Προσωρινό κείμενο
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JOSÉ MARTÍN Y PÉREZ DE NANCLARES
της 9ης Σεπτεμβρίου 2026 (1)
Υπόθεση T‑702/25
Metsä Board Sverige AB
κατά
Naturvårdsverket
[αίτηση του Nacka tingsrätt – Mark- och miljödomstolen (πρωτοδικείου Nacka, τμήμα κτηματικών και περιβαλλοντικών υποθέσεων, Σουηδία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
« Προδικαστική παραπομπή – Περιβάλλον – Ατμοσφαιρική ρύπανση – Οδηγία 2003/87/ΕΚ – Σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου – Άρθρο 3, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2003/87 – Έννοια της “εγκατάστασης” – Έννοια της “σταθερής τεχνικής μονάδας” – Κριτήρια εκτίμησης – Έννοιες της “τεχνικής σύνδεσης”, του “τόπου” και του “φορέα εκμετάλλευσης” »
I. Εισαγωγή
1. Γίνεται γενικώς δεκτό ότι in claris non fit interpretatio («η ερμηνεία παύει όταν υπάρχει σαφήνεια»). Κατά συνέπεια, εάν μια διάταξη περιέχει σαφή ορισμό ενός στοιχείου, η κατανόησή της δεν θα πρέπει να δημιουργεί σοβαρές δυσχέρειες για τους ασκούντες συναφή προς τη δικαιοσύνη επαγγέλματα. Εντούτοις, η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική και η δικαστική πρακτική δικαιώνει συχνά τον Hart, ο οποίος, στο κεφάλαιο VII του διάσημου έργου του The Concept of Law, εκθέτει, με την παράθεση εύγλωττων παραδειγμάτων, ότι όλοι οι νομικοί κανόνες έχουν ένα κόστος, το οποίο προσλαμβάνει τη μορφή της αβεβαιότητας. Συγκεκριμένα, όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με την πραγματικότητα, αντιλαμβανόμαστε ότι ο κόσμος στον οποίο ζούμε δεν αποτελείται από πεπερασμένο αριθμό χαρακτηριστικών τα οποία μπορούν να συνδυαστούν μεταξύ τους με απολύτως προβλέψιμο τρόπο. Αντιθέτως, ακόμη και σαφείς φαινομενικά ορισμοί συνεπάγονται ενίοτε ερμηνευτικές δυσχέρειες (2).
2. Κατά κάποιον τρόπο, τούτο παρατηρείται στην υπό κρίση υπόθεση, η οποία είναι σημαντική όσο και αξιοπερίεργη. Συγκεκριμένα, με την υπό κρίση υπόθεση τίθεται το ζήτημα της ερμηνείας μιας βασικής έννοιας για τη λειτουργία του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου (στο εξής: ΣΕΔΕ), ήτοι της έννοιας της «εγκατάστασης». Ορισμένοι μπορεί να θεωρούν ότι η εφαρμογή της εν λόγω έννοιας δεν θα πρέπει να γεννά ιδιαίτερα προβλήματα, μεταξύ άλλων, διότι ο νομικός ορισμός της παρέχεται στο άρθρο 3, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2003/87/ΕΚ (3). Δυστυχώς, τούτο δεν συμβαίνει, διότι, όπως θα δούμε, ο ορισμός περιέχει όρους οι οποίοι δεν προσδιορίζονται με τον βαθμό ακρίβειας που θα αναμενόταν από μια κατ’ ουσίαν τεχνική ρύθμιση. Ειδικότερα, λαμβανομένης υπόψη της υποχρέωσης καταγραφής των εκπομπών που απελευθερώνονται στις εγκαταστάσεις, η οριοθέτησή τους είναι πρωταρχικής σημασίας.
3. Κατά τη γνώμη μου, ο ορισμός της έννοιας της «εγκατάστασης» έχει δύο σκέλη. Το πρώτο σκέλος αφορά τις εγκαταστάσεις στις οποίες διεξάγονται μία ή πλείονες δραστηριότητες οι οποίες μνημονεύονται στο παράρτημα I της οδηγίας 2003/87. Το δεύτερο σκέλος καθορίζει κατ’ ουσίαν το μέτρο στο οποίο βιομηχανική δραστηριότητα η οποία δεν εμπίπτει στο εν λόγω παράρτημα υπόκειται, εντούτοις, στις υποχρεώσεις του ΣΕΔΕ. Το Δικαστήριο έχει ερμηνεύσει μόνον το δεύτερο ως άνω σκέλος.
4. Στην υπό κρίση υπόθεση, όμως, κρίσιμο είναι το πρώτο σκέλος του ορισμού, καθότι διάδικοι της κύριας δίκης είναι, αφενός, μια επιχείρηση και, αφετέρου, μια εθνική αρχή, και η διαφορά αφορά το αν η δραστηριότητα χαρτοποιίας της εν λόγω επιχείρησης αποτελεί μέρος της εγκατάστασης άλλης επιχείρησης, η οποία παράγει χαρτοπολτό. Μολονότι οι δύο δραστηριότητες εμπίπτουν στο παράρτημα I της οδηγίας 2003/87, παραμένουν αβέβαια τα κριτήρια τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη προκειμένου να εξακριβωθεί αν ανήκουν ή όχι σε ενιαία εγκατάσταση.
II. Το νομικό πλαίσιο
Α. Η οδηγία 96/61
5. Στο άρθρο 2, σημείο 3, της οδηγίας 96/61/ΕΚ (4), η «εγκατάσταση» οριζόταν ως «κάθε ακίνητη τεχνική μονάδα όπου εκτελούνται μία ή περισσότερες από τις δραστηριότητες του παραρτήματος Ι, καθώς και όλες οι άλλες άμεσα συνδεδεμένες δραστηριότητες, τεχνικώς συναφείς με τις εκεί εκτελούμενες, και η οποία ενδέχεται να επηρεάζει τις εκπομπές και τη ρύπανση».
Β. Η οδηγία 2003/87
6. Η οδηγία 2003/87, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2024/795 (στο εξής: οδηγία 2003/87), θεσπίζει το ΣΕΔΕ εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 1, η οδηγία εφαρμόζεται στις δραστηριότητες που απαριθμούνται στα παραρτήματα Ι και ΙΙΙ και στις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ αυτής.
7. Στο άρθρο 3, η οδηγία 2003/87 περιέχει ορισμούς, περιλαμβανομένου, στο στοιχείο βʹ, του ορισμού των «εκπομπών», οι οποίες πρέπει να νοούνται ως «απελευθέρωση αερίων θερμοκηπίου […] από πηγές μιας εγκατάστασης».
8. Κατά το άρθρο 3, στοιχείο εʹ, ως «εγκατάσταση» νοείται «σταθερή τεχνική μονάδα όπου διεξάγονται μία ή περισσότερες δραστηριότητες απαριθμούμενες στο παράρτημα Ι και οποιεσδήποτε άλλες δραστηριότητες άμεσα σχετιζόμενες με αυτές, οι οποίες συνδέονται, τεχνικώς, με τις διεξαγόμενες δραστηριότητες στον συγκεκριμένο τόπο και θα μπορούσαν να έχουν επιπτώσεις στις εκπομπές και τη ρύπανση».
9. Στο άρθρο 3, στοιχείο στʹ, ορίζεται η έννοια του «φορέα εκμετάλλευσης». Πρόκειται για «κάθε πρόσωπο το οποίο εκμεταλλεύεται ή διευθύνει την εγκατάσταση ή, όπου αυτό προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία, στο οποίο έχουν μεταβιβασθεί αποφασιστικές οικονομικές εξουσίες όσον αφορά την τεχνική λειτουργία της εγκατάστασης».
10. Δυνάμει του παραρτήματος I, σημείο 1, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 2003/87, οι εγκαταστάσεις στις οποίες, κατά την περίοδο αναφοράς, οι εκπομπές από την καύση βιομάζας συνιστούν κατά μέσο όρο ποσοστό άνω του 95 % των συνολικών μέσων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου δεν καλύπτονται από την εν λόγω οδηγία.
Γ. Ο κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός 2019/331
11. Κατά το άρθρο 2, σημείο 17, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2019/331 (5), ως «συγχώνευση» νοείται «η ένωση δύο ή περισσότερων εγκαταστάσεων που διαθέτουν ήδη άδεια εκπομπής αερίων θερμοκηπίου, υπό την προϋπόθεση ότι είναι τεχνικά συνδεδεμένες, λειτουργούν στον ίδιο χώρο και η προκύπτουσα εγκατάσταση υπάγεται σε άδεια εκπομπής αερίων θερμοκηπίου».
12. Κατά το άρθρο 2, σημείο 18, ως «διάσπαση» νοείται «διαχωρισμός εγκατάστασης σε δύο ή περισσότερες εγκαταστάσεις που υπάγονται σε χωριστές άδειες εκπομπής αερίων θερμοκηπίου και διευθύνονται από διαφορετικούς φορείς εκμετάλλευσης».
III. Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης και η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως
13. Στις 6 Νοεμβρίου 2024 η Naturvårdsverket (Υπηρεσία Προστασίας του Περιβάλλοντος, Σουηδία, στο εξής: Υπηρεσία Προστασίας του Περιβάλλοντος) αποφάσισε να ανακαλέσει, με ισχύ από την 31η Δεκεμβρίου 2025, την άδεια εκπομπής αερίων του θερμοκηπίου του εργοστασίου χαρτοποιίας που η Metsä Board Sverige AB (στο εξής: Metsä Board) εκμεταλλεύεται στο Husum (Σουηδία). Η απόφαση βασίστηκε στη σουηδική κανονιστική ρύθμιση περί μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο της οδηγίας 2003/87, μεταξύ άλλων, του άρθρου 3 αυτής, στοιχείο εʹ, και του παραρτήματός της I, σημείο 1.
14. Ειδικότερα, η Υπηρεσία Προστασίας του Περιβάλλοντος εκτίμησε ότι το εργοστάσιο χαρτοποιίας και το εργοστάσιο χαρτοπολτού, το οποίο βρίσκεται στον ίδιο τόπο και το οποίο εκμεταλλεύεται η Husum Pulp AB, αποτελούν μέρος ενιαίας «εγκατάστασης», κατά την έννοια του άρθρου 3, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2003/87. Η Υπηρεσία Προστασίας του Περιβάλλοντος κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό στηριζόμενη στους τεχνικούς και νομικούς δεσμούς μεταξύ των επιχειρήσεων. Αφενός, τα δύο εργοστάσια συνδέονται με αγωγούς που παρέχουν στη Metsä Board τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί χαρτοπολτό, θερμότητα και ηλεκτρική ενέργεια που παράγει η Husum Pulp. Αφετέρου, η δεύτερη επιχείρηση είναι θυγατρική της πρώτης, η οποία κατέχει σε αυτήν συμμετοχή 70 %.
15. Ως εκ τούτου, η Υπηρεσία Προστασίας του Περιβάλλοντος κατέγραψε από κοινού τις εκπομπές CO2 των δύο εργοστασίων. Συγκεκριμένα, η Υπηρεσία Προστασίας του Περιβάλλοντος διαπίστωσε ότι, κατά τα έτη 2019 έως 2023, οι εν λόγω εκπομπές προέρχονταν σε ποσοστό άνω του 95 % από την καύση βιομάζας και, επομένως, κατά το παράρτημα I, σημείο 1, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 2003/87, η οδηγία δεν τύγχανε εφαρμογής στην ενιαία εγκατάσταση.
16. Επιληφθέν της προσφυγής που ασκήθηκε κατά της απόφασης της Υπηρεσίας Προστασίας του Περιβάλλοντος, το Nacka tingsrätt – Mark- och miljödomstolen (πρωτοδικείο Nacka, τμήμα κτηματικών και περιβαλλοντικών υποθέσεων, Σουηδία) διατηρεί αμφιβολίες για το αν τα εργοστάσια χαρτοποιίας και χαρτοπολτού ανήκουν όντως σε μία και μόνη εγκατάσταση. Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, κατά τον ορισμό που παρέχεται στο άρθρο 3, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2003/87, ως «εγκατάσταση» νοείται σταθερή τεχνική μονάδα στην οποία διεξάγονται μία ή πλείονες δραστηριότητες που μνημονεύονται στο παράρτημα I της εν λόγω οδηγίας. Οι δραστηριότητες που δεν μνημονεύονται στο εν λόγω παράρτημα μπορούν επίσης να αποτελούν μέρος εγκατάστασης, εφόσον πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις. Το Δικαστήριο έχει εξετάσει τις προϋποθέσεις αυτές. Εντούτοις, δεν έχει εξετάσει το ζήτημα πλείονες δραστηριότητες μνημονευόμενες στο ως άνω παράρτημα να ανήκουν σε ενιαία εγκατάσταση.
17. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Nacka tingsrätt – Mark- och miljödomstolen (πρωτοδικείο Nacka, τμήμα κτηματικών και περιβαλλοντικών υποθέσεων) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει, στο πλαίσιο της προβλεπόμενης στο άρθρο 267 ΣΛΕΕ διαδικασίας, τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Από τις αποφάσεις του Δικαστηρίου προκύπτει […] ότι τα ακόλουθα κριτήρια ήταν καθοριστικά για τον προσδιορισμό του πότε μια μονάδα (η οποία δεν περιλαμβάνεται στο παράρτημα Ι [της οδηγίας 2003/87]) αποτελεί μέρος μιας εγκατάστασης σύμφωνα με το δεύτερο μέρος του άρθρου 3, στοιχείο εʹ[, της οδηγίας αυτής]:
– σε περίπτωση διακοπής των δραστηριοτήτων της εγκατάστασης, η μονάδα ασκεί την παραγωγική δραστηριότητά της κατά τρόπο ανεξάρτητο,
– η μονάδα επηρεάζει τις συνολικές εκπομπές της εγκατάστασης και μπορεί, ως εκ τούτου, ανεξάρτητα από την εγκατάσταση να αυξήσει ή να μειώσει τις εκπομπές της εγκατάστασης, και
– μέρος της παραγωγής της εγκατάστασης πραγματοποιείται για την κάλυψη των αναγκών της μονάδας.
Πρέπει τα κριτήρια αυτά να εφαρμόζονται, εν όλω ή εν μέρει, κατά την εκτίμηση που πραγματοποιείται στο πλαίσιο του πρώτου μέρους του άρθρου 3, στοιχείο εʹ, ήτοι κατά την εκτίμηση εάν δύο δραστηριότητες οι οποίες απαριθμούνται αμφότερες στο παράρτημα Ι αποτελούν τεχνική μονάδα ή πρέπει η εκτίμηση αυτή να στηρίζεται σε άλλα κριτήρια;
2) Υπό το πρίσμα της απαντήσεως στο ερώτημα 1, ποια είναι η σημασία των ακόλουθων περιστάσεων για την εκτίμηση του κατά πόσον το εργοστάσιο χαρτοποιίας και το εργοστάσιο χαρτοπολτού αποτελούν τεχνική μονάδα;
– Το ήμισυ του χαρτοπολτού που παράγεται στο εργοστάσιο χαρτοπολτού διοχετεύεται υπό μορφή υγρού χαρτοπολτού απευθείας στο εργοστάσιο χαρτοποιίας και αντιπροσωπεύει περίπου το 65-70 % των αναγκών του εργοστασίου χαρτοποιίας σε χαρτοπολτό. Επιπλέον, το εργοστάσιο χαρτοποιίας αγοράζει αποξηραμένο πολτό που εμποτίζεται στο εργοστάσιο χαρτοποιίας.
– Κατά τη διαδικασία της παραγωγής χαρτοπολτού, το εργοστάσιο χαρτοπολτού παράγει ατμό και ηλεκτρική ενέργεια. Το εργοστάσιο χαρτοποιίας αγοράζει μέρος του ατμού και της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από το εργοστάσιο χαρτοπολτού […]. Οι ανάγκες του εργοστασίου χαρτοποιίας σε ατμό καλύπτονται κυρίως από τον ατμό που παράγεται από το εργοστάσιο χαρτοπολτού. Το ήμισυ των αναγκών του εργοστασίου χαρτοποιίας σε ηλεκτρική ενέργεια καλύπτεται από ηλεκτρική ενέργεια που αγοράζεται από το εργοστάσιο χαρτοπολτού, ενώ το υπόλοιπο αγοράζεται στην ελεύθερη αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.
– Το εργοστάσιο χαρτοποιίας και το εργοστάσιο χαρτοπολτού βρίσκονται στον ίδιο χώρο και έχουν κοινή παροχή μη επεξεργασμένου νερού και κοινή επεξεργασία λυμάτων.
– Σε περίπτωση διακοπής της λειτουργίας του εργοστασίου χαρτοπολτού, η παραγωγή χαρτοποιίας μπορεί να διατηρηθεί στο 80 % της τρέχουσας παραγωγικής ικανότητας διά της αυξήσεως των αγορών εξωτερικού (αποξηραμένου) χαρτοπολτού, της μίσθωσης κινητών ατμογεννητριών και της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας στην ελεύθερη αγορά […].
3) Στο τμήμα 2.1 των κατευθυντήριων γραμμών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ερμηνεία του παραρτήματος Ι αναφέρεται ότι μονάδες ανήκουσες σε διαφορετικούς ιδιοκτήτες οι οποίες συνδέονται τεχνικώς μεταξύ τους, αλλά διοικούνται από έναν φορέα εκμετάλλευσης με αποφασιστική οικονομική εξουσία επί της τεχνικής λειτουργίας των μονάδων, αποτελούν μία εγκατάσταση. Σε αυτό το πλαίσιο, πώς πρέπει να ερμηνευθεί η έννοια της εγκατάστασης όταν τη μονάδα παραγωγής εκμεταλλεύεται θυγατρική εταιρία η οποία ανήκει κατά 70 % στη μητρική εταιρία η οποία εκμεταλλεύεται την άλλη μονάδα παραγωγής;»
IV. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και του Γενικού Δικαστηρίου
18. Η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 24 Σεπτεμβρίου 2025. Κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 50β του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η αίτηση διαβιβάστηκε στο Γενικό Δικαστήριο.
19. Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν η Metsä Board, η Νορβηγική και η Φινλανδική Κυβέρνηση, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η Metsä Board, η Υπηρεσία Προστασίας του Περιβάλλοντος, η Νορβηγική Κυβέρνηση και η Επιτροπή παρέστησαν στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση που διεξήχθη στις 8 Ιουλίου 2026.
V. Ανάλυση
Α. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
20. Προτού ξεκινήσω την ανάλυσή μου, είναι σκόπιμο να προσδιορίσω την αφετηρία της. Επομένως, πρόκειται να εξετάσω, κατ’ αρχάς, την ιδιαιτερότητα της υπό κρίση υπόθεσης, με σκοπό τον καλύτερο προσδιορισμό του αντικειμένου της αγωγής της Metsä Board στην κύρια δίκη (1). Εν συνεχεία, δεδομένου ότι το Δικαστήριο έχει ερμηνεύσει το άρθρο 3, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2003/87, θα υπενθυμίσω τα βασικά χαρακτηριστικά της νομολογίας του (2). Τέλος, βάσει των ανωτέρω στοιχείων, θα εκθέσω το ζήτημα που βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, στο επίκεντρο της υπό κρίση υπόθεσης, καθώς και το πλαίσιο της εξέτασης που θα ακολουθήσει (3).
1. Η ιδιαιτερότητα της υπόθεσης
21. Οι δραστηριότητες παραγωγής χαρτοπολτού και χαρτονιού μνημονεύονται στο παράρτημα I της οδηγίας 2003/87. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας, οι εν λόγω δραστηριότητες εμπίπτουν στο ΣΕΔΕ, όταν η άσκησή τους παράγει εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου οι οποίες απαριθμούνται στο παράρτημα II της εν λόγω οδηγίας (6). Οι δραστηριότητες διεξάγονται στις εγκαταστάσεις, κατά την έννοια του άρθρου 3, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2003/87, που ανήκουν στην Husum Pulp και στη Metsä Board, αντιστοίχως.
22. Κατά το παράρτημα I, σημείο 1, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 2003/87, οι εγκαταστάσεις των οποίων οι εκπομπές προέρχονται σε ποσοστό άνω του 95 % από την καύση βιομάζας δεν εμπίπτουν πλέον στο ΣΕΔΕ (στο εξής: κανόνας του 95 %). Οι εκπομπές από την παραγωγή χαρτοπολτού στην εγκατάσταση της Husum Pulp υπερβαίνουν, μολονότι οριακά, το ανώτατο όριο και, επομένως, η εγκατάσταση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ΣΕΔΕ. Αντιθέτως, η δραστηριότητα χαρτοποιίας η οποία διεξάγεται στην εγκατάσταση της Metsä Board απέχει πολύ από το ανώτατο όριο και, επομένως, εμπίπτει κατ’ αρχήν στο πεδίο εφαρμογής του ΣΕΔΕ. Εάν, όμως, το εργοστάσιο χαρτοποιίας της Metsä Board και το εργοστάσιο χαρτοπολτού της Husum Pulp αποτελούν μέρος ενιαίας εγκατάστασης, όπως εκτιμά η Υπηρεσία Προστασίας του Περιβάλλοντος, θα υπάρχει υπέρβαση του ορίου του 95 %. Στην περίπτωση αυτή, η δραστηριότητα χαρτοποιίας δεν θα εμπίπτει πλέον στο ΣΕΔΕ.
23. Η ιδιαιτερότητα της υπό κρίση υπόθεσης έγκειται στην επιθυμία της Metsä Board να αποφύγει την εξαίρεση της δραστηριότητάς της από το ΣΕΔΕ, παρά τις υποχρεώσεις παρακολούθησης, καταγραφής των εκπομπών CO2 και παράδοσης του αντίστοιχου μέρους δικαιωμάτων εκπομπής που συνεπάγεται το σύστημα (7). Συγκεκριμένα, οι εν λόγω υποχρεώσεις αντισταθμίζονται από τα οικονομικά πλεονεκτήματα τα οποία η Metsä Board μπορεί να αναμένει εάν η εγκατάστασή της συνεχίσει να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ΣΕΔΕ. Εξηγώ αμέσως τη συλλογιστική αυτή.
24. Από τεχνικής απόψεως, σημαντικό μέρος της ενέργειας που καταναλώνει η Metsä Board προέρχεται από το εργοστάσιο χαρτοπολτού της Husum Pulp. Στο πλαίσιο της παραγωγής του, το εν λόγω εργοστάσιο παράγει πλεόνασμα ενέργειας, μεταξύ άλλων, υπό μορφή θερμότητας που μετατρέπεται σε ατμό και υπό μορφή ηλεκτρικής ενέργειας. Η Metsä Board επιβεβαίωσε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι ο ατμός που εξάγεται από το εργοστάσιο χαρτοπολτού καλύπτει το 100 % των αναγκών της δραστηριότητας χαρτοποιίας. Οι εκπομπές που συνδέονται με την παραγωγή του εν λόγω ατμού καταγράφονται στην Husum Pulp (8).
25. Στο μέτρο που οι ανωτέρω εκπομπές προκύπτουν από την καύση βιομάζας, ο συντελεστής εκπομπών τους είναι κατ’ αρχήν μηδενικός και, επομένως, δεν χρειάζεται να αντισταθμιστούν με την παράδοση αντίστοιχου μέρους δικαιωμάτων εκπομπής (9). Εν πάση περιπτώσει, όπως προεκτέθηκε, το εργοστάσιο που ανήκει στην Husum Pulp δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ΣΕΔΕ δυνάμει του κανόνα του 95 %. Επομένως, η εν λόγω επιχείρηση δεν υποχρεούται να αποκτήσει δικαιώματα εκπομπής.
26. Αντιστοίχως, η κατανάλωση, από τη Metsä Board, του ατμού που παράγει η Husum Pulp δεν παράγει εκπομπές που καταγράφονται σε αυτήν (10). Για τη δραστηριότητα χαρτοποιίας, η Metsä Board δικαιούται, όμως, δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής, των οποίων ο αριθμός καθορίζεται βάσει «δεικτών αναφοράς προϊόντων». Οι εν λόγω δείκτες καθορίζονται βάσει μέσης τιμής των εκπομπών που συνδέονται με τις ανάγκες θερμότητας της παραγωγής (11). Οι πραγματικές εκπομπές της Metsä Board είναι κατά πολύ κατώτερες της τιμής που έχει ληφθεί υπόψη για τη δραστηριότητα χαρτοποιίας, όπως επιβεβαίωσε η εταιρία απαντώντας σε ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Κατά συνέπεια, η εφαρμογή των δεικτών συνεπάγεται όφελος για την επιχείρηση, η οποία είναι σε θέση να μεταπωλεί τα πλεονάζοντα δικαιώματα που κατανεμήθηκαν δωρεάν (12).
27. Υπενθυμίζω συναφώς ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι σκοπός του καθεστώτος δωρεάν κατανομής δικαιωμάτων εκπομπής είναι να παρέχει κίνητρα για τη χρήση αποδοτικών τεχνικών προκειμένου να μειωθούν οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου. Το όφελος που μπορεί να αντληθεί από την πώληση δικαιωμάτων εκπομπής τα οποία έχουν κατανεμηθεί στον οικείο φορέα εκμετάλλευσης, αλλά δεν θα χρειαστεί πλέον να επιστραφούν, καθόσον αυτός μείωσε τις εκπομπές του επενδύοντας σε καινοτόμες τεχνικές, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του εν λόγω κινήτρου (13).
28. Τούτου λεχθέντος, ο νομοθέτης της Ένωσης θεώρησε ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, η διατήρηση του ανωτέρω αποτελέσματος παροχής κινήτρων δεν ήταν πλέον δικαιολογημένη. Τούτο συμβαίνει με τις εγκαταστάσεις που χρησιμοποιούν σχεδόν αποκλειστικά ως καύσιμο βιομάζα. Συγκεκριμένα, όπως προεκτέθηκε στο σημείο 25 των παρουσών προτάσεων οι εκπομπές από τη βιομάζα δεν πρέπει να αντισταθμίζονται με παράδοση δικαιωμάτων εκπομπής. Επομένως, οι εγκαταστάσεις στις οποίες το συγκεκριμένο είδος εκπομπών υπερέβαινε ορισμένο όριο μπορούσαν να αποκομίσουν απροσδόκητα κέρδη λόγω της κατανομής δικαιωμάτων εκπομπής που υπερέβαιναν τις εκπομπές που υπόκεινται σε υποχρέωση παράδοσης (14). Για τον λόγο αυτόν, ο νομοθέτης της Ένωσης προσέθεσε, μέσω της οδηγίας 2023/959, δεύτερη περίοδο στο παράρτημα Ι, σημείο 1, της οδηγίας 2003/87, καθιερώνοντας τον κανόνα του 95 %.
29. Σε αυτό το πολύ συγκεκριμένο πλαίσιο η Metsä Board υποστηρίζει ότι το εργοστάσιό της είναι ανεξάρτητη εγκατάσταση, παρά τις τεχνικές και λειτουργικές συνδέσεις που υφίστανται μεταξύ αυτού και του εργοστασίου χαρτοπολτού που ανήκει στην Husum Pulp.
2. Νομολογία σχετικά με το δεύτερο σκέλος της έννοιας της «εγκατάστασης»
30. Προς στήριξη της επιχειρηματολογίας της, η Metsä Board παραπέμπει στον ορισμό της έννοιας της «εγκατάστασης», στο άρθρο 3, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2003/87. Το Δικαστήριο έχει διαπιστώσει ότι ο εν λόγω ορισμός περιλαμβάνει δύο σκέλη (15). Αφενός, η εγκατάσταση αποτελείται από μια σταθερή τεχνική μονάδα στην οποία διεξάγονται μία ή πλείονες δραστηριότητες οι οποίες μνημονεύονται στο παράρτημα I της εν λόγω οδηγίας. Αφετέρου, η εγκατάσταση μπορεί να περιλαμβάνει συναφείς δραστηριότητες οι οποίες, δεδομένου ότι δεν εμπίπτουν στο προμνησθέν παράρτημα, δεν υπάγονται καθεαυτές στο ΣΕΔΕ, εφόσον πληρούνται τρεις προϋποθέσεις. Πρώτον, η συναφής δραστηριότητα πρέπει να σχετίζεται άμεσα με δραστηριότητα που μνημονεύεται στο παράρτημα I, δεύτερον, πρέπει να συνδέεται τεχνικώς με την εν λόγω δραστηριότητα και, τρίτον, πρέπει να μπορεί να έχει επιπτώσεις στις εκπομπές της εν λόγω δραστηριότητας.
31. Στο πλαίσιο της εξέτασης των ανωτέρω προϋποθέσεων, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι η άμεση σχέση πρέπει να υλοποιείται με την ύπαρξη τεχνικής σύνδεσης κατά τρόπο ώστε η σύνδεση των συγκεκριμένων δραστηριοτήτων να συμβάλλει στην πληρότητα της συνολικής τεχνικής διαδικασίας της δραστηριότητας που εμπίπτει στο παράρτημα I της οδηγίας 2003/87 (16). Επομένως, κατ’ ουσίαν, οι συναφείς δραστηριότητες πρέπει να εξυπηρετούν τις δραστηριότητες της σταθερής τεχνικής μονάδας που υπάγονται στο ΣΕΔΕ.
32. Αντιθέτως, το Δικαστήριο δεν έχει αποφανθεί επί της ερμηνείας του πρώτου σκέλους του άρθρου 3, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2003/87, στο οποίο καθορίζονται τα κριτήρια βάσει των οποίων μπορεί να γίνει δεκτό ότι πλείονες δραστηριότητες που μνημονεύονται στο παράρτημα I της οδηγίας 2003/87, όπως είναι οι δραστηριότητες παραγωγής χαρτοπολτού και χαρτοποιίας, αποτελούν μέρος σταθερής τεχνικής μονάδας και, επομένως, μίας και μόνης εγκατάστασης.
3. Αποκλίσεις στην ερμηνεία του πρώτου σκέλους της έννοιας της «εγκατάστασης»
33. Ο προσδιορισμός των κριτηρίων του πρώτου σκέλους της έννοιας της «εγκατάστασης», που μνημονεύθηκαν στο προηγούμενο σημείο των παρουσών προτάσεων, είναι περίπλοκος, όπως επιβεβαιώνεται από τις γραπτές παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Γενικό Δικαστήριο, οι οποίες ουδόλως συμβάλλουν στην αποσαφήνιση του ζητήματος. Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, η Φινλανδική Κυβέρνηση και η Επιτροπή εκτιμούν ότι η ύπαρξη τεχνικών συνδέσεων συνιστά κρίσιμο κριτήριο κατ’ αναλογίαν προς το δεύτερο σκέλος του άρθρου 3, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2003/87. Οι απόψεις τους αποκλίνουν, όμως, όσον αφορά την ένταση των εν λόγω συνδέσεων. Η Νορβηγική Κυβέρνηση υποστηρίζει, εξάλλου, ότι δεν είναι απαραίτητο δύο ή πλείονες δραστηριότητες που μνημονεύονται στο παράρτημα I της εν λόγω οδηγίας να συνδέονται τεχνικώς προκειμένου να μπορεί να συναχθεί ότι ανήκουν σε μία και μόνη εγκατάσταση. Πάντως, εάν το γεγονός αυτό μπορούσε να ληφθεί υπόψη, το καθοριστικό κριτήριο θα ήταν η κοινή εκμετάλλευσή τους από έναν και μόνο φορέα εκμετάλλευσης, κατά την έννοια του άρθρου 3, στοιχείο στʹ, της ίδιας οδηγίας. Η Επιτροπή συμμερίζεται την εκτίμηση ότι ο λειτουργικός έλεγχος εκ μέρους του φορέα εκμετάλλευσης είναι αποφασιστικής σημασίας. Κατ’ αυτήν, ο λειτουργικός έλεγχος καθιστά δυνατό να εξακριβωθεί αν τεχνικώς συνδεδεμένες δραστηριότητες αποτελούν μέρος ενιαίας εγκατάστασης. Η Φινλανδική Κυβέρνηση θεωρεί, αντιθέτως, ότι το πρόσωπο του φορέα εκμετάλλευσης δεν ασκεί οποιαδήποτε επιρροή. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Υπηρεσία Προστασίας του Περιβάλλοντος συμφώνησε με την άποψη της Φινλανδικής Κυβέρνησης, η δε Επιτροπή συντάχθηκε ρητώς με τη Νορβηγική Κυβέρνηση. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή διαφοροποίησε ελαφρώς τη θέση που είχε διατυπώσει με τα υπομνήματά της και υποστήριξε ότι η ύπαρξη τεχνικής σύνδεσης δεν είναι απαραίτητη προκειμένου να διαπιστωθεί ότι πλείονες δραστηριότητες αποτελούν μέρος της ίδιας εγκατάστασης.
34. Λαμβανομένης υπόψη της σημασίας της έννοιας της «εγκατάστασης» για τη λειτουργία του ΣΕΔΕ, η ασάφεια που την περιβάλλει εκπλήσσει, όπως και η έκταση των διαφόρων ερμηνειών. Συναφώς, από επεξηγηματικό έγγραφο της Επιτροπής, καθώς και τις γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις της, προκύπτει ότι ο ορισμός της επίμαχης έννοιας καταλείπει ευρύ περιθώριο εκτίμησης στα κράτη μέλη, τα οποία μπορούν, επομένως, να εφαρμόζουν θεμιτώς ανομοιογενείς πρακτικές όσον αφορά τη συγκέντρωση πλειόνων δραστηριοτήτων εντός μίας και μόνης εγκατάστασης (17). Φρονώ ότι η εκτίμηση αυτή χρήζει διευκρινίσεων.
35. Συγκεκριμένα, η οδηγία 2003/87 ορίζει η ίδια την έννοια της «εγκατάστασης» και δεν αναθέτει στα κράτη μέλη τη μέριμνα να διευκρινίσουν το περιεχόμενό της. Ειδικότερα, το άρθρο 3, στοιχείο εʹ, δεν παραπέμπει στο δίκαιο των κρατών μελών, αλλά χρησιμοποιεί αυτοτελείς έννοιες του δικαίου της Ένωσης, οι οποίες πρέπει να τυγχάνουν ομοιόμορφης ερμηνείας. Επιπλέον, κατά τη γνώμη μου, η απαίτηση ίσης μεταχείρισης των φορέων εκμετάλλευσης που υπάγονται στο ΣΕΔΕ αντιτίθεται σε αποκλίνουσες ερμηνείες, κατά τη βούληση των κρατών μελών, μιας έννοιας τόσο καίριας για τη λειτουργία του ΣΕΔΕ ή των συστατικών στοιχείων της (18). Αντιθέτως, δεν αποκλείεται η εφαρμογή των διαφόρων εννοιών να απαιτεί κατά περίπτωση εκτιμήσεις εκ μέρους των αρμόδιων αρχών, όπερ τους παρέχει, αναλόγως της περιπλοκότητας της απαιτούμενης ανάλυσης, κάποιο περιθώριο εκτίμησης.
36. Με τις παρούσες προτάσεις θα πρέπει να οριοθετήσω την έννοια της «εγκατάστασης» και θα εφαρμόσω, προς τούτο, μεταξύ άλλων, τις συνήθεις μεθόδους ερμηνείας. Υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, για την ερμηνεία διάταξης του δικαίου της Ένωσης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όχι μόνον το γράμμα της, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος (19).
37. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω αρχών, προτείνω να αποσαφηνιστεί το ζήτημα του αν το πρώτο σκέλος του άρθρου 3, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2003/87 πρέπει να διαφοροποιηθεί από το δεύτερο. Στο πλαίσιο αυτό, θα επιχειρήσω να εξακριβώσω αν οι προϋποθέσεις που εφαρμόζονται στη συμπερίληψη, στην έννοια της «εγκατάστασης», των δραστηριοτήτων που δεν μνημονεύονται στο παράρτημα I της εν λόγω οδηγίας είναι επίσης κρίσιμες όταν πρέπει να εξακριβωθεί αν πλείονες δραστηριότητες που μνημονεύονται στο εν λόγω παράρτημα σχηματίζουν μια εγκατάσταση (Β). Εν συνεχεία, θα επικεντρωθώ στην εξέταση του πρώτου σκέλους του άρθρου 3, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2003/87. Θα εξετάσω, αφενός, την έννοια της «σταθερής τεχνικής μονάδας» ως κεντρικού στοιχείου του ορισμού της έννοιας της «εγκατάστασης» (Γ) και, αφετέρου, τους παράγοντες που είναι ικανοί να περιορίζουν το περιεχόμενό της (Δ).
38. Με την ανωτέρω προσέγγιση θα μπορέσω να προτείνω μια κοινή απάντηση στα τρία προδικαστικά ερωτήματα, των οποίων το αντικείμενο συνοψίζεται, κατά τη γνώμη μου, στην εξακρίβωση του περιεχομένου του πρώτου σκέλους του ορισμού της έννοιας της «εγκατάστασης» και των κριτηρίων που είναι εγγενή σε αυτήν.
Β. Αυτοτέλεια του πρώτου σκέλους της έννοιας της «εγκατάστασης»
39. Όπως προεξέθεσα τόσο στο σημείο 3 όσο και στο σημείο 30 των παρουσών προτάσεων, φρονώ ότι ο ορισμός που περιέχεται στο άρθρο 3, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2003/87 περιλαμβάνει δύο διακριτά σκέλη.
40. Ειδικότερα, κατά τη γνώμη μου, οι διάφορες γλωσσικές αποδόσεις του ορισμού της έννοιας της «εγκατάστασης» οδηγούν στο συμπέρασμα ότι σκοπός των τριών προϋποθέσεων του δεύτερου σκέλους, ήτοι της άμεσης σχέσης μεταξύ της συναφούς δραστηριότητας και της δραστηριότητας που μνημονεύεται στο παράρτημα I της οδηγίας 2003/87, της τεχνικής σύνδεσης μεταξύ αυτών και των επιπτώσεων της συναφούς δραστηριότητας στις εκπομπές, δεν είναι η ρύθμιση της περίπτωσης που αποτελεί αντικείμενο του πρώτου σκέλους (20).
41. Υπ’ αυτήν την έννοια, το πρώτο σκέλος του άρθρου 3, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2003/87 περιστρέφεται γύρω από την έννοια της «σταθερής τεχνικής μονάδας» εντός της οποίας διεξάγονται δύο ή πλείονες δραστηριότητες που μνημονεύονται στο παράρτημα I της εν λόγω οδηγίας. Με άλλα λόγια, προκειμένου οι εν λόγω δραστηριότητες να μπορούν να αποτελούν μέρος της εγκατάστασης, πρέπει να διεξάγονται εντός τέτοιας μονάδας.
42. Το κανονιστικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 3, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2003/87 καταδεικνύει ότι η διάκριση μεταξύ των δύο ως άνω σκελών αντιστοιχεί στη λογική που διέπει το ΣΕΔΕ. Συγκεκριμένα, η παραπομπή στις δραστηριότητες που μνημονεύονται στο παράρτημα I της εν λόγω οδηγίας, για τους σκοπούς του πρώτου σκέλους του ορισμού της «εγκατάστασης», είναι το άμεσο αποτέλεσμα της οριοθέτησης του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας στο άρθρο της 2 (21). Κατά συνέπεια, αντικείμενο του πρώτου σκέλους είναι η οριοθέτηση των εγκαταστάσεων που συγκεντρώνουν δραστηριότητες υπαγόμενες καθεαυτές στο ΣΕΔΕ.
43. Αντιθέτως, το δεύτερο σκέλος του άρθρου 3, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2003/87 προβλέπει την επέκταση της εφαρμογής του ΣΕΔΕ στις δραστηριότητες που δεν μνημονεύονται στο παράρτημα I. Μολονότι δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, οι εν λόγω δραστηριότητες μπορεί εντούτοις να συμβάλλουν στην παραγωγή εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Επομένως, στην περίπτωση που συνδέονται με σταθερή τεχνική μονάδα στην οποία διεξάγονται δραστηριότητες που περιλαμβάνονται στο παράρτημα I, η υπαγωγή των εν λόγω δραστηριοτήτων στο ΣΕΔΕ είναι δικαιολογημένη (22). Πρόκειται περί περιορισμένης εξαίρεσης από τον γενικό κανόνα που καθορίζεται στο άρθρο 2 της οδηγίας 2003/87, όπερ δικαιολογεί την εξάρτησή της από την πλήρωση των τριών προϋποθέσεων που μνημονεύονται στο δεύτερο σκέλος του άρθρου 3, στοιχείο εʹ, της οδηγίας.
44. Κατά τη γνώμη μου, από τα ανωτέρω συνάγεται ότι «εγκατάσταση», κατά την έννοια του άρθρου 3, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2003/87, είναι, πρωτίστως, η σταθερή τεχνική μονάδα στην οποία διεξάγονται οι δραστηριότητες που μνημονεύονται στο παράρτημα I αυτής. Μόνον επικουρικώς μπορούν άλλες δραστηριότητες να περιληφθούν στην εν λόγω μονάδα και, επομένως, στην ίδια εγκατάσταση.
45. Το ιστορικό θέσπισης της επίμαχης διάταξης επιβεβαιώνει ότι οι προϋποθέσεις που παρατίθενται στο δεύτερο σκέλος της δεν σχετίζονται με τον ορισμό της έννοιας της «εγκατάστασης» κατά το πρώτο σκέλος της. Στην αρχή της νομοθετικής διαδικασίας, η Επιτροπή πρότεινε να θεωρείται ως εγκατάσταση, απλώς και μόνον, η «σταθερή τεχνική μονάδα όπου διεξάγονται μία ή περισσότερες δραστηριότητες καταγεγραμμένες στο παράρτημα I» (23), χωρίς πρόσθετες προϋποθέσεις. Επομένως, δεν προβλεπόταν η συμπερίληψη παρεπόμενων δραστηριοτήτων.
46. Από την επακόλουθη νομοθετική διαδικασία προκύπτει ότι η ουσία του ορισμού της έννοιας της «εγκατάστασης», όπως προτάθηκε αρχικώς, δεν μεταβλήθηκε. Ο ορισμός συμπληρώθηκε, απλώς και μόνον, με ένα δεύτερο διακριτό σκέλος. Συγκεκριμένα, βάσει της κοινής θέσης του Συμβουλίου (24), προστέθηκε στην πρόταση της Επιτροπής μια ημιπερίοδος, ώστε ο ορισμός να περιλαμβάνει επίσης «οποιεσδήποτε άλλες δραστηριότητες άμεσα σχετιζόμενες με αυτές οι οποίες συνδέονται, τεχνικώς, με τις διεξαγόμενες δραστηριότητες στον συγκεκριμένο τόπο και θα μπορούσαν να έχουν επιπτώσεις στις εκπομπές και τη ρύπανση». Η εν λόγω προσθήκη επανέλαβε κατ’ ουσίαν το γράμμα του άρθρου 2, σημείο 3, της οδηγίας 96/61. Κατά την Επιτροπή, η προσθήκη «εφαρμόζει το σύστημα εμπορίας εκπομπών σε δραστηριότητες άμεσα σχετιζόμενες με τις δραστηριότητες που περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι της οδηγίας» (25).
47. Υπό τις συνθήκες αυτές, εκτιμώ ότι, προκειμένου να εξακριβωθεί, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 3, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2003/87, αν οι δραστηριότητες παραγωγής χαρτοπολτού και χαρτοποιίας διεξάγονται σε μία και μόνη εγκατάσταση, πρέπει να εξεταστεί, κατά το πρώτο σκέλος του προβλεπόμενου στην εν λόγω διάταξη ορισμού, αν αποτελούν, από κοινού, μέρος σταθερής τεχνικής μονάδας.
Γ. Περιεχόμενο της έννοιας της «σταθερής τεχνικής μονάδας»
48. Η εξακρίβωση του περιεχομένου της έννοιας της «σταθερής τεχνικής μονάδας» δεν είναι αυτονόητη. Για τον σκοπό της ερμηνείας της, προτείνω να προσδιοριστούν οι απαιτήσεις που απορρέουν πραγματικά από την εν λόγω έννοια όσον αφορά την ενδεχόμενη ύπαρξη σύνδεσης μεταξύ των δραστηριοτήτων που εμπίπτουν στο παράρτημα I της οδηγίας 2003/87 (1). Εν συνεχεία, πρέπει να διευκρινιστεί το περιεχόμενό τους (2).
1. Έμμεση απαίτηση τεχνικής σύνδεσης
49. Όπως προκύπτει από τα προεκτεθέντα, ειδικότερα στα σημεία 40 έως 43 των παρουσών προτάσεων, κατά τη γνώμη μου, το πρώτο σκέλος του άρθρου 3, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2003/87 δεν θέτει τις ίδιες προϋποθέσεις με το δεύτερο σκέλος της διάταξης αυτής.
50. Φρονώ εντούτοις ότι η ως άνω διαπίστωση πρέπει να διαφοροποιηθεί ελαφρώς όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση του δεύτερου σκέλους, κατά την οποία δραστηριότητα η οποία δεν μνημονεύεται στο παράρτημα I της οδηγίας 2003/87 πρέπει να μπορεί να έχει επιπτώσεις στις εκπομπές. Η συγκεκριμένη προϋπόθεση έχει κάποια σημασία για το πρώτο σκέλος, στο μέτρο που αντικατοπτρίζει, στην πραγματικότητα, τα όρια του πεδίου εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας, όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 2 αυτής. Όπως προεκτέθηκε στο σημείο 21 των παρουσών προτάσεων, από το άρθρο αυτό προκύπτει ότι, ελλείψει εκπομπών κατά την έννοια του άρθρου 3, στοιχείο βʹ, της ίδιας οδηγίας, η δραστηριότητα δεν μπορεί να υπάγεται στο ΣΕΔΕ, έστω και αν μνημονεύεται στο παράρτημα I της οδηγίας.
51. Ομοίως, τείνω να θεωρώ ότι η δεύτερη προϋπόθεση του δεύτερου σκέλους του άρθρου 3, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2003/87, που αφορά την ύπαρξη τεχνικής σύνδεσης μεταξύ δραστηριότητας που μνημονεύεται στο παράρτημα I της εν λόγω οδηγίας και της συναφούς δραστηριότητας, απηχεί μια ευρύτερη προϋπόθεση, εγγενή στην έννοια της «σταθερής τεχνικής μονάδας». Καθορίζοντας τη δομή εντός της οποίας πρέπει να διεξάγονται οι δραστηριότητες που αποτελούν μέρος της εγκατάστασης, η έννοια εμπεριέχει καθεαυτήν την απαίτηση κάποιας τεχνικής σύνδεσης μεταξύ των εν λόγω δραστηριοτήτων.
52. Κατά τη γνώμη μου, το ανωτέρω συμπέρασμα μπορεί να τεκμηριωθεί μέσω της γραμματικής, τελολογικής και συστηματικής ερμηνείας της έννοιας της «σταθερής τεχνικής μονάδας».
53. Κατά τη συνήθη σημασία στην καθομιλουμένη, η «μονάδα» μπορεί να προσδιορίζει ένα σύνολο συνδεδεμένων στοιχείων, όπως είναι τα μέλη του ανθρώπινου σώματος, ένα στοιχείο που αποτελεί μέρος ομοιογενούς συνόλου, όπως είναι ένα προϊόν που παράγεται σε σειρά, ή μια τεχνική δομή που καθιστά δυνατή την εκτέλεση μιας πράξης, όπως είναι μια μονάδα παραγωγής (26). Κανένας από τους γλωσσολογικούς αυτούς ορισμούς δεν φαίνεται ικανοποιητικός στο πλαίσιο της οδηγίας 2003/87. Παρέχουν, εντούτοις, ορισμένες χρήσιμες ενδείξεις (27).
54. Επιπλέον, ένα από τα επίθετα που προσδιορίζουν τον όρο «μονάδα» καθορίζει τη φύση της απαιτούμενης σύνδεσης, η οποία πρέπει να είναι «τεχνική». Με το έτερο επίθετο διευκρινίζεται ότι η μονάδα πρέπει να είναι «σταθερή», προφανώς εν αντιθέσει προς ό,τι συμβαίνει με τις κινητές ή μετακινούμενες δραστηριότητες.
55. Πρέπει να ληφθεί επίσης υπόψη το γεγονός ότι ο όρος «μονάδα» χρησιμοποιείται για τον σκοπό του ορισμού της έννοιας της «εγκατάστασης» και ότι οι δραστηριότητες μιας εγκατάστασης δεν είναι οπωσδήποτε ομοιογενείς. Εν πάση περιπτώσει, τέτοια απαίτηση δεν προκύπτει από το άρθρο 3, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2003/87. Αντιθέτως, η σταθερή τεχνική μονάδα, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, μπορεί να περιλαμβάνει διάφορα είδη δραστηριοτήτων που μνημονεύονται στο παράρτημα I της εν λόγω οδηγίας.
56. Επομένως, κατά τη γνώμη μου, η έννοια της «σταθερής τεχνικής μονάδας» προσδιορίζει δραστηριότητες που μνημονεύονται στο παράρτημα I της οδηγίας 2003/87 οι οποίες συνδέονται τεχνικώς μεταξύ τους, χωρίς να είναι αναγκαίο να επιδιώκουν κοινή παραγωγή. Εξυπακούεται ότι τέτοια σύνδεση δεν απαιτείται όταν, εντός της εγκατάστασης, ασκείται μία και μόνη δραστηριότητα.
57. Η ανωτέρω ερμηνεία του πρώτου σκέλους του άρθρου 3, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2003/87 επιρρωννύεται από το άρθρο 2, σημείο 17, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2019/331, από το οποίο συνάγεται ότι η συγχώνευση δύο ή πλειόνων εγκαταστάσεων εξαρτάται από τρεις προϋποθέσεις. Κατά τη μία από τις εν λόγω προϋποθέσεις, οι οικείες εγκαταστάσεις πρέπει να είναι τεχνικώς συνδεδεμένες. Επομένως, η εφαρμογή της ως άνω διάταξης του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2019/331 προϋποθέτει τεχνική σύνδεση των τεχνικών μονάδων που συγχωνεύονται και, κατά συνέπεια, των δραστηριοτήτων που θα απαρτίζουν τη μελλοντική κοινή εγκατάσταση.
58. Λαμβανομένων υπόψη των παρατηρήσεων που προεκτέθηκαν, φρονώ ότι τόσο το πρώτο όσο και το δεύτερο σκέλος του ορισμού της «εγκατάστασης» απαιτούν την ύπαρξη τεχνικής σύνδεσης μεταξύ των δραστηριοτήτων που απαρτίζουν τέτοια εγκατάσταση, ανεξαρτήτως του αν πρόκειται μόνο για τις δραστηριότητες που εμπίπτουν στο παράρτημα I της οδηγίας 2003/87 ή αν πρέπει να περιληφθούν δραστηριότητες οι οποίες δεν μνημονεύονται στο εν λόγω παράρτημα. Με άλλα λόγια, η εγκατάσταση μπορεί να περιλαμβάνει μόνον τεχνικώς συνδεδεμένες δραστηριότητες.
2. Νομικό κριτήριο για τη διαπίστωση της ύπαρξης τεχνικής σύνδεσης
59. Το απαιτούμενο νομικό κριτήριο για τη διαπίστωση της ύπαρξης τεχνικής σύνδεσης χρήζει συμπληρωματικών διευκρινίσεων. Ειδικότερα, θα εξετάσω αν το εν λόγω κριτήριο, το οποίο είναι εγγενές στην έννοια της «σταθερής τεχνικής μονάδας», συγχέεται με τη ρητή προϋπόθεση η οποία τίθεται για τη συμπερίληψη των συναφών δραστηριοτήτων που δεν εμπίπτουν στο παράρτημα I της οδηγίας 2003/87.
α) Γενικές παρατηρήσεις σχετικά με το απαιτούμενο νομικό κριτήριο
60. Εκτιμώ ότι, κατ’ αρχήν, η έννοια της «σταθερής τεχνικής μονάδας» επιδέχεται ελαστική ερμηνεία, στο μέτρο που δεν οριοθετείται βάσει επακριβών κριτηρίων (28). Φρονώ, εντούτοις, ότι το ερμηνευτικό περιθώριο περιορίζεται από τις ενδείξεις που απορρέουν από την όλη οικονομία του άρθρου 3, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2003/87.
61. Συγκεκριμένα, όπως διαπίστωσα στο σημείο 58 των παρουσών προτάσεων, οι δραστηριότητες που μνημονεύονται στο παράρτημα I της οδηγίας 2003/87 αποτελούν μέρος «σταθερής τεχνικής μονάδας» όταν συνδέονται τεχνικώς μεταξύ τους. Εντούτοις, η προϋπόθεση αυτή τίθεται μόνον έμμεσα στο πρώτο σκέλος του ορισμού της έννοιας της «εγκατάστασης», ενώ προβλέπεται ρητώς στο δεύτερο σκέλος του ίδιου ορισμού. Η ανάλυση που παρέθεσα στα σημεία 39 έως 47 των παρουσών προτάσεων επιβεβαιώνει ότι πρόκειται περί διακριτών προϋποθέσεων οι οποίες δεν έχουν, κατά τη γνώμη μου, το ίδιο περιεχόμενο. Επομένως, η ερμηνεία της πρώτης από τις ανωτέρω προϋποθέσεις δεν πρέπει να στερεί από τη δεύτερη προϋπόθεση το αυτοτελές περιεχόμενό της.
62. Επιπλέον, από τα σημεία 43 και 44 των παρουσών προτάσεων προκύπτει ότι, κατά το άρθρο 3, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2003/87, η συγκέντρωση δραστηριότητας μη μνημονευόμενης στο παράρτημα I της εν λόγω οδηγίας με άλλη δραστηριότητα που εμπίπτει στο εν λόγω παράρτημα προϋποθέτει ότι οι δύο δραστηριότητες διεξάγονται σε μία και μόνη σταθερή τεχνική μονάδα. Εντούτοις, ο νομοθέτης της Ένωσης διευκρίνισε, με την προσθήκη ρητής προϋπόθεσης, ότι η συμπερίληψη, σε εγκατάσταση, των δραστηριοτήτων που δεν μνημονεύονται στο παράρτημα I εξαρτάται από την ύπαρξη τεχνικής σύνδεσης. Κατά τη γνώμη μου, τούτο καταδεικνύει τη βούληση θέσπισης υποχρέωσης ειδικής σύνδεσης δυνάμει του δεύτερου σκέλους του άρθρου 3, στοιχείο εʹ. Το νομικό κριτήριο που σχετίζεται με τέτοια ειδική σύνδεση θα πρέπει να είναι πιο αυστηρό από το νομικό κριτήριο που εφαρμόζεται στη σύνδεση που καθιερώνεται εμμέσως μόνο μέσω της έννοιας της «σταθερής τεχνικής μονάδας».
63. Θεωρώ, εξάλλου, ότι από την όλη οικονομία της οδηγίας 2003/87 καθεαυτήν συνάγεται ότι η απαίτηση σύνδεσης μεταξύ των δραστηριοτήτων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας δεν μπορεί να είναι τόσο δεσμευτική όσο η παρόμοια απαίτηση που προβλέπεται για τη συμπερίληψη, σε εγκατάσταση, των δραστηριοτήτων που άλλως δεν θα ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής της ίδιας οδηγίας (29).
64. Αντιθέτως, δεν θεωρώ ότι ο κύριος σκοπός του ΣΕΔΕ, ήτοι η μείωση των εκπομπών, μπορεί να αποτελέσει χρήσιμη ένδειξη για την εξακρίβωση του νομικού κριτηρίου που απαιτεί η έννοια της «σταθερής τεχνικής μονάδας». Η υποχρέωση συγκέντρωσης πλειόνων δραστηριοτήτων που εμπίπτουν στο παράρτημα I της οδηγίας 2003/87 σε μία και μόνη εγκατάσταση δεν συνεπάγεται άμεσα πλεονεκτήματα για το ΣΕΔΕ και, ειδικότερα, για τον σκοπό της μείωσης των εκπομπών CO2. Συγκεκριμένα, η υποχρέωση καταγραφής των εκπομπών τέτοιας δραστηριότητας παραμένει αμετάβλητη όταν ασκείται σε άλλη εγκατάσταση. Φρονώ ότι το γεγονός ότι η ευρεία ερμηνεία της έννοιας της «εγκατάστασης» θα μπορούσε να απλουστεύσει την εφαρμογή των κανόνων του ΣΕΔΕ, όταν πλείονες δραστηριότητες συνδέονται τεχνικώς μεταξύ τους, μεταξύ άλλων, μέσω μεταφορών θερμότητας, είναι αλυσιτελές (30).
65. Ομοίως, όπως και όλοι οι παριστάμενοι στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση, θεωρώ ότι καμία ένδειξη δεν μπορεί να συναχθεί από τον κανόνα του 95 %, που προβλέπεται στο παράρτημα I, σημείο 1, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 2003/87. Όπως εξέθεσα προκαταρκτικώς (31), κατά τον εν λόγω κανόνα, δεν εμπίπτουν πλέον στο πεδίο εφαρμογής του ΣΕΔΕ οι εγκαταστάσεις στις οποίες οι εκπομπές από την καύση βιομάζας υπερβαίνουν, κατά την περίοδο αναφοράς, το όριο του 95 % των συνολικών εκπομπών. Ο εν λόγω κανόνας δεν συνηγορεί υπέρ, ούτε τάσσεται κατά, ευρείας ερμηνείας της έννοιας της «σταθερής τεχνικής μονάδας».
66. Συγκεκριμένα, η συγκέντρωση δύο δραστηριοτήτων, εκ των οποίων μία, εξεταζόμενη μεμονωμένα, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2003/87, σύμφωνα με τον κανόνα του 95 %, μπορεί να έχει εκ διαμέτρου αντίθετα αποτελέσματα. Ειδικότερα, είτε η υπέρβαση του ορίου του 95 % συνεχίζεται, όπως συμβαίνει στην υπό κρίση υπόθεση, είτε η υπέρβαση του ορίου παύει. Στη δεύτερη περίπτωση, η κοινή εγκατάσταση εξακολουθεί να υπάγεται στο ΣΕΔΕ, όπερ μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την υπεραντιστάθμιση της πρώτης εκ των δύο δραστηριοτήτων κατά τη δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής. Το κίνητρο μείωσης των εκπομπών της δεύτερης δραστηριότητας θα μειωνόταν ενδεχομένως (32).
67. Λαμβανομένων υπόψη των παρατηρήσεων που προεκτέθηκαν, εκτιμώ ότι η απαίτηση τεχνικής σύνδεσης, η οποία απορρέει εμμέσως από την έννοια της «σταθερής τεχνικής μονάδας», πρέπει να τύχει ερμηνείας πιο ελαστικής από τη ρητή προϋπόθεση που αφορά την ύπαρξη τεχνικής σύνδεσης, η οποία προβλέπεται στο δεύτερο σκέλος του άρθρου 3, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2003/87.
β) Εξειδίκευση του απαιτούμενου νομικού κριτηρίου
68. Προκειμένου να εξακριβωθεί ειδικώς το νομικό κριτήριο που απαιτείται για τη διαπίστωση της τεχνικής σύνδεσης που προβλέπεται εμμέσως στο πρώτο σκέλος του άρθρου 3, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2003/87, θα εκκινήσω από τη νομολογία σχετικά με την ερμηνεία του δεύτερου σκέλους.
69. Από τις σκέψεις 42 έως 48 της απόφασης Granarolo (33)προκύπτει ότι η ύπαρξη σύνδεσης μεταξύ διαφόρων δραστηριοτήτων για τον σκοπό της παροχής ενέργειας μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά τεχνική σύνδεση μόνον εάν χαρακτηρίζεται από ειδική και διακριτή μορφή ενσωμάτωσης στο πλαίσιο της τεχνικής διαδικασίας που προσιδιάζει στην κύρια δραστηριότητα. Τούτο συμβαίνει όταν η σύνδεση μεταξύ διαφόρων δραστηριοτήτων συμβάλλει στην πληρότητα της συνολικής τεχνικής διαδικασίας της κύριας δραστηριότητας. Από την ίδια απόφαση συνάγεται ότι τέτοιος βαθμός πληρότητας επιτυγχάνεται όταν η συναφής δραστηριότητα παράγει ένα προϊόν το οποίο είναι απαραίτητο για τη διεξαγωγή της κύριας δραστηριότητας και, επομένως, σε περίπτωση διακοπής της παροχής, η κύρια δραστηριότητα δεν θα μπορούσε να συνεχιστεί (34).
70. Με την ως άνω προκριθείσα ερμηνεία του δεύτερου σκέλους του άρθρου 3, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2003/87, το Δικαστήριο συνένωσε δύο διακριτές προϋποθέσεις του συγκεκριμένου σκέλους, ήτοι, αφενός, την προϋπόθεση που αφορά την άμεση σχέση της συναφούς δραστηριότητας με την κύρια δραστηριότητα και, αφετέρου, την προϋπόθεση που αφορά την τεχνική σύνδεση των δραστηριοτήτων αυτών. Ειδικότερα, ο απαραίτητος χαρακτήρας της συναφούς δραστηριότητας για τη διεξαγωγή της κύριας δραστηριότητας καταδεικνύει μάλλον μια άμεση σχέση παρά μια τεχνική σύνδεση, όπως προκύπτει, κατά τη γνώμη μου, από τις αποφάσεις Elektriciteits Produktiemaatschappij Zuid-Nederland EPZ (35)και Granarolo (36).
71. Η προσέγγιση του Δικαστηρίου όχι μόνον δικαιολογεί τη στενή ερμηνεία της έννοιας της «τεχνικής σύνδεσης», αλλά, κατά τη γνώμη μου, επιβεβαιώνει περαιτέρω ότι η ερμηνεία αυτή δεν είναι άμεσα χρήσιμη για την εξακρίβωση του περιεχομένου της έννοιας της «σταθερής τεχνικής μονάδας». Συγκεκριμένα, η προϋπόθεση της άμεσης σχέσης μεταξύ της συναφούς δραστηριότητας και της κύριας δραστηριότητας δεν αφορά το πρώτο σκέλος του άρθρου 3, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2003/87. Ειδικότερα, φρονώ ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι απορρέει, εμμέσως, από την έννοια της «σταθερής τεχνικής μονάδας». Επιπλέον, η εν λόγω προϋπόθεση περιλαμβάνεται στις προϋποθέσεις που διέπουν ειδικώς τη συμπερίληψη των δραστηριοτήτων οι οποίες δεν μνημονεύονται στο παράρτημα I της επίμαχης οδηγίας. Επομένως, η εν λόγω προϋπόθεση θέτει νομικό κριτήριο αυστηρότερο από το νομικό κριτήριο που απαιτείται για τη συγκέντρωση των δραστηριοτήτων που μνημονεύονται στο ανωτέρω παράρτημα (37).
72. Υπό τις συνθήκες αυτές, και λαμβανομένων επίσης υπόψη των παρατηρήσεων που προεκτέθηκαν στα σημεία 59 έως 67 των παρουσών προτάσεων, εκτιμώ ότι η ύπαρξη σταθερής τεχνικής μονάδας απαρτιζόμενης από δύο δραστηριότητες που εμπίπτουν στο παράρτημα I της οδηγίας 2003/87 προϋποθέτει ότι η μία δραστηριότητα συμβάλλει στη λειτουργία της έτερης δραστηριότητας και ότι η συμβολή αυτή υλοποιείται μέσω οποιασδήποτε τεχνικής σύνδεσης μεταξύ τους.
73. Όσον αφορά το αντικείμενο ή τη φύση της συμβολής, τείνω να θεωρώ ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη, κατ’ αναλογίαν, η νομολογία σχετικά με τη δεύτερη προϋπόθεση του δεύτερου σκέλους του άρθρου 3, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2003/87. Ενδεχομένως, θα πρέπει να απαιτείται, κατ’ ελάχιστον, μία από τις δραστηριότητες να συμβάλει στη συνολική τεχνική διαδικασία της έτερης δραστηριότητας. Αντιθέτως, ο βαθμός έντασης ή η έκταση της συμβολής είναι κατ’ ανάγκην μικρότερος από τον απαιτούμενο για τη συμπερίληψη των δραστηριοτήτων που δεν μνημονεύονται στο παράρτημα I της οδηγίας 2003/87, ακριβώς διότι αμφότερες οι δραστηριότητες εμπίπτουν στο εν λόγω παράρτημα. Ως εκ τούτου, φρονώ ότι δεν είναι αναγκαίο η συμβολή να είναι ειδική, ακόμη και απαραίτητη. Υπ’ αυτήν την έννοια, συμβολή συνιστά η παροχή εισροής που παράγεται από μία εκ των δραστηριοτήτων στην έτερη. Για παράδειγμα, μπορεί να πρόκειται για την εισφορά πλεονάσματος ενέργειας ή τη μεταφορά άλλου προϊόντος, που χρησιμοποιούνται για τον σκοπό της διεξαγωγής της συνδεδεμένης δραστηριότητας. Αντιθέτως, η από κοινού χρήση ορισμένων υποδομών που δεν συμβάλλουν στη διαδικασία παραγωγής, όπως είναι ένα κτίριο ή ένα σύστημα απορροής των όμβριων υδάτων, δεν θα πρέπει να είναι λυσιτελής (38).
74. Όσον αφορά τη φύση της τεχνικής σύνδεσης, εκτιμώ, επίσης κατ’ αναλογίαν με τη νομολογία, ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη η πρακτική οργάνωση του τόπου στον οποίο διεξάγονται οι οικείες δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένης, μεταξύ άλλων, της τοποθέτησης αγωγών ή άλλων συστημάτων που καθιστούν δυνατή τη μεταφορά των προϊόντων τους μεταξύ των οικείων δραστηριοτήτων. Φρονώ ότι οι συμβατικοί όροι που δεσμεύουν δύο επιχειρήσεις μεταξύ τους δεν είναι καθοριστικής σημασίας συναφώς (39).
Δ. Όρια της έννοιας της «σταθερής τεχνικής μονάδας»
75. Το προεκτεθέν περιεχόμενο του πρώτου σκέλους του ορισμού της έννοιας της «εγκατάστασης» είναι πολύ ευρύ. Μπορεί να συγκεντρώνει δραστηριότητες που εμπίπτουν στο παράρτημα I της οδηγίας 2003/87 για τον λόγο και μόνον ότι υφίσταται τεχνική σύνδεση μεταξύ τους, ανεξαρτήτως της εγγύτητας των εργοστασίων στα οποία διεξάγονται οι εν λόγω δραστηριότητες ή της ταυτότητας των ιδιοκτητών τους. Τούτο μπορεί να συνεπάγεται πρακτικές δυσχέρειες, στο μέτρο που η μεταφορά της θερμότητας, η οποία παράγεται παρεμπιπτόντως σε ένα εργοστάσιο, προς άλλο εργοστάσιο, το οποίο τη χρησιμοποιεί για τη δική του παραγωγή, αποτελεί σημαντική στρατηγική για τη μείωση των εκπομπών (40).
76. Εντούτοις, το ευρύ περιεχόμενο του πρώτου σκέλους του επίμαχου ορισμού υπόκειται, κατά τη γνώμη μου, σε δύο περιορισμούς, εκ των οποίων ο πρώτος αφορά την τοποθεσία των εργοστασίων στα οποία διεξάγονται δραστηριότητες που εμπίπτουν στο παράρτημα I της οδηγίας 2003/87 (1) και ο δεύτερος το πρόσωπο του φορέα εκμετάλλευσης (2).
1. Ο περιορισμός που αφορά την τοποθεσία των εργοστασίων
77. Κατά τη γνώμη μου, από το γράμμα του άρθρου 3, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2003/87 προκύπτει ότι οι δραστηριότητες της σταθερής τεχνικής μονάδας, ανεξαρτήτως του αν εμπίπτουν στο παράρτημα I της εν λόγω οδηγίας, πρέπει να διεξάγονται στον ίδιο τόπο (41). Αφενός, τέτοια απαίτηση περιέχεται επίσης στη διατύπωση της δεύτερης προϋπόθεσης του δεύτερου σκέλους της εν λόγω διάταξης, η οποία απαιτεί τεχνική σύνδεση μεταξύ των δραστηριοτήτων που δεν μνημονεύονται στο παράρτημα I και των «διεξαγόμεν[ων] δραστηρι[οτήτων] στο συγκεκριμένο τόπο».
78. Αφετέρου, η ανωτέρω γραμματική ερμηνεία του άρθρου 3, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2003/87 επιρρωννύεται από το άρθρο 2, σημείο 17, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2019/331. Όπως προεκτέθηκε, από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η συγχώνευση δύο ή πλειόνων εγκαταστάσεων εξαρτάται από τρεις προϋποθέσεις (42). Επιπλέον της ύπαρξης τεχνικής σύνδεσης, το ανωτέρω σημείο απαιτεί, μεταξύ άλλων, η εκμετάλλευση των εγκαταστάσεων που συγχωνεύονται να πραγματοποιείται στον ίδιο χώρο.
79. Δεδομένου ότι η έννοια του «τόπου» («χώρου» στον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό 2019/331) δεν ορίζεται ούτε στην οδηγία 2003/87 ούτε στον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό 2019/331, πρέπει κατ’ αρχάς να εξακριβωθεί το περιεχόμενό της βάσει της συνήθους σημασίας του όρου, διευκρινιζομένου ότι ορισμένες γλωσσικές αποδόσεις της οδηγίας 2003/87 χρησιμοποιούν γενικότερες έννοιες οι οποίες παραπέμπουν στις διεξαγόμενες στον ίδιο τόπο δραστηριότητες. Στην υπό κρίση υπόθεση, οι έννοιες αυτές προσδιορίζουν, όπως άλλωστε και ο όρος «τόπος», είτε την τοποθεσία μιας βιομηχανίας, δηλαδή τον τόπο εγκατάστασης ενός εργοστασίου, είτε έναν ευρύτερο χώρο, όπως είναι ένα βιομηχανικό πάρκο, που προορίζεται για την υποδοχή εργοστασίων, βιομηχανιών ή επιχειρήσεων (43).
80. Εάν δεν απατώμαι, ούτε η οδηγία 2003/87 ούτε ο κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός 2019/331 περιέχουν ρητές διευκρινίσεις που καθιστούν δυνατή την περαιτέρω οριοθέτηση του περιεχομένου της έννοιας του «τόπου». Πάντως, όπως προεξέθεσα (44), δεν θεωρώ ότι η χρήση μιας έννοιας που χρήζει ορισμού παρέχει, απουσία παραπομπής στο εθνικό δίκαιο, περιθώριο εκτίμησης στα κράτη μέλη όσον αφορά τον ορισμό της. Αντιθέτως, η ομοιόμορφη ερμηνεία της έννοιας είναι επιβεβλημένη, μεταξύ άλλων, προκειμένου να διασφαλίζεται η ίση μεταχείριση των φορέων εκμετάλλευσης. Επομένως, το περιεχόμενο της έννοιας του «τόπου» πρέπει να καθοριστεί με γνώμονα το πλαίσιο εντός του οποίου χρησιμοποιείται και των σκοπών που επιδιώκονται από το ΣΕΔΕ.
81. Μολονότι ο σκοπός της μείωσης των εκπομπών δεν θα πρέπει να ασκεί επιρροή στην ερμηνεία της έννοιας της «εγκατάστασης» (45), εντούτοις η υπαγωγή στο ΣΕΔΕ των δραστηριοτήτων που δεν μνημονεύονται στο παράρτημα I της οδηγίας 2003/87 θα μπορούσε να συνηγορεί υπέρ ευρείας ερμηνείας της έννοιας του «τόπου».
82. Επισημαίνεται, εξάλλου, ότι, σε επεξηγηματικό έγγραφο (46), η Επιτροπή διευκρινίζει ότι η ύπαρξη στενού γεωγραφικού δεσμού μεταξύ των δραστηριοτήτων ή η μεταξύ τους σύνδεση μέσω μη δημόσιων οδών μεταφοράς θα αποτελεί ένδειξη της διεξαγωγής τους στον ίδιο τόπο. Τέτοια ένδειξη θα αποτελεί επίσης η ύπαρξη τεχνικής σύνδεσης μεταξύ διαφορετικών εκτάσεων γης ή περιοχών, έστω και αν η μεταξύ τους απόσταση είναι μεγάλη.
83. Παρά τα ανωτέρω στοιχεία, τα γεωγραφικά όρια του τόπου της εγκατάστασης παραμένουν ασαφή, στοιχείο το οποίο δεν συνιστά πρόβλημα στην υπό κρίση υπόθεση, δεδομένου ότι η παρουσία των εργοστασίων παραγωγής χαρτοπολτού και χαρτοποιίας στον ίδιο τόπο δεν αμφισβητείται. Είναι αληθές ότι, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Metsä Board διευκρίνισε ότι τα δύο εργοστάσια βρίσκονται σε εκτάσεις γης που ανήκουν σε διαφορετικούς ιδιοκτήτες. Απαντώντας σε ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου, η εταιρία διευκρίνισε εντούτοις ότι πρόκειται περί του ίδιου τόπου. Οι δύο μονάδες παραγωγής βρίσκονται η μία δίπλα στην άλλη και υπάρχουν φυσικές συνδέσεις μεταξύ τους, με αποτέλεσμα ο εξωτερικός παρατηρητής να μην μπορεί να ξεχωρίσει ευχερώς τους τόπους στους οποίους διεξάγονται οι επιμέρους δραστηριότητες. Ως εκ τούτου, για τους σκοπούς των παρουσών προτάσεων δεν απαιτείται περαιτέρω αποσαφήνιση των γεωγραφικών ορίων που είναι εγγενή στην έννοια του «τόπου».
84. Υπό τις συνθήκες αυτές, προτείνω να γίνει δεκτό ότι η έννοια του «τόπου» μπορεί να προσδιορίζει έναν χώρο, όπως είναι ένα βιομηχανικό πάρκο, το οποίο προορίζεται για την υποδοχή εργοστασίων, βιομηχανιών ή επιχειρήσεων.
2. Ο περιορισμός που αφορά τον φορέα εκμετάλλευσης
85. Φρονώ ότι, μολονότι οι προϋποθέσεις του πρώτου σκέλους του ορισμού της έννοιας της «εγκατάστασης» πληρούνται, ήτοι πλείονες δραστηριότητες οι οποίες μνημονεύονται στο παράρτημα I της οδηγίας 2003/87 συνδέονται τεχνικώς μεταξύ τους και διεξάγονται στον ίδιο τόπο, οι εν λόγω δραστηριότητες δεν απαρτίζουν κατ’ ανάγκην σταθερή τεχνική μονάδα. Ειδικότερα, εκτιμώ ότι ορισμένοι νομικοί λόγοι οδηγούν στο συμπέρασμα ότι τέτοιες δραστηριότητες αποτελούν μέρος σταθερής τεχνικής μονάδας –και, επομένως, εγκατάστασης– μόνον όταν τελούν υπό τον έλεγχο ενός και μόνου φορέα εκμετάλλευσης, κατά την έννοια του άρθρου 3, στοιχείο στʹ, της εν λόγω οδηγίας.
α) Προσδιορισμός του προσώπου του φορέα εκμετάλλευσης
86. Προτού εξεταστούν οι λόγοι που δικαιολογούν το να ληφθεί υπόψη ο φορέας εκμετάλλευσης για τον σκοπό της οριοθέτησης της εγκατάστασης, είναι σκόπιμο να προσδιοριστεί το πρόσωπο (ή τα πρόσωπα) που μπορεί να χαρακτηριστεί ως φορέας εκμετάλλευσης και να εξακριβωθεί ο ρόλος του εντός του ΣΕΔΕ.
87. Από το άρθρο 3, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2003/87 προκύπτει ότι ο ορισμός της έννοιας περιλαμβάνει τρεις περιπτώσεις. Συγκεκριμένα, ως φορέας εκμετάλλευσης χαρακτηρίζεται το πρόσωπο το οποίο εκμεταλλεύεται εγκατάσταση ή τη διευθύνει ή, εάν τα κράτη μέλη το επιτρέπουν, το πρόσωπο στο οποίο έχουν μεταβιβαστεί αποφασιστικές οικονομικές εξουσίες όσον αφορά την τεχνική λειτουργία της εγκατάστασης. Οι τρεις περιπτώσεις μεταφέρθηκαν στην εθνική νομοθεσία. Κατά τη γνώμη μου, συγχέονται σε μεγάλο βαθμό καθότι έχουν το ίδιο ουσιαστικό περιεχόμενο.
88. Η νομολογία δεν επιβεβαιώνει ρητώς την ανωτέρω εκτίμηση. Εντούτοις, από την απόφαση Granarolo προκύπτει ότι ένα πρόσωπο μπορεί να είναι ο φορέας εκμετάλλευσης εγκατάστασης μόνον εάν έχει τον αποτελεσματικό έλεγχο επί της λειτουργίας της και, επομένως, επί των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου που απελευθερώνει. Το πρόσωπο αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκην ο ιδιοκτήτης. Είναι αληθές ότι ο έλεγχος επί της λειτουργίας της εγκατάστασης μπορεί να είναι αποτέλεσμα της άσκησης των δικαιωμάτων του από τον ιδιοκτήτη της εγκατάστασης. Εντούτοις, ο ιδιοκτήτης μπορεί να προβλέψει, συμβατικώς, ότι άλλο πρόσωπο είναι υπεύθυνο για την εκμετάλλευση, αναθέτοντας, μεταξύ άλλων, στο πρόσωπο αυτό το δικαίωμα καθορισμού του επιπέδου παραγωγής. Τέτοια διαπίστωση μπορεί να θεωρηθεί ως μεταβίβαση αποφασιστικής οικονομικής εξουσίας όσον αφορά τη λειτουργία της εγκατάστασης (47).
89. Στην υπό κρίση υπόθεση, οι ανωτέρω παρατηρήσεις επιβεβαιώνουν ότι το γεγονός ότι η Metsä Board κατέχει πλειοψηφική συμμετοχή στην Husum Pulp δεν συνεπάγεται καθεαυτό ότι η Metsä Board είναι ο φορέας εκμετάλλευσης της δραστηριότητας παραγωγής χαρτοπολτού την οποία ασκεί η Husum Pulp.
90. Κατά τη γνώμη μου, από την όλη οικονομία της οδηγίας 2003/87 προκύπτει ότι η απαίτηση πραγματικού ελέγχου επί της λειτουργίας της εγκατάστασης συνδέεται στενά με τις υποχρεώσεις που υπέχει ο φορέας εκμετάλλευσης στο πλαίσιο του ΣΕΔΕ. Ειδικότερα, ο νομοθέτης της Ένωσης θεώρησε ότι, ως υπεύθυνος για την απελευθέρωση των εκπομπών της εγκατάστασης την οποία διαχειρίζεται, ο φορέας εκμετάλλευσης πρέπει να είναι σε θέση να παρακολουθεί και να δηλώνει τις εν λόγω εκπομπές (48). Η υποχρέωση αυτή αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των προϋποθέσεων από τις οποίες εξαρτάται η χορήγηση άδειας εκπομπής αερίων του θερμοκηπίου στον φορέα εκμετάλλευσης εγκατάστασης, δυνάμει των άρθρων 4 έως 6 της οδηγίας 2003/87. Ελλείψει άδειας, η άσκηση των δραστηριοτήτων που μνημονεύονται στο παράρτημα I της εν λόγω οδηγίας απαγορεύεται. Στον φορέα εκμετάλλευσης της εγκατάστασης απόκειται επίσης η παράδοση, το αργότερο στις 30 Σεπτεμβρίου κάθε έτους, αριθμού δικαιωμάτων που αντιστοιχεί στις συνολικές εκπομπές της εν λόγω εγκατάστασης κατά τη διάρκεια του προηγούμενου ημερολογιακού έτους, δυνάμει του άρθρου 12, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της ίδιας οδηγίας. Η τελευταία ως άνω υποχρέωση είναι ένας από τους πυλώνες του ΣΕΔΕ (49).
91. Εξάλλου, το άρθρο 3, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2003/87 βασίζεται στην αρχή του ενιαίου φορέα εκμετάλλευσης. Από το γράμμα της διάταξης συνάγεται ότι η εκμετάλλευση της εγκατάστασης πρέπει να ασκείται από ένα και μόνο πρόσωπο (50). Ομοίως, τα άρθρα 4 και 6 της οδηγίας μνημονεύουν, στον ενικό αριθμό, τον φορέα εκμετάλλευσης μίας ή πλειόνων εγκαταστάσεων. Επιπλέον, το άρθρο 6, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της εν λόγω οδηγίας προβλέπει ρητώς ότι ο ίδιος φορέας εκμετάλλευσης μπορεί να εκμεταλλεύεται πλείονες εγκαταστάσεις. Αντιστρόφως, δεν γίνεται μνεία σε εκμετάλλευση μίας εγκατάστασης από πλείονες φορείς εκμετάλλευσης.
92. Κατά τη γνώμη μου, η αρχή του ενιαίου φορέα εκμετάλλευσης συνάδει με τη λογική που διέπει το σύστημα που θέσπισε ο νομοθέτης της Ένωσης. Βούληση του νομοθέτη ήταν να προσδιορίσει ένα και μόνο πρόσωπο ως υπεύθυνο για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων από τις οποίες το ΣΕΔΕ εξαρτά την άσκηση των δραστηριοτήτων που απελευθερώνουν αέρια του θερμοκηπίου (51). Άλλωστε, το πρόστιμο που προβλέπεται στο άρθρο 16, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87 επιβάλλεται στον φορέα εκμετάλλευσης, όταν δεν συμμορφώνεται προς την απαίτηση παράδοσης επαρκών δικαιωμάτων εκπομπής (52).
93. Κατά συνέπεια, κατά τη χορήγηση των αδειών εκπομπής αερίων του θερμοκηπίου, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών πρέπει να διασφαλίζουν ότι το πρόσωπο που ορίζεται ως φορέας εκμετάλλευσης εγκατάστασης έχει πραγματικά τον έλεγχο επί της λειτουργίας της και είναι σε θέση να συμμορφώνεται προς τις υποχρεώσεις παρακολούθησης και δήλωσης των εκπομπών, καθώς και παράδοσης των δικαιωμάτων εκπομπής. Συντασσόμενος με την άποψη της Νορβηγικής Κυβέρνησης, υπογραμμίζω ότι οι εθνικές αρχές μπορούν να διαθέτουν περιθώριο εκτίμησης μόνον εντός των ορίων της κατά περίπτωση εξέτασης των ανωτέρω κριτηρίων.
β) Διαφοροποίηση των εγκαταστάσεων αναλόγως του φορέα εκμετάλλευσης
94. Μετά τον καθορισμό των κριτηρίων βάσει των οποίων μπορούν να προσδιοριστούν το πρόσωπο του φορέα εκμετάλλευσης και οι ευθύνες του, θα εξετάσω, όπως προεξέθεσα, τους λόγους για τους οποίους δύο ή πλείονες δραστηριότητες που μνημονεύονται στο παράρτημα I της οδηγίας 2003/87 απαρτίζουν σταθερή τεχνική μονάδα μόνον όταν τελούν υπό τον έλεγχο ενός και του αυτού φορέα εκμετάλλευσης.
95. Συναφώς, μολονότι τέτοια απαίτηση δεν προκύπτει ρητώς από το γράμμα του άρθρου 3, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2003/87, υπό το πρίσμα του ορισμού που παρέχεται σε αυτόν, τείνω να θεωρώ ότι μια δραστηριότητα μπορεί να αποτελεί μέρος εγκατάστασης μόνον εάν ο φορέας εκμετάλλευσης την ελέγχει πραγματικά. Με άλλα λόγια, δεν είναι η τεχνική σύνδεση μεταξύ διαφόρων δραστηριοτήτων που εμπίπτουν στο παράρτημα I της εν λόγω οδηγίας το στοιχείο το οποίο καθορίζει, τελικώς, ότι ανήκουν σε ενιαία εγκατάσταση, αλλά ο έλεγχος που ασκεί ο φορέας εκμετάλλευσης επ’ αυτών.
96. Κατά τη γνώμη μου, η ως άνω ερμηνεία του άρθρου 3, στοιχείο εʹ, σε συνδυασμό με το άρθρο 3, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2003/87, είναι σύμφωνη με την όλη οικονομία και τους σκοπούς της οδηγίας.
97. Ειδικότερα, αφενός, φρονώ ότι το κριτήριο του ελέγχου που ασκεί ο φορέας εκμετάλλευσης είναι στοιχείο το οποίο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τη διαδικασία χορήγησης άδειας που προβλέπεται στα άρθρα 4 έως 6 της οδηγίας 2003/87. Δυνάμει των διατάξεων αυτών, απόκειται στον φορέα εκμετάλλευσης να ζητήσει τη χορήγηση άδειας εκπομπής αερίων του θερμοκηπίου, προσδιορίζοντας με την αίτησή του τις δραστηριότητες που αποτελούν μέρος της εγκατάστασης για την οποία είναι υπεύθυνος. Για την οριοθέτηση της εν λόγω ευθύνης, ο φορέας εκμετάλλευσης οφείλει κατ’ ανάγκην να κοινοποιεί στην αρμόδια αρχή τις πληροφορίες που παρέχουν στην εν λόγω αρχή τη δυνατότητα να εξακριβώσει ότι πληροί τις απαιτούμενες κανονιστικές απαιτήσεις. Όπως επισήμανα επανειλημμένως, ο φορέας εκμετάλλευσης πρέπει να έχει τον αποτελεσματικό έλεγχο επί της λειτουργίας της εγκατάστασης και, επομένως, επί των δραστηριοτήτων που την απαρτίζουν και πρέπει να είναι σε θέση να παρακολουθεί και να δηλώνει τις εκπομπές που παράγει η διεξαγωγή των εν λόγω δραστηριοτήτων (53).
98. Αφετέρου, η ανωτέρω ερμηνεία του άρθρου 3, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2003/87 δεν θέτει υπό αμφισβήτηση τον σκοπό της μείωσης των εκπομπών. Συγκεκριμένα, όπως προεκτέθηκε στο σημείο 64 των παρουσών προτάσεων, η συγκέντρωση των δραστηριοτήτων που εμπίπτουν στο παράρτημα I της εν λόγω οδηγίας σε μία και μόνη εγκατάσταση δεν συνεπάγεται ιδιαίτερα πλεονεκτήματα για την επίτευξη του προμνησθέντος σκοπού. Επομένως, θα πρέπει να είναι αλυσιτελές για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού το αν οι δραστηριότητες αυτές, όταν διεξάγονται στον ίδιο τόπο και συνδέονται τεχνικώς μεταξύ τους, αποτελούν ή όχι μέρος μίας και μόνης εγκατάστασης.
99. Θεωρώ ότι η ανωτέρω ερμηνεία του άρθρου 3, στοιχείο εʹ, σε συνδυασμό με το στοιχείο στʹ του ίδιου άρθρου της οδηγίας 2003/87, επιρρωννύεται από πλείονες διατάξεις του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2019/331, ο οποίος συμπληρώνει τους κανόνες της οδηγίας σχετικά με τη δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής στις εγκαταστάσεις.
100. Κατ’ αρχάς, κατ’ εμέ, από το άρθρο 2, σημεία 17 και 18, του προμνησθέντος κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού προκύπτει ότι ο προσδιορισμός ενιαίας εγκατάστασης, η οποία διεξάγει τις δραστηριότητες που μνημονεύονται στο παράρτημα I της οδηγίας 2003/87, απαιτεί να πληρούνται πλείονες απαιτήσεις, περιλαμβανομένης της απαίτησης περί κοινού φορέα εκμετάλλευσης. Από τα ανωτέρω σημεία συνάγεται ότι δύο ή πλείονες εγκαταστάσεις μπορούν να καλύπτονται από χωριστές άδειες και να συνυπάρχουν ανεξάρτητα, μολονότι είναι τεχνικώς συνδεδεμένες και η εκμετάλλευσή τους πραγματοποιείται στον ίδιο τόπο. Στο άρθρο 2, σημείο 18, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2019/331 διευκρινίζεται ότι τέτοια συνύπαρξη απαιτεί την εκμετάλλευση διαφορετικών εγκαταστάσεων από διαφορετικούς φορείς εκμετάλλευσης. Κατά συνέπεια, ο έλεγχος που ασκεί ο φορέας εκμετάλλευσης είναι το στοιχείο που καθιστά δυνατή την εξακρίβωση της ύπαρξης ενιαίας εγκατάστασης ή πλειόνων χωριστών εγκαταστάσεων.
101. Εν συνεχεία, το άρθρο 2, σημείο 17, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2019/331 επιβεβαιώνει ότι η συγκέντρωση σε ενιαία εγκατάσταση πλειόνων δραστηριοτήτων που υπάγονται στο παράρτημα I της οδηγίας 2003/87 εξαρτάται όντως από την πλήρωση τριών σωρευτικών προϋποθέσεων. Επομένως, απαιτείται τεχνική σύνδεση μεταξύ των δραστηριοτήτων, η διεξαγωγή τους πρέπει να πραγματοποιείται στον ίδιο τόπο και πρέπει να τελούν υπό τον έλεγχο ενός και μόνου φορέα εκμετάλλευσης ο οποίος διαθέτει αντίστοιχη άδεια εκπομπής αερίων του θερμοκηπίου.
102. Τέλος, οι ειδικοί κανόνες σχετικά με την κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής στη δραστηριότητα παραγωγής χαρτοπολτού βασίζονται στην παραδοχή ότι τεχνικώς συνδεδεμένες δραστηριότητες, όπως είναι η παραγωγή χαρτιού και χαρτονιού, μπορούν να πραγματοποιούνται εντός διαφορετικών εγκαταστάσεων. Συγκεκριμένα, κατά το άρθρο 16, παράγραφος 6, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2019/331, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το παράρτημα IV, σημείο 2.7, στοιχείο ιαʹ, του εν λόγω κανονισμού, ο αριθμός δικαιωμάτων που κατανέμονται δωρεάν θα πρέπει να μειωθεί εάν ο χαρτοπολτός δεν διατίθεται στην αγορά, αλλά μεταποιείται σε χαρτί στην ίδια εγκατάσταση ή σε άλλες τεχνικώς συνδεδεμένες με αυτήν εγκαταστάσεις (54).
103. Επιπλέον, οι ανωτέρω διατάξεις επιβεβαιώνουν τη διαπίστωση ότι ο σκοπός της μείωσης των εκπομπών δεν συνιστά ένδειξη ότι η έννοια της «εγκατάστασης» βασίζεται αποκλειστικά και μόνο στην ύπαρξη τεχνικών συνδέσεων μεταξύ των διαφόρων δραστηριοτήτων, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ο φορέας εκμετάλλευσής τους (55).
104. Εξάλλου, η απαίτηση συγκέντρωσης, εντός ενιαίας εγκατάστασης, των δραστηριοτήτων που εμπίπτουν στο παράρτημα I της οδηγίας 2003/87, οι οποίες συνδέονται τεχνικώς μεταξύ τους, ανταποκρίνεται, κατά τη γνώμη μου, σε δύο αλληλένδετες λειτουργίες μόνον εφόσον διεξάγονται από κοινό φορέα εκμετάλλευσης. Αφενός, η απαίτηση διασφαλίζει ότι το ΣΕΔΕ σέβεται τον τρόπο εκμετάλλευσης των επιχειρήσεων σύμφωνα με την οικονομική και τεχνική πραγματικότητα. Αφετέρου, φρονώ ότι η εν λόγω απαίτηση είναι ικανή να εμποδίσει την επίπλαστη κατάτμηση των δραστηριοτήτων παραγνωρίζοντας την οικονομική και τεχνική πραγματικότητα (56).
105. Τέτοια κατάτμηση θα μπορούσε να προκύψει από τη διάσπαση δραστηριοτήτων που εμπίπτουν στο παράρτημα I της οδηγίας 2003/87, οι οποίες συνδέονται τόσο στενά μεταξύ τους ώστε η αυτόνομη διεξαγωγή τους να μην είναι, στην πραγματικότητα, δυνατή. Φρονώ, εντούτοις, ότι τέτοια διάσπαση θα αντετίθετο στην ίδια την έννοια του «φορέα εκμετάλλευσης». Τούτο δε για δύο συγκεκριμένους λόγους. Αφενός, λόγω των τεχνικών ρυθμίσεων, ο φορέας εκμετάλλευσης μίας εκ των νεοσυσταθεισών οντοτήτων εξακολουθεί εν τοις πράγμασι να ελέγχει τη λειτουργία της έτερης. Επομένως, θα διατηρεί τον έλεγχο επ’ αυτής, τούτο δε αποκλείει –κατά τη γνώμη μου– τη χορήγηση χωριστής άδειας σε διαφορετικό φορέα εκμετάλλευσης. Αφετέρου, η αλληλεξάρτηση δύο οντοτήτων θα μπορούσε να παρέχει σε έναν φορέα εκμετάλλευσης τη δυνατότητα να εμποδίζει τη δραστηριότητα του ετέρου φορέα εκμετάλλευσης, με αποτέλεσμα ουδείς να ελέγχει τη λειτουργία της οντότητας που του αποδίδεται. Οι εν λόγω φορείς εκμετάλλευσης δεν θα πληρούσαν ενδεχομένως τις απαιτήσεις που απορρέουν από το άρθρο 3, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2003/87, όπερ θα συνεπαγόταν την απόρριψη των αιτήσεών τους χορήγησης άδειας.
106. Μολονότι το Γενικό Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφανθεί σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων δικαίου στην υπό κρίση υπόθεση (57), φρονώ ότι είναι, εντούτοις, χρήσιμο να υπογραμμιστεί, ως απάντηση στα πολύ συγκεκριμένα ερωτήματα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο, ότι το γεγονός ότι μια εγκατάσταση προμηθεύεται πρώτες ύλες ή ενέργεια από άλλη εγκατάσταση δεν μπορεί να οδηγήσει καθεαυτό σε διαπίστωση έλλειψης αυτονομίας. Ειδικότερα, το γεγονός αυτό δεν συνεπάγεται ότι ο φορέας εκμετάλλευσης της εγκατάστασης εισαγωγής δεν είναι σε θέση να καθορίζει τις βασικές παραμέτρους της λειτουργίας της, όπως είναι το επίπεδο παραγωγής (58).
107. Τέλος, θεωρώ ότι ο διαχωρισμός των δραστηριοτήτων που εμπίπτουν στο παράρτημα I της οδηγίας 2003/87, οι οποίες συνδέονται τεχνικώς μεταξύ τους, αναλόγως του φορέα εκμετάλλευσης επιβάλλεται και για άλλους λόγους, οι οποίοι δεν σχετίζονται με το ΣΕΔΕ.
108. Όπως προεκτέθηκε, η συγκέντρωση των εν λόγω δραστηριοτήτων σε ενιαία εγκατάσταση συνέχεται με τη χορήγηση άδειας εκπομπής αερίων του θερμοκηπίου σε έναν και μόνο φορέα εκμετάλλευσης (59). Λαμβανομένης υπόψη της αρχής αυτής, η απαίτηση συγκέντρωσης των τεχνικώς συνδεδεμένων δραστηριοτήτων, ανεξαρτήτως των ιδιοκτητών των εργοστασίων στις οποίες διεξάγονται, θα έθιγε το δικαίωμα επιχειρηματικής ελευθερίας. Συγκεκριμένα, λαμβανομένου υπόψη του ρόλου του φορέα εκμετάλλευσης, ο οποίος πρέπει να έχει τον αποτελεσματικό έλεγχο επί της ενιαίας εγκατάστασης, τέτοια απαίτηση είναι ικανή να εμποδίσει την αυτόνομη άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας. Όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας H. Saugmandsgaard Øe, «[δ]εν αποτελεί σκοπό του ΣΕΔΕ ο περιορισμός των συναλλαγών τις οποίες ενδέχεται να πραγματοποιήσουν οι επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται εγκαταστάσεις εμπίπτουσες στο ΣΕΔΕ» (60).
109. Η ερμηνεία του πρώτου σκέλους του ορισμού της έννοιας της «εγκατάστασης» χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ο φορέας εκμετάλλευσης συνεπάγεται επίσης δυσχέρειες υπό το πρίσμα του δικαίου του ανταγωνισμού. Τέτοια δυσχέρεια θα μπορούσε να ανακύψει όταν, στον ίδιο τόπο, τεχνικώς συνδεδεμένες εγκαταστάσεις ανήκουν σε διαφορετικές επιχειρήσεις και τελούν σε συνθήκες ανταγωνισμού. Οι εν λόγω επιχειρήσεις δεν θα μπορούσαν ενδεχομένως να συνενωθούν και να τεθούν υπό τον έλεγχο του ίδιου φορέα εκμετάλλευσης, ο οποίος θα είχε τον έλεγχο της λειτουργίας τους.
110. Εν πάση περιπτώσει, διευκρινίζω επίσης ότι, κατά τη γνώμη μου, ο φορέας εκμετάλλευσης δεν αποτελεί κριτήριο διαφοροποίησης για τον προσδιορισμό των εγκαταστάσεων που μνημονεύονται στο δεύτερο σκέλος του ορισμού που περιλαμβάνεται στο άρθρο 3, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2003/87. Συγκεκριμένα, εφόσον πληρούνται τα κριτήρια σύνδεσης που προβλέπονται στην εν λόγω διάταξη, περιλαμβανομένου του κριτηρίου που αφορά την άμεση σχέση μεταξύ της συναφούς δραστηριότητας και της δραστηριότητας που μνημονεύεται στο παράρτημα I της εν λόγω οδηγίας, φρονώ ότι η διάσπαση των εν λόγω δραστηριοτήτων αποκλείεται. Ειδικότερα, η μεταβίβαση, σε άλλον οικονομικό φορέα, της κυριότητας δραστηριότητας μη εμπίπτουσας στο παράρτημα I της εν λόγω οδηγίας δεν θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα την αποσύνδεση της δραστηριότητας από την εγκατάσταση στην οποία ανήκει. Οι δύο δραστηριότητες θα συνέχιζαν ενδεχομένως να ανήκουν σε μία και μόνη εγκατάσταση τελούσα υπό τον έλεγχο του ίδιου φορέα εκμετάλλευσης. Η κοινή εγκατάσταση παύει να υφίσταται μόνον όταν δεν πληρούνται πλέον τα κριτήρια σύνδεσης. Αντίθετη ερμηνεία δεν είναι συμβατή με την έννοια της «εγκατάστασης» και με τον σκοπό μείωσης των εκπομπών, καθόσον θα καθιστούσε δυνατή την επίπλαστη αφαίρεση δραστηριότητας από το πεδίο εφαρμογής του ΣΕΔΕ (61).
111. Υπό τις συνθήκες αυτές, φρονώ ότι οι δραστηριότητες που μνημονεύονται στο παράρτημα I της οδηγίας 2003/87 αποτελούν μέρος σταθερών τεχνικών μονάδων –και, επομένως, χωριστών εγκαταστάσεων– όταν για καθεμία εξ αυτών χορηγείται χωριστή άδεια, όπερ συνεπάγεται ότι τελούν υπό τον έλεγχο διαφορετικών φορέων εκμετάλλευσης.
112. Λαμβανομένης υπόψη της ανωτέρω ανάλυσης, εκτιμώ ότι το άρθρο 3, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2003/87 έχει την έννοια ότι δύο ή πλείονες δραστηριότητες που μνημονεύονται στο παράρτημα I της εν λόγω οδηγίας αποτελούν μέρος μίας και μόνης εγκατάστασης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εφόσον συνδέονται τεχνικώς μεταξύ τους, διεξάγονται στον ίδιο τόπο και η εκμετάλλευσή τους πραγματοποιείται από τον ίδιο φορέα εκμετάλλευσης, με αποτέλεσμα να ανήκουν σε μία και μόνη σταθερή τεχνική μονάδα.
VI. Πρόταση
113. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Γενικό Δικαστήριο να απαντήσει στο Nacka tingsrätt – Mark- och miljödomstolen (πρωτοδικείο Nacka, τμήμα κτηματικών και περιβαλλοντικών υποθέσεων, Σουηδία) ως εξής:
Το άρθρο 3, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2003/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της [Ένωσης] και την τροποποίηση της οδηγίας 96/61/ΕΚ, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2024/795 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Φεβρουαρίου 2024,
έχει την έννοια ότι:
δύο ή πλείονες δραστηριότητες που μνημονεύονται στο παράρτημα I της εν λόγω οδηγίας αποτελούν μέρος μίας και μόνης εγκατάστασης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εφόσον συνδέονται τεχνικώς μεταξύ τους, διεξάγονται στον ίδιο τόπο και η εκμετάλλευσή τους πραγματοποιείται από τον ίδιο φορέα εκμετάλλευσης, με αποτέλεσμα να ανήκουν σε μία και μόνη σταθερή τεχνική μονάδα.
José Martín y Pérez de Nanclares
Αναπτύχθηκαν σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 9 Σεπτεμβρίου 2026.
(υπογραφές)
1 Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 Hart, H. L. A., The Concept of Law, 2η έκδ., Clarendon Press, Οξφόρδη, 1994 (πρώτη έκδοση δημοσιευθείσα το 1961), σ. 124 έως 154. Βλ. σ. 128: «uncertainty at the borderline is the price to be paid for the use of general classifying terms […] If the world in which we live were characterized only by a finite number of features, and these together with all the modes in which they could combine were known to us, then provision could be made in advance for every possibility». Βλ. επίσης Hart, H. L. A., El concepto del Derecho, Abeledo Perrot, Μπουένος Άιρες, 2011, και Hart, H. L. A., Le concept de droit, 2η έκδ., Presses universitaires Saint-Louis Bruxelles, Βρυξέλλες, 2022.
3 Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της [Ένωσης] και την τροποποίηση της οδηγίας 96/61/ΕΚ (ΕΕ 2003, L 275, σ. 32), όπως τροποποιήθηκε τελευταίως με τον κανονισμό (ΕΕ) 2024/795 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Φεβρουαρίου 2024 (ΕΕ L, 2024/795).
4 Οδηγία 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου, της 24ης Σεπτεμβρίου 1996, σχετικά με την ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχο της ρύπανσης (ΕΕ 1996, L 257, σ. 26).
5 Κανονισμός της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 2018, σχετικά με τον καθορισμό ενωσιακών μεταβατικών κανόνων για την εναρμονισμένη δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής κατ’ εφαρμογή του άρθρου 10α της οδηγίας 2003/87 (ΕΕ 2019, L 59, σ. 8).
6 Πρβλ. απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 2018, Trinseo Deutschland (C‑577/16, EU:C:2018:127, σκέψεις 45, 46 και 51).
7 Βλ., συναφώς, απόφαση της 28ης Ιουλίου 2016, Vattenfall Europe Generation (C‑457/15, EU:C:2016:613, σκέψεις 30 και 31).
8 Δυνάμει του παραρτήματος IV, σημείο 1, στοιχείο A, και σημείο 14, του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2018/2066 της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 2018, για την παρακολούθηση και την υποβολή εκθέσεων σχετικά με τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου κατ’ εφαρμογή της οδηγίας 2003/87 (ΕΕ 2018, L 334, σ. 1), οι εκπομπές από την καύση καυσίμων στην εγκατάσταση καταλογίζονται σε αυτήν, ανεξαρτήτως των εξαγωγών θερμότητας ή ηλεκτρικής ενέργειας προς άλλες εγκαταστάσεις.
9 Από το άρθρο 3, σημεία 21, 21α, 23γ και 23δ, και από τα άρθρα 24, 30, 38 και 43 του εκτελεστικού κανονισμού 2018/2066 προκύπτει ότι ο φορέας εκμετάλλευσης μπορεί να αφαιρεί από τις συνολικές εκπομπές της πηγής εκπομπών τις εκπομπές από βιομάζα μηδενικού συντελεστή. Βλ. επίσης «MRR Guidance document no 1», της Επιτροπής, με τίτλο «The Monitoring and Reporting Regulation – General guidance for installations», επικαιροποιημένο κείμενο της 14ης Ιανουαρίου 2025. Επί της νομικής ισχύος τέτοιων εγγράφων, βλ. απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 2018, INEOS (C‑58/17, EU:C:2018:19, σκέψη 41).
10 Πρβλ. απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 2018, Trinseo Deutschland (C‑577/16, EU:C:2018:127, σκέψη 58).
11 Βλ. άρθρο 10α, παράγραφοι 1 και 2, και άρθρο 11 της οδηγίας 2003/87, καθώς και παράρτημα I του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2019/331.
12 Απαντώντας σε ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Υπηρεσία Προστασίας του Περιβάλλοντος διευκρίνισε ότι το 2024 κατανεμήθηκαν στη Metsä Board άνω των 93 000 δικαιωμάτων εκπομπής για την εγκατάσταση χαρτοποιίας η οποία εξέπεμπε περίπου 11 000 τόνους CO2. Κατά το άρθρο 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/87, ένα δικαίωμα παρέχει δικαίωμα εκπομπής ενός τόνου ισοδύναμου διοξειδίου του άνθρακα. Ενδεικτικώς, από ανακοίνωση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος, που δημοσιεύθηκε στις 17 Δεκεμβρίου 2025 στον διαδικτυακό τόπο του, προκύπτει ότι η μέση ετήσια τιμή ενός δικαιώματος ανήλθε το 2024 σε 65 ευρώ.
13 Απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 2021, Aurubis (C‑271/20, EU:C:2021:959, σκέψη 70).
14 Πρβλ. αιτιολογική σκέψη 70 της οδηγίας (ΕΕ) 2023/959 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Μαΐου 2023, για την τροποποίηση της οδηγίας 2003/87 και της απόφασης (ΕΕ) 2015/1814 (ΕΕ 2023, L 130, σ. 134).
15 Πρβλ. αποφάσεις της 9ης Ιουνίου 2016, Elektriciteits Produktiemaatschappij Zuid-Nederland EPZ (C‑158/15, EU:C:2016:422, σκέψεις 27 και 28), καθώς και της 11ης Νοεμβρίου 2021, Energieversorgungscenter Dresden-Wilschdorf (C‑938/19, EU:C:2021:908, σκέψεις 50 και 53).
16 Απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 2021, Energieversorgungscenter Dresden-Wilschdorf (C‑938/19, EU:C:2021:908, σκέψη 50).
17 Βλ. «EU ETS Guidance Document no 0», της Επιτροπής, με τίτλο «Guidance on Interpretation of Annex I of the EU ETS Directive (excl. aviation and maritime activities)», επικαιροποιημένο κείμενο της 4ης Δεκεμβρίου 2024 (στο εξής: επεξηγηματικό κείμενο αριθ. 0»), σημείο 1.2.
18 Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 2011, Brüstle (C‑34/10, EU:C:2011:669, σκέψεις 25 έως 27 και 31).
19 Πρβλ. αποφάσεις της 20ής Ιουνίου 2019, ExxonMobil Production Deutschland (C‑682/17, EU:C:2019:518, σκέψη 71), της 1ης Οκτωβρίου 2020, Entoma (C‑526/19, EU:C:2020:769, σκέψεις 42 και 43), καθώς και της 25ης Ιανουαρίου 2022, VYSOČINA WIND (C‑181/20, EU:C:2022:51, σκέψη 39).
20 Βλ., για παράδειγμα, το κείμενο στην αγγλική, τη δανική, την ισπανική, τη γαλλική, την ιταλική, την ολλανδική, την πορτογαλική, τη ρουμανική, τη σουηδική και την τσεχική γλώσσα.
21 Βλ. απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 2018, Trinseo Deutschland (C‑577/16, EU:C:2018:127, σκέψεις 42 και 45). Κατά το άρθρο της 2, η οδηγία 2003/87 εφαρμόζεται επίσης στις δραστηριότητες που απαριθμούνται στο παράρτημα III. Οι εν λόγω δραστηριότητες δεν ενδιαφέρουν στο πλαίσιο της υπό κρίση υπόθεσης, δεδομένου ότι το άρθρο 3, στοιχείο λαʹ, της εν λόγω οδηγίας ορίζει ότι ασκούνται όχι στο πλαίσιο εγκαταστάσεων αλλά από ρυθμιζόμενες οντότητες.
22 Βλ. απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 2021, Energieversorgungscenter Dresden-Wilschdorf (C‑938/19, EU:C:2021:908, σκέψη 53), και αιτιολογική σκέψη 16 της οδηγίας 2003/87, που διαφοροποιεί τις δραστηριότητες που απαριθμούνται στο παράρτημα I από τις δραστηριότητες που «υπάγονται στο κοινοτικό σύστημα».
23 Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη θέσπιση συστήματος για την εμπορία των δικαιωμάτων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα και την τροποποίηση της οδηγίας [96/61], COM(2001) 581 τελικό, της 23ης Οκτωβρίου 2001.
24 Κοινή θέση (ΕΚ) αριθ. 28/2003, της 18ης Μαρτίου 2003, που καθορίστηκε από το Συμβούλιο με τη διαδικασία του άρθρου 251 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, για την έκδοση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Κοινότητας και την τροποποίηση της οδηγίας 96/61 (ΕΕ 2003, C 125 E, σ. 72).
25 Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 251, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ, σχετικά με κοινή θέση η οποία καθορίστηκε από το Συμβούλιο για την έγκριση της οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και την τροποποίηση της οδηγίας 96/61, SEC(2003) 364 τελικό.
26 Βλ. Le Petit Robert de la langue française, Le Robert, 2026 (διατίθεται στο διαδίκτυο), και Diccionario de la Lengua Española, Real Academia Española, 2026 (έκδοση 23.8.1, διατίθεται στο διαδίκτυο).
27 Πρβλ. αποφάσεις της 27ης Ιανουαρίου 1988, Δανία κατά Επιτροπής (349/85, EU:C:1988:34, σκέψη 9), και της 14ης Ιουλίου 2026, NADA Austria κ.λπ. (C‑474/24, EU:C:2026:579, σκέψη 125).
28 Πρβλ. προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση Elektriciteits Produktiemaatschappij Zuid-Nederland EPZ (C‑158/15, EU:C:2016:139, σημείο 27). Βλ. επίσης παρατηρήσεις μου στα σημεία 32 έως 36 των παρουσών προτάσεων.
29 Βλ. σημεία 42 και 43 των παρουσών προτάσεων.
30 Το ενδεχόμενο αυτό μνημονεύεται στο σημείο 2.1 του επεξηγηματικού εγγράφου αριθ. 0.
31 Βλ. σημεία 22, 25 και 28 των παρουσών προτάσεων.
32 Εν αντιθέσει προς στον σκοπό που τίθεται με τον κανόνα του 95 % (βλ. αιτιολογική σκέψη 70 της οδηγίας 2023/959).
33 Απόφαση της 29ης Απριλίου 2021 (C‑617/19, EU:C:2021:338).
34 Πρβλ. απόφαση της 29ης Απριλίου 2021, Granarolo (C‑617/19, EU:C:2021:338, σκέψεις 47 και 48).
35 Απόφαση της 9ης Ιουνίου 2016 (C‑158/15, EU:C:2016:422, σκέψη 30).
36 Απόφαση της 29ης Απριλίου 2021 (C‑617/19, EU:C:2021:338, σκέψη 42). Ο γενικός εισαγγελέας H. Saugmandsgaard Øe πρότεινε τη συνένωση αυτή στο σημείο 57 των προτάσεών του στην υπόθεση Granarolo (C‑617/19, EU:C:2020:1016).
37 Πρβλ. σημεία 62 και 63 των παρουσών προτάσεων.
38 Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 29ης Απριλίου 2021, Granarolo (C‑617/19, EU:C:2021:338, σκέψεις 45 έως 48).
39 Βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 9ης Ιουνίου 2016, Elektriciteits Produktiemaatschappij Zuid-Nederland EPZ (C‑158/15, EU:C:2016:422, σκέψη 31), και της 29ης Απριλίου 2021, Granarolo (C‑617/19, EU:C:2021:338, σκέψη 40).
40 Chinese, D., Meneghetti, A., Cortella, G., Giordano, L., Tomasinsig, E., και Benedetti, M., «Environmental and economic assessment of industrial excess heat recovery collaborations through 4th generation district heating systems», Energy, 2024, 307.
41 Η απαίτηση αυτή μνημονεύεται στο σημείο 2.1 του επεξηγηματικού εγγράφου αριθ. 0.
42 Βλ. σημείο 57 των παρουσών προτάσεων.
43 Βλ. Le Petit Robert de la langue française, Le Robert, 2026 (διατίθεται στο διαδίκτυο), και Diccionario de la Lengua Española, Real Academia Española, 2026 (έκδοση 23.8.1, διατίθεται στο διαδίκτυο). Βλ. επίσης πάγια νομολογία που μνημονεύεται στην υποσημείωση 27 των παρουσών προτάσεων.
44 Βλ. σημείο 35 των παρουσών προτάσεων.
45 Βλ. σημείο 64 των παρουσών προτάσεων.
46 «Guidance Document no 10 on the harmonised free allocation methodology for the EU ETS post 2020», της Επιτροπής, με τίτλο «Guidance on allocation for mergers and splits», κείμενο της 21ης Ιουνίου 2019, παράρτημα.
47 Πρβλ. απόφαση της 29ης Απριλίου 2021 (C‑617/19, EU:C:2021:338, σκέψεις 51 έως 56). Βλ. επίσης σημείο 2.1 του επεξηγηματικού εγγράφου αριθ. 0, από το οποίο προκύπτει ότι το δικαίωμα ιδιοκτησίας δεν είναι καθοριστικής σημασίας καθεαυτό και ότι πρέπει να προσδιορίζεται το πρόσωπο που εκμεταλλεύεται πραγματικά τις οικείες δραστηριότητες.
48 Φρονώ ότι τούτο μπορεί να συναχθεί από τα σημεία 85, 88 και 93 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα H. Saugmandsgaard Øe στην υπόθεση Granarolo (C‑617/19, EU:C:2020:1016).
49 Απόφαση της 29ης Απριλίου 2015, Nordzucker (C‑148/14, EU:C:2015:287, σκέψη 29).
50 Από το σημείο 2.1 του επεξηγηματικού εγγράφου αριθ. 0 προκύπτει ότι η Επιτροπή εκκινεί από την ίδια παραδοχή, όπως επιβεβαίωσε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
51 Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα H. Saugmandsgaard Øe στην υπόθεση Granarolo (C‑617/19, EU:C:2020:1016, σημείο 85, υποσημείωση 26), ο οποίος επισημαίνει ότι είναι αναγκαίο η άδεια εκπομπής αερίων θερμοκηπίου να μπορεί να συνδεθεί με το πρόσωπο που είναι ικανό να παρακολουθεί και να υποβάλλει δηλώσεις για τις εκπομπές.
52 Βλ., συναφώς, απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 2013, Billerud Karlsborg και Billerud Skärblacka (C‑203/12, EU:C:2013:664, σκέψη 28).
53 Βλ. σημεία 88, 90, 93 και 95 των παρουσών προτάσεων.
54 Πρβλ. «Guidance Document no 6 on the harmonised free allocation methodology for the EUETS», της Επιτροπής, με τίτλο «Cross-Boundary Heat Flows», επικαιροποιημένο κείμενο της 28ης Μαρτίου 2024.
55 Βλ. επίσης σημεία 64 και 98 των παρουσών προτάσεων.
56 Ο σκοπός αυτός αντιστοιχεί στην απαγόρευση κατάχρησης δικαιώματος, ήτοι χρήσης αμιγώς επίπλαστων σχημάτων τα οποία δεν έχουν πραγματική οικονομική υπόσταση (βλ. απόφαση της 29ης Απριλίου2021, Granarolo, C‑617/19, EU:C:2021:338, σκέψεις 63 και 64).
57 Πρβλ. προτάσεις μου στην υπόθεση Digipolis Antwerpen και District09 (T‑575/24, EU:T:2025:973, σημείο 46, και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
58 Βλ. συναφώς τις παρατηρήσεις σχετικά με τον πραγματικό έλεγχο της εγκατάστασης από τον φορέα εκμετάλλευσης στο σημείο 88 των παρουσών προτάσεων.
59 Βλ. σημεία 91, 92, 100 και 101 των παρουσών προτάσεων σχετικά με την αρχή του ενιαίου φορέα εκμετάλλευσης.
60 Προτάσεις στην υπόθεση Granarolo (C‑617/19, EU:C:2020:1016, σημείο 82). Βλ., για παράδειγμα κανόνων του ΣΕΔΕ που δεν θίγουν την εν λόγω ελευθερία, απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2014, DK Recycling και Roheisen κατά Επιτροπής (T‑630/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:833, σκέψη 58).
61 Με την απόφαση της 29ης Απριλίου 2021, Granarolo (C‑617/19, EU:C:2021:338, σκέψεις 48, 57 και 60), το Δικαστήριο διαπίστωσε τη συμβατότητα της μεταβίβασης δραστηριότητας μη μνημονευόμενης στο παράρτημα I της οδηγίας 2003/87, διότι δεν υπήρχε άμεση σχέση με τη δραστηριότητα που εμπίπτει στο εν λόγω παράρτημα.