Προσωρινό κείμενο

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

José MARTÍN y PÉREZ DE NANCLARES

της 10ης Ιουνίου 2026 (1)

Υπόθεση T‑529/25

Ευρωπαϊκή Εισαγγελία,

Belgische Staat, Federale Overheidsdienst Financiën, Algemene Administratie van de Douane en Accijnzen (AAD & A)

κατά

Prestige Rijwielen NV,

Logwin Air + Ocean Belgium NV,

ZG,

παρισταμένου του

Belgische Staat, Federale Overheidsdienst Financiën, Algemene Administratie van de Bijzondere Belastinginspectie (AABBI)

[αίτηση του Hof Van beroep te Antwerpen
(εφετείου της Αμβέρσας, Βέλγιο)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

« Προδικαστική παραπομπή – Κοινό δασμολόγιο – Κατάταξη εμπορευμάτων – Συνδυασμένη Ονοματολογία – Ερμηνεία – Γενικοί κανόνες – Γενικός κανόνας 2, στοιχείο αʹ – Πεδίο εφαρμογής – Έννοια “είδους που παρουσιάζεται ασυναρμολόγητο ή αποσυναρμολογημένο” – Εξαρτήματα τα οποία προορίζονται να αποτελέσουν, κατόπιν της συναρμολογήσεώς τους, ηλεκτρικά ποδήλατα – Εισαγωγή με τμηματικές αποστολές – Διαδοχικές τελωνειακές διασαφήσεις – Κατάταξη ως πλήρες είδος – Κατάχρηση δικαιώματος »






I.      Εισαγωγή

1.        Στα λατινικά, η έννοια του «portorium» παραπέμπει στους δασμούς ή στα διόδια, τα οποία προσομοιάζουν με «φόρο επί της μεταφοράς, κατά τη διέλευση εμπορευμάτων σε ορισμένα σημεία» (2), ο οποίος επιβαλλόταν, κυρίως, στα εξωτερικά σύνορα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Τούτο μαρτυρά το Monumentum Ephesenum –πρόκειται για επιγραφή που περιλαμβάνει τον τελωνειακό κανονισμό της Ασίας, ο οποίος εκδόθηκε το 62 μ.Χ.– από όπου προκύπτει ότι η είσπραξη των δασμών βασιζόταν, ήδη στην αρχαιότητα, σε ένα σύνθετο σύστημα, το οποίο προέβλεπε υποχρεώσεις δήλωσης καθώς και συνέπειες σε περίπτωση καταστρατηγήσεως των τελωνειακών κανόνων, όπως η εικονική μετακίνηση των εμπορευμάτων (3).

2.        Η παρούσα υπόθεση εντάσσεται σε παρόμοια προβληματική, ήτοι στην κατάτμηση της εισαγωγής ενός εμπορεύματος με σκοπό την εφαρμογή ευνοϊκότερου δασμολογίου. Ανάγεται στις ποινικές διώξεις που κίνησε η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία κατά δύο νομικών προσώπων και ενός φυσικού προσώπου, για τον λόγο ότι τα πρόσωπα αυτά εισήγαγαν διαδοχικώς εξαρτήματα ποδηλάτων στο τελωνειακό έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκειμένου να αποκρύψουν το πραγματικό αντικείμενο των πράξεων αυτών, ήτοι την εισαγωγή πλήρων ηλεκτρικών ποδηλάτων. Ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, απέφυγαν δασμούς, δεδομένου ότι, σε αντίθεση με τα εξαρτήματα, τα ηλεκτρικά ποδήλατα υπέκειντο σε υψηλότερο συμβατικό συντελεστή και έπρεπε να τους επιβληθούν δασμοί αντιντάμπινγκ.

3.        Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία στηρίχθηκε στην προβαλλόμενη παράβαση του γενικού κανόνα 2, στοιχείο αʹ, των γενικών κανόνων για την ερμηνεία της Συνδυασμένης Ονοματολογίας (4). Κατ’ ουσίαν, από τη διάταξη αυτή μπορεί να συναχθεί, για τους σκοπούς της δασμολογικής κατάταξης, ότι ένα πλήρες αντικείμενο, όπως ένα ποδήλατο, έχει εισαχθεί όταν, από υλικής απόψεως, έχουν εισαχθεί στο τελωνειακό έδαφος μόνον τα μέρη που είναι αναγκαία για τη συναρμολόγηση του εν λόγω αντικειμένου. Ο κανόνας αυτός συνοδεύεται από προϋπόθεση, διατυπωθείσα από το Δικαστήριο (5), κατά την οποία τα σχετικά έγγραφα πρέπει να προσκομίζονται ταυτόχρονα προς εκτελωνισμό. Η προϋπόθεση αυτή βρίσκεται στο επίκεντρο των ερωτημάτων του αιτούντος δικαστηρίου, διότι, εν προκειμένω, τα εξαρτήματα που καθιστούν δυνατή τη συναρμολόγηση ηλεκτρικών ποδηλάτων δεν εμφανίστηκαν από κοινού στο τελωνείο, αλλά εισήχθησαν με τμηματικές αποστολές.

II.    Νομικό πλαίσιο

Α.      Το διεθνές δίκαιο

4.        Το εναρμονισμένο σύστημα περιγραφής και κωδικοποίησης των εμπορευμάτων (στο εξής: ΕΣ) θεσπίσθηκε με τη Διεθνή Σύμβαση για το εναρμονισμένο σύστημα περιγραφής και κωδικοποίησης των εμπορευμάτων, η οποία συνήφθη στις Βρυξέλλες στις 14 Ιουνίου 1983 (6) στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Τελωνείων (ΠΟΤ).

5.        Η δεύτερη περίοδος του γενικού κανόνα 2, στοιχείο αʹ, για την ερμηνεία του ΕΣ προβλέπει, κατ’ ουσίαν, ότι κάθε αναφορά σε είδος εντός ορισμένης κλάσεως καλύπτει και το πλήρες ή τελειωμένο είδος, στην περίπτωση που αυτό παρουσιάζεται ασυναρμολόγητο ή αποσυναρμολογημένο.

6.        Η επεξηγηματική σημείωση σχετικά με τον κανόνα αυτό ορίζει στο σημείο V ότι «τα εμπορεύματα παρουσιάζονται [ασυναρμολόγητα ή αποσυναρμολογημένα] κυρίως για λόγους όπως οι ανάγκες ή η ευκολία της συσκευασίας, της διακίνησης ή της μεταφοράς». Επιπλέον, από το σημείο VII της εν λόγω σημειώσεως προκύπτει ότι «[τ]α ασυναρμολόγητα συστατικά μέρη ενός είδους, των οποίων ο αριθμός υπερβαίνει τον απαιτούμενο για τη δημιουργία ενός πλήρους είδους υπόκεινται σε ίδιο καθεστώς.». Τέλος, κατά το σημείο VIII της σημειώσεως αυτής, παραδείγματα εφαρμογής του εν λόγω κανόνα παρατίθενται στις Γενικές Παρατηρήσεις των Τμημάτων ή των Κεφαλαίων (ιδίως Τμήμα XVI, Κεφάλαια 44, 86, 87 και 89).

7.        Οι επεξηγηματικές σημειώσεις σχετικά με το κεφάλαιο 44 του τμήματος IX και με τα τμήματα XVI και XVII του ΕΣ αφορούν, αντιστοίχως, τα ξύλινα είδη που παρουσιάζονται ασυναρμολόγητα ή αποσυναρμολογημένα, τις μη συναρμολογημένες μηχανές και συσκευές και τα ημιτελή ή μη τελειωμένα πλοία.

Β.      Το δίκαιο της Ένωσης

1.      Κανονισμός 2658/87, Συνδυασμένη Ονοματολογία και επεξηγηματικές σημειώσεις

8.        Εν προκειμένω, ο κανονισμός 2658/87 εφαρμόζεται όπως ορίζει ο εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2018/1602 (7). Το παράρτημα Ι περιλαμβάνει τη Συνδυασμένη Ονοματολογία (στο εξής: ΣΟ), η οποία περιέχει τους γενικούς κανόνες ερμηνείας.

9.        Ο γενικός κανόνας 2, στοιχείο αʹ, για την ερμηνεία της ΣΟ (στο εξής: γενικός κανόνας 2, στοιχείο αʹ), ο οποίος επαναλαμβάνει τον ίδιο κανόνα του ΕΣ, ορίζει τα εξής:

«Κάθε αναφορά σ’ ένα είδος μέσα σε ορισμένη κλάση καλύπτει το είδος αυτό, έστω και αν δεν είναι πλήρες ή τελειωμένο, με την προϋπόθεση ότι, στην κατάσταση που παρουσιάζεται, εμφανίζει τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του πλήρους ή του τελειωμένου είδους. Καλύπτει επίσης το πλήρες ή τελειωμένο είδος ή αυτό που θεωρείται σαν τέτοιο, βάσει των προηγουμένων διατάξεων, στην περίπτωση που αυτό παρουσιάζεται ασυναρμολόγητο ή αποσυναρμολογημένο.»

10.      Η συμπληρωματική σημείωση 2 του τμήματος XVI της ΣΟ περιέχει διευκρινίσεις για τις μηχανές που παρουσιάζονται αποσυναρμολογημένες ή μη συναρμολογημένες. Η συμπληρωματική σημείωση 3 του ίδιου τμήματος προβλέπει ότι, με αίτηση του καταθέτη της τελωνειακής διασάφησης και με τους όρους που καθορίζονται από τις αρμόδιες αρχές, οι διατάξεις του γενικού κανόνα 2, στοιχείο αʹ, εφαρμόζονται επίσης και στις μηχανές που εισάγονται με τμηματικές αποστολές.

11.      Η κλάση 8711 της ΣΟ περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, ποδήλατα με βοηθητικό κινητήρα. Τα μέρη και εξαρτήματα των οχημάτων των κλάσεων 8711 έως 8713 υπάγονται στην κλάση 8714.

12.      Η συμπληρωματική σημείωση 2 του τμήματος XVII της ΣΟ ορίζει ότι, με αίτηση του καταθέτη της τελωνειακής διασάφησης και με τους όρους που καθορίζονται από τις αρμόδιες αρχές, οι διατάξεις του γενικού κανόνα 2, στοιχείο αʹ εφαρμόζονται ομοίως και για τα εμπορεύματα των κλάσεων 8608, 8805, 8905 και 8907, που παρουσιάζονται σε τμηματικές αποστολές.

13.      Στις 29 Μαρτίου 2019 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε τις επεξηγηματικές σημειώσεις της ΣΟ (8). Αυτές περιέχουν πληροφορίες σχετικά με την εφαρμογή της συμπληρωματικής σημειώσεως 3 του τμήματος XVI της ΣΟ.

2.      Ο τελωνειακός κώδικας

14.      Ο ενωσιακός τελωνειακός κώδικας (στο εξής: τελωνειακός κώδικας), ο οποίος θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 952/2013 (9), ορίζει στο άρθρο 5, σημεία 12 και 33, αντιστοίχως, τις έννοιες της «τελωνειακής διασάφησης» και της «προσκόμισης στο τελωνείο».

15.      Το άρθρο 56, παράγραφος 1, του κώδικα αυτού προβλέπει ότι «[ο] οφειλόμενος εισαγωγικός και εξαγωγικός δασμός βασίζεται στο κοινό δασμολόγιο». Από την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου προκύπτει ότι το κοινό δασμολόγιο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη ΣΟ εμπορευμάτων που θεσπίστηκε με τον κανονισμό 2658/87.

3.      Εκτελεστικός κανονισμός 2015/2447

16.      Το άρθρο 96, παράγραφος 1, του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2015/2447 (10), το οποίο είναι, κατ’ ουσίαν, πανομοιότυπο με το άρθρο 115 του ίδιου κανονισμού, προβλέπει τα εξής:

«Όταν, μετά από αίτηση του εισαγωγέα και υπό τους όρους που καθορίζονται από τις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους εισαγωγής, αποσυναρμολογημένα ή μη συναρμολογημένα προϊόντα κατά την έννοια του γενικού ερμηνευτικού κανόνα [2, στοιχείο] αʹ, του εναρμονισμένου συστήματος, τα οποία υπάγονται στο τμήμα XVI ή XVII ή στην κλάση 7308 ή 9406 του εναρμονισμένου συστήματος, εισάγονται με τμηματικές αποστολές, μπορεί να υποβάλλεται ένα και μόνο αποδεικτικό καταγωγής για τα προϊόντα αυτά στις τελωνειακές αρχές κατά την εισαγωγή της πρώτης δόσης.»

III. Τα πραγματικά περιστατικά και η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως

17.      Η Prestige Rijwielen NV (στο εξής: Prestige), εταιρία βελγικού δικαίου, πραγματοποιούσε εισαγωγές, μέχρι την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ, τον Ιούλιο του 2018 (11), πλήρων ηλεκτρικών ποδηλάτων κινεζικής προέλευσης, που υπάγονται στην κλάση 8711 60 10 της ΣΟ. Τον Ιανουάριο του 2019 επιβλήθηκαν οριστικοί δασμοί αντιντάμπινγκ και αντισταθμιστικοί δασμοί (12). Από τον χρόνο εκείνο έως τον Απρίλιο του 2021, η Prestige εισήγαγε και δήλωσε εξαρτήματα ηλεκτρικών ποδηλάτων που εμπίπτουν στις διακρίσεις της κλάσης 8714 της ΣΟ.

18.      Κατά τη διάρκεια ελέγχου, η τελωνειακή αρχή εντόπισε 27 τελωνειακές διασαφήσεις, οι οποίες υποδιαιρούνταν σε έξι ομάδες, εκάστη των οποίων αφορούσε εξαρτήματα που είχαν τιμολογηθεί με τον ίδιο αριθμό αναφοράς και επέτρεψαν τη συναρμολόγηση, συνολικά, 5 800 πλήρων ποδηλάτων. Οι διασαφήσεις υποβλήθηκαν με αποκλίσεις μερικών ημερών ή μηνών. Οι πράξεις αυτές αποτελούν τη βάση της ποινικής δίωξης που άσκησε η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία κατά της Prestige, του ZG (διευθύνοντος συμβούλου της) και της Logwin Air + Ocean Belgium NV (τελωνειακού αντιπροσώπου της). Τους προσάπτεται ότι απέφυγαν εισαγωγικούς δασμούς, δασμούς αντιντάμπινγκ και αντισταθμιστικούς δασμούς με την υποβολή των τελωνειακών διασαφήσεων που βεβαίωναν, εσφαλμένως, την εισαγωγή εξαρτημάτων ποδηλάτων, προκειμένου να αποκρύψουν την εισαγωγή ηλεκτρικών ποδηλάτων.

19.      Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο διαπίστωσε ότι η Prestige παρήγγειλε πλήρη ηλεκτρικά ποδήλατα αποσυναρμολογημένα στην Κίνα και τα πώλησε ως τέτοια στους καταναλωτές. Εξ αυτού συνήγαγε ότι, λαμβανομένου υπόψη του γενικού κανόνα 2, στοιχείο αʹ, η Prestige όφειλε να δηλώσει στο τελωνείο την εισαγωγή όχι εξαρτημάτων, αλλά πλήρων ηλεκτρικών ποδηλάτων. Επομένως, η Prestige και ο ZG καταδικάστηκαν στην καταβολή προστίμων και, σε περίπτωση μη παραδόσεως των δημευθέντων εμπορευμάτων, στην καταβολή της εκτιμώμενης δασμολογητέας αξίας τους. Η Logwin Air + Ocean Belgium αθωώθηκε. Τέλος, όλα τα παρεπόμενα αιτήματα των τελωνειακών και φορολογικών αρχών, οι οποίες είχαν παραστεί στη δίκη ως πολιτικώς ενάγουσες, έγιναν δεκτά.

20.      Επιληφθέν κατ’ έφεση, το hof van beroep te Antwerpen (εφετείο της Αμβέρσας, Βέλγιο) επισημαίνει ότι, σύμφωνα με τον γενικό κανόνα 2, στοιχείο αʹ, τα εμπορεύματα που εισάγονται σε εξαρτήματα πρέπει να κατατάσσονται στη δασμολογική κλάση που εφαρμόζεται στα πλήρη εμπορεύματα. Εντούτοις, δεν είναι βέβαιο ότι ο κανόνας αυτός μπορεί να εφαρμοστεί, για τον λόγο ότι οι σχετικές τελωνειακές διασαφήσεις υποβλήθηκαν διαδοχικά, ενίοτε με απόσταση πολλών μηνών. Ασφαλώς, στην απόφαση X και Inspecteur van de Belastingdienst Douane (13), το Δικαστήριο έκρινε ότι ο γενικός κανόνας 2, στοιχείο αʹ, δεν πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο που να επιτρέπει στους εισαγωγείς να επιλέγουν οι ίδιοι, ιδίως με την υποβολή χωριστών τελωνειακών διασαφήσεων, την κατάταξη των εμπορευμάτων, είτε ως σύνολο είτε χωριστά. Ωστόσο, κατά την ίδια απόφαση, η εφαρμογή του κανόνα αυτού εξαρτάται από την ταυτόχρονη προσκόμιση των εμπορευμάτων στο τελωνείο.

21.      Υπό τις συνθήκες αυτές, το hof van beroep te Antwerpen (εφετείο της Αμβέρσας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει, δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Έχει ο γενικός κανόνας 2, στοιχείο αʹ, την έννοια ότι εξαρτήματα τα οποία μετά τη θέση τους σε ελεύθερη κυκλοφορία χρησιμοποιούνται για τη συναρμολόγηση ηλεκτρικού ποδηλάτου, για τα οποία εκδίδονται τιμολόγια από δύο διαφορετικούς προμηθευτές και τα οποία μεταφέρονται σε διαφορετικά εμπορευματοκιβώτια και δηλώνονται προς διασάφηση τμηματικώς, εντός χρονικού διαστήματος το οποίο μπορεί να διαρκέσει αρκετούς μήνες, στο ίδιο τελωνείο και από τον ίδιο διασαφιστή, στο όνομα και για λογαριασμό του ίδιου παραλήπτη, προκειμένου να τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία μέσω χωριστών διασαφήσεων, ενώ όταν τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία αποτελούν ιδιοκτησία του παραλήπτη, πρέπει να θεωρηθούν ασυναρμολόγητα ή αποσυναρμολογημένα ηλεκτρικά ποδήλατα κατά την έννοια του προαναφερθέντος κανόνα και, συνεπώς, υπαγόμενα σε μία και την αυτή δασμολογική κλάση, εφόσον από αντικειμενικά στοιχεία προκύπτει ότι συνιστούν ενιαίο σύνολο και περιλαμβάνουν όλα τα εξαρτήματα από τα οποία αποτελείται ένα ηλεκτρικό ποδήλατο;»

IV.    Διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και του Γενικού Δικαστηρίου

22.      Η παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 18 Ιουλίου 2025. Κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 50β του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η αίτηση αυτή διαβιβάστηκε στο Γενικό Δικαστήριο.

23.      Οι διάδικοι της κύριας δίκης, η Βελγική Κυβέρνηση και η Επιτροπή κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις και παρέστησαν στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 23ης Απριλίου 2026.

V.      Νομική εκτίμηση

24.      Στην υπό κρίση υπόθεση, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία υποστηρίζει ότι η διαδοχική εισαγωγή εξαρτημάτων ποδηλάτων εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της δεύτερης περίπτωσης του γενικού κανόνα 2, στοιχείο αʹ. Επομένως, για τους σκοπούς της δασμολογικής κατατάξεως, πρέπει να θεωρηθεί ότι οι κατηγορούμενοι δεν εισήγαγαν εξαρτήματα, αλλά πλήρη ηλεκτρικά ποδήλατα. Ωστόσο, η ερμηνεία αυτή αντιβαίνει στη νομολογία του Δικαστηρίου, η οποία διατυπώθηκε το 1974 με την απόφαση Osram (14). Συγκεκριμένα, από τη σκέψη 7 της αποφάσεως αυτής προκύπτει ότι η εφαρμογή του γενικού κανόνα 2, στοιχείο αʹ, στην εισαγωγή ασυναρμολόγητου ή αποσυναρμολογημένου αντικειμένου εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι τα συστατικά μέρη προσκομίζονται ταυτόχρονα για εκτελωνισμό.

25.      Με την απόφαση X και Inspecteur van de Belastingdienst Douane, η οποία εκδόθηκε το 2023, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η απαίτηση ταυτόχρονης προσκομίσεως τηρείται εφόσον τα εμπορεύματα προσκομίζονται συγχρόνως στο τελωνείο, ακόμη και αν αποτελούν αντικείμενο περισσοτέρων τελωνειακών διασαφήσεων. Η ερμηνεία αυτή του γενικού κανόνα 2, στοιχείο αʹ, δικαιολογείται, μεταξύ άλλων, από τον επιτακτικό χαρακτήρα του, ο οποίος δεν επιτρέπει την παράκαμψή του μέσω των χειρισμών των εισαγωγέων με σκοπό την επιλογή «της δασμολογικής κατατάξεως των οικείων εμπορευμάτων, είτε ως συνόλου είτε χωριστά, που είναι ευνοϊκότερη γι’ αυτούς» (15).

26.      Το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν η τελευταία αυτή συλλογιστική μπορεί να εφαρμοστεί στην πρακτική της κατάτμησης των εισαγωγών. Ζητεί εμμέσως να εξετασθεί η δυνατότητα περαιτέρω σχετικοποιήσεως ή και άρσης της απαίτησης περί ταυτόχρονης προσκομίσεως των εμπορευμάτων. Βεβαίως, τέτοια επιλογή θα συνεπαγόταν αποδυνάμωση της από μακρού διαμορφωθείσας νομολογίας του Δικαστηρίου, ή ακόμη και μεταστροφή της νομολογίας αυτής (16).

27.      Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα, θεωρώ αναγκαίο να εκθέσω, κατ’ αρχάς, το γενικό πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως (Α). Στη συνέχεια, προτείνω να ερμηνευθεί ο γενικός κανόνας 2, στοιχείο αʹ, προκειμένου να οριοθετηθεί το πεδίο εφαρμογής του (Β). Τέλος, σε περίπτωση που το Γενικό Δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο κανόνας αυτός έχει εφαρμογή στα εμπορεύματα που εισάγονται με τμηματικές αποστολές, φρονώ ότι είναι αναγκαίο να εξεταστεί η συγκεκριμένη εφαρμογή του κανόνα αυτού (Γ).

Α.      Δυνατότητα εφαρμογής του τελωνειακού καθεστώτος στις εισαγωγές με τμηματικές αποστολές

28.      Θεωρώ σημαντικό να υπενθυμίσω ότι η διαδικασία εκτελωνισμού των εμπορευμάτων, την οποία καθιερώνει ο τελωνειακός κώδικας, αποτελεί το ευρύτερο νομικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η δασμολογική κατάταξη ως ένα από τα σημαντικότερα στάδια της τελωνειακής διαδικασίας, ήτοι το στάδιο της θεσπίσεως του δασμολογίου (17). Τούτο μαρτυρά σαφώς και ο γενικός κανόνας 2, στοιχείο αʹ, που παραπέμπει στην προσκόμιση των εμπορευμάτων στο τελωνείο. Η εν λόγω έννοια του τελωνειακού δικαίου ερμηνεύθηκε στην απόφαση Osram (18) ως απαιτούσα την ταυτόχρονη προσκόμιση των εμπορευμάτων. Η νομολογία που απορρέει από την απόφαση αυτή επιβεβαιώνει ότι αποκλείεται η ετεροχρονισμένη προσκόμιση (19), οπότε ο γενικός κανόνας 2, στοιχείο αʹ, δεν έχει εφαρμογή στις εισαγωγές με τμηματικές αποστολές (20).

29.      Προκειμένου να καθοριστεί αν η αντίθετη ερμηνεία του κανόνα αυτού μπορεί παρά ταύτα να γίνει δεκτή, θεωρώ απαραίτητο να διευκρινιστεί κατά πόσον ο τελωνειακός κώδικας προβλέπει ή, τουλάχιστον, δεν αποκλείει τον εκτελωνισμό των εμπορευμάτων που εισάγονται διαδοχικώς, ασυναρμολόγητα ή αποσυναρμολογημένα, με τμηματικές αποστολές. Προς τούτο, θα παρουσιάσω, κατ’ αρχάς, μια επισκόπηση της τελωνειακής διαδικασίας (1), η οποία θα μου παράσχει τη δυνατότητα να εκθέσω, στη συνέχεια, την αρχή στην οποία στηρίζεται, ήτοι την αρχή της διασαφήσεως των προσκομισθέντων εμπορευμάτων (2). Τέλος, θα εξετάσω τη δυνατότητα παρεκκλίσεως από την αρχή αυτή για τους σκοπούς της εισαγωγής ασυναρμολόγητων ή αποσυναρμολογημένων εμπορευμάτων με τμηματικές αποστολές (3).

1.      Ιστορική προέλευση και ισχύον καθεστώς της τελωνειακής διαδικασίας

30.      Το 1974, όταν το Δικαστήριο εξέδωσε την απόφαση Osram (21), ο τελωνειακός έλεγχος των εισαγωγών υπέκειτο στους κανόνες εναρμόνισης της οδηγίας 68/312/ΕΟΚ (22). Η οδηγία αυτή χρησιμοποιούσε την έννοια της «προσκομίσεως στο τελωνείο» μόνον στις αποδόσεις στην ισπανική, την ιταλική και την ολλανδική γλώσσα. Η τελευταία περιελάμβανε τον όρο «aanbrengen», ο οποίος αντιστοιχεί στον όρο που διαλαμβάνεται σήμερα στο άρθρο 5, σημείο 33, της απόδοσης του τελωνειακού κώδικα στην ολλανδική γλώσσα και είναι αντίστοιχος του όρου της «προσκομίσεως στο τελωνείο». Εν πάση περιπτώσει, η οδηγία του 1968 προέβλεπε την υποχρέωση μεταφοράς των εμπορευμάτων σε τελωνείο και υποβολής «αμέσως» διασάφησης για την εξακρίβωση της ταυτότητας των εμπορευμάτων αυτών. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 4151/88 (23) γενίκευσε, στο άρθρο 5, τη χρήση της έννοιας της «προσκομίσεως στο τελωνείο» στο κοινοτικό δίκαιο. Ορίστηκε ως η γνωστοποίηση στην τελωνειακή αρχή του γεγονότος ότι τα εμπορεύματα είχαν φθάσει στο τελωνείο (24). Την πράξη αυτή έπρεπε να ακολουθήσει αμέσως η υποβολή της τελωνειακής διασάφησης. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, για να μπορεί να θεωρηθεί ότι ένα εμπόρευμα εισήχθη νομοτύπως στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, έπρεπε, από την άφιξή του, να περιέλθει σε τελωνείο και να προσκομιστεί στο τελωνείο (25).

31.      Η διαδικασία που θεσπίζει ο ισχύων τελωνειακός κώδικας βασίζεται στις ίδιες αρχές. Κατ’ ουσίαν, η διέλευση των εμπορευμάτων από το τελωνείο χαρακτηρίζεται από διάφορες πράξεις οι οποίες, καταρχήν, διενεργούνται διαδοχικά, ήτοι, μεταξύ άλλων, από την άφιξη των εμπορευμάτων (άρθρο 135, παράγραφος 1), την προσκόμισή τους στο τελωνείο αμέσως μετά την άφιξη (άρθρο 5, σημείο 33, και άρθρο 139, παράγραφος 1), την υποβολή τελωνειακής διασάφησης για τη δήλωση της υπαγωγής σε τελωνειακό καθεστώς (άρθρο 5, σημείο 12, και άρθρο 158, παράγραφος 1), την αποδοχή της διασάφησης (άρθρο 172), την προαιρετική επαλήθευσή της (άρθρο 188) και τη χορήγηση αποδέσμευσης (άρθρα 194 και 195).

2.      Αρχή της διασάφησης των προσκομισθέντων εμπορευμάτων

32.      Όπως αντιλαμβάνομαι την τελωνειακή διαδικασία, οι πράξεις διασαφήσεως, επαληθεύσεως (βάσει του άρθρου 188 του τελωνειακού κώδικα) και αποδέσμευσης (δυνάμει των άρθρων 194 και 195 του τελωνειακού κώδικα) αφορούν πάντοτε τα εμπορεύματα που προσκομίζονται στο τελωνείο. Καταρχήν, δεν αφορούν ούτε τα εμπορεύματα που δεν έχουν ακόμη παραδοθεί στο τελωνείο (26), ούτε εκείνα που έχουν ήδη περάσει από αυτό, μετά τη χορήγηση της αποδέσμευσης (27).

33.      Η ανάλυση αυτή επιβεβαιώνεται από τα άρθρα 170 έως 172 του τελωνειακού κώδικα, τα οποία ορίζουν ότι οι τελωνειακές διασαφήσεις πρέπει να υποβάλλονται από πρόσωπο που είναι σε θέση να προσκομίσει τα εν λόγω εμπορεύματα. Αντιστοίχως, αν η τελωνειακή διασάφηση μπορεί να υποβληθεί έως και 30 ημέρες πριν από την αναμενόμενη προσκόμιση των εμπορευμάτων, η εν λόγω προκαταβολική κατάθεση είναι έγκυρη μόνον εφόσον τα εμπορεύματα όντως προσκομίζονται εντός της προθεσμίας αυτής. Επιπλέον, η αποδοχή των τελωνειακών διασαφήσεων από τις τελωνειακές αρχές εξαρτάται ρητώς από την πραγματική προσκόμιση των εμπορευμάτων τα οποία αφορούν οι διασαφήσεις αυτές.

34.      Άλλωστε, με βάση τα άρθρα 144, 149 και 158 του τελωνειακού κώδικα, τα εμπορεύματα που τίθενται σε προσωρινή εναπόθεση κατά την προσκόμισή τους πρέπει να διασαφίζονται εντός 90 ημερών (28). Θεωρητικά, οι εν λόγω διατάξεις θα μπορούσαν να επιτρέψουν στα εμπορεύματα που φθάνουν στο τελωνείο σε διαφορετικές χρονικές στιγμές να διασαφίζονται από κοινού εντός αυτής της προθεσμίας. Τέτοια ερμηνεία προσκρούει, κατά τη γνώμη μου, στις διαδικαστικές απαιτήσεις που διέπουν την υποβολή «κανονικής» τελωνειακής διασάφησης, κατά την έννοια του άρθρου 162 του κώδικα αυτού. Συγκεκριμένα, δυνάμει του άρθρου 222 του εκτελεστικού κανονισμού, κάθε είδος εμπορεύματος αποτελεί αντικείμενο χωριστής τελωνειακής διασάφησης. Κατά παρέκκλιση από την αρχή αυτή, μόνο τα είδη που «περιέχονται σε μία αποστολή» μπορούν να ομαδοποιηθούν, υπό την προϋπόθεση ότι υπάγονται σε μία μόνο δασμολογική διάκριση. Δεδομένου ότι τα είδη της ίδιας αποστολής φθάνουν ταυτόχρονα στο τελωνείο και πρέπει να προσκομίζονται αμέσως (29), μια συγκεντρωτική τελωνειακή διασάφηση αφορά κατ’ ανάγκη είδη που προσκομίζονται ταυτόχρονα.

35.      Την ίδια απαίτηση προβλέπει και το άρθρο 177, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα. Για λόγους απλοποίησης, το άρθρο αυτό επιτρέπει τη διασάφηση εμπορευμάτων που υπάγονται σε διαφορετικές δασμολογικές διακρίσεις ως εάν υπάγονταν σε μία μόνο διάκριση, υπό την προϋπόθεση, ιδίως, ότι ανήκουν στην «ίδια αποστολή».

36.      Η αρχή της διασαφήσεως των εμπορευμάτων που προσκομίζονται στο τελωνείο (συγχρόνως) είναι ικανή να διασφαλίσει την πρακτική αποτελεσματικότητα της εξουσίας των τελωνειακών αρχών να ελέγχουν, πριν από τη χορήγηση της αποδέσμευσης, την ακρίβεια των τελωνειακών διασαφήσεων, ιδίως με την εξέταση των εμπορευμάτων και τη δειγματοληψία (30).

37.      Η αρχή αυτή δικαιολογείται επίσης από το γεγονός ότι το άρθρο 77, παράγραφοι 1 και 2, του τελωνειακού κώδικα συνδέει την κανονική γένεση της τελωνειακής οφειλής με την αποδοχή της τελωνειακής διασαφήσεως και την υπαγωγή των εμπορευμάτων σε ένα από τα τελωνειακά καθεστώτα. Πράγματι, όπως προκύπτει από το άρθρο 56 του τελωνειακού κώδικα, το ύψος της οφειλής αυτής εξαρτάται από τους δασμούς που καθορίζονται ιδίως σε συνάρτηση με τη δασμολογική κατάταξη των εμπορευμάτων. Τούτο πραγματοποιείται κατά τον χρόνο της εισαγωγής, βάσει των στοιχείων που περιέχονται στην τελωνειακή διασάφηση, με τη διευκρίνιση ότι η υποχρέωση του διασαφιστή να παρέχει ακριβείς πληροφορίες εκτείνεται και στον προσδιορισμό της ορθής διάκρισης της ΣΟ (31). Επιπλέον, προκειμένου να διευκολυνθούν οι τελωνειακοί έλεγχοι και για λόγους ασφάλειας δικαίου, η δασμολογική κατάταξη βασίζεται στα αντικειμενικά χαρακτηριστικά και τις αντικειμενικές ιδιότητες των εμπορευμάτων κατά τη στιγμή της προσκόμισής τους στο τελωνείο (32).

38.      Τέλος, φρονώ ότι από το άρθρο 194, παράγραφοι 1 και 2, του τελωνειακού κώδικα προκύπτει ότι η χορήγηση αποδέσμευσης, βάσει της τελωνειακής διασάφησης, αφορά μόνον τα εμπορεύματα που προσκομίζονται στο τελωνείο και αποτελούν το αντικείμενο της διασάφησης αυτής.

39.      Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων συνάγω ότι η τελωνειακή διαδικασία σχεδιάστηκε για τον εκτελωνισμό των εμπορευμάτων που πράγματι προσκομίζονται ταυτόχρονα στο τελωνείο. Επομένως, η δασμολογική κατάταξη, συμπεριλαμβανομένης της εφαρμογής του γενικού κανόνα 2, στοιχείο αʹ, πραγματοποιείται, καταρχήν, μόνο για τα εμπορεύματα αυτά. Κατά τη γνώμη μου, μια τέτοια αντίληψη της τελωνειακής διαδικασίας επικρατούσε ήδη το 1974 όταν εκδόθηκε η απόφαση Osram (33).

3.      Παρέκκλιση από την αρχή της διασάφησης των προσκομισθέντων εμπορευμάτων

40.      Επομένως, η αρχή που προσδιορίστηκε στο σημείο 39 των παρουσών προτάσεων δεν συνάδει με τη δυνατότητα κατατάξεως και διασαφήσεως ενός πλήρους εμπορεύματος όταν μόνον ένα μέρος των συστατικών μερών έχει φθάσει και έχει προσκομιστεί στις τελωνειακές αρχές, ακόμη και αν η άφιξη των λοιπών τεμαχίων προγραμματίζεται μεταγενέστερα. Φρονώ, ωστόσο, ότι ο τελωνειακός κώδικας δεν αντιτίθεται σε αυτό σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει από τον εκτελεστικό κανονισμό του.

41.      Πράγματι, η είσοδος των εμπορευμάτων στο έδαφος της Ένωσης με τμηματικές αποστολές δεν είναι ξένη προς τις τελωνειακές διαδικασίες. Διάφορες διατάξεις του εκτελεστικού κανονισμού, ήτοι τα άρθρα 96, 99, 105, 115 και 121, στηρίζονται ρητώς στην παραδοχή ότι επιτρέπεται τέτοιος τρόπος εισαγωγής. Προβλέπουν απλοποίηση της απόδειξης της προέλευσης των εμπορευμάτων που εισάγονται ασυναρμολόγητα ή αποσυναρμολογημένα, κατά την έννοια του γενικού κανόνα 2, στοιχείο αʹ, και τα οποία εμπίπτουν στα τμήματα XVI ή XVII, ή στις κλάσεις 7308 ή 9406 του ΕΣ.

42.      Εξ αυτού συνάγω ότι θα πρέπει να είναι δυνατόν να αναγράφεται σε τελωνειακή διασάφηση, αφενός, ότι τα εμπορεύματα στα οποία αναφέρεται και τα οποία προσκομίζονται στο τελωνείο εμπίπτουν σε σειρά συνδεδεμένων αποστολών, με σκοπό την εισαγωγή τους στο έδαφος της Ένωσης. Αφετέρου, για τον καθορισμό του εφαρμοστέου δασμολογίου, ο διασαφιστής πρέπει να μπορεί να λαμβάνει υπόψη το σύνολο των εισαχθέντων εμπορευμάτων και, ενδεχομένως, να τα κατατάσσει ως ένα και μόνο πλήρες είδος, κατ’ εφαρμογήν του γενικού κανόνα 2, στοιχείο αʹ.

43.      Η δυνατότητα αυτή συνιστά παρέκκλιση από την αρχή της διασαφήσεως των εμπορευμάτων που προσκομίζονται στο τελωνείο, στην οποία στηρίζονται, όπως είδαμε, οι τελωνειακές διαδικασίες. Επομένως, πρέπει να ερμηνεύεται στενά (34). Κατά τη γνώμη μου, τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο καθόσον δεν προβλέπεται ρητώς από τον τελωνειακό κώδικα.

Β.      Δυνατότητα εφαρμογής του γενικού κανόνα 2, στοιχείο αʹ, στις εισαγωγές με τμηματικές αποστολές

44.      Οι κανόνες δασμολογικής κατατάξεως της ΣΟ και, ως εκ τούτου, ο γενικός κανόνας 2, στοιχείο αʹ, πρέπει να ερμηνεύονται υπό το πρίσμα του αποτελέσματος της ανάλυσης της τελωνειακής διαδικασίας.

45.      Επομένως, στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, πρέπει να καθοριστεί το πεδίο εφαρμογής του κανόνα αυτού, λαμβανομένης ιδίως υπόψη της μνείας για την «προσκόμιση» των εμπορευμάτων. Προς τούτο, προτείνω κατ’ αρχάς να προχωρήσω σε γραμματική ερμηνεία του γενικού κανόνα 2, στοιχείο αʹ (1), ακολουθούμενη από τη συστηματική και τελολογική ερμηνεία του (2). Η άσκηση αυτή θα συμπληρωθεί με την εκτίμηση του ζητήματος αν υφίστανται συμβατικά όρια σχετικά με τη μεταφορά του ΕΣ στη ΣΟ, τα οποία θα εμπόδιζαν τη διευκρίνιση ή ακόμη και την τροποποίηση του πεδίου εφαρμογής του εν λόγω κανόνα από τον νομοθέτη της Ένωσης (3).

1.      Γραμματική ερμηνεία του γενικού κανόνα 2, στοιχείο αʹ

46.      Κατά τον γενικό κανόνα 2, στοιχείο αʹ, δεύτερη περίοδος, κάθε αναφορά σε είδος καλύπτει και αυτό «όταν παρουσιάζεται ασυναρμολόγητο ή αποσυναρμολογημένο». Στη σκέψη 7 της αποφάσεως Osram (35), το Δικαστήριο επισήμανε ότι από το γράμμα της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι αυτή μπορεί να εφαρμοστεί μόνον υπό την προϋπόθεση ότι τα ασυναρμολόγητα ή αποσυναρμολογημένα τεμάχια παρουσιάζονται συγχρόνως στον εκτελωνισμό (36).

47.      Όταν το Δικαστήριο εξέδωσε την απόφασή του το 1974, σύμφωνα με τον κανονισμό 1 (37), οι κανονισμοί έπρεπε να συντάσσονται στις έξι επίσημες γλώσσες της εποχής εκείνης. Από τη σύγκριση των γλωσσικών αποδόσεων του τότε ισχύοντος γενικού κανόνα 2, στοιχείο αʹ, δεύτερη περίοδος (38), προκύπτει ότι το δανικό, το αγγλικό και το ολλανδικό κείμενο δεν περιείχαν την απαίτηση παρουσιάσεως. Στο δανικό και στο ολλανδικό κείμενο, ωστόσο, υπήρχε η ιδέα ότι το προϊόν πρέπει να είναι διαθέσιμο και, στο αγγλικό, μνημονευόταν η εισαγωγή του. Φαίνεται ότι οι λοιπές γλωσσικές αποδόσεις αναφέρονταν ρητώς στην παρουσίαση του προϊόντος (39).

48.      Στη ΣΟ που έχει εφαρμογή ratione temporis στην υπό κρίση υπόθεση, φρονώ ότι η πλειονότητα των γλωσσικών αποδόσεων του γενικού κανόνα 2, στοιχείο αʹ, δεύτερη περίοδος, περιλαμβάνει μια κατά το μάλλον ή ήττον ρητή απαίτηση παρουσιάσεως. Για παράδειγμα, το αγγλικό κείμενο χρησιμοποιεί πλέον την έννοια του προϊόντος που παρουσιάζεται. Το γερμανικό και το φινλανδικό κείμενο μνημονεύουν ρητώς την προσκόμιση στο τελωνείο. Επιπλέον, αν δεν απατώμαι, στη δανική, την πολωνική και τη σουηδική γλώσσα γίνεται λόγος μάλλον για είδη που είναι διαθέσιμα ασυναρμολόγητα ή αποσυναρμολογημένα, πράγμα που συνεπάγεται, κατά τη γνώμη μου, την προσκόμιση των εν λόγω ειδών. Το εσθονικό κείμενο του εν λόγω κανόνα αποκλίνει και αφορά τα ασυναρμολόγητα είδη, χωρίς να αναφέρεται στη διαθεσιμότητά τους ή στην προσκόμισή τους. Εν πάση περιπτώσει, όσον αφορά τις γλωσσικές αποκλίσεις της ΣΟ, πρέπει να αποδοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα στο γαλλικό και στο αγγλικό κείμενό της, στο μέτρο που η απόδοση αυτή επαναλαμβάνει το ΕΣ, του οποίου μόνον τα κείμενα στις γλώσσες αυτές είναι αυθεντικά (40).

49.      Λαμβανομένης υπόψη αυτής της γλωσσικής συγκρίσεως, φρονώ ότι το γράμμα του γενικού κανόνα 2, στοιχείο αʹ, δεύτερη περίοδος, περιορίζει την εφαρμογή του στα είδη που προσκομίζονται στο τελωνείο. Αντιθέτως, η μεμονωμένη εξέταση, δεν μου επιτρέπει να καταλήξω στο συμπέρασμα αν τα συστατικά στοιχεία ενός πλήρους είδους πρέπει να προσκομίζονται ταυτοχρόνως.

50.      Βεβαίως, η απαίτηση ταυτόχρονης διασαφήσεως θα μπορούσε να συναχθεί από την αρχή της διασαφήσεως των προσκομισθέντων εμπορευμάτων, η οποία προσδιορίστηκε στο σημείο 39 των παρουσών προτάσεων. Εντούτοις, κλίνω προς την άποψη ότι τέτοια συσταλτική ερμηνεία του γράμματος του γενικού κανόνα 2, στοιχείο αʹ, δεν είναι αναγκαία. Ειδικότερα, δεν συνεκτιμά την οικονομική και νομική πραγματικότητα που έλαβε υπόψη ο νομοθέτης της Ένωσης. Όπως προκύπτει από τον εκτελεστικό κανονισμό (41), ο κανονισμός αυτός εκκινεί από την παραδοχή ότι ο τελωνειακός κώδικας επιτρέπει την εισαγωγή εμπορευμάτων ασυναρμολόγητων ή αποσυναρμολογημένων με τμηματικές αποστολές.

51.      Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η προσφυγή στη συστηματική και τελολογική ερμηνεία του γενικού κανόνα 2, στοιχείο αʹ, προκειμένου να καθοριστεί αν η απαίτηση προσκομίσεως μπορεί να πληρούται σε περίπτωση τμηματικού εκτελωνισμού εμπορευμάτων.

2.      Συστηματική και τελολογική ερμηνεία του γενικού κανόνα 2, στοιχείο αʹ 

α)      Συστηματική ερμηνεία

52.      Από τη σκέψη 8 της αποφάσεως Osram (42) προκύπτει ότι, το 1971 (43), ο γενικός κανόνας 2, στοιχείο αʹ, προστέθηκε στο εισαγωγικό μέρος της ΣΟ που περιλαμβάνεται στο παράρτημα του κανονισμού 950/68 προκειμένου να γενικευθούν ήδη υφιστάμενες ερμηνευτικές πρακτικές. Οι πρακτικές αυτές στηρίζονταν σε διάφορες ειδικές σημειώσεις της εν λόγω ονοματολογίας, οι οποίες περιελάμβαναν παραλλαγές του συγκεκριμένου κανόνα και αφορούσαν την εισαγωγή, ασυναρμολόγητων ή αποσυναρμολογημένων, τεχνουργημάτων από ξύλο, μηχανών, οχημάτων, σκαφών και επίπλων (44).

53.      Μεταξύ αυτών των ειδικών σημειώσεων, η σχετική με τις μηχανές σημείωση διευκρίνιζε ότι το καθεστώς κατατάξεως των μηχανών που παρουσιάζονται ασυναρμολόγητες ή αποσυναρμολογημένες εφαρμόζεται επίσης όταν οι μηχανές αυτές αποτελούν αντικείμενο τμηματικών αποστολών.

54.      Η εξέλιξη της ΣΟ, από την πρώτη εφαρμογή της σε κοινοτικό επίπεδο με τον κανονισμό 950/68 μέχρι σήμερα, καταδεικνύει ότι δεν υπήρξε γενίκευση της δυνατότητας εφαρμογής του γενικού κανόνα 2, στοιχείο αʹ, κατά την εισαγωγή, με τμηματικές αποστολές, όλων των ασυναρμολόγητων ή αποσυναρμολογημένων εμπορευμάτων. Αντιθέτως, η δυνατότητα αυτή προβλέπεται μόνο για ορισμένα εμπορεύματα, ήτοι για τις μηχανές που εμπίπτουν στο τμήμα XVI της ΣΟ και για τα είδη των κλάσεων 8608, 8805, 8905 και 8907 του τμήματος XVII της ΣΟ, όπως προκύπτει, αντιστοίχως, από τις συμπληρωματικές σημειώσεις 3 του τμήματος XVI και 2 του τμήματος XVII της ΣΟ (45). Σύμφωνα με τις σημειώσεις αυτές, ο γενικός κανόνας 2, στοιχείο αʹ, εφαρμόζεται «επίσης» στα εμπορεύματα τα οποία αφορούν, όταν αυτά εισάγονται με τμηματικές αποστολές.

55.      Αντιστοίχως, τα άρθρα 96, 99 και 115 του εκτελεστικού κανονισμού προβλέπουν αυτόν τον τρόπο εισαγωγής των εμπορευμάτων, ασυναρμολόγητων ή αποσυναρμολογημένων, μόνον όταν εμπίπτουν στα τμήματα XVI ή XVII ή ακόμη στις κλάσεις 7308 ή 9406 του ΕΣ.

56.      Φρονώ ότι η ερμηνεία κατά την οποία οι συμπληρωματικές σημειώσεις 3 του τμήματος XVI και 2 του τμήματος XVII της ΣΟ δεν προορίζονται να έχουν γενική εφαρμογή ενισχύεται, μεταξύ άλλων, από τη χρήση του επιρρήματος «επίσης». Επιπλέον, οι σημειώσεις αυτές εξαρτούν την εφαρμογή του γενικού κανόνα 2, στοιχείο αʹ, από την «αίτηση» του διασαφιστή. Κατά τη γνώμη μου, δεν αποκλείεται η προϋπόθεση αυτή να του παράσχει δυνατότητα επιλογής, πράγμα που υπογραμμίζει περισσότερο ο εξαιρετικός χαρακτήρας των εν λόγω σημειώσεων.

57.      Συνεπώς, θεωρώ ότι, καταρχήν, ο γενικός κανόνας 2, στοιχείο αʹ, εφαρμόζεται μόνο στα εμπορεύματα που προσκομίζονται συγχρόνως, δηλαδή ταυτόχρονα, με την επιφύλαξη της περιορισμένης παρεκκλίσεως που προβλέπεται για την εισαγωγή ορισμένων εμπορευμάτων με τμηματικές αποστολές (46).

58.      Ο περιορισμός αυτός του πεδίου εφαρμογής του γενικού κανόνα 2, στοιχείο αʹ, φαίνεται να ενισχύεται από τη συμπεριφορά των οργάνων της Ένωσης. Πράγματι, η προβληματική της κατάτμησης των εισαγωγών με σκοπό την καταστρατήγηση του κανόνα αυτού είναι από μακρού γνωστή. Το 1993, η επιβολή δασμού αντιντάμπινγκ σε ποδήλατα προελεύσεως Κίνας (47) μείωσε τις εισαγωγές ολόκληρων ποδηλάτων, ενώ, συγχρόνως, αυξήθηκε σημαντικά η εισαγωγή των συστατικών μερών. Η έρευνα της Επιτροπής διαπίστωσε ότι ορισμένες επιχειρήσεις «εξασφάλιζαν ότι τα εξαρτήματα που προορίζονταν για την ίδια επιχείρηση συναρμολόγησης ήταν διασκορπισμένα σε διαφορετικά εμπορευματοκιβώτια, αποστέλλονταν σε διαφορετικές ημερομηνίες και μερικές φορές εκφορτώνονταν σε διαφορετικούς λιμένες», γεγονός που τους παρείχε τη δυνατότητα να αποφύγουν την εφαρμογή του γενικού κανόνα 2, στοιχείο αʹ, (48). Αντιδρώντας στην πρακτική αυτή, ο νομοθέτης της Ένωσης επέκτεινε τον δασμό αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων εξαρτημάτων ποδηλάτων. Αντιθέτως, δεν τροποποίησε τη ΣΟ.

59.      Η προσέγγιση αυτή φαίνεται να συνάδει με τη θέση που υποστηρίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση στη διεθνή σκηνή. Σύμφωνα με έγγραφο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ), το οποίο καταρτίστηκε το 2008 από «ειδική ομάδα», οι Ευρωπαϊκές Κοινότητες υποστήριξαν ότι η απαίτηση προσκομίσεως του εμπορεύματος «ως έχει», φράση η οποία χρησιμοποιείται στο γαλλικό κείμενο του γενικού κανόνα 2, στοιχείο αʹ, απηχούσε τη «θεμελιώδη αρχή της δασμολογικής κατατάξεως», «κατά την οποία τα εμπορεύματα κατατάσσονται σε συνάρτηση με τα αντικειμενικά χαρακτηριστικά του προϊόντος κατά τον χρόνο της εισαγωγής, δηλαδή στην κατάσταση κατά την οποία εισάγεται και προσκομίζεται στο τελωνείο». «[Η] έννοια αυτή δεν αφορά και δεν μπορεί να αφορά “περισσότερες χρονικές στιγμές” και “περισσότερα σημεία”» (49).

β)      Τελολογική ερμηνεία

60.      Η συστηματική ερμηνεία του γενικού κανόνα 2, στοιχείο αʹ, έρχεται σε αντίθεση με τα επιχειρήματα τελολογικής φύσεως τα οποία, κατά τη γνώμη μου, θα μπορούσαν να συνηγορούν υπέρ της επεκτάσεως του πεδίου εφαρμογής του στην εισαγωγή κάθε εμπορεύματος με τμηματικές αποστολές.

61.      Πράγματι, κατ’ αρχάς, υπάρχουν αμφιβολίες ως προς τη συνοχή του περιορισμού του πεδίου εφαρμογής του γενικού κανόνα 2, στοιχείο αʹ, στα εμπορεύματα τα οποία αφορά η συμπληρωματική σημείωση 3 του τμήματος XVI και η συμπληρωματική σημείωση 2 του τμήματος XVII της ΣΟ. Οι σημειώσεις αυτές ισχύουν, όντως, για μια πραγματική πληθώρα εμπορευμάτων ποικίλης φύσεως και μεγέθους (50).

62.      Ακολούθως, φρονώ ότι δεν αποκλείεται η εφαρμογή του γενικού κανόνα 2, στοιχείο αʹ, στη διαδοχική εισαγωγή κάθε εμπορεύματος να μπορεί να συμβάλει στην ορθή λειτουργία της δασμολογικής κατατάξεως. Η εκτίμηση αυτή βασίζεται στην αξιολόγηση του προϊόντος βάσει των αντικειμενικών χαρακτηριστικών και ιδιοτήτων του, η οποία περιλαμβάνει τη συνεκτίμηση του προορισμού ενός προϊόντος, στο μέτρο που είναι εγγενής σε αυτό (51). Ιδίως, λοιπόν, όταν τα διαδοχικώς εισαγόμενα είδη αποτελούν συστατικά ενός πλήρους είδους, όταν παραγγέλθηκαν ως συστατικά ενός τέτοιου είδους και όταν προορίζονται, εξαρχής, όχι για ατομική πώληση, αλλά για συναρμολόγηση, πριν από τη διάθεσή τους στο εμπόριο, σε ένα πλήρες είδος, φαίνεται σκοπιμότερο να εφαρμοστεί επ’ αυτών ο συντελεστής που προβλέπεται για το πλήρες αυτό είδος. Φρονώ ότι τέτοιες ενδείξεις μπορούν να απορρέουν, για παράδειγμα, από τα έγγραφα που συνοδεύουν την τελωνειακή διασάφηση, όπως συμβάσεις πωλήσεως και τιμολόγια, καθώς και από πραγματικά περιστατικά, όπως το γεγονός ότι τα εισαχθέντα τεμάχια αντιστοιχούν σε ορισμένο αριθμό πλήρων ειδών (52) ή ακόμη το γεγονός ότι ο εισαγωγέας έπαυσε να εισάγει πλήρη είδη.

63.      Θεωρώ επίσης σημαντικό να υπογραμμίσω ότι η εισαγωγή ασυναρμολόγητου ή αποσυναρμολογημένου εμπορεύματος με τμηματικές αποστολές μπορεί να οφείλεται σε ποικίλους περιορισμούς εμπορικής ή άλλης φύσεως. Αυτοί μπορούν να συνδέονται με τον τρόπο μεταφοράς που προσφέρεται στον εισαγωγέα, ανάλογα με το μέγεθος ή την ποσότητα των εξαρτημάτων, ή με την παραγωγή των εισαγόμενων εξαρτημάτων, ιδίως όταν πραγματοποιείται σε περισσότερα εργοστάσια, τα οποία είτε βρίσκονται πλησίον λιμενικών, αερολιμενικών ή οδικών εγκαταστάσεων είτε όχι. Επιπλέον, η ετεροχρονισμένη άφιξη των τεμαχίων ενός είδους μπορεί να είναι αποτέλεσμα απρόβλεπτων περιστάσεων, όπως πόλεμοι, φραγμοί εμπορικών οδών, απεργίες ή καιρικές συνθήκες.

64.      Φρονώ ότι οι διάφοροι αυτοί παράγοντες δεν επηρεάζουν τα αντικειμενικά χαρακτηριστικά του εισαγομένου εμπορεύματος. Αντιθέτως, όπως προκύπτει από την απόφαση X και Inspecteur van de Belastingdienst Douane (53), τα στοιχεία αυτά πρέπει να ληφθούν υπόψη ως αντικειμενικά στοιχεία προκειμένου να καθοριστεί αν, παρά τη διαδοχική εισαγωγή των επιμέρους τεμαχίων στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, πρέπει να θεωρηθεί ότι ο διασαφιστής εισάγει πλήρες είδος, το οποίο παρουσιάζεται ασυναρμολόγητο ή αποσυναρμολογημένο.

65.      Τέλος, κατά τη γνώμη μου, από τη σκέψη 26 της ίδιας αποφάσεως προκύπτει ότι ο αντικειμενικός χαρακτήρας της δασμολογικής κατατάξεως συνεπάγεται ότι πρέπει να αποφεύγεται η δυνατότητα των εισαγωγέων να επιλέγουν οι ίδιοι, μέσω μιας σχετικά απλής μεθόδευσης, τη δασμολογική κατάταξη των εμπορευμάτων. Εκτιμώ ότι ο λόγος αυτός, βάσει του οποίου το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι έχει εφαρμογή ο γενικός κανόνας 2, στοιχείο αʹ, στην περίπτωση υποβολής πλειόνων χωριστών τελωνειακών διασαφήσεων για είδη που παρουσιάζονται ταυτοχρόνως ασυναρμολόγητα ή αποσυναρμολογημένα, έχει επίσης σημασία σε περίπτωση διαδοχικής εισαγωγής των μερών που προορίζονται να συναρμολογηθούν σε ένα πλήρες είδος (54).

66.      Πάντως, παρά την ελκυστικότητα των εν λόγω τελολογικών επιχειρημάτων, φρονώ ότι αυτά δεν είναι ικανά να ανατρέψουν τη διαπίστωση που διατυπώνεται στο σημείο 57 των παρουσών προτάσεων. Πράγματι, το αποτέλεσμα της συστηματικής ερμηνείας του κανόνα αυτού δεν είναι διφορούμενο, αλλά μαρτυρεί, κατά την αντίληψή μου, τη σαφή βούληση του νομοθέτη να περιορίσει την εφαρμογή του στην εισαγωγή εμπορευμάτων με τμηματικές αποστολές μόνο στις περιπτώσεις που αναφέρονται ρητώς στις συμπληρωματικές σημειώσεις 3 του τμήματος XVI και 2 του τμήματος XVII της ΣΟ (55).

67.      Υπό τις συνθήκες αυτές, προτείνω στο Γενικό Δικαστήριο να κρίνει ότι ο γενικός κανόνας 2, στοιχείο αʹ, δεν μπορεί να εφαρμοστεί στα εξαρτήματα ποδηλάτων όταν αυτά δεν προσκομίζονται ταυτόχρονα στο τελωνείο, αλλά εισάγονται με τμηματικές αποστολές. Συγκεκριμένα, τα ηλεκτρικά ποδήλατα και τα εξαρτήματά τους εμπίπτουν στις κλάσεις 8711 και 8714 της ΣΟ και, επομένως, δεν καλύπτονται από τις παρεκκλίσεις που προβλέπουν οι συμπληρωματικές σημειώσεις 3 του τμήματος XVI και 2 του τμήματος XVII αυτής.

3.      Συμβατικά όρια για την τροποποίηση του πεδίου εφαρμογής του γενικού κανόνα 2, στοιχείο αʹ

68.      Λαμβανομένων υπόψη των τελολογικών επιχειρημάτων που ενδέχεται να συνηγορούν υπέρ της επεκτάσεως του πεδίου εφαρμογής του γενικού κανόνα 2, στοιχείο αʹ, φρονώ ότι η ερμηνεία του, όπως έγινε δεκτή στα σημεία 57 και 67 των παρουσών προτάσεων, δεν είναι απολύτως ικανοποιητική. Ειδικότερα, υπάρχει κάποια αντίφαση μεταξύ της ερμηνείας αυτής και των εν λόγω επιχειρημάτων, ιδίως λόγω της προφανούς ασυνέπειας στην επιλογή των εμπορευμάτων τα οποία αφορούν οι συμπληρωματικές σημειώσεις 3 του τμήματος XVI και 2 του τμήματος XVII της ΣΟ.

69.      Δεδομένου, όμως, ότι η επίλυση του ζητήματος αυτού δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του δικαστή, απόκειται στον νομοθέτη της Ένωσης να αποφασίσει αν και, ενδεχομένως, με ποιον τρόπο πρέπει να αντιμετωπιστεί. Υπό το πρίσμα αυτό, προτείνω να εξακριβωθεί αν υφίστανται νομικοί λόγοι που θα μπορούσαν να εμποδίσουν τον νομοθέτη να επανεξετάσει το ζήτημα της δυνατότητας εφαρμογής του γενικού κανόνα 2, στοιχείο αʹ, στην εισαγωγή εμπορευμάτων με τμηματικές αποστολές. Αναφέρομαι, ειδικότερα, στα συμβατικά όρια που απορρέουν από τη μεταφορά του ΕΣ με τη ΣΟ.

70.      Συναφώς, θεωρώ ότι ο περιορισμός της δυνατότητας εφαρμογής του γενικού κανόνα 2, στοιχείο αʹ, στην τμηματική εισαγωγή εμπορευμάτων που αναφέρονται στις συμπληρωματικές σημειώσεις 3 του τμήματος XVI και 2 του τμήματος XVII της ΣΟ δεν απορρέει από τις υποχρεώσεις που προβλέπει το ΕΣ. Αν δεν απατώμαι, το σύστημα αυτό δεν έχει κανόνες ή σημειώσεις που να διέπουν την εισαγωγή με τμηματικές αποστολές.

71.      Επιπλέον, όπως προκύπτει από το σημείο VIII της επεξηγηματικής σημειώσεως σχετικά με τον γενικό κανόνα 2, στοιχείο αʹ, του ΕΣ, ορισμένα τμήματα και κεφάλαια του ΕΣ περιέχουν παραδείγματα εφαρμογής του κανόνα αυτού. Τα εν λόγω παραδείγματα, τα οποία στερούνται νομικώς δεσμευτικής ισχύος (56), δεν περιέχουν ενδείξεις από τις οποίες να προκύπτει ότι, καταρχήν, η εισαγωγή εμπορευμάτων με τμηματικές αποστολές δεν μπορεί να καλύπτεται από τον συγκεκριμένο κανόνα. Βεβαίως, όσον αφορά τα ξύλινα είδη, η εφαρμογή του εξαρτάται ρητώς από την προϋπόθεση ότι «τα διάφορα μέρη παρουσιάζονται μαζί». Ωστόσο, τα άλλα παραδείγματα διατυπώνονται με ουδέτερο τρόπο ή δεν περιέχουν ένδειξη σχετικά με την προσκόμιση των εμπορευμάτων. Όσον αφορά ιδίως τις μηχανές, γίνεται λόγος για την ασυναρμολόγητη ή αποσυναρμολογημένη παρουσίασή τους, χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις (57).

72.      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, κλίνω προς την άποψη ότι, μολονότι οι συντάκτες του ΕΣ απλώς δεν εξέτασαν την εφαρμογή του γενικού κανόνα 2, στοιχείο αʹ, στις εισαγωγές με τμηματικές αποστολές, εντούτοις δεν την απέκλεισαν ρητώς, με εξαίρεση ίσως την εισαγωγή ξύλινων ειδών.

73.      Η εκτίμηση αυτή επιβεβαιώνεται από απόφαση της επιτροπής του ΕΣ του Νοεμβρίου 1995, με την οποία ορίζεται ότι κάθε υπογράφον κράτος (58) μπορεί να ρυθμίσει τη δυνατότητα εφαρμογής του γενικού κανόνα 2, στοιχείο αʹ, του ΕΣ στις εισαγωγές με τμηματικές αποστολές (59). Εξ αυτού συνάγω ότι ο νομοθέτης της Ένωσης μπορεί να καθορίσει αυτοτελώς αν ο κανόνας αυτός πρέπει να εφαρμοστεί σε περίπτωση διαδοχικής εισαγωγής των συστατικών μερών ενός πλήρους είδους.

74.      Κατά τη γνώμη μου, κατά την εισαγωγή της συμπληρωματικής σημειώσεως 3 του τμήματος XVI στη ΣΟ που περιλαμβάνεται στο παράρτημα του κανονισμού 950/68, με την έκδοση του κανονισμού 1/72, ο νομοθέτης της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας στηρίχθηκε επίσης στην παραδοχή ότι είχε τη δυνατότητα να περιλάβει την εισαγωγή εμπορευμάτων με τμηματικές αποστολές στο πεδίο εφαρμογής του γενικού κανόνα 2, στοιχείο αʹ. Πράγματι, η τροποποίηση αυτή της ονοματολογίας που ίσχυε τότε δεν οφειλόταν σε τροποποίηση της Συμβάσεως των Βρυξελλών της 15ης Δεκεμβρίου 1950 (60), η οποία προηγήθηκε του ΕΣ, αλλά σε λόγους οικονομικής και πρακτικής φύσεως, τους οποίους επικαλέστηκε ο εν λόγω νομοθέτης. Άλλωστε, σήμερα, ο νομοθέτης της Ένωσης εξακολουθεί να διατηρεί, στη ΣΟ, τις συμπληρωματικές σημειώσεις 3 του τμήματος XVI και 2 του τμήματος XVII, ενώ το ΕΣ δεν περιλαμβάνει αντίστοιχες σημειώσεις.

75.      Κατόπιν των ανωτέρω, εκτιμώ ότι ο νομοθέτης της Ένωσης έχει πράγματι την ευχέρεια να τροποποιήσει το πεδίο εφαρμογής του γενικού κανόνα 2, στοιχείο αʹ, όσον αφορά την εισαγωγή εμπορευμάτων με τμηματικές αποστολές.

Γ.      Επικουρική ανάλυση της εφαρμογής του γενικού κανόνα 2, στοιχείο αʹ, στις εισαγωγές με τμηματικές αποστολές

76.      Σε περίπτωση που το Γενικό Δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο γενικός κανόνας 2, στοιχείο αʹ, έχει εφαρμογή σε όλες τις εισαγωγές με τμηματικές αποστολές, θα πρέπει να προσδιοριστούν οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να εφαρμοστεί ο κανόνας αυτός, δεδομένου ότι ο τελωνειακός κώδικας δεν περιλαμβάνει διατάξεις προβλέπουσες τέτοιες προϋποθέσεις.

77.      Φρονώ ότι ενδείξεις μπορούν να συναχθούν, κατ’ αναλογίαν, από το άρθρο 99, παράγραφος 3, και το άρθρο 115 του εκτελεστικού κανονισμού και, ιδίως, από τις συμπληρωματικές σημειώσεις 3 στο τμήμα XVI και 2 στο τμήμα XVII της ΣΟ. Αφενός, οι διατάξεις αυτές προβλέπουν ότι απόκειται στον διασαφιστή να ζητήσει από τις τελωνειακές αρχές άδεια εισαγωγής εμπορευμάτων, ασυναρμολόγητων ή αποσυναρμολογημένων, με τμηματικές αποστολές. Αφετέρου, προκύπτει ότι οι αρχές αυτές καθορίζουν τις προϋποθέσεις της διαδοχικής εισαγωγής.

78.      Λαμβανομένων υπόψη των απαιτήσεων αυτών, προτείνω να παρουσιαστούν ορισμένα στοιχεία προβληματισμού όσον αφορά, αφενός, το διαδικαστικό πλαίσιο, εκ μέρους των τελωνειακών αρχών, του γενικού κανόνα 2, στοιχείο αʹ, σε περίπτωση εισαγωγής εμπορευμάτων με τμηματικές αποστολές (1), και, αφετέρου, τις υποχρεώσεις του διασαφιστή (2). Εξάλλου, αντιδρώντας στις συζητήσεις κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, θεωρώ σκόπιμο να εξετάσω τις συνέπειες ενδεχόμενης καταχρήσεως δικαιώματος κατά την εφαρμογή του εν λόγω κανόνα (3).

1.      Διαδικαστικό πλαίσιο για την εφαρμογή του γενικού κανόνα 2, στοιχείο αʹ

79.      Όπως επισημάνθηκε στο σημείο 77 των παρουσών προτάσεων, θεωρώ εύλογο να εκτιμηθεί, κατ’ αναλογίαν προς το άρθρο 99, παράγραφος 3, και το άρθρο 115 του εκτελεστικού κανονισμού και τις συμπληρωματικές σημειώσεις 3 του τμήματος XVI και 2 του τμήματος XVII της ΣΟ, ότι απόκειται στις τελωνειακές αρχές να καθορίσουν τις διαδικαστικές προϋποθέσεις εφαρμογής του γενικού κανόνα 2, στοιχείο αʹ, στις εισαγωγές εμπορευμάτων με τμηματικές αποστολές.

80.      Αντιθέτως, οι εθνικές αρχές δεν μπορούν να καθορίζουν κατά βούληση τις ουσιαστικές προϋποθέσεις εφαρμογής του γενικού κανόνα 2, στοιχείο αʹ, με κίνδυνο, άλλως, να μην εξασφαλίζουν στους εισαγωγείς ίση μεταχείριση κατά τη δασμολογική κατάταξη των εμπορευμάτων. Επομένως, λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας που παρατίθεται στα σημεία 62 και 64 των παρουσών προτάσεων, κατά την εξέταση της δυνατότητας εφαρμογής του κανόνα αυτού μπορούν να λαμβάνονται υπόψη μόνον τα αντικειμενικά χαρακτηριστικά ενός εμπορεύματος καθώς και οι αντικειμενικοί παράγοντες που καθόρισαν τις λεπτομέρειες εισαγωγής.

81.      Όσον αφορά, πρώτον, τη διάρκεια των εισαγωγών με τμηματικές αποστολές, αυτή δεν πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να είναι αφ’ εαυτής καθοριστική. Θα μπορούσε, ωστόσο, να συγκαταλέγεται στους κρίσιμους αντικειμενικούς παράγοντες για την εκτίμηση της δυνατότητας εφαρμογής του γενικού κανόνα 2, στοιχείο αʹ, πράγμα που επιβεβαιώνεται από το γεγονός, το οποίο επισημάνθηκε στο σημείο 63 των παρουσών προτάσεων, ότι η απόσταση μεταξύ των αποστολών μπορεί να εξαρτάται από πληθώρα περιστάσεων. Υπό τις συνθήκες αυτές, φρονώ ότι δεν είναι δυνατόν να καθοριστεί χρονικό όριο πέραν του οποίου δεν θα έχει πλέον εφαρμογή ο γενικός κανόνας 2, στοιχείο αʹ.

82.      Χάριν πληρότητας, επισημαίνω ότι θα ήταν αμφίβολο, κατά τη γνώμη μου, να εφαρμοστούν, κατ’ αναλογίαν, τα χρονικά όρια σχετικά με το κύρος των πιστοποιητικών καταγωγής, τα οποία προβλέπονται στο άρθρο 99, παράγραφος 2, στο άρθρο 105 παράγραφος 1, και στο άρθρο 121, παράγραφοι 1 και 4, του εκτελεστικού κανονισμού. Πιο συγκεκριμένα, η φύση των πιστοποιητικών αυτών και ο έλεγχος της δικαιολόγησής τους απαιτούν να είναι περιορισμένης ισχύος (61). Μόνον κατά παρέκκλιση, το άρθρο 121, παράγραφος 5, του εν λόγω κανονισμού προβλέπει τη δυνατότητα παράτασης της διάρκειας ισχύος του πιστοποιητικού καταγωγής σε περίπτωση εισαγωγής ασυναρμολόγητων ή αποσυναρμολογημένων εμπορευμάτων με τμηματικές αποστολές. Η παρέκκλιση αυτή μαρτυρά ότι τέτοια εισαγωγή μπορεί να πραγματοποιηθεί κατά τη διάρκεια περιόδου που υπερβαίνει την κανονική διάρκεια ισχύος του πιστοποιητικού καταγωγής.

83.      Όσον αφορά, δεύτερον, τους διαδικαστικούς κανόνες που επιτρέπουν τη σταδιακή εισαγωγή ασυναρμολόγητων ή αποσυναρμολογημένων εμπορευμάτων, φρονώ ότι αρκεί οι τελωνειακές αρχές να διευκρινίζουν στον διασαφιστή, ο οποίος τους δηλώνει ότι επιθυμεί να προβεί σε τέτοια εισαγωγή, το περιεχόμενο των υποχρεώσεων παροχής πληροφοριών που υπέχει πέραν της τελωνειακής διασαφήσεως (62).

84.      Τρίτον, τέλος, φρονώ ότι η ενισχυμένη υποχρέωση ελέγχου που προβλέπει το άρθρο 105, παράγραφος 2, του εκτελεστικού κανονισμού ασκεί άμεση επιρροή εν προκειμένω. Κατ’ αναλογία, όταν εισαγωγέας δηλώνει την εισαγωγή εμπορεύματος με τμηματικές αποστολές, απόκειται στις τελωνειακές αρχές να εξακριβώσουν αν κάθε αποστολή αντιστοιχεί πράγματι στα μέρη που απαιτούνται για τη συναρμολόγησή του.

2.      Υποχρεώσεις του διασαφιστή

85.      Η υποχρέωση ελέγχου που μνημονεύεται στο σημείο 84 των παρουσών προτάσεων συνδέεται με την υποχρέωση ενημέρωσης που υπέχει ο διασαφιστής. Πράγματι, ο τελωνειακός κώδικας στηρίζεται στην αρχή της διαφάνειας. Δεν επικεντρώνεται στους ελέγχους που διενεργούν οι τελωνειακές αρχές, αλλά στις υποχρεώσεις του διασαφιστή. Επομένως, η εφαρμογή των διατάξεων που διέπουν το τελωνειακό καθεστώς στο οποίο υπάγονται τα εμπορεύματα πραγματοποιείται, καταρχήν, σε συνάρτηση με τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στις τελωνειακές διασαφήσεις. Οι πληροφορίες αυτές δεν ελέγχονται συστηματικά, γεγονός που προϋποθέτει ότι ο διασαφιστής παρέχει στις τελωνειακές αρχές ακριβή και πλήρη στοιχεία. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι απόκειται στον διασαφιστή να προβεί ο ίδιος στον καθορισμό της διακρίσεως της ΣΟ που εφαρμόζεται στα εμπορεύματα που δηλώνει (63).

86.      Βεβαίως, στο μέτρο που οι συμπληρωματικές σημειώσεις 3 του τμήματος XVI και 2 του τμήματος XVII της ΣΟ προβλέπουν την εφαρμογή του γενικού κανόνα 2, στοιχείο αʹ, κατόπιν αιτήσεως του διασαφιστή, φαίνεται να του παρέχουν δυνατότητα επιλογής. Ωστόσο, σε περίπτωση που η εισαγωγή ασυναρμολόγητων ή αποσυναρμολογημένων εμπορευμάτων με τμηματικές αποστολές εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανόνα αυτού, η εφαρμογή του θα πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενικούς παράγοντες και δεν θα πρέπει να εξαρτάται από δυνατότητα επιλογής (64). Κατά περίπτωση, δυνάμει της υποχρέωσής του να παρέχει πληροφορίες, ο διασαφιστής θα πρέπει, επομένως, να αναφέρει στις τελωνειακές διασαφήσεις του, από την πρώτη αποστολή και κατά τον χρόνο κάθε επόμενης αποστολής, ότι εισάγει τα εμπορεύματα με τμηματικές αποστολές (65). Επιπλέον, θα πρέπει να κατατάξει τα εμπορεύματα αυτά για δασμολογικούς σκοπούς σύμφωνα με τον γενικό κανόνα 2, στοιχείο αʹ.

87.      Ωστόσο, υπό την επιφύλαξη αυτή, η συμπληρωματική σημείωση 2 του τμήματος XVI της ΣΟ παρέχει τη δυνατότητα να καταδειχθεί η έκταση της υποχρεώσεως παροχής πληροφοριών πέραν της τελωνειακής διασαφήσεως. Επομένως, ο διασαφιστής μπορεί να υποχρεωθεί να προσκομίσει, για τα είδη που παρουσιάζονται ως ασυναρμολόγητα ή αποσυναρμολογημένα, «σχέδιο συναρμολογήσεως και κατάλογο του περιεχομένου των διαφόρων δεμάτων». Θεωρώ ότι η απαίτηση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την εισαγωγή εμπορευμάτων με τμηματικές αποστολές. Αφενός, ένα τέτοιο σχέδιο καθιστά δυνατό τον προσδιορισμό των μερών που είναι αναγκαία για τη συναρμολόγηση του πλήρους είδους και, αφετέρου, ο κατάλογος των αποστολών διασφαλίζει ότι οι τελωνειακές αρχές διαθέτουν πλήρη εικόνα της πράξεως εισαγωγής. Κατά τα λοιπά, φρονώ ότι οι πληροφορίες αυτές είναι χρήσιμες υπό το πρίσμα της ενισχυμένης υποχρέωσης ελέγχου, για την οποία έγινε λόγος στο σημείο 84 των παρουσών προτάσεων.

3.      Συνεκτίμηση της καταχρήσεως δικαιώματος

88.      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, οι διάδικοι της κύριας δίκης και οι λοιποί ενδιαφερόμενοι έθιξαν το ζήτημα της συνεκτιμήσεως της υπάρξεως καταχρήσεως δικαιώματος. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία υποστήριξε, συναφώς, ότι η απαγόρευση τέτοιων καταχρήσεων θα έπρεπε να συνιστά οδηγό για την ερμηνεία του γενικού κανόνα 2, στοιχείο αʹ.

89.      Στο πλαίσιο αυτό, επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η κατάχρηση δικαιώματος αποτελεί νομική έννοια, απορρέουσα από την αρχή της απαγορεύσεως καταχρηστικών πρακτικών, σκοπός της οποίας είναι να εμποδίσει τον ιδιώτη να επικαλεστεί πλεονέκτημα προβλεπόμενο από το δίκαιο της Ένωσης όταν, στην πραγματικότητα, δεν πληρούνται οι αντικειμενικές προϋποθέσεις για να τύχει του πλεονεκτήματος αυτού. Για να διαπιστωθεί η πραγματικότητα αυτή, πρέπει να συντρέχουν ένα αντικειμενικό και ένα υποκειμενικό στοιχείο. Το πρώτο απαιτεί να αποδειχθεί ότι, παρά την τυπική τήρηση των προϋποθέσεων που προβλέπει η νομοθεσία της Ένωσης, δεν επιτεύχθηκε ο επιδιωκόμενος με τη ρύθμιση αυτή σκοπός (66).

90.      Όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας P. Mengozzi, από τη νομολογία αυτή προκύπτει σαφώς ότι ένα δικαίωμα μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο καταχρήσεως μόνον αν το δικαίωμα αυτό έχει προηγουμένως αναγνωριστεί. Επομένως, η απαγόρευση της καταχρήσεως δικαιώματος δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αρχή που οριοθετεί το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης (67). Κατά τη γνώμη μου, λοιπόν, η απαγόρευση αυτή δεν επιτρέπει ούτε την προσθήκη νομικών προϋποθέσεων σε κανόνα δικαίου ούτε την contra legem επέκταση του πεδίου εφαρμογής του. Αντιθέτως, υπό την επιφύλαξη των ορίων αυτών, η δυνατότητα καταστρατηγήσεως ενός κανόνα μέσω καταχρηστικής πρακτικής θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη προκειμένου να βρεθεί ερμηνεία ικανή να διατηρήσει την πρακτική αποτελεσματικότητά του, όπως έπραξε το Δικαστήριο στην απόφαση X και Inspecteur van de Belastingdienst Douane (68).

91.      Όσον αφορά, ειδικότερα, τον γενικό κανόνα 2, στοιχείο αʹ, ακόμη και αν υποτεθεί ότι εφαρμόζεται στην εισαγωγή εμπορεύματος με τμηματικές αποστολές, φρονώ ότι η ύπαρξη δόλιων ή καταχρηστικών πρακτικών με σκοπό την παράκαμψή του αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για την in concreto εφαρμογή του. Πράγματι, τέτοιες πρακτικές φαίνεται να συνιστούν αντικειμενικούς παράγοντες που μπορούν να ληφθούν υπόψη προκειμένου να καθοριστεί αν πρέπει να θεωρηθεί ότι, με τη διαδοχική εισαγωγή των τεμαχίων στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, ο διασαφιστής εισάγει πλήρες είδος, το οποίο παρουσιάζει ως ασυναρμολόγητο ή αποσυναρμολογημένο (69).

VI.    Πρόταση

92.      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο hof van beroep te Antwerpen (εφετείο της Αμβέρσας, Βέλγιο) ως εξής:

Ο γενικός κανόνας 2, στοιχείο αʹ, των γενικών κανόνων για την ερμηνεία της Συνδυασμένης Ονοματολογίας που περιλαμβάνεται στο παράρτημα I του κανονισμού (ΕΟΚ) 2658/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο, όπως τροποποιήθηκε με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2018/1602 της Επιτροπής, της 11ης Οκτωβρίου 2018,

έχει την έννοια ότι:

δεν εφαρμόζεται στην εισαγωγή εξαρτημάτων ηλεκτρικού ποδηλάτου, που υπάγονται στις διακρίσεις της κλάσεως 8714 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας, τα οποία προορίζονται να συναρμολογηθούν, αφού τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία, σε ηλεκτρικό ποδήλατο, υπαγόμενο στις διακρίσεις της κλάσεως 8711 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας, όταν τα τεμάχια αυτά δεν προσκομίζονται ταυτόχρονα στο τελωνείο, αλλά εισάγονται διαδοχικά με τμηματικές αποστολές.

José Martín y Pérez de Nanclares

Αναπτύχθηκαν σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 10 Ιουνίου 2026.

Υπογραφές


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.


2      Nicolet, C., «Le Monumentum Ephesenum et la délimitation du portorium d’Asie», σε Mélanges de l’École française de Rome. Antiquité, τόμος 105, αριθ. 2, 1993, σ. 929 έως 959 (σ. 946). Βλ. επίσης Zamora Manzano, J. L, Algunos aspectos sobre el régimen fiscal aduanero en Derecho romano: reglamentación jurídica del portorium, control de mercancías y comiso por fraude fiscal, Dykinson, Μαδρίτη, 2009. 


3      Βλ. Nicolet, C., «Le monumentum Ephesenum et les dîmes d’Asie», Bulletin de Correspondance Hellénique, 1991, αριθ. 115-1, σ. 465 έως 480 (σ. 465, 478 έως 480), και Marek, C., «Stadt, Bund und Reich in der Zollorganisation des kaiserzeitlichen Lykien. Eine neue Interpretation der Zollinschrift von Kaunos», σε Hans-Ulrich Wiemer (επιμ.), Staatlichkeit und politisches Handeln in der Römischen Kaiserzeit, De Gruyter, 2006, σ. 107 έως 121 (σ. 108 και 110).


4      Βλ. παράρτημα I του κανονισμού (ΕΟΚ) 2658/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο (ΕΕ 1987, L 256, σ. 1).


5      Απόφαση της 8ης Μαΐου 1974, Osram (183/73, EU:C:1974:50, σκέψη 7).


6      Recueil des traités des Nations unies, τόμος 1503, σ. 4, αριθ. 25910 (1988). Η σύμβαση αυτή εγκρίθηκε εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας με την απόφαση 87/369/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 7ης Απριλίου 1987 (ΕΕ 1987, L 198, σ. 1).


7      Εκτελεστικός κανονισμός της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της 11ης Οκτωβρίου 2018, σχετικά με την τροποποίηση του παραρτήματος I του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2658/87 του Συμβουλίου για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο (ΕΕ 2018, L 273, σ. 1).


8      ΕΕ 2019, C 119, σ. 1.


9      Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 2013, για τη θέσπιση του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ 2013, L 269, σ. 1).


10      Εκτελεστικός κανονισμός της Επιτροπής, της 24ης Νοεμβρίου 2015, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής ορισμένων διατάξεων του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ 2015, L 343, σ. 558), όπως τροποποιήθηκε με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2018/604 της Επιτροπής, της 18ης Απριλίου 2018 (ΕΕ 2018, L 101, σ. 22) (στο εξής: εκτελεστικός κανονισμός).


11      Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2018/1012 της Επιτροπής, της 17ης Ιουλίου 2018, για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ηλεκτρικών ποδηλάτων καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας και την τροποποίηση του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2018/671 (ΕΕ 2018, L 181, σ. 7).


12      Εκτελεστικοί κανονισμοί (ΕΕ) 2019/73 της Επιτροπής, της 17ης Ιανουαρίου 2019, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ και την οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού που επιβλήθηκε στις εισαγωγές ηλεκτρικών ποδηλάτων καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας (ΕΕ 2019, L 16, σ. 108), και (ΕΕ) 2019/72, της 17ης Ιανουαρίου 2019, για την επιβολή οριστικού αντισταθμιστικού δασμού στις εισαγωγές ηλεκτρικών ποδηλάτων καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας (ΕΕ 2019, L 16, σ. 5).


13      Απόφαση της 27ης Απριλίου 2023 (C‑107/22, EU:C:2023:346).


14      Απόφαση της 8ης Μαΐου 1974 (183/73, EU:C:1974:50).


15      Πρβλ. απόφαση της 27ης Απριλίου 2023, X και Inspecteur van de Belastingdienst Douane (C‑107/22, EU:C:2023:346, σκέψεις 24 έως 26).


16      Ο εξαιρετικός χαρακτήρας των μεταστροφών της νομολογίας, ιδίως της πάγιας νομολογίας, υπογραμμίστηκε από τον γενικό εισαγγελέα G. Hogan στο σημείο 57 των προτάσεών του στην υπόθεση Gtflix Tv (C‑251/20, EU:C:2021:745), κατά το οποίο «οποιαδήποτε τέτοια μεταστροφή δεν θα πρέπει να γίνεται χωρίς σοβαρό λόγο και θα πρέπει να περιορίζεται σε ό,τι είναι αναγκαίο».


17      Βλ. άρθρο 56, παράγραφοι 1 και 2, του τελωνειακού κώδικα.


18      Απόφαση της 8ης Μαΐου 1974 (183/73, EU:C:1974:50, σκέψη 7).


19      Βλ. αποφάσεις της 16ης Ιουνίου 1994, Develop Dr. Eisbein (C‑35/93, EU:C:1994:252, σκέψη 19), και της 27ης Απριλίου 2023, X και Inspecteur van de Belastingdienst Douane (C‑107/22, EU:C:2023:346, σκέψη 22).


20      Ο όρος «τμηματικές αποστολές» αφορά τη διαδοχική εισαγωγή εξαρτημάτων ενός είδους τα οποία, για διάφορους λόγους, δεν μεταφέρονται μαζί. Θα μπορούσε να διακριθεί από την εισαγωγή εξαρτημάτων με πολλαπλές αποστολές για βιομηχανική συναρμολόγηση [(βλ. ΠΟΕ: «Κίνα – Μέτρα που επηρεάζουν τις εισαγωγές ανταλλακτικών αυτοκινήτων», Εκθέσεις της ειδικής ομάδας (18 Ιουλίου 2008), WT/DS339/R, WT/DS340/R και WT/DS342/R, σ. 306 έως 310, σημεία 7.434 έως 7.439)], αν και δεν είναι βέβαιο ότι τέτοια διάκριση είναι αναγκαία ή δικαιολογημένη. Για τους σκοπούς των προτάσεών μου, φρονώ ότι δεν είναι αναγκαία, δεδομένου ότι οι περισσότερες εκτιμήσεις σχετικά με την πρώτη περίπτωση ισχύουν κατά μείζονα λόγο για τη δεύτερη. Τούτου δοθέντος, δεν αποκλείεται οι επίμαχες στην κύρια δίκη πράξεις να πρέπει να χαρακτηριστούν ως εισαγωγή όχι με τμηματικές αποστολές, αλλά με πολλαπλές αποστολές.


21      Απόφαση της 8ης Μαΐου 1974 (183/73, EU:C:1974:50).


22      Οδηγία του Συμβουλίου της 30ής Ιουλίου 1968 περί εναρμονίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των σχετικών με: 1. την προσκόμιση στο τελωνείο εμπορευμάτων αφικνούμενων στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητος, 2. την προσωρινή εναπόθεση των εμπορευμάτων αυτών (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/001, σ. 26).


23      Κανονισμός του Συμβουλίου της 21ης Δεκεμβρίου 1988 για τον καθορισμό των διατάξεων που εφαρμόζονται για τα εμπορεύματα στα οποία εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας (ΕΕ 1988, L 367, σ. 1).


24      Ορισμός που περιλήφθηκε αργότερα στον τελωνειακό κώδικα.


25      Απόφαση της 3ης Μαρτίου 2005, Papismedov κ.λπ. (C‑195/03, EU:C:2005:131, σκέψη 27).


26      Με την επιφύλαξη του άρθρου 171 του τελωνειακού κώδικα.


27      Ο έλεγχος κατά τη διάρκεια της τελωνειακής διαδικασίας, δηλαδή πριν από την αποδέσμευση, πρέπει να διακρίνεται από τους εκ των υστέρων ελέγχους (άρθρο 48 του τελωνειακού κώδικα).


28      Η κατάθεση της διασάφησης σηματοδοτεί την έναρξη της διαδικασίας υπαγωγής των εμπορευμάτων σε τελωνειακό καθεστώς. Πρβλ. απόφαση της 27ης Ιουνίου 2013, Codirex Expeditie (C‑542/11, EU:C:2013:429, σκέψεις 35 επ.).


29      Βλ. σημεία 30 και 31 των παρουσών προτάσεων.


30      Βλ. άρθρο 188 του τελωνειακού κώδικα και πρβλ. απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2011, DP grup (C‑138/10, EU:C:2011:587, σκέψη 39).


31      Πρβλ. αποφάσεις της 23ης Μαΐου 1989, Top Hit Holzvertrieb κατά Επιτροπής (378/87, EU:C:1989:209, σκέψη 26), και της 15ης Σεπτεμβρίου 2011, DP grup (C‑138/10, EU:C:2011:587, σκέψεις 34 και 40).


32      Πρβλ. αποφάσεις της 17ης Μαρτίου 1983, Dinter (175/82, EU:C:1983:86, σκέψη 10), της 6ης Φεβρουαρίου 2014, Humeau Beaupréau (C‑2/13, EU:C:2014:48, σκέψη 45), και της 10ης Μαρτίου 2016, VAD και van Aert (C‑499/14, EU:C:2016:155, σκέψεις 40 και 41).


33      Απόφαση της 8ης Μαΐου 1974 (183/73, EU:C:1974:50). Βλ. επίσης προτάσεις του γενικού εισαγγελέα F. Capotorti στην υπόθεση IMCO (165/78, EU:C:1979:82, σημείο 3), ο οποίος αναφέρεται στον έλεγχο των τεμαχίων «κατά τη στιγμή της εισαγωγής τους» ως προς «τη δυνατότητα να ενωθούν για να αποτελέσουν ένα τελικό προϊόν».


34      Πρβλ. αποφάσεις της 17ης Ιανουαρίου 2013, Επιτροπή κατά Ισπανίας (C‑360/11, EU:C:2013:17, σκέψη 18), και της 12ης Μαΐου 2021, Hauptzollamt B (Caviar d’esturgeons) (C‑87/20, EU:C:2021:382, σκέψη 43).


35      Απόφαση της 8ης Μαΐου 1974 (183/73, EU:C:1974:50).


36      Από την απόφαση αυτή δεν προκύπτει αν το Δικαστήριο προέβη σε γλωσσική σύγκριση και, σε τέτοια περίπτωση, αν στηρίχθηκε στις τέσσερις επίσημες γλώσσες των ιδρυτικών κρατών μελών [βλ. και κανονισμό (ΕΟΚ) 1/72 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1971, περί τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ.o950/68 περί του κοινού δασμολογίου (JO 1972, L 1, σ. 1)] ή στις έξι γλώσσες των κρατών μελών από τη διεύρυνση του 1973 [(βλ. κανονισμό (ΕΟΚ) 1/73 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1972, περί τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ.o950/68 περί του κοινού δασμολογίου (JO 1973, L 1, σ. 1)].


37      Κανονισμός του Συμβουλίου, της 15ης Απριλίου 1958, περί καθορισμού του γλωσσικού καθεστώτος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 01/001, σ. 14).


38      Βλ. κανονισμό 1/73.


39      Το γερμανικό κείμενο χρησιμοποιούσε μια γενική έννοια του τελωνειακού δικαίου, ήτοι τον όρο «Gestellung», που σημαίνει «προσκόμιση στο τελωνείο».


40      Πρβλ. αποφάσεις της 9ης Δεκεμβρίου 1997, Knubben Spedition (C‑143/96, EU:C:1997:597, σκέψη 15), και της 1ης Αυγούστου 2025, Keesing Deutschland (C‑375/24, EU:C:2025:624, σκέψη 47).


41      Βλ. σημεία 41 έως 43 των παρουσών προτάσεων.


42      Απόφαση της 8ης Μαΐου 1974 (183/73, EU:C:1974:50).


43      Βλ. άρθρο 1 του κανονισμού 1/72, που τροποποιεί το παράρτημα του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 950/68 του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1968, περί του κοινού δασμολογίου (JO 1968, L 172, σ.1).


44      Βλ., αντιστοίχως, σημείωση 4 του τμήματος XVI και σημείωση 6 του τμήματος XVII του παραρτήματος του κανονισμού 950/68, καθώς και σημείωση 2 του τμήματος IX, κεφάλαιο 44, σημείωση του κεφαλαίου 89, που υπάγεται στο τμήμα XVII, και σημείωση 3 του κεφαλαίου 94 του τμήματος XX, του ίδιου παραρτήματος.


45      Οι σημειώσεις αυτές αποτελούν κρίσιμα στοιχεία ερμηνείας της ΣΟ. Πρέπει να διακρίνονται από τις επεξηγηματικές σημειώσεις που δεν είναι νομικώς δεσμευτικές: απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 2016, Salutas Pharma (C‑124/15, EU:C:2016:87, σκέψεις 30 και 31).


46      Βλ. υποσημείωση 20 των παρουσών προτάσεων.


47      Κανονισμός (ΕΟΚ) 2474/93 του Συμβουλίου, της 8ης Σεπτεμβρίου 1993, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές στην Κοινότητα ποδηλάτων καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας και για την οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ (ΕΕ 1993, L 228, σ. 1).


48      Βλ., μεταξύ άλλων, αιτιολογικές σκέψεις 10 έως 12 του κανονισμού (ΕΚ) 71/97 του Συμβουλίου της 10ης Ιανουαρίου 1997 για την επέκταση του οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ, που επεβλήθη με τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2474/93 στις εισαγωγές στην Κοινότητα ποδηλάτων καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, στις εισαγωγές ορισμένων εξαρτημάτων ποδηλάτων καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας και για την επιβολή του επεκταθέντος δασμού στις εισαγωγές που έχουν καταγραφεί σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 703/96 (ΕΕ 1997, L 016, σ. 55), καθώς και τις εξηγήσεις του Driessen, B, «New Battle Lines in the Anti-Dumping War – Recent Movements on the European Front», Journal of World Trade, 1997, αριθ. 31-3, σ. 135 έως 157 (σ. 147 έως 151).


49      Βλ. ΠΟΕ: «Κίνα – Μέτρα που επηρεάζουν τις εισαγωγές ανταλλακτικών αυτοκινήτων», Εκθέσεις της ειδικής ομάδας (18 Ιουλίου 2008), WT/DS339/R, WT/DS340/R και WT/DS342/R, σ. 294 και 295, σημεία 7.398 έως 7.400, για τη θέση των Κοινοτήτων, και σ. 299 και σ. 300, σημεία 7.412 έως 7.415, για τη θέση της ειδικής ομάδας η οποία υιοθέτησε, κατ’ ουσίαν, την ίδια θέση.


50      Μεταξύ των μηχανών του τμήματος XVI της ΣΟ περιλαμβάνονται, ενδεικτικά, οι πυρηνικοί αντιδραστήρες ή οι ηλεκτρικοί μετασχηματιστές, αλλά και οι επιτραπέζιοι ανεμιστήρες ή οι ηλεκτρικές στήλες. Όσον αφορά τις κλάσεις 8608, 8805, 8905 και 8907 του τμήματος XVII της ΣΟ, αυτές περιλαμβάνουν, ενδεικτικά, τις πλατφόρμες γεώτρησης, πλωτές ή υποβρύχιες, καθώς και τις σημαδούρες και τους φάρους. Βλ. επίσης την κριτική θέση του Berr, C.J., «Droit douane – Étude», La Semaine Juridique. Édition Entreprise, 1994, αριθ. 40-390, σ. 459 έως 464 (σ. 463).


51      Απόφαση της 28ης Απριλίου 2016, Oniors Bio (C‑233/15, EU:C:2016:305, σκέψεις 32 και 33). Ο εγγενής προορισμός των τεμαχίων πρέπει να διακρίνεται από την πραγματική χρήση τους, η οποία δεν ασκεί επιρροή (πρβλ. απόφαση της 10ης Ιουλίου 1986, Kleiderwerke Lampe, 222/85, EU:C:1986:314, σκέψη 15). Βλ. επίσης προτάσεις του γενικού εισαγγελέα F. Capotorti στην υπόθεση ΙΜΚΟ (165/78 EU:C:1979:82, σημείο 3), που παρατίθεται στην υποσημείωση 33 των παρουσών προτάσεων.


52      Στο πνεύμα αυτό, από το σημείο VII της επεξηγηματικής σημείωσης σχετικά με τον γενικό κανόνα 2, στοιχείο αʹ, του ΕΣ προκύπτει ότι η εφαρμογή του κανόνα αυτού στα εξαρτήματα που απαιτούνται για τη συναρμολόγηση ενός πλήρους είδους δεν επηρεάζεται από την εισαγωγή εξαρτημάτων των οποίων ο αριθμός υπερβαίνει τον απαιτούμενο. Τα τελευταία ακολουθούν το δικό τους καθεστώς, πράγμα που σημαίνει ότι ταξινομούνται μεμονωμένα. Πρβλ. επίσης απόφαση της 29ης Μαΐου 1979, IMCO (165/78, EU:C:1979:133, σκέψη 10).


53      Απόφαση της 27ης Απριλίου 2023 (C‑107/22, EU:C:2023:346, σκέψεις 28, 29 και 34).


54      Η μνεία, στο σημείο 26 της απόφασης X και Inspecteur van de Belastingdienst Douane (C‑107/22, EU:C:2023:346), στον «σχετικά απλό» χαρακτήρα των χειρισμών δεν μου φαίνεται καθοριστική. Μάλλον προκύπτει από το γεγονός ότι το Δικαστήριο εφάρμοσε, κατ’ αναλογίαν, τις εκτιμήσεις της αποφάσεως της 10ης Μαρτίου 2016, VAD και van Aert (C‑499/14, EU:C:2016:155), σχετικά με τα κριτήρια βάσει των οποίων μπορεί να διαπιστωθεί ότι πλείονα εμπορεύματα αποτελούν μέρος ενός «συνόλου», κατά την έννοια του κανόνα 3, στοιχείο βʹ, των γενικών κανόνων της ΣΟ.


55      Πρβλ. απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 2020, Entoma (C‑526/19, EU:C:2020:769, σκέψεις 41 έως 43), και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Mengozzi στην υπόθεση Helmut Müller (C‑451/08, EU:C:2009:710, σημείο 39).


56      Πρβλ. απόφαση της 4ης Μαρτίου 2026, Heineken România (T‑691/24, EU:T:2026:166, σκέψη 40 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


57      Βλ. επεξηγηματικές σημειώσεις για το κεφάλαιο 44 του τμήματος IX και για τα τμήματα XVI και XVII του ΕΣ.


58      Βλ. υποσημείωση 6 των παρουσών προτάσεων: η σύμβαση για τη θέσπιση του ΕΣ εγκρίθηκε εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας.


59      Βλ. παράγραφο 10 της αποφάσεως της επιτροπής του ΕΣ του Νοεμβρίου 1995, που περιλαμβάνεται στο παράρτημα I J/7 του εγγράφου 39.600 E (σ. 139 έως 140), το οποίο καταρτίστηκε κατά την 16η σύνοδο της επιτροπής, στις 17 Νοεμβρίου 1995. Ο όρος «κράτος» φαίνεται να αναφέρεται στα συμβαλλόμενα μέρη του ΕΣ και, ως εκ τούτου, περιλαμβάνει την Ευρωπαϊκή Ένωση.


60      Σύμβαση των Βρυξελλών για την ονοματολογία για την κατάταξη των εμπορευμάτων, Recueil des traités des Nations unies, τόμος 347, σ. 127.


61      Πρβλ. απόφαση της 30ής Οκτωβρίου 2025, Compañía de Distribución Integral Logista (C‑348/24, EU:C:2025:845, σκέψη 56).


62      Σχετικά με το εύρος της υποχρέωσης υποβολής διασαφήσεως, βλ. σημείο 86 των παρουσών προτάσεων.


63      Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2011, DP grup (C‑138/10, EU:C:2011:587, σκέψεις 37, 38 και 40).


64      Βλ. σημεία 56 και 80 των παρουσών προτάσεων.


65      Βλ., κατ’ αναλογίαν, την επεξηγηματική σημείωση σχετικά με τη συμπληρωματική σημείωση 3 του τμήματος XVI της ΣΟ.


66      Πρβλ. αποφάσεις της 13ης Μαρτίου 2014, SICES κ.λπ. (C‑155/13, EU:C:2014:145, σκέψεις 29 έως 33), και της 22ας Νοεμβρίου 2017, Cussens κ.λπ. (C‑251/16, EU:C:2017:881, σκέψεις 30 έως 32).


67      Προτάσεις στην υπόθεση Fonnship και Svenska Transportarbetareförbundet (C‑83/13, EU:C:2014:201, σημεία 69 και 70).


68      Απόφαση της 19ης Απριλίου 2023, (C‑107/22, EU:C:2023:346, σκέψεις 24 έως 27).


69      Βλ. σημεία 62 έως 64 και 80 των παρουσών προτάσεων.