Προσωρινό κείμενο
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
LAILA MEDINA
της 21ης Μαΐου 2026 (1)
Υπόθεση C‑230/25
Mihail Mihaylov Stefanov
Ποινική δίκη
παρισταμένης της:
Sofiyska apelativna prokuratura
[αίτηση του Apelativen sad – Sofia (εφετείου Σόφιας, Βουλγαρία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
« Προδικαστική παραπομπή – Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης – Δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις – Αξίες και στόχοι της Ένωσης – Κράτος δικαίου – Αρχές της ανεξαρτησίας και της ισοβιότητας των δικαστών – Δικαστήριο που αποφαίνεται επί ποινικής υποθέσεως και έχει ταυτόχρονα την ιδιότητα του εναγομένου σε αστική δίκη επί αγωγής αποζημιώσεως »
I. Εισαγωγή
1. Οι παρούσες προτάσεις αφορούν αίτηση για έκδοση προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε το Apelativen sad – Sofia (εφετείο Σόφιας, Βουλγαρία). Το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο διευκρινίσεις σχετικά με τους όρους εφαρμογής του δικαιώματος στη δικαστική αρωγή, το οποίο κατοχυρώνεται, μεταξύ άλλων, από την οδηγία (ΕΕ) 2016/1919 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Οκτωβρίου 2016, σχετικά με τη δικαστική αρωγή για υπόπτους και κατηγορουμένους στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών και για καταζητουμένους σε διαδικασίες εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης (ΕΕ 2016, L 297, σ. 1). Ειδικότερα, ζητεί διευκρινίσεις σχετικά με τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ένα κράτος μέλος μπορεί να ζητήσει από το πρόσωπο στο οποίο χορηγήθηκε η δικαστική αρωγή και το οποίο τελικά καταδικάστηκε ποινικώς την απόδοση των δαπανών που κατέβαλε στο πλαίσιο αυτό.
2. Όπως έχει επισημάνει προ πολλού το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (στο εξής: ΕΔΔΑ) (2), το δικαίωμα στη δικαστική αρωγή είναι συχνά απαραίτητο προκειμένου να καταστεί δυνατή η αποτελεσματική πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Στην πράξη, το δικαίωμα αυτό στηρίζεται σε δύο αλληλοσυμπληρούμενους πυλώνες ήτοι, αφενός, στη συνδρομή δικηγόρου και, αφετέρου, στη χρηματοδότηση της συνδρομής αυτής. Μολονότι η δικαστική αρωγή ομοιάζει, εκ πρώτης όψεως, με μια απλή πρακτική ρύθμιση της οργάνωσης της δίκης, στην πραγματικότητα αποτελεί αναντικατάστατο μέσο για την πραγμάτωση του δικαιώματος στη δικαστική προστασία στο πλαίσιο ενός νομικού συστήματος. Πράγματι, το γεγονός ότι εξασφαλίζεται στον πολίτη η συνδρομή δικηγόρου τού επιτρέπει να έχει πρόσβαση στη δικαιοσύνη και διαφυλάσσει με τον τρόπο αυτό τη δίκαιη διεξαγωγή της δίκης. Επομένως, η δικαστική αρωγή εγγυάται την αποτελεσματικότητα του δικαιώματος στη δικαστική προστασία που προβλέπεται στο άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), το οποίο, με τη σειρά του, αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή της θεμελιώδους αξίας του κράτους δικαίου που κατοχυρώνεται στο άρθρο 2 ΣΕΕ.
3. Εν προκειμένω, η ανάλυση του ζητήματος της δικαστικής αρωγής πρέπει να διενεργηθεί στο συγκεκριμένο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών που διεξάγονται ενώπιον διαφόρων βουλγαρικών δικαστηρίων. Το Δικαστήριο καλείται, ιδίως, να προσδιορίσει εάν και σε ποιον βαθμό είναι δυνατόν να ζητηθεί από πρόσωπο που έχει τύχει δικαστικής αρωγής να αποδώσει τις σχετικές δαπάνες. Προκειμένου να απαντηθεί το ερώτημα αυτό, θα πρέπει να ερμηνευθεί ιδίως η οδηγία 2016/1919, με την οποία ο νομοθέτης, αφού εξέτασε επί μακρόν το ζήτημα, καθόρισε τους ελάχιστους κοινούς κανόνες τους οποίους οφείλουν να τηρούν τα κράτη μέλη όσον αφορά το δικαίωμα στη δικαστική αρωγή στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών.
II. Το νομικό πλαίσιο
Α. Το δίκαιο της Ένωσης
4. Οι αιτιολογικές σκέψεις 1, 2, 8, 17 και 30 της οδηγίας 2016/1919 έχουν ως εξής:
«(1) Σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος πρόσβασης σε δικηγόρο όπως προβλέπεται στην οδηγία 2013/48/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου [της 22ας Οκτωβρίου 2013, σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας και διαδικασίας εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, καθώς και σχετικά με το δικαίωμα ενημέρωσης τρίτου προσώπου σε περίπτωση στέρησης της ελευθερίας του και με το δικαίωμα επικοινωνίας με τρίτα πρόσωπα και με προξενικές αρχές κατά τη διάρκεια της στέρησης της ελευθερίας (ΕΕ 2013, L 294, σ. 1)] καθιστώντας δυνατή την παροχή συνδρομής δικηγόρου αμειβόμενου από τα κράτη μέλη στους υπόπτους και στους κατηγορουμένους στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών [...].
(2) Με τη θέσπιση κοινών ελάχιστων κανόνων σχετικά με το δικαίωμα υπόπτων, κατηγορουμένων [...], η παρούσα οδηγία έχει σκοπό να ενισχύσει την εμπιστοσύνη των κρατών μελών στα συστήματα ποινικής δικαιοσύνης των άλλων κρατών μελών και, επομένως, να συμβάλει στη βελτίωση της αμοιβαίας αναγνώρισης των αποφάσεων σε ποινικές υποθέσεις.
[...]
(8) Η δικαστική αρωγή θα πρέπει να καλύπτει το κόστος της υπεράσπισης των υπόπτων, των κατηγορουμένων [...]. Όταν παρέχεται δικαστική αρωγή, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών θα πρέπει να μπορούν να απαιτούν από τους υπόπτους, τους κατηγορουμένους ή τους καταζητουμένους να καταβάλλουν οι ίδιοι μέρος των εν λόγω εξόδων, ανάλογα με τις οικονομικές τους δυνατότητες.
[...]
(17) Σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της ΕΣΔΑ, οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι που δεν διαθέτουν επαρκείς πόρους για να αντεπεξέλθουν οικονομικά στη συνδρομή δικηγόρου οφείλουν να έχουν το δικαίωμα σε δικαστική αρωγή, όταν αυτό επιβάλλει το συμφέρον της απονομής δικαιοσύνης. Ο εν λόγω ελάχιστος κανόνας επιτρέπει στα κράτη μέλη να πραγματοποιούν έλεγχο επάρκειας πόρων, έλεγχο βασιμότητας της αίτησης ή και τα δύο. Η πραγματοποίηση των ελέγχων αυτών δεν θα πρέπει να περιορίζει ή να παρεκκλίνει από τα δικαιώματα και τις δικονομικές εγγυήσεις που κατοχυρώνονται στον Χάρτη και την ΕΣΔΑ, όπως ερμηνεύονται από το Δικαστήριο και το ΕΔΔΑ.
[...]
(30) Η παρούσα οδηγία θεσπίζει ελάχιστους κανόνες. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να διευρύνουν τα δικαιώματα που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία προκειμένου να παράσχουν υψηλότερο επίπεδο προστασίας. [...]. Το επίπεδο προστασίας που παρέχεται από τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει ποτέ να υπολείπεται των προδιαγραφών που προβλέπει ο Χάρτης ή η ΕΣΔΑ, όπως ερμηνεύονται από το Δικαστήριο και το ΕΔΔΑ.»
5. Το άρθρο 2 της οδηγίας αυτής, με τίτλο «Πεδίο εφαρμογής», ορίζει τα ακόλουθα:
«1. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε υπόπτους και κατηγορουμένους στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών οι οποίοι έχουν το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο σύμφωνα με την οδηγία 2013/48/ΕΕ και πρόκειται για πρόσωπα που:
α) στερούνται της ελευθερίας τους·
β) απαιτείται να επικουρούνται από δικηγόρο βάσει του ενωσιακού ή του εθνικού δικαίου [...]
[...]».
6. Το άρθρο 4 της οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Δικαστική αρωγή σε ποινικές διαδικασίες», προβλέπει τα ακόλουθα:
«1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι οι οποίοι δεν διαθέτουν επαρκείς πόρους για να αντεπεξέλθουν οικονομικά στη συνδρομή δικηγόρου έχουν το δικαίωμα σε δικαστική αρωγή, όταν αυτό επιβάλλει το συμφέρον της απονομής δικαιοσύνης.
2. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβαίνουν σε έλεγχο επάρκειας πόρων, έλεγχο βασιμότητας της αίτησης ή και τα δύο, προκειμένου να διαπιστώνεται κατά πόσο πρέπει να χορηγηθεί δικαστική αρωγή, σύμφωνα με την παράγραφο 1.
3. Όταν κράτος μέλος προβαίνει σε έλεγχο επάρκειας πόρων, λαμβάνει υπόψη όλους τους σχετικούς και αντικειμενικούς παράγοντες, όπως είναι το εισόδημα, η περιουσία και η οικογενειακή κατάσταση του ενδιαφερόμενου προσώπου, καθώς και το κόστος της συνδρομής δικηγόρου και το βιοτικό επίπεδο στο εν λόγω κράτος μέλος, προκειμένου να διαπιστώσει, βάσει των εφαρμόσιμων κριτηρίων στο εν λόγω κράτος μέλος, κατά πόσο ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος δεν διαθέτει επαρκείς πόρους για να αντεπεξέλθει οικονομικά στη συνδρομή δικηγόρου.
4. Όταν κράτος μέλος προβαίνει σε έλεγχο βασιμότητας της αίτησης, λαμβάνει υπόψη τη σοβαρότητα του ποινικού αδικήματος, την περιπλοκότητα της υπόθεσης και τη βαρύτητα της επίμαχης στη συγκεκριμένη υπόθεση ποινής, προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο το συμφέρον της απονομής δικαιοσύνης επιβάλλει την παροχή δικαστικής αρωγής. Σε κάθε περίπτωση, κρίνεται ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του βασίμου της αίτησης στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) όταν προσάγεται ενώπιον αρμόδιου δικαστηρίου ή δικαστή ύποπτος ή κατηγορούμενος προκειμένου να ληφθεί απόφαση σχετικά με την κράτησή του σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας εντός του πεδίου εφαρμογής της παρούσας οδηγίας· και
β) κατά τη διάρκεια της κράτησης.
[...]»
7. Το άρθρο 9 της ίδιας οδηγίας, με τίτλο «Ευάλωτα άτομα», προβλέπει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαίτερες ανάγκες των ευάλωτων υπόπτων, κατηγορουμένων και καταζητουμένων.»
8. Το άρθρο 11 της οδηγίας 2016/1919 ορίζει τα εξής:
«Καμία διάταξη της παρούσας οδηγίας δεν επιτρέπεται να εκληφθεί υπό την έννοια ότι περιορίζει ή αποκλίνει από τα δικαιώματα και τις δικονομικές εγγυήσεις που διασφαλίζονται από τον Χάρτη, την ΕΣΔΑ ή άλλες σχετικές διατάξεις διεθνούς δικαίου ή το δίκαιο οποιουδήποτε κράτους μέλους που παρέχουν υψηλότερο βαθμό προστασίας.»
Β. Το βουλγαρικό δίκαιο
9. Το άρθρο 94 του Nakazatelno-protsesualen kodeks (κώδικα ποινικής δικονομίας, στο εξής: NPK) ορίζει τα εξής:
«(1) Η συμμετοχή δικηγόρου σε ποινική διαδικασία είναι υποχρεωτική, όταν:
[...]
6. [...] ο κατηγορούμενος βρίσκεται υπό κράτηση·
[...]
8. η υπόθεση εκδικάζεται ερήμην του κατηγορουμένου·
9. Ο κατηγορούμενος δεν είναι σε θέση να αντεπεξέλθει οικονομικά στη συνδρομή δικηγόρου ενώ την επιθυμεί και αυτό επιβάλλεται από το συμφέρον της δικαιοσύνης.
[...]
(3) Όταν η συμμετοχή δικηγόρου είναι υποχρεωτική, η αρμόδια αρχή διορίζει συνήγορο υπεράσπισης [...]»
10. Η διάταξη του άρθρου 189, παράγραφος 3, του NPK έχει ως εξής:
«Σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος κριθεί ένοχος, το δικαστήριο τον καταδικάζει στα δικαστικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των αμοιβών του δικηγόρου και των λοιπών εξόδων του δικηγόρου που διορίστηκε αυτεπαγγέλτως, καθώς και των δαπανών που κατέβαλαν ο ιδιώτης κατήγορος και ο πολιτικώς ενάγων, εάν έχουν υποβάλει σχετικά αιτήματα. Όταν πρόκειται για περισσοτέρους του ενός καταδικασθέντες, το δικαστήριο καθορίζει το ποσοστό των δαπανών που βαρύνει τον καθένα εξ αυτών.»
11. Το άρθρο 23 του Zakon za pravnata pomosht (νόμου περί δικαστικής αρωγής) ορίζει τα εξής:
«(1) Το σύστημα δικαστικής αρωγής [...] περιλαμβάνει τις περιπτώσεις στις οποίες ο νόμος επιβάλλει την υπεράσπιση από δικηγόρο, αναπληρωτή δικηγόρο ή εκπρόσωπο.
(2) Το σύστημα δικαστικής αρωγής καλύπτει επίσης τις περιπτώσεις στις οποίες ο κατηγορούμενος, ο ύποπτος ή ο διάδικος σε ποινική, αστική ή διοικητική δίκη δεν διαθέτει επαρκείς πόρους για να αντεπεξέλθει οικονομικά στη συνδρομή δικηγόρου, ενώ την επιθυμεί και αυτό επιβάλλει το συμφέρον της απονομής δικαιοσύνης. Στις περιπτώσεις αυτές, ο ενδιαφερόμενος δεν υποχρεούται να αποδώσει τη δαπάνη για τη χορηγηθείσα δικαστική αρωγή.»
12. Το άρθρο 25, παράγραφος 1, του νόμου αυτού έχει ως εξής:
«[...] με την απόφαση για τη χορήγηση δικαστικής αρωγής, η οποία λαμβάνεται [...] κατόπιν αιτήματος του ενδιαφερόμενου ή δυνάμει του νόμου, εξηγείται σε αυτόν εγγράφως, μέσω δήλωσης σύμφωνα με το υπόδειγμα που έχει καταρτίσει το γραφείο δικαστικής αρωγής, ότι, σε περίπτωση καταδικαστικής απόφασης, ο δικαιούχος υποχρεούται να αποδώσει τη δαπάνη για τη δικαστική αρωγή, εκτός από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 23, παράγραφος 2. Η άρνηση χορήγησης δικαστικής αρωγής πρέπει να είναι αιτιολογημένη και μπορεί να προσβληθεί με ένδικα μέσα σύμφωνα με τις προς τούτο προβλεπόμενες διαδικασίες.»
III. Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης, η διαδικασία της κύριας δίκης, τα προδικαστικά ερωτήματα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
13. Κατ’ αρχάς, στο πλαίσιο μιας πρώτης δίκης, ο εκκαλών στη διαφορά της κύριας δίκης, Mihail Mihaylov Stefanov, ο οποίος είχε προηγουμένως τεθεί υπό προσωρινή κράτηση στις 3 Ιουνίου 2018 και είχε εκπροσωπηθεί από δικηγόρο που είχε διοριστεί αυτεπαγγέλτως, χωρίς ο εκκαλών να έχει υποβάλει προς τούτο αίτημα, καταδικάστηκε από το Spetsializiran nakazatelen sad (ειδικό ποινικό δικαστήριο, Βουλγαρία) σε ποινή φυλάκισης ενός έτους και δέκα μηνών, με αναστολή τεσσάρων ετών, για τη διάπραξη δύο αξιοποίνων πράξεων που προβλέπονται από τον Nakazatelen kodeks (βουλγαρικό ποινικό κώδικα). Ο εκκαλών στη διαφορά της κύριας δίκης άσκησε έφεση κατά της εν λόγω απόφασης ενώπιον του Apelativen spetsializiran nakazatelen sad (ειδικό ποινικό εφετείο, Βουλγαρία), το οποίο εξαφάνισε την απόφαση λόγω διαδικαστικής πλημμέλειας και παρέπεμψε την υπόθεση στο Spetsializiran nakazatelen sad (ειδικό ποινικό δικαστήριο) προκειμένου να αποφανθεί επί της ουσίας, ενώ η κράτηση του εκκαλούντα στη διαφορά της κύριας δίκης είχε λήξει στις 14 Μαρτίου 2019.
14. Παράλληλα, ο εκκαλών στη διαφορά της κύριας δίκης άσκησε αγωγή για αστική ευθύνη κατά του Spetsializiran nakazatelen sad (ειδικού ποινικού δικαστηρίου) και του Apelativen spetsializiran nakazatelen sad (ειδικού ποινικού εφετείου) ενώπιον του Sofiyski gradski sad (πλημμελειοδικείου Σόφιας, Βουλγαρία), προς αποκατάσταση διαφόρων βλαβών που υπέστη κατά την περίοδο κράτησής του.
15. Εν συνεχεία, στο πλαίσιο δεύτερης δίκης, το Spetsializiran nakazatelen sad (ειδικό ποινικό δικαστήριο) εξέδωσε νέα καταδικαστική απόφαση κατά του εκκαλούντα στη διαφορά της κύριας δίκης, κατά της οποίας ο τελευταίος άσκησε έφεση ενώπιον του Apelativen spetsializiran nakazatelen sad (ειδικού ποινικού εφετείου). Το Apelativen spetsializiran nakazatelen sad (ειδικό ποινικό εφετείο) απέρριψε την έφεση αυτή, εξαφανίζοντας όμως εν μέρει την απόφαση του Spetsializiran nakazatelen sad (ειδικού ποινικού δικαστηρίου). Ο εκκαλών στη διαφορά της κύριας δίκης άσκησε αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Varhoven kasatsionen sad (ανωτάτου ακυρωτικού δικαστηρίου, Βουλγαρία). Το Varhoven kasatsionen sad (ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο) ακύρωσε τόσο την εφετειακή όσο και την πρωτόδικη απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση στο Spetsializiran nakazatelen sad (ειδικό ποινικό δικαστήριο).
16. Τέλος, στο πλαίσιο τρίτης δίκης, εκδόθηκε νέο κατηγορητήριο για την εκτέλεση της απόφασης του Varhoven kasatsionen sad (ανωτάτου ακυρωτικού δικαστηρίου) και η υπόθεση ανατέθηκε στο Spetsializiran nakazatelen sad (ειδικό ποινικό δικαστήριο). Ο εκκαλών στη διαφορά της κύριας δίκης αιτήθηκε την εξαίρεση του δικαστή που ήταν επιφορτισμένος με την υπόθεση καθώς και όλων των δικαστών του Spetsializiran nakazatelen sad (ειδικού ποινικού δικαστηρίου), για λόγους παρόμοιους με εκείνους που είχε επικαλεστεί στο πλαίσιο της προηγούμενης αίτησής του, η οποία είχε υποβληθεί στο πλαίσιο της δεύτερης δίκης. Ωστόσο, δεδομένου ότι ο Βούλγαρος νομοθέτης αποφάσισε να καταργήσει τα ειδικά ποινικά δικαστήρια, μεταξύ των οποίων και το Spetsializiran nakazatelen sad (ειδικό ποινικό δικαστήριο), η υπόθεση παραπέμφθηκε στο Sofiyski gradski sad (πλημμελειοδικείο Σόφιας). Παράλληλα, η υπόθεση που αφορούσε την αγωγή για αστική ευθύνη η οποία είχε ασκηθεί ενώπιον του Sofiyski gradski sad (πλημμελειοδικείου Σόφιας) παραπέμφθηκε στο Okrazhen sad – Sofia (περιφερειακό δικαστήριο Σόφιας, Βουλγαρία). Στο πλαίσιο αυτό, ο εκκαλών στη διαφορά της κύριας δίκης αιτήθηκε την εξαίρεση των δικαστών του Sofiyski gradski sad (πλημμελειοδικείου Σόφιας), επικαλούμενος την έλλειψη αμεροληψίας τους. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε και ο εκκαλών στη διαφορά της κύριας δίκης καταδικάστηκε.
17. Ο εκκαλών στη διαφορά της κύριας δίκης άσκησε έφεση κατά της απόφασης αυτής ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, ζητώντας παράλληλα την εξαίρεση των ποινικών δικαστών που συμμετέχουν στη σύνθεσή του.
18. Κατά πρώτον, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι η εξέταση των διαφόρων υποθέσεων που περιγράφονται στα σημεία 13 έως 17 των παρουσών προτάσεων εγείρει ζητήματα που σχετίζονται με την αξιολόγηση της αμεροληψίας των δικαστών που μετείχαν στη σύνθεση όλων των δικαστηρίων που εμπλέκονται στις υποθέσεις αυτές, συμπεριλαμβανομένου και του ιδίου. Σχετικώς, το αιτούν δικαστήριο, αφενός, εξηγεί ότι ο εκκαλών στη διαφορά της κύριας δίκης αμφισβητεί την αμεροληψία των δικαστών για τον λόγο ότι τα εν λόγω δικαστήρια έχουν την ιδιότητα του εναγομένου στην αγωγή για αστική ευθύνη που άσκησε ο εκκαλών μετά την κράτησή του. Αφετέρου, όσον αφορά την υπόθεση της κύριας δίκης, το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι θα πρέπει να εξεταστεί μόνο το βάσιμο της έφεσης του εκκαλούντα στην υπόθεση της κύριας δίκης κατά της απόφασης με την οποία το Sofiyski gradski sad (πλημμελειοδικείο Σόφιας) έκρινε ότι είναι ένοχος για τη διάπραξη των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες κατηγορήθηκε. Αντιθέτως, τα ζητήματα που αφορούν τη νομιμότητα της προσωρινής του κράτησης καθώς και την εκτίμηση της ύπαρξης ηθικής βλάβης και της ενδεχόμενης αποκατάστασής της, εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του Okrazhen sad – Sofia (περιφερειακού δικαστηρίου Σόφιας) στο πλαίσιο της αγωγής για αστική ευθύνη.
19. Κατά δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο αναφέρει ότι, κατά τη διάρκεια της δεύτερης δίκης, ο εκκαλών στη διαφορά της κύριας δίκης ενημερώθηκε για τις ημερομηνίες διεξαγωγής των επ’ ακροατηρίου συζητήσεων ενώπιον του Sofiyski gradski sad (πλημμελειοδικείου Σόφιας) καθώς και για το γεγονός ότι, εάν δεν παρίστατο σε αυτές χωρίς να συντρέχει αποχρών λόγος, η υπόθεση θα εκδικαζόταν ερήμην του. Ο εκκαλών γνωστοποίησε ότι δεν προτίθετο να παραστεί στις εν λόγω επ’ ακροατηρίου συζητήσεις διότι καταζητείτο προκειμένου να τεθεί υπό προσωρινή κράτηση στο πλαίσιο άλλης ποινικής υπόθεσης. Η δίκη ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου διεξήχθη παρουσία δικηγόρου που διορίστηκε αυτεπαγγέλτως. Ο εκκαλών στη διαφορά της κύριας δίκης παρέστη στην τελευταία επ’ ακροατηρίου συζήτηση προκειμένου να ζητήσει την επανάληψη όλων των εξετάσεων των μαρτύρων και των πραγματογνωμόνων που είχαν ήδη πραγματοποιηθεί, αίτημα το οποίο απέρριψε το Sofiyski gradski sad (πλημμελειοδικείο Σόφιας). Κατόπιν τούτων, ο εκκαλών στη διαφορά της κύριας δίκης αποχώρησε από την αίθουσα του δικαστηρίου. Το Sofiyski gradski sad (πλημμελειοδικείο Σόφιας) εξέδωσε την απόφασή του παρουσία του δικηγόρου που είχε διοριστεί αυτεπαγγέλτως και ερήμην του εκκαλούντα στη διαφορά της κύριας δίκης. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί διευκρινίσεις σχετικά με τον νομικό χαρακτηρισμό μιας τέτοιας συμπεριφοράς, ιδίως ενόψει της αιτιολογικής σκέψης 35 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2016, για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παράστασης του κατηγορουμένου στη δίκη του στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας (ΕΕ 2016, L 65, σ. 1).
20. Κατά τρίτον, το αιτούν δικαστήριο εξηγεί ότι, στο βουλγαρικό ποινικό σύστημα, το άρθρο 94, παράγραφος 1, σημείο 6, του NPK προβλέπει ότι ο ύποπτος ο οποίος βρίσκεται υπό κράτηση πρέπει υποχρεωτικά να εκπροσωπείται από δικηγόρο. Συγχρόνως, το άρθρο 94, παράγραφος 1, σημείο 8, του εν λόγω κώδικα προβλέπει ότι, όταν μια υπόθεση εκδικάζεται ερήμην του κατηγορουμένου, αυτός πρέπει επίσης υποχρεωτικά να εκπροσωπείται από δικηγόρο. Οι δύο αυτές διατάξεις δεν προβλέπουν καμία προηγούμενη εξέταση της οικονομικής δυνατότητας του εν λόγω προσώπου να αντεπεξέλθει οικονομικά στη συνδρομή του δικηγόρου του. Επιπλέον, από το άρθρο 94, παράγραφος 1, σημείο 9, του εν λόγω κώδικα προκύπτει ότι, όταν ένας κατηγορούμενος επιθυμεί να εκπροσωπηθεί από δικηγόρο, δεν διαθέτει τους απαραίτητους πόρους για να αντεπεξέλθει οικονομικά στη συνδρομή δικηγόρου και αυτό επιβάλλει το συμφέρον της απονομής δικαιοσύνης, διορίζεται δικηγόρος αυτεπαγγέλτως. Συνεπώς, στην τελευταία αυτή περίπτωση, η δικαστική αρωγή χορηγείται κατόπιν πρωτοβουλίας του εν λόγω προσώπου και αφού εξεταστεί η αδυναμία του να αντεπεξέλθει οικονομικά στη συνδρομή του δικηγόρου του. Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο εξηγεί ότι, δυνάμει του άρθρου 25, παράγραφος 1, του νόμου περί δικαστικής αρωγής, σε περίπτωση καταδικαστικής αποφάσεως, ο ενδιαφερόμενος υποχρεούται να αποδώσει το σύνολο της δαπάνης για τη δικαστική αρωγή που του χορηγήθηκε, εκτός από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 23, παράγραφος 2, του εν λόγω νόμου, ήτοι όταν η δικαστική αρωγή χορηγήθηκε επειδή ο κατηγορούμενος, ο ύποπτος ή ο διάδικος σε ποινική δίκη δεν διέθετε τους απαραίτητους πόρους για να αντεπεξέλθει οικονομικά στη συνδρομή δικηγόρου ενώ είχε εκφράσει την επιθυμία να εκπροσωπηθεί από δικηγόρο και αυτό επιβάλλει το συμφέρον της απονομής δικαιοσύνης.
21. Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ότι, κατά τη διάρκεια ορισμένων σταδίων των δικαστικών διαδικασιών που περιγράφονται στα σημεία των 13 έως 17 παρουσών προτάσεων, ο εκκαλών στη διαφορά της κύριας δίκης έτυχε δικαστικής αρωγής είτε βάσει του άρθρου 94, παράγραφος 1, σημείο 6, του NPK είτε βάσει του σημείου 8 του ίδιου άρθρου, τα οποία εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, της οδηγίας 2016/1919. Επισημαίνει, ωστόσο, ότι εν συνεχεία διαπιστώθηκε ότι ο εκκαλών στη διαφορά της κύριας δίκης δεν διέθετε επαρκείς πόρους για να διορίσει συνήγορο, καίτοι το γεγονός αυτό δεν είχε ελεγχθεί κατά τον χρόνο που του χορηγήθηκε η δικαστική αρωγή βάσει του άρθρου 94, παράγραφος 1, σημεία 6 και 8, του NPK.
22. Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται εάν, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος έχει λάβει δικαστική αρωγή επειδή βρισκόταν υπό κράτηση, χωρίς να έχει προηγουμένως εξετασθεί εάν μπορεί να αντεπεξέλθει οικονομικά στη συνδρομή δικηγόρου, και διαπιστώθηκε μεταγενέστερα ότι δεν διέθετε επαρκείς προς τούτο πόρους, θα πρέπει το άρθρο 25, παράγραφος 1, του νόμου περί δικαστικής αρωγής να μην τύχει εφαρμογής σε περίπτωση καταδικαστικής αποφάσεως εις βάρος του εν λόγω προσώπου. Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει, κατ’ ουσίαν, ότι οι αμφιβολίες που διατηρεί ως προς το ζήτημα αυτό πηγάζουν, ιδίως, από το γεγονός ότι, στο βουλγαρικό δικαστικό σύστημα, ο κατηγορούμενος που λαμβάνει δικαστική αρωγή επειδή δεν διαθέτει επαρκείς οικονομικούς πόρους δεν υπόκειται, σε περίπτωση καταδικαστικής αποφάσεως, στην υποχρέωση να αποδώσει τη δαπάνη για τη χορηγηθείσα δικαστική αρωγή, η οποία προβλέπεται από τη διάταξη αυτή. Κατά συνέπεια, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται εάν, σε περίπτωση όπως αυτή που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, ο κατηγορούμενος θα πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο με τον κατηγορούμενο στον οποίο χορηγήθηκε δικαστική αρωγή επειδή δεν διέθετε επαρκείς πόρους για να αντεπεξέλθει οικονομικά στη συνδρομή του δικηγόρου του.
23. Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο θέτει επίσης το ζήτημα της συμμόρφωσης του άρθρου 25, παράγραφος 1, του νόμου περί δικαστικής αρωγής με την αιτιολογική σκέψη 8 της οδηγίας 2016/1919, στο μέτρο που η τελευταία προβλέπει, κατ’ ουσίαν, ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να απαιτούν από τους κατηγορουμένους να καταβάλλουν οι ίδιοι μέρος των σχετικών με τη δικαστική αρωγή εξόδων ανάλογα με τις οικονομικές τους δυνατότητες, ενώ το άρθρο 25, παράγραφος 1, του νόμου περί δικαστικής αρωγής δεν αφορά την κάλυψη μέρους, αλλά του συνόλου των εν λόγω εξόδων.
24. Κατά τέταρτον, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, καθ’ όλη τη διάρκεια των τριών δικαστικών διαδικασιών που περιγράφονται στα σημεία 13 έως 17 των παρουσών προτάσεων, ο εκκαλών στη διαφορά της κύριας δίκης εκπροσωπήθηκε διαδοχικά από διάφορους δικηγόρους που διορίστηκαν αυτεπαγγέλτως στο πλαίσιο της δικαστικής αρωγής. Πράγματι, ο εκκαλών στη διαφορά της κύριας δίκης εξέφρασε την επιθυμία να αντικαταστήσει αρκετούς από τους αυτεπαγγέλτως διορισθέντες συνηγόρους του, καίτοι οι τελευταίοι είχαν τηρήσει την υποχρέωσή τους να συμβάλουν στην αποσαφήνιση σημείων τόσο των πραγματικών περιστατικών όσο και της κατά νόμον βασιμότητας που θα ήταν ευνοϊκά για αυτόν, ενώ παράλληλα προσπάθησαν να λάβουν υπόψη την υπερασπιστική γραμμή που προετίθετο να ακολουθήσει ο εκκαλών. Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν προκειμένου να εξασφαλιστεί η συνέχεια της εκπροσώπησης ενός υπόπτου ή ενός κατηγορουμένου καθ’ όλη τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας. Ειδικότερα, διερωτάται εάν, και υπό ποιες συνθήκες, τα κράτη μέλη οφείλουν να διασφαλίζουν το δικαίωμα των υπόπτων ή των κατηγορουμένων να αντικαταστήσουν τον δικηγόρο που τους εκπροσωπεί στο πλαίσιο της δικαστικής αρωγής, όταν αυτό δικαιολογείται από τις περιστάσεις.
25. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Apelativen sad – Sofia (εφετείο Σόφιας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο έξι προδικαστικά ερωτήματα. Ωστόσο, καθ’ υπόδειξιν του Δικαστηρίου, θα εξετάσω μόνο το τέταρτο και το πέμπτο εξ αυτών, τα οποία έχουν ως εξής:
«[...]
4. Έχουν το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 4, σε συνδυασμό με τις αιτιολογικές σκέψεις 8 και 17 της οδηγίας [2016/1919], την έννοια ότι οι συλληφθέντες ύποπτοι και κατηγορούμενοι, ανεξαρτήτως του αν διαθέτουν επαρκείς πόρους για να αντεπεξέλθουν οικονομικά στη συνδρομή δικηγόρου, πρέπει να αντιμετωπίζονται κατά τον ίδιο τρόπο με τους υπόπτους και κατηγορουμένους που δεν διαθέτουν τέτοιους πόρους και στους οποίους χορηγείται δικαστική αρωγή για τον λόγο ότι τούτο επιβάλλεται προς το συμφέρον της απονομής δικαιοσύνης;
5. Εφόσον στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα δοθεί καταφατική απάντηση, συνάδει εθνική ρύθμιση δυνάμει της οποίας, σε περίπτωση χορήγησης δικαστικής αρωγής βάσει νόμου που προβλέπει υποχρεωτικά την υπεράσπιση από δικηγόρο, όπως συμβαίνει επί κράτησης του υπόπτου ή του κατηγορουμένου, ο τελευταίος υποχρεούται να αποδώσει τη δαπάνη για τη χορηγηθείσα δικαστική αρωγή χωρίς να εξεταστεί αν διαθέτει επαρκείς πόρους για να αντεπεξέλθει οικονομικά στη συνδρομή δικηγόρου, με την αιτιολογική σκέψη 8 της [οδηγίας 2016/1919];
[...]»
26. Η αίτηση για έκδοση προδικαστικής αποφάσεως περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 25 Μαρτίου 2025. Ο εκκαλών στη διαφορά της κύριας δίκης, η Τσεχική Κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις εντός της προθεσμίας του άρθρου 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όλοι οι ανωτέρω παρέστησαν στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 25ης Φεβρουαρίου 2026.
IV. Ανάλυση
27. Προτείνω να εξετασθούν από κοινού (3) τα δύο ερωτήματα που πρέπει να αναλυθούν με τις παρούσες προτάσεις, παρότι το δεύτερο υποβάλλεται μόνο υπό την προϋπόθεση ότι θα δοθεί καταφατική απάντηση στο πρώτο. Με τα ερωτήματα αυτά το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, καθώς και το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 4, της οδηγίας 2016/1919, σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη 8 της ίδιας οδηγίας, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση δυνάμει της οποίας ο κατηγορούμενος στον οποίο χορηγείται δικαστική αρωγή επειδή βρισκόταν υπό κράτηση μπορεί να υποχρεωθεί να αποδώσει τη σχετική δαπάνη χωρίς να εξεταστεί προηγουμένως αν διέθετε επαρκείς πόρους, ενώ ο κατηγορούμενος στον οποίο χορηγήθηκε δικαστική αρωγή επειδή ακριβώς δεν διέθετε επαρκείς οικονομικούς πόρους δεν υπόκειται σε τέτοια υποχρέωση.
Α. Εισαγωγικές παρατηρήσεις
28. Προκαταρκτικώς, είναι χρήσιμο να υπομνησθεί το ιστορικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η παρούσα υπόθεση. Η συζήτηση σχετικά με τα ζητήματα που αφορούν τη διασφάλιση των δικονομικών δικαιωμάτων στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι προγενέστερη της σύναψης της Συνθήκης της Λισσαβώνας (4). Υπήρξε η αφετηρία μιας τάσης συνεχούς εμβάθυνσης των εγγυήσεων αυτών, η οποία αποσκοπούσε, μακροπρόθεσμα, στην προώθηση της εναρμόνισης των νομοθεσιών των κρατών μελών, με στόχο την εφαρμογή των θεμελιωδών αρχών της αμοιβαίας αναγνώρισης των ποινικών αποφάσεων και της αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Οι στόχοι αυτοί διατυπώθηκαν ιδίως στο ψήφισμα του Συμβουλίου σχετικά με τον οδικό χάρτη για την ενίσχυση των δικονομικών δικαιωμάτων των υπόπτων ή κατηγορουμένων σε ποινικές διαδικασίες (5). Το εν λόγω ψήφισμα ενσωματώθηκε στις κατευθυντήριες γραμμές που ορίστηκαν στο «πρόγραμμα της Στοκχόλμης» σχετικά με τον «χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης», από το οποίο προέκυπτε ότι «η εμβάθυνση του ευρωπαϊκού χώρου δικαιοσύνης είναι απαραίτητη για την υπέρβαση του σημερινού κατακερματισμού του» (6).
29. Ο σκοπός που περιγράφεται στο προηγούμενο σημείο των παρουσών προτάσεων υλοποιήθηκε σταδιακά με την έκδοση μιας πρώτης δέσμης τριών οδηγιών (7). Η δέσμη αυτή συμπληρώθηκε εν συνεχεία με τρεις νέες οδηγίες του 2016 (8). Οι έξι αυτές οδηγίες που εκδόθηκαν βάσει του άρθρου 82, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ (9) αποσκοπούν, κατ’ ουσίαν, αφενός, στη δημιουργία ενός «κοινοτικού» μοντέλου ποινικής δικαιοσύνης βασιζομένου σε ένα κοινό καθεστώς δικονομικών δικαιωμάτων και, αφετέρου, στη διατήρηση μιας σχετικής αρμονίας, η οποία θα αντανακλούσε την πρόοδο που είχε επιτευχθεί προηγουμένως στον τομέα της δικαστικής και αστυνομικής συνεργασίας σχετικά με τα μέτρα που αποσκοπούν στη διευκόλυνση της ποινικής δίωξης (10).
30. Θα πρέπει να διευκρινιστεί στο σημείο αυτό ότι τα όρια που χαράσσουν οι έξι προαναφερθείσες οδηγίες συνιστούν απλώς ένα πλαίσιο κοινών ελάχιστων προτύπων τα οποία τα κράτη μέλη οφείλουν να τηρούν όσον αφορά τις διαδικαστικές εγγυήσεις. Επιπλέον, οι εγγυήσεις αυτές αντλήθηκαν σε μεγάλο βαθμό από τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ), και ιδίως στο άρθρο 6 αυτής. Σχετικώς, από τις επεξηγήσεις για τον Χάρτη (11) προκύπτει ότι το εν λόγω άρθρο της ΕΣΔΑ αντιστοιχεί στο άρθρο 47, δεύτερη και τρίτη παράγραφος, καθώς και στο άρθρο 48 του Χάρτη. Το Δικαστήριο οφείλει, επομένως, να ερμηνεύει τις τελευταίες αυτές διατάξεις κατά τέτοιον τρόπο ώστε να διασφαλίζεται ένα επίπεδο προστασίας σύμφωνο με εκείνο που κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, όπως η εν λόγω διάταξη ερμηνεύεται από το ΕΔΔΑ (12).
31. Τα ερωτήματα που υποβλήθηκαν από το αιτούν δικαστήριο στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης αφορούν το ζήτημα της δικαστικής αρωγής. Το δικαίωμα αυτό συνδέεται στενά, ως εκ της φύσεώς του, με το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο, το οποίο ορίζεται στο πλαίσιο της οδηγίας 2013/48 και αποτελεί προϋπόθεση για την αποτελεσματικότητά της (13). Ωστόσο, η δικαστική αρωγή αποτελεί ειδικό αντικείμενο της οδηγίας 2016/1919. Ακόμη και πριν από την έκδοση της εν λόγω οδηγίας, είχαν συζητηθεί εκτενώς τόσο η αναγκαιότητα όσο και οι δυσκολίες που συνδέονταν με τον καθορισμό ελάχιστων κανόνων σχετικά με το δικαίωμα στη δικαστική αρωγή. Οι υπηρεσίες της Επιτροπής είχαν επισημάνει, επί παραδείγματι, σε μια περίληψη της εκτίμησης επιπτώσεων που πραγματοποιήθηκε κατά την επεξεργασία της προτάσεως οδηγίας της 27ης Νοεμβρίου 2013, τις δυσχέρειες που συνεπάγεται η ποικιλομορφία των εθνικών συστημάτων δικαστικής αρωγής για την αποτελεσματική προστασία του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη (14). Παράλληλα, τα οικονομικά διακυβεύματα που συνδέονται με την εφαρμογή μιας οδηγίας επί του θέματος επισημάνθηκαν επίσης από την Επιτροπή στην πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2013 σχετικά με την προσωρινή νομική συνδρομή για υπόπτους ή κατηγορουμένους που στερούνται της ελευθερίας τους και τη νομική συνδρομή σε διαδικασίες εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης (15).
32. Από το σύνολο των προηγουμένων σκέψεων προκύπτει ότι το δικαίωμα στη δικαστική αρωγή αποτελεί μία από τις βασικές συνιστώσες του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης το οποίο οφείλουν να εφαρμόζουν τα κράτη μέλη, δεδομένου ότι συνιστά εγγύηση για την αποτελεσματική πρόσβαση στην εν λόγω δικαιοσύνη. Η απάντηση στα ερωτήματα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις ανωτέρω σκέψεις.
Β. Η έκταση του δικαιώματος δικαστικής αρωγής
33. Τα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου προκύπτουν λόγω της κατάστασης του εκκαλούντος στη διαφορά της κύριας δίκης, στον οποίο χορηγήθηκε δικαστική αρωγή στο πλαίσιο της κύριας δίκης επειδή βρισκόταν υπό κράτηση, χωρίς να εξεταστούν προηγουμένως οι οικονομικοί του πόροι. Προκειμένου να δοθεί απάντηση στα ερωτήματα αυτά, πρέπει να εξεταστούν οι διατάξεις της οδηγίας 2016/1919, οι οποίες καθορίζουν τους ελάχιστους κοινούς κανόνες που οφείλουν να τηρούν τα κράτη μέλη όσον αφορά το δικαίωμα στη δικαστική αρωγή.
1. Οι διατάξεις της οδηγίας 2016/1919
34. Σύμφωνα με το άρθρο 2 της οδηγίας 2016/1919, η εν λόγω οδηγία εφαρμόζεται ιδίως στους υπόπτους και κατηγορουμένους στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών οι οποίοι έχουν δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο δυνάμει της οδηγίας 2013/48 όταν οι τελευταίοι είτε στερούνται της ελευθερίας τους είτε απαιτείται να επικουρούνται από δικηγόρο βάσει του εθνικού δικαίου. Από τις εξηγήσεις που παρέθεσε το αιτούν δικαστήριο προκύπτει ότι αυτό ισχύει για τον εκκαλούντα στη διαφορά της κύριας δίκης.
35. Όσον αφορά τη χορήγηση δικαστικής αρωγής, το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2016/1919 προβλέπει σαφή υποχρέωση των κρατών μελών να διασφαλίζουν ότι οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι τυγχάνουν δικαστικής αρωγής όταν πληρούνται δύο σωρευτικές προϋποθέσεις, δηλαδή δεν διαθέτουν επαρκείς πόρους για να αντεπεξέλθουν οικονομικά στη συνδρομή δικηγόρου και αυτό επιβάλλει το συμφέρον της απονομής δικαιοσύνης.
36. Εν συνεχεία, οι όροι εφαρμογής του δικαιώματος στη δικαστική αρωγή διευκρινίζονται στην παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου, η οποία καθορίζει το περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτουν τα κράτη μέλη κατά την εφαρμογή του. Πράγματι, τα κράτη μέλη δύνανται να εξαρτήσουν τη χορήγηση της δικαστικής αρωγής είτε από έλεγχο επάρκειας πόρων, είτε από έλεγχο βασιμότητας της αίτησης, είτε και από τους δύο σωρευτικώς. Κατόπιν, η παράγραφος 3 (έλεγχος επάρκειας πόρων) και η παράγραφος 4 (έλεγχος βασιμότητας της αίτησης) διευκρινίζουν τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να ερμηνεύεται καθένα από τα δύο αυτά κριτήρια. Κατ’ ουσίαν, το κριτήριο της επάρκειας πόρων πληρούται όταν ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος δεν διαθέτει επαρκείς πόρους για να αντεπεξέλθει οικονομικά στη συνδρομή δικηγόρου. Όσον αφορά τον έλεγχο του βασίμου της αίτησης, αποσκοπεί στο να διαπιστωθεί κατά πόσον το συμφέρον της απονομής δικαιοσύνης επιβάλλει την παροχή δικαστικής αρωγής. Σε κάθε περίπτωση, κρίνεται ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του βασίμου της αίτησης όταν το δικαστήριο πρέπει να λάβει απόφαση σχετικά με την κράτηση ή κατά τη διάρκεια της κράτησης.
37. Με βάση τα προεκτεθέντα, παρατηρώ ότι η διατύπωση του άρθρου 4 της οδηγίας 2016/1919 δεν είναι σαφής, καθώς δεν προκύπτει σαφώς εάν οι δύο σωρευτικές προϋποθέσεις που κατοχυρώνονται κατ’ αρχήν στην παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου διαφέρουν από τους δύο ελέγχους που αναφέρονται εν συνεχεία στις παραγράφους 2, 3 και 4 του ίδιου άρθρου. Ωστόσο, θεωρώ ότι η Επιτροπή επισήμανε λυσιτελώς κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι οι έννοιες «επαρκείς πόροι» και «συμφέρον της απονομής δικαιοσύνης», οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 1, συμπίπτουν κατ’ ουσίαν με τους ελέγχους «επάρκειας πόρων» και «βασιμότητας της αίτησης» που αναφέρονται στις παραγράφους 2, 3 και 4 του ίδιου άρθρου.
38. Κατά συνέπεια, κατά τη γνώμη μου, από το γράμμα του άρθρου 4 της οδηγίας 2016/1919 προκύπτει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν, ιδίως, να χορηγούν δικαστική αρωγή σε κάθε ύποπτο ή κατηγορούμενο όταν, αφενός, αυτός δεν διαθέτει επαρκείς πόρους για να αντεπεξέλθει οικονομικά στη συνδρομή δικηγόρου και, αφετέρου, το δικαστήριο πρέπει να λάβει απόφαση σχετικά με την κράτηση ή κατά τη διάρκεια της κράτησής του. Διευκρινίζεται, ωστόσο, ότι τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να πραγματοποιήσουν μόνον έναν από τους δύο αυτούς ελέγχους, υπό την προϋπόθεση ότι τηρείται ο κοινός ελάχιστος κανόνας (ήτοι η χορήγηση της δικαστικής αρωγής εφόσον πληρούνται τα δύο κριτήρια) που μόλις προανέφερα. Με άλλα λόγια, αυτό σημαίνει εν τοις πράγμασι ότι ένα κράτος μέλος μπορεί να αποφασίσει να χορηγήσει δικαστική αρωγή σε οποιοδήποτε πρόσωπο πληροί ένα από τα δύο σχετικά κριτήρια, χωρίς να εξετάσει καθόλου το άλλο κριτήριο, αλλά δεν μπορεί να αρνηθεί τη χορήγηση της εν λόγω αρωγής σε ύποπτο ή σε κατηγορούμενο που πληροί και τα δύο κριτήρια.
2. Το πλαίσιο της οδηγίας 2016/1919
39. Από τις παραπάνω εκτιμήσεις προκύπτει ότι η οδηγία 2016/1919 προβλέπει την υποχρέωση των κρατών μελών να θεσπίζουν ένα σύστημα χορήγησης δικαστικής αρωγής όταν πληρούνται οι δύο προϋποθέσεις της «επάρκειας πόρων» και του «συμφέρον[τος] της απονομής δικαιοσύνης». Το σύστημα αυτό υλοποιεί την εφαρμογή κοινών ελάχιστων κανόνων, τους οποίους αποφάσισαν να θεσπίσουν τα κράτη μέλη με στόχο την προσέγγιση των νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεών τους, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 82, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.
40. Η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται από το πλαίσιο της εν λόγω οδηγίας.
41. Πράγματι, ο νομοθέτης διευκρινίζει, κατ’ ουσίαν, στην αιτιολογική σκέψη 17 της εν λόγω οδηγίας ότι, αφενός, το δικαίωμα στη δικαστική αρωγή αποτελεί προέκταση του άρθρου 6, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, της ΕΣΔΑ και ότι, αφετέρου, πρόκειται για έναν ελάχιστο κανόνα και η σωρευτική ή εναλλακτική πραγματοποίηση των δύο ελέγχων δεν θα πρέπει να περιορίζει ή να παρεκκλίνει από τα δικαιώματα και τις διαδικαστικές εγγυήσεις που παρέχονται δυνάμει του Χάρτη και της ΕΣΔΑ, όπως ερμηνεύονται από το Δικαστήριο και το ΕΔΔΑ.
42. Εξάλλου, η ελάχιστη εναρμόνιση που επιδιώκεται από τους κανόνες που προβλέπονται στην οδηγία 2016/1919 υπενθυμίζεται κατόπιν στις αιτιολογικές σκέψεις 30 και 31 καθώς και στο άρθρο 1 της εν λόγω οδηγίας, ενώ η ανάγκη τήρησης του θεμελιώδους δικαιώματος στη δικαστική αρωγή, όπως προβλέπεται από τον Χάρτη και την ΕΣΔΑ, τονίζεται επίσης στην αιτιολογική σκέψη 30 της εν λόγω οδηγίας.
43. Το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων επιτρέπει, κατά τη γνώμη μου, να διασφαλιστεί κάποια συνοχή όσον αφορά τη σχέση της οδηγίας 2016/1919 με την οδηγία 2013/48, η οποία είναι προγενέστερη και της οποίας αποσκοπεί να διασφαλίσει την αποτελεσματικότητα (16), δεδομένου ότι το άρθρο 11 της τελευταίας, με τίτλο «Ευεργέτημα πενίας», προβλέπει ότι η εν λόγω οδηγία πρέπει να ερμηνεύεται χωρίς να θίγεται το εθνικό δίκαιο περί του ευεργετήματος της πενίας, το οποίο είναι εφαρμοστέο σύμφωνα με τον Χάρτη και την ΕΣΔΑ.
44. Είναι επίσης σημαντικό να υπομνησθεί σχετικώς ότι, όπως τόνισα στο σημείο 30 των παρουσών προτάσεων, το δικαίωμα δικαστικής αρωγής αποτελεί έκφανση του θεμελιώδους δικαιώματος πραγματικής προσφυγής που κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη, το οποίο με τη σειρά του αντιστοιχεί στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Κατά συνέπεια, λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω εκτιμήσεων, προκύπτει ιδίως από τη νομολογία του ΕΔΔΑ ότι, στο πλαίσιο της ΕΣΔΑ, το δικαίωμα του κατηγορουμένου σε δωρεάν συνδρομή δικηγόρου ο οποίος διορίζεται αυτεπαγγέλτως αποτελεί στοιχείο της έννοιας της «δίκαιης ποινικής δίκης», η οποία συνοδεύεται από δύο προϋποθέσεις: την απουσία της «οικονομικής δυνατότητας να διορίσει δικηγόρο» και το «συμφέρον της απονομής δικαιοσύνης» (17).
3. Ο σκοπός της οδηγίας 2016/1919
45. Σύμφωνα με την πρώτη αιτιολογική της σκέψη, σκοπός της οδηγίας 2016/1919 είναι η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος πρόσβασης σε δικηγόρο όπως προβλέπεται στην οδηγία 2013/48. Επομένως, οι δύο αυτές οδηγίες, συνδυαζόμενες, συμβάλλουν στην πραγμάτωση του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής που κατοχυρώνεται στο άρθρο 47, πρώτο εδάφιο, του Χάρτη, δεδομένου ότι η παροχή δικαστικής αρωγής διευκολύνει το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο (18).
46. Στην αιτιολογική σκέψη 2 της οδηγίας 2016/1919 αναφέρεται η μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε για την επίτευξη αυτού του στόχου, ήτοι η θέσπιση κοινών ελάχιστων κανόνων που έχει σκοπό να ενισχύσει την εμπιστοσύνη των κρατών μελών στα συστήματα ποινικής δικαιοσύνης των άλλων κρατών μελών και, επομένως, να συμβάλει στη βελτίωση της αμοιβαίας αναγνώρισης των αποφάσεων σε ποινικές υποθέσεις, όπως υπενθυμίζεται επίσης στην αιτιολογική σκέψη 31 της εν λόγω οδηγίας.
47. Η διατύπωση αυτών των στόχων συνάδει με τις ανησυχίες που είχαν εκφραστεί στο πλαίσιο του ψηφίσματος του Συμβουλίου της 30ής Νοεμβρίου 2009, του οποίου το «Μέτρο Γ» ανέφερε ότι «το ευεργέτημα πενίας θα πρέπει να εξασφαλίζει την ουσιαστική πρόσβαση στο [...] δικαίωμα παροχής νομικών συμβουλών».
48. Παράλληλα, από το άρθρο 1 της οδηγίας 2016/1919 προκύπτει ότι σκοπός της είναι η θέσπιση κοινών ελάχιστων κανόνων σχετικά με το δικαίωμα στη δικαστική αρωγή, ιδίως των κατηγορούμενων στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών. Επομένως, η εν λόγω οδηγία δεν αποσκοπεί σε μια εξαντλητική εναρμόνιση της ποινικής διαδικασίας στον συγκεκριμένο τομέα (19), ούτε στον καθορισμό του συνόλου των προϋποθέσεων για τη χορήγηση δικαστικής αρωγής σε ύποπτο ή σε κατηγορούμενο (20).
Γ. Η δυνατότητα να ζητηθεί η απόδοση της δικαστικής αρωγής
49. Από το σύνολο των προηγουμένων σκέψεων προκύπτει ότι το δικαίωμα στη δικαστική αρωγή είναι πλήρως κατοχυρωμένο εντός της Ένωσης. Ωστόσο, τα ερωτήματα που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο από το αιτούν δικαστήριο αφορούν μια συγκεκριμένη πτυχή της εφαρμογής του, δηλαδή το ενδεχόμενο να υποχρεωθεί το πρόσωπο στο οποίο χορηγήθηκε να αποδώσει εκ των υστέρων τις σχετικές με τη δικαστική αρωγή δαπάνες.
1. Η αιτιολογική σκέψη 8 της οδηγίας 2016/1919
50. Η οδηγία 2016/1919 δεν περιλαμβάνει κανένα άρθρο σχετικά με την απόδοση των δαπανών που κατέβαλε ένα κράτος μέλος στο πλαίσιο της δικαστικής αρωγής. Ωστόσο, το ζήτημα αυτό εξετάζεται στην αιτιολογική σκέψη 8 της εν λόγω οδηγίας, η οποία προβλέπει ότι «[ό]ταν παρέχεται δικαστική αρωγή, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών θα πρέπει να μπορούν να απαιτούν από τους υπόπτους, τους κατηγορουμένους ή τους καταζητουμένους να καταβάλλουν οι ίδιοι μέρος των εν λόγω εξόδων, ανάλογα με τις οικονομικές τους δυνατότητες». Σχετικώς, μπορούν να διατυπωθούν οι ακόλουθες παρατηρήσεις.
51. Κατ’ αρχάς, είναι σκόπιμο να υπενθυμίσουμε ότι, μολονότι η αιτιολογική σκέψη μιας οδηγίας μπορεί να διευκρινίζει το περιεχόμενο των διατάξεων της οδηγίας και να παρέχει ερμηνευτικά στοιχεία τα οποία είναι ικανά να αποσαφηνίσουν τη βούληση του συντάκτη της πράξεως αυτής (21), εντούτοις δεν είναι νομικώς δεσμευτική και δεν μπορεί να αποτελέσει, αφ’ εαυτής της, τη βάση για τη θεμελίωση δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων χωρίς αντίστοιχες ή συμπληρωματικές διατάξεις στο σώμα της οδηγίας (22).
52. Υπό αυτές τις συνθήκες, καίτοι προκύπτει βεβαίως από τη διατύπωση της αιτιολογικής σκέψης 8 της οδηγίας 2016/1919, αφενός, ότι τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν από τους δικαιούχους της δικαστικής αρωγής να καταβάλλουν οι ίδιοι μέρος των εν λόγω εξόδων και, αφετέρου, ότι η δυνατότητα αυτή πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις οικονομικές τους δυνατότητες, οι εν λόγω εκτιμήσεις δεν μπορούν, αυτές καθεαυτές, να θεμελιώσουν καμία άμεση υποχρέωση των κρατών μελών.
53. Πρέπει, κατόπιν, να διαπιστωθεί ότι το γεγονός ότι στο σώμα της οδηγίας 2016/1919 δεν υπάρχει διάταξη που να ρυθμίζει ρητώς την απόδοση των σχετικών με τη δικαστική αρωγή δαπανών αποτελεί συνέπεια επιλογής του νομοθέτη. Πράγματι, από την πρόταση οδηγίας της Επιτροπής προκύπτει ότι αυτή περιελάμβανε αρχικώς ένα άρθρο 4, παράγραφος 5, το οποίο αφορούσε συγκεκριμένα το ζήτημα της ενδεχόμενης απόδοσης των δαπανών δικαστικής αρωγής (23) και αποτέλεσε αντικείμενο συζητήσεων και προτάσεων τροποποιήσεων κατά τη διάρκεια της νομοθετικής διαδικασίας, προτού διαγραφεί από το τελικό κείμενο της οδηγίας 2016/1919. Υπό αυτές τις συνθήκες, η απουσία μιας τέτοιας διάταξης δεν μπορεί παρά να υποδηλώνει την υλοποίηση μιας συμβιβαστικής λύσης που εξευρέθη κατά τη διάρκεια της επεξεργασίας της οδηγίας 2016/1919 και όχι αμέλεια. Συνεπώς, πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο νομοθέτης δεν επιθυμούσε το ζήτημα των ενδεχόμενων όρων απόδοσης της δικαστικής αρωγής να αποτελέσει αντικείμενο εναρμόνισης μεταξύ των κρατών μελών.
54. Τέλος, από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, στο πλαίσιο της ελάχιστης εναρμόνισης που περιγράφεται στο σημείο 48 των παρουσών προτάσεων και ελλείψει διάταξης που να ρυθμίζει το ζήτημα της απόδοσης των δαπανών δικαστικής αρωγής, τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να αποφασίσουν εάν επιθυμούν ή όχι να εφαρμόσουν ένα σύστημα απόδοσης από τον δικαιούχο των σχετικών με τη δικαστική αρωγή δαπανών.
55. Ωστόσο, όπως ανέφερα στα σημεία 21, 41 και 44 των παρουσών προτάσεων, το δικαίωμα στη δικαστική αρωγή στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών που προβλέπεται από την οδηγία 2016/1919 αποτελεί προέκταση του άρθρου 47, τρίτο εδάφιο, του Χάρτη, το οποίο με τη σειρά του αντιστοιχεί στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ (24). Ο νομοθέτης της Ένωσης έχει, εξάλλου, δηλώσει σαφώς, στις αιτιολογικές σκέψεις 17 και 30 της εν λόγω οδηγίας, τη βούλησή του να ερμηνεύει την οδηγία αυτή και τα δικαιώματα που προβλέπει σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου και του ΕΔΔΑ που αφορά τις δύο αυτές διατάξεις. Υπό τις συνθήκες αυτές, είναι επιτακτικό να διασφαλιστεί ότι η οδηγία 2016/2019 και το άρθρο 47, τρίτο εδάφιο, του Χάρτη ερμηνεύονται κατά τέτοιον τρόπο ώστε να διασφαλίζεται επίπεδο προστασίας σύμφωνο με εκείνο που κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, όπως ερμηνεύεται από το ΕΔΔΑ (25). Συνεπώς, τα κράτη μέλη πρέπει να κάνουν χρήση της δυνατότητας που διαθέτουν να εφαρμόσουν ή όχι ένα σύστημα απόδοσης της δικαστικής αρωγής τηρουμένων των δικαιωμάτων που προβλέπονται ρητά στην οδηγία 2016/1919.
2. Η νομολογία του ΕΔΔΑ
56. Παρότι το Δικαστήριο δεν έχει ακόμη κληθεί να αποφανθεί επί υποθέσεως που να εγείρει το ζήτημα της συμβατότητας με την οδηγία 2016/1919 ή με τον Χάρτη μιας πρακτικής που συνίσταται στην απαίτηση απόδοσης από τον δικαιούχο της δικαστικής αρωγής που του έχει χορηγηθεί, παρόμοια ζητήματα έχουν, ωστόσο, τεθεί επανειλημμένως ενώπιον του ΕΔΔΑ.
57. Στην απόφαση της 6ης Μαΐου 1982, X κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (26), η πρώην Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είχε κρίνει, κατ’ ουσίαν, ότι δεν ήταν ασυμβίβαστο με το άρθρο 6, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, της ΕΣΔΑ να απαιτείται από έναν καταδικασθέντα να αποδώσει τις δαπάνες που σχετίζονται με τη δικαστική αρωγή η οποία του είχε χορηγηθεί, υπό την προϋπόθεση ότι διέθετε τους απαραίτητους προς τούτο πόρους.
58. Στην απόφαση της 25ης Σεπτεμβρίου 1992, Croissant κατά Γερμανίας (27), το ΕΔΔΑ υπενθύμισε ότι το άρθρο 6, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, της ΕΣΔΑ δεν κατοχυρώνει ένα απόλυτο δικαίωμα, στο μέτρο που η δωρεάν συνδρομή δικηγόρου που διορίζεται αυτεπαγγέλτως επιβάλλεται μόνον όταν ο κατηγορούμενος δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να διορίσει δικηγόρο. Στο πλαίσιο αυτό, το ΕΔΔΑ έκρινε, αφενός, ότι ένα εθνικό σύστημα χορήγησης δικαστικής αρωγής δεν θα ήταν συμβατό με τη διάταξη αυτή μόνο στην περίπτωση που θα θιγόταν ο δίκαιος χαρακτήρας της διαδικασίας. Αφετέρου, διευκρίνισε ότι δεν εναπόκειται σε αυτό να αποφανθεί επί του ζητήματος αν το οικείο κράτος θα μπορούσε να απαιτήσει την απόδοση των υπό κρίση δαπανών στην περίπτωση που ο προσφεύγων είχε αποδείξει, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ότι η οικονομική του δυνατότητα δεν του επέτρεπε να καταβάλει τις δαπάνες αυτές. Ωστόσο, επισήμανε ότι, εν προκειμένω, τα ποσά των οποίων ζητήθηκε η απόδοση δεν ήταν υπέρμετρα και ότι, στην πράξη, αυτά συνήθως μειώνονταν ή ακόμη το κράτος παραιτούνταν από την αναζήτησή τους κατά το στάδιο της εκτέλεσης της απόφασης. Σε μια τέτοια περίπτωση, δεν ήταν παράλογο να απαιτηθεί από τον ενδιαφερόμενο να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι δεν διέθετε επαρκείς πόρους ώστε να προβεί στην απαιτούμενη απόδοση.
59. Στην απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 2002, Morris κατά Ηνωμένου Βασιλείου (28), το ΕΔΔΑ έκρινε ότι δεν υφίσταται παραβίαση του άρθρου 6, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, της ΕΣΔΑ όταν ένα πρόσωπο υποχρεούται να καταβάλει μέρος των δαπανών της δικαστικής αρωγής εφόσον διαθέτει την οικονομική δυνατότητα προς τούτο. Στο πλαίσιο αυτό, διευκρίνισε επίσης ότι το ποσό του οποίου ζητείτο η απόδοση δεν ήταν ούτε αυθαίρετο ούτε παράλογο σε σχέση με την οικονομική δυνατότητα του προσφεύγοντος. Μπορεί να συναχθεί εμμέσως ότι κάτι τέτοιο δεν θα ίσχυε εάν το εν λόγω πρόσωπο δεν διέθετε τους πόρους ώστε να καταβάλει μέρος των εν λόγω δαπανών. Παρόμοια συμπεράσματα μπορούν, κατ’ ουσίαν, να εξαχθούν από την εξέταση της απόφασης του ΕΔΔΑ της 17ης Φεβρουαρίου 2011, Ognyan Asenov κατά Βουλγαρίας (29).
60. Υπό το φως των ανωτέρω, διαπιστώνω ότι το δικαίωμα των κρατών που είναι συμβαλλόμενα μέρη στην ΕΣΔΑ να απαιτούν την απόδοση των σχετικών με τη δικαστική αρωγή δαπανών ρυθμίζεται σαφώς από τη νομολογία του ΕΔΔΑ. Κατ’ αρχάς, η άσκηση του δικαιώματος αυτού δεν πρέπει να θέτει σε κίνδυνο τον δίκαιο χαρακτήρα μιας δικαστικής διαδικασίας. Εν συνεχεία, καίτοι ένα τέτοιο αίτημα απόδοσης δεν είναι, καθεαυτό, ασυμβίβαστο με το άρθρο 6, παράγραφος 3, της ΕΣΔΑ, η απαίτηση αυτή πρέπει ωστόσο να αξιολογείται ad hoc σε σχέση με το ποσό του οποίου ζητείται η απόδοση και τους οικονομικούς πόρους του ενδιαφερομένου. Τέλος, στην περίπτωση αυτή, είναι θεμιτό το βάρος απόδειξης της οικονομικής αδυναμίας να προβεί στην εν λόγω απόδοση να βαρύνει το πρόσωπο που την επικαλείται.
Δ. Εφαρμογή στην υπό κρίση υπόθεση
61. Οι ανησυχίες του αιτούντος δικαστηρίου εντάσσονται στο συγκεκριμένο πραγματικό και νομικό πλαίσιο του βουλγαρικού συστήματος ποινικής δικαιοσύνης. Το εν λόγω δικαστήριο εξηγεί ότι η δικαστική αρωγή μπορεί να χορηγείται στη Βουλγαρία υπό διαφορετικές προϋποθέσεις. Αφενός, μπορεί να χορηγηθεί αυτεπαγγέλτως και χωρίς προηγούμενο έλεγχο των οικονομικών πόρων του δικαιούχου, με την αιτιολογία ότι τίθεται ζήτημα που σχετίζεται με την κράτηση υπό την οποία τελεί ο δικαιούχος και ότι, ως εκ τούτου, η εκπροσώπηση από δικηγόρο είναι υποχρεωτική. Αφετέρου, μπορεί να χορηγηθεί όταν ένα πρόσωπο πληροί δύο κριτήρια που αντιστοιχούν, κατ’ ουσίαν, στον έλεγχο της επάρκειας πόρων και της βασιμότητας της αίτησης που προβλέπονται στο άρθρο 4 της οδηγίας 2016/1919. Αυτό προϋποθέτει, ιδίως, προηγούμενη εξέταση των οικονομικών πόρων του εν λόγω προσώπου.
62. Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει σχετικώς ότι ένας κατηγορούμενος ή ύποπτος που τυγχάνει δικαστικής αρωγής λόγω ανεπαρκών οικονομικών πόρων δεν μπορεί να υποβληθεί σε υποχρέωση εκ των υστέρων απόδοσης. Αντιθέτως, ένα πρόσωπο που βρίσκεται στην ίδια κατάσταση με τον εκκαλούντα στη διαφορά της κύριας δίκης, δηλαδή του έχει χορηγηθεί δικαστική αρωγή ιδίως δυνάμει του άρθρου 94, παράγραφος 1, σημείο 6 ή σημείο 8 του NPK, από τα οποία απορρέει υποχρεωτική εκπροσώπηση από δικηγόρο χωρίς προηγούμενο έλεγχο των οικονομικών πόρων, υποχρεούται να αποδώσει το σύνολο των δαπανών που συνδέονται με τη δικαστική αρωγή που του χορηγήθηκε δυνάμει του άρθρου 25, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 23, παράγραφος 1, του νόμου περί δικαστικής αρωγής.
63. Κατά πρώτον, από τις εξηγήσεις που παρέθεσε το αιτούν δικαστήριο, όπως συνοψίζονται στα σημεία 61 και 62 των παρουσών προτάσεων, προκύπτει σαφέστατα ότι, στο βουλγαρικό σύστημα ποινικής δικαιοσύνης, ένας κατηγορούμενος ή ύποπτος μπορεί να τύχει χορήγησης δικαστικής αρωγής με την αιτιολογία ότι, κατ’ ουσίαν, αυτό επιβάλλει το συμφέρον της απονομής δικαιοσύνης επειδή το εν λόγω πρόσωπο βρίσκεται υπό κράτηση ή η υπόθεσή του εκδικάζεται ερήμην του και η συμμετοχή δικηγόρου είναι υποχρεωτική.
64. Ως εκ τούτου, σε μια τέτοια περίπτωση, φαίνεται ότι η Δημοκρατία της Βουλγαρίας έχει επιλέξει μία από τις εναλλακτικές που προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2016/1919, ήτοι την εφαρμογή του ελέγχου της βασιμότητας της αίτησης ως μοναδικού κριτηρίου για να προσδιορισθεί εάν πρέπει να χορηγηθεί δικαστική αρωγή. Όπως υπογράμμισα στο σημείο 38 των παρουσών προτάσεων, η επιλογή αυτή είναι απολύτως σύμφωνη με τη διάταξη αυτή, υπό την προϋπόθεση ότι η δικαστική αρωγή χορηγείται επίσης σε υπόπτους και κατηγορούμενους που πληρούν τα δύο κριτήρια που προβλέπονται από την εν λόγω διάταξη. Αυτό φαίνεται, εξάλλου, να ισχύει εν προκειμένω, σύμφωνα με τις εξηγήσεις που παρέθεσε το αιτούν δικαστήριο.
65. Εν πάση περιπτώσει, από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι, δεδομένου ότι ένα κράτος μέλος μπορεί να επιλέξει να εφαρμόσει, προκειμένου να προσδιορισθεί εάν πρέπει να χορηγηθεί δικαστική αρωγή, είτε τον έλεγχο της επάρκειας πόρων, είτε αυτόν της βασιμότητας της αίτησης, είτε και τους δύο, οι δύο αυτοί έλεγχοι είναι υποχρεωτικώς διακριτοί και δεν συγχέονται. Επομένως, όταν ένα κράτος μέλος αποφασίζει να εφαρμόσει μόνον έναν από τους δύο αυτούς ελέγχους, η δικαστική αρωγή μπορεί να χορηγηθεί σε ένα πρόσωπο χωρίς να ελέγχεται εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις του ετέρου ελέγχου, χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει ότι δεν θα πληρούσε τις προϋποθέσεις και των δύο ελέγχων εάν το εν λόγω κράτος μέλος είχε επιλέξει να τους εφαρμόσει συνδυαστικά.
66. Κατά δεύτερον, εφόσον οι δύο κατηγορίες δικαιούχων δικαστικής αρωγής που μόλις ανέφερα δεν συγχέονται, πρέπει να προσδιοριστεί εάν το διαφορετικό καθεστώς στο οποίο υπάγονται, ως προς την ενδεχόμενη υποχρέωση απόδοσης της δικαστικής αρωγής, είναι σύμφωνη με το δίκαιο της Ένωσης.
67. Υπενθυμίζω σχετικώς ότι η αρχή της ισότητας έναντι του νόμου κατοχυρώνεται με το άρθρο 20 του Χάρτη και επιτάσσει να μην επιφυλάσσεται σε όμοιες καταστάσεις διαφορετική μεταχείριση ούτε σε διαφορετικές καταστάσεις όμοια μεταχείριση, εκτός αν η διαφοροποίηση δικαιολογείται αντικειμενικώς. Τα κράτη μέλη οφείλουν να τηρούν την τελευταία αυτή διάταξη κατά την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, σύμφωνα με το άρθρο 51, παράγραφος 1, του Χάρτη. Η απαίτηση να είναι οι καταστάσεις συγκρίσιμες προκειμένου να διαπιστωθεί η παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης πρέπει να εκτιμάται υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων που τις χαρακτηρίζουν, ιδίως δε υπό το πρίσμα του αντικειμένου και του σκοπού της πράξης που εισάγει την επίμαχη διάκριση, εξυπακουομένου ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, προς τούτο, οι αρχές και οι σκοποί του τομέα στον οποίο εμπίπτει η πράξη αυτή (30).
68. Εν προκειμένω, η επίμαχη στη διαφορά της κύριας δίκης εθνική νομοθεσία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2016/1919, όπως άλλωστε επισημαίνει και το αιτούν δικαστήριο. Επομένως, πρέπει να εξεταστεί εάν, λαμβανομένων υπόψη του αντικειμένου και του επιδιωκόμενου σκοπού της απόδοσης της δικαστικής αρωγής, η κατάσταση ενός προσώπου στο οποίο χορηγείται δικαστική αρωγή επειδή βρίσκεται υπό κράτηση και η εκπροσώπηση από δικηγόρο είναι υποχρεωτική, χωρίς να εξεταστούν προηγουμένως οι οικονομικοί του πόροι, είναι συγκρίσιμη με εκείνην ενός προσώπου στο οποίο χορηγείται δικαστική αρωγή επειδή έχει υποβάλει σχετικό αίτημα, δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να διορίσει δικηγόρο και αυτό δικαιολογείται από το συμφέρον της απονομής δικαιοσύνης.
69. Παρατηρώ, σχετικώς, ότι, και στις δύο περιπτώσεις, η χορηγούμενη δικαστική αρωγή αποσκοπεί στο να καταστεί δυνατή η εκπροσώπηση των ενδιαφερομένων από δικηγόρο που αμείβεται από τα κράτη μέλη, προκειμένου να διασφαλιστεί το δικαίωμα σε αποτελεσματική δικαστική προστασία. Η μόνη διαφορά μεταξύ των δύο αυτών καταστάσεων έγκειται στο γεγονός ότι οι οικονομικοί πόροι της μιας από τις δύο κατηγορίες ελέγχονται, σε αντίθεση με εκείνους της έτερης κατηγορίας. Στο βουλγαρικό σύστημα ποινικής δικαιοσύνης, η απαίτηση απόδοσης της αρωγής αυτής αποτελεί, σύμφωνα με το αιτούν δικαστήριο, απλή συνέπεια της ποινικής καταδίκης μετά το πέρας της εν λόγω διαδικασίας. Ως εκ τούτου, φρονώ ότι, στο πλαίσιο αυτό, οι δύο καταστάσεις είναι συγκρίσιμες, δεδομένου ότι η μόνη διαφορά τους συνίσταται σε μια διαδικασία που προβλέπεται εξ ολοκλήρου από την επίμαχη εθνική νομοθεσία και όχι στα πραγματικά περιστατικά που αφορούν τους ενδιαφερόμενους.
70. Υπό αυτές τις συνθήκες και με την επιφύλαξη των ελέγχων που θα πρέπει να διενεργήσει το αιτούν δικαστήριο όσον αφορά την απόδοση των σχετικών με τη δικαστική αρωγή δαπανών, δεν αντιλαμβάνομαι πώς θα μπορούσε να δικαιολογηθεί διαφορετική μεταχείριση των προσώπων στα οποία χορηγήθηκε η εν λόγω αρωγή επειδή δεν διέθεταν επαρκείς πόρους για να αντεπεξέλθουν οικονομικά στη συνδρομή δικηγόρου σε σχέση με εκείνα στα οποία χορηγήθηκε η αρωγή αυτή επειδή τελούσαν υπό κράτηση και στερούνταν επίσης επαρκών πόρων.
71. Κατά τρίτον, δεν πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να λησμονούνται οι σκέψεις που εκτέθηκαν στα σημεία 34 και 55 των παρουσών προτάσεων, των οποίων τα κύρια συμπεράσματα μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:
– τα κράτη μέλη οφείλουν να συμμορφώνονται με έναν κοινό ελάχιστο κανόνα που συνίσταται στη χορήγηση δικαστικής αρωγής σε κάθε ύποπτο ή κατηγορούμενο που πληροί τις δύο προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2016/1919, ήτοι την έλλειψη επαρκών πόρων για να αντεπεξέλθει οικονομικά στη συνδρομή δικηγόρου και το γεγονός ότι αυτό επιβάλλει το συμφέρον της απονομής δικαιοσύνης·
– το εν λόγω δικαίωμα στη δικαστική αρωγή αποτελεί έκφανση του θεμελιώδους δικαιώματος πραγματικής προσφυγής που κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη, το οποίο με τη σειρά του στηρίζεται ευθέως στο δικαίωμα σε δίκαιη δίκη που προβλέπεται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Γενικά, το επίπεδο προστασίας που παρέχουν τα κράτη μέλη δεν πρέπει ποτέ να υπολείπεται των προτύπων του Χάρτη ή της ΕΣΔΑ, όπως αυτά έχουν ερμηνευτεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου και του ΕΔΔΑ·
– η οδηγία 2016/1919 ούτε επιβάλλει ούτε απαγορεύει την απόδοση των σχετικών με τη δικαστική αρωγή δαπανών. Συνεπώς, τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να θεσπίσουν έναν τέτοιο μηχανισμό απόδοσης των δαπανών, υπό την προϋπόθεση ότι ο αυτός δεν αντίκειται στα δικαιώματα που προβλέπονται στην οδηγία 2016/1919 ή στο άρθρο 47 του Χάρτη ή στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, όπως ερμηνεύονται αντίστοιχα από το Δικαστήριο και από το ΕΔΔΑ.
72. Κατά πρώτον, όσον αφορά τη συμβατότητα ενός μηχανισμού απόδοσης της δικαστικής αρωγής, όπως αυτός που αποτελεί αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, με το άρθρο 47 του Χάρτη, παρατηρώ ότι το εν λόγω άρθρο αναφέρεται ρητά «σε όσους δεν διαθέτουν επαρκείς πόρους». Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει υπογραμμίσει ότι η ενσωμάτωση της διάταξης για την παροχή του ευεργετήματος πενίας στο σχετικό με το δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής στη δικαιοσύνη άρθρο του Χάρτη υποδηλώνει ότι η εκτίμηση ως προς την αναγκαιότητα παροχής του ευεργετήματος αυτού πρέπει να χωρεί λαμβανομένου υπόψη του δικαιώματος εκείνου ακριβώς του προσώπου του οποίου προσβάλλονται τα δικαιώματα ή περιορίζονται οι κατοχυρωμένες από το δίκαιο της Ένωσης ελευθερίες και όχι το γενικό συμφέρον της κοινωνίας, έστω και αν αυτό μπορεί να αποτελέσει ένα από τα στοιχεία για την εκτίμηση της αναγκαιότητας παροχής του ευεργετήματος (31).
73. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, αφενός, το ζήτημα των οικονομικών πόρων του ενδιαφερόμενου είναι προφανώς κομβικής σημασίας όσον αφορά τη δικαστική αρωγή και, αφετέρου, η εν τοις πράγμασι κατάσταση του εν λόγω προσώπου είναι θεμελιώδης για την άσκηση του δικαιώματος στη δικαστική αρωγή. Μπορεί, ως εκ τούτου, να συναχθεί ότι το να απαιτείται από ένα πρόσωπο, του οποίου η οικονομική κατάσταση δεν του επιτρέπει να ανταπεξέλθει στη συνδρομή δικηγόρου για να το εκπροσωπήσει, να αποδώσει τις σχετικές με τη δικαστική αρωγή δαπάνες, ενώ η οικονομική του κατάσταση δεν έχει βελτιωθεί, αντιβαίνει στην ίδια την ουσία του άρθρου 47 του Χάρτη.
74. Κατά δεύτερον, όπως επισημαίνεται στα σημεία 57 έως 59 των παρουσών προτάσεων, η νομολογία του ΕΔΔΑ παρέχει σαφείς κατευθύνσεις όσον αφορά το άρθρο 6, παράγραφος 3, της ΕΣΔΑ. Επιπλέον, η νομολογία αυτή κινείται στο ίδιο μήκος κύματος με την ανάλυση που παρατίθεται στο προηγούμενου σημείο των παρουσών προτάσεων, σχετικά με το άρθρο 47 του Χάρτη. Πράγματι, αφενός, ένας μηχανισμός που αποσκοπεί στην απόδοση της δικαστικής αρωγής που χορηγήθηκε σε καταδικασθέντα δεν μπορεί να θίγει ούτε τον δίκαιο χαρακτήρα της δικαστικής διαδικασίας ούτε την πρόσβαση του εν λόγω προσώπου στη δικαιοσύνη. Υπό αυτή την έννοια, το ΕΔΔΑ συνδέει σαφώς το ζήτημα της απόδοσης της δικαστικής αρωγής με την ίδια την αποτελεσματικότητα του δικαιώματος στην εν λόγω αρωγή. Αφετέρου, η συμβατότητα του μηχανισμού αυτού με το άρθρο 6, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, της ΕΣΔΑ πρέπει να εκτιμηθεί ιδίως με βάση τον εύλογο χαρακτήρα του ποσού του οποίου ζητείται η απόδοση καθώς και τους οικονομικούς πόρους του ενδιαφερομένου κατά τον χρόνο που υποχρεούται να καταβάλει το εν λόγω ποσό, γεγονός που συνεπάγεται και σε αυτή την περίπτωση μια ad hoc εξέταση της οικονομικής του κατάστασης.
75. Εν προκειμένω, θεωρώ ότι δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τον κίνδυνο να επηρεάσει αρνητικά ένας μηχανισμός απόδοσης δαπανών, όπως ο επίμαχος στη διαφορά της κύριας δίκης, την απόφαση ενός υπόπτου ή ενός κατηγορουμένου να ασκήσει το δικαίωμά του για άσκηση έφεσης, φοβούμενος ότι μπορεί να υποχρεωθεί να επιστρέψει πρόσθετες δαπάνες χωρίς να διαθέτει τους οικονομικούς πόρους προς τούτο.
76. Επιπλέον, από τις εξηγήσεις που παρέθεσε το αιτούν δικαστήριο προκύπτει ότι, όσον αφορά τον μηχανισμό απόδοσης δαπανών που αποτελεί αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, οι οικονομικοί πόροι των υπόπτων ή των κατηγορουμένων δεν εξετάζονται ποτέ πριν ζητηθεί από τα πρόσωπα αυτά να αποδώσουν τη δικαστική αρωγή, σε περίπτωση καταδικαστικής απόφασης εις βάρος τους. Ωστόσο, όπως ανέφερα στα σημεία 60 και 74 των παρουσών προτάσεων, από τη νομολογία του ΕΔΔΑ προκύπτει χωρίς αμφισημία ότι οι αρχές οφείλουν, πριν ζητήσουν μια τέτοια απόδοση, να εκτιμήσουν τόσο τον εύλογο χαρακτήρα του ποσού του οποίου ζητείται η απόδοση όσο και τη δυνατότητα του ενδιαφερόμενου να το καταβάλει.
77. Φρονώ, εξάλλου, ότι αυτό είναι συνεπές προς τους σκοπούς που επιδιώκει η οδηγία 2016/1919. Η εν λόγω οδηγία δεν αποσκοπεί μόνο στο να τύχει το ενδιαφερόμενο πρόσωπο της συνδρομής δικηγόρου, αλλά και στο να χρηματοδοτούνται από τα κράτη μέλη οι δαπάνες που σχετίζονται με τη συνδρομή αυτή. Υπό αυτές τις συνθήκες, καίτοι δεν είναι παράλογο να απαιτείται από ένα πρόσωπο, του οποίου οι οικονομικοί πόροι το επιτρέπουν, να συμμετάσχει στην ως άνω χρηματοδότηση, τα οικεία κράτη μέλη πρέπει να κάνουν χρήση της δυνατότητας αυτής κατά τρόπο αναλογικό και εντός των ορίων που μόλις περιέγραψα στα σημεία 71 έως 74 των παρουσών προτάσεων.
78. Επιπλέον, όσον αφορά το επιχείρημα που προέβαλε η Επιτροπή κατά τη διάρκεια της επ’ ακροατηρίου συζήτησης, σύμφωνα με το οποίο ένα πρόσωπο που δεν διαθέτει τους οικονομικούς πόρους ώστε να ανταπεξέλθει στη συνδρομή δικηγόρου θα μπορούσε να εξομοιωθεί με ευάλωτο πρόσωπο, κατά την έννοια του άρθρου 9 της οδηγίας 2016/1919, το εν λόγω επιχείρημα δεν έχει, κατ’ εμέ, ιδιαίτερη σημασία. Πράγματι, κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από καμία διάταξη της οδηγίας, ενώ από τη νομολογία συνάγεται σαφώς ότι δεν υφίσταται τεκμήριο ευάλωτης κατάστασης των κατηγορουμένων και ότι η οικονομική δυνατότητα ενός προσώπου να διορίσει δικηγόρο και το αν το πρόσωπο αυτό βρίσκεται σε ευάλωτη κατάσταση αποτελούν δύο διαφορετικά ζητήματα (32).
V. Πρόταση
79. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο τέταρτο και στο πέμπτο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Apelativen sad – Sofia (εφετείο Σόφιας, Βουλγαρία) ως εξής:
Το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, και το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 4, της οδηγίας (ΕΕ) 2016/1919 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Οκτωβρίου 2016, σχετικά με τη δικαστική αρωγή για υπόπτους και κατηγορουμένους στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών και για καταζητουμένους σε διαδικασίες εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη 8 της ίδιας οδηγίας,
έχουν την έννοια ότι:
αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση δυνάμει της οποίας ο κατηγορούμενος στον οποίο χορηγήθηκε δικαστική αρωγή επειδή βρισκόταν υπό κράτηση μπορεί να υποχρεωθεί να αποδώσει τη σχετική δαπάνη χωρίς να εξεταστεί προηγουμένως αν διέθετε επαρκείς πόρους. Επιπλέον, μια τέτοια πρακτική ενδέχεται να συνεπάγεται δυσμενή διάκριση εφόσον ένας κατηγορούμενος στον οποίο χορηγήθηκε η αρωγή αυτή ακριβώς επειδή δεν διέθετε επαρκείς οικονομικούς πόρους δεν υπόκειται σε τέτοια υποχρέωση.
1 Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 Απόφαση του ΕΔΔΑ της 9ης Οκτωβρίου 1979, Airey κατά Ιρλανδίας (CE:ECHR:1979:1009JUD000628973, § 26).
3 Βλ. αποφάσεις της 17ης Ιουλίου 1997, Krüger (C‑334/95, EU:C:1997:378, σκέψεις 22 και 23), της 28ης Νοεμβρίου 2000, Roquette Frères (C‑88/99, EU:C:2000:652, σκέψη 18), και της 3ης Ιουνίου 2025, Kinsa (C‑460/23, EU:C:2025:392, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
4 Βλ., ιδίως, Πράσινο Βιβλίο της Επιτροπής σχετικά με τις δικονομικές εγγυήσεις υπέρ υπόπτων και κατηγορουμένων σε ποινικές διαδικασίες σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση [COM(2003) 75 τελικό], της 19ης Φεβρουαρίου 2003, καθώς και πρόταση απόφασης-πλαισίου σχετικά με ορισμένα δικονομικά δικαιώματα στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση [COM(2004) 328 τελικό], της 28ης Απριλίου 2004.
5 Ψήφισμα του Συμβουλίου της 30ής Νοεμβρίου 2009 (ΕΕ 2009, C 295, σ. 1, στο εξής: ψήφισμα του Συμβουλίου της 30ής Νοεμβρίου 2009).
6 Το Πρόγραμμα της Στοκχόλμης – Μια ανοικτή και ασφαλής Ευρώπη που εξυπηρετεί και προστατεύει τους πολίτες (ΕΕ 2010, C 115, σ. 1).
7 Οδηγία 2010/64/ΕE του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 2010, σχετικά με το δικαίωμα σε διερμηνεία και μετάφραση κατά την ποινική διαδικασία (ΕΕ 2010, L 280, σ. 1)· οδηγία 2012/13/ΕE του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2012, σχετικά με το δικαίωμα ενημέρωσης στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών (ΕΕ 2012, L 142, σ. 1), και οδηγία 2013/48.
8 Οδηγία 2016/343, οδηγία (ΕΕ) 2016/800 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2016, σχετικά με τις δικονομικές εγγυήσεις για τα παιδιά που είναι ύποπτοι ή κατηγορούμενοι στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών (ΕΕ 2016, L 132, σ. 1), και οδηγία 2016/1919.
9 Για λεπτομερέστερες εξηγήσεις βλ. προτάσεις της γενικής εισαγγελέα Τ. Ćapeta στην υπόθεση M.S. κ.λπ. (Δικονομικά δικαιώματα ανηλίκων) (C‑603/22, EU:C:2021:157, σημεία 26 έως 31).
10 Βλ. σχετικώς αιτιολογική σκέψη 10 του ψηφίσματος του Συμβουλίου της 30ής Νοεμβρίου 2009.
11 ΕΕ 2007, C 303, σ. 17.
12 Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2022, HN (Δίκη κατηγορουμένου που απομακρύνθηκε από την επικράτεια) (C‑420/20, EU:C:2023:679, σκέψεις 54 και 55 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Υπενθυμίζεται ακόμη ότι, κατά πάγια νομολογία, κατά το άρθρο 52, παράγραφος 3, του Χάρτη, τα δικαιώματα που περιλαμβάνει ο τελευταίος έχουν την ίδια έννοια και την ίδια εμβέλεια με τα αντίστοιχα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στην ΕΣΔΑ, γεγονός που δεν εμποδίζει το δίκαιο της Ένωσης να παρέχει ευρύτερη προστασία. Στο πλαίσιο της ερμηνείας των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στο άρθρο 47, δεύτερο εδάφιο, και στο άρθρο 48, παράγραφος 2, του Χάρτη, το Δικαστήριο πρέπει, επί παραδείγματι, να λαμβάνει υπόψη τα αντίστοιχα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, όπως έχουν ερμηνευθεί από το ΕΔΔΑ, ως όριο ελάχιστης προστασίας. Βλ. απόφαση της 22ας Ιουνίου 2023, K.B. και F.S. (Αυτεπάγγελτη εξέταση στον ποινικό τομέα) (C‑660/21, EU:C:2023:498, σκέψη 41).
13 Πρβλ. απόφαση της 8ης Μαΐου 2025, Barało (C‑530/23, EU:C:2025:322, σκέψεις 58 και 59 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
14 Έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής της 27ης Νοεμβρίου 2013, Περίληψη της εκτίμησης επιπτώσεων που συνοδεύει την οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την προσωρινή νομική συνδρομή για υπόπτους ή κατηγορουμένους που στερούνται της ελευθερίας τους και τη νομική συνδρομή σε διαδικασίες εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης [SWD(2013) 477 τελικό].
15 COM(2013) 824 τελικό.
16 Βλ. αιτιολογική σκέψη 1 της οδηγίας 2016/1919.
17 Απόφαση του ΕΔΔΑ της 25ης Σεπτεμβρίου 1992, Pham Hoang κατά Γαλλίας (CE:ECHR:1992:0925JUD 001319187, § 39).
18 Απόφαση της 8ης Μαΐου 2025, Barało (C‑530/23, EU:C:2025:322, σκέψη 97 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
19 Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2022, HN (Δίκη κατηγορουμένου που απομακρύνθηκε από την επικράτεια) (C‑420/20, EU:C:2022:679, σκέψη 41 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
20 Βλ., κατ’ αναλογίαν, διάταξη της 12ης Φεβρουαρίου 2019, RH (C‑8/19 PPU, EU:C:2016:110, σκέψη 59 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
21 Βλ. απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2019, Puppinck κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑418/18 P, EU:C:2019:1113, σκέψη 75 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
22 Βλ. απόφαση της 21ης Μαρτίου 2024, LEA (C‑10/22, EU:C:2010:254, σκέψη 51 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
23 Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την προσωρινή νομική συνδρομή για υπόπτους ή κατηγορουμένους που στερούνται της ελευθερίας τους και τη νομική συνδρομή σε διαδικασίες εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, COM(2013) 0824 τελικό, της 27ης Νοεμβρίου 2013.
24 Πρβλ. απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2022, HN (Δίκη κατηγορουμένου που απομακρύνθηκε από την επικράτεια) (C‑420/20, EU:C:2023:679, σκέψη 54 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
25 Πρβλ. απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2022, HN (Δίκη κατηγορουμένου που απομακρύνθηκε από την επικράτεια) (C‑420/20, EU:C:2023:679, σκέψη 55 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
26 Απόφαση του ΕΔΔΑ της 6ης Μαΐου 1982, X κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (CE:ECHR:1982:0506DEC000936581).
27 Απόφαση του ΕΔΔΑ της 25ης Σεπτεμβρίου 1992, Croissant κατά Γερμανίας, (CE:ECHR:1992:0925JUD001361188).
28 Απόφαση του ΕΔΔΑ της 26ης Φεβρουαρίου 2002, Morris κατά Ηνωμένου Βασιλείου (CE:ECHR:2002:0226JUD003878497).
29 Απόφαση του ΕΔΔΑ της 17ης Φεβρουαρίου 2011, Ognyan Asenov κατά Βουλγαρίας (CE:ECHR:2011:0217JUD003815704). Έναν σχετικά παρόμοιο συλλογισμό ακολουθεί επίσης η απόφαση του ΕΔΔΑ της 21ης Ιουνίου 2011, Orlov κατά Ρωσίας (CE:ECHR:2011:0621JUD002965204).
30 Πρβλ. απόφαση της 6ης Ιουνίου 2023, O. G. (Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης κατά υπηκόου τρίτης χώρας) (C‑700/21, EU:C:2023:444, σκέψεις 40 έως 43 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
31 Απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, DEB (C‑279/09, EU:C:2017:811, σκέψη 42).
32 Πρβλ. απόφαση της 8ης Μαΐου 2025, Barało (C‑530/23, EU:C:2025:322, σκέψεις 61 έως 71 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).