Προσωρινό κείμενο

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

MANUEL CAMPOS SÁNCHEZ‑BORDONA

της 26ης Φεβρουαρίου 2026 (1)

Υπόθεση C51/25

Betaal Garant Nederland CV

κατά

De Nederlandsche Bank NV,

παρισταμένης της:

Vereniging Eigen Huis

[αίτηση του College van Beroep voor het bedrijfsleven
(διοικητικού εφετείου αρμόδιου επί οικονομικών υποθέσεων, Κάτω Χώρες)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

« Προδικαστική παραπομπή – Οδηγία (ΕΕ) 2015/2366 – Υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά – Έννοια της “υπηρεσίας πληρωμής” – Πράξη οντότητας που λειτουργεί ως μεσάζων δυνάμει τριμερούς σύμβασης, η οποία συνίσταται στη δέσμευση κεφαλαίων του πελάτη σε τραπεζικό λογαριασμό της εν λόγω οντότητας και εν συνέχεια τη μεταφορά του σε επιχειρηματία κατόπιν έγκρισης του πελάτη – Χαρακτηρισμός της πράξης – Παροχή εμπράγματης εξασφάλισης επί ακινήτου – Εκτέλεση μεταφορών πίστωσης – Παρεπόμενος χαρακτήρας των υπηρεσιών πληρωμών – Υπηρεσίες πληρωμών που παρέχονται από πρόσωπο που δεν ασκεί την εν λόγω δραστηριότητα κατ’ επάγγελμα – Υπηρεσία εμβασμάτων »






1.        Η διαφορά στο πλαίσιο της οποίας υποβλήθηκε η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά το ζήτημα αν η δραστηριότητα οντότητας η οποία, ως μεσάζων μεταξύ πελάτη και επιχειρηματία που έχει αναλάβει την υλοποίηση κατασκευαστικού έργου, λαμβάνει τα κεφάλαια του πρώτου (προκειμένου να εξασφαλίσει την καταβολή των οφειλομένων στον επιχειρηματία ποσών) και, κατόπιν συναίνεσης του πελάτη, τα μεταβιβάζει στον επιχειρηματία μπορεί να χαρακτηριστεί ως «υπηρεσία πληρωμών» κατά την έννοια της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 (2).

2.        Η ολλανδική νομοθεσία απαγορεύει την άσκηση του επαγγέλματος του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών χωρίς άδεια χορηγηθείσα από την De Nederlandsche Bank NV (Κεντρική Τράπεζα των Κάτω Χωρών, στο εξής: DNB). Εν προκειμένω, κατά την DNB, η οντότητα που ενήργησε ως μεσάζων ασκούσε την εν λόγω δραστηριότητα χωρίς την απαιτούμενη άδεια.

3.        Το αιτούν δικαστήριο ζητεί την ερμηνεία της οδηγίας 2015/2366 προκειμένου να εκτιμήσει τη νομιμότητα της αποφάσεως της DNB με την οποία η τελευταία διέταξε την εν λόγω οντότητα να παύσει τη δραστηριότητά της ως παρόχου υπηρεσιών πληρωμών, εφόσον δεν διαθέτει την απαιτούμενη άδεια.

I.      Το νομικό πλαίσιο

Α.      Το δίκαιο της Ένωσης: Η οδηγία 2015/2366

4.        Η αιτιολογική σκέψη 6 έχει ως εξής:

«Θα πρέπει να θεσπιστούν νέοι κανόνες, με σκοπό να καλύψουν τα ρυθμιστικά κενά, ενώ ταυτόχρονα θα παρέχουν μεγαλύτερη νομική σαφήνεια και θα διασφαλίζουν τη συνεπή εφαρμογή του νομοθετικού πλαισίου σε ολόκληρη την Ένωση. Θα πρέπει να διασφαλιστούν ισοδύναμες συνθήκες λειτουργίας τόσο για τους υφιστάμενους, όσο και για τους νέους συντελεστές της αγοράς, επιτρέποντας στα νέα μέσα πληρωμών να προσεγγίσουν μια ευρύτερη αγορά και εξασφαλίζοντας υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών κατά τη χρήση των εν λόγω υπηρεσιών πληρωμών σε ολόκληρη την Ένωση. Αυτό θα πρέπει να βελτιώσει την αποτελεσματικότητα του συστήματος πληρωμών στο σύνολό του και να οδηγήσει σε περισσότερες επιλογές και περισσότερη διαφάνεια στις υπηρεσίες πληρωμών, ενισχύοντας ταυτόχρονα την εμπιστοσύνη των καταναλωτών σε μία εναρμονισμένη αγορά πληρωμών.»

5.        Το άρθρο 1, παράγραφος 1, διαλαμβάνει τα εξής:

«1.      Η παρούσα οδηγία θεσπίζει τους κανόνες διά των οποίων τα κράτη μέλη διακρίνουν μεταξύ των ακόλουθων κατηγοριών παρόχων υπηρεσιών πληρωμών:

[…]

δ)      ιδρύματα πληρωμών·

[…]».

6.        Το άρθρο 4 («Ορισμοί») ορίζει τα εξής:

«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:

[…]

3.      “υπηρεσίες πληρωμών”: μία ή περισσότερες από τις επιχειρηματικές δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα I·

4.      “ιδρύματα πληρωμών”: τα νομικά πρόσωπα που έχουν λάβει άδεια, σύμφωνα με το άρθρο 11, να παρέχουν και να εκτελούν υπηρεσίες πληρωμών σε ολόκληρη την Ένωση·

5.      “πράξη πληρωμής”: πράξη η έναρξη της οποίας διενεργείται από τον πληρωτή ή για λογαριασμό του ή από τον δικαιούχο και συνίσταται στη διάθεση, μεταβίβαση ή ανάληψη χρηματικών ποσών, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε υποκείμενη υποχρέωση μεταξύ πληρωτή και δικαιούχου·

[…]

8.      “πληρωτής”: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο διατηρεί λογαριασμό πληρωμών και επιτρέπει εντολή πληρωμής από αυτό τον λογαριασμό ή, εάν δεν υπάρχει λογαριασμός πληρωμών, το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που δίνει εντολή πληρωμής·

9.      “δικαιούχος”: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι ο τελικός αποδέκτης των χρηματικών ποσών τα οποία αποτελούν αντικείμενο της πράξης πληρωμής·

10.      “χρήστης υπηρεσιών πληρωμών”: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που χρησιμοποιεί μια υπηρεσία πληρωμών ως πληρωτής, δικαιούχος, ή και με τις δύο ιδιότητες·

11.      “πάροχος υπηρεσιών πληρωμών”: μία από τις οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 ή φυσικό ή νομικό πρόσωπο που τυγχάνει εξαίρεσης δυνάμει του άρθρου 32 ή 33·

12.      “λογαριασμός πληρωμών”: ο λογαριασμός που τηρείται στο όνομα ενός ή περισσότερων χρηστών υπηρεσιών πληρωμών και χρησιμοποιείται για την εκτέλεση πράξεων πληρωμής·

13.      “εντολή πληρωμής”: οδηγία εκ μέρους του πληρωτή ή του δικαιούχου προς τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών με την οποία του ζητείται να εκτελέσει μια πράξη πληρωμής·

[…]

20.      “καταναλωτής”: το φυσικό πρόσωπο που δεν ενεργεί για εμπορικούς, επιχειρηματικούς ή επαγγελματικούς σκοπούς, όσον αφορά συμβάσεις υπηρεσιών πληρωμών που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία·

[…]

22.      “υπηρεσία εμβασμάτων”: υπηρεσία πληρωμών κατά την οποία λαμβάνεται χρηματικό ποσό από πληρωτή, χωρίς να δημιουργείται λογαριασμός πληρωμών στο όνομα του πληρωτή ή του δικαιούχου, με μοναδικό σκοπό τη μεταφορά αντίστοιχου ποσού σε δικαιούχο ή σε άλλο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών που ενεργεί για λογαριασμό του δικαιούχου, και/ή κατά την οποία αυτά τα χρηματικά ποσά λαμβάνονται για λογαριασμό του δικαιούχου και τίθενται στη διάθεσή του·

[…]

24.      “μεταφορά πίστωσης”: η υπηρεσία πληρωμών για την πίστωση λογαριασμού πληρωμών του δικαιούχου με πράξη πληρωμής ή μια σειρά πράξεων πληρωμής από λογαριασμό πληρωμών του πληρωτή μέσω του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών που τηρεί τον λογαριασμό πληρωμών του πληρωτή, βάσει εντολής του πληρωτή·

[…]».

7.        Το παράρτημα Ι ορίζει τα εξής:

«ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΠΛΗΡΩΜΩΝ

[όπως αναφέρονται στο άρθρο 4 σημείο 3)]

[…]

3.      Εκτέλεση πράξεων πληρωμής, συμπεριλαμβανομένων των μεταφορών κεφαλαίων, σε λογαριασμό πληρωμών στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του χρήστη ή σε άλλο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών:

α)      εκτέλεση άμεσων χρεώσεων, συμπεριλαμβανομένης της εφάπαξ άμεσης χρέωσης·

β)      εκτέλεση πράξεων πληρωμής με κάρτα πληρωμής ή ανάλογη συσκευή·

γ)      εκτέλεση μεταφορών πίστωσης, συμπεριλαμβανομένων των πάγιων εντολών.

[…]

6.      Υπηρεσίες εμβασμάτων.

[…]»

2.      Το εθνικό δίκαιο. Ο Wet op het financieel toezicht (3) 

8.        Ο Wft μεταφέρει την οδηγία 2015/2366 στο ολλανδικό δίκαιο.

9.        Κατά το άρθρο 1:1 του εν λόγω νόμου:

–        «η υπηρεσία πληρωμών αποτελεί επιχειρηματική δραστηριότητα κατά την έννοια του παραρτήματος της οδηγίας […] για τις υπηρεσίες πληρωμών»·

–        «πάροχος υπηρεσιών πληρωμών είναι το πρόσωπο που παρέχει υπηρεσίες πληρωμών ως επιχειρηματική δραστηριότητα».

10.      Κατά το άρθρο 2:3a, παράγραφος 1, απαγορεύεται σε κάθε πρόσωπο που έχει την έδρα του στις Κάτω Χώρες η άσκηση του επαγγέλματος του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών χωρίς άδεια χορηγηθείσα από την DNB.

II.    Τα πραγματικά περιστατικά, η ένδικη διαφορά και το προδικαστικό ερώτημα

11.      Η Betaal Garant Nederland CV (στο εξής: Betaal) είναι επιχείρηση που παρέχει συμβουλευτικές υπηρεσίες και χορηγεί εξασφαλίσεις και εγγυήσεις υπέρ ιδιωτών στο πλαίσιο του σχεδιασμού και της υλοποίησης κατασκευαστικών έργων.

12.      Το Stichting BGN Zekerheidsstelling (στο εξής: ίδρυμα Betaal) είναι ίδρυμα συνδεόμενο με την Betaal.

13.      Η Betaal προσφέρει στους ιδιώτες το προϊόν «Afbouwgarantie» (σύσταση εγγύησης ολοκλήρωσης έργου) και το προϊόν «Zekerheidsstelling» (παροχή εξασφάλισης).

14.      Η υπηρεσία παροχής εξασφαλίσεων της Betaal χρησιμοποιείται όταν ένας επιχειρηματίας (ήτοι, εκείνος που έχει αναλάβει την κατασκευή του έργου) προβαίνει, για λογαριασμό πελάτη, στην ανέγερση κατοικίας ή κτιρίου.

15.      Οι επιχειρηματίες διατρέχουν τον κίνδυνο αθέτησης της υποχρέωσης πληρωμής εκ μέρους του πελάτη, δεδομένου ότι ο τελευταίος δύναται, εκ του νόμου, να καταβάλει το τίμημα του έργου σε περισσότερες δόσεις και, κατά κανόνα, δεν οφείλει να καταβάλει την τελευταία δόση παρά μόνον αφότου παραλάβει την κατοικία κατά τα νομίμως οριζόμενα.

16.      Για να καλυφθεί ο ως άνω κίνδυνος αθέτησης της υποχρέωσης πληρωμής, οι επιχειρηματίες μπορούν να απαιτήσουν από τους πελάτες να καταθέσουν το ποσό της τελευταίας δόσης σε συμβολαιογράφο ή να παράσχουν εναλλακτική εγγύηση. Η παροχή εξασφαλίσεων την οποία διαχειρίζεται η Betaal συγκαταλέγεται στη δεύτερη κατηγορία (4).

17.      Η Betaal παρέχει την εν λόγω υπηρεσία στα συμβαλλόμενα μέρη σύμβασης έργου, βάσει συμφωνίας που συνάπτεται μεταξύ του πελάτη, του επιχειρηματία και της ίδιας της Betaal. Η εν λόγω συμφωνία διέπεται από τους γενικούς όρους για την παροχή εξασφαλίσεων (στο εξής: ΓΟΣ) της Betaal, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι ακόλουθοι όροι:

–        Ο πελάτης καταβάλλει στο ίδρυμα Betaal ορισμένο ποσό από την πρώτη δόση του συμβατικώς συμφωνηθέντος ποσού που οφείλει στον επιχειρηματία (άρθρο 1 των ΓΟΣ).

–        Το ποσό της παρεχόμενης εξασφάλισης ανέρχεται, κατά κανόνα, στο 6 % του συμβατικώς συμφωνηθέντος ποσού (άρθρο 3 των ΓΟΣ). Το εν λόγω ποσό δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υπερβαίνει το όριο του 10 % που ορίζεται στο άρθρο 767 του βιβλίου 7 του Burgerlijk Wetboek (ολλανδικού αστικού κώδικα).

–        Ο επιχειρηματίας εκδίδει προς τον πελάτη εξοφλητική απόδειξη για το ποσό αυτό (άρθρο 4 των ΓΟΣ).

–        Εφόσον η σύμβαση έργου έχει εκτελεστεί κατά τρόπο ικανοποιητικό για τον επιχειρηματία και τον πελάτη και το γεγονός αυτό έχει γνωστοποιηθεί εγγράφως στην Betaal, το ποσό της παρεχόμενης εξασφάλισης καταβάλλεται στον επιχειρηματία εντός πέντε εργάσιμων ημερών (άρθρο 9 των ΓΟΣ).

–        Όσον αφορά τα έξοδα για την παροχή της εξασφάλισης, ο πελάτης καταβάλλει το 4 % του ποσού της παρεχόμενης εξασφάλισης, κατ’ ελάχιστον στα 300 ευρώ (άρθρο 5 των ΓΟΣ). Το ποσό της εγγύησης παραμένει δεσμευμένο και τίθεται στη διάθεση του πελάτη μετά την είσπραξη του τιμολογηθέντος ποσού.

–        Τα έξοδα για τη παροχή της εξασφάλισης που βαρύνουν τον επιχειρηματία ανέρχονται στο 2,5 % του ποσού της παρεχόμενης εξασφάλισης, κατ’ ελάχιστον στα 200 ευρώ (άρθρο 10 των ΓΟΣ). Τα εν λόγω έξοδα παρακρατούνται από το ποσό της παρεχόμενης εξασφάλισης κατά την καταβολή του εν λόγω ποσού στον επιχειρηματία.

18.      Η Vereniging Eigen Huis (ένωση ιδιοκτητών κατοικιών) ζήτησε από την DNB να παρέμβει διοικητικά με μέτρα αστυνομικού χαρακτήρα κατά της Betaal, καθώς θεωρεί ότι η τελευταία πιθανώς δραστηριοποιείται ως πάροχος ασφαλιστικών υπηρεσιών χωρίς να διαθέτει την απαιτούμενη άδεια.

19.      Η DNB εξέτασε αν τα προϊόντα «σύσταση εγγύησης ολοκλήρωσης έργου» και «παροχή εξασφάλισης» της Betaal παραβιάζουν τον Wft.

20.      Στις 8 Δεκεμβρίου 2020 η DNB διέταξε την Betaal να παύσει να προσφέρει τα ως άνω δύο προϊόντα (5), επί απειλή επιβολής χρηματικής ποινής (6), με την αιτιολογία ότι:

–        με το να προσφέρει υπηρεσίες σχετικές με τη σύσταση εγγυήσεων ολοκλήρωσης έργου, παραβιάζει την απαγόρευση άσκησης του επαγγέλματος του ασφαλιστή ζημιών (με περιορισμό κινδύνου) χωρίς άδεια, εξαίρεση ή απαλλαγή, συμπεριφορά η οποία συνιστά παράβαση του άρθρου 2:27, παράγραφος 1, ή του άρθρου 2:48, παράγραφος 1, του Wft·

–        με το να προσφέρει υπηρεσίες σχετικές με την παροχή εξασφαλίσεων, παραβιάζει την απαγόρευση άσκησης του επαγγέλματος του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών χωρίς άδεια, συμπεριφορά η οποία συνιστά παράβαση του άρθρου 2:3a, παράγραφος 1, του Wft.

21.      Με απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2021 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), η DNB απέρριψε ως αβάσιμη τη διοικητική ένσταση της Betaal κατά της επιβολής χρηματικής ποινής.

22.      Στις 31 Ιανουαρίου 2022 η DNB, αφού διαπίστωσε ότι σε βάρος της BGN είχε επιβληθεί η περιοδική χρηματική ποινή, προέβη στην είσπραξη των οικείων ποσών (στο εξής: καταλογιστική πράξη).

23.      Η Betaal υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά της καταλογιστικής πράξης. Η DNB διαβίβασε την ένσταση αυτή ως προσφυγή στο rechtbank Rotterdam (πρωτοβάθμιο περιφερειακό δικαστήριο του Ρότερνταμ, Κάτω Χώρες).

24.      Με απόφαση της 10 Νοεμβρίου 2022 (7), το εν λόγω πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως αβάσιμη και την προσφυγή κατά της καταλογιστικής πράξης ως απαράδεκτη.

25.      Κατά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ορθώς η DNB διαπίστωσε ότι η Betaal έπρεπε να είχε λάβει άδεια προκειμένου να παρέχει υπηρεσίες σχετικές με την παροχή εξασφαλίσεων (το μόνο επίδικο στοιχείο στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως) και ότι, ελλείψει σχετικής άδειας, παρέβη τον Wft.

26.      Ειδικότερα, το rechtbank Rotterdam (πρωτοβάθμιο περιφερειακό δικαστήριο του Ρότερνταμ) έκρινε τα εξής:

–        Η Betaal παρέχει, στο πλαίσιο άσκησης της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, κατά τρόπο περιοδικό, συστηματικό και αυτοτελώς προσδιορίσιμο, υπηρεσία πληρωμών κατά την έννοια του Wft.

–        Η υπηρεσία στο πλαίσιο της οποίας πραγματοποιούνται πράξεις πληρωμής, συμπεριλαμβανομένων των μεταφορών χρηματικών ποσών σε λογαριασμό πληρωμών τηρούμενο από πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, συνιστά υπηρεσία πληρωμών.

–        Η Betaal λειτουργεί ως μεσάζων, εκτελώντας τη μεταφορά χρηματικού ποσού του πελάτη (πληρωτή) προς τον επιχειρηματία (το πρόσωπο που προορίζεται να λάβει τα χρήματα ως δικαιούχος). Το γεγονός ότι το ίδρυμα Betaal διατηρεί τον λογαριασμό όπου φυλάσσεται η παρεχόμενη εξασφάλιση ουδόλως μεταβάλλει την κατάσταση αυτή.

–        Το πού φυλάσσει τα χρήματα εν τω μεταξύ η Betaal δεν ασκεί επιρροή στο ζήτημα αν η τελευταία, με το να προσφέρει υπηρεσίες σχετικές με την παροχή εξασφαλίσεων, παρέχει υπηρεσία πληρωμών.

27.      Η Betaal άσκησε έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως ενώπιον του College van Beroep voor het bedrijfsleven (διοικητικού εφετείου αρμόδιου επί οικονομικών υποθέσεων, Κάτω Χώρες), το οποίο υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Έχει το άρθρο 4, σημείο 3, της οδηγίας 2015/2366 […], σε συνδυασμό με το παράρτημα I, σημείο 3, στοιχείο γʹ, της οδηγίας αυτής, την έννοια ότι η υπηρεσία παραλαβής και διαβίβασης χρηματικού ποσού, την οποία παρέχει μια οντότητα ως μεσάζων, συνιστά υπηρεσία πληρωμών –εν προκειμένω εκτέλεση μεταφορών πίστωσης, κατά την έννοια της εν λόγω οδηγίας– όταν η οντότητα αυτή, στο πλαίσιο σύμβασης που έχει συνάψει με πελάτη και με επιχειρηματία, παραλαμβάνει χρηματικά ποσά από τον πελάτη στον λογαριασμό πληρωμών της, τα οποία μεταφέρει κατόπιν συναίνεσης του πελάτη από τον λογαριασμό πληρωμών αυτό προς τον επιχειρηματία;»

III. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

28.      Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 28 Ιανουαρίου 2025.

29.      Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η DNB, η Τσεχική, η Ιταλική, η Ολλανδική και η Νορβηγική Κυβέρνηση, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

30.      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 3ης Δεκεμβρίου 2025 παρέστησαν η DNB, η Επιτροπή και η Νορβηγική Κυβέρνηση.

IV.    Εκτίμηση

31.      Το αιτούν δικαστήριο ζητεί την ερμηνεία του άρθρου 4, σημείο 3, της οδηγίας 2015/2366, σε συνδυασμό με το σημείο 3, στοιχείο γʹ, του παραρτήματος I, αυτής.

32.      Κατά το αιτούν δικαστήριο, η απάντηση στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως θα του παράσχει τη δυνατότητα να κρίνει αν η παρεχόμενη από την Betaal υπηρεσία συνιστά υπηρεσία πληρωμών, κατά την έννοια της οδηγίας 2015/2366, λαμβανομένου υπόψη ότι:

–        η Betaal ενεργεί ως μεσάζων στο πλαίσιο των σχέσεων μεταξύ πελάτη και επιχειρηματία·

–        η Betaal παραλαμβάνει χρηματικά ποσά από τον πελάτη σε ίδιο λογαριασμό (τον λογαριασμό πληρωμών της Betaal) και, κατόπιν συναίνεσης του πελάτη, μεταφέρει τα ποσά αυτά από τον εν λόγω λογαριασμό πληρωμών προς τον επιχειρηματία.

33.      Η DNB και η Ολλανδική Κυβέρνηση (8) προτείνουν να δοθεί καταφατική απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα. Αντιθέτως, η Ιταλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση. Η Τσεχική Κυβέρνηση τάσσεται υπέρ της καταφατικής απαντήσεως υπό ορισμένες προϋποθέσεις (9) και, τέλος, η Νορβηγική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η επίμαχη υπηρεσία δεν συνιστά υπηρεσία πληρωμών, αλλά υπηρεσία εμβασμάτων.

34.      Για την ερμηνεία διάταξης του δικαίου της Ένωσης πρέπει να λαμβάνονται υπόψη το γράμμα της, το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας η εν λόγω διάταξη αποτελεί μέρος (10).

Α.      Η γραμματική ερμηνεία

35.      Κατά το άρθρο 4, σημείο 3, της οδηγίας 2015/2366, ως υπηρεσία πληρωμών νοείται «μία ή περισσότερες από τις επιχειρηματικές δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα I».

36.      Μεταξύ των δραστηριοτήτων που περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι της οδηγίας 2015/2366 στην κατηγορία των υπηρεσιών πληρωμών συγκαταλέγεται η δραστηριότητα που περιγράφεται στο σημείο 3, στοιχείο γʹ. Κατά τη διάταξη αυτήν, η υπηρεσία πληρωμών μπορεί να συνίσταται στην «εκτέλεση πράξεων πληρωμής, συμπεριλαμβανομένων των μεταφορών κεφαλαίων, σε λογαριασμό πληρωμών στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του χρήστη ή σε άλλο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών», όταν η οικεία πράξη συνίσταται στην «εκτέλεση μεταφορών πίστωσης, συμπεριλαμβανομένων των πάγιων εντολών».

37.      Το άρθρο 4, σημείο 24, της οδηγίας 2015/2366 ορίζει ότι ως μεταφορά πίστωσης νοείται «η υπηρεσία πληρωμών για την πίστωση λογαριασμού πληρωμών του δικαιούχου με πράξη πληρωμής ή μια σειρά πράξεων πληρωμής από λογαριασμό πληρωμών του πληρωτή μέσω του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών που τηρεί τον λογαριασμό πληρωμών του πληρωτή, βάσει εντολής του πληρωτή».

38.      Κατά την DNB, η Betaal εκτελεί, ως μεσάζων, τη μεταφορά του χρηματικού ποσού του πελάτη (πληρωτή κατά την έννοια του άρθρου 4, σημείο 8) προς τον επιχειρηματία (δικαιούχο κατά την έννοια του άρθρου 4, σημείο 9) και, ως εκ τούτου, παρέχει υπηρεσία πληρωμών, κατά την έννοια του άρθρου 4, σημείο 3, σε συνδυασμό με το παράρτημα I, σημείο 3, της οδηγίας 2015/2366.

39.      Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η DNB:

–        Δεν αμφισβητεί ότι η Betaal και το ίδρυμα Betaal δεν διαθέτουν λογαριασμούς πληρωμών στο όνομα των πελατών τους.

–        Περαιτέρω, δεν αμφισβητεί ότι η μεταφορά χρηματικών ποσών στον επιχειρηματία πραγματοποιείται από τον λογαριασμό του ιδρύματος Betaal και όχι από τον λογαριασμό των πελατών.

–        Αναγνωρίζει ότι η Betaal δεν μπορεί να διαχειρίζεται τα χρηματικά ποσά των παρεχόμενων εξασφαλίσεων, οφείλοντας αντ’ αυτού απλώς να τα διατηρεί δεσμευμένα, από της καταβολής τους από τον πελάτη έως ότου αποδεσμευθούν βάσει της οριστικής συμφωνίας μεταξύ του τελευταίου και του επιχειρηματία.

–        Παραδέχεται ότι η Betaal, μετά την επίτευξη οριστικής συμφωνίας μεταξύ του πελάτη και του επιχειρηματία, διαβιβάζει στον τελευταίο το οικείο χρηματικό ποσό, κατόπιν παρακράτησης της προμήθειάς της. Πρόκειται για προθεσμιακή και υπό όρους καταβολή από τον πελάτη στον επιχειρηματία, η οποία θα ολοκληρωθεί όταν το έργο παραδοθεί στον κύριο κατά τρόπο ικανοποιητικό.

–        Υποστηρίζει ότι δεν έχει σημασία από ποιον λογαριασμό πραγματοποιείται η μεταφορά κεφαλαίων στον επιχειρηματία, διότι ο ορισμός της εκτέλεσης μεταφορών πίστωσης ως υπηρεσίας πληρωμής στο παράρτημα I της οδηγίας 2015/2366 είναι ευρύτατος και περιλαμβάνει την εκτέλεση πράξεων από οντότητες που δεν είναι τράπεζες, αλλά οι οποίες συνεπάγονται τη μεταφορά κεφαλαίων σε λογαριασμούς πληρωμών τραπεζικών ιδρυμάτων.

40.      Το αιτούν δικαστήριο και η DNB επικαλούνται απάντηση της Επιτροπής, η οποία έχει ενσωματωθεί στο ενιαίο εγχειρίδιο κανόνων (Single Rulebook) της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (στο εξής: ΕΑΤ) (11), προς επίρρωση της ευρείας ερμηνείας που προκρίνει η DNB (12).

41.      Κατά την εν λόγω απάντηση:

–        Η παραλαβή και διαβίβαση χρηματικών ποσών χαρακτηρίζεται ως υπηρεσία πληρωμών, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 3, της οδηγίας 2015/2366, σε συνδυασμό με το παράρτημα I αυτής.

–        Ανάλογα με τη διατύπωση των συμβατικών όρων, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, για παράδειγμα, ως υπηρεσία εμβασμάτων (άρθρο 4, σημείο 22, σε συνδυασμό με το παράρτημα I, σημείο 6) ή ως άλλη υπηρεσία πληρωμών, για παράδειγμα εκτέλεση πράξεων πληρωμής (παράρτημα I, σημείο 3).

42.      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή εξήγησε με σαφήνεια ότι η ως άνω απάντηση αφορούσε υπηρεσίες παραλαβής και διαβίβασης χρηματικών ποσών διαφορετικές από την υπηρεσία συστάσεως εξασφαλίσεων σχετικά με ακίνητα, ήτοι εκείνη την οποία παρέχει η Betaal.

43.      Κατά τη γνώμη μου, η γραμματική ερμηνεία του άρθρου 4, σημείο 3, της οδηγίας 2015/2366, σε συνδυασμό με το σημείο 3, στοιχείο γʹ, του παραρτήματος I, της οδηγίας αυτής, δεν επιβεβαιώνει την άποψη της DNB.

44.      Από το γράμμα των διατάξεων των οποίων την ερμηνεία ζητεί το αιτούν δικαστήριο συνάγεται ότι η μεταφορά χρηματικών ποσών στην οποία αναφέρονται οι εν λόγω διατάξεις πρέπει να πραγματοποιείται από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών που διατηρεί τον λογαριασμό πληρωμών του πληρωτή (13).

45.      Όπως επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο (14), στην υπό κρίση υπόθεση πραγματοποιούνται δύο χωριστές πράξεις πληρωμής:

–        Κατά την πρώτη πράξη, ο πελάτης, ενεργώντας ως πληρωτής (άρθρο 4, σημείο 8, της οδηγίας 2015/2366), δίνει εντολή πληρωμής (άρθρο 4, σημείο 13) προς την τράπεζά του, η οποία ενεργεί ως πάροχος υπηρεσιών πληρωμών (άρθρο 4, σημείο 11). Η εν λόγω εντολή πληρωμής συνεπάγεται τη μεταφορά χρηματικών ποσών από τον λογαριασμό πληρωμών του πελάτη (άρθρο 4, σημείο 12) στον λογαριασμό πληρωμών του ιδρύματος Betaal, το οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί δικαιούχος (άρθρο 4, σημείο 9). Η τράπεζα του πελάτη, ακριβώς, είναι αυτή που εκτελεί τη συγκεκριμένη πράξη πληρωμής (παράρτημα I, σημείο 3) και, ως εκ τούτου, παρέχει την υπηρεσία πληρωμών. Η εν λόγω πράξη πληρωμής δεν εκτελείται ούτε από την Betaal ούτε από το ίδρυμα Betaal.

–        Κατά τη δεύτερη πράξη, το ίδρυμα Betaal, ενεργώντας ως πληρωτής (άρθρο 4, σημείο 8, της οδηγίας 2015/2366), δίνει εντολή πληρωμής (άρθρο 4, σημείο 13) προς την τράπεζά του, η οποία ενεργεί ως πάροχος υπηρεσιών πληρωμών (άρθρο 4, σημείο 11). Η εν λόγω εντολή πληρωμής συνεπάγεται τη μεταφορά χρηματικού ποσού από τον λογαριασμό πληρωμών (άρθρο 4, σημείο 12) του ιδρύματος Betaal στον λογαριασμό πληρωμών του επιχειρηματία, υπό την ιδιότητά του ως δικαιούχου (άρθρο 4, σημείο 9). Η τράπεζα του ιδρύματος Betaal είναι αυτή που εκτελεί τη συγκεκριμένη πράξη πληρωμής (παράρτημα I, σημείο 3) και, ως εκ τούτου, παρέχει την υπηρεσία πληρωμών. Και στην περίπτωση αυτή, η εν λόγω πράξη πληρωμής δεν εκτελείται ούτε από την Betaal ούτε από το ίδρυμα Betaal.

46.      Επομένως, πρόκειται για δύο υπηρεσίες πληρωμών παρεχόμενες από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και όχι από την Betaal. Οι πελάτες της Betaal δεν έχουν λογαριασμό πληρωμών στην Betaal ή στο ίδρυμα Betaal, ο οποίος να τους επιτρέπει να διαβιβάζουν εντολές πληρωμής στην Betaal με σκοπό την εκτέλεση μεταφορών πίστωσης προς τους επιχειρηματίες.

47.      Οι δύο υπηρεσίες πληρωμών που παρέχονται από την τράπεζα του πελάτη και από την τράπεζα του ιδρύματος Betaal δεν εμπεριέχουν παρέμβαση ή τεχνική ενέργεια της Betaal για την επεξεργασία των μεταφορών πίστωσης. Το παράρτημα I, σημείο 3, της οδηγίας 2015/2366 κάνει λόγο για «εκτέλεση πράξεων πληρωμής», το δε στοιχείο γʹ του ίδιου σημείου κάνει λόγο για «εκτέλεση μεταφορών πίστωσης», διατύπωση η οποία παραπέμπει σε τεχνικής φύσεως παρέμβαση του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών σε λογαριασμούς (15).

48.      Επαναλαμβάνω ότι ούτε η Betaal ούτε το ίδρυμα Betaal προβαίνουν σε μια τέτοια τεχνική παρέμβαση, καθώς δεν τηρούν λογαριασμούς στο όνομα των πελατών ούτε διαχειρίζονται λογαριασμούς των τελευταίων. Η τεχνική διαχείριση των μεταφορών πίστωσης και των πράξεων πληρωμής εμπίπτει στην αρμοδιότητα των αντίστοιχων τραπεζών τους.

49.      Η πράξη πληρωμής, κατά το άρθρο 4, σημείο 5, της οδηγίας 2015/2366, συνίσταται σε «πράξη η έναρξη της οποίας διενεργείται από τον πληρωτή ή για λογαριασμό του ή από τον δικαιούχο και συνίσταται στη διάθεση, μεταβίβαση ή ανάληψη χρηματικών ποσών, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε υποκείμενη υποχρέωση μεταξύ πληρωτή και δικαιούχου».

50.      Η Betaal μεταβιβάζει χρηματικά ποσά από τον λογαριασμό του ιδρύματος Betaal στον επιχειρηματία μόνον αν ο επιχειρηματίας και ο πελάτης θεωρούν ότι το έργο έχει αποπερατωθεί προσηκόντως. Επομένως, υφίσταται υποκείμενη πράξη η οποία πρέπει να ολοκληρωθεί προκειμένου η Betaal να μπορέσει να δώσει εντολή πληρωμής στην τράπεζά της (άρθρο 4, σημείο 13, της οδηγίας 2015/2366). Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να υποστηριχθεί, όπως προβάλλει η DNB, ότι στην τριγωνική δικαιοπραξία μεταξύ του κυρίου, της Betaal και του επιχειρηματία υπάρχει μία μόνον υπηρεσία πληρωμής.

51.      Βεβαίως, ο πελάτης δίνει εντολή στην τράπεζά του να μεταφέρει τα χρήματα της παρεχόμενης εξασφάλισης στην Betaal. Ωστόσο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίσταται εντολή πληρωμής του πελάτη για τη μεταφορά χρηματικών ποσών στον επιχειρηματία, διότι η εν λόγω ενέργεια δεν έχει αυτόματο χαρακτήρα.

52.      Πράγματι, η ενδεχόμενη διαφωνία μεταξύ του πελάτη και του επιχειρηματία εμποδίζει την πίστωση στον λογαριασμό του επιχειρηματία των χρημάτων που μεταφέρθηκαν από τον πελάτη στην Betaal και φυλάσσονται στον λογαριασμό του ιδρύματός της. Σε περίπτωση διαφωνίας, το χρηματικό ποσό της παρεχόμενης εξασφάλισης είτε θα επιστραφεί στον πελάτη είτε θα καταβληθεί στον νέο αντισυμβαλλόμενο-επιχειρηματία που θα αποπερατώσει το έργο κατά τρόπο ικανοποιητικό για τον πελάτη.

53.      Το άρθρο 80 της οδηγίας 2015/2366 προβλέπει ότι, γενικώς, ο χρήστης των υπηρεσιών πληρωμών δεν μπορεί να ανακαλέσει εντολή πληρωμής εάν ληφθεί από τον πάροχο των υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή. Αντιθέτως, στην υπό κρίση υπόθεση, ο πελάτης, ως πληρωτής του ποσού της παρεχόμενης εξασφάλισης, μπορεί να «ανακαλέσει» τη μεταφορά του οικείου χρηματικού ποσού προς τον δικαιούχο επιχειρηματία, εφόσον δεν συμφωνεί με την ολοκλήρωση των εργασιών επί του ακινήτου.

54.      Η υπηρεσία που προσφέρει η Betaal συνίσταται στην παροχή εγγύησης που διευκολύνει την εκτέλεση της σύμβασης μεταξύ του πελάτη και του επιχειρηματία: οι μεταφορές χρημάτων που απαιτούνται για τη δρομολόγηση της παροχής της εν λόγω υπηρεσίας είναι παρεπόμενες σε σχέση με το ως άνω στοιχείο εγγυήσεως.

55.      Στο πλαίσιο αυτό, η Betaal δεν παρέχει υπηρεσία πληρωμών, αλλά αντιθέτως επωφελείται από τις υπηρεσίες πληρωμών της τράπεζας του πελάτη και της τράπεζας του επιχειρηματία για την οργάνωση της εγγυήσεως. Όπως προανέφερα, η Betaal δεν παρεμβαίνει στην τεχνική λειτουργία της παροχής των εν λόγω υπηρεσιών πληρωμών και δεν ελέγχει τα ποσά που είναι κατατεθειμένα στον λογαριασμό του ιδρύματος Betaal, με σκοπό την πραγματοποίηση συναλλαγών και την αποκόμιση κέρδους μέσω των εν λόγω ποσών (16).

Β.      Η συστηματική ερμηνεία

56.      Κατά την αιτιολογική σκέψη 24 της οδηγίας 2015/2366, η εφαρμογή του νομικού πλαισίου της εν λόγω οδηγίας «[…] θα πρέπει να περιορίζεται στους παρόχους υπηρεσιών οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών ως τακτική απασχόληση ή επιχειρηματική δραστηριότητα σύμφωνα με την παρούσα οδηγία» (η υπογράμμιση δική μου).

57.      Η ίδια αιτιολογική σκέψη και το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 2015/2366 διευκρινίζουν τις κατηγορίες των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών που δύνανται νομίμως να παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών σε ολόκληρη την Ένωση. Στις εν λόγω κατηγορίες συγκαταλέγονται:

–        τα πιστωτικά ιδρύματα που δέχονται καταθέσεις από χρήστες οι οποίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη χρηματοδότηση πράξεων πληρωμής και τα οποία υπόκεινται στην προληπτική εποπτεία που θεσπίζει η οδηγία 2013/36/ΕΕ (17

–        τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος τα οποία εκδίδουν ηλεκτρονικό χρήμα που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη χρηματοδότηση πράξεων πληρωμής και τα οποία υπόκεινται στις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας που θεσπίζει η οδηγία 2009/110/ΕΚ (18

–        τα ιδρύματα πληρωμών· καθώς και

–        γραφεία ταχυδρομικών επιταγών που έχουν αυτό το δικαίωμα βάσει του εθνικού δικαίου.

58.      Η Betaal, ως παρέχουσα υπηρεσίες παροχής εξασφαλίσεων για τους πελάτες και τους κατασκευαστές της αγοράς ακινήτων στις Κάτω Χώρες, δεν εμπίπτει σε καμία από τις ως άνω κατηγορίες. Τα «ιδρύματα πληρωμών» που υπόκεινται στο αυστηρό καθεστώς της οδηγίας 2015/2366 πρέπει να έχουν ως κύρια και τακτική επιχειρηματική δραστηριότητα την παροχή υπηρεσιών πληρωμών (19).

59.      Η απαίτηση της κατ’ επάγγελμα και ως κύριας δραστηριότητας άσκησης της παροχής υπηρεσιών πληρωμών εξηγείται από το κανονιστικό πλαίσιο της οδηγίας 2015/2366.

60.      Πράγματι, ο χαρακτηρισμός μιας πράξεως ως «υπηρεσίας πληρωμών» παράγει σημαντικά έννομα αποτελέσματα για την οντότητα η οποία παρέχει την εν λόγω υπηρεσία ως κύρια τακτική επιχειρηματική δραστηριότητα.

61.      Πρώτον, η κατ’ επάγγελμα παροχή υπηρεσιών πληρωμών από τα ιδρύματα πληρωμών υπόκειται σε αδειοδότηση. Οι προϋποθέσεις και η διαδικασία για τη χορήγηση της οικείας αδείας καθορίζονται στον τίτλο II, κεφάλαιο I, της οδηγίας 2015/2366. Στο πλαίσιο αυτό, ένας πάροχος θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να αποδεικνύει ότι διαθέτει ρυθμίσεις εταιρικής διακυβέρνησης και μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου και ότι είναι σε θέση να εφαρμόζει τα κατάλληλα και ανάλογα συστήματα, πόρους και διαδικασίες που απαιτούνται για την εύρυθμη λειτουργία του (20).

62.      Δεύτερον, μια οντότητα που παρέχει υπηρεσίες πληρωμών υπόκειται σε προληπτική εποπτεία: κατά το άρθρο 23 της οδηγίας 2015/2366, οι αρμόδιες αρχές μπορούν, μεταξύ άλλων, να πραγματοποιούν επιτόπιους ελέγχους και, ενδεχομένως, να αναστέλλουν ή να ανακαλούν την άδεια λειτουργίας.

63.      Τρίτον, τα ιδρύματα πληρωμών πρέπει να πληρούν ορισμένες απαιτήσεις όσον αφορά το αρχικό κεφάλαιο και τα ίδια κεφάλαια, οι οποίες καθορίζονται λεπτομερώς στα άρθρα 6 έως 9 της οδηγίας 2015/2366.

64.      Τέταρτον, η οδηγία 2015/2366 θεσπίζει εναρμονισμένο καθεστώς αστικής ευθύνης των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών για μη εγκεκριμένες πράξεις πληρωμής (άρθρο 73) ή για μη εκτέλεση, εσφαλμένη ή καθυστερημένη εκτέλεση πράξεων πληρωμής (άρθρο 89).

65.      Ο αυστηρός χαρακτήρας των απαιτήσεων που επιβάλλει η οδηγία 2015/2366 έχει νόημα μόνον καθόσον εφαρμόζεται στους επαγγελματίες παρόχους υπηρεσιών πληρωμών. Θα ήταν δυσανάλογη η εφαρμογή των εν λόγω απαιτήσεων σε παρόχους άλλων ειδών υπηρεσιών, οι οποίοι πραγματοποιούν, επιπλέον, μεταφορές χρηματικών ποσών που είναι παρεπόμενες σε σχέση με την κύρια δραστηριότητά τους.

66.      Υπό την επιφύλαξη της εκτιμήσεως του αιτούντος δικαστηρίου, τούτο φαίνεται να συμβαίνει στην περίπτωση της Betaal, δεδομένου ότι ως κύρια δραστηριότητά της παρέχει υπηρεσίες παροχής εξασφαλίσεων επί ακινήτων σε αγοραστές ακινήτων υπό ανοικοδόμηση και σε επιχειρηματίες που έχουν αναλάβει την κατασκευή των εν λόγω ακινήτων.

67.      Η ενδεχόμενη διενέργεια παρεπόμενων πράξεων πληρωμής εκ μέρους της Betaal, στο πλαίσιο της παροχής της κύριας δραστηριότητάς της, δεν τη μετατρέπει σε εταιρία που παρέχει υπηρεσίες πληρωμών κατ’ επάγγελμα και υπόκειται στην εποπτεία της DNB.

Γ.      Η τελολογική ερμηνεία

68.      Η DNB τάσσεται υπέρ μιας ευρείας ερμηνείας της οδηγίας 2015/2366 που να λαμβάνει υπόψη την προστασία των χρηστών (21). Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η DNB ενέμεινε στον σκοπό αυτόν ως θεμέλιο της απόψεώς της.

69.      Πράγματι, η αιτιολογική σκέψη 6 της οδηγίας 2015/2366 (22) κάνει λόγο για τον σκοπό της «[εξασφάλισης] υψηλ[ού] [επιπέδου] προστασίας των καταναλωτών κατά τη χρήση των εν λόγω υπηρεσιών πληρωμών […]» (23).

70.      Εντούτοις, είμαι της γνώμης ότι ο σκοπός της προστασίας των καταναλωτών δεν μπορεί να υπερισχύει οποιουδήποτε άλλου ερμηνευτικού κριτηρίου κατά την ερμηνεία της οδηγίας 2015/2366.

71.      Ο σκοπός αυτός έρχεται να προστεθεί σε άλλους ισοδύναμους σκοπούς, όπως η «μεγαλύτερη νομική σαφήνεια», η διασφάλιση της «συνεπ[ούς] εφαρμογή[ς] του νομοθετικού πλαισίου» και η «[βελτίωση] τη[ς] αποτελεσματικότητα[ς] του συστήματος πληρωμών στο σύνολό του» (24).

72.      Υπό την ως άνω συνολικότερη οπτική, δεν δικαιολογείται διασταλτική ερμηνεία της έννοιας του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών (που υπόκειται στην οδηγία 2015/2366) η οποία αλλοιώνει τα όρια της εν λόγω έννοιας σε βαθμό που να μην μπορούν να διακριθούν από εκείνα που αντιστοιχούν σε άλλες, ξένες προς την ίδια την οδηγία, έννοιες.

73.      Επομένως, η προστασία των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα οι πάροχοι άλλων υπηρεσιών που πραγματοποιούν μεταφορές χρηματικών ποσών ως δραστηριότητα παρεπόμενη της κύριας δραστηριότητάς τους να υπόκεινται στο αυστηρό καθεστώς που ισχύει για τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών που υπόκεινται στην οδηγία 2015/2366.

74.      Μια τέτοια διευρυμένη εφαρμογή του εν λόγω καθεστώτος δύσκολα θα μπορούσε να γίνει δεκτή όσον αφορά επαγγελματίες, όπως συμβολαιογράφους ή δικηγόρους, οι οποίοι παραλαμβάνουν, υπό τη μορφή καταθέσεως, χρηματικά ποσά από τους πελάτες τους προκειμένου, σε μεταγενέστερο στάδιο και ανάλογα με τις οδηγίες που λαμβάνουν, να τα διαβιβάσουν σε τρίτους. Οι εν λόγω επαγγελματίες του νομικού κλάδου παρέχουν, κατά την άσκηση της δραστηριότητάς τους, υπηρεσίες καταθέσεως ή εγγυήσεως και πραγματοποιούν τις αναγκαίες μεταφορές πιστώσεων και εντολές πληρωμής. Ωστόσο, δεν υπόκεινται στις αυστηρές υποχρεώσεις που προβλέπει η οδηγία 2015/2366.

75.      Στην περίπτωση των Κάτω Χωρών, ο συμβολαιογράφος μπορεί να αναλάβει τη διαχείριση εξασφαλίσεων επί ακινήτων κατά τον ίδιο τρόπο όπως και η Betaal. Μάλιστα, η ολλανδική νομοθεσία προβλέπει ειδικώς ότι οι συμβολαιογράφοι, προς διασφάλιση της καταβολής των ποσών που οι πελάτες οφείλουν στον επιχειρηματία, παραλαμβάνουν από τους εν λόγω πελάτες τα αντίστοιχα ποσά (25).

76.      Βάσει της απόψεως της DNB σχετικά με τη φύση της παρεχόμενης υπηρεσίας, ο συμβολαιογράφος που παραλαμβάνει τα εν λόγω χρηματικά ποσά από τον πελάτη και στη συνέχεια τα διαβιβάζει στον επιχειρηματία πρέπει να υπόκειται και αυτός στην οδηγία 2015/2366 και στην προληπτική εποπτεία στην οποία αναφέρεται η εν λόγω οδηγία. Ωστόσο, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η DNB αναγνώρισε ότι η οδηγία 2015/2366 δεν έχει εφαρμογή σε επαγγελματίες, όπως συμβολαιογράφους ή δικηγόρους, οι οποίοι αναλαμβάνουν ζητήματα οικονομικής διαχείρισης και διαχείρισης καταθέσεων (26).

77.      Το γεγονός ότι οι ως άνω επαγγελματίες δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών κατά την έννοια της οδηγίας 2015/2366, μολονότι παραλαμβάνουν χρηματικά ποσά από τους πελάτες για να τα διαβιβάσουν σε τρίτους, οφείλεται ιδίως στο ότι δεν παρέχουν τέτοιες υπηρεσίες ως κύρια δραστηριότητα η οποία ασκείται κατ’ επάγγελμα και ως τακτική δραστηριότητα, αλλά ως παρεπόμενη ή περιορισμένης σημασίας δραστηριότητα, ήτοι συμπληρωματικά, στο πλαίσιο των δικών τους καθηκόντων.

78.      Το ως άνω επιχείρημα μπορεί κάλλιστα να προβληθεί και όσον αφορά την κύρια δραστηριότητα που ασκεί η Betaal, η οποία δεν συνίσταται στην παροχή υπηρεσιών πληρωμών, αλλά στην παροχή εξασφαλίσεων προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι αγοραστές κατοικιών θα εξοφλήσουν το χρέος τους έναντι των επιχειρηματιών που κατασκευάζουν τις εν λόγω κατοικίες.

79.      Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η οδηγία 2015/2366 εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής της τους παρόχους απλών υπηρεσιών παροχής εξασφαλίσεων οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών ως παρεπόμενη δραστηριότητα.

80.      Βεβαίως, η εξαίρεση από την οδηγία 2015/2366 παρόχων υπηρεσιών παροχής εξασφαλίσεων όπως η Betaal δεν παρέχει στους χρήστες την ίδια προστασία που παρέχει η εν λόγω οδηγία σε όσους χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες πληρωμών που παρέχονται από ιδρύματα πληρωμών (27).

81.      Ωστόσο, το γεγονός αυτό δεν είναι καθοριστικό για την απάντηση στις αμφιβολίες του αιτούντος δικαστηρίου. Το εθνικό δίκαιο μπορεί να προβλέπει εναλλακτικούς μηχανισμούς προστασίας των χρηστών που διαφυλάσσουν τα συμφέροντά τους, είτε μέσω μηχανισμών για την εξασφάλιση των κεφαλαίων είτε μέσω της διά νόμου επιβολής αυστηρών όρων στις οντότητες οι οποίες, ενώ δεν παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών, παραλαμβάνουν χρηματικά ποσά από τους εν λόγω πελάτες ως εγγύηση για την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων.

82.      Επομένως, το άρθρο 4, σημείο 3, της οδηγίας 2015/2366, σε συνδυασμό με το παράρτημα Ι, σημείο 3, στοιχείο γʹ, της εν λόγω οδηγίας, έχει την έννοια ότι δεν συνιστά υπηρεσία πληρωμών η παραλαβή και διαβίβαση χρηματικού ποσού, την οποία παρέχει μια οντότητα ως μεσάζων, όταν η οντότητα αυτή, στο πλαίσιο σύμβασης που έχει συνάψει με πελάτη και με επιχειρηματία, παραλαμβάνει χρηματικά ποσά από τον πελάτη στον λογαριασμό πληρωμών της, τα οποία μεταφέρει κατόπιν συναίνεσης του πελάτη από τον λογαριασμό πληρωμών αυτό προς τον επιχειρηματία.

Δ.      Υπηρεσία εμβασμάτων;

83.      Κατά τη Νορβηγική Κυβέρνηση, η παρεχόμενη από την Betaal υπηρεσία εμπίπτει στην έννοια των «υπηρεσιών εμβασμάτων» (28) του παραρτήματος I, σημείο 6, της οδηγίας 2015/2366, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 4, σημείο 22, της εν λόγω οδηγίας (29).

84.      Στην πραγματικότητα, το Δικαστήριο δεν χρειάζεται να αποφανθεί επί της ερμηνείας του άρθρου 4, σημείο 22, της οδηγίας 2015/2366, δεδομένου ότι η απόφαση περί παραπομπής δεν αναφέρεται στην εν λόγω διάταξη.

85.      Για την περίπτωση που το Δικαστήριο δεχθεί, εν πάση περιπτώσει, να απαντήσει στη θέση που προβάλλει η Νορβηγική Κυβέρνηση, θα την εξετάσω κατωτέρω.

86.      Η αιτιολογική σκέψη 9 της οδηγίας 2015/2366 διευκρινίζει ότι το έμβασμα «είναι μια απλή υπηρεσία πληρωμών, που συνήθως βασίζεται σε μετρητά που ο πληρωτής δίνει σε έναν πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, ο οποίος και διαβιβάζει το αντίστοιχο χρηματικό ποσό, π.χ. μέσω δικτύου επικοινωνίας, σε έναν δικαιούχο ή σε άλλον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών που ενεργεί για λογαριασμό του δικαιούχου».

87.      Η Νορβηγική Κυβέρνηση, αναγνωρίζοντας ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, η παραλαβή χρηματικών ποσών του πελάτη πραγματοποιείται χωρίς να έχει δημιουργηθεί λογαριασμός πληρωμών στο όνομά του ή στο όνομα του δικαιούχου, υποστηρίζει ότι πρόκειται για «υπηρεσία εμβασμάτων», κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων.

88.      Κατά τη γνώμη μου, η άποψη αυτή καταρρίπτεται βάσει διαφόρων επιχειρημάτων.

89.      Πρώτον, η δυναμική των πράξεων στις οποίες παρεμβαίνει η Betaal δεν είναι αυτή που αντιστοιχεί σε μια «απλή» υπηρεσία εμβασμάτων, χαρακτηριζόμενη από την αμεσότητά της και από την άνευ αιρέσεων μεταφορά των χρημάτων στον δικαιούχο (30).

90.      Δεύτερον, σε περίπτωση εμβάσματος, ο δικαιούχος λαμβάνει το ποσό που μεταβίβασε ο πληρωτής. Στην περίπτωση της Betaal, απουσιάζει ο αυτόματος και άνευ αιρέσεων χαρακτήρας: ο πελάτης μπορούσε να δώσει την εντολή μεταφοράς των χρηματικών ποσών και τα εν λόγω ποσά να μην περιέλθουν στον δικαιούχο επιχειρηματία, εάν το ακίνητο δεν είχε αποπερατωθεί κατά τρόπο ικανοποιητικό για τον πληρωτή.

91.      Τρίτον, προκειμένου να χαρακτηριστεί ως υπηρεσία πληρωμών υπό τη μορφή εμβάσματος, η δραστηριότητα της Betaal πρέπει να συνιστά κύρια δραστηριότητα η οποία ασκείται κατ’ επάγγελμα. Με άλλα λόγια, η Betaal θα έπρεπε να επιδίδεται τακτικά στη δραστηριότητα πραγματοποίησης εμβασμάτων και χωρίς οι εκ μέρους της παρεχόμενες υπηρεσίες εμβασμάτων να είναι παρεπόμενες ή επικουρικές ως προς τις υπηρεσίες παροχής εξασφαλίσεων.

92.      Όπως προανέφερα, η Betaal δεν έχει ως κύρια δραστηριότητα την παροχή υπηρεσιών εμβασμάτων, αλλά την παροχή εξασφαλίσεων προς διασφάλιση της πληρωμής από τους πελάτες των επιχειρηματιών που κατασκευάζουν τις κατοικίες τους. Η παροχή υπηρεσίας εμβασμάτων, εφόσον στοιχειοθετείται εν προκειμένω, αποτελεί επικουρική και παρεπόμενη δραστηριότητα.

93.      Περαιτέρω, φρονώ ότι δεν είναι ορθή ούτε η εξομοίωση στην οποία προβαίνει η Νορβηγική Κυβέρνηση μεταξύ της υπηρεσίας παροχής εξασφαλίσεων που παρέχει η Betaal και των υπηρεσιών που παρέχουν «τα σουπερμάρκετ, οι έμποροι και άλλοι λιανοπωλητές [που] παρέχουν στους καταναλωτές [αντίστοιχη] υπηρεσία, δίνοντάς τους τη δυνατότητα πληρωμής λογαριασμών των υπηρεσιών κοινής ωφελείας και άλλων τακτικών οικιακών λογαριασμών», για τις οποίες γίνεται λόγος στην αιτιολογική σκέψη 9 της οδηγίας 2015/2366.

94.      Επαναλαμβάνω ότι η ως άνω αναλογία δεν ενδείκνυται, στο μέτρο που: α) τα σουπερμάρκετ, οι έμποροι και άλλοι λιανοπωλητές μεταφέρουν το σύνολο των κεφαλαίων που καταβάλλουν οι πελάτες για την εξόφληση ορισμένων τιμολογίων, χωρίς παρακράτηση οποιουδήποτε ποσού· και β) η υπηρεσία που παρέχουν δεν είναι παρεπόμενη και επικουρική υπηρεσία άλλης κύριας δραστηριότητας, αλλά υπηρεσία εμβασμάτων για την εξόφληση των εν λόγω τιμολογίων, υπηρεσία την οποία, σε ορισμένα κράτη, οι εν λόγω οντότητες προσφέρουν στους πελάτες τους ως μία από τις υπηρεσίες που περιλαμβάνονται στον κατάλογο των (κύριων) παρεχόμενων υπηρεσιών τους.

V.      Πρόταση

95.      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο College van Beroep voor het bedrijfsleven (διοικητικό εφετείο αρμόδιο επί οικονομικών υποθέσεων, Κάτω Χώρες) ως εξής:

«Το άρθρο 4, σημείο 3, σε συνδυασμό με το παράρτημα I, σημείο 3, στοιχείο γʹ, της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2015, σχετικά με υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά, την τροποποίηση των οδηγιών 2002/65/ΕΚ, 2009/110/ΕΚ και 2013/36/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και την κατάργηση της οδηγίας 2007/64/ΕΚ,

έχει την έννοια ότι:

δεν συνιστά υπηρεσία πληρωμών η παραλαβή και διαβίβαση χρηματικού ποσού, την οποία παρέχει μια οντότητα ως μεσάζων, όταν η οντότητα αυτή, στο πλαίσιο σύμβασης που έχει συνάψει με πελάτη και με επιχειρηματία, παραλαμβάνει χρηματικά ποσά από τον πελάτη στον λογαριασμό πληρωμών της, τα οποία μεταφέρει κατόπιν συναίνεσης του πελάτη από τον λογαριασμό πληρωμών αυτό προς τον επιχειρηματία».


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.


2      Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2015, σχετικά με υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά, την τροποποίηση των οδηγιών 2002/65/ΕΚ, 2009/110/ΕΚ και 2013/36/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και την κατάργηση της οδηγίας 2007/64/ΕΚ (ΕΕ 2015, L 337, σ. 35).


3      Νόμος περί εποπτείας των χρηματοπιστωτικών αγορών, Κάτω Χώρες. Στο εξής: Wft.


4      Επομένως, ο πελάτης μπορεί να καταθέσει το ποσό που αντιστοιχεί στο τελικό τμήμα του τιμήματος του έργου όχι σε συμβολαιογράφο, αλλά στον λογαριασμό του ιδρύματος Betaal.


5      Η Betaal όφειλε να θέσει τέλος στις παραβιάσεις αυτές εντός τεσσάρων εβδομάδων από την κοινοποίηση της αποφάσεως (περίοδος χάριτος), παύοντας να προσφέρει πλέον υπηρεσίες σχετικές με τη σύσταση εγγυήσεων ολοκλήρωσης έργου και με την παροχή εξασφαλίσεων, καθώς και να μεταβιβάσει, να τροποποιήσει ή να τερματίσει τις υφιστάμενες συμβάσεις.


6      Η επαπειλούμενη χρηματική ποινή ανέρχεται σε 10 000 ευρώ ανά εβδομάδα μη πλήρους συμμόρφωσης προς τη διαταγή (μετά την παρέλευση της προθεσμίας χάριτος). Το ανώτατο ποσό της χρηματικής ποινής ανέρχεται σε 50 000 ευρώ.


7      ECLI:NL:RBROT:2022:9932.


8      Με τις γραπτές παρατηρήσεις της, η Ολλανδική Κυβέρνηση περιορίστηκε να αναφέρει ότι συμμερίζεται την άποψη της DNB και ότι, σε δεύτερο χρόνο, θα ανέπτυσσε περαιτέρω την άποψή της προφορικώς. Η εν λόγω ανάπτυξη ουδέποτε έλαβε χώρα, καθώς η Ολλανδική Κυβέρνηση δεν μετέσχε στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση.


9      Κατά την Τσεχική Κυβέρνηση, υπηρεσία όπως η επίμαχη στην υπό κρίση υπόθεση συνιστά υπηρεσία πληρωμών μόνον όταν μια οντότητα παρέχει την εν λόγω υπηρεσία στο πλαίσιο άσκησης επιχειρηματικής ή εμπορικής δραστηριότητας και εφόσον δεν πρόκειται απλώς για αναγκαίο συστατικό στοιχείο άλλης υπηρεσίας, η δε μεταφορά κεφαλαίων πραγματοποιείται αποκλειστικά βάσει εντολής του πληρωτή ή του δικαιούχου.


10      Αποφάσεις της 17ης Νοεμβρίου 1983, Merck (292/82, EU:C:1983:335, σκέψη 12), της 6ης Ιουλίου 2023, Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides (Πρόσφυγας που έχει διαπράξει σοβαρό έγκλημα) (C‑8/22, EU:C:2023:542, σκέψη 29), και της 1ης Αυγούστου 2025, Alace και Canpelli (C‑758/24 και C‑759/24, EU:C:2025:591, σκέψη 91).


11      Απάντηση της 18ης Μαρτίου 2022 στην ερώτηση με αριθμό ID 2020_5216. Η απάντηση δεν είναι νομικά δεσμευτική. Διαθέσιμη μέσω της ΕΑΤ, Single Rulebook Q&A, Question ID 2020_5216· www.eba.europa.eu/single-rule-book-qa/qna/view/publicId/2020_5216.


12      Η DNB επικαλείται επίσης την απάντηση της Επιτροπής, της 6ης Ιανουαρίου 2023, στην ερώτηση με αριθμό ID 2020_5099, όμως οι πραγματικές περιστάσεις υπό τις οποίες προέκυψε η εν λόγω ερώτηση διαφέρουν από εκείνες της υπό κρίση υποθέσεως. Η απάντηση αυτή της Επιτροπής είναι διαθέσιμη στην ηλεκτρονική διεύθυνση https://www.eba.europa.eu/single-rule-book-qa/qna/view/publicId/2020_5099.


13      Απόφαση της 22ας Φεβρουαρίου 2024, ABC Projektai (C‑661/22, EU:C:2024:148, σκέψη 34): «[…] όταν ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών θέτει χρηματικά ποσά στη διάθεση ιδρύματος πληρωμών και τα χρηματικά αυτά ποσά πιστώνονται σε λογαριασμό πληρωμών τον οποίον διατηρεί στο όνομα του o συγκεκριμένος χρήστης στο ίδρυμα αυτό, οι πράξεις αυτές πρέπει, κατ’ αρχήν, να θεωρούνται πράξεις συνδεόμενες με τη διαχείριση λογαριασμού πληρωμών κατά την έννοια του άρθρου 4, σημείο 12, της οδηγίας 2015/2366 και, επομένως, αποτελούν μέρος της υπηρεσίας πληρωμών, κατά την έννοια του άρθρου 4, σημείο 3, της ίδιας οδηγίας».


14      Απόφαση περί παραπομπής (σκέψεις 12.1 έως 12.3).


15      Συναφώς, συντάσσομαι με τις επισημάνσεις του αιτούντος δικαστηρίου οι οποίες παρατίθενται στη σκέψη 13.5 της αποφάσεως περί παραπομπής: «[…] από το πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται οι διατάξεις του κεφαλαίου με τίτλο “Εκτέλεση πράξεων πληρωμής” (άρθρα 78 έως 93) της οδηγίας 2015/2366 και από τους ορισμούς της πράξης πληρωμής, του πληρωτή και του δικαιούχου, θα μπορούσε να συναχθεί ότι η εκτέλεση πράξεων πληρωμής πρέπει να νοείται κυρίως υπό τεχνική έννοια και ότι ο όρος “εκτέλεση” αναφέρεται στην πραγματοποίηση πράξης πληρωμής σε λογαριασμό πληρωμών. […]. Οι διατάξεις αυτές φαίνεται να απαιτούν την άμεση και τεχνική συμμετοχή του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών στη μεταφορά χρηματικού ποσού από έναν λογαριασμό πληρωμών σε άλλο». Η υπογράμμιση δική μου.


16      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η DNB επιβεβαίωσε ότι η Betaal δεν προέβαινε σε χρηματοοικονομική διαμεσολάβηση με τα κεφάλαια των παρεχόμενων εξασφαλίσεων, ήτοι ήταν υποχρεωμένη να τα διατηρεί δεσμευμένα και δεν πραγματοποιούσε πράξεις με αυτά με σκοπό τη μεγιστοποίηση του κέρδους της. Συνεπώς, η Betaal δεν προσομοιάζει με τους ενδιάμεσους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, στην περίπτωση των οποίων υφίστανται κίνδυνοι που δικαιολογούν την υποβολή τους στην προληπτική εποπτεία της DNB.


17      Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ (ΕΕ 2013, L 176, σ. 338).


18      Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, για την ανάληψη, άσκηση και προληπτική εποπτεία της δραστηριότητας ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος, την τροποποίηση των οδηγιών 2005/60/ΕΚ και 2006/48/ΕΚ και την κατάργηση της οδηγίας 2000/46/ΕΚ (ΕΕ 2009, L 267, σ. 7).


19      Όσον αφορά την οδηγία 2007/64/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, για τις υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά, την τροποποίηση των οδηγιών 97/7/ΕΚ, 2002/65/ΕΚ, 2005/60/ΕΚ και 2006/48/ΕΚ, και την κατάργηση της οδηγίας 97/5/ΕΚ (ΕΕ 2007, L 319, σ. 1), η απόφαση της 22ας Μαρτίου 2018, Rasool (C‑568/16, EU:C:2018:211, σκέψη 36), επισήμανε ότι η εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας πρέπει να περιορίζεται στους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών με «κύρια δραστηριότητα» την παροχή υπηρεσιών πληρωμών στους χρήστες των υπηρεσιών αυτών. Στη σκέψη 37 της εν λόγω αποφάσεως, το Δικαστήριο έκρινε ότι η κύρια δραστηριότητα της καθής επιχειρήσεως ήταν η εκμετάλλευση αιθουσών παιγνίων, στο πλαίσιο δε αυτό οι σχετικές με τα τερματικά πολλαπλών χρήσεων πράξεις, σκοπός των οποίων ήταν να μπορούν οι χρήστες να προβαίνουν σε μετατροπή και σε ανάληψη χρημάτων, αποτελούσαν μια καθαρά παρεπόμενη προς την εν λόγω δραστηριότητα υπηρεσία.


20      Δεδομένου ότι η Betaal δεν διέθετε την εν λόγω άδεια, η DNB τη διέταξε να παύσει τη δραστηριότητά της.


21      Στο πλαίσιο της υπό κρίση υπόθεσης, δεν είναι κρίσιμο να διευκρινιστεί αν οι προστατευόμενοι χρήστες είναι μόνον όσοι έχουν την ιδιότητα του «καταναλωτή» υπό στενή έννοια ή και όσοι δεν έχουν την εν λόγω ιδιότητα (όπως, για παράδειγμα, οι επιχειρήσεις). Η αιτιολογική σκέψη 54 της οδηγίας 2015/2366 διαλαμβάνει τα εξής: «Δεδομένου ότι καταναλωτές και επιχειρήσεις δεν βρίσκονται στην ίδια θέση, δεν χρειάζονται το ίδιο επίπεδο προστασίας. Ενώ είναι σημαντικό να διασφαλίζονται τα δικαιώματα του καταναλωτή με διατάξεις από τις οποίες δεν επιτρέπεται παρέκκλιση με σύμβαση, είναι λογικό να αφήνονται οι επιχειρήσεις και οι οργανισμοί να συμφωνούν διαφορετικά, όταν δεν συναλλάσσονται με πελάτες. Ωστόσο, τα κράτη μέλη πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να ορίζουν ότι οι πολύ μικρές επιχειρήσεις […] αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο όπως και οι καταναλωτές. Εν πάση περιπτώσει, ορισμένες βασικές διατάξεις της παρούσας οδηγίας θα πρέπει πάντα να εφαρμόζονται, ανεξάρτητα από το καθεστώς του χρήστη».


22      Η οποία παρατίθεται στο σημείο 4 των παρουσών προτάσεων.


23      Βλ. απόφαση της 2ας Σεπτεμβρίου 2021, CRCAM (C‑337/20, EU:C:2021:671, σκέψη 44), όσον αφορά τον σκοπό της οδηγίας 2007/64, ο οποίος ταυτίζεται εν πολλοίς με τους σκοπούς της οδηγίας 2015/2366.


24      Αιτιολογική σκέψη 6 της οδηγίας 2015/2366.


25      Κατά το άρθρο 767 του βιβλίου 7 του ολλανδικού αστικού κώδικα: «Ο κύριος του έργου μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει μόνον τις πληρωμές που αντιστοιχούν, τουλάχιστον κατά προσέγγιση, στην πρόοδο των κατασκευαστικών εργασιών ή στην αξία των αγαθών που του μεταβιβάστηκαν· εντούτοις, προκειμένου να διασφαλιστεί η τήρηση των υποχρεώσεων που υπέχει, μπορεί να συμφωνηθεί ότι ο κύριος του έργου καταθέτει σε συμβολαιογράφο ποσό το οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει το 10 % του τιμήματος του έργου ή ότι παρέχει εναλλακτική εγγύηση για το ποσό αυτό. Τυχόν υπερβάλλον ποσό που καταβλήθηκε συνιστά αχρεωστήτως καταβληθέν ποσό».


26      Την ίδια άποψη διατυπώνει και η Ιταλική Κυβέρνηση (σημεία 37 και 38 των γραπτών παρατηρήσεών της). Κατά την άποψή της, μια ευρεία ερμηνεία της επίμαχης ρύθμισης θα μπορούσε να διευρύνει σημαντικά την έννοια των υπηρεσιών πληρωμής, με συνέπειες που δύσκολα μπορούν να προβλεφθούν. Δραστηριότητες οι οποίες επί του παρόντος ασκούνται ελεύθερα και θεωρούνται ως μη εμπίπτουσες στη ρύθμιση περί υπηρεσιών πληρωμών θα μπορούσαν να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω ρυθμίσεως, αν η περιγραφόμενη στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως υπηρεσία χαρακτηρισθεί ως υπηρεσία πληρωμών. Προσθέτει ότι, στην περίπτωση αυτή, θα πρέπει να γίνει δεκτός παρόμοιος χαρακτηρισμός της υπηρεσίας καταθέσεως ενώπιον συμβολαιογράφου του τιμήματος της μεταβίβασης της κυριότητας ή της μεταβίβασης, της σύστασης ή της απόσβεσης άλλων εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων ή εμπορικών επιχειρήσεων. Ομοίως, κάθε οντότητα που παρέχει παρόμοια υπηρεσία εγγύησης ή κατάθεσης χρηματικών ποσών θα μπορούσε να θεωρηθεί πάροχος υπηρεσιών πληρωμών.


27      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η DNB αναφέρθηκε στο ενδεχόμενο πτώχευσης των παρόχων εξασφαλίσεων με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η ανάκτηση των χρηματικών ποσών που διατέθηκαν για τον σκοπό της εν λόγω εξασφάλισης. Προσέθεσε ότι αυτό συνέβη στην περίπτωση της Betaal.


28      Το λεκτικό «υπηρεσία εμβασμάτων» παρουσιάζει μια κάποια ασάφεια. Η μετάφρασή του στις διάφορες γλωσσικές αποδόσεις τις οποίες έχω συμβουλευθεί [«money remittance» (αγγλική), «transmission de fonds» (γαλλική), «Finanztransfer» (γερμανική), «geldtransfer» (ολλανδική), «rimessa di denaro» (ιταλική), «envio de fundos» (πορτογαλική) o «remiterea de bani» (ρουμανική)] δεν οδηγεί σε πολύ συγκεκριμένα συμπεράσματα όσον αφορά το σημασιολογικό πεδίο του, ώστε να μπορεί κανείς να διακρίνει μεταξύ του εν λόγω λεκτικού και άλλων κατά το μάλλον ή ήττον παρόμοιων εννοιών.


29      Το οποίο παρατίθεται στο σημείο 6 των παρουσών προτάσεων.


30      Η Betaal δεν μεταβιβάζει στον επιχειρηματία το σύνολο των χρημάτων που αποστέλλει ο πελάτης. Κατά το άρθρο 10 των ΓΟΣ, η Betaal παρακρατεί από το ποσό που λαμβάνει από τον πελάτη ποσό ίσο με το 2,5 % της παρεχόμενης εξασφάλισης, κατ’ ελάχιστον στα 200 ευρώ, το οποίο ούτε μεταβιβάζεται ούτε καταβάλλεται στον επιχειρηματία.