Προσωρινό κείμενο

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

Rimvydas NORKUS

της 11ης Ιουνίου 2026 (1)

Υπόθεση C-312/25 P

EN

κατά

Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης

« Αίτηση αναιρέσεως – Υπαλληλική υπόθεση – Κανονισμός Υπηρεσιακής Κατάστασης των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Παροχές κοινωνικής ασφάλισης – Άρθρο 72 – Κοινό Σύστημα Υγειονομικής Ασφάλισης (ΚΣΥΑ) των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Ασφάλιση έναντι των κινδύνων “ασθενείας” – Επιστροφή εξόδων για ιατρικώς υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, είτε σχετίζεται με παθολογικά αίτια είτε όχι – Εκκαθαριστικό σημείωμα μισθοδοσίας – Εισφορά υπαλλήλου στο ΚΣΥΑ – Αμετάβλητος συντελεστής εισφοράς – Ένσταση έλλειψης νομιμότητας – Παραδεκτό – Κανόνες που διέπουν την ενεργητική νομιμοποίηση – Ύπαρξη πράξεως που θίγει τα συμφέροντα υπαλλήλου »






I.      Εισαγωγή

1.        Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, ο EN [στο εξής: αναιρεσείων] ζητεί από το Δικαστήριο να εξαφανίσει τη διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου της 13ης Φεβρουαρίου 2025, EN κατά Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2) (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη). Με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης την προσφυγή την οποία είχε ασκήσει ο νυν αναιρεσείων, βάσει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, με αίτημα την ακύρωση του εκκαθαριστικού σημειώματος της μισθοδοσίας του για τον Δεκέμβριο του 2023 [στο εξής: ΕΣΜ Δεκεμβρίου 2023] καθώς και όλων των μεταγενέστερων εκκαθαριστικών σημειωμάτων μισθοδοσίας του [στο εξής: ΕΣΜ], κατά το μέρος που αφορούν την εισφορά του στο Κοινό Σύστημα Υγειονομικής Ασφάλισης (ΚΣΥΑ) των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2.        Οι υπάλληλοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι ασφαλισμένοι στο ΚΣΥΑ έναντι των κινδύνων «ασθενείας» και υπέχουν υποχρέωση καταβολής εισφοράς για την ασφαλιστική αυτή κάλυψη. Το 2023, η κάλυψη του ΚΣΥΑ επεκτάθηκε ώστε να συμπεριλάβει το κόστος της ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, είτε σχετίζεται με παθολογικά αίτια είτε όχι (3). Ο αναιρεσείων θεωρεί ότι, εφόσον το ΚΣΥΑ ασφαλίζει τα μέλη του έναντι των κινδύνων «ασθενείας», η δική του επιβάρυνση, μέσω της εισφοράς που καταβάλλει στο ΚΣΥΑ, για τη χρηματοδότηση μη θεραπευτικών πράξεων ή διαδικασιών μη σχετιζόμενων με παθολογία αντιβαίνει, μεταξύ άλλων, στον Κανονισμό Υπηρεσιακής Κατάστασης των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΚΥΚ) (4). Ως εκ τούτου, υποστηρίζει ότι το ΕΣΜ Δεκεμβρίου 2023 συνιστά βλαπτική πράξη η οποία θίγει τόσο τα οικονομικά όσο και τα μη περιουσιακά του συμφέροντα, καθώς αντανακλά την υποχρέωσή του να καταβάλλει εισφορά στον ΚΣΥΑ και, συνακόλουθα, να συνεισφέρει σε παράνομες επιστροφές εξόδων.

3.        Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι η προσφυγή του νυν αναιρεσείοντος δεν στρεφόταν κατά πράξεως που έθιγε τα οικονομικά και μη περιουσιακά του συμφέροντα, δεδομένου ότι ο συντελεστής της εισφοράς του στο ΚΣΥΑ είχε παραμείνει αμετάβλητος παρά την τροποποίηση του 2023, με την οποία επεκτάθηκε η ασφαλιστική κάλυψη. Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο διέκρινε μεταξύ, αφενός, των κανόνων που διέπουν την επιστροφή ιατρικών εξόδων και, αφετέρου, των κανόνων καθορισμού του συντελεστή της εισφοράς των υπαλλήλων στο ΚΣΥΑ. Το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε επίσης ότι ο νυν αναιρεσείων δεν απέδειξε ότι η επέκταση της ασφαλιστικής κάλυψης έθετε σε κίνδυνο τη δημοσιονομική ισορροπία του ΚΣΥΑ.

4.        Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως εγείρει ένα καινοφανές νομικό ζήτημα ενεργητικής νομιμοποίησης σε υπαλληλικές υποθέσεις, και πιο συγκεκριμένα το ζήτημα αν υφίσταται πράξη βλαπτική για υπάλληλο, σε περίπτωση που τροποποιούνται οι κανόνες οι οποίοι διέπουν την επιστροφή ιατρικών εξόδων από το ΚΣΥΑ και ο συντελεστής της εισφοράς που καταβάλλει ο υπάλληλος στο ΚΣΥΑ δεν αλλάζει, με συνέπεια η τροποποίηση να μην αντανακλάται στο ΕΣΜ του.

II.    Νομικό πλαίσιο

5.        Το άρθρο 72, παράγραφος 1, του ΚΥΚ περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο 2 του τίτλου V, το οποίο επιγράφεται «Κοινωνική ασφάλιση», και προβλέπει τα εξής:

«Εντός του ορίου του 80 % των αναληφθέντων εξόδων και βάσει ρυθμίσεως θεσπιζόμενης με κοινή συμφωνία από τις αρμόδιες για τους διορισμούς αρχές των θεσμικών αρχών της Ένωσης, κατόπιν γνώμης της επιτροπής κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, ο υπάλληλος [...] καλύπτ[εται] κατά των κινδύνων ασθενείας. […]

[…]

Οι αρμόδιες για τους διορισμούς αρχές των θεσμικών αρχών μπορούν, βάσει των κανόνων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, να αναθέτουν σε ένα από αυτά την αρμοδιότητα καθορισμού των κανόνων που διέπουν την επιστροφή των εξόδων σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 110 διαδικασία.

Το ένα τρίτο της αναγκαίας συνεισφοράς για την εξασφάλιση της κάλυψης αυτής βαρύνει τον ασφαλιζόμενο, χωρίς η συμμετοχή αυτή να μπορεί να υπερβεί το 2 % του βασικού μισθού του.»

6.        Στο πλαίσιο του καθορισμού των όρων εφαρμογής του άρθρου 72 του ΚΥΚ, τα θεσμικά όργανα θέσπισαν την Κοινή Ρύθμιση σχετικά με την υγειονομική ασφάλιση των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: Κοινή Ρύθμιση) (5).

7.        Το άρθρο 1 της Κοινής Ρύθμισης έχει ως εξής:

«Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 72 του [ΚΥΚ], θεσπίζεται κοινό σύστημα υγειονομικής ασφάλισης [ΚΣΥΑ] για όλα τα θεσμικά όργανα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Αυτό το [ΚΣΥΑ] εγγυάται στους δικαιούχους του, εντός των ορίων και υπό τους όρους που προβλέπονται στην παρούσα ρύθμιση και στις γενικές εκτελεστικές διατάξεις που εγκρίνονται επί τη βάσει του άρθρου 52 της παρούσας ρύθμισης, την επιστροφή των εξόδων στα οποία υπεβλήθησαν λόγω ασθένειας, ατυχήματος ή μητρότητας, καθώς επίσης και καταβολή αποζημίωσης για έξοδα κηδείας.

Οι δικαιούχοι [του ΚΣΥΑ] είναι οι άμεσα και έμμεσα ασφαλισμένοι.

[…]»

8.        Το άρθρο 2 της Κοινής Ρύθμισης τιτλοφορείται «Οι ασφαλισμένοι» και προβλέπει τα εξής:

«1.      Είναι ασφαλισμένοι από το [ΚΣΥΑ]:

–        ο μόνιμος υπάλληλος,

[…]»

9.        Το άρθρο 3 της Κοινής Ρύθμισης φέρει τον τίτλο «Εισφορά» και ορίζει τα εξής:

«1.      Το ποσό της εισφοράς στο [ΚΣΥΑ] ανέρχεται στο 5,1 % του βασικού μισθού [...] με επιβάρυνση του ασφαλισμένου κατά το ένα τρίτο, ενώ τα υπόλοιπα δύο τρίτα επιβαρύνουν τα οικεία θεσμικά και άλλα όργανα.

[…]»

10.      Το άρθρο 52, παράγραφος 1, της Κοινής ρύθμισης προβλέπει τα εξής:

«Δυνάμει του άρθρου 72, παράγραφος 1, του [ΚΥΚ], τα θεσμικά όργανα αναθέτουν στην [Ευρωπαϊκή] Επιτροπή την αρμοδιότητα να καθορίζει, μέσω γενικών εκτελεστικών διατάξεων, κανόνες οι οποίοι διέπουν την επιστροφή των εξόδων, αποσκοπώντας στη διαφύλαξη της χρηματοοικονομικής ισορροπίας του [ΚΣΥΑ] και με τήρηση της γενικής αρχής της κοινωνικής κάλυψης η οποία εμπνέει το άρθρο 72, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο του [ΚΥΚ].»

11.      Στις 2 Ιουλίου 2007 η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση C(2007) 3195 που ορίζει γενικές εκτελεστικές διατάξεις για την επιστροφή των ιατρικών εξόδων (στο εξής: ΓΕΔ). Το κεφάλαιο 7 του τίτλου ΙΙ των ΓΕΔ επιγραφόταν «Κύηση, τοκετός και υπογονιμότητα» και, στο σημείο 3, προέβλεπε, μεταξύ άλλων, την επιστροφή, υπό συγκεκριμένους όρους, ορισμένων εξόδων για θεραπείες και υπηρεσίες παρεχόμενες προς αντιμετώπιση υπογονιμότητας λόγω παθολογίας ατόμου ασφαλισμένου στο ΚΣΥΑ ή του/της συζύγου ή συντρόφου του.

12.      Στις 17 Νοεμβρίου 2023 η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 7673. Το άρθρο 1 της αποφάσεως 7673 ορίζει τα εξής:

«Το Παράρτημα [των ΓΕΔ] τροποποιείται ως ακολούθως:

(α)      Στον τίτλο ΙΙ, το κεφάλαιο 7 επιγράφεται πλέον:

“Κεφάλαιο 7 – Κύηση, τοκετός και θεραπείες υπογονιμότητας (περιλαμβανομένης της [ιατρικώς υποβοηθούμενης] αναπαραγωγής)”

(β)      Το σημείο 3 του κεφαλαίου 7 του τίτλου ΙΙ αντικαθίσταται από το εξής κείμενο:

“3.      Δυνατότητα επιστροφής εξόδων για θεραπείες και υπηρεσίες γονιμότητας (περιλαμβανομένης της [ιατρικώς υποβοηθούμενης] αναπαραγωγής)

Τα έξοδα για θεραπείες και υπηρεσίες γονιμότητας καθώς και για ιατρικώς υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, είτε σχετίζεται με παθολογικά αίτια είτε όχι, μπορούν να επιστραφούν υπό τους όρους που προβλέπονται στο παρόν άρθρο και μόνον εφόσον δεν συνδέονται με διαδικασία στείρωσης στην οποία έχει οικειοθελώς υποβληθεί κατά το παρελθόν ένα εκ των μελλοντικών γονέων.

[...]”

[...]»

III. Ιστορικό της διαφοράς και διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου

13.      Ο αναιρεσείων EN είναι μόνιμος υπάλληλος του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: αναιρεσίβλητο).

14.      Στις 26 Φεβρουαρίου 2024 ο αναιρεσείων υπέβαλε διοικητική ένσταση δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, ζητώντας την ακύρωση του ΕΣΜ Δεκεμβρίου 2023 καθώς και όλων των μεταγενέστερων ΕΣΜ του, κατά το μέρος που αφορούν την εισφορά του στο ΚΣΥΑ. Στο πλαίσιο αυτό, ο αναιρεσείων προέβαλε ένσταση έλλειψης νομιμότητας της αποφάσεως 7673, και ειδικότερα του άρθρου της 1, στοιχείο βʹ, καθώς και, εφόσον κρινόταν αναγκαίο, του άρθρου 72, παράγραφος 1, τέταρτο εδάφιο, του ΚΥΚ και του άρθρου 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της Κοινής Ρύθμισης.

15.      Με τη διοικητική του ένσταση, ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε ότι το άρθρο 1, στοιχείο βʹ, της αποφάσεως 7673, το οποίο προβλέπει την επιστροφή ορισμένων εξόδων ανεξαρτήτως της απουσίας παθολογικών αιτίων, αντιβαίνει στο άρθρο 72, παράγραφος 1, του ΚΥΚ και θίγει τα οικονομικά και τα μη περιουσιακά του συμφέροντα. Ο αναιρεσείων υποστήριξε ότι, σύμφωνα με τα όσα ορίζει το άρθρο 72, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, το ΚΣΥΑ και οι εισφορές μέσω των οποίων αυτό χρηματοδοτείται έχουν ως σκοπό την παροχή ασφαλιστικής κάλυψης έναντι των κινδύνων «ασθενείας». Επικουρικώς, ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε ότι το άρθρο 1, στοιχείο βʹ, της αποφάσεως 7673 συνεπάγεται άνιση μεταχείριση και είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένο, προδήλως εσφαλμένο και αντίθετο προς το άρθρο 1, το άρθρο 2, το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, και το άρθρο 24 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης). Επιπλέον, προσήψε στην Επιτροπή ότι ενήργησε κατά κατάχρηση των εξουσιών της.

16.      Στις 19 Απριλίου 2024 η Επιτροπή Διοικητικών Ενστάσεων του Δικαστηρίου έκρινε ότι η ένσταση του αναιρεσείοντος δεν στρεφόταν κατά πράξεως βλαπτικής για τον ίδιο και, επομένως, την απέρριψε ως απαράδεκτη.

17.      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 17 Ιουλίου 2024, ο νυν αναιρεσείων άσκησε προσφυγή ακυρώσεως κατά των επίδικων ΕΣΜ και της απορριπτικής αποφάσεως της Επιτροπής Διοικητικών Ενστάσεων του Δικαστηρίου.

18.      Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 29 Σεπτεμβρίου 2024, το νυν αναιρεσίβλητο προέβαλε ένσταση απαραδέκτου για δύο λόγους. Πιο συγκεκριμένα, ισχυρίστηκε, πρώτον, ότι δεν υφίστατο πράξη που να θίγει τα συμφέροντα του νυν αναιρεσείοντος, κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, και του άρθρου 91 του ΚΥΚ και, δεύτερον, ότι ο νυν αναιρεσείων στερούνταν εννόμου συμφέροντος.

19.      Με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή του νυν αναιρεσείοντος, κάνοντας δεκτό τον πρώτο λόγο τον οποίο προέβαλε το νυν αναιρεσίβλητο στο πλαίσιο της ένστασης απαραδέκτου. Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, δηλαδή, ότι η προσφυγή δεν είχε ασκηθεί κατά πράξεως βλαπτικής για τον νυν αναιρεσείοντα.

20.      Στις 30 Απριλίου 2025 ο αναιρεσείων κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου το δικόγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.

IV.    Αιτήματα

21.      Ο αναιρεσείων ζητεί από το Δικαστήριο:

–        να εξαφανίσει την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, και

–        να καταδικάσει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα.

22.      Το αναιρεσίβλητο ζητεί από το Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη, και

–        να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα.

23.      Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει έναν και μόνον λόγο αναιρέσεως. Ισχυρίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι το ΕΣΜ Δεκεμβρίου 2023 δεν συνιστά βλαπτική πράξη για τον ίδιο (6).

24.      Ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως αναλύεται σε περισσότερα επιμέρους επιχειρήματα. Όπως μου ζητήθηκε από το Δικαστήριο, οι παρούσες προτάσεις μου θα επικεντρωθούν στο κύριο επιχείρημα που προβάλλεται στο πλαίσιο του μόνου λόγου αναιρέσεως και στρέφεται κατά των σκέψεων 31 έως 35, 38 και 41 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως. Χάριν πληρότητας, θα εξετάσω εν συντομία και τα επιχειρήματα τα οποία διατυπώνει ο αναιρεσείων σε σχέση με τη σκέψη 42 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως.

V.      Εκτίμηση

Α.      Επιχειρήματα των διαδίκων

25.      Ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι ο ίδιος δεν νομιμοποιούνταν ενεργητικώς να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως κατά του ΕΣΜ Δεκεμβρίου 2023. Η άποψη του αναιρεσείοντος είναι ότι η «κεντρική παραδοχή του Γενικού Δικαστηρίου» στην αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη (7) μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: εφόσον ο συντελεστής της εισφοράς του στο ΚΣΥΑ παρέμεινε αμετάβλητος και εφόσον στο ΕΣΜ Δεκεμβρίου 2023 δεν αποτυπωνόταν οποιαδήποτε προφανής αλλαγή, δεν μπορεί να πρόκειται για πράξη που θίγει τα συμφέροντά του.

26.      Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι από την ύπαρξη νομολογίας με την οποία έχει κριθεί ότι ο υπάλληλος έχει συμφέρον να κινήσει ένδικη διαδικασία σε περίπτωση που από το περιεχόμενο ενός ΕΣΜ προκύπτει σαφώς ότι έχει ληφθεί κάποιο μέτρο (8) δεν είναι δυνατόν να συναχθεί εξ αντιδιαστολής το συμπέρασμα ότι δεν υφίσταται ενεργητική νομιμοποίηση του υπαλλήλου να προσβάλει μια παράνομη επιβάρυνση των εισφορών όταν ο συντελεστής τους παραμένει αμετάβλητος.

27.      Κατά τον αναιρεσείοντα, η λογική συνέπεια της σκέψης 41 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως είναι ότι, άπαξ και ο συντελεστής της εισφοράς στο ΚΣΥΑ παραμένει αμετάβλητος, η Επιτροπή μπορεί να λάβει οποιαδήποτε απόφαση όσον αφορά το ποια έξοδα είναι επιλέξιμα για επιστροφή, ακόμη δε και να προβλέψει ότι επιστρέφονται και έξοδα για μη θεραπευτικές πράξεις, χωρίς να υπόκειται στον κίνδυνο να κινηθούν δικαστικώς οι ασφαλισμένοι. Ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η κεντρική παραδοχή του Γενικού Δικαστηρίου αντιβαίνει σε πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (9), καθότι προκρίνει τον τύπο έναντι της ουσίας και έχει ως αποτέλεσμα τη μερική εκτροπή προς μη θεραπευτικές πράξεις των εισφορών που προορίζονται αποκλειστικώς για τη χρηματοδότηση της υγειονομικής ασφάλισης.

28.      Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι, αντιθέτως προς τη συλλογιστική την οποία αναπτύσσει το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 42 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, για να γίνει δεκτό ότι ο ίδιος νομιμοποιείται ενεργητικώς στην υπό κρίση υπόθεση δεν απαιτείται να αποδείξει ούτε ότι η δημοσιονομική ισορροπία του ΚΣΥΑ απειλείται λόγω της αποφάσεως 7673 ούτε ότι η απόφαση αυτή ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά στο μέλλον τις εισφορές ή την επιστροφή άλλων ιατρικών εξόδων. Αρκεί ότι ο αναιρεσείων υποχρεώνεται να χρηματοδοτήσει, μέσω των εισφορών του, επιστροφές που είναι παράνομες. Εν πάση περιπτώσει, κατά την άποψή του, η επέκταση της ασφαλιστικής κάλυψης του ΚΣΥΑ σε μη θεραπευτικές πράξεις θα έχει κατ’ ανάγκην αρνητικό αντίκτυπο επί του προϋπολογισμού για την κάλυψη των δαπανών της υγειονομικής ασφάλισης.

29.      Το αναιρεσίβλητο αντιτείνει ότι ορθώς το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχε πράξη η οποία να θίγει τα συμφέροντα του νυν αναιρεσείοντος, δεδομένου ότι ο συντελεστής εισφοράς στο ΚΣΥΑ παρέμεινε αμετάβλητος μετά την έναρξη ισχύος της αποφάσεως 7673. Η εν λόγω απόφαση δεν είχε, συνεπώς, για τον νυν αναιρεσείοντα οικονομικές επιπτώσεις που να αποτυπώνονται στο ΕΣΜ του. Κατά το αναιρεσίβλητο, η απόφαση 7673 δεν επηρεάζει τον συντελεστή εισφοράς στο ΚΣΥΑ αλλά απλώς τροποποιεί τις ΓΕΔ οι οποίες διέπουν την επιστροφή των ιατρικών εξόδων. Ως εκ τούτου, η απόφαση 7673 δεν παρήγαγε δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να θίξουν ευθέως και αμέσως τα συμφέροντα του αναιρεσείοντος μεταβάλλοντας ουσιωδώς τη νομική του κατάσταση κατά τρόπο που να αντανακλάται στο ΕΣΜ του.

Β.      Ανάλυση

30.      Βάσει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι αρμόδιο επί οποιασδήποτε διαφοράς μεταξύ της Ένωσης και των υπαλλήλων της, εντός των ορίων και σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που ορίζει ο ΚΥΚ. Ως προς την ενεργητική νομιμοποίηση, το άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ προβλέπει ότι κάθε πρόσωπο το οποίο υπόκειται στον ΚΥΚ μπορεί να υποβάλει ενώπιον της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής διοικητική ένσταση κατά οποιασδήποτε πράξεως θίγει τα συμφέροντά του. Το άρθρο 91, παράγραφος 1, του ΚΥΚ ορίζει ότι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί κάθε διαφοράς που ανακύπτει μεταξύ της Ένωσης και προσώπου υποκείμενου στον ΚΥΚ και αφορά τη νομιμότητα μέτρου το οποίο θίγει τα συμφέροντα του προσώπου αυτού, κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, θίγουν τα συμφέροντα του ενδιαφερομένου, κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, μόνον οι πράξεις ή τα μέτρα που παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να επηρεάσουν ευθέως και αμέσως τα συμφέροντά του μεταβάλλοντας ουσιωδώς τη νομική του κατάσταση (10).

31.      Η φράση «πράξη η οποία θίγει τα συμφέροντα [υπαλλήλου]», όπως χρησιμοποιείται στο άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως υπό την έννοια ότι αναφέρεται σε κάθε πράξη ικανή να επηρεάσει ευθέως συγκεκριμένη νομική κατάσταση. Προκειμένου να διαπιστωθεί εάν ορισμένη πράξη παράγει τέτοια αποτελέσματα, είναι απαραίτητο να εξεταστεί η ουσία της και να αξιολογηθούν τα αποτελέσματά της με γνώμονα αντικειμενικά κριτήρια, όπως το περιεχόμενό της, λαμβανομένων υπόψη, εφόσον παρίσταται ανάγκη, του πλαισίου εντός του οποίου εκδόθηκε και των εξουσιών του θεσμικού οργάνου που την εξέδωσε (11).

32.      Η σημασία της υποχρέωσης να αποδειχθεί η ύπαρξη ουσιώδους μεταβολής στην κατάσταση του υπαλλήλου υποχωρεί, αν όχι εξαφανίζεται, σε περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος αποδείξει ότι έχει συμφέρον να ασκήσει προσφυγή. Από την άποψη αυτή, εφόσον συντρέχει μεταβολή στη νομική κατάσταση του υπαλλήλου, η βαρύτητα ή ο βαθμός της μεταβολής δεν ασκεί επιρροή. Το νομικό αξίωμα de minimis non curat lex δεν ισχύει συναφώς, οπότε το βάρος απόδειξης ως προς την ύπαρξη ενεργητικής νομιμοποίησης είναι χαμηλό.

33.      Όσον αφορά ειδικότερα τα ΕΣΜ, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το ΕΣΜ μπορεί να συνιστά μέτρο που θίγει τα συμφέροντα υπαλλήλου, κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, και συνακόλουθα είναι δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο διοικητικής ένστασης και, ενδεχομένως, ένδικης προσφυγής (12). Είναι δε πιθανόν τυχόν ατομικά και γενικά μέτρα που θίγουν τα συμφέροντα υπαλλήλου να καταστούν για πρώτη φορά εμφανή στο επόμενο ΕΣΜ μετά τη θέση σε εφαρμογή των σχετικών μέτρων.

34.      Στην περίπτωση των γενικών μέτρων, οι υπάλληλοι προσβάλλουν τη νομιμότητα του ΕΣΜ τους για έναν συγκεκριμένο μήνα και, παρεμπιπτόντως, εγείρουν ένσταση έλλειψης νομιμότητας, δυνάμει του άρθρου 277, κατά τέτοιων μέτρων προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι οι προθεσμίες υποβολής διοικητικής ένστασης και άσκησης ένδικης προσφυγής (13) θα τηρηθούν (14). Σε τέτοιες περιπτώσεις, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι η νομιμότητα του ΕΣΜ per se, αλλά η νομιμότητά του στον βαθμό που συνιστά την πράξη με την οποία το γενικό μέτρο εφαρμόζεται σε ατομικό επίπεδο (15). Ως εκ τούτου, για να είναι παραδεκτή μια τέτοια προσφυγή, πρέπει το ΕΣΜ να αποτυπώνει την απόφαση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής να εφαρμόσει το γενικό μέτρο στον υπάλληλο (16) για πρώτη φορά (17).

35.      Το άρθρο 277 ΣΛΕΕ ορίζει ότι κάθε διάδικος, επ’ ευκαιρία διαφοράς στο πλαίσιο της οποίας τίθεται υπό αμφισβήτηση μια πράξη γενικής ισχύος εκδοθείσα από ενωσιακό θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό, μπορεί να επικαλείται το ανεφάρμοστο της πράξεως αυτής ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για έναν από τους λόγους του άρθρου 263, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Το άρθρο 277 ΣΛΕΕ αποτελεί έκφραση της γενικής αρχής δυνάμει της οποίας κάθε διάδικος έχει το δικαίωμα να προσβάλει παρεμπιπτόντως, στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως κατά αποφάσεως που έχει ως αποδέκτη τον ίδιο, το κύρος πράξεων γενικής ισχύος οι οποίες αποτελούν τη νομική βάση της επίμαχης αποφάσεως. Εφόσον το άρθρο 277 ΣΛΕΕ δεν έχει ως σκοπό να παράσχει στον εκάστοτε διάδικο τη δυνατότητα να προσβάλει οποιαδήποτε πράξη γενικής ισχύος στο πλαίσιο οποιασδήποτε ένδικης διαδικασίας, η πράξη της οποίας η νομιμότητα τίθεται υπό αμφισβήτηση πρέπει να έχει άμεση ή έμμεση εφαρμογή ως προς το ζήτημα που αφορά η αντίστοιχη ένδικη διαδικασία. Επομένως, στο πλαίσιο προσφυγών ακυρώσεως κατά ατομικών αποφάσεων, το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι μπορεί παραδεκτώς να προβληθεί ένσταση έλλειψης νομιμότητας των διατάξεων εκείνων μιας πράξεως γενικής ισχύος οι οποίες αποτελούν τη βάση των προσβαλλόμενων ατομικών αποφάσεων ή έχουν άμεση νομική συνάφεια με τις αποφάσεις αυτές (18).

36.      Δεδομένου όμως του παρεμπίπτοντος χαρακτήρα της τυχόν προβαλλόμενης βάσει του άρθρου 277 ΣΛΕΕ ένστασης έλλειψης νομιμότητας, εάν κριθεί ότι είναι απαράδεκτη η προσφυγή στο πλαίσιο της οποίας εγείρεται η ένσταση, όπως εν προκειμένω η προσφυγή με βάση το άρθρο 90, παράγραφος 2, και το άρθρο 91, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, τούτο συνεπάγεται ότι είναι απαράδεκτη και η ένσταση έλλειψης νομιμότητας (19). Συνακόλουθα, το βάσιμο μιας ένστασης έλλειψης νομιμότητας δεν καθορίζει το παραδεκτό της προσφυγής που ασκείται βάσει του ΚΥΚ.

37.      Στο πλαίσιο της προσφυγής του με αίτημα την ακύρωση, μεταξύ άλλων, του ΕΣΜ Δεκεμβρίου 2023, ο νυν αναιρεσείων προέβαλε ένσταση έλλειψης νομιμότητας της αποφάσεως 7673, και πιο συγκεκριμένα του άρθρου της 1, στοιχείο βʹ, καθώς και, εφόσον κρινόταν αναγκαίο, του άρθρου 72, παράγραφος 1, τέταρτο εδάφιο, του ΚΥΚ και του άρθρου 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της Κοινής Ρύθμισης (20). 

38.      Θα εξετάσω τώρα το παραδεκτό της προσφυγής την οποία άσκησε ο νυν αναιρεσείων βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, και του άρθρου 91, παράγραφος 1, του ΚΥΚ.

39.      Από τις σκέψεις 31 έως 35, 38 και 41 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως και από την εκεί μνημονευόμενη νομολογία (21) καθίσταται σαφές ότι το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο νυν αναιρεσείων στερούνταν ενεργητικής νομιμοποίησης λόγω, μεταξύ άλλων, του ότι δεν υπήρχε βλαπτική πράξη που να θίγει τα συμφέροντά του, εφόσον η απόφαση 7673 δεν είχε ως αποτέλεσμα οποιαδήποτε μεταβολή του συντελεστή της εισφοράς του στο ΚΣΥΑ, η οποία να αντανακλάται στο ΕΣΜ Δεκεμβρίου 2023. Στο πλαίσιο της εκτιμήσεώς του, το Γενικό Δικαστήριο παρέπεμψε σε παλαιότερη νομολογία του, όπου είχε κρίνει ότι ο υπάλληλος νομιμοποιείται ενεργητικώς να προσβάλει το πρώτο ΕΣΜ του κατόπιν της έναρξης της εφαρμογής ενός μέτρου γενικής ισχύος το οποίο επηρεάζει τα οικονομικής φύσης δικαιώματα μιας αφηρημένης κατηγορίας υπαλλήλων, εφόσον το αυτό το ΕΣΜ είναι η υλική πραγμάτωση των συνεπειών της εφαρμογής της προαναφερθείσας πράξεως. Σύμφωνα πάντοτε με τη νομολογία εκείνη, το επίδικο ΕΣΜ αντιπροσωπεύει κατ’ ανάγκην, ως προς τον αποδέκτη του, την έκδοση ατομικής διοικητικής αποφάσεως που παράγει υποχρεωτικά έννομα αποτελέσματα δυνάμενα να επηρεάσουν ευθέως και αμέσως τα συμφέροντα του ενδιαφερόμενου υπαλλήλου (22).

40.      Πρέπει να υπογραμμιστεί ευθύς εξαρχής ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν στηρίχθηκε στη μνημονευόμενη στις σκέψεις 32 και 33 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως νομολογία προκειμένου να αποκλείσει άνευ ετέρου την ύπαρξη πράξεως ή μέτρου που θίγει τα οικονομικά συμφέροντα υπαλλήλου (23), ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία το επίδικο ΕΣΜ δεν συνιστά την πρώτη εμφανή υλική της εκδήλωση. Παραπέμποντας στη σχετική νομολογία, το Γενικό Δικαστήριο απλώς υπενθύμισε το «κλασικό σενάριο» της θεμελίωσης ενεργητικής νομιμοποίησης, όπου τα αποτελέσματα μιας πράξεως γενικής ισχύος αποτυπώνονται στο ΕΣΜ του ενδιαφερόμενου υπαλλήλου (24). Από τις σκέψεις 34 και 35 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως καθίσταται πρόδηλο ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η παρούσα υπόθεση δεν εμπίπτει, από πλευράς πραγματικών περιστατικών, στο ως άνω σενάριο.

41.      Επιπλέον, αντιθέτως προς το επιχείρημα του αναιρεσείοντος στο οποίο αναφέρθηκα με τα σημεία 25 έως 27 των προτάσεών μου, το Γενικό Δικαστήριο δεν στήριξε την κρίση του περί της έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης αποκλειστικώς και μόνον στο γεγονός ότι ο συντελεστής της εισφοράς (του αναιρεσείοντος) στο ΚΣΥΑ δεν άλλαξε αφότου τέθηκε σε ισχύ η απόφαση 7673 (25).

42.      Πρέπει να τονιστεί ότι ναι μεν το Γενικό Δικαστήριο δεν υπεισήλθε σε ιδιαίτερες λεπτομέρειες επί του ζητήματος, πλην όμως στη σκέψη 41 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως εξέθεσε μια λογικά συνεπή νομική αιτιολογία ως προς το γιατί το γεγονός ότι δεν υπήρξε αλλαγή του συντελεστή της εισφοράς στο ΚΣΥΑ κατόπιν της έκδοσης της αποφάσεως 7673 ήταν ιδιαίτερα σημαντικό για την υπό κρίση υπόθεση και για τη δική του διαπίστωση όσον αφορά την έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης.

43.      Το Γενικό Δικαστήριο απέδωσε το γεγονός ότι δεν υπήρξε αλλαγή του συντελεστή της εισφοράς στο ΚΣΥΑ κατόπιν της έκδοσης της αποφάσεως 7673 στις νομικές διατάξεις που αποτελούν τη βάση του ΚΣΥΑ και, ιδίως, στη διάκριση μεταξύ, αφενός, των κανόνων τους οποίους θέτουν το άρθρο 72, παράγραφος 1, τέταρτο εδάφιο, του ΚΥΚ και το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της Κοινής Ρύθμισης αναφορικά με τον συντελεστή εισφοράς στο ΚΣΥΑ (26) και, αφετέρου, των κανόνων που διέπουν τον καθορισμό των επιλέξιμων για επιστροφή εξόδων κατ’ εφαρμογήν του ΚΣΥΑ. Από τη διάκριση ανάμεσα στους διαφορετικούς αυτούς κανόνες στην οποία προβαίνει το Γενικό Δικαστήριο (27) προκύπτει σαφώς ότι το Γενικό Δικαστήριο έλαβε, μεταξύ άλλων, υπόψη τόσο το περιεχόμενο της αποφάσεως 7673 όσο και το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση (28).

44.      Από τη σκέψη 41 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως συνάγεται ότι το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υφίσταται άμεσος νομικός συσχετισμός μεταξύ του συντελεστή της εισφοράς την οποία καταβάλλει ένας υπάλληλος στο ΚΣΥΑ και του ποια έξοδα επιστρέφονται κατ’ εφαρμογήν των ΓΕΔ (29). Δεν αμφισβητείται συναφώς ότι ο συντελεστής της εισφοράς την οποία καταβάλλει ο αναιρεσείων στο ΚΣΥΑ παρέμεινε αμετάβλητος μετά την έκδοση της αποφάσεως 7673. Ο ισχύων συντελεστής εισφοράς στο ΚΣΥΑ ανέρχεται στο 5.1% του βασικού μισθού του υπαλλήλου και ο υπάλληλος επιβαρύνεται με το ένα τρίτο του (1.7%). Μολονότι, το άρθρο 72, παράγραφος 1, τέταρτο εδάφιο, του ΚΥΚ ορίζει ότι ο συντελεστής της εισφοράς την οποία υποχρεούνται να καταβάλλουν οι υπάλληλοι δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το 2 %, με την Κοινή Ρύθμιση που τέθηκε σε ισχύ από 1ης Δεκεμβρίου 2005 ο συντελεστής καθορίστηκε σε 1,7 % και έκτοτε παρέμεινε αμετάβλητος.

45.      Πέραν τούτου, σύμφωνα με το όλο νομικό πλαίσιο εντός του οποίου έχει ανακύψει η υπό κρίση υπόθεση, για να αυξηθεί ο συντελεστής της εισφοράς των υπαλλήλων στο ΚΣΥΑ πέρα από το 1.7% και μέχρι το μέγιστο όριο του 2 %, θα απαιτούνταν τροποποίηση της Κοινής Ρύθμισης, ενώ τυχόν αύξηση άνω του 2 % θα ήταν νοητή μόνον κατόπιν τροποποίησης του ΚΥΚ. Τέτοιου είδους αυξήσεις δεν γίνεται να επέλθουν απλώς και μόνον με μια τροποποίηση των κανόνων που διέπουν την επιστροφή των εξόδων δυνάμει των ΓΕΔ, όπως αυτή την οποία επέφερε η απόφαση 7673. Συνεπώς, ελλείψει οποιουδήποτε άμεσου νομικού συσχετισμού μεταξύ του συντελεστή της εισφοράς των υπαλλήλων στο ΚΣΥΑ και του εύρους του δικαιώματός τους προς επιστροφή των ιατρικών εξόδων κατ’ εφαρμογήν των ΓΕΔ, θεωρώ ότι ορθώς το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ο νυν αναιρεσείων δεν απέδειξε την ύπαρξη πράξεως που να θίγει τα συμφέροντά του.

46.      Για να το θέσω απλά, η απόφαση 7673 δεν ήταν ικανή να επηρεάσει ευθέως και αμέσως τα συμφέροντα του αναιρεσείοντος μεταβάλλοντας ουσιωδώς τη νομική του κατάσταση. Προκειμένου να επέλθει τέτοια μεταβολή θα έπρεπε να ληφθούν άλλα μέτρα προς τροποποίηση της Κοινής Ρύθμισης και/ή του ΚΥΚ.

47.      Επομένως, τα αποτελέσματα της αποφάσεως 7673 επί της νομικής κατάστασης και επί των συμφερόντων του αναιρεσείοντος, είτε οικονομικών είτε μη περιουσιακών, είναι υπερβολικά απομακρυσμένα και έμμεσα, οπότε δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι πληρούν τους κανόνες του άρθρου 90, παράγραφος 2, και του άρθρου 91, παράγραφος 2, του ΚΥΚ για την ενεργητική νομιμοποίηση. Ως εκ τούτου, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, με τις σκέψεις 31 έως 35, 38 και 41 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι η απόφαση 7676 δεν συνιστά βλαπτική πράξη που θίγει τα συμφέροντα του νυν αναιρεσείοντος.

48.      Εκτιμώ επίσης ότι ορθώς το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε, με τη σκέψη 42 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, το επιχείρημα του νυν αναιρεσείοντος (30) ότι νομιμοποιείται ενεργητικώς λόγω του φερόμενου αρνητικού αντίκτυπου που θα έχει στο μέλλον επί του ΚΣΥΑ η επιστροφή των εξόδων για την επίμαχη εν προκειμένω θεραπεία, δεδομένου ότι ο νυν αναιρεσείων δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο προς στήριξη του ως άνω επιχειρήματος αλλά βασίστηκε απλώς σε εικασίες ή υποθέσεις. Κατά τη γνώμη μου, ο αναιρεσείων δεν μπορεί απλά να ισχυριστεί, χωρίς την παραμικρή απόδειξη, ότι η επέκταση της ασφαλιστικής κάλυψης προκειμένου να συμπεριλάβει την επίμαχη θεραπεία αποβαίνει κατ’ ανάγκην εις βάρος του προϋπολογισμού για τις δαπάνες της υγειονομικής ασφάλισης.

49.      Χάριν πληρότητας, θα προσέθετα ότι, στην αιτιολογική σκέψη 6 της αποφάσεως 7673, η Επιτροπή επισήμανε ότι η δημοσιονομική ισορροπία του ΚΣΥΑ, από πλευράς του προϋπολογισμού του, δεν διακυβεύεται, καθότι ο αριθμός των δικαιούχων επιστροφής εξόδων για ιατρικώς υποβοηθούμενη αναπαραγωγή μη σχετιζόμενη με παθολογικά αίτια είναι ισχνός. Επιπροσθέτως, στην αιτιολογική σκέψη 5 της ίδιας αποφάσεως, η Επιτροπή κάνει λόγο για εξοικονόμηση διοικητικών πόρων που θα μπορούσε να προκύψει χάρη στην επέκταση της ασφαλιστικής κάλυψης του ΚΣΥΑ και στη συνακόλουθη επιστροφή των σχετικών εξόδων (31). Από τις προαναφερθείσες αιτιολογικές σκέψεις καθίσταται σαφές, αφενός, ότι η Επιτροπή τήρησε φειδωλή και μετρημένη στάση αποφασίζοντας να επεκτείνει την ασφαλιστική κάλυψη του ΚΣΥΑ ώστε να συμπεριληφθεί η ιατρικώς υποβοηθούμενη αναπαραγωγή που δεν σχετίζεται με παθολογικά αίτια (32), καθώς και, αφετέρου, ότι το όποιο κόστος των επιστροφών είναι, στην πραγματικότητα, περιορισμένο. Επιπλέον, αντιθέτως προς τα επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι η ασφαλιστική κάλυψη του ΚΣΥΑ θα μπορούσε στο μέλλον να επεκταθεί, παραδείγματος χάριν, σε «μη θεραπευτικές επεμβάσεις αισθητικής χειρουργικής» ή ότι η επιστροφή των εξόδων της ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής που δεν σχετίζεται με παθολογικά αίτια αποβαίνει εις βάρος της επιστροφής άλλων ιατρικών εξόδων. Συνεπώς, δεν αποδεικνύεται ότι η απόφαση 7673 θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως προηγούμενο ενόψει άλλων μελλοντικών επεκτάσεων τέτοιου είδους.

50.      Εξάλλου, μολονότι είναι αδύνατον να αποκλειστεί η πιθανότητα μια συνολική αύξηση των ιατρικών εξόδων που επιστρέφονται δυνάμει του ΚΣΥΑ να αποτελέσει όντως στο μέλλον την αιτία για να τροποποιηθούν οι κανόνες οι οποίοι διέπουν τον καθορισμό του συντελεστή της εισφοράς στο σύστημα αυτό, ένα τέτοιο ενδεχόμενο δεν επηρεάζει ευθέως ή αμέσως την τρέχουσα κατάσταση, ούτε μπορεί να θεμελιώσει επί του παρόντος ενεργητική νομιμοποίηση του αναιρεσείοντος να προσβάλει την απόφαση 7673 επικαλούμενος το άρθρο 90, παράγραφος 2, και το άρθρο 91, παράγραφος 1, του ΚΥΚ (33). Άλλωστε ο αναιρεσείων, στηριζόμενος στον μελλοντικό αντίκτυπο τον οποίο αναμένει ότι θα έχει για το ΚΣΥΑ η επιστροφή εξόδων συνδεόμενων με την ιατρικώς υποβοηθούμενη αναπαραγωγή που δεν σχετίζεται με παθολογικά αίτια, αναγνωρίζει εμμέσως πλην σαφώς ότι τα συμφέροντά του δεν επηρεάζονται ευθέως και αμέσως.

51.      Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται επίσης (34), σε σχέση με τη σκέψη 42 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι εφόσον ο ίδιος υποχρεούται να χρηματοδοτεί παράνομες επιστροφές εξόδων, δεν οφείλει να αποδείξει, προς θεμελίωση της ενεργητικής του νομιμοποίησης, ότι απειλείται η δημοσιονομική ισορροπία του ΚΣΥΑ (35).

52.      Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι στα δικόγραφά του ο αναιρεσείων επικρίνει το ότι, ως απόρροια της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, εάν δεν αυξηθεί ο συντελεστής της εισφοράς του στο ΚΣΥΑ, ο ίδιος αδυνατεί να προσβάλλει μια παράνομη επιβάρυνση την οποία υφίσταται καταβάλλοντας την εισφορά του (36). Στο πλαίσιο της γενικόλογης αυτής αιτίασης, όπως και του ειδικότερου επιχειρήματος που προβάλλει σε σχέση με τη σκέψη 42 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ο αναιρεσείων συγχέει σαφώς το βάσιμο ενός ένδικου μέσου με το παραδεκτό του. Στην αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε το παραδεκτό της προσφυγής υπό το πρίσμα της ένστασης απαραδέκτου την οποία προέβαλε ενώπιόν το νυν αναιρεσίβλητο. Σε μια τέτοια περίπτωση, μόνον εάν η προσφυγή κριθεί παραδεκτή, μπορούν να εξεταστούν το βάσιμό της και συνακόλουθα, εν προκειμένω, το ζήτημα της νομιμότητας της αποφάσεως 7673 (37).

53.      Εάν η προσφυγή «κολλήσει» στο αρχικό εμπόδιο του παραδεκτού, τότε δεν χωρεί, κατ’ αρχήν, εξέταση του βασίμου. Η απουσία τέτοιας εξέτασης δεν συνιστά ανεπιθύμητο επακόλουθο των κανόνων που διέπουν την ενεργητική νομιμοποίηση ούτε ισοδυναμεί με άρνηση αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, αλλά αποτελεί μάλλον προϊόν της συνειδητής βούλησης του ενωσιακού νομοθέτη (38) να εξασφαλίσει ότι υφίσταται αρκούντως στενός σύνδεσμος μεταξύ του διαδίκου και του επιδίκου ζητήματος, ώστε να αποφεύγονται δίκες οι οποίες δεν εξυπηρετούν κανέναν ουσιαστικό σκοπό σε επίπεδο προστασίας των δικαιωμάτων και των συμφερόντων του διαδίκου. Στη λογική τους απόληξη, οι κανόνες ενεργητικής νομιμοποίησης υπέρ των οποίων τάσσεται ο αναιρεσείων (39) θα άνοιγαν εν δυνάμει τον δρόμο προς την άσκηση ενός μέσου ένδικης προστασίας στο όνομα του δημοσίου συμφέροντος ή μιας actio popularis από κάθε ενωσιακό υπάλληλο που συνεισφέρει στον ενωσιακό προϋπολογισμό καταβάλλοντας φόρο εισοδήματος ή κοινωνικές εισφορές (40) και επιθυμεί να προσβάλει τη νομιμότητα μέτρων σχετικών με τις δαπάνες του ενωσιακού προϋπολογισμού. Τα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ καθώς και η συναφής νομολογία αποκλείουν όμως κατηγορηματικά οποιαδήποτε τέτοια δυνατότητα. Τέλος, μολονότι δεν συμμερίζομαι την αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι οι ισχύοντες κανόνες ενεργητικής νομιμοποίησης περιορίζουν το κατοχυρωμένο στο άρθρο 47 του Χάρτη δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας (41), θεωρώ ότι, εν πάση περιπτώσει, συνάδουν με το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, δεδομένου ότι προβλέπονται από τον νόμο (42), σέβονται το βασικό περιεχόμενο του ως άνω δικαιώματος (43) και είναι σύμφωνοι με την αρχή της αναλογικότητας.

VI.    Πρόταση

54.      Κατόπιν των ανωτέρω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι είναι απορριπτέα ως αβάσιμα τα επιχειρήματα που προβάλλει ο αναιρεσείων κατά των σκέψεων 31 έως 35, 38, 41 και 42 της διάταξης του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 13ης Φεβρουαρίου 2025, EN κατά Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (T-366/24, EU:T:2025:164).


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.


2      T-366/24 (EU:T:2025:164).


3      Απόφαση της Επιτροπής C(2023) 7673 final, της 17ης Νοεμβρίου 2023, για την τροποποίηση της αποφάσεως C(2007) 3195 που ορίζει γενικές εκτελεστικές διατάξεις για την επιστροφή των ιατρικών εξόδων (στο εξής: απόφαση 7673).


4      Κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση 7673 «παρέχει σε γόνιμα και υγιή άτομα αξίωση έναντι του ΚΣΥΑ για την κάλυψη του κόστους της συλλογής και της μακροπρόθεσμης αποθήκευσης γαμετών ενόψει μελλοντικής ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής».


5      Η Κοινή Ρύθμιση, η οποία υπογράφηκε για λογαριασμό του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τον Πρόεδρο και τον Γραμματέα του θεσμικού οργάνου στις 24 Νοεμβρίου 2005, τέθηκε σε ισχύ από 1ης Δεκεμβρίου 2005.


6      Στις σκέψεις 17 έως 25 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε, μεταξύ άλλων, ότι προσφυγή ενώπιόν του μπορούσε να χωρήσει μόνον κατά του ΕΣΜ Δεκεμβρίου 2023. Κατά το Γενικό Δικαστήριο, τα μεταγενέστερα ΕΣΜ του νυν αναιρεσείοντος ήταν αμιγώς επιβεβαιωτικές πράξεις και, συνεπώς, δεν μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως. Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι η από 19 Απριλίου 2024 απορριπτική απόφαση της Επιτροπής Διοικητικών Ενστάσεων του Δικαστηρίου δεν συνιστά βλαπτική πράξη που θίγει τα συμφέροντα του νυν αναιρεσείοντος. Στο δικόγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων διαφωνεί με την κρίση του Γενικού Δικαστηρίου περί του απαραδέκτου της πρωτοδίκως ασκηθείσας προσφυγής όσον αφορά τα μεταγενέστερα του Δεκεμβρίου 2023 ΕΣΜ του. Αναγνωρίζει όμως ότι, όπως αποφάνθηκε το Γενικό Δικαστήριο με τις σκέψεις 18 έως 20, 23 και 24 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, η κρίση του Γενικού Δικαστηρίου περί του απαραδέκτου της προσφυγής του κατά το μέρος που αφορούσε εκείνα τα ΕΣΜ δεν θίγει τα δικαιώματα και τα συμφέροντά του. Ως εκ τούτου, η αίτηση αναιρέσεως στρέφεται μόνον κατά των σκέψεων 28 έως 51 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως και αφορά αποκλειστικώς την κρίση του Γενικού Δικαστηρίου ως προς το ΕΣΜ Δεκεμβρίου 2023.


7      Βλ. σκέψεις 31 έως 35 και 38 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως.


8      Βλ. νομολογία που μνημονεύεται στη σκέψη 32 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως.


9      Αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 2022, Picard κατά Επιτροπής (C-366/21 P, EU:C:2022:984, σκέψη 96 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), και της 12ης Δεκεμβρίου 2024, DD κατά FRA (C-130/22 P, EU:C:2024:1018, σκέψη 73 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


10      Απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 2025, Heßler κατά Επιτροπής (C-137/24 P, EU:C:2025:918, σκέψεις 30 και 31 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Ένα μέτρο χαρακτηρίζεται ως βλαπτική «πράξη η οποία θίγει τα συμφέροντα» υπαλλήλου όχι μόνον όταν προσβάλλει ή θίγει κάποιο ατομικό του δικαίωμα αλλά και, γενικότερα, όταν μεταβάλλει ουσιωδώς τη νομική του κατάσταση (απόφαση της 18ης Ιουνίου 2020, Επιτροπή κατά RQ, C-831/18 P, EU:C:2020:481, σκέψη 49). Με την απόφαση εκείνη, το Δικαστήριο έκρινε ότι η απόφαση να αρθεί η ασυλία ενωσιακού υπαλλήλου από την άσκηση ποινικής δίωξης σε εθνικό επίπεδο συνιστούσε, για τους σκοπούς του ΚΥΚ, βλαπτική «πράξη η οποία θίγει τα συμφέροντά του». Κατά το Δικαστήριο, το ζήτημα αν υπάρχει μέτρο που παρέχει ατομικό δικαίωμα στον ενδιαφερόμενο είναι αδιάφορο για τον ως άνω χαρακτηρισμό.


11      Απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2024, DD κατά FRA (C-130/22 P, EU:C:2024:1018, σκέψη 73 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


12      Αποφάσεις της 25ης Μαΐου 2000, Kögler κατά Δικαστηρίου (C-82/98 P, EU:C:2000:282, σκέψη 47 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Βλ. επίσης απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 1984, Andersen κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου (262/80, EU:C:1984:18, σκέψη 4).


13      Βλ. άρθρο 90, παράγραφος 2, και άρθρο 91, παράγραφος 3, του ΚΥΚ. Βλ., επίσης, απόφαση της 23ης Απριλίου 2008, Pickering κατά Επιτροπής (F-103/05, EU:F:2008:45, σκέψεις 75 και 76).


14      Με την απόφαση της 18ης Απριλίου 2024, Dumitrescu κ.λπ κατά Επιτροπής και Δικαστηρίου (C-567/22 P έως C-570/22 P, EU:C:2024:336), το Δικαστήριο δέχθηκε την προβληθείσα ένσταση έλλειψης νομιμότητας και ακύρωσε τις αποφάσεις των ενωσιακών θεσμικών οργάνων με τις οποίες καθορίζονταν τα δικαιώματα ορισμένων υπαλλήλων αναφορικά με την κατ’ αποκοπήν πληρωμή των εξόδων ταξιδίου κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 8, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ. Το Δικαστήριο ακύρωσε επίσης τα ΕΣΜ τους για τον Ιούνιο ή τον Ιούλιο του 2014, δεδομένου ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις αποτυπώνονταν για πρώτη φορά σε εκείνα τα ΕΣΜ. Βλ, για περαιτέρω διευκρινίσεις επί του ζητήματος, απόφαση της 15ης Ιουνίου 2022, Dumitrescu και Schwarz κατά Επιτροπής (T‑531/16, EU:T:2022:362, σκέψεις 8, 21 και 25)


15      Απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2019, Tàpias κατά Συμβουλίου (T-527/16, EU:T:2019:856, σκέψεις 35 και 36 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Βλ., επίσης, απόφαση της 23ης Απριλίου 2008, Pickering κατά Επιτροπής (F-103/05, EU:F:2008:45, σκέψεις 72 και 76).


16      Απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 1984, Andersen κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου (262/80, EU:C:1984:18, σκέψη 4).


17      Απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2019, Tàpias κατά Συμβουλίου (T-527/16, EU:T:2019:856, σκέψεις 37, 38 και 51 έως 53 καθώς και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


18      Απόφαση της 27ης Απριλίου 2023, HC κατά Επιτροπής (C-102/22 P, EU:C:2023:351, σκέψεις 63 έως 66 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Βλ., επίσης, απόφαση της 16ης Μαρτίου 2023, Επιτροπή κατά Calhau Correia de Paiva (C-511/21 P, EU:C:2023:208, σκέψη 19 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Ειδικά σε σχέση με ΕΣΜ, βλ. απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2018, Tataram κατά Επιτροπής (T-546/16, EU:T:2018:644, σκέψη 49). Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε ως απαράδεκτη την προσφυγή ακυρώσεως κατά ΕΣΜ υπαλλήλου, με την αιτιολογία, μεταξύ άλλων, ότι η προβληθείσα ένσταση έλλειψης νομιμότητας αφορούσε πράξη που δεν ήταν κρίσιμη για την έκβαση της διαφοράς ούτε είχε άμεση νομική συνάφεια με την υπόθεση.


19      Απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2019, Tàpias κατά Συμβουλίου (T-527/16, EU:T:2019:856, σκέψη 50 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 5ης Μαρτίου 2020, Credito Fondiario κατά SRB (C-69/19 P, EU:C:2020:178, σκέψη 64 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), και διάταξη της 28ης Ιουνίου 1993, Donatab κ.λπ. κατά Επιτροπής (C-64/93, EU:C:1993:266, σκέψεις 19 και 20 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


20      Με το υπόμνημα απαντήσεως το οποίο κατέθεσε στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας, ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε ότι το αναιρεσίβλητο και το Γενικό Δικαστήριο παρερμήνευσαν το δικόγραφο της προσφυγής του. Τόνισε ότι η ένσταση έλλειψη νομιμότητας δεν στρεφόταν μόνον κατά της αποφάσεως 7673, αλλά αφορούσε τον συνδυασμό της αποφάσεως εκείνης με το άρθρο 72, παράγραφος 1, τέταρτο εδάφιο, του ΚΥΚ και με το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της Κοινής Ρύθμισης. Επισημαίνεται εντούτοις ότι, με τα δικόγραφά του ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, ο νυν αναιρεσείων είχε υποστηρίξει ότι η φερόμενη έλλειψη νομιμότητας απέρρεε αποκλειστικώς από την απόφαση 7673 και όχι από τον ΚΥΚ ή την Κοινή Ρύθμιση. Ανέφερε δε ότι είχε απλώς «προληπτικά» διευρύνει το αντικείμενο της ένστασης έλλειψης νομιμότητας περιλαμβάνοντας και τις προαναφερθείσες πράξεις. Στη σκέψη 49 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ακόμη και αν η διεύρυνση του αντικειμένου της ένστασης έλλειψης νομιμότητας ώστε να περιληφθούν το άρθρο 72, παράγραφος 1, τέταρτο εδάφιο, του ΚΥΚ και το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της Κοινής Ρύθμισης ήταν παραδεκτή, και πάλι δεν επηρεαζόταν η κρίση την οποία το ίδιο διατύπωσε με τις σκέψεις 34, 35 και 41 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως.


21      Διάταξη της 26ης Σεπτεμβρίου 2022, OO κατά ΕΤΕπ (T-134/22, EU:T:2022:616, σκέψη 20 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), και αποφάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 2019, Tàpias κατά Συμβουλίου (T--527/16, EU:T:2019:856, σκέψη 37 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), και της 28ης Ιουνίου 2006, Grünheid κατά Επιτροπής (F-101/05, EU:F:2006:58, σκέψη 43).


22      Βλ., ιδίως, απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2019, Tàpias κατά Συμβουλίου (T-527/16, EU:T:2019:856, σκέψη 37 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


23      Από τις σκέψεις 36 και 37 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως προκύπτει σαφώς ότι το σκεπτικό του Γενικού Δικαστηρίου όσον αφορά τα οικονομικά συμφέροντα του νυν αναιρεσείοντος ισχύει mutatis mutandis και για τα μη περιουσιακά του συμφέροντα. Στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων θεωρεί μεν ότι η συλλογιστική την οποία αναπτύσσει το Γενικό Δικαστήριο στις προαναφερθείσες σκέψεις είναι εσφαλμένη, πλην όμως δεν προβάλλει per se αντίρρηση ως προς το ότι το Γενικό Δικαστήριο αντιμετώπισε με τον ίδιο τρόπο αμφότερα τα είδη συμφερόντων.


24      Η ύπαρξη πράξεως βλαπτικής για τον ενδιαφερόμενο δεν είναι δυνατόν να αποκλειστεί αποκλειστικώς και μόνον επειδή η νομολογία που μνημονεύεται σκέψεις 32 και 33 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως δεν τυγχάνει εφαρμογής επί των πραγματικών περιστατικών μιας υποθέσεως. Πρβλ. το επιχείρημα του αναιρεσείοντος για το οποίο έγινε λόγος στο σημείο 26 των προτάσεών μου. Υπενθυμίζεται ότι το καθοριστικό κριτήριο για την εκτίμηση της ενεργητικής νομιμοποίησης στις υπαλληλικές υποθέσεις είναι το κατά πόσον η πράξη ή το μέτρο που προσβάλλεται με την προσφυγή παράγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να επηρεάσουν ευθέως και αμέσως τα ατομικά συμφέροντα του ενδιαφερομένου μεταβάλλοντας ουσιωδώς τη νομική του κατάσταση.


25      Και στο γεγονός ότι, συνακόλουθα, το ΕΣΜ του αναιρεσείοντος δεν αντανακλούσε οποιαδήποτε εμφανή αλλαγή.


26      Κανόνες «[…] που μπορούν να επηρεάσουν την απαρίθμηση των επιμέρους ποσών στα οποία αναλύεται το εκκαθαριστικό σημείωμα μισθοδοσίας», βλ. σκέψη 41 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως.


27      Βλ. επίσης σκέψη 34 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως.


28      Εκτιμώ ότι, εάν το Γενικό Δικαστήριο είχε στηρίξει το σκεπτικό του αναφορικά με την έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης αποκλειστικώς και μόνο στην απουσία οποιασδήποτε εμφανούς αλλαγής στον συντελεστή εισφοράς, όπερ αντικατοπτριζόταν στο ΕΣΜ του νυν αναιρεσείοντος, τότε θα είχε παραλείψει να εξετάσει την πιθανότητα να θίγονται τα οικονομικά και μη περιουσιακά συμφέροντα του νυν αναιρεσείοντος ευθέως και αμέσως με άλλον τρόπο λόγω της ασφάλισής στο ΚΣΥΑ. Σε μια υπόθεση όπως η επίμαχη εν προκειμένω, εκείνο που έχει προέχουσα σημασία για την ύπαρξη ενεργητικής νομιμοποίησης δεν είναι απλώς το γεγονός ότι ο συντελεστής της εισφοράς την οποία καταβάλλει ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος στο ΚΣΥΑ δεν άλλαξε, αλλά κυρίως το για ποιον λόγο δεν άλλαξε. Το ζήτημα αυτό σχετίζεται με το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου εκδόθηκε η απόφαση 7673, και εξετάστηκε από το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 41 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως.


29      Βλ. επίσης σκέψη 40 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως.


30      Βλ. σημείο 28 των προτάσεών μου.


31      Η αιτιολογική αυτή σκέψη αναφέρει ότι «οι ισχύοντες κανόνες πρέπει να απλουστευθούν και να αρθεί η απαίτηση της συνδρομής παθολογικών αιτίων ως προϋπόθεση της πρόσβασης στην [ιατρικώς υποβοηθούμενη] αναπαραγωγή, σε περιπτώσεις όπου τούτο κρίνεται δικαιολογημένο προκειμένου να περιοριστούν τα διοικητικά προσκόμματα και οι διοικητικές ενστάσεις με αντικείμενο την επιστροφή τέτοιων εξόδων [...]».


32      Υπό το πρίσμα των «κοινωνικών εξελίξεων που ενθαρρύνουν την ευρεία πρόσβαση στη γονεϊκότητα», βλ. αιτιολογική σκέψη 3 της αποφάσεως 7673 .


33      Κάτι τέτοιο θα ήταν πιθανότερο να συμβεί στο πλαίσιο μιας συνολικής αξιολόγησης της οικονομικής βιωσιμότητας του ΚΣΥΑ.


34      Βλ. σημείο 28 των προτάσεών μου.


35      Ούτε ότι ο συντελεστής της εισφοράς ή η επιστροφή των ιατρικών εξόδων θα επηρεαστούν στο μέλλον.


36      Βλ. ιδίως σκέψη 18 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως.


37      Εκτός εάν το παραδεκτό συνεξεταστεί με την ουσία της υποθέσεως. Ο ενωσιακός δικαστής έχει επίσης την ευχέρεια να εκτιμήσει, ανάλογα με τις συγκεκριμένες περιστάσεις της εκάστοτε υποθέσεως, εάν για λόγους ορθής απονομής της δικαιοσύνης ενδείκνυται να απορρίψει το ένδικο βοήθημα ή το ένδικο μέσο ως αβάσιμο χωρίς να κρίνει προηγουμένως επί του παραδεκτού. Πρβλ. απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 2002, Συμβούλιο κατά Boehringer (C‑23/00 P, EU:C:2002:118, σκέψεις 51και 52) Το Γενικό Δικαστήριο όμως δεν εφάρμοσε κανένα εκ των δύο αυτών δικονομικών μέτρων στην υπό κρίση υπόθεση.


38      Όπως προκύπτει από τη θέσπιση κανόνων που διέπουν την ενεργητική νομιμοποίηση σε ένδικες διαφορές ενωσιακών υπαλλήλων στις οποίες εφαρμόζεται ο ΚΥΚ.


39      Ο αναιρεσείων τάσσεται υπέρ κανόνων ενεργητικής νομιμοποίησης που θα του επέτρεπαν να προσφεύγει δικαστικώς ζητώντας να ελεγχθεί η νομιμότητα κάθε επιμέρους πτυχής σχετικής με τον τρόπο διάθεσης των εισφορών τις οποίες καταβάλλει στο ΚΣΥΑ.


40      Των οποίων το ακριβές ποσό προσδιορίζεται στο ΕΣΜ του υπαλλήλου.


41      Αξίζει να σημειωθεί ότι ο αναιρεσείων δεν βάλλει κατά των ίδιων των κανόνων του παραδεκτού όπως προβλέπονται στον ΚΥΚ, αλλά κατά της συγκεκριμένης εφαρμογής τους στην προκειμένη υπόθεση.


42      Όπερ σημαίνει ότι διαφυλάσσονται η ασφάλεια δικαίου και η ισότητα ενώπιόν του νόμου.


43      Καθότι το πεδίο εφαρμογής τους είναι ευρύ.