπής (2 Ιουνίου 1998) 1. Η Επιτροπή επιβεβαιώνει στο Αξιότιμο Μέλος του Κοινοβουλίου ότι προσέφυγαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δύο συναλλασσόμενοι, εκ των οποίων ο ένας ήταν χονδρέμπορος και ο άλλος λιανέμπορος (απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1981, υπόθεση Rewe 1). 2. Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων διευκρίνισε, με την απόφασή του της 14ης Φεβρουαρίου 1984 (υπόθεση Rewe 2), στο πλαίσιο της εφαρμογής των ατελειών για ενδοκοινοτικά ταξίδια, ότι ένας ταξιδιώτης δεν μπορεί να επωφεληθεί από τις ατέλειες αυτές αν δεν έχει την πραγματική δυνατότητα να πραγματοποιήσει αγορές σε ένα άλλο κράτος μέλος. Η απόφαση αυτή αναφερόταν στην εφαρμογή της οδηγίας 69/169/ΕΟΚ(1), η οποία δεν ισχύει πλέον για τα ενδοκοινοτικά ταξίδια μετά την εγκαθίδρυση της ενιαίας αγοράς. Δεν είχε επιπτώσεις στις γενικές αρχές σε θέματα ΦΠΑ και ειδικών φόρων κατανάλωσης. 3. Ναι. Γενικά, με βάση το άρθρο 155, τρίτη περίπτωση της συνθήκης ΕΚ και σε ό,τι αφορά την έμμεση φορολογία, σε εφαρμογή του άρθρου 99 της συνθήκης. 4. Όπως αναφέρει το Αξιότιμο Μέλος του Κοινοβουλίου, το Συμβούλιο μπορεί, βάσει του άρθρου 152 της συνθήκης "να ζητήσει από την Επιτροπή να διεξαγάγει τις κατά την άποψή του πρόσφορες έρευνες για την πραγματοποίηση των κοινών σκοπών και να του υποβάλει τις κατάλληλες προτάσεις". 5. Βάσει του άρθρου 189Α της συνθήκης, το Συμβούλιο δεν μπορεί να τροποποιεί πρόταση της Επιτροπής παρά ομόφωνα, με την επιφύλαξη του άρθρου 189Β, παράγραφοι 4 και 5 (σύσταση της επιτροπής συνδιαλλαγής). 6. Η Επιτροπή επιβεβαιώνει στο Αξιότιμο Μέλος του Κοινοβουλίου ότι βάσει του άρθρου 138Β, 2η παράγραφος, το Κοινοβούλιο μπορεί, με την πλειοψηφία των μελών του, να ζητά από την Επιτροπή να υποβάλλει κατάλληλες προτάσεις για θέματα για τα οποία χρειάζεται κατά τη γνώμη του να εκπονηθούν κοινοτικές πράξεις. 7. Η Επιτροπή είναι απόλυτα υπεύθυνη για το περιεχόμενο των προτάσεών της, όπως αναφέρεται στο άρθρο 157, παράγραφος 2 της συνθήκης. 8. Ναι, αφού η απαλλαγή αυτή αντισταθμίζεται από την αρχή της φορολόγησης κατά την εισαγωγή. 9. Οι ενδιαφερόμενοι συναλλασσόμενοι επωφελήθηκαν από μία μεταβατική περίοδο μεγαλύτερη των επτά ετών με την οποία τους επετράπη να προετοιμαστούν για την κατάσταση φορολόγησης που θα εφαρμοστεί μετά τις 30 Ιουνίου 1999. Εναπόκειται στα κράτη μέλη να εντοπίσουν τις ιδιαίτερες δυσκολίες οι οποίες, παρά αυτήν την μακρά περίοδο προσαρμογής, είναι πιθανό να εμφανιστούν και να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα. Έτσι ίσως χρειαστούν μελέτες και εκτιμήσεις, σε τοπικό ή περιφερειακό επίπεδο. Αν, μετά τις εργασίες αυτές, τα κράτη μέλη επιθυμούν κοινοτική στήριξη, στο πλαίσιο της ισχύουσας διαδικασίας (ενισχύσεις για συγκεκριμένες θαλάσσιες συνδέσεις, διαρθρωτικά ταμεία κλπ.), θα ληφθούν αποφάσεις, μετά την εξέταση των σχετικών αιτημάτων από την Επιτροπή, βάσει της αρχής της συνεργασίας. (1) ΕΕ L 133, 4.6.1969.