Προσωρινό κείμενο
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έκτο τμήμα)
της 12ης Φεβρουαρίου 2026 (*)
« Προσφυγή κατά παραλείψεως – Αίτηση έκδοσης διαταγής – Αίτηση λήψης προσωρινών μέτρων – Μη εκπροσώπηση του προσφεύγοντος – Έλλειψη τακτοποίησης – Προδήλως απαράδεκτο »
Στην υπόθεση T-404/25,
Miguel Ángel Navarro Fernández, κάτοικος Μαδρίτης (Ισπανία), ο οποίος εκπροσώπησε τον εαυτό του,
προσφεύγων,
κατά
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,
καθού,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. Škvařilová-Pelzl (εισηγήτρια), πρόεδρο, I. Nõmm και R. Pezzuto, δικαστές,
γραμματέας: V. Di Bucci
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
1 Με την υπό κρίση προσφυγή που άσκησε δυνάμει των άρθρων 265, 278 και 279 ΣΛΕΕ, ο προσφεύγων, Miguel Ángel Navarro Fernández, ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο, πρώτον, να διαπιστώσει ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο παρανόμως παρέλειψε να υποχρεώσει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να κινήσει διαδικασία λόγω παραβάσεως κατά του Βασιλείου της Ισπανίας με αντικείμενο τη συνεχιζόμενη υποβάθμιση του δικτύου Natura 2000 στην Arganda del Rey (Ισπανία), δεύτερον, να υποχρεώσει το Κοινοβούλιο να ενεργήσει εντός ενός μηνός το αργότερο και να διαβιβάσει τον φάκελο στην Επιτροπή ή, επικουρικώς, να ασκήσει το ίδιο προσφυγή κατά παραλείψεως στρεφόμενη κατά της Επιτροπής, τρίτον, να υποχρεώσει την Επιτροπή σε διεξαγωγή επιτόπιας επιθεώρησης, τέταρτον, να απαιτήσει από την Επιτροπή να καλέσει το Βασίλειο της Ισπανίας να λάβει, επειγόντως και αμέσως, μέτρα προστασίας υπέρ του ίδιου και της οικογένειάς του και, πέμπτον, να λάβει προσωρινά μέτρα.
Σκεπτικό
2 Κατά το άρθρο 126 του Κανονισμού του Διαδικασίας, όταν η προσφυγή είναι προδήλως απαράδεκτη, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί οποτεδήποτε, κατόπιν προτάσεως του εισηγητή δικαστή, να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη, χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία.
3 Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι έχει διαφωτιστεί επαρκώς από τα στοιχεία της δικογραφίας και αποφασίζει, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 126 του Κανονισμού Διαδικασίας, να αποφανθεί χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία.
4 Υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 19, τρίτο και τέταρτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο, δυνάμει του άρθρου 53 του ίδιου Οργανισμού, έχει εφαρμογή στη διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, προβλέπει δύο διακριτές και σωρευτικές προϋποθέσεις όσον αφορά την εκπροσώπηση, ενώπιον των ενωσιακών δικαιοδοτικών οργάνων, των διαδίκων που δεν εμπίπτουν στο άρθρο 19, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, δηλαδή των «μη προνομιούχων» διαδίκων. Κατά την πρώτη προϋπόθεση, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 19, τρίτο εδάφιο, του ως άνω Οργανισμού, οι διάδικοι αυτοί πρέπει να «εκπροσωπούνται από δικηγόρο». Κατά τη δεύτερη προϋπόθεση, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 19, τέταρτο εδάφιο, του Οργανισμού, μόνον δικηγόρος που έχει δικαίωμα παράστασης ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους ή άλλου συμβαλλόμενου στη Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (ΕΟΧ) κράτους μπορεί να εκπροσωπεί ή να επικουρεί διάδικο ενώπιον των ενωσιακών δικαιοδοτικών οργάνων [απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, Studio Legale Ughi e Nunziante κατά EUIPO, C‑776/22 P, EU:C:2025:644, σκέψη 49, και διάταξη της 30ής Οκτωβρίου 2025, Arasteh κατά Επιτροπής, C‑590/25 P(R), μη δημοσιευθείσα, EU:C:2025:861, σκέψη 10].
5 Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η πρώτη σωρευτική προϋπόθεση, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 19, τρίτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και συνίσταται στην υποχρέωση των μη προνομιούχων διαδίκων να «εκπροσωπούνται από δικηγόρο», επιβάλλει, μεταξύ άλλων, στους μη προνομιούχους διαδίκους απαγόρευση «αυτοεκπροσώπησής» τους ενώπιον των ενωσιακών δικαιοδοτικών οργάνων, υπό την έννοια ότι δεν είναι σε καμία περίπτωση δυνατόν να παρίστανται αυτοπροσώπως, άνευ εκπροσώπου [απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, Studio Legale Ughi e Nunziante κατά EUIPO, C‑776/22 P, EU:C:2025:644 σκέψεις 58 και 59· πρβλ., επίσης, διάταξη της 30ής Οκτωβρίου 2025, Arasteh κατά Επιτροπής, C‑590/25 P(R), μη δημοσιευθείσα, EU:C:2025:861, σκέψη 11].
6 Δεδομένου ότι καμία παρέκκλιση ή εξαίρεση από την προαναφερθείσα απαγόρευση δεν προβλέπεται από τον Οργανισμό του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή από τον Κανονισμό Διαδικασίας του Δικαστηρίου ή του Γενικού Δικαστηρίου, η κατάθεση δικογράφου υπογεγραμμένου από τον ίδιο τον προσφεύγοντα επ’ ουδενί δεν αρκεί για την άσκηση προσφυγής ενώπιον των ενωσιακών δικαιοδοτικών οργάνων, ακόμη και αν ο προσφεύγων είναι δικηγόρος που έχει δικαίωμα παράστασης ενώπιον εθνικού δικαστηρίου [βλ. απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, Studio Legale Ughi e Nunziante κατά EUIPO, C‑776/22 P, EU:C:2025:644, σκέψη 60 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία· πρβλ., επίσης, διάταξη της 30ής Οκτωβρίου 2025, Arasteh κατά Επιτροπής, C‑590/25 P(R), μη δημοσιευθείσα, EU:C:2025:861, σκέψη 11].
7 Εν προκειμένω, ακόμη και αν ο προσφεύγων επικαλείται την ιδιότητά του ως δικηγόρου που έχει δικαίωμα παράστασης ενώπιον των ισπανικών δικαστηρίων, διαπιστώνεται ότι η προσφυγή που άσκησε φέρει μόνο τη δική του υπογραφή.
8 Εντούτοις, από τη νομολογία προκύπτει επίσης ότι, λαμβανομένης υπόψη της σοβαρότητας των συνεπειών που απορρέουν από την παράβαση του άρθρου 19 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά τον προσφεύγοντα, ήτοι της μη αναστρέψιμης κήρυξης της προσφυγής του ως απαράδεκτης, και ελλείψει ρητών ενδείξεων περί του αντιθέτου στον εν λόγω Οργανισμό και στον Κανονισμό Διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο οφείλει, εφόσον κρίνει ότι δεν τηρείται η απαγόρευση της «αυτοεκπροσώπησης» ενώπιόν του και προτού κρίνει την προσφυγή απαράδεκτη, να καλέσει τον προσφεύγοντα να εξουσιοδοτήσει νέο δικηγόρο (πρβλ. απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, Studio Legale Ughi e Nunziante κατά EUIPO, C‑776/22 P, EU:C:2025:644, σκέψεις 75 έως 79 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
9 Εν προκειμένω, στις 21 Οκτωβρίου 2025, η Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου ζήτησε για πρώτη φορά από τον προσφεύγοντα την τακτοποίηση του δικογράφου η οποία είχε ως αντικείμενο τον ορισμό νέου εκπροσώπου, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 19 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο προσφεύγων απάντησε με έγγραφο ότι δεν θα ορίσει εκπρόσωπο και διευκρίνισε ότι θα ενεργούσε ο ίδιος. Στις 20 Νοεμβρίου 2025, η πρόεδρος του έκτου τμήματος αποφάσισε να μην περιλάβει το έγγραφο αυτό στη δικογραφία.
10 Την ίδια ημέρα, η Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου ζήτησε για δεύτερη φορά την τακτοποίηση του δικογράφου με το ίδιο αντικείμενο. Ο προσφεύγων δεν έδωσε καμία απάντηση.
11 Ελλείψει εμπρόθεσμης τακτοποίησης εντός των ταχθεισών προθεσμιών, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως απαράδεκτη.
Επί των δικαστικών εξόδων
12 Δεδομένου ότι η παρούσα διάταξη εκδίδεται πριν από την επίδοση του δικογράφου της προσφυγής στο Κοινοβούλιο και πριν αυτό υποβληθεί σε δικαστικά έξοδα, αρκεί η κρίση του Γενικού Δικαστηρίου ότι ο προσφεύγων φέρει τα δικαστικά έξοδά του, σύμφωνα με το άρθρο 133 του Κανονισμού Διαδικασίας.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή ως προδήλως απαράδεκτη.
2) Ο Miguel Ángel Navarro Fernández φέρει τα δικαστικά έξοδά του.
Λουξεμβούργο, 12 Φεβρουαρίου 2026.
|
Ο Γραμματέας |
Η Πρόεδρος |
|
V. Di Bucci |
P. Škvařilová-Pelzl |
* Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική.