Προσωρινό κείμενο
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
MANUEL CAMPOS SÁNCHEZ-BORDONA
της 18ης Δεκεμβρίου 2025 (1)
Υπόθεση C‑280/25 [Lin II] (i)
Parchetul de pe lângă Curtea de Apel Oradea
Ποινική διαδικασία
κατά
M. G. D.,
παρισταμένου του:
Statul român – Agenţia Naţională de Administrare Fiscală prin Direcţia Generală Regională a Finanţelor Publice Cluj-Napoca, prin Administraţia Judeţeană a Finanţelor Publice Satu Mare
[αίτηση του Înalta Curte de Casaţie şi Justiţie
(Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, Ρουμανία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
« Προδικαστική παραπομπή – Προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Άρθρο 325, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ – Σύμβαση “ΠΟΣ” – Άρθρο 2, παράγραφος 1 – Υποχρέωση λήψης αποτρεπτικών και αποτελεσματικών μέτρων για την καταπολέμηση της απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης – Έννοια σοβαρής απάτης – Προθεσμία παραγραφής του αξιοποίνου – Συστημικός κίνδυνος ατιμωρησίας – Προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων – Άρθρο 49, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Αρχή “ουδέν έγκλημα, ουδεμία ποινή χωρίς νόμο” – Απαιτήσεις προβλεψιμότητας και σαφήνειας του ποινικού νόμου – Αρχή της αναδρομικής εφαρμογής του επιεικέστερου ποινικού νόμου (lex mitior) – Εθνικό πρότυπο προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων – Εφαρμογή της απόφασης Lin I – Όρια στην αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης – Αμετάκλητες αποφάσεις εθνικών δικαστηρίων με ισχύ δεδικασμένου – Περιπτώσεις παραγραφής του αξιοποίνου οι οποίες έλαβαν χώρα πριν από την έκδοση της απόφασης Lin I και οι οποίες δεν αναγνωρίστηκαν με αμετάκλητη απόφαση – Εθνική αρχή απαγόρευσης δημιουργίας lex tertia κατά την εφαρμογή του επιεικέστερου ποινικού νόμου – Έλλειψη προβλεψιμότητας και σαφήνειας του κριτηρίου του συστημικού κινδύνου ατιμωρησίας »
1. Με την απόφαση Lin (2) το Δικαστήριο ερμήνευσε το άρθρο 325, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και το άρθρο 2, παράγραφος 1, της Σύμβασης ΠΟΣ (3) ως εξής:
«[…] [Τ]α δικαστήρια κράτους μέλους δεν υποχρεούνται να αφήνουν ανεφάρμοστες τις αποφάσεις του Συνταγματικού Δικαστηρίου του κράτους μέλους αυτού με τις οποίες κρίνεται ανίσχυρη εθνική νομοθετική διάταξη που διέπει τους λόγους διακοπής της προθεσμίας παραγραφής σε ποινικές υποθέσεις λόγω παραβίασης της αρχής “ουδέν έγκλημα, ουδεμία ποινή χωρίς νόμο” όπως αυτή προστατεύεται από το εθνικό δίκαιο, όσον αφορά τις απαιτήσεις της σχετικά με την προβλεψιμότητα και τη σαφήνεια του ποινικού νόμου, ακόμη και αν οι αποφάσεις αυτές συνεπάγονται ότι ένας σημαντικός αριθμός υποθέσεων σχετικά με αδικήματα σοβαρής απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της [Ευρωπαϊκής] Ένωσης θα τεθούν στο αρχείο λόγω παραγραφής του αξιοποίνου.
Αντιθέτως, οι εν λόγω διατάξεις του δικαίου της Ένωσης έχουν την έννοια ότι
τα δικαστήρια του εν λόγω κράτους μέλους οφείλουν να αφήνουν ανεφάρμοστο εθνικό πρότυπο προστασίας σχετικό με την αρχή της αναδρομικής εφαρμογής του επιεικέστερου ποινικού νόμου (lex mitior) που καθιστά δυνατή την αμφισβήτηση, μεταξύ άλλων και στο πλαίσιο ένδικων μέσων που στρέφονται κατά αμετάκλητων αποφάσεων, της διακοπής της προθεσμίας παραγραφής του αξιοποίνου σε τέτοιες υποθέσεις από διαδικαστικές πράξεις που διενεργήθηκαν πριν από μια τέτοια διαπίστωση του ανίσχυρου».
2. Επί του παρόντος, δικαστικός σχηματισμός του Înalta Curte de Casație și Justiție – Secția penală (ποινικού τμήματος του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, Ρουμανία) [στο εξής: Secția penală (ποινικό τμήμα)] απευθύνεται στο Δικαστήριο εκθέτοντάς του ορισμένες δυσχέρειες που αντιμετωπίζει κατά την εφαρμογή της απόφασης Lin I, της οποίας το περιεχόμενο αφορούν τα προδικαστικά ερωτήματα.
I. Το νομικό πλαίσιο
Α. Το δίκαιο της Ένωσης
3. Οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης που παρατίθενται στην απόφαση Lin I [ήτοι οι αντίστοιχες διατάξεις της Σύμβασης ΠΟΣ και της οδηγίας (ΕΕ) 2017/1371 (4)] έχουν επίσης εφαρμογή στο πλαίσιο της υπό κρίση προδικαστικής παραπομπής.
Β. Το ρουμανικό δίκαιο
1. Ποινική νομοθεσία
4. Στην απόφαση Lin I παρατίθενται επίσης οι διατάξεις του ρουμανικού δικαίου [Constituţia României (Σύνταγμα της Ρουμανίας), Codul Penal din 1968 (Ποινικός Κώδικας του 1968), ο οποίος τροποποιήθηκε το 1996 (5), Codul Penal din 2009 (Ποινικός Κώδικας του 2009) (6), ο οποίος τροποποιήθηκε με την Ordonanța de urgență a Guvernului nr. 71 (πράξη νομοθετικού περιεχομένου 71), της 30ής Μαΐου 2022 (7), Codul de procedură penală (Κώδικας Ποινικής Δικονομίας) (8) και Legea nr. 241/2005 (νόμος 241/2005) (9)], οι οποίες έχουν εφαρμογή στη διαφορά.
2. Η προγενέστερη της απόφασης Lin I ρουμανική νομολογία σχετικά με την παραγραφή σε ποινικές υποθέσεις (10)
α) Απόφαση αριθ. 297/2018 του Curtea Constituțională (Συνταγματικού Δικαστηρίου, Ρουμανία)
5. Με την απόφαση αριθ. 297/2018 της 26ης Απριλίου 2018, που δημοσιεύθηκε στις 25 Ιουνίου 2018, το Curtea Constituțională (Συνταγματικό Δικαστήριο), κάνοντας δεκτή ένσταση αντισυνταγματικότητας, έκρινε αντισυνταγματική τη διακοπή της προθεσμίας παραγραφής του αξιοποίνου λόγω της διενέργειας οποιασδήποτε διαδικαστικής πράξης στην υπόθεση, κατά την έννοια του άρθρου 155, παράγραφος 1, του Ποινικού Κώδικα του 2009.
6. Κατά την άποψη του Curtea Constituțională (Συνταγματικού Δικαστηρίου), η εν λόγω διάταξη του Ποινικού Κώδικα του 2009 στερούνταν προβλεψιμότητας και παραβίαζε την αρχή «ουδέν έγκλημα, ουδεμία ποινή χωρίς νόμο», καθόσον η φράση «οποιασδήποτε διαδικαστικής πράξης» που χρησιμοποιούνταν στο εν λόγω άρθρο περιλάμβανε και πράξεις που δεν κοινοποιούνται στον ύποπτο ή τον κατηγορούμενο. Η εν λόγω διατύπωση δεν παρείχε τη δυνατότητα στον ενδιαφερόμενο να γνωρίζει ότι επήλθε διακοπή της προθεσμίας παραγραφής και ότι άρχισε νέα προθεσμία παραγραφής του αξιοποίνου (11).
7. Ο Ρουμάνος νομοθέτης δεν παρενέβη για να τροποποιήσει το άρθρο 155, παράγραφος 1, του Ποινικού Κώδικα του 2009 κατά την έννοια που όριζε το Curtea Constituțională (Συνταγματικό Δικαστήριο) και δημιουργήθηκε ανομοιόμορφη νομολογία των τακτικών δικαστηρίων σχετικά με τη διακοπή των προθεσμιών παραγραφής του αξιοποίνου.
β) Απόφαση αριθ. 358/2022 του Curtea Constituțională (Συνταγματικού Δικαστηρίου)
8. Με την απόφαση αριθ. 358 της 26ης Μαΐου 2022, η οποία δημοσιεύθηκε στις 9 Ιουνίου 2022, το Curtea Constituțională (Συνταγματικό Δικαστήριο), κάνοντας δεκτή νέα ένσταση αντισυνταγματικότητας, έκρινε ότι το άρθρο 155, παράγραφος 1, του Ποινικού Κώδικα του 2009 ήταν αντισυνταγματικό.
9. Το Curtea Constituțională (Συνταγματικό Δικαστήριο) επισήμανε ότι:
– Ο νομοθέτης δεν παρενέβη, κατά την έννοια του άρθρου 147, παράγραφος 1, του Συντάγματος, για την εναρμόνιση των διατάξεων που κρίθηκαν αντισυνταγματικές με την απόφαση αριθ. 297/2018 και τη ρύθμιση των περιπτώσεων διακοπής της παραγραφής του αξιοποίνου.
– Ελλείψει τέτοιας νομοθετικής παρέμβασης, τα δικαστήρια δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσουν τα ίδια τους λόγους διακοπής της προθεσμίας παραγραφής του αξιοποίνου. Υπήρχε έλλειψη σαφήνειας και προβλεψιμότητας κατά την εφαρμογή του άρθρου 155, παράγραφος 1, του Ποινικού Κώδικα του 2009, η οποία είχε ως αποτέλεσμα μια μη ομοιόμορφη δικαστική πρακτική. Το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο δεν παρείχε τα αναγκαία νομοθετικά στοιχεία για την προβλέψιμη εφαρμογή του άρθρου 155, παράγραφος 1, του ανωτέρω Ποινικού Κώδικα μετά την απόφαση αριθ. 297/2018.
– Κατά συνέπεια, το ρουμανικό θετικό δίκαιο δεν προέβλεπε διακοπή της προθεσμίας παραγραφής του αξιοποίνου από την ημερομηνία δημοσίευσης της αποφάσεως αριθ. 297/2018 και μέχρι τη θέση σε ισχύ νομοθετικής πράξης, κατόπιν παρέμβασης του νομοθέτη, η οποία θα ρύθμιζε ρητά τους λόγους διακοπής της προθεσμίας αυτής (12).
γ) Απόφαση αριθ. 67/2022 του Înalta Curte de Casație și Justiție (Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου)
10. Με την απόφαση αριθ. 67/2022 της 25ης Οκτωβρίου 2022 (στο εξής: απόφαση αριθ. 67/2022), η οποία δημοσιεύθηκε στις 28 Νοεμβρίου 2022, το Înalta Curte de Casație și Justiție (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο) έκρινε τα ακόλουθα:
– Οι διατάξεις περί διακοπής της παραγραφής είναι διατάξεις που εμπίπτουν στο πεδίο του ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Από την άποψη της χρονικής εφαρμογής τους, υπόκεινται στην αρχή της μη αναδρομικής εφαρμογής του ποινικού νόμου, που προβλέπεται στο άρθρο 3 του Ποινικού Κώδικα του 2009, με εξαίρεση τις επιεικέστερες διατάξεις, σύμφωνα με την αρχή της lex mitior που κατοχυρώνεται στο άρθρο 15, παράγραφος 2, του Συντάγματος της Ρουμανίας και στο άρθρο 5 του ανωτέρω Ποινικού Κώδικα.
– Μεταξύ της 25ης Ιουνίου 2018 (ημερομηνία δημοσίευσης της απόφασης αριθ. 297/2018 του Curtea Constituțională (Συνταγματικού Δικαστηρίου), όπως διευκρινίζεται με την απόφαση αριθ. 358/2022 του Curtea Constituțională (Συνταγματικού Δικαστηρίου) και της 30ής Μαΐου 2022, το άρθρο 155, παράγραφος 1, του Ποινικού Κώδικα του 2009 δεν προέβλεπε κανέναν λόγο διακοπής της προθεσμίας παραγραφής του αξιοποίνου.
– Το δικαστήριο που αποφαίνεται επί εκτάκτου ενδίκου μέσου αίτησης επανάληψης της διαδικασίας στηριζόμενης στα αποτελέσματα των αποφάσεων αριθ. 297/2018 και 358/2022 του Curtea Constituțională (Συνταγματικού Δικαστηρίου) δεν μπορεί να επανεξετάσει την παραγραφή του αξιοποίνου εάν το εφετείο εξέτασε και εκτίμησε τις συνέπειες του επίμαχου λόγου παύσης της ποινικής δίωξης κατά τη διάρκεια δίκης, πριν από την έκδοση της απόφασης αριθ. 358/2022 του Curtea Constituțională (Συνταγματικού Δικαστηρίου).
3. Η μεταγενέστερη της απόφασης Lin I ρουμανική νομολογία
11. Το Înalta Curte de Casație și Justiție (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο) σε δύο διευρυμένους δικαστικούς σχηματισμούς (13) εξέδωσε τις αποφάσεις αριθ. 37 της 17ης Ιουνίου 2024 (στο εξής: απόφαση αριθ. 37/2024) και αριθ. 16 της 16ης Σεπτεμβρίου 2024 (στο εξής: απόφαση αριθ. 16/2024), με τις οποίες ανέλυσε τις συνέπειες της απόφασης Lin I επί του αντικειμένου της υπό κρίση αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως.
12. Υπό την επιφύλαξη της μεταγενέστερης εξέτασης του περιεχομένου τους, οι δύο αυτές αποφάσεις του Înalta Curte de Casație și Justiție (Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου) αντιτίθενται στη μη εφαρμογή εκ μέρους των ρουμανικών δικαστηρίων της εθνικής νομολογίας σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της lex mitior όσον αφορά τη διακοπή της προθεσμίας παραγραφής του αξιοποίνου.
II. Τα πραγματικά περιστατικά, η ένδικη διαφορά και τα προδικαστικά ερωτήματα
13. Τα πραγματικά περιστατικά της ποινικής δίκης, όπως εκτίθενται στην απόφαση περί παραπομπής, είχαν, κατ’ ουσίαν, ως εξής:
14. Κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της 3ης Μαΐου 2012 και της 23ης Ιανουαρίου 2014, ο M. G. D., υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστή δύο εμπορικών εταιριών, έθεσε, βάσει της ίδιας εγκληματικής πρόθεσης, στη διάθεση του B. V., συγκατηγορούμενου στην υπόθεση, επανειλημμένως και εν γνώσει του, δώδεκα τιμολόγια σχετικά με εικονικές αγορές.
15. Ο B. V. καταχώρισε τα τιμολόγια στους λογαριασμούς άλλης εμπορικής εταιρίας, με σκοπό τη μείωση της βάσης επιβολής του φόρου και την πρόκληση ζημίας στον κρατικό προϋπολογισμό. Η ζημία που προκλήθηκε στον κρατικό προϋπολογισμό ανήλθε σε 268 536 ρουμανικά λέου (RON) (ήτοι 59 304 ευρώ), εκ των οποίων το ποσό του ΦΠΑ ανήλθε σε 163 656 RON (ήτοι 36 142 ευρώ).
16. Στις 24 Φεβρουαρίου 2022 το Tribunalul Bihor (πρωτοβάθμιο δικαστήριο Bihor, Ρουμανία) καταδίκασε τον M. G. D. για τις πράξεις για τις οποίες είχε κατηγορηθεί, ως συνεργό σε φοροδιαφυγή.
17. Στις 21 Μαρτίου 2024 το Curtea de Apel Oradea (εφετείο Oradea, Ρουμανία) έκανε δεκτή την έφεση που άσκησε ο M. G. D. κατά της πρωτόδικης απόφασης.
18. Με απόφαση της 21ης Μαρτίου 2024 διατάχθηκε η παύση της ποινικής δίωξης που είχε ασκηθεί κατά του M. G. D. κατόπιν διαπίστωσης της παρέλευσης της προθεσμίας παραγραφής του αξιοποίνου για συνέργεια σε φοροδιαφυγή κατ’ εξακολούθηση, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο c, του νόμου 241/2005 (14).
19. Η Parchetul de pe lângă (εισαγγελία, Ρουμανία) άσκησε αναίρεση κατά της απόφασης της 21ης Μαρτίου 2024. Με το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως υποστήριξε ότι δεν πρέπει να παύσει η ποινική δίωξη, διότι είχε εφαρμογή η απόφαση Lin I (15) και, ως εκ τούτου, δεν είχε παρέλθει η προθεσμία παραγραφής του αξιοποίνου (16).
20. Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η οποία εκδόθηκε μετά την έκδοση της απόφασης Lin I, εφαρμόζει το εθνικό πρότυπο σχετικά με την εφαρμογή του επιεικέστερου ποινικού νόμου, όπως προσδιορίστηκε από το Înalta Curte de Casație și Justiție (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο) με την απόφαση αριθ. 67/2022 και επιβεβαιώθηκε (σε άλλους δικαστικούς σχηματισμούς πλην των δικαστικών σχηματισμών του αιτούντος δικαστηρίου) με τις αποφάσεις αριθ. 37/2024 και 16/2024, οι οποίες είναι δεσμευτικές για τα εθνικά δικαστήρια.
21. Στο πλαίσιο αυτό, το Înalta Curte de Casație și Justiție – Secția penală (ποινικό τμήμα του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου) υποβάλλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Στο πλαίσιο της ερμηνείας και της εφαρμογής του άρθρου 325 [ΣΛΕΕ], του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του άρθρου 2 και του άρθρου 9 της Σύμβασης ΠΟΣ, [καθώς] και του άρθρου 49 του [Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης)], ελλείψει διάταξης του εθνικού δικαίου η οποία να καθορίζει ελάχιστο ποσό προκειμένου να μπορεί να θεωρηθεί σοβαρή η απάτη σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της [Ένωσης], έχουν οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης την έννοια ότι η απάτη θεωρείται σοβαρή μόνον όταν αφορά ποσό άνω των 50 000 ευρώ;
2) Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο [πρώτο] ερώτημα, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι διατάξεις του άρθρου 2 ΣΕΕ, του άρθρου 4, παράγραφοι 2 και 3, ΣΕΕ, του άρθρου 2, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, του άρθρου 325, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, του άρθρου 2, παράγραφος 1, της Σύμβασης ΠΟΣ, όπως ερμηνεύθηκαν με την απόφαση του Δικαστηρίου [Lin I], [καθώς και] του άρθρου 49, παράγραφος 1, του άρθρου 52, παράγραφος 3, και του άρθρου 53 του Χάρτη, έχουν την έννοια ότι, στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας με αντικείμενο αδικήματα σχετικά με τον [φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ)], το εθνικό δικαστήριο οφείλει να αφήσει ανεφάρμοστο το εθνικό πρότυπο προστασίας σχετικά με την αρχή της lex mitior, όπως προκύπτει από τη δεσμευτική νομολογία του ανωτάτου δικαστηρίου του εν λόγω κράτους μέλους, κατά το οποίο δεν διακόπτουν την παραγραφή οι διαδικαστικές πράξεις που διενεργήθηκαν πριν από την κήρυξη ως ανίσχυρης της εθνικής νομοθετικής διάταξης που διέπει τους λόγους διακοπής των προθεσμιών παραγραφής του αξιοποίνου, όταν:
α) η μη εφαρμογή του εν λόγω εθνικού προτύπου δεν συνάδει με την απαγόρευση εφαρμογής της lex tertia –η οποία συνιστά αρχή συνταγματικής ισχύος·
β) κατ’ εφαρμογήν της εν λόγω εθνικής νομολογίας μπορεί να θεωρηθεί ότι η γενική προθεσμία παραγραφής του αξιοποίνου παρήλθε πριν από την έκδοση της απόφασης Lin [I]·
γ) η μη εφαρμογή, βάσει του δικαίου της Ένωσης, του εν λόγω εθνικού προτύπου συνεπάγεται τη διασφάλιση επιπέδου προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στον Χάρτη, το οποίο δεν είναι ισοδύναμο ή συγκρίσιμο με την προστασία που εγγυάται το άρθρο 7 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου [στο εξής: ΕΣΔΑ]·
δ) η εθνική νομοθεσία δεν προβλέπει ειδικά κριτήρια, βάσει των οποίων το δικαστήριο του κράτους μέλους να μπορεί να εκτιμήσει, προκαταρκτικώς, τον συστημικό κίνδυνο ατιμωρησίας που απορρέει από την εφαρμογή του εν λόγω εθνικού προτύπου σε περίπτωση αδικημάτων σοβαρής απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της [Ένωσης];»
III. Διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
22. Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 10 Απριλίου 2025. Εξετάστηκε κατά την ταχεία διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 105 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.
23. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η Ρουμανική Κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Αμφότερες παρέστησαν στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 7ης Οκτωβρίου 2025.
IV. Εκτίμηση
Α. Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
24. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί εάν, ελλείψει διάταξης του εθνικού δικαίου η οποία να καθορίζει ελάχιστο ποσό προκειμένου να μπορεί να θεωρηθεί σοβαρή η απάτη σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, η απάτη ως προς τον ΦΠΑ χαρακτηρίζεται ως σοβαρό αδίκημα μόνον όταν αφορά ποσό άνω των 50 000 ευρώ.
25. Οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης των οποίων την ερμηνεία ζητεί το αιτούν δικαστήριο είναι το άρθρο 325 ΣΛΕΕ και το άρθρο 1, παράγραφος 1, και τα άρθρα 2 και 9 της Σύμβασης ΠΟΣ, ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα της αρχής «ουδέν έγκλημα, ουδεμία ποινή χωρίς νόμο», η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 49 του Χάρτη.
1. Άρθρο 325 ΣΛΕΕ
26. Το άρθρο 325, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ επιβάλλει στα κράτη μέλη να καταπολεμούν την απάτη και οποιαδήποτε άλλη παράνομη δραστηριότητα σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, λαμβάνοντας αποτελεσματικά και αποτρεπτικά μέτρα (17). Η εν λόγω διάταξη δεν περιορίζει την καταστολή της σοβαρής απάτης και αφορά, άνευ ετέρου, την απάτη, χωρίς επιθετικούς προσδιορισμούς, σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης.
27. Επαναλαμβάνω ότι το άρθρο 325 ΣΛΕΕ δεν μνημονεύει την έννοια της σοβαρής απάτης, η οποία, ωστόσο, περιλαμβάνεται στη Σύμβαση ΠΟΣ (άρθρο 2).
28. Επομένως, η ερμηνεία του άρθρου 325 ΣΛΕΕ δεν παρέχει συγκεκριμένη απάντηση στο πρώτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου.
2. Σύμβαση ΠΟΣ
29. Το άρθρο 1 της Σύμβασης ΠΟΣ ορίζει, για τους σκοπούς της εν λόγω Σύμβασης, τις συμπεριφορές που συνιστούν απάτη σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης.
30. Το άρθρο 2 της Σύμβασης ΠΟΣ επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε οι αναφερόμενες στο άρθρο 1 συμπεριφορές να επισύρουν αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές ποινικές κυρώσεις, που να περιλαμβάνουν, τουλάχιστον στις περιπτώσεις βαρείας απάτης, στερητικές της ελευθερίας ποινές για τις οποίες χωρεί ενδεχομένως έκδοση.
31. Κατά την ίδια διάταξη (άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 2, της Σύμβασης ΠΟΣ):
«1. [...] Ως βαρεία θεωρείται κάθε απάτη που αφορά ένα συγκεκριμένο ελάχιστο ποσό, οριζόμενο από τα κράτη μέλη και μη δυνάμενο να υπερβεί τ[ις 50 000 ευρώ].
2. Σε περίπτωση απάτης ευτελούς αξίας, η οποία αφορά συνολικό ποσό κατώτερο των 4 000 [ευρώ] και δεν παρουσιάζει ιδιαιτέρως επιβαρυντικές περιστάσεις κατά τη νομοθεσία τους, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν κυρώσεις διαφορετικές από εκείνες που προβλέπονται στην παράγραφο 1».
32. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το άρθρο 2, παράγραφος 1, της Σύμβασης ΠΟΣ διατυπώνεται με σαφήνεια και ακρίβεια, χωρίς να συνοδεύεται από οποιαδήποτε προϋπόθεση και, ως εκ τούτου, έχει άμεσο αποτέλεσμα (18).
33. Επομένως, η διάκριση μεταξύ των κατηγοριών απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης πραγματοποιείται στη Σύμβαση ΠΟΣ. Κατά το άρθρο 2 της εν λόγω Σύμβασης:
– Ως απάτη ευτελούς αξίας θεωρείται η απάτη η οποία αφορά ποσό κατώτερο των 4 000 ευρώ και δεν παρουσιάζει ιδιαιτέρως επιβαρυντικές περιστάσεις. Τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν διοικητικές κυρώσεις στις περιπτώσεις απάτης ευτελούς αξίας, καίτοι δεν εμποδίζονται να επιλέξουν την επιβολή ποινικών κυρώσεων.
– Η απάτη η οποία δεν είναι ευτελούς αξίας, αλλά ούτε συνιστά κατ’ ανάγκη βαρεία απάτη, αφορά ποσό άνω των 4 000 ευρώ και παρουσιάζει ιδιαίτερες περιστάσεις. Τα κράτη μέλη οφείλουν να επιβάλλουν στις περιπτώσεις αυτές αποτελεσματικές και αποτρεπτικές ποινικές κυρώσεις.
– Η βαρεία απάτη αφορά ποσό άνω των 4 000 ευρώ, παρουσιάζει ιδιαιτέρως επιβαρυντικές περιστάσεις και προκαλεί βλάβη στα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης, η οποία ανέρχεται σε «ένα συγκεκριμένο ελάχιστο ποσό, οριζόμενο από τα κράτη μέλη». Το ελάχιστο αυτό ποσό δεν δύναται να υπερβεί τις 50 000 ευρώ. Τα κράτη μέλη οφείλουν να επιβάλλουν για τις περιπτώσεις βαρείας απάτης αποτελεσματικές και αποτρεπτικές ποινικές κυρώσεις, οι οποίες περιλαμβάνουν στερητικές της ελευθερίας ποινές για τις οποίες χωρεί ενδεχομένως έκδοση.
34. Το άρθρο 9 της Σύμβασης ΠΟΣ δεν κωλύει τα κράτη μέλη να υιοθετήσουν εσωτερικές διατάξεις που να επιβάλλουν αυστηρότερες κυρώσεις σε περιπτώσεις απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης.
35. Επομένως, τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν ότι όλες οι κατηγορίες απάτης θα επισύρουν ποινές στερητικές της ελευθερίας. Μπορούν επίσης να ορίσουν ποσό κατώτερο των 50 000 ευρώ προκειμένου να τυποποιήσουν ως σοβαρό αδίκημα μια απάτη σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης ή, απλώς, να μην ορίσουν κατώτατο όριο (19).
36. Η επιβολή ποινικών κυρώσεων προκειμένου να διασφαλίζεται η προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης αποτελεί αντικείμενο συντρέχουσας αρμοδιότητας της Ένωσης και των κρατών μελών, υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ (20).
37. Ασφαλώς, μέρος της νομολογίας του Δικαστηρίου έχει αναφερθεί σε περιπτώσεις σοβαρής απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης προκειμένου να υπογραμμίσει την υπεροχή του δικαίου της Ένωσης έναντι εθνικών κανόνων που δυσχέραιναν την καταστολή της (21). Ωστόσο, σε άλλες αποφάσεις, το Δικαστήριο έχει αναφερθεί μόνο σε περιπτώσεις απάτης χωρίς την προσθήκη χαρακτηρισμού (22).
38. Κατά τη γνώμη μου, οι εν λόγω διαφορές δεν είναι σημαντικές και οφείλονται στο είδος και στη σημασία των δόλιων δραστηριοτήτων των διαφορών που οδήγησαν στην υποβολή των προδικαστικών ερωτημάτων.
39. Από τα προεκτεθέντα συνάγεται ότι το δίκαιο της Ένωσης καταλείπει στα κράτη μέλη την ελευθερία να ορίσουν την έννοια της σοβαρής απάτης, υπό την προϋπόθεση ότι εάν ορίσουν την απάτη αυτή βάσει κατώτατου ορίου, το ελάχιστο ποσό που πρέπει να ορίσει κάθε κράτος μέλος δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 50 000 ευρώ.
3. Ρουμανική νομοθεσία
40. Η Ρουμανία θέσπισε εθνική νομοθεσία η οποία, βάσει των στοιχείων που περιέχονται στη δικογραφία, έκανε χρήση της δυνατότητας που της παρέχει η Σύμβαση ΠΟΣ προκειμένου να ενισχύσει την καταστολή της απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης.
41. Το άρθρο 9, παράγραφος 1, του νόμου 241/2005, όπως ίσχυε στις 23 Ιανουαρίου 2014, απαριθμεί τις κατηγορίες πράξεων οι οποίες συνιστούν αδικήματα φοροδιαφυγής και οι οποίες τιμωρούνται με στερητική της ελευθερίας ποινή ανεξαρτήτως του ύψους της προκληθείσας ζημίας.
42. Το άρθρο 9, παράγραφοι 2 και 3, του νόμου 241/2005 καθορίζει κατώτατα όρια για τις προκληθείσες ζημίες, αλλά μόνο για τον σκοπό της αύξησης των ελάχιστων και μέγιστων ορίων των στερητικών της ελευθερίας ποινών.
43. Φρονώ ότι η νομοθετική επιλογή της Ρουμανίας συνάδει με το άρθρο 325 ΣΛΕΕ και με τη Σύμβαση ΠΟΣ.
44. Ελλείψει διάταξης του εθνικού δικαίου η οποία να καθορίζει κατώτατο όριο ζημίας, εναπόκειται στα εθνικά δικαστήρια να διαπιστώσουν τη συνδρομή περιστάσεων οι οποίες, κατά το οικείο κοινό εθνικό δίκαιο, προσδίδουν τον χαρακτήρα σοβαρού αδικήματος στις τελεσθείσες απάτες. Μεταξύ αυτών μπορεί να περιλαμβάνονται η κατ’ εξακολούθηση τέλεση του αδικήματος (23), η υποτροπή, ο βαθμός της οργάνωσης της απάτης, η συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση και το ποσό της απάτης.
4. Χαρακτηρισμός της απάτης στη διαφορά της κύριας δίκης
45. Στην υπό κρίση υπόθεση, η συνολική ζημία που προκλήθηκε στον κρατικό προϋπολογισμό ανήλθε σε 268 536 RON (ήτοι 59 304 ευρώ), εκ των οποίων το ποσό του ΦΠΑ ανήλθε σε 163 656 RON (ήτοι 36 142 ευρώ).
46. Λόγω της φύσης και των αποτελεσμάτων τους, τα επίμαχα πραγματικά περιστατικά (24) θα μπορούσαν, κατ’ αρχήν, να συνιστούν απάτη κατά την έννοια του άρθρου 325 ΣΛΕΕ και του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της Σύμβασης ΠΟΣ (25).
47. Η έννοια «απάτη», η οποία περιλαμβάνεται στη Σύμβαση ΠΟΣ (26), περιλαμβάνει τα έσοδα από την εφαρμογή ενιαίου συντελεστή όσον αφορά την εναρμονισμένη βάση του ΦΠΑ, η οποία καθορίζεται συμφώνως προς τους κανόνες της Ένωσης. Δεν έχει σημασία εάν ο ΦΠΑ δεν εισπράττεται άμεσα για λογαριασμό της Ένωσης (27). Επιπλέον, πρέπει να ληφθεί υπόψη το συνολικό ποσό της απάτης, δεδομένης της δυσκολίας να προσδιοριστεί με ακρίβεια ο αντίκτυπός της στον προϋπολογισμό της Ένωσης και στον προϋπολογισμό του κράτους μέλους (28).
48. Υπό την επιφύλαξη της εκτίμησης του αιτούντος δικαστηρίου, προκύπτουν τα εξής:
– Το συνολικό ποσό της ζημίας (ήτοι όχι μόνον της βλάβης που προκλήθηκε στα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης) υπερβαίνει το κατώτατο όριο των 50 000 ευρώ, το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, της Σύμβασης ΠΟΣ για τον χαρακτηρισμό της απάτης ως σοβαρής.
– Η απάτη ήταν οργανωμένη και διήρκεσε σχεδόν δύο έτη.
– Ένα τέτοιο αδίκημα τιμωρούνταν από το εφαρμοστέο κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών ρουμανικό δίκαιο με στερητική της ελευθερίας ποινή.
49. Επομένως, από τη σκοπιά του δικαίου της Ένωσης, το αιτούν δικαστήριο, βάσει των εν λόγω στοιχείων και των λοιπών στοιχείων που μπορεί να εκτιμήσει σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο (υποτροπή, συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση κ.ά.), ουδόλως κωλύεται να χαρακτηρίσει το αδίκημα ως σοβαρή απάτη σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης.
5. Ενδιάμεσο συμπέρασμα
50. Εν ολίγοις, το άρθρο 325, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και τα άρθρα 1, 2 και 9 της Σύμβασης ΠΟΣ έχουν την έννοια ότι τα κράτη μέλη μπορούν να χαρακτηρίζουν ως σοβαρό αδίκημα την απάτη σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης ακόμη και όταν το ποσό της δεν υπερβαίνει τις 50 000 ευρώ.
Β. Επί του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος
51. Το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα είναι διατυπωμένο κατά τρόπο περίπλοκο.
52. Τυπικώς, το αιτούν δικαστήριο ζητεί την ερμηνεία του άρθρου 2 και του άρθρου 4, παράγραφοι 2 και 3, ΣΕΕ, του άρθρου 2, παράγραφος 2, και του άρθρου 325, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, του άρθρου 2, παράγραφος 1, της Σύμβασης ΠΟΣ, καθώς και του άρθρου 49, του άρθρου 52, παράγραφος 3, και του άρθρου 53 του Χάρτη.
53. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί εάν οι προαναφερθείσες διατάξεις έχουν την έννοια ότι, «στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας με αντικείμενο αδικήματα σχετικά με τον [ΦΠΑ], το εθνικό δικαστήριο οφείλει να αφήσει ανεφάρμοστο το εθνικό πρότυπο προστασίας σχετικά με την αρχή της lex mitior, όπως προκύπτει από τη δεσμευτική νομολογία του ανωτάτου δικαστηρίου κράτους μέλους».
54. Η απάντηση στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα απαιτεί, πρωτίστως, να ληφθεί υπόψη η κατάσταση που δημιουργήθηκε στη Ρουμανία από την απόφαση Lin I. Αφού εξετάσω την εν λόγω κατάσταση στο μέρος 1 του παρόντος τμήματος,
– θα αναφερθώ στις προτάσεις μου στην υπόθεση Lin I (μέρος 2)·
– θα εξετάσω τις δυσκολίες εφαρμογής της απόφασης Lin I στα αδικήματα που έχουν παραγραφεί, με ή χωρίς αμετάκλητη απόφαση (μέρος 3)·
– θα εξετάσω τα ζητήματα που ανακύπτουν από την εφαρμογή της εθνικής αρχής που απαγορεύει τη δημιουργία lex tertia (μέρος 4), και,
– τέλος, θα εξετάσω την προβλεψιμότητα και τη σαφήνεια του κριτηρίου το οποίο, κατά την απόφαση Lin I, καθιστά δυνατή τη μη εφαρμογή του εθνικού προτύπου προστασίας (μέρος 5).
1. Η κατάσταση που δημιουργήθηκε στη Ρουμανία από την απόφαση Lin I
55. Η απόφαση Lin I εκδόθηκε στις 24 Ιουλίου 2023. Με την απόφαση αυτή, όπως προεκτέθηκε, το Δικαστήριο έκρινε τα εξής:
– Το εθνικό πρότυπο προστασίας σχετικά με την προβλεψιμότητα του ποινικού νόμου [το οποίο απορρέει από την απόφαση αριθ. 297/2018 του Curtea Constituțională (Συνταγματικού Δικαστηρίου)] και το εθνικό πρότυπο προστασίας σχετικά με την αρχή της αναδρομικής εφαρμογής του επιεικέστερου ποινικού νόμου [το οποίο απορρέει από την απόφαση αριθ. 67/2022 του Înalta Curte de Casație și Justiție (Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου)] μπορούσαν να δημιουργήσουν συστημικό κίνδυνο ατιμωρησίας υπέρ των δραστών σοβαρής απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης.
– Αμφότερα τα πρότυπα είναι, κατ’ αρχήν, ασυμβίβαστα με το άρθρο 325, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, καθώς και με τα άρθρα 1 και 2 της Σύμβασης ΠΟΣ. Συνιστούσαν εγγυήσεις που έβαιναν πέραν των δικαιωμάτων που προστατεύονται από το άρθρο 49 του Χάρτη και, ως εκ τούτου, από το άρθρο 7 της ΕΣΔΑ. Ωστόσο, τα εθνικά δικαστήρια δεν υποχρεούνται να αφήνουν ανεφάρμοστες τις αποφάσεις του Curtea Constituțională (Συνταγματικού Δικαστηρίου) σχετικά με το πρώτο πρότυπο.
56. Συγκεκριμένα, η απόφαση Lin I, ακολουθώντας την προγενέστερη απόφαση M. A. S. και M. B., αναγνώρισε ένα εξωτερικό όριο στην υπεροχή του δικαίου της Ένωσης: τα ρουμανικά δικαστήρια δεν υποχρεούνταν να αφήνουν ανεφάρμοστη την εθνική νομολογία που διαμορφώθηκε με τις αποφάσεις αριθ. 297/2018 και 358/2022 του Curtea Constituțională (Συνταγματικού Δικαστηρίου), παρά την ύπαρξη συστημικού κινδύνου ατιμωρησίας των αδικημάτων σοβαρής απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, στο μέτρο που οι εν λόγω αποφάσεις στηρίζονται στην αρχή «ουδέν έγκλημα, ουδεμία ποινή χωρίς νόμο» όπως αυτή προστατεύεται στο εθνικό δίκαιο, με τις απαιτήσεις της όσον αφορά την προβλεψιμότητα και τη σαφήνεια του ποινικού νόμου.
57. Εντούτοις, η απόφαση Lin I δεν αναγνώρισε το εν λόγω εξωτερικό όριο στην υπεροχή του άρθρου 325, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και των άρθρων 1 και 2 της Σύμβασης ΠΟΣ σε σχέση με το εθνικό πρότυπο της αρχής της lex mitior. Με εν λόγω απόφαση κρίθηκε ότι τα δικαστήρια κράτους μέλους οφείλουν να αφήνουν ανεφάρμοστο εθνικό πρότυπο προστασίας σχετικό με την αρχή της αναδρομικής εφαρμογής του επιεικέστερου ποινικού νόμου (lex mitior) που καθιστά δυνατή την αμφισβήτηση, μεταξύ άλλων και στο πλαίσιο ένδικων μέσων που στρέφονται κατά αμετάκλητων αποφάσεων, της διακοπής της προθεσμίας παραγραφής του αξιοποίνου σε τέτοιες υποθέσεις από διαδικαστικές πράξεις που διενεργήθηκαν πριν από μια τέτοια διαπίστωση του ανίσχυρου.
58. Υπέρ της νομολογίας Lin I τάχθηκε το Δικαστήριο με δύο διατάξεις της 9ης Ιανουαρίου 2024 (29).
59. Το Înalta Curte de Casație și Justiție (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο) (τουλάχιστον ορισμένοι από τους δικαστικούς σχηματισμούς του) δεν φαίνεται να συμμερίζεται τη νομολογία Lin I όσον αφορά τη μη εφαρμογή του εθνικού προτύπου αναδρομικής εφαρμογής του επιεικέστερου ποινικού νόμου. Η απροθυμία αυτή εκφράστηκε, κατ’ ουσίαν, με τις αποφάσεις του αριθ. 37/2024 και 16/2024, το περιεχόμενο των οποίων θα εξετάσω στη συνέχεια.
α) Απόφαση αριθ. 37/2024 του Înalta Curte de Casație și Justiție (Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου)
60. Με την εν λόγω απόφαση το Înalta Curte de Casație și Justiție (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο) έκρινε ότι η παραγραφή του αξιοποίνου –η οποία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη διακοπή της– συνιστά στο ρουμανικό δίκαιο θεσμό του ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος υπόκειται, μεταξύ άλλων, στην αρχή της lex mitior. Εκκινώντας από την παραδοχή αυτή, εκτιμά τα εξής:
– Το εθνικό πρότυπο προστασίας σχετικά με την αρχή της αναδρομικής εφαρμογής του επιεικέστερου ποινικού νόμου, μεταξύ άλλων, όσον αφορά τη διακοπή της παραγραφής του αξιοποίνου, συγκεκριμενοποιεί την αρχή «ουδέν έγκλημα, ουδεμία ποινή χωρίς νόμο», όπως ρυθμίζεται στο άρθρο 7 της ΕΣΔΑ και στο άρθρο 49 του Χάρτη, και εγγυάται ευρύτερη προστασία, επιβάλλοντας την εφαρμογή της κατά προτεραιότητα.
– Η υποχρέωση η οποία επιβάλλεται στα εθνικά δικαστήρια με την απόφαση Lin I διασφαλίζει επίπεδο προστασίας το οποίο δεν είναι ισοδύναμο ή συγκρίσιμο με το επίπεδο του άρθρου 7 της ΕΣΔΑ. Κατά την εκτίμηση της συμβατότητας των κανόνων του εθνικού δικαίου με το δίκαιο της Ένωσης στον τομέα της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της τελευταίας, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη τις πληροφορίες και τις διευκρινίσεις του αιτούντος δικαστηρίου, οι οποίες αποτυπώνουν κατά τρόπο ανεπαρκή και, σε ορισμένες περιπτώσεις, εσφαλμένο τη νομική κατάσταση που απορρέει από τις εθνικές αποφάσεις σχετικά με την αρχή «ουδέν έγκλημα, ουδεμία ποινή χωρίς νόμο» και με τα αποτελέσματα των αποφάσεων του Curtea Constituțională (Συνταγματικού Δικαστηρίου).
– Η μη εφαρμογή της ερμηνείας που δόθηκε με την απόφαση αριθ. 67/2022 συνεπάγεται τόσο την προσβολή του θεμελιώδους δικαιώματος στη νομιμότητα των αξιόποινων πράξεων και των ποινών, όπως αποτυπώνεται στην εθνική έννομη τάξη, όσο και την παραβίαση της ασφάλειας δικαίου, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για τη διαφορετική εφαρμογή της νομικής μεταχείρισης της συρροής νόμων διαχρονικά, σε συνάρτηση με το είδος του αδικήματος, ανάλογα με το εάν πρόκειται για αδίκημα σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης ή για άλλο αδίκημα.
β) Απόφαση αριθ. 16/2024 του Înalta Curte de Casație și Justiție (Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου)
61. Με την εν λόγω απόφαση το Înalta Curte de Casație și Justiție (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο) έκρινε τα εξής:
– Οι διαδικαστικές πράξεις που διενεργήθηκαν πριν από τις 25 Ιουνίου 2018 [ημερομηνία δημοσίευσης στο Monitorul Oficial al României της απόφασης αριθ. 297/2018 του Curtea Constituțională (Συνταγματικού Δικαστηρίου)] διακόπτουν την προθεσμία παραγραφής του αξιοποίνου, ανεξαρτήτως του ύψους της ζημίας, χωρίς να απαιτείται να εκτιμηθεί in concreto ο συστημικός κίνδυνος ατιμωρησίας, σε όλες τις περιπτώσεις που αφορούν αδικήματα κατά των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης και αδικήματα διαφθοράς, μόνον εάν ο επιεικέστερος ποινικός νόμος, ο οποίος προσδιορίστηκε συνολικά στην απόφαση αριθ. 265 της 6ης Μαΐου 2014 του Curtea Constituțională (Συνταγματικού Δικαστηρίου) [στο εξής: απόφαση αριθ. 265/2014 του Curtea Constituțională (Συνταγματικού Δικαστηρίου)] είναι ο Ποινικός Κώδικας ή ειδική νομοθεσία η οποία περιέχει ποινικές διατάξεις, όπως ίσχυε κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της 1ης Φεβρουαρίου 2014 και της 24ης Ιουνίου 2018 (30).
– Κατά τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: ΕΔΔΑ), εναπόκειται στα δικαστήρια να προσδιορίζουν και να εφαρμόζουν τις διατάξεις της ΕΣΔΑ και της σχετικής νομολογίας του ΕΔΔΑ κατά την ερμηνεία των δικαιωμάτων από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση, όταν, ως προς τα εν λόγω δικαιώματα, υφίσταται διαφορά μεταξύ, αφενός, του προτύπου προστασίας που παρέχει ο Χάρτης, όπως έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο, και, αφετέρου, του προτύπου προστασίας που παρέχει [η ΕΣΔΑ], υπό την έννοια ότι το πρώτο είναι κατώτερο του δεύτερου.
– Η αρχή «ουδέν έγκλημα χωρίς νόμο», η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ποινικού νόμου και η αρχή της μη αναδρομικότητας του αυστηρότερου ποινικού νόμου ανήκουν στην κατηγορία των δικαιωμάτων από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση και τα οποία ανάγονται στις συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών.
– Όσον αφορά τον μηχανισμό εφαρμογής του επιεικέστερου ποινικού νόμου στο εθνικό δίκαιο, το Curtea Constituțională (Συνταγματικό Δικαστήριο) αποφάνθηκε [απόφαση αριθ. 265/2014 του Curtea Constituțională (Συνταγματικού Δικαστηρίου)] επί της αναγκαιότητας της συνολικής εφαρμογής του επιεικέστερου ποινικού νόμου, πράγμα που συνεπάγεται την επιλογή, μεταξύ των διαδοχικών νόμων και με τη χρήση του κριτηρίου της in concreto εκτίμησης, ενός μόνον εφαρμοστέου ποινικού νόμου, ήτοι του επιεικέστερου.
– Μόνον υπό τις περιστάσεις αυτές είναι δυνατόν να αποτραπεί η επιβολή διαφορετικής νομικής μεταχείρισης στην περίπτωση συρροής αδικημάτων (για παράδειγμα, λαμβανομένου υπόψη ότι υφίστανται λόγοι διακοπής της παραγραφής του αξιοποίνου στην περίπτωση απάτης ως προς την καταβολή του ΦΠΑ, αλλά ταυτόχρονα απουσιάζουν τέτοιοι λόγοι όσον αφορά την απάτη ως προς τον φόρο εισοδήματος των εταιριών, η οποία δεν έχει καμία σχέση με τον προϋπολογισμό της Ένωσης) ή η δημιουργία διττού προτύπου στον τομέα των θεμελιωδών δικαιωμάτων, η οποία οδηγεί στον καθορισμό ποινής που αντιβαίνει στο δίκαιο.
– Κατά συνέπεια, ακόμη και μετά την έκδοση της απόφασης Lin I, τα ρουμανικά δικαστήρια, προκειμένου να διαπιστώσουν ποιες διαδικαστικές πράξεις διακόπτουν την προθεσμία παραγραφής πριν από τις 25 Ιουνίου 2018, οφείλουν να προσδιορίσουν συνολικά τον επιεικέστερο ποινικό νόμο και να αποφύγουν τη δημιουργία lex tertia.
– Η παραγραφή του αξιοποίνου, ως θεσμός του ουσιαστικού ποινικού δικαίου, συνιστά ένα από τα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τη συνολική εφαρμογή του επιεικέστερου ποινικού νόμου, πρέπει δε να εκτιμάται στο πλαίσιο του μηχανισμού που θεσπίστηκε με την απόφαση αριθ. 265/2014 του Curtea Constituțională (Συνταγματικού Δικαστηρίου).
– Δεδομένου ότι κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της 25ης Ιουνίου 2018 και της 30ής Μαΐου 2022, οι προθεσμίες παραγραφής του αξιοποίνου παρήλθαν χωρίς δυνατότητα διακοπής, η μη εφαρμογή της νομολογίας του Curtea Constituțională (Συνταγματικού Δικαστηρίου) θα έχει ως αποτέλεσμα την εκ νέου ενεργοποίηση του αξιοποίνου μετά την παρέλευση των ισχυουσών προθεσμιών παραγραφής, βάσει μεταγενέστερου αυστηρότερου ποινικού νόμου, πράγμα που συνιστά παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ.
2. Προτάσεις στην υπόθεση Lin I (31)
62. Από την πλευρά μου, δεν θα ήταν σκόπιμο να επαναλάβω εκτενώς τις εκτιμήσεις οι οποίες διατυπώθηκαν στις προτάσεις στην υπόθεση Lin I και τις οποίες το Δικαστήριο δεν συμμερίστηκε.
63. Βάσει της ερμηνείας που προτάθηκε με τις εν λόγω προτάσεις, το άρθρο 49 του Χάρτη επιτρέπει στα ρουμανικά δικαστήρια, ως όριο στην υπεροχή του δικαίου της Ένωσης, να εφαρμόσουν τον νόμο που ερμηνεύθηκε με τις αποφάσεις του Curtea Constituțională (Συνταγματικού Δικαστηρίου) και του Înalta Curte de Casație și Justiție (Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου) σχετικά με τη διακοπή των προθεσμιών παραγραφής του αξιοποίνου, καθόσον πρόκειται για επιεικέστερο ποινικό νόμο.
64. Το ίδιο αποτέλεσμα θα είχε επιτευχθεί με την επέκταση της νομολογίας M. A. S. και M. B. στην υπόθεση Lin I, ήτοι με την προτίμηση της εφαρμογής του εθνικού προτύπου προστασίας της αρχής της lex mitior (προστασία υψηλότερου επιπέδου σε σχέση με εκείνο του άρθρου 49 του Χάρτη) όσον αφορά το άρθρο 325 ΣΛΕΕ, προκειμένου να μεγιστοποιηθεί η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων έναντι της διασφάλισης των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης σε περιπτώσεις σοβαρής απάτης.
65. Το Δικαστήριο έχει πλέον τη δυνατότητα (την οποία θα πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να αξιοποιήσει) να επανεξετάσει το τμήμα της απόφασης Lin I που αφορά τη μη εφαρμογή του υψηλότερου εθνικού επιπέδου προστασίας της αρχής της lex mitior.
66. Η αφοσίωση που οφείλουν να επιδεικνύουν στο Δικαστήριο οι γενικοί εισαγγελείς επιβάλλει σε αυτούς την υποχρέωση να επισημαίνουν, κατά την κρίση τους, τις πλημμέλειες ήδη εκδοθείσας απόφασης, προκειμένου το Δικαστήριο να είναι σε θέση είτε να την αποσαφηνίσει (ακόμη και αποκλίνοντας από τις προτάσεις) και να απαντήσει αποφαινόμενο, στο μέτρο του δυνατού, κατά τρόπο μη επιδεχόμενο κριτική (32) είτε να αμβλύνει το περιεχόμενό της (ή ακόμη και να τη διορθώσει), όπως πράγματι συνέβη με την απόφαση M. A. S. και M. B. σε σχέση με την προγενέστερη απόφαση Taricco, στο πλαίσιο του διαλόγου με τα εθνικά ανώτατα δικαστήρια.
67. Υπό το πρίσμα αυτό, φρονώ, ειδικότερα, ότι δύο σημεία της απόφασης Lin I χρήζουν περαιτέρω επεξήγησης.
68. Το πρώτο αφορά την κρίση που διατυπώνεται στη σκέψη 108 της απόφασης Lin I: «από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι κανόνες που διέπουν την παραγραφή σε ποινικές υποθέσεις δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 49, παράγραφος 1, του Χάρτη (πρβλ. απόφαση [Taricco], σκέψεις 54 έως 57)».
69. Εντούτοις, από τις εν λόγω σκέψεις της απόφασης Taricco δεν μπορεί να συναχθεί κατηγορηματικά ότι οι κανόνες παραγραφής σε ποινικές υποθέσεις εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 49, παράγραφος 1, του Χάρτη. Εάν το Δικαστήριο επιθυμεί να διατηρήσει την εν λόγω εξαίρεση, θα πρέπει να αναζητήσει ισχυρότερο έρεισμα.
70. Το δεύτερο ζήτημα το οποίο, κατά τη γνώμη μου, χρήζει περαιτέρω επεξήγησης ή, κατά προτίμηση, διόρθωσης αφορά την «αύξηση» του συστημικού κινδύνου ατιμωρησίας των σοβαρών αδικημάτων σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, ως βασικό επιχείρημα για τη μη αποδοχή του εθνικού προτύπου αναδρομικής εφαρμογής του επιεικέστερου ποινικού νόμου. Βάσει όσων εκθέτω στη συνέχεια, από το εν λόγω επιχείρημα ανακύπτουν ορισμένες δυσχέρειες (33).
71. Εν πάση περιπτώσει, ως γενικός εισαγγελέας, οφείλω να εξετάσω την περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο θα διατηρήσει τη νομολογία Lin I και να αναλύσω τα κωλύματα που αντιμετωπίζει το αιτούν δικαστήριο όσον αφορά την εφαρμογή της στη Ρουμανία.
3. Εφαρμογή της απόφασης Lin I σε αδικήματα που έχουν παραγραφεί
72. Στο στοιχείο βʹ του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος, το αιτούν δικαστήριο εκκινεί από την παραδοχή ότι «κατ’ εφαρμογήν της [...] εθνικής νομολογίας [...] η γενική προθεσμία παραγραφής του αξιοποίνου παρήλθε πριν από την έκδοση της απόφασης Lin [I]».
73. Εάν η παραγραφή του αξιοποίνου, κατ’ εφαρμογήν της απόφασης αριθ. 67/2022 του Înalta Curte de Casație și Justiție (Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου), επήλθε πριν από την έκδοση της απόφασης Lin I, θα μπορούσε η απόφαση αυτή να έχει αντίκτυπο στις ποινικές διαδικασίες που αφορούν αδικήματα τα οποία έχουν ήδη παραγραφεί; Η απάντηση απαιτεί να εξακριβωθεί εάν η παραγραφή του αξιοποίνου διαπιστώθηκε με αμετάκλητη απόφαση έχουσα ισχύ δεδικασμένου.
α) Αμετάκλητες αποφάσεις με ισχύ δεδικασμένου
74. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ο σεβασμός του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας δεν συνεπάγεται υποχρέωση των κρατών μελών να προβλέπουν έκτακτα ένδικα μέσα τα οποία καθιστούν δυνατή την επανάληψη, κατόπιν της εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως περί ερμηνείας, της διαδικασίας που περατώθηκε με τελεσίδικη απόφαση.
75. Προκειμένου να ληφθεί υπόψη η ερμηνεία μιας κρίσιμης διατάξεως του δικαίου της Ένωσης την οποία δέχθηκε το Δικαστήριο αφότου ένα δικαιοδοτικό όργανο είχε εκδώσει απόφαση με ισχύ δεδικασμένου, το δίκαιο της Ένωσης δεν επιτάσσει να υποχρεούται, κατ’ αρχήν, το εν λόγω δικαιοδοτικό όργανο να επανεξετάσει την απόφαση αυτή (34).
76. Η αρχή του δεδικασμένου διασφαλίζει τόσο τη σταθερότητα του δικαίου και των εννόμων σχέσεων όσο και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Επομένως, δεν μπορεί να τεθεί ζήτημα κύρους των δικαστικών αποφάσεων οι οποίες έχουν καταστεί αμετάκλητες μετά την εξάντληση των διαθέσιμων ένδικων μέσων ή μετά την εκπνοή των προθεσμιών που τάσσονται για την άσκηση των ως άνω ένδικων μέσων (35).
77. Ως εκ τούτου, το δίκαιο της Ένωσης δεν επιβάλλει στα εθνικά δικαστήρια να μην εφαρμόζουν τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες που προσδίδουν ισχύ δεδικασμένου σε ορισμένη απόφαση, ακόμη και αν έτσι θα μπορούσε να αρθεί εσωτερική κατάσταση μη συνάδουσα προς το δίκαιο της Ένωσης (36).
78. Ελλείψει σχετικής ρυθμίσεως της Ένωσης, εναπόκειται στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών μελών να ορίσει τους λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής της αρχής του δεδικασμένου, δυνάμει της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών, τηρουμένων πάντως των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας (37).
79. Βάσει της εν λόγω νομολογίας, και υπό την επιφύλαξη της εκτίμησης του αιτούντος δικαστηρίου σχετικά με το εθνικό του δίκαιο, φρονώ ότι η εφαρμογή της απόφασης Lin I δεν μπορεί να συνεπάγεται την ανατροπή αμετάκλητων δικαστικών αποφάσεων οι οποίες εκδόθηκαν πριν από την απόφαση αυτή. Το εν λόγω νομικώς αδύνατο εκτείνεται στις αμετάκλητες αποφάσεις που εκδόθηκαν (πριν από την απόφαση Lin I) κατ’ εφαρμογήν του υψηλότερου εθνικού επιπέδου προστασίας της αρχής της lex mitior, έστω και αν τούτο έχει ως αποτέλεσμα την ατιμωρησία των σοβαρών αδικημάτων σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης.
80. Εν προκειμένω, φρονώ ότι δεν συντρέχει καμία από τις εξαιρετικές περιπτώσεις στις οποίες η νομολογία του Δικαστηρίου δίνει προτεραιότητα στην υπεροχή των κανόνων της Ένωσης έναντι του δεδικασμένου των αμετάκλητων αποφάσεων των εθνικών δικαστηρίων. Επομένως, η υπεροχή των κανόνων της Ένωσης υποχωρεί έναντι της υποχρέωσης σεβασμού του δεδικασμένου των αμετάκλητων αποφάσεων των εθνικών δικαστηρίων (38).
β) Αποφάσεις χωρίς ισχύ δεδικασμένου
81. Εν προκειμένω, η παραγραφή του αξιοποίνου διαπιστώνεται με απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου κατά της οποίας ασκήθηκε αναίρεση.
82. Το Δικαστήριο έχει ερμηνεύσει αυτοτελώς την έννοια της αμετάκλητης απόφασης που χρησιμοποιείται στο άρθρο 49, παράγραφος 1, τελευταία περίοδος, του Χάρτη (39). Επομένως, καταδίκη δεν μπορεί να θεωρηθεί αμετάκλητη, όταν μπορεί να προσβληθεί με τακτικό ένδικο μέσο, ήτοι κάθε ένδικο μέσο το οποίο αποτελεί τμήμα της κανονικής πορείας μιας ένδικης διαφοράς και το οποίο, αυτό καθεαυτό, αποτελεί μια δικονομική εξέλιξη την οποία κάθε διάδικος πρέπει ευλόγως να αναμένει (40).
83. Εξ ορισμού, δεν είναι αμετάκλητη μια απόφαση ποινικού δικαστηρίου κατά της οποίας ασκείται παραδεκτά και εμπρόθεσμα αναίρεση. Επομένως, κατ’ αρχήν, το Înalta Curte de Casație și Justiție (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο) θα μπορούσε να εφαρμόσει την απόφαση Lin I χωρίς να είναι υποχρεωμένο να σεβαστεί το δεδικασμένο, του οποίου, επαναλαμβάνω, στερείται η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
84. Εν προκειμένω, τίθεται το ερώτημα τι συμβαίνει όταν η φοροδιαφυγή έλαβε χώρα πολύ πριν από την έκδοση της απόφασης Lin I (εν προκειμένω, μεταξύ του 2012 και του 2014), το δε δευτεροβάθμιο δικαστήριο διαπιστώνει το 2024 ότι το αξιόποινο έχει παραγραφεί λόγω παρέλευσης της οκταετούς προθεσμίας, υπολογιζόμενης χωρίς διακοπή κατ’ εφαρμογήν του εθνικού προτύπου προστασίας της lex mitior. Στην περίπτωση αυτή, απαιτεί η απόφαση Lin I την εκ νέου ενεργοποίηση του αξιοποίνου;
85. Όπως θα εκθέσω στη συνέχεια, η απάντησή μου στο ερώτημα αυτό είναι αρνητική.
86. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι το άρθρο 325 ΣΛΕΕ και τα άρθρα 1 και 2 της Σύμβασης ΠΟΣ δεσμεύουν τη Ρουμανία από την έναρξη ισχύος τους (την 1η Δεκεμβρίου 2009 και την 1η Ιανουαρίου 2008, αντίστοιχα) και ότι η απόφαση Lin I ερμηνεύει τις διατάξεις αυτές αναδρομικώς.
87. Συναφώς, το ρουμανικό πρότυπο προστασίας της lex mitior, το οποίο απορρέει από την απόφαση αριθ. 67/2022 του Înalta Curte de Casație și Justiție (Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου), δεν συνάδει με τους κανόνες του δικαίου της Ένωσης, από τη στιγμή που οι κανόνες αυτοί (οι οποίοι παράγουν άμεσο αποτέλεσμα) τέθηκαν σε ισχύ για τη Ρουμανία. Η υπεροχή του δικαίου της Ένωσης οδηγεί στο συμπέρασμα ότι εξακολουθεί να υφίσταται το αξιόποινο στις περιπτώσεις σοβαρής απάτης ως προς τον ΦΠΑ, όταν η παραγραφή της επήλθε κατ’ εφαρμογήν του ρουμανικού προτύπου της lex mitior πριν από την έκδοση της απόφασης Lin I, χωρίς να έχει διαπιστωθεί (η παραγραφή) με αμετάκλητη απόφαση.
88. Εντούτοις, φρονώ ότι η νομολογία του ΕΔΔΑ, η οποία έχει εφαρμογή στο πλαίσιο του άρθρου 49 του Χάρτη βάσει του άρθρου 52, παράγραφος 3, του Χάρτη, επιβάλλει να αποκλειστεί η εν λόγω ερμηνεία.
89. Κατά το ΕΔΔΑ:
– Η εκ νέου ενεργοποίηση του αξιοποίνου μετά την παρέλευση της προθεσμίας παραγραφής δεν συνάδει με τις θεμελιώδεις αρχές της νομιμότητας (nullum crimen, nulla poena sine lege) και της προβλεψιμότητας, οι οποίες κατοχυρώνονται στο άρθρο 7 της ΕΣΔΑ.
– Όταν, κατά το εθνικό δίκαιο, η προθεσμία παραγραφής εκπνέει, με αποτέλεσμα την εξάλειψη του αξιοποίνου, το άρθρο 7 της ΕΣΔΑ αντιτίθεται, ελλείψει έγκυρης νομικής βάσης, στη δυνατότητα άσκησης νέας δίωξης για το αδίκημα αυτό. Το αντίθετο θα ισοδυναμούσε με αποδοχή «της αναδρομικής εφαρμογής του ποινικού νόμου σε βάρος του κατηγορουμένου» (41).
– Η ΕΣΔΑ δεν απαιτεί από τα συμβαλλόμενα κράτη να αποκλείουν ισχύουσα προθεσμία παραγραφής και, ως εκ τούτου, να ενεργοποιούν εκ νέου προθεσμία παραγραφής που έχει παρέλθει. Υφίστανται περιπτώσεις στις οποίες δεν είναι δυνατή η επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, μία εξ αυτών είναι δε η περίπτωση κατά την οποία η διαδικασία αυτή περατώθηκε λόγω παρέλευσης της προθεσμίας παραγραφής που τάσσει η εθνική νομοθεσία. Η επανάληψη της εν λόγω διαδικασίας εγείρει ζητήματα ασφάλειας δικαίου και θίγει τα δικαιώματα άμυνας που κατοχυρώνονται στο άρθρο 7 της ΕΣΔΑ (42).
– Το απαράγραπτο ενός αδικήματος απαιτεί αρκούντως σαφή και προβλέψιμη νομική βάση (43) είτε ανευρίσκεται στο εθνικό δίκαιο είτε στο διεθνές δίκαιο (44).
90. Η εφαρμογή της απόφασης Lin I οδηγεί, στην πραγματικότητα, στην «εκ νέου ενεργοποίηση» προθεσμιών παραγραφής, οι οποίες, κατά το ρουμανικό δίκαιο, όπως έχει ερμηνευθεί από τα οικεία ανώτατα δικαστήρια, είχαν παρέλθει. Στο ίδιο πλαίσιο, ενεργοποιεί εκ νέου την ποινική δίωξη για απάτες ως προς τον ΦΠΑ οι οποίες τελέστηκαν πριν από την έκδοση της απόφασης Lin I και οι οποίες είχαν ήδη παραγραφεί.
91. Υπό την επιφύλαξη της υποχρέωσης συμμόρφωσης με την απόφαση Lin I, όπως και με όλες τις αποφάσεις του Δικαστηρίου, η απόφαση αυτή δύσκολα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως αρκούντως σαφής και προβλέψιμη νομική βάση (45) προκειμένου να μην εφαρμοστούν οι κανόνες παραγραφής του αξιοποίνου που διατυπώνονται στην απόφαση αριθ. 67/2022 του Înalta Curte de Casație și Justiție (Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου) (46).
92. Για διάφορους λόγους καταλήγω στο ενδιάμεσο αυτό συμπέρασμα, λαμβανομένου υπόψη ότι η απόφαση Lin I:
– Έκρινε ότι δεν είναι απαράγραπτα τα αδικήματα της σοβαρής απάτης ως προς τον ΦΠΑ σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης (47).
– Θέσπισε την αδυναμία επίκλησης του ρουμανικού επιπέδου προστασίας της lex mitior (το οποίο είναι υψηλότερο από εκείνο του δικαίου της Ένωσης) με όρους που χρήζουν περαιτέρω αποσαφήνισης. Επιπλέον, προς τούτο στηρίχθηκε σε μια παραδοχή η οποία, κατά τα εθνικά δικαστήρια, δεν απηχεί ορθώς το εθνικό δίκαιο, διότι το εθνικό πρότυπο προστασίας σχετικά με την αρχή της αναδρομικής εφαρμογής της lex mitior, μεταξύ άλλων, όσον αφορά τη διακοπή της παραγραφής του αξιοποίνου, συγκεκριμενοποιεί, με άρρηκτο τρόπο, την αρχή «ουδέν έγκλημα, ουδεμία ποινή χωρίς νόμο»,
– Οδήγησε σε αποκλίνουσες ερμηνείες, όπως προκύπτει από τις αποφάσεις αριθ. 37/2024 και 16/2024 του Înalta Curte de Casație și Justiție (Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου), καθώς και από την ίδια την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως. Από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι ακόμη και στους κόλπους του ίδιου του Înalta Curte de Casație și Justiție (Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου) εξακολουθούν να υφίστανται σημαντικές αποκλίσεις όσον αφορά την εφαρμογή της απόφασης Lin I, ανάλογα με τον δικαστικό σχηματισμό του εν λόγω ανωτάτου δικαστηρίου που καλείται να αποφανθεί (48).
– Αποκλίνει από την προσέγγιση που υιοθετήθηκε με την απόφαση M. A. S. και M. B. σχετικά με τους κανόνες παραγραφής σε ποινικές υποθέσεις στην Ιταλία. Η μη εφαρμογή του ρουμανικού προτύπου σχετικά με τη lex mitior καθιστά δυνατή την επιβολή ποινικών κυρώσεων σε ορισμένα πρόσωπα τις οποίες θα είχαν αποφύγει εάν είχε εφαρμοστεί το εθνικό πρότυπο, όπως συνέβη στην Ιταλία (49).
– Αναγνωρίζει (όπως ήταν λογικό υπό το πρίσμα της απόφασης M. A. S. και M. B.) ότι το εξωτερικό όριο στην υπεροχή του δικαίου της Ένωσης ισχύει για την αρχή «ουδέν έγκλημα, ουδεμία ποινή χωρίς νόμο», πλην όμως, ταυτόχρονα, δεν δέχεται το όριο αυτό όσον αφορά την αρχή της lex mitior. Ωστόσο, κατά το Înalta Curte de Casație și Justiție (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο), η τελευταία αυτή αρχή αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αρχής «ουδέν έγκλημα, ουδεμία ποινή χωρίς νόμο» στη Ρουμανία.
– Αφού διαπίστωσε ότι η εφαρμογή αμφότερων των εθνικών προτύπων δημιουργεί συστημικό κίνδυνο ατιμωρησίας, έκρινε ότι το δεύτερο πρότυπο (το οποίο αφορά τη lex mitior) συνεπάγεται παράταση του εν λόγω κινδύνου για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα (50). Ωστόσο, το στοιχείο αυτό δεν επαληθεύεται από τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία. Κατά το Înalta Curte de Casație și Justiție (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο), η παραβίαση της αρχής «ουδέν έγκλημα, ουδεμία ποινή χωρίς νόμο» είναι πανομοιότυπη στην περίπτωση αμφότερων των εθνικών προτύπων, όπως και ο κίνδυνος ατιμωρησίας.
93. Η έλλειψη προβλεψιμότητας της απόφασης Lin I, όσον αφορά την εφαρμογή του εθνικού προτύπου της lex mitior στη διακοπή της παραγραφής σε ποινικές υποθέσεις, καθίσταται ακόμη πιο εμφανής, καθόσον στηρίζεται στην παραδοχή ότι οι κανόνες παραγραφής θεωρούνται κανόνες δικονομικού δικαίου και όχι ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Ωστόσο, η εν λόγω παραδοχή δεν απορρέει από το δίκαιο της Ένωσης (51), αντιθέτως δε, αντιβαίνει στην πάγια νομολογία των ρουμανικών ανωτάτων δικαστηρίων στην περίπτωση της χώρας τους.
94. Κατά τον χρόνο των επίμαχων πραγματικών περιστατικών, το καθεστώς παραγραφής που είχε εφαρμογή στα ποινικά αδικήματα σχετικά με τον ΦΠΑ δεν είχε αποτελέσει αντικείμενο εναρμόνισης εκ μέρους του νομοθέτη της Ένωσης (52). Επομένως, τα κράτη μέλη ήταν ελεύθερα να προβλέπουν ότι στην έννομη τάξη τους η αντιμετώπιση της παραγραφής του αξιοποίνου (συμπεριλαμβανομένης της διακοπής της) εμπίπτει στο ουσιαστικό ποινικό δίκαιο. Τούτο κρίθηκε, επαναλαμβάνω, από τα ρουμανικά ανώτατα δικαστήρια.
95. Για τον λόγο αυτόν, η επιλογή του Δικαστηρίου να προσδώσει δικονομικό χαρακτήρα στους κανόνες παραγραφής του αξιοποίνου (53) αντιτίθετο στην απόφαση Taricco και έπρεπε να αμβλυνθεί με την απόφαση M. A. S. και M. B. Με την τελευταία αυτή απόφαση, το Δικαστήριο αναγνώρισε, όπως προεκτέθηκε, όριο στην υπεροχή του δικαίου της Ένωσης, αφού δέχθηκε τον ουσιαστικό χαρακτήρα των κανόνων παραγραφής στο ιταλικό δίκαιο (54).
96. Σε άλλες περιπτώσεις, το ίδιο το Δικαστήριο αναγνώρισε ουσιαστικό και όχι δικονομικό χαρακτήρα στην παραγραφή που προβλέπεται στους κανόνες του δικαίου της Ένωσης. Συγκεκριμένα, με την απόφαση Volvo και DAF Trucks, το Δικαστήριο έκρινε ότι, «[...] αντιθέτως προς τις δικονομικές προθεσμίες, η προθεσμία παραγραφής, καθόσον συνεπάγεται την απόσβεση του δικαιώματος άσκησης της αγωγής, αφορά το ουσιαστικό δίκαιο, διότι θίγει την άσκηση δικαιώματος το οποίο ο ενδιαφερόμενος δεν μπορεί πλέον να επικαλεστεί λυσιτελώς ενώπιον δικαστηρίου» (55). Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι το άρθρο 10 («Προθεσμίες») της οδηγίας 2014/104 έχει ουσιαστικό και όχι δικονομικό χαρακτήρα (56).
97. Επομένως, φρονώ ότι οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης περί των οποίων γίνεται λόγος στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα:
– Δεν απαιτούν την επανεξέταση των αμετάκλητων ποινικών αποφάσεων, οι οποίες έχουν αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου και με τις οποίες κρίθηκε ότι η προθεσμία παραγραφής του αξιοποίνου είχε παρέλθει πριν από την έκδοση της απόφασης Lin I, βάσει του εθνικού προτύπου προστασίας του επιεικέστερου ποινικού νόμου.
– Δεν αντιτίθενται στην εφαρμογή του εθνικού προτύπου προστασίας του επιεικέστερου ποινικού νόμου σε αδικήματα που τελέστηκαν πριν από την έκδοση της απόφασης Lin I, στο μέτρο που η εν λόγω απόφαση δεν συνιστά σαφή και προβλέψιμη νομική βάση για την εκ νέου ενεργοποίηση του αξιοποίνου για αδικήματα των οποίων η παραγραφή διαπιστώθηκε από τα ρουμανικά δικαστήρια, έστω και χωρίς αμετάκλητο χαρακτήρα.
4. Απαγόρευση εφαρμογής lex tertia
98. Το αιτούν δικαστήριο διαλαμβάνει (στο στοιχείο αʹ του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος) ότι «[η] απαγόρευση εφαρμογής της lex tertia [...] συνιστά αρχή συνταγματικής ισχύος».
99. Εκκινώντας από την εν λόγω διαπίστωση, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται εάν οφείλει να αφήσει ανεφάρμοστο το εθνικό πρότυπο προστασίας σχετικά με τη lex mitior όταν η μη εφαρμογή του δεν συνάδει με τη συνταγματική αρχή της απαγόρευσης της lex tertia (57).
100. Δυνάμει της απόφασης αριθ. 265/2014 του Curtea Constituțională (Συνταγματικού Δικαστηρίου), η αναδρομική εφαρμογή του επιεικέστερου ποινικού νόμου πρέπει να πραγματοποιείται με τη μέθοδο της συνολικής σύγκρισης και όχι με τη μέθοδο της διαφοροποιημένης σύγκρισης. Επομένως, σε περίπτωση συρροής διαδοχικών νομικών καθεστώτων:
– Πρέπει να επιλεγεί και να εφαρμοστεί ο νόμος ο οποίος, στο σύνολό του, διασφαλίζει ευνοϊκότερη κατάσταση για τον κατηγορούμενο.
– Ωστόσο, δεν επιτρέπεται ο συνδυασμός των ευνοϊκών διατάξεων των διαδοχικών νόμων και η δημιουργία, διά της δικαστικής οδού, lex tertia, η οποία θα ισοδυναμούσε με αναγνώριση της δυνατότητας των δικαστών να θεσπίζουν ποινικούς κανόνες κατά παράβαση του άρθρου 61 του Συντάγματος της Ρουμανίας.
– Κατά τον προσδιορισμό του επιεικέστερου ποινικού νόμου πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ορισμένα στοιχεία, όπως, μεταξύ άλλων, το είδος και το ύψος των ποινών, οι προϋποθέσεις του αξιοποίνου, οι λόγοι εξάλειψης του αξιοποίνου, η επιρροή των επιβαρυντικών, ελαφρυντικών ή απαλλακτικών περιστάσεων, καθώς και οι κανόνες σχετικά με τη συμμετοχή, την απόπειρα και την υποτροπή (58).
101. Αν αντιλαμβάνομαι ορθώς, η απαγόρευση δημιουργίας lex tertia εμποδίζει τα εθνικά δικαστήρια, σε περίπτωση διαδοχής πλειόνων νομικών καθεστώτων, να αναμειγνύουν στοιχεία ενός εξ αυτών (για παράδειγμα, τα στοιχεία που αφορούν τον ορισμό των αδικημάτων και τις ποινές) με στοιχεία άλλου καθεστώτος (για παράδειγμα, τους κανόνες που διέπουν την παραγραφή του αξιοποίνου). Με τον τρόπο αυτόν, επιδιώκεται να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να «κατασκευάσουν» τα δικαστήρια τον επιεικέστερο ποινικό νόμο.
102. Το αιτούν δικαστήριο, απαντώντας στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου σχετικά με την εν λόγω απαγόρευση, επισημαίνει ότι, κατ’ εφαρμογήν της απόφασης Lin I, ο επιεικέστερος ποινικός νόμος προκύπτει από τον συνδυασμό διαφόρων διατάξεων των διαδοχικών νόμων. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Ρουμανική Κυβέρνηση επιβεβαίωσε τον εν λόγω ισχυρισμό.
103. Συγκεκριμένα, στη διακοπή της παραγραφής σε περίπτωση σοβαρής απάτης ως προς τον ΦΠΑ, η οποία τελέστηκε την 1η Ιανουαρίου 2016 και για την οποία ισχύει δεκαετής προθεσμία παραγραφής στο ρουμανικό δίκαιο, εφαρμόζονται διαδοχικά:
– Το καθεστώς του άρθρου 155, παράγραφος 1, του Ποινικού Κώδικα του 2009, το οποίο ίσχυε έως ότου κηρύχθηκε ανίσχυρο με την απόφαση αριθ. 297/2018 του Curtea Constituțională (Συνταγματικού Δικαστηρίου). Βάσει του εν λόγω καθεστώτος, κάθε διαδικαστική πράξη, είτε κοινοποιείται στον κατηγορούμενο είτε όχι, διακόπτει την παραγραφή.
– Το καθεστώς που απορρέει από τη νομολογία του Curtea Constituțională (Συνταγματικού Δικαστηρίου) και του Înalta Curte de Casație și Justiție (Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου), το οποίο εφαρμόστηκε από τις 25 Ιουνίου 2018 έως τις 30 Μαΐου 2022. Βάσει του καθεστώτος αυτού, στο ρουμανικό δίκαιο δεν υφίστανται λόγοι διακοπής της προθεσμίας παραγραφής του αξιοποίνου. Η απουσία αυτών των λόγων διακοπής εκτείνεται αναδρομικώς σε πράξεις που τελέστηκαν κατά το προ του 2018 χρονικό διάστημα, καθόσον πρόκειται για ευνοϊκότερη ποινική διάταξη.
– Το καθεστώς που απορρέει από την τροποποίηση του άρθρου 155, παράγραφος 1, του Ποινικού Κώδικα του 2009 με την OUG nr. 71/2022 (πράξη νομοθετικού περιεχομένου 71/2022), το οποίο εφαρμόζεται από τις 30 Μαΐου 2022. Βάσει του εν λόγω καθεστώτος, οι διαδικαστικές πράξεις που κοινοποιούνται στον κατηγορούμενο διακόπτουν την παραγραφή.
104. Στο παράδειγμα αυτό, στην περίπτωση της σοβαρής απάτης ως προς τον ΦΠΑ εφαρμόζονται διαφορετικά καθεστώτα διακοπής της παραγραφής του αξιοποίνου, τα οποία, εάν γίνει δεκτό το κριτήριο της απόφασης Lin I, πρέπει να συνδυαστούν. Αντιθέτως, βάσει του ρουμανικού προτύπου προστασίας της lex mitior έχει εφαρμογή μόνον το ευνοϊκότερο καθεστώς διακοπής της παραγραφής όσον αφορά επίσης όλες τις διαδικαστικές πράξεις που διενεργήθηκαν μεταξύ της 1ης Ιανουαρίου 2016 και της 30ής Μαΐου 2022.
105. Επομένως, η εφαρμογή της απόφασης Lin I θα δημιουργούσε lex tertia προκειμένου να προσδιοριστεί ο επιεικέστερος ποινικός νόμος. Τούτο δεν ισχύει όσον αφορά τη λύση που υιοθέτησε το Înalta Curte de Casație și Justiție (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο) με τις αποφάσεις του αριθ. 67/2022, 16/2024 και 37/2024.
106. Κατά τη γνώμη μου, ακόμη και αν τα προεκτεθέντα συνιστούν τη συνέπεια της εφαρμογής της απόφασης Lin I, η αρχή που απαγορεύει την εφαρμογή lex tertia για τον προσδιορισμό της lex mitior δεν διαφέρει σημαντικά από το υψηλότερο εθνικό επίπεδο προστασίας που εξετάστηκε ήδη στην απόφαση Lin I.
107. Μολονότι στην απόφαση Lin I το Δικαστήριο δεν ακολούθησε την προγενέστερη απόφαση M. A. S. και M. B. και δεν δέχθηκε την εφαρμογή, εκ μέρους των ρουμανικών δικαστηρίων, του οικείου υψηλότερου επιπέδου προστασίας όσον αφορά τη lex mitior, εντούτοις, φρονώ ότι δεν υφίσταται λόγος να αλλάξει η νομολογιακή αυτή γραμμή προκειμένου να τηρηθεί η συνταγματική απαίτηση περί μη δημιουργίας lex tertia.
108. Συγκεκριμένα, η απαγόρευση δημιουργίας lex tertia ανήκει απλώς στους εθνικούς κανόνες (ασφαλώς συνταγματικής ισχύος), οι οποίοι στη Ρουμανία διέπουν τη θέση σε εφαρμογή της αρχής της αναδρομικής εφαρμογής των επιεικέστερων για τον κατηγορούμενο ποινικών νόμων. Με την απόφαση Lin I αποκλείεται η εφαρμογή της αρχής αυτής στο σύνολό της, καθόσον κρίθηκε ότι τα ρουμανικά δικαστήρια οφείλουν να μην εφαρμόζουν το αντίστοιχο εθνικό πρότυπο προστασίας, προκειμένου να αποτραπεί ο κίνδυνος ατιμωρησίας σε περίπτωση απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης.
109. Ασφαλώς, υφίσταται διαφορετική μεταχείριση μεταξύ του καθεστώτος παραγραφής το οποίο έχει εφαρμογή (κατά την απόφαση Lin I) στις απάτες σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης και του καθεστώτος που αφορά άλλα αδικήματα. Η εν λόγω διαφορετική μεταχείριση συνεπάγεται ότι ο κατηγορούμενος υπόκειται σε διαφορετικούς κανόνες όσον αφορά τη διακοπή των προθεσμιών παραγραφής του αξιοποίνου, ανάλογα με το εάν πρόκειται για αδικήματα σχετικά με τον ΦΠΑ ή για παράδειγμα, για αδικήματα σχετικά με τον φόρο εισοδήματος των εταιριών.
110. Εντούτοις, η εν λόγω διαφορά:
– Αφενός, δεν συνεπάγεται την εφαρμογή lex tertia όσον αφορά την αρχή της lex mitior, αλλά απορρέει από το πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, και, ειδικότερα, του άρθρου 325 ΣΛΕΕ.
– Αφετέρου, συνεπάγεται ότι οι φορολογικές απάτες στις οποίες δεν εφαρμόζεται το άρθρο 325 ΣΛΕΕ απολαύουν του ρουμανικού προτύπου προστασίας της αρχής του επιεικέστερου ποινικού νόμου.
5. Συστημικός κίνδυνος ατιμωρησίας: έκταση και αβεβαιότητα
111. Το αιτούν δικαστήριο εκκινεί από την παραδοχή ότι το εθνικό δίκαιο δεν προβλέπει ειδικά κριτήρια προκειμένου ένα δικαστήριο να μπορεί να εκτιμήσει τον συστημικό κίνδυνο ατιμωρησίας περί του οποίου γίνεται λόγος στην απόφαση Lin I (στοιχείο δʹ του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος).
112. Με την απόφαση Lin I το Δικαστήριο έκρινε ότι η έννομη κατάσταση που δημιουργήθηκε από τις αποφάσεις αριθ. 297/2018 και 358/2022 του Curtea Constituțională (Συνταγματικού Δικαστηρίου), καθώς και από την απόφαση αριθ. 67/2022 του Înalta Curte de Casație și Justiție (Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου) «δημιουργεί συστημικό κίνδυνο ατιμωρησίας για τα αδικήματα της σοβαρής απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, ιδίως σε υποθέσεις η πολυπλοκότητα των οποίων χρήζει μακράς ανακριτικής διαδικασίας εκ μέρους των διωκτικών αρχών» (59).
113. Το Δικαστήριο πρόσθεσε ότι η εν λόγω κατάσταση «[...] ενέχει τον εγγενή κίνδυνο ατιμωρησίας σε πολλές περιπτώσεις σοβαρής απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, λόγω παρέλευσης [αυτής] της προθεσμίας [παραγραφής], ιδίως σε υποθέσεις η πολυπλοκότητα τον οποίων χρήζει μακράς ανακριτικής διαδικασίας εκ μέρους των διωκτικών αρχών [...]» (60).
114. Όπως διαπιστώνεται, το ίδιο το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση Lin I ότι η εφαρμογή της νομολογίας των εθνικών ανωτάτων δικαστηρίων συνεπάγεται συστημικό κίνδυνο ατιμωρησίας για τους δράστες σοβαρής απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Ως εκ τούτου, κατά την εφαρμογή της απόφασης Lin I τα ρουμανικά δικαστήρια δεν πρέπει να προβαίνουν στην εν λόγω εκτίμηση, αλλά να τη θεωρούν δεδομένη.
115. Η διάκριση στην οποία προέβη το Δικαστήριο μεταξύ: α) του συστημικού κινδύνου ατιμωρησίας που συνεπάγεται η εφαρμογή της ρουμανικής νομολογίας όσον αφορά την προβλεψιμότητα του ποινικού νόμου· και β) του κινδύνου αυτού όσον αφορά την αρχή της lex mitior παρουσιάζει πλείονες δυσχέρειες (61).
116. Η συλλογιστική του Δικαστηρίου σχετικά με την εν λόγω διάκριση (62) έχει ως αποτέλεσμα, μόνο στη δεύτερη περίπτωση (ήτοι εάν το εθνικό δικαστήριο συμμορφωθεί με το εθνικό πρότυπο της lex mitior για δικονομικές πράξεις οι οποίες διενεργήθηκαν πριν από τις 25 Ιουνίου 2018), το ενδεχόμενο να τεθεί σε κίνδυνο η υπεροχή, η ενότητα και η αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ένωσης.
117. Με άλλα λόγια, η απόφαση Lin I ανέχεται τον συστημικό κίνδυνο ατιμωρησίας για σοβαρές απάτες σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης οι οποίες τελέστηκαν μεταξύ της 25ης Ιουνίου 2018 και της 30ής Μαΐου 2022, όταν ο κίνδυνος αυτός απορρέει από την εφαρμογή του εθνικού προτύπου προστασίας σχετικά με την προβλεψιμότητα του ποινικού νόμου, αλλά δεν αποδέχεται τον εν λόγω κίνδυνο όταν αφορά περιπτώσεις προγενέστερες της 25ης Ιουνίου 2018, στις οποίες εφαρμόζεται το εθνικό πρότυπο προστασίας της αρχής της lex mitior (άλλη συνιστώσα της ίδιας αρχής «ουδέν έγκλημα, ουδεμία ποινή χωρίς νόμο»).
118. Κατά τη γνώμη μου, το σκεπτικό της απόφασης Lin I δεν αρκεί προκειμένου να καταδειχθούν οι λόγοι για τους οποίους ο συστημικός κίνδυνος ατιμωρησίας διαφέρει ανάλογα με το εθνικό πρότυπο που εφαρμόζεται.
119. Πρώτον, το εθνικό πρότυπο προστασίας της lex mitior έχει περιορισμένο αντίκτυπο στην εξάλειψη του αξιοποίνου. Δεν συνεπάγεται την αποποινικοποίηση των αδικημάτων σοβαρής απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Περιορίζεται στην αποτροπή της διακοπής της παραγραφής του αξιοποίνου μεταξύ της 1ης Φεβρουαρίου 2014 και της 25ης Ιουνίου 2018, παρατείνοντας προς τα πίσω το καθεστώς το οποίο είχε εφαρμογή μεταξύ της 25ης Ιουνίου 2018 και της 30ής Μαΐου 2022 και το οποίο επικύρωσε η απόφαση Lin I.
120. Σε περιπτώσεις όπως αυτή της υπό κρίση υπόθεσης, με την απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, στο μέτρο που εφαρμόστηκε το εθνικό πρότυπο της lex mitior, κρίθηκε ότι εξαλείφθηκε η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου (συνεργού στο αδίκημα, με οκταετή προθεσμία παραγραφής), αλλά όχι του άλλου (αυτουργού του αδικήματος, με δεκαετή προθεσμία παραγραφής). Το εθνικό πρότυπο της lex mitior καλύπτει αναδρομικώς μόνον την απουσία διαδικαστικών πράξεων που δύνανται να διακόψουν την παραγραφή, αλλά δεν αποποινικοποιεί, επαναλαμβάνω, τη σοβαρή απάτη ως προς τον ΦΠΑ ούτε επιφέρει σύντμηση της προθεσμίας παραγραφής για τη δίωξή της.
121. Δεύτερον, η αύξηση του κινδύνου ατιμωρησίας λόγω της εφαρμογής του εθνικού προτύπου προστασίας της lex mitior όσον αφορά την εφαρμογή του εθνικού προτύπου σχετικά με την αρχή της νομιμότητας φαίνεται ότι αποτελεί μάλλον εικασία παρά διαπιστωμένο γεγονός, διότι:
– Δεν είναι γνωστός με βεβαιότητα ο αριθμός των δραστών που ευνοήθηκαν από την απουσία λόγων διακοπής της παραγραφής του αξιοποίνου μεταξύ της 25ης Ιουνίου 2018 και της 30ής Μαΐου 2022, την ύπαρξη των οποίων ανέχεται η απόφαση Lin I προκειμένου να προστατευθεί η προβλεψιμότητα του ποινικού νόμου.
– Δεν είναι επίσης γνωστός ο πραγματικός αντίκτυπος της εφαρμογής της αρχής της lex mitior στη διακοπή της παραγραφής του αξιοποίνου όσον αφορά περιπτώσεις προγενέστερες της 25ης Ιουνίου 2018, εφαρμογή η οποία, κατά την απόφαση Lin I, ενέχει κίνδυνο για την ενότητα, την υπεροχή και την αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ένωσης.
122. Τα στοιχεία που προσκόμισε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η Ρουμανική Κυβέρνηση, καίτοι δεν είναι αναλυτικά κατά τρόπο εξαντλητικό, εντούτοις, καταδεικνύουν ότι οι περιπτώσεις παύσης της ποινικής δίωξης για φοροδιαφυγή κατά το χρονικό διάστημα από το 2014 έως το 2025, οι οποίες στηρίζονται στην παραγραφή του αξιοποίνου κατ’ εφαρμογήν του επιεικέστερου νόμου, είναι πολύ περιορισμένες. Δεν επιβεβαιώνουν τον φόβο συστημικού κινδύνου ατιμωρησίας τέτοιου είδους συμπεριφορών.
123. Με την απόφαση M. A. S. και M. B. το Δικαστήριο αποφάνθηκε επί της τροποποίησης των προθεσμιών παραγραφής του αξιοποίνου στην Ιταλία. Έκρινε ότι το εθνικό δικαστήριο οφείλει να εξακριβώσει κατά πόσον η μη εφαρμογή των σχετικών εθνικών κανόνων, συνεπεία έκδοσης απόφασης του Δικαστηρίου, «δημιουργεί κατάσταση αβεβαιότητας στην [εθνική] έννομη τάξη, όσον αφορά τον καθορισμό του εφαρμοστέου καθεστώτος παραγραφής, παραβιάζοντας την αρχή της σαφούς νομοθετικής προβλέψεως» (63).
124. Πράγματι, λόγω της αβεβαιότητας που δημιουργήθηκε από απόφαση του Δικαστηρίου, έγινε δεκτό ότι το εθνικό δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να αφήσει ανεφάρμοστες τις επίμαχες στην υπόθεση εκείνη εθνικές διατάξεις. Η ίδια νομολογία μπορεί να εφαρμοστεί και στην απόφαση Lin I, όσον αφορά τις απάτες σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, οι οποίες τελέστηκαν στη Ρουμανία πριν από τις 25 Ιουνίου 2018.
125. Πράγματι, η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την απόφαση Lin I προκαλεί αβεβαιότητα στα ρουμανικά δικαστήρια (κατά την εφαρμογή του εθνικού προτύπου προστασίας της αρχής της lex mitior), η οποία δύναται να εξομοιωθεί με την αβεβαιότητα που προκλήθηκε στην Ιταλία με την εφαρμογή της απόφασης Taricco. Ως εκ τούτου, δικαιολογείται επίσης για τον λόγο αυτόν η αναγνώριση ενός εξωτερικού ορίου στην υπεροχή του δικαίου της Ένωσης, όπως έγινε δεκτό από το Δικαστήριο με την απόφαση M. A. S. και M. B.
V. Πρόταση
126. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω να δοθεί στο πρώτο ερώτημα του Înalta Curte de Casație și Justiție – Secția penală (ποινικού τμήματος του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, Ρουμανία) η εξής απάντηση:
«Το άρθρο 325, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και τα άρθρα 1, 2 και 9 της Σύμβασης η οποία καταρτίστηκε βάσει του άρθρου Κ.3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, υπογραφείσας στις Βρυξέλλες στις 26 Ιουλίου 1995 και περιεχόμενης στο παράρτημα της πράξης του Συμβουλίου της 26ης Ιουλίου 1995,
έχουν την έννοια ότι:
τα κράτη μέλη μπορούν να χαρακτηρίζουν ως σοβαρό αδίκημα την απάτη σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ακόμη και όταν το ποσό της δεν υπερβαίνει τις 50 000 ευρώ».
127. Προτείνω επίσης στο Δικαστήριο, λαμβανομένων υπόψη των αποφάσεων των εθνικών δικαστηρίων που αποφαίνονται σε τελευταίο βαθμό δικαιοδοσίας, να επανεξετάσει την απόφαση της 24ης Ιουλίου 2023, Lin (C‑107/23 PPU, EU:C:2023:606), κατά το μέρος που αφορά την υποχρέωση μη εφαρμογής του εθνικού προτύπου προστασίας σχετικά με την αρχή της αναδρομικής εφαρμογής του επιεικέστερου ποινικού νόμου, και να κρίνει τα εξής:
«Το άρθρο 325, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και τα άρθρα 1, 2 και 9 της Σύμβασης η οποία καταρτίστηκε βάσει του άρθρου Κ.3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, υπογραφείσας στις Βρυξέλλες στις 26 Ιουλίου 1995 και περιεχόμενης στο παράρτημα της πράξης του Συμβουλίου της 26ης Ιουλίου 1995,
δεν απαιτούν την επανεξέταση των αμετάκλητων ποινικών αποφάσεων, οι οποίες έχουν αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου και με τις οποίες κρίθηκε ότι η προθεσμία παραγραφής του αξιοποίνου είχε παρέλθει πριν από την έκδοση της απόφασης Lin [I], βάσει του εθνικού προτύπου προστασίας του επιεικέστερου ποινικού νόμου·
δεν αντιτίθενται στην εφαρμογή του εθνικού προτύπου προστασίας του επιεικέστερου ποινικού νόμου σε αδικήματα που τελέστηκαν πριν από την έκδοση της απόφασης Lin [I], στο μέτρο που η εν λόγω απόφαση δεν συνιστά σαφή και προβλέψιμη νομική βάση για την εκ νέου ενεργοποίηση του αξιοποίνου για αδικήματα των οποίων η παραγραφή διαπιστώθηκε από τα ρουμανικά δικαστήρια, έστω και χωρίς αμετάκλητο χαρακτήρα».
128. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο εμμείνει στην απόφαση Lin [I] στο σύνολό της, η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα του Înalta Curte de Casație și Justiție – Secția penală (ποινικού τμήματος του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου) θα μπορούσε να είναι η ακόλουθη:
«Τα δικαστήρια κράτους μέλους δεν μπορούν να εκδίδουν αποφάσεις οι οποίες δεν συνάδουν με την απόφαση Lin [I].
Κατά συνέπεια, τα εν λόγω δικαστήρια:
υποχρεούνται να αφήνουν ανεφάρμοστο πρότυπο προστασίας σχετικά με την αρχή της αναδρομικής εφαρμογής του επιεικέστερου ποινικού νόμου, χωρίς η υποχρέωση αυτή να διαφοροποιείται συνεπεία εθνικού κανόνα που απαγορεύει την εφαρμογή lex tertia·
δεν μπορούν να αγνοούν το γεγονός ότι με την απόφαση Lin I διαπιστώθηκε η ύπαρξη συστημικού κινδύνου ατιμωρησίας για τις σοβαρές απάτες σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, κατ’ εφαρμογήν του εθνικού προτύπου προστασίας της αρχής του επιεικέστερου ποινικού νόμου και, ως εκ τούτου, δεν είναι αναγκαίο τα εν λόγω δικαστήρια να προβαίνουν, σε κάθε περίπτωση, σε εκτίμηση της ύπαρξης του προαναφερθέντος κινδύνου».
1 Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.
i H ονομασία που έχει δοθεί στην παρούσα υπόθεση είναι πλασματική. Δεν αντιστοιχεί στο όνομα κανενός διαδίκου.
2 Απόφαση της 24ης Ιουλίου 2023, Lin (C‑107/23 PPU, στο εξής: απόφαση Lin I, EU:C:2023:606).
3 Σύμβαση η οποία καταρτίστηκε βάσ[ει] του άρθρου Κ.3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, υπογραφείσα στις Βρυξέλλες στις 26 Ιουλίου 1995 και περιεχόμενη στο παράρτημα της πράξης του Συμβουλίου της 26ης Ιουλίου 1995 (ΕΕ 1995, C 316, σ. 49, στο εξής: Σύμβαση ΠΟΣ).
4 Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2017, σχετικά με την καταπολέμηση, μέσω του ποινικού δικαίου, της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης (ΕΕ 2017, L 198, σ. 29, στο εξής: οδηγία ΠΟΣ).
5 Codul Penal din 21 iulie 1968, republicat (Ποινικός Κώδικας της 21ης Ιουλίου 1968, ο οποίος αναδημοσιεύθηκε) (Monitorul Oficial al României, μέρος I, αριθ. 65 της 16ης Απριλίου 1997). Ο εν λόγω Ποινικός Κώδικας αναδιατυπώθηκε με τον Legea nr. 140/1996, pentru modificarea și completarea Codului penal (νόμο 140/1996 περί τροποποιήσεως του Ποινικού Κώδικα) (Monitorul Oficial al României, μέρος I, αριθ. 289 της 14ης Νοεμβρίου 1996) και ίσχυσε έως την 1η Φεβρουαρίου 2014 (στο εξής: Ποινικός Κώδικας του 1968).
6 Legea nr. 286/2009 privind Codul penal (νόμος 286/2009 περί του Ποινικού Κώδικα), της 17ης Ιουλίου 2009 (Monitorul Oficial al României, μέρος I, αριθ. 510 της 24ης Ιουλίου 2009) (στο εξής: Ποινικός Κώδικας του 2009). Τέθηκε σε ισχύ την 1η Φεβρουαρίου 2014.
7 Ordonanța de urgență a Guvernului nr. 71 pentru modificarea articolului 155 alineatul (1) din Legea nr. 286/2009 privind Codul penal (πράξη νομοθετικού περιεχομένου 71 για την τροποποίηση του άρθρου 155, παράγραφος 1, του νόμου 286/2009 περί του Ποινικού Κώδικα), της 30ής Μαΐου 2022 (Monitorul Oficial al României, μέρος I, αριθ. 531 της 30ής Μαΐου 2022, στο εξής: πράξη νομοθετικού περιεχομένου 71/2022).
8 Legea nr. 135/2010 privind Codul de procedură penală (νόμος 135/2010 περί του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας) (Monitorul Oficial al României, μέρος I, αριθ. 486 της 15ης Ιουλίου 2010).
9 Legea nr. 241/2005 (νόμος 241/2005) (Monitorul Oficial al României, μέρος I, αριθ. 672 της 27ης Ιουλίου 2005), ο οποίος τροποποιήθηκε με τον Legea nr. 50/2013 (νόμο 50/2013) (Monitorul Oficial al României, μέρος I, αριθ. 146 της 19ης Μαρτίου 2013) –όπως ίσχυε στις 23 Ιανουαρίου 2014.
10 Στα σημεία που ακολουθούν μεταγράφω την έκθεση των αποφάσεων στην οποία προέβην με τις προτάσεις μου στην υπόθεση Lin I (EU:C:2023:532). Στο εξής, θα χρησιμοποιήσω ως γραπτή σύμβαση τους όρους «Înalta Curte de Casație și Justiție (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο)» και «Curtea Constituțională (Συνταγματικό Δικαστήριο)».
11 Αντιθέτως, το Curtea Constituțională (Συνταγματικό Δικαστήριο) έκρινε ότι η προηγούμενη νομοθετική επιλογή στον παλαιό ποινικό κώδικα (άρθρο 123, πρώτο εδάφιο, του Ποινικού Κώδικα του 1968) πληρούσε τις απαιτήσεις της προβλεψιμότητας που έθετε το Σύνταγμα, καθόσον προέβλεπε τη διακοπή της προθεσμίας παραγραφής της ποινικής ευθύνης μόνο με τη διενέργεια πράξης που, κατά τον νόμο, έπρεπε να κοινοποιηθεί στον κατηγορούμενο.
12 Η εν λόγω νομοθετική πράξη εκδόθηκε λίγες ημέρες μετά τη δημοσίευση της απόφασης αριθ. 358/2022 του Curtea Constituțională (Συνταγματικού Δικαστηρίου). Η πράξη νομοθετικού περιεχομένου 71/2022 τροποποίησε το άρθρο 155 του Ποινικού Κώδικα του 2009. Το άρθρο 155, παράγραφος 1, του Ποινικού Κώδικα τροποποιήθηκε ως εξής: «[η] προθεσμία παραγραφής του αξιοποίνου διακόπτεται με τη διενέργεια στην υπόθεση οποιασδήποτε διαδικαστικής πράξης η οποία πρέπει, κατά νόμον, να κοινοποιείται στον ύποπτο ή τον κατηγορούμενο».
13 Πρόκειται, αντίστοιχα, για τον σχηματισμό για την ερμηνεία νομικών ζητημάτων και για τον σχηματισμό για την έκδοση απόφασης επί αιτήσεων αναιρέσεως υπέρ του νόμου.
14 Η απόφαση περί παραπομπής (σκέψη 8) χαρακτηρίζει την απόφαση αυτή ως «τελειωτική», καίτοι διαλαμβάνει ότι η αίτηση αναιρέσεως κατά της απόφασης αυτής κρίθηκε παραδεκτή (σκέψη 6). Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση διευκρινίστηκε ότι το επίθετο «τελειωτική» δεν αποκλείει την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
15 Η Parchetul de pe lângă (εισαγγελία) ζήτησε να ληφθεί υπόψη ο δεσμευτικός χαρακτήρας της ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης που δόθηκε με την απόφαση Lin I και, ως εκ τούτου, να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως.
16 Κατά την άποψή της, υπήρξαν διαδικαστικές πράξεις που διέκοψαν την προθεσμία παραγραφής, τόσο πριν από την ημερομηνία δημοσίευσης της απόφασης αριθ. 297/2018 του Curtea Constituțională (Συνταγματικού Δικαστηρίου) όσο και μετά την ημερομηνία δημοσίευσης της απόφασης αριθ. 358/2022 του Curtea Constituțională (Συνταγματικού Δικαστηρίου).
17 Αποφάσεις Lin I (σκέψη 83) και απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2021, Euro Box Promotion κ.λπ. (C‑357/19, C‑379/19, C‑547/19, C‑811/19 και C‑840/19, στο εξής: απόφαση Euro Box Promotion, EU:C:2021:1034, σκέψη 181).
18 Αποφάσεις Lin I (σκέψη 96) και Euro Box Promotion (σκέψη 253).
19 Πρβλ. επεξηγηματική έκθεση της σύμβασης σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ 1997, C 191, σ. 1), παράγραφος [IV], άρθρο 2: «Πέραν των περιπτώσεων απάτης για ένα ελάχιστο ποσό το οποίο θα καθορίσει το κάθε κράτος μέλος, χωρίς όμως να μπορεί να είναι μεγαλύτερο των 50 000 [ευρώ], η σύμβαση αφήνει τα κράτη μέλη να καθορίσουν, ανάλογα με την νομική τους παράδοση, τις συγκεκριμένες εκείνες πραγματικές περιστάσεις που επιτρέπουν να θεωρούνται ορισμένες δόλιες συμπεριφορές ότι στοιχειοθετούν βαρεία απάτη. [...] Εντούτοις, κάθε κράτος μέλος παραμένει ελεύθερο να προβλέπει, σε άλλες περιπτώσεις απάτης, στερητικές της ελευθερίας ποινές».
20 Απόφαση Lin I (σκέψη 80) και απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2017, M. A. S. και M. B. (C‑42/17, στο εξής: απόφαση M. A. S. και M. B., EU:C:2017:936, σκέψη 43).
21 Αποφάσεις Lin I (σκέψη 97), Euro Box Promotion (σκέψη 213), M. A. S. και M. B. (σκέψη 39) και απόφαση της 5ης Ιουνίου 2018, Kolev κ.λπ. (C‑612/15, EU:C:2018:392, σκέψη 76).
22 Απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2015, Taricco κ.λπ. (C‑105/14, στο εξής: απόφαση Taricco, EU:C:2015:555, σκέψη 58). Όσον αφορά τα αδικήματα διαφθοράς, ούτε η απόφαση Euro Box Promotion, σκέψεις 194, 203, 212 και 213, ούτε η διάταξη της 9ης Ιανουαρίου 2024, Unitatea Administrativ Teritorială Judeţul Braşov (C‑131/23, EU:C:2024:42, σκέψεις 75 και 85), χρησιμοποιούν τον χαρακτηρισμό «σοβαρά».
23 Απόφαση περί παραπομπής (σκέψη 57).
24 Στον κατηγορούμενο προσάπτεται συνέργεια σε φοροδιαφυγή κατ’ εξακολούθηση, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο c, του νόμου 241/2005.
25 Δεδομένου ότι οι αξιόποινες πράξεις έλαβαν χώρα μεταξύ του 2012 και του 2014, έχει εφαρμογή η Σύμβαση ΠΟΣ, διότι η οδηγία ΠΟΣ εφαρμόζεται από τις 6 Ιουλίου 2019.
26 «[Κ]άθε εκ προθέσεως πράξη ή παράλειψη, σχετικά με τη χρήση ή την υποβολή πλαστών, ανακριβών ή ελλιπών δηλώσεων ή εγγράφων, με αποτέλεσμα την παράνομη μείωση των πόρων του γενικού προϋπολογισμού [της Ένωσης] ή των προϋπολογισμών των οποίων η διαχείριση ασκείται από [την Ένωση] ή για λογαριασμό [της]».
27 Απόφαση Taricco (σκέψη 41) και απόφαση της 2ας Μαΐου 2018, Scialdone (C‑574/15, EU:C:2018:295, σκέψεις 37 έως 39).
28 Η λύση αυτή υιοθετείται ρητά στην αιτιολογική σκέψη 4 της οδηγίας ΠΟΣ.
29 Parchetul de pe lângà Tribunalul Braçov (C‑75/23, EU:C:2024:44) και Unitatea Administrativ Teritorială Judeţul Braşov (C‑131/23, EU:C:2024:42).
30 Με την απόφαση αριθ. 16/2024 το Înalta Curte de Casație și Justiție (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο) έκρινε επίσης ότι «οι διαδικαστικές πράξεις για τις οποίες υφίσταται εκ του νόμου υποχρέωση κοινοποίησης στον ύποπτο ή στον κατηγορούμενο μετά τις 30 Μαΐου 2022 διακόπτουν την προθεσμία παραγραφής του αξιοποίνου μόνον όσον αφορά τις πράξεις που τελέστηκαν από τις 30 Μαΐου 2022 και εξής ή, όσον αφορά τις πράξεις που τελέστηκαν νωρίτερα, [...] εάν ο επιεικέστερος ποινικός νόμος, ο οποίος προσδιορίστηκε συνολικά [στην απόφαση αριθ. 265/2014 του Curtea Constituțională (Συνταγματικού Δικαστηρίου)], είναι ο Ποινικός Κώδικας ή η ειδική νομοθεσία η οποία περιέχει ποινικές διατάξεις, όπως ισχύει από τις 30 Μαΐου 2022».
31 Προτάσεις Lin I (C‑107/23 PPU, EU:C:2023:532).
32 Μεταξύ των συγγραφέων που επικρίνουν την απόφαση Lin I, βλ. Alonso García, R., «Límites y contra-límites en la aplicación nacional de la CDFUE, y “preeminencia” del derecho de la UE (STJUE 24 julio 2023, C‑107/23 PPU, asunto Lin)», Revista Española de Derecho Europeo, 2024, αριθ. 1, σ. 149 έως 167· Caiola, A., «La continuité d’une évolution jurisprudentielle. À la recherche de l’équilibre entre la protection des intérêts financiers de l’Union européenne et le respect du principe de légalité des délits et des peines», Revue des affaires européennes, 2023, αριθ. 3, σ. 783· Dimitrakopulos, I., «Statutes of limitations and scope of Article 49 (1) of the EU Charter of Fundamental Rights: weaknesses of the ECJ’s approach in Taricco and Lin», European Law Review, 2025, αριθ. 4, σ. 221 έως 228· και Bonelli, M., «Growing pains: Direct effect, primacy and fundamental rights after Lin», Common Market Law Review, 2024, αριθ. 4, σ. 1045 έως 1076.
33 Ο Bonelli, M., σε «Growing pains: Direct effect, primacy and fundamental rights after Lin», Common Market Law Review, 2024, αριθ. 4, σ. 1075, αναφέρει τα εξής: «Whereas the Opinion of the Advocate General suggested opting for a high level of protection of fundamental rights that could ultimately act as a limit to the duty to set aside national case law, the Court opted for a much more primacy-oriented and effectiveness-oriented judgment, with limited consideration for the fundamental rights concerns expressed by the Advocate General. What is regrettable is not necessarily the outcome of the Court’s ruling, especially when one considers that ultimately the Court did accept certain limitations to primacy and effectiveness insofar as it saw the [Romanian Constitutional Court] judgments as expressions of a legitimate higher standard of protection. But rather the problem lies with the limited engagement with the question of how to define the EU standard of fundamental rights protection, and most notably with the lack of explanation of why the Romanian lex mitior standard as expressed in the Cassation Court decision could not be upheld».
34 Αποφάσεις της 9ης Απριλίου 2024, Profi Credit Polska (Επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με τελεσίδικη απόφαση) (C‑582/21, στο εξής: απόφαση Profi Credit Polska, EU:C:2024:282, σκέψεις 35 και 36), της 6ης Οκτωβρίου 2015, Târșia (C‑69/14, EU:C:2015:662, σκέψη 38), και της 10ης Ιουλίου 2014, Impresa Pizzarotti (C‑213/13, EU:C:2014:2067, σκέψη 60).
35 Απόφαση Profi Credit Polska (σκέψη 37) και απόφαση της 17ης Μαΐου 2022, Ibercaja Banco (C‑600/19, EU:C:2022:394, σκέψη 41).
36 Απόφαση Profi Credit Polska (σκέψη 38), αποφάσεις της 17ης Μαΐου 2022, Ibercaja Banco (C‑600/19, EU:C:2022:394, σκέψη 42), της 2ας Απριλίου 2020, CRPNPAC και Vueling Airlines (C‑370/17 και C‑371/18, EU:C:2020:260, σκέψη 89), της 11ης Σεπτεμβρίου 2019, Călin (C‑676/17, EU:C:2019:700, σκέψη 27), και της 6ης Οκτωβρίου 2015, Târșia (C‑69/14, EU:C:2015:662, σκέψη 29).
37 Απόφαση Profi Credit Polska (σκέψεις 39 και 40), αποφάσεις της 24ης Οκτωβρίου 2018, XC κ.λπ. (C‑234/17, EU:C:2018:853, σκέψη 21), και της 10ης Ιουλίου 2014, Impresa Pizzarotti (C‑213/13, EU:C:2014:2067, σκέψη 54).
38 Αποφάσεις της 2ας Απριλίου 2020, CRPNPAC και Vueling Airlines (C‑370/17 και C‑371/18, EU:C:2020:260, σκέψεις 96 και 97), και της 3ης Σεπτεμβρίου 2009, Fallimento Olimpiclub (C‑2/08, EU:C:2009:506, σκέψεις 29 έως 31).
39 Απόφαση της 1ης Αυγούστου 2025, Baji Trans (C‑544/23, EU:C:2025:614, σκέψεις 100 έως 107).
40 Απόφαση της 1ης Αυγούστου 2025, Baji Trans (C‑544/23, EU:C:2025:614, σκέψη 102).
41 ΕΔΔΑ, συμβουλευτική γνώμη P16-2021-001, της 26ης Απριλίου 2022, σχετικά με την εφαρμογή της παραγραφής στις έρευνες, τις καταδίκες και τις κυρώσεις για αδικήματα που συνιστούν βασανιστήρια (σημείο 77) (στο εξής: ΕΔΔΑ, συμβουλευτική γνώμη σχετικά με την παραγραφή των βασανιστηρίων)· αποφάσεις του ΕΔΔΑ της 18ης Ιουνίου 2020, Antia και Khupenia κατά Γεωργίας (CE:ECHR:2020:0618JUD000752310, § 38 έως 43), και της 22ας Σεπτεμβρίου 2015, Borcea κατά Ρουμανίας (CE:ECHR:2015:0922DEC005595914, § 65).
42 ΕΔΔΑ, συμβουλευτική γνώμη σχετικά με την παραγραφή των βασανιστηρίων (σημείο 66)· και απόφαση του ΕΔΔΑ της 12ης Μαρτίου 2019, Taşdemir κατά Τουρκίας (απόφαση), αριθ. 52538/09 (CE:ECHR:2019:0312DEC005253809, § 14).
43 Στην περίπτωση της Αρμενίας, στον οικείο Ποινικό Κώδικα δεν προβλεπόταν το απαράγραπτο των βασανιστηρίων, αλλά τούτο απέρρεε από την εφαρμογή στο αρμενικό δίκαιο της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά των βασανιστηρίων και άλλων τρόπων σκληρής, απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης ή τιμωρίας, καθώς και από τις παρατηρήσεις και συστάσεις της Επιτροπής κατά των βασανιστηρίων. Με την προαναφερθείσα γνώμη το ΕΔΔΑ έκρινε ότι εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να διαπιστώσει κατά πόσον υφίσταται, ως εκ τούτου, αρκούντως σαφής και προβλέψιμη νομική βάση προκειμένου τα βασανιστήρια να θεωρηθούν απαράγραπτο αδίκημα.
44 ΕΔΔΑ, συμβουλευτική γνώμη σχετικά με την παραγραφή των βασανιστηρίων (σημείο 78). Η τυποποίηση στον Ποινικό Κώδικα ενός αδικήματος ως απαράγραπτου δεν συνεπάγεται άμβλυνση του γενικού κανόνα ότι για ένα αδίκημα το οποίο έχει παραγραφεί δεν μπορεί να ασκηθεί δίωξη εκ νέου, διότι τούτο συνεπάγεται παραβίαση της αρχής «ουδέν έγκλημα, ουδεμία ποινή χωρίς νόμο». Το απαράγραπτο ισχύει για ιδιαιτέρως σοβαρά αδικήματα, όπως τα βασανιστήρια, η καταστολή των οποίων επιβάλλεται από διεθνείς κανόνες αναγκαστικού δικαίου. Στις περιπτώσεις αυτές, δεν υφίσταται παραγραφή του αξιοποίνου και μεταγενέστερη εκ νέου ενεργοποίηση της δίωξης: το αξιόποινο για τα εν λόγω αδικήματα απλώς θα υφίσταται πάντοτε, χωρίς να εξαρτάται από την πάροδο του χρόνου.
45 Το ΕΔΔΑ δέχεται ότι η απαίτηση προβλεψιμότητας της νομικής βάσης για την εκ νέου ενεργοποίηση ποινικής δίωξης όσον αφορά αδικήματα που έχουν παραγραφεί, η οποία απορρέει από το άρθρο 7 της ΕΣΔΑ, πληρούται στις περιπτώσεις προβλέψιμης νομολογιακής ερμηνείας ποινικών κανόνων, πράγμα το οποίο θεωρώ λογικό. Βλ. αποφάσεις του ΕΔΔΑ της 21ης Οκτωβρίου 2013, Del Rio Prada κατά Ισπανίας (CE:ECHR:2013:1021JUD004275009, § 93, 112, 115 και 117), και της 15ης Απριλίου 2025, Badescu κ.λπ. κατά Ρουμανίας (CE:ECHR:2025:0415JUD002219818, § 125). Ωστόσο, κατά το ΕΔΔΑ, συνιστούν παράβαση του άρθρου 7 της ΕΣΔΑ οι περιπτώσεις νομολογιακής ερμηνείας μη δυνάμενης να προβλεφθεί, οι οποίες επιτείνουν την ποινική καταστολή· βλ. απόφαση του ΕΔΔΑ της 3ης Δεκεμβρίου 2019, Parmark και Bakir κατά Τουρκίας (CE:ECHR:2019:1203JUD002242907, § 73 έως 77), με την οποία το ΕΔΔΑ δεν δέχθηκε την ερμηνεία των τουρκικών δικαστηρίων η οποία περιελάμβανε στο αδίκημα της τρομοκρατίας τον ηθικό εξαναγκασμό.
46 Bonelli, M., «Growing pains: Direct effect, primacy and fundamental rights after Lin», Common Market Law Review, 2024, αριθ. 4, σ. 1046: «in general, the approach of the Court until Lin had proved difficult to predict and understand».
47 Η απάτη σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης δεν δύναται να συγκριθεί με το αδίκημα των βασανιστηρίων, ο απαράγραπτος χαρακτήρας του οποίου απορρέει από τον χαρακτηρισμό του ως κανόνα αναγκαστικού διεθνούς δικαίου, ο οποίος αναγνωρίζεται από διεθνείς συνθήκες.
48 Ορισμένοι δικαστικοί σχηματισμοί του Secția penală (ποινικού τμήματος) φαίνεται να διαφωνούν με τη νομολογία των διευρυμένων σχηματισμών του Înalta Curte de Casație și Justiție (Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου), οι οποίοι είναι αρμόδιοι να αποφαίνονται επί των αιτήσεων ερμηνείας νομικών ζητημάτων και επί αιτήσεων αναιρέσεως υπέρ του νόμου. Οι ίδιες αμφιβολίες ανακύπτουν επίσης στην υπόθεση Lin III (C‑496/25), η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου.
49 Αποφάσεις M. A. S. και M. B. (σκέψη 60) και Taricco (σκέψη 53).
50 Απόφαση Lin I (σκέψη 122).
51 Ούτε απορρέει κατ’ ανάγκην από την ΕΣΔΑ. Η νομολογία του ΕΔΔΑ έχει προσδώσει στις εν λόγω διατάξεις κυρίως δικονομικό χαρακτήρα, καθόσον δεν καθορίζουν τα αδικήματα και τις ποινές που απειλούνται γι’ αυτά, αλλά θέτουν απλώς ένα προαπαιτούμενο για τη διερεύνηση της υπόθεσης (αποφάσεις του ΕΔΔΑ της 22ας Ιουνίου 2000, Coëme κ.λπ. κατά Βελγίου, CE:ECHR:2000:0622JUD003249296, § 149, της 12ης Φεβρουαρίου 2013, Previti κατά Ιταλίας, CE:ECHR:2013:0212DEC000184508, § 80, και της 22ας Σεπτεμβρίου 2015, Borcea κατά Ρουμανίας, CE:ECHR:2015:0922DEC005595914, § 64). Ωστόσο, το ΕΔΔΑ έχει κρίνει ότι το άρθρο 7 της ΕΣΔΑ παραβιάζεται οσάκις κατηγορούμενος καταδικάζεται για αδίκημα για το οποίο έχει παρέλθει η προθεσμία παραγραφής, πράγμα που συνεπάγεται ότι στην παραγραφή πρέπει να αναγνωριστεί ουσιαστικός και όχι αμιγώς δικονομικός χαρακτήρας [ΕΔΔΑ, συμβουλευτική γνώμη σχετικά με την παραγραφή των βασανιστηρίων (σημεία 72 έως 77), και απόφαση του ΕΔΔΑ της 18ης Ιουνίου 2020, Antia και Khupenia κατά Γεωργίας, CE:ECHR:2020:0618JUD000752310, § 38 έως 43].
52 Εν συνεχεία, το άρθρο 12 της οδηγίας ΠΟΣ επέφερε μερική εναρμόνιση των κανόνων παραγραφής που ισχύουν για τέτοιου είδους αδικήματα, αλλά δεν διευκρίνισε επίσης εάν οι κανόνες παραγραφής του αξιοποίνου έχουν ουσιαστικό ή δικονομικό χαρακτήρα.
53 Απόφαση Taricco (σκέψεις 55 έως 57).
54 Απόφαση M. A. S. και M. B. (σκέψη 45): «[…] H Ιταλική Δημοκρατία ήταν [...] ελεύθερη, κατά τον χρόνο εκείνο, να προβλέψει ότι, στην έννομη τάξη της, το καθεστώς αυτό [(το καθεστώς παραγραφής που είχε εφαρμογή στα ποινικά αδικήματα σχετικά με τον ΦΠΑ)] εμπίπτει, όπως και οι κανόνες περί ορισμού των εγκλημάτων και καθορισμού των ποινών, στο ουσιαστικό ποινικό δίκαιο και, ως εκ τούτου, υπάγεται, όπως και οι τελευταίοι αυτοί κανόνες, στην αρχή “ουδέν έγκλημα, ουδεμία ποινή χωρίς νόμο”».
55 Απόφαση της 22ας Ιουνίου 2022, Volvo και DAF Trucks (C‑267/20, EU:C:2022:494, σκέψη 46).
56 Οδηγία 2014/104/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Νοεμβρίου 2014, σχετικά με ορισμένους κανόνες που διέπουν τις αγωγές αποζημίωσης βάσει του εθνικού δικαίου για παραβάσεις των διατάξεων του δικαίου ανταγωνισμού των κρατών μελών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2014, L 349, σ. 1).
57 Το Δικαστήριο ζήτησε από το αιτούν δικαστήριο ορισμένες διευκρινίσεις επί του ζητήματος αυτού, το οποίο αποτέλεσε αντικείμενο συζήτησης κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
58 Απόφαση αριθ. 265/2014 του Curtea Constituțională (Συνταγματικού Δικαστηρίου) (σκέψεις 31 και 32).
59 Απόφαση Lin I (σκέψη 91).
60 Απόφαση Lin I (σκέψη 94).
61 Απόφαση Lin I (σκέψεις 122 και 123).
62 Απόφαση Lin I (σκέψη 122): «αντιθέτως προς το εθνικό πρότυπο προστασίας σχετικά με την προβλεψιμότητα του ποινικού νόμου, το οποίο, κατά το αιτούν δικαστήριο, εξουδετερώνει μόνο το αποτέλεσμα διακοπής που συνεπάγονται διαδικαστικές πράξεις διενεργηθείσες κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της 25ης Ιουνίου 2018, ημερομηνίας δημοσίευσης της αποφάσεως αριθ. 297/2018, του Curtea Constituțională (Συνταγματικού Δικαστηρίου), και της 30ής Μαΐου 2022, ημερομηνίας έναρξης ισχύος της OUG 71/20[2]2, το εθνικό πρότυπο προστασίας σχετικά με την αρχή της αναδρομικής εφαρμογής του επιεικέστερου ποινικού νόμου (lex mitior) καθιστά δυνατή, τουλάχιστον σε ορισμένες περιπτώσεις, την εξουδετέρωση του αποτελέσματος διακοπής που συνεπάγονται διαδικαστικές πράξεις οι οποίες είχαν διενεργηθεί πριν ακόμη από τις 25 Ιουνίου 2018, αλλά μετά την έναρξη ισχύος του ποινικού κώδικα την 1η Φεβρουαρίου 2014, ήτοι για χρονικό διάστημα άνω των τεσσάρων ετών».
63 Απόφαση M. A. S. και M. B. (σκέψη 59): «[...] εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξακριβώσει κατά πόσον η απαιτούμενη σύμφωνα με τη σκέψη 58 της αποφάσεως Taricco διαπίστωση, σύμφωνα με την οποία οι επίμαχες διατάξεις του ποινικού κώδικα αποκλείουν την επιβολή ποινικών κυρώσεων αποτελεσματικού και αποτρεπτικού χαρακτήρα σε μεγάλο αριθμό περιπτώσεων σοβαρής απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, δημιουργεί κατάσταση αβεβαιότητας στην ιταλική έννομη τάξη, όσον αφορά τον καθορισμό του εφαρμοστέου καθεστώτος παραγραφής, παραβιάζοντας την αρχή της σαφούς νομοθετικής προβλέψεως. Αν πράγματι συμβαίνει αυτό, το εθνικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να αφήσει ανεφάρμοστες τις επίμαχες διατάξεις του ποινικού κώδικα».