Προσωρινό κείμενο

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

TAMARA ĆAPETA

της 26ης Φεβρουαρίου 2026 (1)

Υπόθεση C120/25

Verband Wirtschaft im Wettbewerb, Verein für Lauterkeit in Handel und Industrie e.V.

κατά

PAYBACK GmbH

[αίτηση του Bundesgerichtshof
(Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου, Γερμανία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

« Προδικαστική παραπομπή – Ενέργεια – Σήμανση ενεργειακής απόδοσης – Κανονισμός (ΕΕ) 2017/1369 – Άρθρο 2, σημείο 13 – Έννοια του “εμπόρου” – Άρθρο 6, πρώτο εδάφιο, σημείο αʹ – Υποχρέωση αναφοράς της τάξης ενεργειακής απόδοσης του προϊόντος και του φάσματος των διαθέσιμων τάξεων ενεργειακής απόδοσης επί της ετικέτας, σε οπτικές διαφημίσεις και τεχνικό υλικό προώθησης – Διαχειριστής προγράμματος επιβράβευσης – Ηλεκτρονικό ενημερωτικό δελτίο στο οποίο διαφημίζεται η δυνατότητα απόκτησης συσκευής τηλεόρασης στο πλαίσιο κληρώσεως – Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2019/2013 της Επιτροπής – Άρθρο 4, στοιχείο δʹ »






I.      Εισαγωγή

1.        Η ρήση «ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός» τονίζει το γεγονός ότι η εμφάνιση μπορεί να είναι παραπλανητική. Κάτι το οποίο φαίνεται ελκυστικό ή πολύτιμο εκ πρώτης όψεως ενδέχεται να αποδειχθεί ότι δεν είναι έτσι στην πραγματικότητα.

2.        Τούτο ισχύει ιδίως σε περιπτώσεις στις οποίες προσφέρεται σε κάποιον ένα προϊόν δωρεάν, για παράδειγμα στο πλαίσιο κληρώσεως, χωρίς να παρέχονται πληροφορίες όσον αφορά τα χαρακτηριστικά του προϊόντος αυτού και, συνεπώς, τις πιθανές επιπτώσεις της μελλοντικής χρήσης του.

3.        Κατ’ ουσίαν, στην υπό κρίση υπόθεση το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί σε ποιον βαθμό οι ιδιώτες πρέπει να ενημερώνονται όσον αφορά τα χαρακτηριστικά ενός προϊόντος προκειμένου να έχουν τη δυνατότητα λήψεως τεκμηριωμένης αποφάσεως.

II.    Τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης, το προδικαστικό ερώτημα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

4.        Η PAYBACK, ήτοι η εναγομένη της κύριας δίκης, είναι η διαχειρίστρια ενός προγράμματος επιβράβευσης στο οποίο συμμετέχουν πλείονες εταιρίες. Στόχος της εν λόγω εταιρίας είναι η διατήρηση πιστών πελατών και η προσέλκυση νέων μέσω της προσφοράς «πόντων PAYBACK» στους χρήστες του προγράμματος επιβράβευσης που πραγματοποιούν αγορές από κάποιο από τα καταστήματα λιανικής πώλησης των εμπορικών της συνεταίρων. Μόλις οι χρήστες συγκεντρώσουν ορισμένο αριθμό πόντων μπορούν να επιλέξουν είτε να εξαργυρώσουν τους πόντους αυτούς είτε να τους χρησιμοποιήσουν προκειμένου να πραγματοποιήσουν αγορές από τις συμμετέχουσες συνεργαζόμενες εταιρίες.

5.        Την 1η Φεβρουαρίου 2022 η PAYBACK διαφήμισε στο ηλεκτρονικό ενημερωτικό της δελτίο έναν διαγωνισμό με το σλόγκαν «Täglich ein neuer Gewinn, z. B. 2 x Samsung QLED 4K TV Q80A, 75 Zoll» («Ένα νέο έπαθλο κάθε ημέρα, π.χ. 2 τηλεοράσεις Samsung QLED 4K Q80A, 75 ιντσών»), η σχετική δε διαφήμιση συνοδευόταν από μια εικόνα της εν λόγω συσκευής τηλεόρασης καθώς και έναν κατάλογο των πιθανών επάθλων υπό τη μορφή πίνακα.

6.        Ωστόσο, η PAYBACK δεν συμπεριέλαβε οποιαδήποτε πληροφορία σχετικά με την τάξη ενεργειακής απόδοσης του εν λόγω προϊόντος, ούτε στην απεικόνιση της συσκευής τηλεόρασης ούτε στον κατάλογο των πιθανών επάθλων.

7.        Με επιστολή που απέστειλε στις 7 Φεβρουαρίου 2022, η Verband Wirschaft im Wettbewerb, Verein für Lauterkeit in Handel und Industrie –ένωση με σκοπό την προώθηση των συμφερόντων των μελών της και τη διασφάλιση του θεμιτού ανταγωνισμού μέσω της νομικής έρευνας, της ενημέρωσης του κοινού και της εφαρμογής των κανόνων κατά του αθέμιτου ανταγωνισμού, η οποία είναι η ενάγουσα στην υπόθεση της κύριας δίκης (στο εξής: ένωση)– όχλησε ανεπιτυχώς την εναγομένη της κύριας δίκης επισημαίνοντας σε αυτή την παράλειψη των σχετικών πληροφοριών από τη διαφήμιση της συσκευής τηλεόρασης.

8.        Ακολούθως, η ένωση άσκησε αγωγή κατά της εναγομένης ενώπιον του Landgericht München I (πρωτοδικείου Μονάχου I, Γερμανία) ζητώντας την απαγόρευση κάθε διαφήμισης της συσκευής τηλεόρασης χωρίς την παροχή των κρίσιμων πληροφοριών σχετικά με την τάξη ενεργειακής απόδοσής της.

9.        Η ένωση υποστήριξε ότι η PAYBACK, υπό την ιδιότητα του εμπόρου του διαφημιζόμενου προϊόντος κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 13, του κανονισμού 2017/1369 (2), παρέβη την υποχρέωσή της να αναφέρει την τάξη ενεργειακής απόδοσης του προϊόντος και το φάσμα των διαθέσιμων τάξεων απόδοσης επί της ετικέτας στην οπτική διαφήμιση, σύμφωνα με το άρθρο 6, πρώτο εδάφιο, στοιχείο αʹ, του εν λόγω κανονισμού (3), σε συνδυασμό με το άρθρο 4, στοιχείο δʹ, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2019/2013 (4).

10.      Συνδυαστικά, οι διατάξεις αυτές επιβάλλουν στους εμπόρους την υποχρέωση να παρέχουν στους πελάτες πληροφορίες σχετικά με την τάξη ενεργειακής απόδοσης των ηλεκτρονικών διατάξεων απεικόνισης, συμπεριλαμβανομένων των τηλεοράσεων (5), σε οπτικές διαφημίσεις ή στο τεχνικό υλικό προώθησης των προϊόντων αυτών.

11.      Με βάση τις ως άνω διατάξεις, η ένωση υποστηρίζει ότι η PAYBACK, παραλείποντας να παράσχει τις σχετικές πληροφορίες σχετικά με την τάξη ενεργειακής απόδοσης της συσκευής τηλεόρασης που διαφήμιζε ως έπαθλο στο πλαίσιο της κληρώσεώς της, παρέβη την υποχρέωση που υπέχει από τον κανονισμό 2017/1369, σε συνδυασμό με το άρθρο 4, στοιχείο δʹ, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2019/2013. Επί τη βάσει αυτού ακριβώς του ισχυρισμού, η ενάγουσα της κύριας δίκης ζήτησε την έκδοση δικαστικής διαταγής και την απόδοση των σχετικών με την όχληση εξόδων.

12.      Κατ’ αντιδιαστολή, η PAYBACK υποστήριξε ότι δεν είναι «έμπορος» κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 13, του κανονισμού 2017/1369 (6), όσον αφορά τα διαφημιζόμενα προϊόντα, και ότι, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στις απαιτήσεις που προβλέπονται από τις προεκτεθείσες διατάξεις.

13.      Δυνάμει αποφάσεως που εκδόθηκε ερήμην στις 5 Σεπτεμβρίου 2022, το Landgericht München I (πρωτοδικείο Μονάχου I) έκανε δεκτή την αγωγή της ενάγουσας και διέταξε την εναγομένη να απέχει από και/ή να μην επιτρέπει την οπτική διαφήμιση του συγκεκριμένου μοντέλου ηλεκτρονικής διάταξης απεικόνισης χωρίς να προσδιορίζεται η τάξη ενεργειακής απόδοσης και το αντίστοιχο φάσμα των διαθέσιμων τάξεων ενεργειακής απόδοσης επί της ετικέτας.

14.      Η PAYBACK άσκησε ανακοπή ερημοδικίας κατά της αποφάσεως αυτής, η οποία απορρίφθηκε από το Landgericht München I (πρωτοδικείο Μονάχου I) με την οριστική απόφαση που εξέδωσε στις 23 Ιανουαρίου 2023.

15.      Ακολούθως, η ίδια ως άνω εταιρία άσκησε έφεση επί της ουσίας ενώπιον του Oberlandesgericht München (εφετείου Μονάχου, Γερμανία, στο εξής: εφετείο).

16.      Με απόφαση που εξέδωσε στις 14 Μαρτίου 2024, το εφετείο έκανε δεκτή την έφεση, εξαφάνισε την ερήμην απόφαση και απέρριψε την αγωγή. Το εν λόγω δικαστήριο έκρινε ότι η αγωγή ασκήθηκε μεν παραδεκτώς αλλά ήταν αβάσιμη και, ως εκ τούτου, απέρριψε την αξίωση της ενάγουσας για την έκδοση διαταγής περί παραλείψεως.

17.      Σύμφωνα με το εφετείο, η PAYBACK δεν μπορεί να θεωρηθεί «έμπορος» κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 13, του κανονισμού 2017/1369 και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στις απαιτήσεις σήμανσης ενεργειακής απόδοσης που προβλέπονται από τον εν λόγω κανονισμό. Το δικαστήριο αυτό έκρινε ότι οι πελάτες δεν χρειάζονται πληροφορίες σχετικά με την ενεργειακή απόδοση συνδεόμενων με την ενέργεια προϊόντων τα οποία προσφέρονται ως έπαθλα κληρώσεως προκειμένου να λάβουν μια τεκμηριωμένη συναλλακτική απόφαση, καθόσον δεν επιλέγουν οι ίδιοι το προϊόν αλλά αποφασίζουν απλώς εάν θα λάβουν μέρος στην κλήρωση, για την οποία δεν απαιτείται η καταβολή οποιουδήποτε αντιτίμου.

18.      Κατόπιν της εκδόσεως της ως άνω αποφάσεως, η ένωση άσκησε αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Bundesgerichtshof (Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου, Γερμανία), το οποίο είναι το αιτούν δικαστήριο, με την οποία ζητεί την επαναφορά σε ισχύ της ερήμην αποφάσεως.

19.      Η PAYBACK υποστηρίζει ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

20.      Το αιτούν δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες ως προς το εάν το εφετείο απέρριψε ορθώς την αξίωση της ενάγουσας για την έκδοση διαταγής περί παραλείψεως με την αιτιολογία ότι η εναγομένη της κύριας δίκης, ως διοργανώτρια της επίμαχης κληρώσεως, δεν είχε, όσον αφορά τα προσφερόμενα ως έπαθλα προϊόντα, την ιδιότητα του «εμπόρου» για τους σκοπούς των απαιτήσεων σήμανσης ενεργειακής απόδοσης που προβλέπονται από τον κανονισμό 2017/1369, και, ως εκ τούτου, δεν ήταν υποχρεωμένη να παρέχει στους ιδιώτες πληροφορίες σχετικά με την ενεργειακή απόδοση του επίμαχου προϊόντος.

21.      Συνεπώς, η έκβαση της αιτήσεως αναιρέσεως που εκκρεμεί ενώπιον του Bundesgerichtshof (Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου) εξαρτάται από την ερμηνεία του όρου «έμπορος» και, για την ακρίβεια, από το εάν η PAYBACK συνιστά έμπορο για τους σκοπούς των απαιτήσεων σήμανσης ενεργειακής απόδοσης που προβλέπονται από το άρθρο 6, πρώτο εδάφιο, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 2017/1369 και το άρθρο 4, στοιχείο δʹ, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2019/2013.

22.      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Bundesgerichtshof (Ομοσπονδιακό Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Πρέπει ένα πρόσωπο το οποίο προσφέρει τηλεόραση ως έπαθλο στο πλαίσιο διαδικτυακού διαγωνισμού να θεωρηθεί, όσον αφορά την εν λόγω τηλεόραση, ως “έμπορος” κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 13, του [κανονισμού 2017/1369], με αποτέλεσμα να υποχρεούται να τηρεί τις απαιτήσεις που απορρέουν από το άρθρο 6, πρώτο εδάφιο, στοιχείο αʹ, του [κανονισμού 2017/1369], σε συνδυασμό με το άρθρο 4, στοιχείο δʹ, του [κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2019/2013];»

23.      Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν στο Δικαστήριο η ένωση, η PAYBACK και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

24.      Το Δικαστήριο έκρινε ότι είχε επαρκώς διαφωτιστεί ώστε να αποφανθεί επί της υποθέσεως χωρίς διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 76, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.

III. Ανάλυση

25.      Το έτος 1992 η Ένωση θέσπισε τις απαιτήσεις ενεργειακής σήμανσης για διάφορες οικιακές συσκευές με στόχο να βοηθήσει τους ιδιώτες να αναγνωρίζουν τα ενεργειακά αποδοτικά προϊόντα και να περιορίσει τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις των ενεργειακά λιγότερο αποδοτικών προϊόντων (7). Οι απαιτήσεις αυτές δεν καταλάμβαναν ακόμη τις τηλεοράσεις.

26.      Ωστόσο, το πεδίο εφαρμογής του πλαισίου για την ενεργειακή επισήμανση, το οποίο διέπεται σήμερα από τον κανονισμό 2017/1369, έχει έκτοτε εξελιχθεί και διευρυνθεί ώστε να καταλαμβάνει ένα πολύ ευρύτερο φάσμα προϊόντων (8).

27.      Με βάση την αξιολόγηση κόστους‑οφέλους των απαιτήσεων ενεργειακής σήμανσης, αναδείχθηκε ως προτιμώμενη λύση η επιλογή θέσπισης ενός συστήματος επισήμανσης για την ενεργειακή απόδοση των ηλεκτρονικών διατάξεων απεικόνισης, συμπεριλαμβανομένων των τηλεοράσεων, των οθονών υπολογιστή και των ψηφιακών διατάξεων σήμανσης, καθόσον προσφέρει τη μεγαλύτερη εξοικονόμηση (9).

28.      Ο κανονισμός 2017/1369 αποτυπώνει, στην αιτιολογική του σκέψη 10, την ανάγκη θέσπισης μιας τυποποιημένης, υποχρεωτικής σημάνσεως όλων των συνδεόμενων με την ενέργεια προϊόντων ως αποτελεσματικό μέσο ενημέρωσης των πελατών σχετικά με την ενεργειακή απόδοση των εν λόγω προϊόντων (10). Περαιτέρω, αποσαφηνίζει ότι πρέπει να θεσπιστεί μία ενιαία σήμανση για τις διάφορες ομάδες προϊόντων (11).

29.      Όπως προαναφέρθηκε, το άρθρο 6, πρώτο εδάφιο, στοιχείο αʹ, του εν λόγω κανονισμού επιβάλλει στους προμηθευτές και τους εμπόρους την υποχρέωση να αναφέρουν την τάξη ενεργειακής απόδοσης του προϊόντος στις οπτικές διαφημίσεις ή το τεχνικό υλικό προώθησης, σύμφωνα με τη σχετική κατ’ εξουσιοδότηση πράξη.

30.      Αντιστοίχως, το άρθρο 16 του κανονισμού 2017/1369 αναθέτει στην Επιτροπή την αρμοδιότητα να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση νομοθετικές πράξεις για τη συμπλήρωση του εν λόγω κανονισμού προκειμένου να αποσαφηνιστεί ο τρόπος με τον οποίο θα πρέπει να περιλαμβάνονται στις οπτικές διαφημίσεις και το τεχνικό υλικό προώθησης τόσο η τάξη ενεργειακής απόδοσης όσο και το φάσμα των διαθέσιμων τάξεων ενεργειακής απόδοσης επί της σήμανσης για διαφορετικές ομάδες προϊόντων.

31.      Συνεπώς, όσον αφορά την ενεργειακή σήμανση των ηλεκτρονικών διατάξεων απεικόνισης, όπως οι τηλεοράσεις, η Επιτροπή θέσπισε τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό 2019/2013, ο οποίος καθορίζει την τυποποιημένη ενεργειακή σήμανση για τη συγκεκριμένη ομάδα προϊόντων.

32.      Όπως προαναφέρθηκε, το άρθρο 4, στοιχείο δʹ, του κανονισμού αυτού προσδιορίζει λεπτομερέστερα την υποχρέωση των εμπόρων όσον αφορά τη σήμανση ενεργειακής απόδοσης των ηλεκτρονικών διατάξεων απεικόνισης, διευκρινίζοντας ότι οι έμποροι οφείλουν να μεριμνούν ώστε κάθε οπτική διαφήμιση για συγκεκριμένο μοντέλο αυτού του είδους προϊόντων να περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με την τάξη ενεργειακής απόδοσης και το φάσμα των διαθέσιμων τάξεων ενεργειακής απόδοσης επί της ετικέτας.

33.      Στο πλαίσιο αυτής ακριβώς της υποχρεώσεως ανέκυψε η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως.

34.      Με το προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, κατ’ ουσίαν, εάν η εναγομένη της κύριας δίκης, ως διοργανώτρια διαδικτυακής κληρώσεως, πρέπει να θεωρηθεί «έμπορος» κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 13, του κανονισμού 2017/1369, όσον αφορά την προσφερόμενη ως έπαθλο συσκευή τηλεόρασης, και, ως εκ τούτου, εάν παρέβη την υποχρέωση παροχής πληροφοριών που υπέχει από το άρθρο 6 του κανονισμού αυτού, στο μέτρο που παρέλειψε να αναφερθεί στην τάξη ενεργειακής απόδοσης της εν λόγω συσκευής τηλεόρασης και στο φάσμα των διαθέσιμων τάξεων ενεργειακής απόδοσης.

35.      Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η καθιερωμένη μέθοδος ερμηνείας διατάξεως του δικαίου της Ένωσης συνίσταται στη γραμματική, τελολογική και συστηματική ερμηνεία της επίμαχης νομοθεσίας (12).

36.      Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η εκ μέρους μου ανάλυση του προδικαστικού ερωτήματος θα διαρθρωθεί σε τρία σκέλη.

37.      Καταρχάς, θα εξετάσω το ακριβές γράμμα του άρθρου 2, σημείο 13, του κανονισμού 2017/1369 και τον περιεχόμενο στη διάταξη αυτήν ορισμό του «εμπόρου», προκειμένου να εξακριβώσω εάν οι απαιτήσεις ενεργειακής σήμανσης πρέπει να έχουν εφαρμογή σε πρόσωπα τα οποία προσφέρουν προϊόντα στο πλαίσιο κληρώσεων. Ακολούθως, θα εξετάσω τους γενικότερους πολιτικούς σκοπούς που επιδιώκονται με τις απαιτήσεις ενεργειακής επισήμανσης, προκειμένου να αποσαφηνιστεί εν μέρει το σκοπούμενο πεδίο εφαρμογής της έννοιας του «εμπόρου». Τέλος, θα εξετάσω τον ορισμό της έννοιας «έμπορος» εντός του συνολικού πλαισίου του κανονισμού 2017/1369, αναλύοντας τη σχέση του με τις λοιπές διατάξεις του εν λόγω κανονισμού.

Α.      Γραμματική ερμηνεία της έννοιας «έμπορος»

1.      Γενικές παρατηρήσεις επί του ορισμού

38.      Στο σημείο αυτό είναι σκόπιμο να επισημανθεί ότι στο γράμμα του άρθρου 2, σημείο 13, του κανονισμού 2017/1369 φαίνεται να υπάρχει απόκλιση μεταξύ των διαφόρων γλωσσικών αποδόσεων, ιδίως μεταξύ, αφενός, της απόδοσης στη γερμανική γλώσσα –η οποία αποτελεί και τη γλώσσα διαδικασίας της υποθέσεως της κύριας δίκης– και, αφετέρου, των λοιπών γλωσσικών αποδόσεων.

39.      Σύμφωνα με την απόδοση του άρθρου 2, σημείο 13, του κανονισμού 2017/1369, στη γερμανική γλώσσα, ως «έμπορος» («handler») νοείται το πρόσωπο το οποίο, στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας («im Rahmen einer Geschäftstätigkeit»), είτε επί πληρωμή είτε δωρεάν («entgeltlich oder unentgeltlich»), προσφέρει («anbietet») ή εκθέτει («ausstellt») προϊόντα προς πώληση, μίσθωση ή μίσθωση-αγορά («zum Kauf, zur Miete oder zum Ratenkauf») (13).

40.      Συνεπώς, με βάση τη διατύπωση της απόδοσης στη γερμανική γλώσσα, η δραστηριότητα που συνίσταται στην έκθεση ενός προϊόντος φαίνεται να συνδέεται με τον σκοπό πώλησης, μίσθωσης ή μίσθωσης-αγοράς του. Αυτή η ερμηνεία του όρου «έμπορος» φαίνεται να εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής του συγκεκριμένου ορισμού πρόσωπα τα οποία εκθέτουν προϊόντα για λόγους διαφορετικούς από την άμεση καταβολή αμοιβής.

41.      Αντιθέτως, άλλες γλωσσικές αποδόσεις, για παράδειγμα, στην κροατική (14), τη γαλλική (15), την ιρλανδική (16), την ιταλική (17) και τη σλοβενική (18) γλώσσα, είναι διατυπωμένες κατά τρόπο παρόμοιο με αυτόν της απόδοσης στην αγγλική γλώσσα (19) και ορίζουν ως «έμπορο» κάθε πρόσωπο το οποίο προσφέρει ένα προϊόν προς πώληση, μίσθωση ή μίσθωση-αγορά ή εκθέτει προϊόντα στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας, είτε επί πληρωμή είτε δωρεάν.

42.      Αφενός, η απόδοση του άρθρου 2, σημείο 13, στη γερμανική γλώσσα μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, προκειμένου ένα πρόσωπο να χαρακτηρισθεί ως έμπορος, πρέπει (i) να εκθέτει προϊόντα στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας και (ii) να το πράττει με σκοπό την πώληση, τη μίσθωση ή την αγορά-μίσθωση, όπερ σημαίνει ότι οι δύο αυτές προϋποθέσεις πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς. Αφετέρου, από τις λοιπές προαναφερθείσες γλωσσικές αποδόσεις συνάγεται ότι απλώς και μόνον η δραστηριότητα που συνίσταται στην έκθεση προϊόντων στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας αρκεί για τον χαρακτηρισμό ενός προσώπου ως εμπόρου.

43.      Κατά το άρθρο 1 του κανονισμού 1 του Συμβουλίου (20), όλες οι επίσημες γλώσσες της Ένωσης που απαριθμούνται στην εν λόγω διάταξη θεωρούνται αυθεντικές γλώσσες στις οποίες έχουν συνταχθεί οι πράξεις και, ως εκ τούτου, πρέπει, καταρχήν, να αναγνωρίζεται η ίδια αξία σε όλες τις γλωσσικές αποδόσεις των πράξεων της Ένωσης.

44.      Συνεπώς, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σε περίπτωση αποκλίσεων μεταξύ των γλωσσικών αυτών αποδόσεων, η επίμαχη διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται σε συνάρτηση με την όλη οικονομία και τον σκοπό της ρύθμισης της οποίας αποτελεί μέρος (21).

45.      Κατά συνέπεια, είναι αναγκαία η εξέταση των γενικών σκοπών του κανονισμού 2017/1369, προκειμένου να εξακριβωθεί εάν η αναφερόμενη στο άρθρο 2, σημείο 13, δραστηριότητα που συνίσταται στην έκθεση προϊόντων πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι πρέπει να συνδέεται με σκοπούς πώλησης, μίσθωσης ή αγοράς-μίσθωσης –με συνέπεια να αποκλείονται διαφημίσεις όπως η επίμαχη στην υπό κρίση υπόθεση– ή εάν η δραστηριότητα που συνίσταται στην έκθεση προϊόντων πρέπει να νοείται ως ανεξάρτητη από τους σκοπούς αυτούς –με συνέπεια ο ορισμός του «εμπόρου» να έχει την έννοια ότι καλύπτει και διαφημίσεις όπως η επίμαχη στην υπό κρίση υπόθεση.

46.      Ωστόσο, πριν από την ανάλυση των σκοπών του εν λόγω κανονισμού, θα εκθέσω συνοπτικώς ορισμένες παρατηρήσεις επί των επιχειρημάτων που προβλήθηκαν από την Επιτροπή, την εναγομένη της κύριας δίκης και την ένωση σχετικά με το γράμμα του άρθρου 2, σημείο 13, του κανονισμού αυτού.

2.      Ειδικές παρατηρήσεις σχετικά με την απαίτηση πληρωμής

47.      Βάσει ακριβώς της απόδοσης στη γερμανική γλώσσα του άρθρου 2, σημείο 13, του κανονισμού 2017/1369, τόσο η PAYBACK όσο και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι ο διοργανωτής κληρώσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί έμπορος κατά την έννοια του εν λόγω κανονισμού.

48.      Διατείνονται, μεταξύ άλλων, ότι δεδομένου ότι η PAYBACK δεν εμπλέκεται στην πώληση, τη μίσθωση ή τη μίσθωση-αγορά του επίμαχου προϊόντος, στο μέτρο που ούτε αναφέρει την τιμή των διαφόρων προϊόντων ούτε ενθαρρύνει τους πελάτες να τα αγοράσουν, δεν εμπίπτει στον ορισμό της έννοιας «έμπορος» που περιλαμβάνεται στο άρθρο 2, σημείο 13, του κανονισμού 2017/1369, παρότι η εναγομένη της κύριας δίκης εκθέτει το προϊόν στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας.

49.      Μολονότι αυτή η ερμηνεία του όρου «έμπορος» φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, να είναι σύμφωνη με την απόδοση του συγκεκριμένου ορισμού στη γερμανική γλώσσα, η αποδοχή της θα είχε, κατ’ ουσίαν, ως συνέπεια να καταστεί άνευ περιεχομένου η φράση «είτε επί πληρωμή είτε δωρεάν», η οποία είναι κοινή σε όλες τις γλωσσικές αποδόσεις.

50.      Υπό το πρίσμα της ως άνω εκτιμήσεως, η ένωση υποστηρίζει ότι η έννοια του «εμπόρου» δεν περιορίζεται μόνο σε επιχειρήσεις οι οποίες προσφέρουν αγαθά προς πώληση, αλλά περιλαμβάνει επίσης και εκείνες που παρέχουν προϊόντα δωρεάν μέσω, για παράδειγμα, της προσφοράς τους ως επάθλων στο πλαίσιο κληρώσεως. Στην περίπτωση αυτή, η εναγομένη της κύριας δίκης συνιστά έμπορο κατά την έννοια του κανονισμού 2017/1369.

51.      Πράγματι, η πρόσθετη διευκρίνιση «είτε επί πληρωμή είτε δωρεάν» υποδηλώνει ότι η απουσία καταβολής αντιτίμου ουδεμία επιρροή ασκεί και ότι τα προϊόντα δεν απαιτείται να εκτίθενται μόνο στο πλαίσιο πώλησης, μίσθωσης ή μίσθωσης-αγοράς. Τούτο ενισχύει έτι περαιτέρω την ερμηνεία του όρου «έμπορος» υπό την έννοια ότι περιλαμβάνει και πρόσωπα τα οποία εκθέτουν προϊόντα στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας ανεξάρτητα από την καταβολή αντιτίμου, όπως συνάγεται από την απόδοση της διάταξης στην αγγλική και σε άλλες γλώσσες.

52.      Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται περαιτέρω από τον ορισμό της έννοιας «πελάτης» που περιέχεται στον κανονισμό 2017/1369. Το άρθρο 2, σημείο 16, του εν λόγω κανονισμού ορίζει ότι ως «πελάτης» νοείται «κάθε πρόσωπο που αγοράζει, μισθώνει ή λαμβάνει προϊόν για ιδία χρήση είτε ενεργεί είτε δεν ενεργεί για σκοπούς που δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή επαγγελματική του δραστηριότητα» (22).

53.      Η χρήση της λέξεως «λαμβάνει» στον ως άνω ορισμό προϋποθέτει ότι πρόσωπα τα οποία λαμβάνουν προϊόντα χωρίς την καταβολή αντιτίμου, είτε ως δώρα είτε ως έπαθλα κληρώσεως, μπορούν επίσης να εμπίπτουν στον ορισμό του «πελάτη».

54.      Κατόπιν των ανωτέρω, βάσει του ρητού γράμματος των εν λόγω διατάξεων, καταλήγω, καταρχάς, στο συμπέρασμα ότι οι διοργανωτές κληρώσεων, όπως η εναγομένη της κύριας δίκης, οι οποίοι εκθέτουν προϊόντα στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας, ανεξάρτητα από το εάν προβλέπεται ή όχι αντίτιμο, πρέπει να θεωρούνται «έμποροι» κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 13, του κανονισμού 2017/1369 και, ως εκ τούτου, υπόκεινται στις απαιτήσεις ενεργειακής σήμανσης που προβλέπονται από τον εν λόγω κανονισμό σε συνδυασμό με τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό 2019/2013.

55.      Τούτου λεχθέντος, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομολογία του Δικαστηρίου, για την ερμηνεία διατάξεως του δικαίου της Ένωσης επιβάλλεται η εξέταση των σκοπών που επιδιώκει η εν λόγω ρύθμιση καθώς και του πλαισίου στο οποίο αυτή εντάσσεται.

Β.      Σκοποί του κανονισμού 2017/1369

56.      Εφόσον, από γραμματικής απόψεως, χωρούν περισσότερες από μία ερμηνείες του πεδίου εφαρμογής των απαιτήσεων ενεργειακής σήμανσης, είναι απαραίτητο, προκειμένου να καθοριστεί εάν η εναγομένη της κύριας δίκης υπέχει πράγματι υποχρέωση να εκθέτει τη σχετική σήμανση, να διευκρινιστούν οι λόγοι για τους οποίους ο νομοθέτης της Ένωσης θέσπισε εξαρχής τις εν λόγω απαιτήσεις.

57.      Από τις αιτιολογικές σκέψεις 2 και 10 του κανονισμού 2017/1369 συνάγεται ότι οι βασικοί σκοποί του συγκεκριμένου κανονισμού συνίστανται, πρώτον, στην παροχή της δυνατότητας στους πελάτες να προβαίνουν σε τεκμηριωμένες επιλογές όσον αφορά την ενεργειακή κατανάλωση των συνδεόμενων με την ενέργεια προϊόντων (23) και, δεύτερον, στην προώθηση της καινοτομίας μέσω της ενθάρρυνσης των κατασκευαστών στην παραγωγή ενεργειακά αποδοτικότερων προϊόντων.

58.      Αμφότεροι οι ως άνω σκοποί εμπίπτουν στον τρίτο στόχο και στους ευρύτερους πολιτικούς στόχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το περιβάλλον και την κλιματική αλλαγή και αποτελούν ουσιώδες στοιχείο του πλαισίου πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το κλίμα και την ενέργεια έως το 2030. Η βελτίωση της αποδοτικότητας των συνδεόμενων με την ενέργεια προϊόντων μέσω των τεκμηριωμένων επιλογών από την πλευρά των πελατών και η ανάπτυξη ενεργειακά αποδοτικότερων προϊόντων σκοπεί στη βελτίωση των περιβαλλοντικών επιδόσεων των συνδεόμενων με την ενέργεια προϊόντων (24).

59.      Για τους σκοπούς της υπό κρίση υποθέσεως, θα εξετάσω ακολούθως κάθε έναν από τους τρεις αυτούς σκοπούς σε συνάρτηση με το προδικαστικό ερώτημα.

1.      Τεκμηριωμένες επιλογές των πελατών

60.      Όπως προαναφέρθηκε, ο κανονισμός 2017/1369 σκοπεί να διασφαλίσει ότι στους πελάτες παρέχονται επακριβείς, σημαντικές και συγκρίσιμες πληροφορίες σχετικά με την κατανάλωση ενέργειας των συνδεόμενων με την ενέργεια προϊόντων, προκειμένου να διευκολυνθούν ώστε να επιλέγουν προϊόντα που χρησιμοποιούν λιγότερη ενέργεια κατά τη χρήση τους επιτρέποντάς τους «να προβλέπουν τον άμεσο αντίκτυπο των επιλογών τους στους λογαριασμούς τους» (25).

61.      Τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι, παρά την αυξημένη τιμή αγοράς των ενεργειακά αποδοτικότερων προϊόντων, η απόκτηση των προϊόντων αυτών συνεπάγεται οικονομικά οφέλη για τους πελάτες (26). Συνεπώς, ο νομοθέτης της Ένωσης προέβλεψε ότι οι πελάτες είναι πρόθυμοι να προβούν σε βραχυπρόθεσμες οικονομικές θυσίες επιλέγοντας προϊόντα που κοστίζουν ακριβότερα, τα οποία όμως προσφέρουν σημαντική εξοικονόμηση ενέργειας και κόστους στο σύνολο του κύκλου ζωής του προϊόντος (27).

62.      Προκειμένου να αναπτυχθεί περαιτέρω το συγκεκριμένο σημείο είναι ενδεχομένως σκόπιμο να εξεταστεί μια μελέτη του 2014 σχετικά με τον αντίκτυπο της ενεργειακής σήμανσης, στο πλαίσιο της οποίας καταδείχθηκε η προθυμία των πελατών να προβούν σε βραχυπρόθεσμες θυσίες επιλέγοντας προϊόντα των οποίων η απόκτηση ενδέχεται να είναι ακριβότερη, πλην όμως προσφέρουν σημαντική εξοικονόμηση ενέργειας και κόστους κατά τη διάρκεια του κύκλου ζωής τους. Η μελέτη αυτή, την οποία επικαλείται η Επιτροπή στην αιτιολογική της έκθεση για τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό 2019/2013, αποκάλυψε ότι η πλειοψηφία των ερωτηθέντων λαμβάνει υπόψη της την ενεργειακή σήμανση και είναι διατεθειμένη να καταβάλει επιπλέον χρήματα για την απόκτηση ενεργειακά αποδοτικότερων προϊόντων (28).

63.      Ομοίως, σε μια εκτίμηση επιπτώσεων της ενεργειακής σήμανσης για τις οικιακές συσκευές, η πλειοψηφία των ερωτηθέντων επισήμανε ότι οι περιεχόμενες στις ετικέτες ενεργειακής σήμανσης πληροφορίες σχετικά με την ενεργειακή απόδοση διαδραματίζουν «μεγάλο ή εξαιρετικά σημαντικό» ρόλο στη διαμόρφωση των αποφάσεών τους (29).

64.      Από τα ανωτέρω στοιχεία προκύπτει ότι οι πελάτες όχι μόνον αναμένουν αξιόπιστες πληροφορίες σχετικά με την ενεργειακή απόδοση ενός προϊόντος, αλλά και ότι αποδίδουν ιδιαιτέρως μεγάλη σημασία στις πληροφορίες αυτές κατά την απόφασή τους σχετικά με την απόκτηση ή τη χρήση ενός προϊόντος. Περαιτέρω προκύπτει ότι ενδέχεται να αποθαρρύνονται από την αγορά ενεργειακά λιγότερο αποδοτικών προϊόντων τα οποία είναι πιθανόν να συνεπάγονται υψηλότερο λειτουργικό κόστος.

65.      Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, η ενεργειακή απόδοση ενός συνδεόμενου με την ενέργεια προϊόντος αποτελεί καθοριστικό παράγοντα που επηρεάζει την απόφαση ενός ιδιώτη να συμμετάσχει στην κλήρωση στο πλαίσιο της οποίας προσφέρεται το εν λόγω προϊόν, καθόσον η χαμηλή ενεργειακή απόδοση του εν λόγω προϊόντος ενδέχεται να τον αποθαρρύνει από τη συμμετοχή του.

66.      Έχει όμως η φράση «τεκμηριωμένη επιλογή του πελάτη» την έννοια ότι συνδέεται αποκλειστικά με την αγορά ενός προϊόντος ή καταλαμβάνει επίσης και τις αποφάσεις των πελατών να λάβουν μέρος σε μια κλήρωση;

67.      Προβάλλοντας ότι η ενεργειακή σήμανση αποσκοπεί στη διευκόλυνση των τεκμηριωμένων συγκρίσεων μεταξύ ανταγωνιστικών προϊόντων, η PAYBACK και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι ο διοργανωτής ενός διαγωνισμού δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «έμπορος», δεδομένου ότι οι συμμετέχοντες δεν δύνανται να επιλέξουν μεταξύ διαφορετικών μοντέλων του ίδιου προϊόντος, αλλά τους παρέχεται απλώς η δυνατότητα να συμμετάσχουν στην κλήρωση για τα συγκεκριμένα προσφερόμενα έπαθλα.

68.      Μολονότι το ως άνω επιχείρημα δεν στερείται αξίας, αυτή η συσταλτική ερμηνεία του συγκεκριμένου σκοπού φαίνεται να υπονομεύει τους ευρύτερους σκοπούς προστασίας του περιβάλλοντος που επιδιώκονται με τις απαιτήσεις ενεργειακής σήμανσης.

69.      Όπως επισημάνθηκε, στόχος των απαιτήσεων ενεργειακής σήμανσης είναι η παροχή της δυνατότητας στους πελάτες να προβλέπουν τον περιβαλλοντικό και οικονομικό αντίκτυπο των επιλογών τους όσον αφορά την πιθανή μελλοντική χρήση ενός συνδεόμενου με την ενέργεια προϊόντος.

70.      Καίτοι ο όρος «επιλογή» δεν ορίζεται στον κανονισμό 2017/1369, ο πρωταρχικός στόχος του κανονισμού αυτού –δηλαδή η προώθηση των ευρύτερων πολιτικών στόχων της Ένωσης για την επίτευξη υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών και του περιβάλλοντος, όπως ορίζονται στο άρθρο 169, παράγραφος 1, και το άρθρο 191, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ– δικαιολογεί μια ευρεία ερμηνεία του εν λόγω όρου προκειμένου να διασφαλιστεί η πλήρης αποτελεσματικότητα των απαιτήσεων ενεργειακής σήμανσης.

71.      Σε αυτό το πλαίσιο, ο σκοπός του κανονισμού 2017/1369, ο οποίος συνίσταται στην παροχή της δυνατότητας στους πελάτες να προβαίνουν σε «τεκμηριωμένες επιλογές», δεν πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι εφαρμόζεται μόνο σε περιπτώσεις αγοράς, αλλά, όπως υποστηρίζει η ένωση, έχει εφαρμογή σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες προσφέρονται συνδεόμενα με την ενέργεια προϊόντα, είτε επί πληρωμή είτε ως πιθανά έπαθλα στο πλαίσιο κληρώσεως.

72.      Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, κατά τη γνώμη μου, ο στόχος που συνίσταται στην παροχή της δυνατότητας στους πελάτες να προβαίνουν σε ενεργειακά συνειδητές και οικονομικά αποδοτικές επιλογές όσον αφορά τα συνδεόμενα με την ενέργεια προϊόντα, προκειμένου να αυξήσουν την εξοικονόμηση ενέργειας και να μειώσουν τους λογαριασμούς τους ενέργειας δεν περιορίζεται σε αποφάσεις που συνεπάγονται καταβολή αντιτίμου, αλλά περιλαμβάνει και κάθε επιλογή του πελάτη στην οποία μπορούν να ληφθούν υπόψη οι πληροφορίες σχετικά με την ενεργειακή απόδοση, ανεξάρτητα από το πλαίσιο στο οποίο προσφέρεται ή αποκτάται το προϊόν.

2.      Ενθάρρυνση της καινοτομίας

73.      Πέραν των περιβαλλοντικών οφελών και των οικονομικών πλεονεκτημάτων για τους πελάτες, οι απαιτήσεις ενεργειακής σήμανσης σε επίπεδο Ένωσης προωθούν και κατευθύνουν την καινοτομία και τις επενδύσεις σε ενεργειακά αποδοτικότερα προϊόντα (30).

74.      Οι απαιτήσεις ενεργειακής σήμανσης, μέσω της ενημέρωσης των πελατών για τα δυνητικά οικονομικά οφέλη που συνεπάγεται η επιλογή ενεργειακά αποδοτικότερων προϊόντων και, ως εκ τούτου, της αποτροπής τους από την επιλογή ενεργειακά λιγότερο αποδοτικών προϊόντων, παρέχουν κίνητρα στους κατασκευαστές για την ανάπτυξη και παραγωγή ενεργειακά αποδοτικότερων προϊόντων προκειμένου αυτοί να αποκτήσουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα (31).

75.      Συνεπώς, όσο πιο φιλόδοξες γίνονται οι απαιτήσεις ενεργειακής σήμανσης για τα συνδεόμενα με την ενέργεια προϊόντα, τόσο μεγαλύτερη καθίσταται η δυνατότητα που παρέχεται στις επιχειρήσεις για θετική διαφοροποίηση των ιδίων και των προϊόντων τους από εκείνα των ανταγωνιστών τους προάγοντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο, την καινοτομία (32).

76.      Ως εκ τούτου, οι απαιτήσεις ενεργειακής σήμανσης αποσκοπούν στην επιβράβευση των προϊόντων με την καλύτερη απόδοση μέσω της υποχρεωτικής κατάταξης, παρέχοντας πλεονέκτημα πρωτοβουλίας στις επιχειρήσεις που κατασκευάζουν ενεργειακά αποδοτικότερα προϊόντα (33).

77.      Επιπλέον, η αιτιολογική σκέψη 34 του κανονισμού 2017/1369 εξουσιοδοτεί τα κράτη μέλη να δημιουργούν κίνητρα για την παραγωγή και χρήση των εν λόγω προϊόντων. Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν ελεύθερα τον χαρακτήρα των κινήτρων αυτών.

78.      Υπό το πρίσμα των ανωτέρω εκτιμήσεων, η εξαίρεση οποιουδήποτε προσώπου το οποίο εκθέτει συνδεόμενα με την ενέργεια προϊόντα για λόγους άλλους από την άμεση καταβολή αντιτίμου –πλην όμως στο πλαίσιο άσκησης εμπορικής δραστηριότητας– από τις υποχρεώσεις που προβλέπονται από τον κανονισμό 2017/1369 υπονομεύει, κατά τη γνώμη μου, τον στόχο που συνίσταται στην προώθηση της καινοτομίας. Μια τέτοια εξαίρεση θα αποδυνάμωνε τον μηχανισμό επιβράβευσης των ενεργειακά αποδοτικότερων προϊόντων, των κατασκευαστών που τα παράγουν και των εμπόρων που τα διαθέτουν.

3.      Προώθηση της κλιματικής και περιβαλλοντικής προστασίας

79.      Η σήμανση ενεργειακής απόδοσης όχι μόνον ενισχύει την προστασία των καταναλωτών και ενθαρρύνει τις βιομηχανίες στην ανάπτυξη και παραγωγή ενεργειακά αποδοτικότερων προϊόντων, αλλά συμβάλλει και στην επίτευξη των στόχων της Ένωσης για την ενεργειακή απόδοση το 2020 και το 2030, καθώς και των στόχων της για το περιβάλλον και την κλιματική αλλαγή (34).

80.      Μέσω της παροχής κινήτρων για την ανάπτυξη και παραγωγή ενεργειακά αποδοτικότερων προϊόντων, ο κανονισμός 2017/1369 αποσκοπεί στην περαιτέρω αξιοποίηση του δυναμικού της ενεργειακής απόδοσης για τη συγκράτηση της ζήτησης ενέργειας και τη συνακόλουθη μείωση της ενεργειακής εξάρτησης της Ένωσης στο σύνολό της (35).

81.      Ως εκ τούτου, οι απαιτήσεις ενεργειακής σήμανσης που προβλέπονται από τον κανονισμό 2017/1369 αποβλέπουν στη διευκόλυνση της επίτευξης των φιλόδοξων στόχων της περιβαλλοντικής πολιτικής για τη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας και των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου στην Ένωση (36).

82.      Οι απαιτήσεις ενεργειακής σήμανσης δικαιολογούνται από το απλό γεγονός ότι τα συνδεόμενα με την ενέργεια προϊόντα μπορούν να έχουν αρνητικό αντίκτυπο στο περιβάλλον ανάλογα με τον τρόπο κατασκευής, χρήσης και απόρριψής τους (37).

83.      Ως εκ τούτου, η επιτυχία ή αποτυχία υλοποίησης των ευρύτερων στόχων προστασίας του περιβάλλοντος που επιδιώκει ο κανονισμός 2017/1369, ιδίως δε του στόχου της βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης των συνδεόμενων με την ενέργεια προϊόντων μέσω της τεκμηριωμένης επιλογής των πελατών, εξαρτάται εγγενώς από την αποτελεσματικότητα του εν λόγω κανονισμού στο να αποτρέπει τους πελάτες από τη χρήση ενεργειακά λιγότερο αποδοτικών προϊόντων. Τούτο, με τη σειρά του, ωθεί τις επιχειρήσεις να δίνουν προτεραιότητα στην παραγωγή ενεργειακά αποδοτικότερων προϊόντων μειώνοντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο, τη χρήση και τη διαθεσιμότητα στην αγορά των ενεργειακά λιγότερο αποδοτικών προϊόντων και περιορίζοντας τις επιπτώσεις των προϊόντων αυτών στο περιβάλλον.

84.      Για τον λόγο αυτόν, η φράση «τεκμηριωμένη επιλογή του πελάτη» πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι παραπέμπει στη δυνατότητα του πελάτη να αξιολογεί τόσο τις περιβαλλοντικές όσο και τις οικονομικές συνέπειες της μελλοντικής χρήσης ενός συνδεόμενου με την ενέργεια προϊόντος και να ενεργεί με βάση τη γνώση αυτή σε κάθε περίπτωση που του προσφέρονται συνδεόμενα με την ενέργεια προϊόντα, είτε επί πληρωμή είτε δωρεάν, συμπεριλαμβανομένων και των ενδεχόμενων επάθλων στο πλαίσιο κληρώσεως.

85.      Ως εκ τούτου, κατά τη γνώμη μου, η συσταλτική ερμηνεία του όρου «έμπορος», κατά το άρθρο 2, σημείο 13, του κανονισμού 2017/1369 –διά του περιορισμού του πεδίου εφαρμογής της υποχρέωσης ενεργειακής σήμανσης μόνο στα πρόσωπα που εκθέτουν προϊόντα τα οποία προσφέρονται αποκλειστικά επί πληρωμή–, υπονομεύει την αποτελεσματικότητα του εν λόγω κανονισμού ως προς την επίτευξη των ευρύτερων στόχων του περί περιβαλλοντικής προστασίας. Η στενή αυτή ερμηνεία θα στερούσε από τους πελάτες τη δυνατότητα λήψης τεκμηριωμένων αποφάσεων οι οποίες είναι φιλικές προς το περιβάλλον και συνειδητές από ενεργειακής απόψεως όσον αφορά τα συνδεόμενα με την ενέργεια προϊόντα που προσφέρονται για λόγους διαφορετικούς από την άμεση καταβολή αντιτίμου, δηλαδή, είτε δωρεάν είτε ως έπαθλα στο πλαίσιο κληρώσεως (όπως στην υπό κρίση υπόθεση).

86.      Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, η ανάλυση όσον αφορά τον γενικό σκοπό των απαιτήσεων ενεργειακής σήμανσης με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο όρος «έμπορος», κατά το άρθρο 2, σημείο 13, του κανονισμού 2017/1369, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι περιλαμβάνει πρόσωπα τα οποία, στο πλαίσιο άσκησης εμπορικής δραστηριότητας, διαφημίζουν συνδεόμενα με την ενέργεια προϊόντα για λόγους άλλους από την άμεση καταβολή αμοιβής, όπως για παράδειγμα στο πλαίσιο κληρώσεως.

87.      Κατόπιν των ανωτέρω, η ανάλυση που ακολουθεί σχετικά με την όλη οικονομία του πλαισίου ενεργειακής σήμανσης θα χρησιμεύσει για τον έλεγχο του βασίμου της ερμηνείας αυτής.

Γ.      Η όλη οικονομία

88.      Παρά το ανωτέρω συμπέρασμα, εξακολουθούν να υπάρχουν αρκετά στοιχεία της υποχρεώσεως ενεργειακής σήμανσης τα οποία χρήζουν βαθύτερης αναλύσεως και τα οποία θα διαφωτίσουν έτι περαιτέρω τις πραγματικές προθέσεις του νομοθέτη της Ένωσης.

89.      Υπενθυμίζεται ότι η PAYBACK πρέπει να θεωρηθεί «έμπορος» κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 13, του κανονισμού 2017/1369, εφόσον μπορεί να θεωρηθεί ότι εκθέτει την επίμαχη συσκευή τηλεόρασης στους πελάτες στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας, είτε επί πληρωμή είτε δωρεάν.

1.      Η έννοια του «πελάτη»

90.      Όπως προαναφέρθηκε, από την αιτιολογική σκέψη 10 του κανονισμού 2017/1369 συνάγεται ότι ο κύριος σκοπός της ενεργειακής σήμανσης συνίσταται στην παροχή επακριβών, σημαντικών και συγκρίσιμων πληροφοριών στους πελάτες για τη συγκεκριμένη κατανάλωση ενέργειας των συνδεόμενων με την ενέργεια προϊόντων, η οποία τους διευκολύνει να επιλέξουν προϊόντα που καταναλώνουν λιγότερη ενέργεια.

91.      Μολονότι ο όρος «πελάτης» μπορεί, γενικώς, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι υποδηλώνει την ύπαρξη σχέσεως συναλλαγής με έναν έμπορο, από τον οποίο ο πελάτης αγοράζει ένα προϊόν, εντούτοις, για τους σκοπούς του κανονισμού 2017/1369, ως «πελάτης» νοείται, όπως ρητώς ορίζει το άρθρο 2, σημείο 16, του κανονισμού αυτού, κάθε πρόσωπο το οποίο αγοράζει, μισθώνει ή λαμβάνει ένα προϊόν.

92.      Η χρήση του όρου «λαμβάνει» στον ορισμό αυτόν υποδηλώνει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης δεν είχε την πρόθεση να περιορίσει την έννοια του «πελάτη» ώστε αυτή να περιλαμβάνει μόνον τους ιδιώτες εκείνους που λαμβάνουν ένα προϊόν έναντι πληρωμής (δηλαδή, με την αγορά του εν λόγω προϊόντος), αλλά ότι επιθυμούσε ο ορισμός αυτός να καταλαμβάνει και πρόσωπα τα οποία λαμβάνουν προϊόντα από εμπόρους δωρεάν.

93.      Η πρόθεση αυτή του νομοθέτη που υποκρύπτεται πίσω από τη συγκεκριμένη διατύπωση καθίσταται ακόμη εμφανέστερη συγκρινόμενη με τη διατύπωση που χρησιμοποίησε ο νομοθέτης της Ένωσης στην οδηγία 2010/30, η οποία αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό 2017/1369.

94.      Από την αιτιολογική σκέψη 14 της οδηγίας 2010/30 προέκυπτε ότι οι προβλεπόμενες από την εν λόγω οδηγία απαιτήσεις ενεργειακής σήμανσης είχαν θεσπιστεί προκειμένου να παροτρύνουν τους καταναλωτές «να αγοράζουν [ενεργειακά] αποδοτικότερα προϊόντα» (38).

95.      Επιπλέον, το άρθρο 10 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο διέπει την έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, όριζε ότι οι πληροφορίες που περιέχονται στην ετικέτα ενεργειακής σήμανσης για συγκεκριμένα προϊόντα πρέπει να «παρέχουν στους τελικούς χρήστες τη δυνατότητα να αποφασίζουν για τις αγορές τους μετά λόγου γνώσεως» (39).

96.      Η ρητή αναφορά σε «αποφάσεις για τις αγορές τους» στην εν λόγω οδηγία περιορίζει το πεδίο εφαρμογής των υποχρεώσεων ενεργειακής σήμανσης σε καταστάσεις αμιγώς εμπορικών συναλλαγών που συνεπάγονται την καταβολή αντιτίμου.

97.      Αντιθέτως, κατά την ισχύουσα νομοθεσία και σύμφωνα με το άρθρο 2, σημείο 16, του κανονισμού 2017/1369, ο όρος «πελάτης» παραπέμπει σε κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αγοράζει, μισθώνει ή λαμβάνει προϊόντα.

98.      Ομοίως, όσον αφορά τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, το άρθρο 16, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, του κανονισμού αυτού παραπέμπει επίσης σε «πελάτες» χωρίς οποιαδήποτε αναφορά σε «αγορές».

99.      Η σαφής αυτή διαφορά στη διατύπωση που χρησιμοποιείται στον κανονισμό 2017/1369 σε σύγκριση με τον προηγούμενο κανονισμό είναι, κατά τη γνώμη μου, ενδεικτική της αδιαμφισβήτητης πρόθεσης διεύρυνσης του πεδίου εφαρμογής των απαιτήσεων ενεργειακής σήμανσης προκειμένου να περιληφθούν και πρόσωπα στα οποία προσφέρονται προϊόντα συνδεόμενα με την ενέργεια χωρίς την καταβολή αντιτίμου.

100. Δεδομένου ότι οι κύριες συμβάσεις επί πληρωμή, δηλαδή η πώληση και η μίσθωση, μνημονεύονται ήδη στον κανονισμό 2017/1369, και ελλείψει οποιουδήποτε άλλου ρητού περιορισμού, φρονώ ότι η χρήση του όρου «λαμβάνει» στο άρθρο 2, σημείο 16, του εν λόγω κανονισμού συνάδει με την άποψη ότι ο ορισμός της έννοιας «πελάτης» περιλαμβάνει πρόσωπα τα οποία λαμβάνουν προϊόντα δωρεάν.

2.      Η έννοια της «εμπορικής δραστηριότητας»

101. Όπως προαναφέρθηκε, η έκθεση συνδεόμενων με ενέργεια προϊόντων σε πελάτη δεν είναι από μόνη της ικανή να ενεργοποιήσει την υποχρέωση ενεργειακής σήμανσης του εμπόρου αλλά η «έκθεση» αυτή πρέπει επίσης να πραγματοποιείται «στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας, είτε επί πληρωμή είτε δωρεάν».

102. Στην αίτησή του για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, το αιτούν δικαστήριο θέτει το σχετικό ερώτημα εάν «οποιουδήποτε είδους εμπορική δραστηριότητα» αρκεί προκειμένου ένα πρόσωπο να θεωρηθεί «έμπορος» κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 13, του κανονισμού 2017/1369.

103. Στις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν στο Δικαστήριο, τόσο η PAYBACK όσο και η Επιτροπή επανέλαβαν ότι η προσφερόμενη ως έπαθλο συσκευή τηλεόρασης ούτε διαφημίστηκε με σκοπό την πώληση, τη μίσθωση ή τη μίσθωση-αγορά ούτε η PAYBACK ανέφερε ότι ήταν διαθέσιμη προς πώληση από οποιαδήποτε από τις συμμετέχουσες εταιρίες και, ως εκ τούτου, υποστηρίζουν ότι δεν υφίσταται επαρκής σύνδεση μεταξύ της εμπορικής δραστηριότητας της εναγομένης, η οποία διοργανώνει το πρόγραμμα πόντων επιβράβευσης, και της έκθεσης της επίμαχης τηλεοράσεως, προκειμένου να μπορέσει να τύχει εφαρμογής ο ορισμός του «εμπόρου».

104. Ομοίως, η PAYBACK υποστηρίζει ότι η έννοια της «εμπορικής δραστηριότητας» για τους σκοπούς ορισμού του «εμπόρου» δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι εκτείνεται σε «οποιουδήποτε είδους εμπορική δραστηριότητα», καθόσον η ερμηνεία αυτή παραβλέπει τη ρητή χρήση των όρων «αγορά, μίσθωση ή μίσθωση-αγορά» στον συγκεκριμένο ορισμό.

105. Επιπλέον, η PAYBACK επισημαίνει ότι εάν αρκούσε η άσκηση «οποιουδήποτε είδους εμπορικής δραστηριότητας» προκειμένου ένα πρόσωπο να θεωρείται «έμπορος» και, συνεπώς, να υπόκειται στις απαιτήσεις ενεργειακής σήμανσης, δεν θα επηρεάζονταν μόνον οι διοργανωτές κληρώσεων. Κατά την άποψή της, σε περίπτωση που μια τέτοια ερμηνεία ήταν ορθή, θα κατέληγε στο παράλογο αποτέλεσμα όλα τα μέσα ενημέρωσης –όπως εφημερίδες, περιοδικά ή τηλεοπτικά κανάλια–, τα οποία αναφέρουν ένα συγκεκριμένο συνδεόμενο με την ενέργεια προϊόν σε κάποια καταχώριση, να υποχρεούνται σε συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις ενεργειακής σήμανσης.

106. Υπενθυμίζεται ότι η PAYBACK διαχειρίζεται ένα πρόγραμμα πόντων επιβράβευσης στο οποίο συμμετέχουν πλείονες εταιρίες και το οποίο αποσκοπεί στη διατήρηση πιστών πελατών και την προσέλκυση νέων για τις συμμετέχουσες εταιρίες· συνεπώς, αυτή θεωρείται ότι είναι η εμπορική δραστηριότητα της εναγομένης.

107. Πρώτον, αμφισβητώ την αξιοπιστία του ισχυρισμού ότι μεταξύ της εμπορικής πρακτικής της PAYBACK και της εκ μέρους της διαφήμισης του επίμαχου προϊόντος δεν υφίσταται επαρκής σύνδεση.

108. Όπως επιβεβαιώνει η ίδια η PAYBACK με τις γραπτές παρατηρήσεις της, η εμπορική της δραστηριότητα έχει ως κύριο στόχο την «προσέλκυση και διατήρηση πελατών». Ομοίως, ο στόχος της διοργάνωσης της επίμαχης κληρώσεως συνίσταται στην αύξηση της ελκυστικότητας του προγράμματος πόντων επιβράβευσης για τους νέους και υφιστάμενους πελάτες. Συνεπώς, η διοργάνωση της κληρώσεως αποσκοπεί στη στήριξη και την ενίσχυση της εμπορικής της δραστηριότητας. Ως εκ τούτου, υπό την επιφύλαξη τελικής επαληθεύσεως από το αιτούν δικαστήριο, η έκθεση της συσκευής τηλεόρασης και η εμπορική δραστηριότητα της εναγομένης της κύριας δίκης φαίνεται να συνδέονται άρρηκτα.

109. Δεύτερον, η έννοια «εμπορική δραστηριότητα» δεν ορίζεται ρητώς στον κανονισμό 2017/1369. Παρά ταύτα, ο εν λόγω κανονισμός και ο κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός 2019/2013 αποτελούν ρυθμίσεις του δικαίου της Ένωσης που διέπουν συγκεκριμένες πτυχές αθέμιτων εμπορικών πρακτικών (40), κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 4, της οδηγίας 2005/29/ΕΚ (41). Ως εκ τούτου, μπορούν να αντληθούν ορισμένες κατευθύνσεις από την εν λόγω οδηγία για τους σκοπούς του ορισμού της «εμπορικής δραστηριότητας» κατά την έννοια του κανονισμού 2017/1369.

110. Μολονότι η ίδια η έννοια της «εμπορικής δραστηριότητας» δεν ορίζεται στην οδηγία 2005/29, εντούτοις, το άρθρο 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας αυτής ορίζει τις «εμπορικές πρακτικές» χρησιμοποιώντας μια ιδιαιτέρως ευρεία διατύπωση· οι πρακτικές που περιλαμβάνονται στον εν λόγω όρο πρέπει να είναι εμπορικής φύσεως, δηλαδή να προέρχονται από εμπόρους (42) και να συνδέονται άμεσα με την προώθηση, πώληση ή προμήθεια των προϊόντων τους σε πελάτες (43).

111. Η χρήση του όρου «ή προμήθεια» στον εν λόγω ορισμό φαίνεται ότι περιλαμβάνει και την προμήθεια προϊόντων χωρίς την καταβολή αντιτίμου. Αυτή η ερμηνεία του ως άνω ορισμού επιρρωννύεται από το γεγονός ότι, στο πλαίσιο του ίδιου ορισμού, ο όρος αυτός διαχωρίζεται, και, συνεπώς, διακρίνεται από τη δραστηριότητα που συνίσταται στην πώληση προϊόντων και μνημονεύεται στον ίδιο ορισμό. Επομένως, η προσφορά ενός προϊόντος σε πελάτη ως έπαθλο που μπορεί να αποκτηθεί στο πλαίσιο κληρώσεως μπορεί ευλόγως να θεωρηθεί ότι συνιστά προμήθεια του προϊόντος αυτού σε πελάτη και, συνεπώς, εμπίπτει στον ορισμό των εμπορικών πρακτικών που περιλαμβάνεται στην οδηγία 2005/29.

112. Η εφαρμογή της ευρείας αυτής ερμηνείας των εμπορικών πρακτικών στην έννοια του «εμπόρου» που περιέχεται στο άρθρο 2, σημείο 13, του κανονισμού 2017/1369 συνάδει τόσο με τη ρητή διατύπωση της συγκεκριμένης διάταξης («είτε επί πληρωμή είτε δωρεάν») όσο και με τον ορισμό του «πελάτη» («κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που […] λαμβάνει προϊόν»), αμφότερες δε υποδηλώνουν ότι η απουσία καταβολής αντιτίμου ουδεμία επιρροή ασκεί όσον αφορά την ερμηνεία της έννοιας «έμπορος» για τους σκοπούς του κανονισμού 2017/1369.

113. Επιπλέον, η ερμηνεία της εμπορικής δραστηριότητας υπό το πρίσμα του ορισμού των εμπορικών πρακτικών που περιέχεται στο άρθρο 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2005/29 καθησυχάζει επίσης τους φόβους της εναγομένης της κύριας δίκης ότι οποιοδήποτε μέσο ενημέρωσης –το οποίο, στο πλαίσιο μιας καταχώρισης, αναφέρεται σε συνδεόμενα με την ενέργεια προϊόντα– θα υπόκειται στις απαιτήσεις ενεργειακής σήμανσης. Τούτο δεν ισχύει, καθόσον, καίτοι η σχετική αναφορά πραγματοποιείται στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι συνδέεται άμεσα με την προώθηση, την πώληση ή την προμήθεια του οικείου προϊόντος και, ως εκ τούτου, αποκλείει τα μέσα ενημέρωσης από τις απαιτήσεις ενεργειακής σήμανσης που προβλέπονται από τον κανονισμό 2017/1369 (44).

114. Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω και με την εφαρμογή τους στην υπό κρίση υπόθεση, μπορεί να γίνει δεκτό ότι η εκ μέρους της εναγομένης έκθεση της συσκευής τηλεόρασης στο πλαίσιο κληρώσεως πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της εμπορικής της δραστηριότητας και συνδέεται άμεσα με την προμήθεια του προϊόντος αυτού στον πελάτη που θα κερδίσει το έπαθλο.

3.      Έννοιες της «έκθεσης» και της «οπτικής διαφήμισης»

115. Στη διάταξη περί παραπομπής, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται εάν μπορεί να θεωρηθεί ότι η εναγομένη της κύριας δίκης «εκθέτει» τη συσκευή τηλεόρασης κατά την έννοια του ορισμού που περιέχεται στο άρθρο 2, σημείο 13, του κανονισμού 2017/1369, συμπεριλαμβάνοντας μια φωτογραφία της στη διαφήμισή της και περιγράφοντάς τη στον κατάλογο των πιθανών επάθλων.

116. Συναφώς, με βάση την αιτιολογική σκέψη 20 του κανονισμού 2017/1369, η οποία αναφέρεται σε προϊόντα που «εμφανίζονται στα καταστήματα», το εφετείο έκρινε ότι ως «έκθεση», κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 13, του εν λόγω κανονισμού, νοείται μόνον η φυσική παρουσίαση των προϊόντων, αποκλείοντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο από το πεδίο εφαρμογής της τις διαδικτυακές οπτικές διαφημίσεις όπως η επίμαχη στην υπό κρίση υπόθεση.

117. Ωστόσο, η ερμηνεία αυτή φαίνεται να είναι αντίθετη προς τη ρητή διατύπωση ορισμένων άλλων διατάξεων του κανονισμού 2017/1369, ιδίως δε του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού αυτού, το οποίο απαιτεί από τους εμπόρους να εκθέτουν τη σήμανση ενεργειακής απόδοσης «σε ορατό σημείο, ακόμη και στις πωλήσεις εξ αποστάσεως μέσω του διαδικτύου».

118. Επιπλέον, το άρθρο 11 του εν λόγω κανονισμού αναφέρεται στην ανάγκη καθιερώσεως μιας ομοιογενούς αναπροσαρμοσμένης κλίμακας ενεργειακής απόδοσης με στόχο «η αναπροσαρμοσμένη σήμανση να εμφανίζεται τόσο στα καταστήματα όσο και διαδικτυακά» (45). Ομοίως, η αιτιολογική σκέψη 21 του ίδιου κανονισμού αναφέρεται ρητώς στην αντικατάσταση της υφιστάμενης ενεργειακής σήμανσης στα προϊόντα «που εκτίθενται στα καταστήματα […], συμπεριλαμβανομένων των προϊόντων που εκτίθενται στο διαδίκτυο» (46).

119. Οι διατάξεις αυτές προϋποθέτουν τη δυνατότητα «διαδικτυακής έκθεσης», πράγμα που σημαίνει ότι η έννοια της «έκθεσης προϊόντων» κατά το άρθρο 2, σημείο 13 δεν περιορίζεται κατ’ ανάγκην στη φυσική παρουσίαση των προϊόντων, αλλά πρέπει να ερμηνεύεται ως κάθε είδους παρουσίαση ενός προϊόντος, συμπεριλαμβανομένων των διαδικτυακών οπτικών διαφημίσεων προώθησης μιας κλήρωσης, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης.

120. Τέλος, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, ακόμη και εάν θεωρηθεί ότι η εναγομένη της κύριας δίκης εμπίπτει πράγματι στον ορισμό του «εμπόρου» κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 13, του κανονισμού 2017/1369, δεν υπέχει υποχρέωση σήμανσης ενεργειακής απόδοσης, καθόσον η απαίτηση αυτή αφορά μόνον τις «οπτικές διαφημίσεις» και υπόκειται στον περιορισμό που θέτει το άρθρο 4, στοιχείο αʹ, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2019/2013, το οποίο ορίζει ότι μόνον προϊόντα τα οποία προσφέρονται στο «σημείο πώλησης» πρέπει να φέρουν την ετικέτα σήμανσης ενεργειακής απόδοσης. Δεδομένου ότι η PAYBACK δεν αποσκοπούσε στην πώληση του επίμαχου προϊόντος αλλά στην προσφορά του ως επάθλου στο πλαίσιο κληρώσεως, η υποχρέωση αυτή δεν θα έχει εφαρμογή.

121. Παρά τον ισχυρισμό της Επιτροπής περί του αντιθέτου, ουδεμία αμφιβολία χωρεί ότι η διαφήμιση της συσκευής τηλεόρασης στο ενημερωτικό δελτίο της εναγομένης συνιστά «οπτική διαφήμιση» κατά την έννοια του άρθρου 4, στοιχείο δʹ, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2019/2013, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, απαιτεί από τους εμπόρους να μεριμνούν ώστε κάθε οπτική διαφήμιση για συγκεκριμένο μοντέλο ηλεκτρονικής διάταξης απεικόνισης, όπως μια τηλεόραση, να περιέχει τις κρίσιμες πληροφορίες σχετικά με την τάξη ενεργειακής απόδοσης του προϊόντος αυτού. Ως εκ τούτου, στην υπό κρίση υπόθεση έχει εφαρμογή το άρθρο 4, στοιχείο δʹ, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού και όχι το άρθρο του 4, στοιχείο αʹ, αυτού.

Δ.      Τελικές παρατηρήσεις

122. Παρά τη φερόμενη ασάφεια ως προς το εύρος των υποχρεώσεων ενεργειακής σήμανσης τις οποίες υπέχουν οι έμποροι που προσφέρουν συνδεόμενα με την ενέργεια προϊόντα δωρεάν, όπως στο πλαίσιο μιας κλήρωσης, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, όταν διάταξη του δικαίου της Ένωσης επιδέχεται περισσότερες ερμηνείες, πρέπει να προτιμάται εκείνη η ερμηνεία η οποία διασφαλίζει την πρακτική της αποτελεσματικότητα (47).

123. Με βάση την ερμηνευτική μου ανάλυση του γράμματος του άρθρου 2, σημείο 13, του κανονισμού 2017/1369, καθώς και του ευρύτερου πλαισίου στο οποίο εντάσσεται η εν λόγω διάταξη αλλά και των επιδιωκόμενων από αυτή σκοπών, ο περιορισμός του πεδίου εφαρμογής των απαιτήσεων ενεργειακής σήμανσης που προβλέπονται από τον εν λόγω κανονισμό κατά τρόπον ώστε να καλύπτονται μόνον «έμποροι» οι οποίοι προσφέρουν προϊόντα έναντι άμεσης καταβολής αντιτίμου υπονομεύει τα οφέλη των εν λόγω απαιτήσεων, οι οποίες έχει αποδειχθεί ότι συνεπάγονται προστιθέμενη αξία όσον αφορά τους πελάτες, καθόσον τους κατευθύνουν προς ενεργειακά αποδοτικότερα προϊόντα (48).

124. Λαμβανομένης υπόψη της προεκτεθείσας ανάλυσής μου, φρονώ ότι οι διοργανωτές κληρώσεων, όπως η εναγομένη της κύριας δίκης, οι οποίοι εκθέτουν προϊόντα στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας, ανεξαρτήτως αντιτίμου, πρέπει να θεωρούνται «έμποροι» κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 13, του κανονισμού 2017/1369 και, συνεπώς, υπόκεινται στις απαιτήσεις ενεργειακής σήμανσης που προβλέπονται από τον κανονισμό αυτόν σε συνδυασμό με τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό 2019/2013.

IV.    Πρόταση

125. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω παρατηρήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα που του υποβλήθηκε από το Bundesgerichtshof (Ομοσπονδιακό Δικαστήριο, Γερμανία) ως ακολούθως:

Το άρθρο 2, σημείο 13, του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1369 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2017, σχετικά με τον καθορισμό ενός πλαισίου για την ενεργειακή σήμανση και για την κατάργηση της οδηγίας 2010/30/ΕΕ,

έχει την έννοια ότι ο διοργανωτής διαγωνισμού ο οποίος προσφέρει μια συσκευή τηλεόρασης ως έπαθλο στο πλαίσιο διαδικτυακής κληρώσεως πρέπει να θεωρείται «έμπορος» και, ως εκ τούτου, υπέχει υποχρέωση συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις που προβλέπονται από το άρθρο 6, πρώτο εδάφιο, στοιχείο αʹ, του κανονισμού αυτού σε συνδυασμό με το άρθρο 4, στοιχείο δʹ, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2019/2013 της Επιτροπής, της 11ης Μαρτίου 2019, για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1369 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά την ενεργειακή επισήμανση των ηλεκτρονικών διατάξεων απεικόνισης και για την κατάργηση του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1062/2010 της Επιτροπής, να αναφέρει, στις εμπορικές επικοινωνίες του, την τάξη ενεργειακής απόδοσης του προϊόντος και το φάσμα των διαθέσιμων τάξεων απόδοσης επί της σήμανσης.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.


2      Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2017, σχετικά με τον καθορισμό ενός πλαισίου για την ενεργειακή σήμανση και για την κατάργηση της οδηγίας 2010/30/ΕΕ (ΕΕ 2017, L 198, σ. 1).


3      Για το ακριβές γράμμα της εν λόγω διάταξης, βλ. σημείο 29 των παρουσών προτάσεων.


4      Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2019/2013, της 11ης Μαρτίου 2019, για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1369 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά την ενεργειακή επισήμανση των ηλεκτρονικών διατάξεων απεικόνισης και για την κατάργηση του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1062/2010 της Επιτροπής (ΕΕ 2019, L 315, σ. 1). Το άρθρο 4, στοιχείο δʹ, του εν λόγω κανονισμού απαιτεί από τους εμπόρους να μεριμνούν ώστε «κάθε οπτική διαφήμιση για συγκεκριμένο μοντέλο ηλεκτρονικής διάταξης απεικόνισης, μεταξύ άλλων και στο διαδίκτυο, να περιέχει την τάξη ενεργειακής απόδοσης και το φάσμα των διαθέσιμων τάξεων ενεργειακής απόδοσης επί της ετικέτας, σύμφωνα με το παράρτημα VII».


5      Πρβλ. άρθρο 1, παράγραφος 1, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2019/2013.


6      Η συγκεκριμένη διάταξη ορίζει ότι ως «έμπορος» νοείται «ο λιανοπωλητής ή κάθε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που προσφέρει προς πώληση, μίσθωση ή μίσθωση-αγορά ή εκθέτει προϊόντα σε πελάτες ή εγκαταστάτες στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας, είτε επί πληρωμή είτε δωρεάν».


7      Πρβλ. οδηγία 92/75/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1992, για την ένδειξη της κατανάλωσης ενέργειας και λοιπών πόρων των οικιακών συσκευών με την επισήμανση και την παροχή ομοιόμορφων πληροφοριών σχετικά με τα προϊόντα (ΕΕ 1992, L 297, σ. 16). Ο κατάλογος οικιακών συσκευών που περιλαμβάνεται στην εν λόγω οδηγία περιλάμβανε τα ψυγεία, τους καταψύκτες και τους συνδυασμούς τους, τα πλυντήρια ρούχων, τα στεγνωτήρια και τους συνδυασμούς τους, τα πλυντήρια πιάτων, τους φούρνους, τους θερμοσίφωνες, τις φωτιστικές πηγές και τις συσκευές κλιματισμού. Για περισσότερες πληροφορίες, βλ. την ενότητα περί ενεργειακής σήμανσης στον ιστότοπο της Επιτροπής: https://energy-efficient-products.ec.europa.eu/ecodesign-and-energy-label/understanding-energy-label/history-energy-labelling-eu_en.


8      Η οδηγία 2010/30/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Μαΐου 2010, για την ένδειξη της κατανάλωσης ενέργειας και λοιπών πόρων από τα συνδεόμενα με την ενέργεια προϊόντα μέσω της επισήμανσης και της παροχής ομοιόμορφων πληροφοριών σχετικά με αυτά (ΕΕ 2010, L 153, σ. 1), διεύρυνε το πεδίο εφαρμογής των απαιτήσεων ενεργειακής επισήμανσης των οικιακών συσκευών ώστε να καταλαμβάνει όλα τα συνδεόμενα με την ενέργεια προϊόντα, δηλαδή, τα προϊόντα που, κατά τη χρήση τους, έχουν αντίκτυπο στην κατανάλωση ενέργειας.


9      Αιτιολογική έκθεση της προτάσεως κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ), της 11ης Μαρτίου 2019, για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1369 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά την ενεργειακή επισήμανση των ηλεκτρονικών διατάξεων απεικόνισης και για την κατάργηση του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1062/2010 της Επιτροπής [C(2019) 1796 τελικό· στο εξής: αιτιολογική έκθεση του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2019/2013]. Βλ., ιδίως, ενότητα 2.2, η οποία επιγράφεται «Εκτίμηση επιπτώσεων».


10      Ως «συνδεόμενο με την ενέργεια προϊόν» ορίζεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 2017/1369 «κάθε εμπόρευμα ή σύστημα που επηρεάζει την κατανάλωση ενέργειας κατά τη χρήση του και το οποίο διατίθεται στην αγορά».


11      Ως «ομάδα προϊόντων» ορίζεται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 2017/1369 «μια ομάδα προϊόντων με την ίδια βασική λειτουργία».


12      Πρβλ. απόφαση της 1ης Αυγούστου 2025, Alace και Canpelli (C‑758/24 και C‑759/24, EU:C:2025:591, σκέψη 91 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


13      Το πλήρες κείμενο της απόδοσης στη γερμανική γλώσσα έχει ως εξής: «“Händler” bezeichnet einen Einzelhändler oder eine andere natürliche oder juristische Person, die im Rahmen einer Geschäftstätigkeit entgeltlich oder unentgeltlich Produkte an bzw. für Kunden oder Errichter zum Kauf, zur Miete oder zum Ratenkauf anbietet oder ausstellt».


14      Απόδοση στην κροατική γλώσσα: «“trgovac” znači prodavač na malo ili druga fizička ili pravna osoba koja nudi na prodaju, iznajmljivanje, kupnju uz obročnu otplatu ili izlaže proizvode kupcima ili monterima u okviru trgovačke djelatnosti, bilo s plaćanjem ili bez plaćanja».


15      Απόδοση στη γαλλική γλώσσα: «“revendeur”: un détaillant ou une autre personne physique ou morale qui vend, loue, offre en location-vente ou expose des produits à l’intention des clients ou des installateurs dans le cadre d’une activité commerciale, à titre onéreux ou gratuit».


16      Απόδοση στην ιρλανδική γλώσσα: «ciallaíonn “déileálaí” miondíoltóir nó duine nádúrtha nó dlítheanach eile a dhéanann táirgí a dhíol le custaiméirí nó le suiteálaithe, nó a fhruiliú, a thairiscint i gcomhair fruilcheannaigh nó a chur ar taispeáint do chustaiméirí nó do shuiteálaithe, le linn gníomhaíocht tráchtála, bíodh siad ar íocaíocht nó ná bíodh».


17      Απόδοση στην ιταλική γλώσσα: «“distributore”, il dettagliante o altra persona fisica o giuridica che offre in vendita, noleggio, oppure locazione-vendita o espone prodotti ai clienti o installatori nel corso di un’attività commerciale, a titolo oneroso o meno».


18      Απόδοση στη σλοβενική γλώσσα: «“trgovec” pomeni prodajalca na drobno ali drugo fizično ali pravno osebo, ki izdelke strankam ponuja naprodaj, v najem ali v nakup s pridržanim lastništvom ali jih razstavlja, ali monterje, ki izvajajo gospodarsko dejavnost, bodisi odplačno ali neodplačno».


19      Απόδοση στην αγγλική γλώσσα: «“dealer” means a retailer or other natural or legal person who offers for sale, hire, or hire purchase, or displays products to customers or installers in the course of a commercial activity, whether or not in return for payment».


20      Κανονισμός 1 περί καθορισμού του γλωσσικού καθεστώτος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 01/001, σ. 14), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 517/2013 του Συμβουλίου, της 13ης Μαΐου 2013 (ΕΕ 2013, L 158, σ. 1).


21      Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 2018, Βέλγιο κατά Επιτροπής (C‑16/16 P, EU:C:2018:79, σκέψεις 48 και 49 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


22      Η υπογράμμιση δική μου.


23      Πρβλ. διάταξη της 5ης Οκτωβρίου 2023, Verband Wirtschaft im Wettbewerb (C‑761/22, EU:C:2023:756, σκέψη 45).


24      Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 1 και 8 του κανονισμού 2017/1369.


25      Αιτιολογική σκέψη 10 του κανονισμού 2017/1369.


26      Βλ. Commission Staff Working Document - Impact assessment - Accompanying the document - Proposal for a regulation of the European Parliament and of the Council setting a framework for energy efficiency labelling and repealing Directive 2010/30/EU [Έγγραφο εργασίας της Επιτροπής – Εκτίμηση επιπτώσεων - Συνοδεύει το έγγραφο Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τον καθορισμό ενός πλαισίου για την επισήμανση της ενεργειακής απόδοσης και την κατάργηση της οδηγίας 2010/30/ΕΕ] [SWD (2015), 0139, τελικό – 2015/0149 (COD)· στο εξής: εκτίμηση επιπτώσεων για τον κανονισμό 2017/1369]. Βλ., ιδίως, ενότητα 4.2.2., η οποία επιγράφεται «Επιτεύγματα του νομοθετικού πλαισίου».


27      Αιτιολογική έκθεση που συνοδεύει το έγγραφο Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τον καθορισμό ενός πλαισίου για την επισήμανση της ενεργειακής απόδοσης και την κατάργηση της οδηγίας 2010/30/ΕΕ [COM(2015) 341 τελικό – 2015/0149 (COD)· στο εξής: αιτιολογική έκθεση για τον κανονισμό 2017/1369]. Βλ., ιδίως, ενότητα 3.5., η οποία επιγράφεται «Καταλληλότητα και απλούστευση του κανονιστικού πλαισίου».


28      London Economics and IPSOS, «Study on the impact of the energy label – and potential changes to it – on consumer understanding and on purchase decisions – ENER/C3/2013-428 – Interim report», 2014.


29      CentERdata, van Giesen, R., και Elsen, M., «Study on consumer understanding of draft energy labels for household washing machines, household washer-dryers and household dishwashers», αριθ. FWC ENER/C3/2015-631/04 δυνάμει της συμβάσεως-πλαισίου υπ’ αριθ. ENER/C3/2015-631.


30      Αιτιολογική σκέψη 2 του κανονισμού 2017/1369.


31      Αιτιολογική σκέψη 8 του κανονισμού 2017/1369.


32      Αιτιολογική έκθεση του κανονισμού 2017/1369, ενότητα 3.1, η οποία επιγράφεται «Εκ των υστέρων αξιολόγηση της ισχύουσας νομοθεσίας».


33      Εκτίμηση επιπτώσεων για τον κανονισμό 2017/1369, ενότητα 4.2.2., η οποία επιγράφεται «Επιτεύγματα του νομοθετικού πλαισίου».


34      Αιτιολογική σκέψη 8 του κανονισμού 2017/1369.


35      Εκτίμηση επιπτώσεων για τον κανονισμό 2017/1369, ενότητα 4.1.3., η οποία επιγράφεται «Σχέση με τις λοιπές πολιτικές ενεργειακής απόδοσης και κλίματος».


36      Όπως επισημαίνεται στην αιτιολογική έκθεση του κανονισμού 2017/1369, το 2014 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο έθεσε ως στόχους τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης κατά 27 % και τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά 40 % έως το 2030. Βλ., επίσης, κανονισμό (ΕΕ) 2018/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2018, για τη διακυβέρνηση της Ενεργειακής Ένωσης και της Δράσης για το Κλίμα, για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 663/2009 και (ΕΚ) αριθ. 715/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, των οδηγιών 94/22/ΕΚ, 98/70/ΕΚ, 2009/31/ΕΚ, 2009/73/ΕΚ, 2010/31/ΕΕ, 2012/27/ΕΕ και 2013/30/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, των οδηγιών 2009/119/ΕΚ και (ΕΕ) 2015/652 του Συμβουλίου και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 525/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ 2018, L 328, σ. 1).


37      Εκτίμηση επιπτώσεων για τον κανονισμό 2017/1369, ενότητα 4.1.1., η οποία επιγράφεται «Το βασικό πρόβλημα».


38      Η υπογράμμιση δική μου. Είναι σκόπιμο να επισημανθεί ότι η οδηγία 2010/30 αναφέρεται σε «τελικούς χρήστες» και όχι «πελάτες».


39      Βλ., ιδίως, άρθρο 10, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 2010/30, η υπογράμμιση δική μου.


40      Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Dyson (C‑632/16, EU:C:2018:599, σκέψη 33).


41      Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2005, για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά και για την τροποποίηση της οδηγίας 84/450/ΕΟΚ του Συμβουλίου, των οδηγιών 97/7/ΕΚ, 98/27/ΕΚ, 2002/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2006/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου («Οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές») (ΕΕ 2005, L 149, σ. 22).


42      Επισημαίνεται ότι η εναγομένη της κύριας δίκης φαίνεται να εμπίπτει στην έννοια του «εμπορευόμενου» για τους σκοπούς ορισμού των «εμπορικών πρακτικών». Στο άρθρο 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας, ως «εμπορευόμενος» ερμηνεύεται ευρέως «κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, […] ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι σχετίζονται με την εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή ελευθέρια επαγγελματική του δραστηριότητα και κάθε πρόσωπο το οποίο ενεργεί εξ ονόματος ή για λογαριασμό του εμπορευόμενου».


43      Απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Dyson (C‑632/16, EU:C:2018:599, σκέψη 30).


44      Πρβλ. απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 2013, RLvS (C‑391/12, EU:C:2013:669, σκέψη 37).


45      Άρθρο 11, παράγραφος 4, του κανονισμού 2017/1369, η υπογράμμιση δική μου.


46      Η υπογράμμιση δική μου.


47      Απόφαση της 1ης Αυγούστου 2025, Tradeinn Retail Services (C‑76/24, EU:C:2025:593, σκέψη 43 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


48      Βλ. Commission Staff Working Document – Impact assessment – Accompanying the document – Commission Regulation (EU) laying down ecodesign requirements for electronic displays pursuant to Directive 2009/125/EC of the European Parliament and of the Council, amending Commission Regulation (EC) No 1275/2008, and repealing Commission Regulation (EC) 642/2009 and Commission Delegated Regulation (EU) …/… supplementing Regulation (EU) 2017/1369 of the European Parliament and of the Council with regard to energy labelling of electronic displays and repealing Commission Delegated Regulation (EU) No 1062/2010 (Έγγραφο εργασίας της Επιτροπής – Εκτίμηση επιπτώσεων – Συνοδεύει το έγγραφο – Κανονισμός (ΕΕ) 2019/2021 της Επιτροπής, της 1ης Οκτωβρίου 2019, για τον καθορισμό απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού για ηλεκτρονικές διατάξεις απεικόνισης σύμφωνα με την οδηγία 2009/125/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1275/2008 της Επιτροπής και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 642/2009 της Επιτροπής) [SWD(2019) 354 τελικό]. Βλ., ιδίως, ενότητα 1.5., η οποία επιγράφεται «Ανάγκη δράσης».