Προσωρινό κείμενο
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 11ης Ιουνίου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης – Δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις – Καταπολέμηση της δωροδοκίας στην οποία ενέχονται υπάλληλοι των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Παθητική δωροδοκία – Απαγόρευση αξιοποίησης των παρανόμως συλλεγέντων αποδεικτικών στοιχείων – Απαλλακτικά αποδεικτικά στοιχεία – Άρθρο 1, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ – Άρθρο 47, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Αποτελεσματική δικαστική προστασία – Δικαίωμα πραγματικής προσφυγής – Οδηγία 2012/13/EE – Δικαίωμα ενημέρωσης στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών – Άρθρο 7, παράγραφοι 2 και 3 – Δικαίωμα πρόσβασης στο υλικό της δικογραφίας – Άρθρο 51, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων – Εθνική ρύθμιση μη εφαρμόζουσα το δίκαιο της Ένωσης – Αναρμοδιότητα – Άρθρο 267 ΣΛΕΕ – Αναγκαιότητα ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης για την έκδοση αποφάσεως εκ μέρους του αιτούντος δικαστηρίου – Δεν υφίσταται – Απαράδεκτο »
Στην υπόθεση C‑342/25 [Stogenchev] (i),
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Sofiyski gradski sad (πλημμελειοδικείο Σόφιας, Βουλγαρία) με απόφαση της 20ής Μαΐου 2025, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 20 Μαΐου 2025, στο πλαίσιο της ποινικής δίκης κατά των
DS,
KW,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους F. Biltgen, πρόεδρο τμήματος, I. Ziemele, A. Kumin, S. Gervasoni και M. Bošnjak (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: R. Norkus
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους P. J. O. Van Nuffel, M. Wasmeier και I. Zaloguin,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, του άρθρου 47, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), καθώς και του άρθρου 7, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2012/13/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2012, σχετικά με το δικαίωμα ενημέρωσης στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών (ΕΕ 2012, L 142, σ. 1).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας κινηθείσας κατά των DS και KW για παθητική δωροδοκία.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
Η σύμβαση για τη δωροδοκία
3 Η καταρτιζόμενη δυνάμει του άρθρου Κ.3, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση σύμβαση περί της καταπολέμησης της δωροδοκίας στην οποία ενέχονται υπάλληλοι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 1997, C 195, σ. 2) (στο εξής: σύμβαση για τη δωροδοκία), η οποία τέθηκε σε ισχύ στις 28 Σεπτεμβρίου 2005, προβλέπει στο άρθρο 2, το οποίο φέρει τον τίτλο «Παθητική δωροδοκία», τα εξής:
«1. Για τους σκοπούς της παρούσας σύμβασης, παθητική δωροδοκία στοιχειοθετείται όταν, εκ προθέσεως, ο υπάλληλος ζητά ή λαμβάνει, άμεσα ή με τη μεσολάβηση τρίτου, για τον εαυτό του ή για τρίτο, ωφελήματα οιασδήποτε φύσεως ή δέχεται υπόσχεση τοιούτων, προκειμένου να τελέσει ή να μην τελέσει πράξη εκ των καθηκόντων του ή κατά την άσκηση των καθηκόντων του, κατά παράβαση των επισήμων καθηκόντων του.
2. Κάθε κράτος μέλος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσει ότι η συμπεριφορά που αναφέρεται στην παράγραφο 1, συνιστά ποινικό αδίκημα.»
4 Το άρθρο 5, παράγραφος 1, της εν λόγω σύμβασης ορίζει τα ακόλουθα:
«Κάθε κράτος μέλος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσει ότι η συμπεριφορά που αναφέρεται στα άρθρα 2 και 3, καθώς και η συνέργεια ή η ηθική αυτουργία που συνδέονται με αυτή, επισύρουν αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές ποινές, συμπεριλαμβανομένων, στις σοβαρές τουλάχιστον περιπτώσεις, και στερητικών της ελευθερίας ποινών για τις οποίες χωρεί ενδεχομένως έκδοση.»
Η οδηγία 2012/13
5 Οι αιτιολογικές σκέψεις 9, 10 και 14 της οδηγίας 2012/13 διαλαμβάνουν τα εξής:
«(9) Στο άρθρο 82 παράγραφος 2 [ΣΛΕΕ] προβλέπεται η θέσπιση ελάχιστων κανόνων εφαρμοστέων στα κράτη μέλη προκειμένου να διευκολυνθεί η αμοιβαία αναγνώριση των δικαστικών αποφάσεων και διαταγών, καθώς και η αστυνομική και δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις που έχουν διασυνοριακές διαστάσεις. Το άρθρο αυτό αναφέρεται στα “δικαιώματα των προσώπων στην ποινική διαδικασία” ως έναν από τους τομείς στους οποίους δύνανται να θεσπιστούν ελάχιστοι κανόνες.
(10) Οι κοινοί ελάχιστοι κανόνες θα πρέπει να οδηγήσουν στην τόνωση της εμπιστοσύνης στα συστήματα ποινικής δικαιοσύνης όλων των κρατών μελών και, κατ’ επέκταση, στην αύξηση της αποτελεσματικότητας της δικαστικής συνεργασίας, σε κλίμα αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Τέτοιοι κοινοί ελάχιστοι κανόνες θα πρέπει να θεσπίζονται στον τομέα της ενημέρωσης στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών.
[...]
(14) Η παρούσα οδηγία[, α]ποβλέποντας στην ενίσχυση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών, ορίζει κοινούς στοιχειώδεις κανόνες όσον αφορά την απαιτούμενη ενημέρωση των υπόπτων ή των κατηγορουμένων για την τέλεση αξιόποινης πράξης σχετικά με τα δικαιώματά τους και με την ποινική κατηγορία σε βάρος τους. Η παρούσα οδηγία στηρίζεται στα δικαιώματα που ορίζει ο Χάρτης, ιδίως στα άρθρα 6, 47 και 48, βάσει των άρθρων 5 και 6 της [Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπεγράφη στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950] όπως έχουν ερμηνευθεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. [...]»
6 Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, της ως άνω οδηγίας:
«Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται από τη στιγμή που ένα πρόσωπο ενημερώνεται από τις αρμόδιες αρχές κράτους μέλους ότι θεωρείται ύποπτο ή κατηγορείται για την τέλεση αξιόποινης πράξης μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας, ήτοι τον τελικό προσδιορισμό του εάν ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την αξιόποινη πράξη, συμπεριλαμβανομένης, κατά περίπτωση, της επιμέτρησης της ποινής και της εκδίκασης τυχόν [ενδίκου μέσου].»
7 Το άρθρο 7, παράγραφοι 2 και 3, της εν λόγω οδηγίας ορίζει τα εξής:
«2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές χορηγούν πρόσβαση τουλάχιστον στο σύνολο του αποδεικτικού υλικού που κατέχουν υπέρ ή κατά του υπόπτου ή του κατηγορουμένου στο εν λόγω άτομο ή στον συνήγορό του για τη διασφάλιση του δίκαιου χαρακτήρα της διαδικασίας και την προετοιμασία της υπεράσπισής του.
3. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, η πρόσβαση στο υλικό σύμφωνα με την παράγραφο 2 παραχωρείται εγκαίρως ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων υπεράσπισης και το αργότερο έως την υποβολή των στοιχείων της κατηγορίας στην κρίση του δικαστηρίου. Εφόσον νέο αποδεικτικό υλικό περιέλθει στην κατοχή των αρμόδιων αρχών, παραχωρείται πρόσβαση σε αυτό το υλικό εγκαίρως ώστε να εξετασθεί δεόντως.»
Το βουλγαρικό δίκαιο
Το Σύνταγμα της Βουλγαρίας
8 Το άρθρο 121 του Konstitutsia na Republika Bulgaria (Συντάγματος της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας) (στο εξής: Σύνταγμα της Βουλγαρίας) προβλέπει τα ακόλουθα:
«1. Τα δικαστήρια διασφαλίζουν την ισότητα των διαδίκων και την τήρηση της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως.
2. Η ένδικη διαδικασία εγγυάται την εξακρίβωση της αλήθειας.
[...]»
9 Το άρθρο 122 του Συντάγματος της Βουλγαρίας ορίζει τα εξής:
«1. Οι πολίτες και τα νομικά πρόσωπα έχουν το δικαίωμα υπεράσπισης σε όλα τα στάδια της διαδικασίας.
2. Οι λεπτομέρειες άσκησης του δικαιώματος υπεράσπισης καθορίζονται από τον νόμο.»
Ο ποινικός κώδικας
10 Κατά το άρθρο 301, παράγραφος 1, του Nakazatelen kodeks (ποινικού κώδικα), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης της κύριας δίκης:
«Δημόσιος λειτουργός ο οποίος ζητεί ή λαμβάνει δώρο ή ωφέλημα το οποίο δεν του οφείλεται ή ο οποίος δέχεται προσφορά ή υπόσχεση δώρου ή ωφελήματος, προκειμένου να εκτελέσει ή να παραλείψει ενέργεια στο πλαίσιο των καθηκόντων του ή για τον λόγο ότι εκτέλεσε ή παρέλειψε τέτοια ενέργεια, τιμωρείται για δωροδοκία με ποινή στερητική της ελευθερίας που δεν υπερβαίνει τα έξι έτη και με χρηματική ποινή έως [5 000 βουλγαρικά λέβα (BGN) (περίπου 2 550 ευρώ)].»
11 Το άρθρο 302 του ποινικού κώδικα έχει ως ακολούθως:
«Για την παθητική δωροδοκία η οποία διαπράχθηκε:
1. [...] από αστυνομικό ή αστυνομικό ανακριτικό υπάλληλο,
2. διά εκβιασμού με κατάχρηση εξουσίας,
[...]
η κύρωση είναι:
a) στις περιπτώσεις του άρθρου 301, παράγραφοι 1 και 2, στερητική της ελευθερίας ποινή από τρία έως δέκα έτη, χρηματική ποινή δυνάμενη να ανέλθει έως [20 000 BGN (περίπου 10 200 ευρώ)] και στέρηση των δικαιωμάτων που αναφέρονται στο άρθρο 37, παράγραφος 1, σημεία 6 και 7.
[...]»
Ο κώδικας ποινικής δικονομίας
12 Το άρθρο 29, παράγραφος 2, του Nakazatelno-protsesualen kodeks (κώδικα ποινικής δικονομίας), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης της κύριας δίκης, ορίζει τα εξής:
«Ο δικαστής ή ο ένορκος που, λόγω άλλων περιστάσεων, ενδέχεται να θεωρηθεί ότι μεροληπτεί ή ότι έχει άμεσο ή έμμεσο συμφέρον από την επίλυση της διαφοράς δεν μπορεί να συμμετέχει σε δικαστικό σχηματισμό.»
13 Το άρθρο 105 του ως άνω κώδικα έχει ως ακολούθως:
«1. Τα αποδεικτικά μέσα χρησιμεύουν στην αναπαραγωγή, στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας, αποδεικτικών στοιχείων ή άλλων αποδεικτικών μέσων.
2. Δεν γίνονται δεκτά αποδεικτικά μέσα τα οποία δεν συλλέχθηκαν ή δεν έτυχαν προετοιμασίας κατά τρόπο σύμφωνο με τους όρους και τη διαδικασία που προβλέπονται στον παρόντα κώδικα.»
14 Το άρθρο 292 του εν λόγω κώδικα προβλέπει τα εξής:
«Οι διάδικοι που μετέχουν στις αγορεύσεις μπορούν να επικαλεστούν μόνον αποδεικτικά στοιχεία τα οποία συλλέχθηκαν και επαληθεύθηκαν κατά τη διάρκεια της ανάκρισης κατά τα προβλεπόμενα στον παρόντα κώδικα.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
15 Το Sofiyski gradski sad (πλημμελειοδικείο Σόφιας, Βουλγαρία), το οποίο είναι το αιτούν δικαστήριο, επιλαμβάνεται, στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, κατηγορητηρίου με το οποίο προσάπτεται σε δύο αστυνομικούς υπαλλήλους, τους DS και KW, εκβίαση με κατάχρηση εξουσίας, η οποία στοιχειοθετεί το αδίκημα της παθητικής δωροδοκίας.
16 Το εν λόγω δικαστήριο εκτιμά ότι η δικαστική άδεια με την οποία επετράπη η χρήση των ειδικών μεθόδων συλλογής πληροφοριών που χρησιμοποιήθηκαν στο πλαίσιο της έρευνας εις βάρος των DS και KW, καθώς και οι επιτόπιες έρευνες και κατασχέσεις που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας, ενέχουν διαδικαστικές πλημμέλειες, αφού η μεν πρώτη στερούνταν αιτιολογίας, οι δε δεύτερες διενεργήθηκαν χωρίς να έχει ληφθεί προηγουμένως δικαστική άδεια.
17 Κατά το άρθρο 105, παράγραφος 2, του κώδικα ποινικής δικονομίας, τα αποδεικτικά μέσα που συλλέχθηκαν παρανόμως αφαιρούνται από τη δικογραφία. Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 292 του κώδικα ποινικής δικονομίας, ούτε η υπεράσπιση μπορεί να στηριχθεί στα εν λόγω αποδεικτικά μέσα προκειμένου να απαλλαγούν οι κατηγορούμενοι από τις πράξεις οι οποίες τους αποδίδονται. Μόνον τα αποδεικτικά μέσα που συλλέχθηκαν σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες, ήτοι, κατά κύριο λόγο, η κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, μπορούν να ληφθούν υπόψη.
18 Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι οι διαδικαστικές πλημμέλειες που διαπιστώθηκαν δεν επηρεάζουν την αξιοπιστία των επίμαχων αποδεικτικών στοιχείων, τα οποία είναι απολύτως απαλλακτικά για τους κατηγορουμένους της κύριας δίκης.
19 Στις 27 Μαΐου 2024 το ως άνω δικαστήριο, εκτιμώντας ότι το άρθρο 105, παράγραφος 2, του κώδικα ποινικής δικονομίας ενδέχεται να παραβιάζει το Σύνταγμα της Βουλγαρίας καθόσον η διάταξη αυτή δεν συμβάλλει στη διαπίστωση της αλήθειας και έχει ως αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση οι κατηγορούμενοι να ασκήσουν με τρόπο αποτελεσματικό τα δικαιώματά τους υπεράσπισης, υπέβαλε στο Konstitutsionen sad (Συνταγματικό Δικαστήριο, Βουλγαρία) αίτημα κατατείνον στο να κριθεί αντισυνταγματικό το άρθρο 105, παράγραφος 2, του κώδικα ποινικής δικονομίας.
20 Στις 27 Ιουνίου 2024 το Konstitutsionen sad (Συνταγματικό Δικαστήριο) απέρριψε το υποβληθέν αίτημα ως απαράδεκτο. Κατά το αιτούν δικαστήριο, η αιτιολογία που έγινε δεκτή συναφώς στηρίζεται στην παραδοχή ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 105, παράγραφος 2, του κώδικα ποινικής δικονομίας συστηματική απαγόρευση αξιοποίησης των παρανόμως συλλεγέντων αποδεικτικών στοιχείων αποβαίνει κατ’ ανάγκην προς όφελος των κατηγορουμένων.
21 Το αιτούν δικαστήριο διεξήγαγε επ’ ακροατηρίου συζήτηση κατά την οποία ενημέρωσε τους κατηγορουμένους της κύριας δίκης και τους συνηγόρους τους σχετικά με τις διαδικαστικές πλημμέλειες που είχαν διαπραχθεί στο πλαίσιο της συλλογής των επίμαχων αποδεικτικών στοιχείων, μετά την οποία περατώθηκε η ανάκριση. Κατά τις αγορεύσεις τους, οι συνήγοροι υπεράσπισης ζήτησαν την αθώωση των κατηγορουμένων, επικεντρώνοντας την επιχειρηματολογία τους στα απαλλακτικά αποδεικτικά στοιχεία που ενείχαν παρατυπίες.
22 Κατά το αιτούν δικαστήριο, η επιχειρηματολογία τους είναι βάσιμη και τα επίμαχα αποδεικτικά στοιχεία, σε σχέση με τα οποία διευκρινίζει ότι δεν έχουν ακόμη αφαιρεθεί από τη δικογραφία, είναι ουσιώδη για τη θεμελίωση της εν λόγω επιχειρηματολογίας. Υπό το πρίσμα της διαπίστωσης αυτής, το εν λόγω δικαστήριο ζήτησε στις 27 Φεβρουαρίου 2025 εκ νέου από το Konstitutsionen sad (Συνταγματικό Δικαστήριο) να κηρύξει αντισυνταγματικό το άρθρο 105, παράγραφος 2, του κώδικα ποινικής δικονομίας, αίτημα το οποίο απορρίφθηκε από το Konstitutsionen sad (Συνταγματικό Δικαστήριο) με διάταξη της 8ης Μαΐου 2025.
23 Το αιτούν δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον η ερμηνεία του άρθρου 122, παράγραφος 1, του βουλγαρικού Συντάγματος την οποία προκρίνει το Konstitutsionen sad (Συνταγματικό Δικαστήριο) και η οποία καταλήγει, κατά την άποψή του, στο να έχει το άρθρο 105, παράγραφος 2, του κώδικα ποινικής δικονομίας ως μοναδικό πρακτικό αποτέλεσμα την προσβολή των εννόμων συμφερόντων των κατηγορουμένων, στερώντας τους τη δυνατότητα να αμυνθούν διά της επίκλησης απαλλακτικών αποδεικτικών στοιχείων, συνάδει προς το δίκαιο της Ένωσης.
24 Συναφώς, υπό το πρίσμα του άρθρου 5 της σύμβασης για τη δωροδοκία, οι δικονομικοί κανόνες δεν μπορούν, κατά το αιτούν δικαστήριο, να αποτελούν πρόσκομμα για την επιβολή αποτελεσματικών, αναλογικών και αποτρεπτικών κυρώσεων καθώς και για την άσκηση του θεμελιώδους δικαιώματος άμυνας κατά των ποινικών κατηγοριών.
25 Επιπλέον, όπως αναφέρει το αιτούν δικαστήριο, από την απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 2019, Dzivev κ.λπ. (C‑310/16, EU:C:2019:30, σκέψη 33), προκύπτει ότι οι ποινικές διαδικασίες που έχουν κινηθεί για αδικήματα στον τομέα του ΦΠΑ συνιστούν εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 51, παράγραφος 1, του Χάρτη. Το ίδιο θα πρέπει να ισχύει και για τα αδικήματα τα οποία αφορά η σύμβαση για τη δωροδοκία.
26 Υπό τις συνθήκες αυτές, κατά το αιτούν δικαστήριο, η επίμαχη στην κύρια δίκη ρύθμιση, για να είναι σύμφωνη με το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ και με το άρθρο 47, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη, θα πρέπει να διασφαλίζει στους κατηγορουμένους τον σεβασμό του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη και των δικαιωμάτων υπεράσπισης. Συναφώς, μόνον η ανάγκη διασφαλίσεως της δίκαιης διεξαγωγής της δίκης μέσω της παροχής πραγματικής δυνατότητας στην υπεράσπιση να κατανοήσει τη σημασία των αποδεικτικών στοιχείων θα μπορούσε να δικαιολογήσει την απαγόρευση αξιοποίησης παρανόμως κτηθέντων αποδεικτικών στοιχείων.
27 Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται εάν το άρθρο 7, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2012/13, το οποίο αναγνωρίζει στους υπόπτους και τους κατηγορουμένους το δικαίωμα πρόσβασης στο υλικό της δικογραφίας, συνεπάγεται το δικαίωμα λήψης πληροφοριών σχετικών με την ενδεχόμενη απαγόρευση αξιοποίησης ορισμένων αποδεικτικών στοιχείων τα οποία συλλέχθηκαν κατά τρόπο που ενέχει διαδικαστικές πλημμέλειες.
28 Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι το χρονικό σημείο κατά το οποίο πρέπει να επαληθεύεται το νομότυπο της συλλογής των αποδεικτικών στοιχείων δεν καθορίζεται σαφώς από το εθνικό δίκαιο. Είναι της άποψης ότι η εκτίμηση αυτή πρέπει να διενεργείται πριν από την έκδοση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, ούτως ώστε να παρέχεται στους διαδίκους η δυνατότητα να εκφράσουν την άποψή τους επί του ζητήματος αυτού. Τούτου λεχθέντος, διερωτάται εάν πρέπει να αυτοεξαιρεθεί από την εκδίκαση της υπόθεσης για τον λόγο ότι απώλεσε την αμεροληψία του ενημερώνοντας τους διαδίκους σχετικά με το ότι ορισμένα αποδεικτικά στοιχεία συλλέχθηκαν παρανόμως.
29 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Sofiyski gradski sad (πλημμελειοδικείο Σόφιας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Συνάδει η ερμηνεία συνταγματικής διάταξης που κατοχυρώνει το δικαίωμα έννομης προστασίας του κατηγορουμένου στο πλαίσιο της δικαστικής διαδικασίας (άρθρο 122, παράγραφος 1, του Συντάγματος [...] της Βουλγαρίας), κατά την οποία:
– το δικαίωμα έννομης προστασίας έναντι προσβολής της ιδιωτικής ζωής των κατηγορουμένων κατά τη διεξαγωγή των αποδείξεων συνεπάγεται την απαγόρευση αξιοποίησης των κτηθέντων αποδεικτικών μέσων και
– το δικαίωμα έννομης προστασίας έναντι της κατηγορίας συνεπάγεται επίσης την απαγόρευση αξιοποίησης των εν λόγω αποδεικτικών μέσων,
με το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ και το άρθρο 47, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη, στην περίπτωση όπου συντρέχει προσβολή της ιδιωτικής ζωής των κατηγορουμένων στην ηπιότερη δυνατή μορφή· η προσβολή δεν επηρέασε την αξιοπιστία των κτηθέντων αποδεικτικών μέσων· τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα έχουν μόνον απαλλακτική αξία και είναι ουσιώδη για τη στήριξη του ισχυρισμού αθωότητας των κατηγορουμένων· οι κατηγορούμενοι που έχουν δεόντως ενημερωθεί για την παράβαση που διαπράχθηκε κατά την κτήση των εν λόγω αποδεικτικών μέσων δηλώνουν ρητώς, κατόπιν διαβούλευσης με τους συνηγόρους τους, ότι επιθυμούν να κάνουν χρήση των αποδεικτικών μέσων;
2) Συνάδει με το άρθρο 7, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2012/13 και με το άρθρο 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη μια ερμηνεία του εθνικού δικαίου κατά την οποία το δικαστήριο, αν διαπιστώσει ότι λόγω δικονομικών παραβάσεων κατά την κτήση τους ορισμένα αποδεικτικά μέσα ενδεχομένως ή πράγματι δεν μπορούν να αξιοποιηθούν, ενημερώνει για το γεγονός αυτό τους κατηγορουμένους προκειμένου να προετοιμάσουν αναλόγως την υπεράσπισή τους;»
Επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου
30 Προκαταρκτικώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, εναπόκειται στο ίδιο το Δικαστήριο να εξετάσει τις συνθήκες υπό τις οποίες του έχουν υποβληθεί τα ερωτήματα από το εθνικό δικαστήριο, προκειμένου να εξακριβώσει αν έχει αρμοδιότητα ή αν είναι παραδεκτή η αίτηση που του έχει υποβληθεί (απόφαση της 11ης Ιουλίου 2024, Hann-Invest κ.λπ., C‑554/21, C‑622/21 και C‑727/21, EU:C:2024:594, σκέψη 29 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
31 Υπενθυμίζεται επίσης ότι, στο πλαίσιο προδικαστικής παραπομπής δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο μπορεί μόνο να ερμηνεύσει το δίκαιο της Ένωσης εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων οι οποίες του έχουν απονεμηθεί (απόφαση της 11ης Ιουλίου 2024, Hann-Invest κ.λπ., C‑554/21, C‑622/21 και C‑727/21, EU:C:2024:594, σκέψη 30 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
32 Εν προκειμένω, με τα ερωτήματά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει, μεταξύ άλλων, το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ καθώς και το άρθρο 47, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη, σε σχέση με το ποια πρέπει να είναι η δικονομική μεταχείριση αποδεικτικών στοιχείων τα οποία αποκτήθηκαν παρανόμως στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας κινηθείσας για πράξεις παθητικής δωροδοκίας.
33 Συναφώς, κατά πρώτον, βάσει του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, τα κράτη μέλη καθιερώνουν τα ένδικα βοηθήματα και μέσα που είναι αναγκαία για να διασφαλίζεται ο σεβασμός του δικαιώματος των ιδιωτών σε αποτελεσματική δικαστική προστασία στους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης. Επομένως, στα κράτη μέλη απόκειται να προβλέπουν σύστημα ενδίκων βοηθημάτων και μέσων καθώς και διαδικασιών δυνάμενων να διασφαλίσουν τον αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο στους εν λόγω τομείς (απόφαση της 11ης Ιουλίου 2024, Hann-Invest κ.λπ., C‑554/21, C‑622/21 και C‑727/21, EU:C:2024:594, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
34 Όσον αφορά το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, η διάταξη αυτή σκοπεί να διασφαλίσει την αποτελεσματική δικαστική προστασία στους «τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης», ανεξαρτήτως της περιπτώσεως στην οποία τα κράτη μέλη θέτουν σε εφαρμογή το δίκαιο αυτό (απόφαση της 11ης Ιουλίου 2024, Hann-Invest κ.λπ., C‑554/21, C‑622/21 και C‑727/21, EU:C:2024:594, σκέψη 35 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
35 Συνακόλουθα, η ως άνω διάταξη τυγχάνει ιδίως εφαρμογής στην περίπτωση κάθε εθνικού οργάνου δυνάμενου να αποφαίνεται, ως δικαιοδοτικό όργανο, επί ζητημάτων απτομένων της ερμηνείας ή της εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης και εμπιπτόντων, επομένως, σε τομείς που διέπονται από το δίκαιο αυτό (απόφαση της 11ης Ιουλίου 2024, Hann-Invest κ.λπ., C‑554/21, C‑622/21 και C‑727/21, EU:C:2024:594, σκέψη 36 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
36 Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί της ποινικής ευθύνης δύο αστυνομικών υπαλλήλων κατά των οποίων απαγγέλθηκαν κατηγορίες για παθητική δωροδοκία. Το ανωτέρω αδίκημα προβλέπεται στο άρθρο 301, παράγραφος 1, και στο άρθρο 302 του ποινικού κώδικα, συμφώνως προς το άρθρο 2 της σύμβασης για τη δωροδοκία, ως εκ τούτου δε η διαφορά της κύριας δίκης εμπίπτει σε τομέα που διέπεται από το δίκαιο της Ένωσης. Κατά συνέπεια, το αιτούν δικαστήριο οφείλει να τηρεί τις απαιτήσεις περί αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας που απορρέουν από το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ.
37 Επομένως, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να ερμηνεύσει την τελευταία αυτή διάταξη στην υπό κρίση υπόθεση.
38 Κατά δεύτερον, όσον αφορά το άρθρο 47, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη, υπενθυμίζεται ότι το πεδίο εφαρμογής του Χάρτη, όσον αφορά τη δράση των κρατών μελών, ορίζεται στο άρθρο του 51, παράγραφος 1, το οποίο προβλέπει ότι οι διατάξεις του Χάρτη απευθύνονται στα κράτη μέλη «όταν αυτά εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης», η διάταξη δε αυτή επιβεβαιώνει τη νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στην έννομη τάξη της Ένωσης έχουν εφαρμογή σε όλες τις καταστάσεις που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης, πλην όμως όχι πέραν αυτών [απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 2026, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας (Δικαίωμα παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης σε ραδιοσυχνότητα), C‑92/23, EU:C:2026:108, σκέψη 95 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
39 Η φράση «όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης», κατά την έννοια του άρθρου 51, παράγραφος 1, του Χάρτη, προϋποθέτει την ύπαρξη συνδέσμου μεταξύ πράξεως του δικαίου της Ένωσης και του επίμαχου εθνικού μέτρου που να υπερβαίνει την εγγύτητα των σχετικών τομέων ή τις έμμεσες επιπτώσεις του ενός τομέα στον άλλο (απόφαση της 29ης Ιουλίου 2024, protectus, C‑185/23, EU:C:2024:657, σκέψη 42 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
40 Συνεπώς, προκειμένου να κριθεί αν εθνικό μέτρο «εφαρμόζ[ει] το δίκαιο της Ένωσης» κατά την έννοια του άρθρου 51, παράγραφος 1, του Χάρτη, πρέπει να εξακριβωθεί, μεταξύ άλλων στοιχείων, αν η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική ρύθμιση σκοπεί στην εφαρμογή διατάξεως του δικαίου της Ένωσης, ο χαρακτήρας της ρυθμίσεως και το αν αυτή επιδιώκει την επίτευξη σκοπών διαφορετικών από εκείνους του δικαίου της Ένωσης, ακόμη και αν ενδέχεται να επηρεάζει εμμέσως το δίκαιο της Ένωσης, καθώς και αν υφίσταται ρύθμιση του δικαίου της Ένωσης ειδική στον εν λόγω τομέα ή δυνάμενη να τον επηρεάσει (απόφαση της 29ης Ιουλίου 2024, protectus, C‑185/23, EU:C:2024:657, σκέψη 43 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
41 Συναφώς, το Δικαστήριο έχει καταλήξει στη μη εφαρμογή των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ένωσης σε σχέση με εθνική κανονιστική ρύθμιση λόγω του γεγονότος ότι οι διατάξεις της Ένωσης στον σχετικό τομέα δεν επέβαλλαν καμία ειδική υποχρέωση στα κράτη μέλη όσον αφορά την επίμαχη κατάσταση (πρβλ. αποφάσεις της 6ης Μαρτίου 2014, Siragusa, C‑206/13, EU:C:2014:126, σκέψη 26, και της 10ης Ιουλίου 2014, Julián Hernández κ.λπ., C‑198/13, EU:C:2014:2055, σκέψη 35).
42 Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά, κατ’ ουσίαν, ότι το άρθρο 47, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη έχει εφαρμογή στην επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης περίπτωση, δεδομένου ότι, στην κύρια δίκη, οι κρίσιμες εθνικές διατάξεις άπτονται της εφαρμογής της σύμβασης για τη δωροδοκία και του άρθρου 7, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2012/13.
43 Πρώτον, όσον αφορά τους κανόνες ουσιαστικού ποινικού δικαίου που προβλέπονται από τη σύμβαση για τη δωροδοκία, υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η σχέση μεταξύ, αφενός μεν, των διατάξεων ουσιαστικού ποινικού δικαίου της Ένωσης που περιέχονται στην απόφαση-πλαίσιο 2004/757ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2004, για τη θέσπιση ελάχιστων διατάξεων σχετικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων και τις ποινές που ισχύουν στον τομέα της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών (ΕΕ 2004, L 335, σ. 8), καθώς και στην απόφαση-πλαίσιο 2008/841/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 2008, για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος (ΕΕ 2008, L 300, σ. 42), αφετέρου δε, των διατάξεων του βουλγαρικού ποινικού δικονομικού δικαίου που διέπουν τη συμφωνία σε υπόθεση κατόπιν ποινικής διαπραγμάτευσης δεν υπερβαίνει την εγγύτητα ή τις έμμεσες επιπτώσεις των πρώτων επί των δευτέρων, οπότε δεν μπορεί να διαπιστωθεί μεταξύ τους σύνδεσμος, κατά την έννοια της νομολογίας που υπομνήσθηκε στη σκέψη 39 της παρούσας αποφάσεως [πρβλ. απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 2024, PT (Συμφωνία μεταξύ εισαγγελέα και δράστη αξιόποινης πράξης), C‑432/22, EU:C:2024:987, σκέψη 40].
44 Το ίδιο ισχύει και για τη σχέση μεταξύ, αφενός, των διατάξεων του ουσιαστικού ποινικού δικαίου της Ένωσης που περιέχονται στη σύμβαση για τη δωροδοκία, η οποία, ιδίως, στο άρθρο 2, παράγραφος 1, ορίζει το αδίκημα της παθητικής δωροδοκίας και στο άρθρο 5, παράγραφος 1, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το εν λόγω άρθρο 2, παράγραφος 1, προβλέπει τις απαιτήσεις σχετικά με τις ποινές τις οποίες επισύρει το αδίκημα αυτό και, αφετέρου, των εθνικών κανόνων ποινικής δικονομίας γενικού χαρακτήρα που αφορούν το απαράδεκτο των αποδεικτικών στοιχείων τα οποία συλλέχθηκαν κατά τρόπο που ενέχει παρατυπίες ή τις συνέπειες του απαραδέκτου αυτού.
45 Πράγματι, η σύμβαση για τη δωροδοκία ουδεμία ειδική υποχρέωση επιβάλλει στα κράτη μέλη όσον αφορά το παραδεκτό των αποδεικτικών στοιχείων.
46 Η ανωτέρω διαπίστωση δεν ανατρέπεται από την απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 2019, Dzivev κ.λπ. (C‑310/16, EU:C:2019:30, σκέψη 33), την οποία μνημονεύει το αιτούν δικαστήριο και στο πλαίσιο της οποίας το Δικαστήριο ερμήνευσε τον Χάρτη απαντώντας σε προδικαστικό ερώτημα που αφορούσε τη συμβατότητα της σχετικής με το παραδεκτό των αποδεικτικών στοιχείων βουλγαρικής νομοθεσίας με τον Χάρτη, η οποία είχε ανακύψει στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας κινηθείσας για αδικήματα στον τομέα του ΦΠΑ.
47 Ειδικότερα, με την απόφαση εκείνη, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο Χάρτης είχε εφαρμογή στην υπόθεση της κύριας δίκης λαμβανομένης υπόψη της ιδιαιτερότητας των επίμαχων αδικημάτων, ιδίως καθόσον αυτά οπωσδήποτε έπλητταν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης και καθόσον η καταστολή τους διασφάλιζε την αποτελεσματικότητα του νομικού καθεστώτος του ΦΠΑ, το οποίο έχει εναρμονισθεί σε επίπεδο Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 2019, Dzivev κ.λπ., C‑310/16, EU:C:2019:30, σκέψεις 25 έως 28). Μια τέτοια ανάλυση δεν μπορεί, όμως, να εφαρμοστεί στην επίμαχη στην κύρια δίκη περίπτωση, η οποία αφορά διαδικασία κινηθείσα για αδίκημα παθητικής δωροδοκίας.
48 Εξάλλου, επισημαίνεται ότι το γεγονός ότι η σύμβαση για τη δωροδοκία εφαρμόζεται με εθνικές διατάξεις ουσιαστικού ποινικού δικαίου που ποινικοποιούν το αδίκημα της παθητικής δωροδοκίας δεν σημαίνει ότι ο Χάρτης τυγχάνει λόγω αυτού αυτομάτως εφαρμοστέος σε όλες τις πτυχές ποινικής διαδικασίας κινηθείσας κατά προσώπου για το οποίο υπάρχουν υπόνοιες ότι έχει τελέσει παθητική δωροδοκία.
49 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, οι διατάξεις του κώδικα ποινικής δικονομίας τις οποίες καλείται να εφαρμόσει το αιτούν δικαστήριο, και ειδικότερα το άρθρο 105, παράγραφος 2, αυτού, δεν «εφαρμόζουν», κατά την έννοια του άρθρου 51, παράγραφος 1, του Χάρτη, τις διατάξεις της σύμβασης για τη δωροδοκία.
50 Δεύτερον, όσον αφορά το άρθρο 7, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2012/13, παρατηρείται, κατ’ αρχάς, ότι το γράμμα της διάταξης αυτής δεν αναφέρεται ούτε στο απαράδεκτο ορισμένων αποδεικτικών στοιχείων ούτε στις πληροφορίες που πρέπει να έχουν στη διάθεσή τους οι ύποπτοι ή οι κατηγορούμενοι σχετικά με τα αποδεικτικά στοιχεία στα οποία έχουν πρόσβαση.
51 Ακολούθως, οι αιτιολογικές σκέψεις 9, 10 και 14 της οδηγίας 2012/13 διαλαμβάνουν ότι αυτή αποσκοπεί αποκλειστικώς στη θέσπιση κοινών ελάχιστων κανόνων, όπερ υποδηλώνει ότι δεν προβαίνει σε εξαντλητική εναρμόνιση των κανόνων που διέπουν την ποινική διαδικασία. Λαμβανομένης υπόψη της περιορισμένης έκτασης της εναρμόνισης στην οποία προβαίνει η εν λόγω οδηγία, τα ζητήματα που δεν ρυθμίζονται από αυτήν εμπίπτουν στο εθνικό δίκαιο (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 1ης Αυγούστου 2025, Dimnev, C‑404/24, EU:C:2025:595, σκέψη 27 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
52 Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι το άρθρο 7, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2012/13 δεν ρυθμίζει τα ζητήματα του παραδεκτού των αποδεικτικών στοιχείων και, ως εκ τούτου, δεν επιβάλλει καμία ειδική υποχρέωση όσον αφορά περίπτωση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης.
53 Επομένως, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι επίμαχες στην κύρια δίκη εθνικές διατάξεις συνιστούν εφαρμογή του άρθρου 7, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2012/13.
54 Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να απαντήσει στα υποβληθέντα ερωτήματα κατά το μέρος που αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 47, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη.
Επί του παραδεκτού της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως
55 Κατά πάγια νομολογία, τα σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ερωτήματα που έχει υποβάλει το εθνικό δικαστήριο, εντός του κανονιστικού και πραγματικού πλαισίου το οποίο το ίδιο προσδιορίζει με δική του ευθύνη και του οποίου την ακρίβεια δεν οφείλει να ελέγξει το Δικαστήριο, θεωρούνται κατά τεκμήριο λυσιτελή. Το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να αποφανθεί επί αιτήσεως που υπέβαλε εθνικό δικαστήριο μόνον όταν είναι πρόδηλο ότι η ζητούμενη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή ακόμη όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί (απόφαση της 17ης Μαρτίου 2026, Županijsko državno odvjetništvo, C‑8/24, EU:C:2026:210, σκέψη 55 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
56 Κατά πάγια επίσης νομολογία, η διαδικασία του άρθρου 267 ΣΛΕΕ αποτελεί μέσο συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων, με το οποίο το Δικαστήριο παρέχει στα εθνικά δικαστήρια τα στοιχεία ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης που τους είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς επί της οποίας καλούνται να αποφανθούν. Ο δικαιολογητικός λόγος της προδικαστικής παραπομπής δεν έγκειται στη διατύπωση συμβουλευτικής γνώμης επί γενικών ή υποθετικών ζητημάτων, αλλά στην αυτονόητη ανάγκη αποτελεσματικής επίλυσης μιας ένδικης διαφοράς (απόφαση της 11ης Ιουλίου 2024, Hann-Invest κ.λπ., C‑554/21, C‑622/21 και C‑727/21, EU:C:2024:594, σκέψη 39 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
57 Όπως προκύπτει από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, η ζητούμενη προδικαστική απόφαση πρέπει να είναι «αναγκαία» για να καταστεί δυνατή η εκ μέρους του αιτούντος δικαστηρίου «έκδοση της δικής του απόφασης» επί της υποθέσεως της οποίας έχει επιληφθεί (απόφαση της 11ης Ιουλίου 2024, Hann-Invest κ.λπ., C‑554/21, C‑622/21 και C‑727/21, EU:C:2024:594, σκέψη 40 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
58 Στο πλαίσιο της διαδικασίας προδικαστικής παραπομπής που καθιερώνει η εν λόγω διάταξη, πρέπει επομένως να υφίσταται, μεταξύ της διαφοράς της κύριας δίκης και των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης των οποίων ζητείται η ερμηνεία, τέτοιος σύνδεσμος ώστε η ερμηνεία αυτή να εξυπηρετεί μια αντικειμενική ανάγκη σε σχέση με την απόφαση την οποία οφείλει να εκδώσει το αιτούν δικαστήριο [απόφαση της 9ης Ιανουαρίου 2024, G. κ.λπ. (Διορισμός δικαστών στα τακτικά δικαστήρια στην Πολωνία), C‑181/21 και C‑269/21, EU:C:2024:1, σκέψη 65 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
59 Εν προκειμένω, με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση δυνάμει της οποίας ο ποινικός δικαστής οφείλει να μη λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά στοιχεία που αποκτήθηκαν παρανόμως σε κάθε περίπτωση, δηλαδή ακόμη και στην περίπτωση που αυτά είναι προς όφελος του κατηγορουμένου.
60 Δυνάμει της ανωτέρω διάταξης, τα κράτη μέλη προβλέπουν τα ένδικα βοηθήματα και μέσα που είναι αναγκαία για να διασφαλίζεται η πραγματική δικαστική προστασία στους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης.
61 Η εν λόγω διάταξη επιβάλλει σε κάθε κράτος μέλος να διασφαλίζει ότι τα όργανα τα οποία, ως «δικαστήρια» κατά την έννοια του δικαίου της Ένωσης, καλούνται να αποφανθούν επί ζητημάτων που αφορούν την εφαρμογή ή την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης και τα οποία, ως εκ τούτου, εντάσσονται στο εθνικό σύστημα ενδίκων βοηθημάτων και μέσων στους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης πληρούν τις απαιτήσεις περί αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η ανεξαρτησία (απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, AW «T», C‑225/22, EU:C:2025:649, σκέψη 47 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
62 Το αιτούν δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητα του άρθρου 105, παράγραφος 2, του κώδικα ποινικής δικονομίας με την ίδια διάταξη, κατά το μέρος που του επιβάλλει να μη λαμβάνει υπόψη τα παρανόμως κτηθέντα αποδεικτικά στοιχεία, ακόμη και όταν η επίκλησή τους μπορεί να λειτουργήσει υπέρ της απαλλαγής των κατηγορουμένων στο πλαίσιο της υπεράσπισής τους.
63 Τούτου λεχθέντος, διαπιστώνεται, πρώτον, ότι από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δεν προκύπτει ότι η διαφορά της κύριας δίκης συνδέεται, επί της ουσίας, με το δίκαιο της Ένωσης και, ειδικότερα, με το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, το οποίο αφορά το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, ούτε, ως εκ τούτου, ότι το αιτούν δικαστήριο καλείται να εφαρμόσει το δίκαιο αυτό, και ιδίως τη σύμβαση για τη δωροδοκία, ή τη διάταξη αυτή προκειμένου να συναγάγει την επί της ουσίας λύση που πρέπει να δοθεί στην κύρια δίκη (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 26ης Μαρτίου 2020, Miasto Łowicz και Prokurator Generalny, C‑558/18 και C‑563/18, EU:C:2020:234, σκέψη 49).
64 Συγκεκριμένα, καίτοι τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης της κύριας δίκης ενδέχεται να στοιχειοθετούν το αδίκημα της παθητικής δωροδοκίας, όπως αυτό ορίζεται στη σύμβαση για τη δωροδοκία, εντούτοις το αιτούν δικαστήριο καλείται να αποφανθεί βάσει του βουλγαρικού ποινικού δικαίου και δεν αναφέρει ότι η ερμηνεία της εν λόγω σύμβασης, ή η ερμηνεία του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, ανταποκρίνεται σε αντικειμενική ανάγκη για την έκδοση της απόφασης την οποία οφείλει να λάβει επί της ουσίας στο πλαίσιο της κύριας δίκης.
65 Δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο δεν προσδιορίζει επίσης, στο σκεπτικό που ανέπτυξε προκειμένου να δικαιολογήσει την ανάγκη απαντήσεως στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, τυχόν δικονομικού χαρακτήρα διατάξεις του δικαίου της Ένωσης τις οποίες οφείλει να εφαρμόσει για να εκδώσει την απόφασή του (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 26ης Μαρτίου 2020, Miasto Łowicz και Prokurator Generalny, C‑558/18 και C‑563/18, EU:C:2020:234, σκέψη 50).
66 Τρίτον, η απάντηση του Δικαστηρίου στο εν λόγω ερώτημα δεν φαίνεται ούτε δυνάμενη να παράσχει στο αιτούν δικαστήριο ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης η οποία θα καθιστά δυνατή την επίλυση δικονομικών ζητημάτων του εθνικού δικαίου προκειμένου να αποφανθεί επί της ουσίας της υπόθεσης της οποίας έχει επιληφθεί (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 26ης Μαρτίου 2020, Miasto Łowicz και Prokurator Generalny, C‑558/18 και C‑563/18, EU:C:2020:234, σκέψη 51).
67 Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο, το οποίο είναι αρμόδιο να εκτιμήσει την ποινική ευθύνη των κατηγορουμένων της κύριας δίκης, είναι σε θέση να προβεί σε μια τέτοια εκτίμηση βάσει, μεταξύ άλλων, της εκ μέρους του αξιολόγησης της αποδεικτικής ισχύος των αποδεικτικών στοιχείων.
68 Κατά συνέπεια, η ζητούμενη ερμηνεία του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ δεν ανταποκρίνεται σε αντικειμενική ανάγκη για την έκδοση της απόφασης την οποία οφείλει να λάβει το αιτούν δικαστήριο. Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι το πρώτο προδικαστικό ερώτημα είναι απαράδεκτο.
69 Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 7, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2012/13 αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση δυνάμει της οποίας ο ποινικός δικαστής οφείλει να ενημερώνει τους κατηγορουμένους οσάκις διαπιστώνει ότι η συλλογή ορισμένων αποδεικτικών στοιχείων που συμπεριλήφθηκαν στον φάκελο της δικογραφίας ενέχει παρατυπίες, με αποτέλεσμα τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία να πρέπει να μη ληφθούν υπόψη με βάση το εθνικό δίκαιο.
70 Συναφώς, από το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2012/13 προκύπτει ότι το άρθρο 7, παράγραφοι 2 και 3, αυτής εφαρμόζεται στην κύρια δίκη.
71 Τούτου λεχθέντος, από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι, αφενός, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας, παραχωρήθηκε στους κατηγορουμένους της κύριας δίκης η πρόσβαση στο αποδεικτικό υλικό το οποίο κατείχαν οι αρμόδιες αρχές, τόσο ενοχοποιητικό όσο και απαλλακτικό, και ότι, αφετέρου, οι κατηγορούμενοι προετοίμασαν την υπεράσπισή τους εν γνώσει του ότι ορισμένα αποδεικτικά στοιχεία είχαν συλλεγεί παρανόμως, γεγονός το οποίο, δυνάμει της βουλγαρικής νομοθεσίας, συνεπάγεται το απαράδεκτο των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων.
72 Από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει επίσης ότι το αιτούν δικαστήριο δεν έχει καμία αμφιβολία ως προς τη συμβατότητα της δικής του ερμηνείας της βουλγαρικής νομοθεσίας, κατά την οποία το ζήτημα του παραδεκτού των αποδεικτικών στοιχείων πρέπει να επιλύεται πριν από την έκδοση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, με το άρθρο 7, παράγραφοι 2 και 3, της ίδιας οδηγίας, οι δε αμφιβολίες του αφορούν το ζήτημα αν η ερμηνεία αυτή συνάδει με την απαίτηση αμεροληψίας η οποία απορρέει από το άρθρο 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη. Πλην όμως, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να ερμηνεύσει την τελευταία αυτή διάταξη στην υπό κρίση υπόθεση, όπως προκύπτει από τη σκέψη 54 της παρούσας αποφάσεως.
73 Επομένως, αφ’ ης στιγμής η ζητούμενη ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2012/13 δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό της διαφοράς της κύριας δίκης, το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα είναι απαράδεκτο.
74 Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει, αφενός, ότι το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να απαντήσει στα ερωτήματα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο στο μέτρο που αφορούν το άρθρο 47 του Χάρτη και, αφετέρου, ότι η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι απαράδεκτη κατά τα λοιπά.
Επί των δικαστικών εξόδων
75 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:
1) Το Δικαστήριο είναι αναρμόδιο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα τα οποία υπέβαλε το Sofiyski gradski sad (πλημμελειοδικείο Σόφιας, Βουλγαρία), με απόφαση της 20ής Μαΐου 2025, καθόσον αφορούν ερμηνεία του άρθρου 47, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
2) Κατά τα λοιπά, η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως την οποία υπέβαλε το Sofiyski gradski sad (πλημμελειοδικείο Σόφιας, Βουλγαρία), με απόφαση της 20ής Μαΐου 2025, είναι απαράδεκτη.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η βουλγαρική.
i Η ονομασία που έχει δοθεί στην παρούσα υπόθεση είναι πλασματική. Δεν αντιστοιχεί στο πραγματικό όνομα κανενός διαδίκου.