ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)

της 11ης Φεβρουαρίου 2025 ( *1 )

«Πρόσβαση στα έγγραφα – Κανονισμός (ΕΚ) 1049/2001 – Έγγραφα σχετικά με την παραγωγή εμβολίων κατά της νόσου COVID‑19 – Σιωπηρή άρνηση παροχής προσβάσεως – Ρητή απόφαση που εκδίδεται μετά την άσκηση της προσφυγής – Κατάργηση της δίκης»

Στην υπόθεση T‑178/24,

Corinne Reverbel, κάτοικος Dému (Γαλλία), εκπροσωπούμενη από την D. Protat, δικηγόρο,

προσφεύγουσα,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τον M. Burón Pérez και την K. Herrmann,

καθής,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),

συγκείμενο από τους P. Škvařilová-Pelzl (εισηγήτρια), πρόεδρο, G. Steinfatt και R. Meyer, δικαστές,

γραμματέας: V. Di Bucci

εκδίδει την ακόλουθη

Διάταξη

1

Με την προσφυγή που άσκησε βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, η προσφεύγουσα Corinne Reverbel ζητεί την ακύρωση της σιωπηρής απόφασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 7ης Φεβρουαρίου 2024, με την οποία απορρίφθηκε η από 15 Δεκεμβρίου 2023 επιβεβαιωτική αίτησή της περί προσβάσεως σε διάφορα έγγραφα (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).

Ιστορικό της διαφοράς και μεταγενέστερα της ασκήσεως της προσφυγής πραγματικά περιστατικά

2

Την 1η Μαρτίου 2023 η προσφεύγουσα υπέβαλε, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ 2001, L 145, σ. 43), αίτηση πρόσβασης σε διάφορα έγγραφα σχετικά με την παραγωγή εμβολίων κατά της νόσου COVID‑19.

3

Η Επιτροπή απάντησε στην αίτηση στις 30 Νοεμβρίου 2023.

4

Με την απόφασή της, κατά πρώτον, η Επιτροπή ενημέρωσε την προσφεύγουσα ότι είχε εντοπίσει ένα έγγραφο σχετικό με το αντικείμενο της αιτήσεώς της. Επρόκειτο για μια έκθεση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων (EMA) της 25ης Νοεμβρίου 2021 (στο εξής: έκθεση του EMA).

5

Κατά δεύτερον, η Επιτροπή παρέσχε μερική πρόσβαση στην έκθεση του EMA, καθώς, κατά την άποψή της, την πλήρη γνωστοποίησή της εμπόδιζαν οι εξαιρέσεις στο δικαίωμα προσβάσεως οι οποίες προβλέπονται, πρώτον, στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1049/2001, δεύτερον, στο άρθρο 4, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, του ίδιου κανονισμού και, τρίτον, στο άρθρο 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του εν λόγω κανονισμού και οι οποίες αφορούν, πρώτον, την προστασία της ιδιωτικής ζωής και της ακεραιότητας του ατόμου, ιδίως σύμφωνα με τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με την προστασία των προσωπικών δεδομένων, δεύτερον, την προστασία των εμπορικών συμφερόντων ενός συγκεκριμένου φυσικού ή νομικού προσώπου, συμπεριλαμβανομένης της πνευματικής ιδιοκτησίας, και, τρίτον, την προστασία του σκοπού επιθεώρησης, έρευνας και οικονομικού ελέγχου.

6

Με έγγραφο της 15ης Δεκεμβρίου 2023 που καταχωρίσθηκε από την Επιτροπή στις 18 Δεκεμβρίου 2023, η προσφεύγουσα υπέβαλε επιβεβαιωτική αίτηση δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1049/2001 ζητώντας από την Επιτροπή να αναθεωρήσει τη θέση της.

7

Με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Ιανουαρίου 2024, η Επιτροπή επισήμανε ότι δεν ήταν δυνατόν να απαντήσει στην επιβεβαιωτική αίτηση της προσφεύγουσας εντός της προθεσμίας των δεκαπέντε εργάσιμων ημερών που προβλέπεται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1049/2001, η οποία εξέπνεε την ίδια ημέρα. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την Επιτροπή, κατά την ημερομηνία αυτή, δεν είχαν συγκεντρωθεί ακόμη όλα τα αναγκαία στοιχεία προκειμένου να διενεργηθεί πλήρης ανάλυση.

8

Με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 7ης Φεβρουαρίου 2024, η Επιτροπή ενημέρωσε την προσφεύγουσα ότι δεν ήταν δυνατόν να απαντήσει στην επιβεβαιωτική αίτησή της, καθόσον εσωτερικές διαβουλεύσεις βρίσκονταν σε εξέλιξη και, δεδομένης της προέλευσης του ζητούμενου εγγράφου, ήταν υποχρεωμένη, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 4, του κανονισμού 1049/2001, να διαβουλευτεί με τρίτους.

9

Η προσφεύγουσα άσκησε την υπό κρίση προσφυγή στις 2 Απριλίου 2024.

10

Στις 4 Ιουνίου 2024 η Επιτροπή εξέδωσε, σε απάντηση της επιβεβαιωτικής αιτήσεως της προσφεύγουσας, απόφαση βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1049/2001 (στο εξής: ρητή επιβεβαιωτική απόφαση). Με την απόφαση αυτή, χορήγησε στην προσφεύγουσα ευρύτερη μερική πρόσβαση στην έκθεση του EMA.

11

Στη ρητή επιβεβαιωτική απόφαση, η Επιτροπή εξήγησε ότι δεν ήταν δυνατόν να χορηγηθεί καθολική πρόσβαση στην έκθεση του EMA, λαμβανομένων υπόψη των εξαιρέσεων από το δικαίωμα πρόσβασης οι οποίες προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001 και στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του ίδιου κανονισμού και σχετίζονται, αφενός, με το δημόσιο συμφέρον όσον αφορά τις διεθνείς σχέσεις και, αφετέρου, με την προστασία της ιδιωτικής ζωής και της ακεραιότητας του ατόμου. Η Επιτροπή επιβεβαίωσε εξάλλου ότι δεν διέθετε κανένα έγγραφο το οποίο να ανταποκρίνεται στην περιγραφή που είχε δοθεί στην αίτηση της 1ης Μαρτίου 2023 (βλ. σκέψη 2 ανωτέρω).

12

Στις 17 Ιουνίου 2024 η Επιτροπή υπέβαλε αίτηση κατάργησης της δίκης.

Αιτήματα των διαδίκων

13

Με την προσφυγή της, η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση.

14

Με την αίτησή της για την κατάργηση της δίκης, η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

να διαπιστώσει ότι η προσφυγή κατέστη άνευ αντικειμένου και ότι η δίκη πρέπει να καταργηθεί·

να κρίνει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του.

15

Στις παρατηρήσεις της επί της αίτησης της Επιτροπής περί καταργήσεως της δίκης, η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση και επαναλαμβάνει το αίτημά της για την ακύρωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

Σκεπτικό

16

Κατά το άρθρο 130, παράγραφοι 2 και 7, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, αν ένας διάδικος το ζητήσει, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να διαπιστώσει ότι η προσφυγή κατέστη άνευ αντικειμένου και ότι η δίκη πρέπει να καταργηθεί.

17

Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε να διαπιστωθεί ότι η προσφυγή κατέστη άνευ αντικειμένου και ότι η δίκη πρέπει να καταργηθεί, το Γενικό Δικαστήριο, εκτιμώντας ότι έχει διαφωτισθεί επαρκώς από τα στοιχεία της δικογραφίας, αποφασίζει να αποφανθεί επί της σχετικής αιτήσεως χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία.

18

Υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το αντικείμενο της διαφοράς πρέπει να διατηρείται, όπως και το έννομο συμφέρον, έως την έκδοση της δικαστικής απόφασης, άλλως παρέλκει η έκδοση απόφασης. Τούτο προϋποθέτει ότι η προσφυγή μπορεί, με το αποτέλεσμά της, να ωφελήσει τον διάδικο που την άσκησε (απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2018, ClientEarth κατά Επιτροπής, C‑57/16 P, EU:C:2018:660, σκέψη 43).

19

Εν προκειμένω, η Επιτροπή, με την απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 2023, η οποία μνημονεύεται στη σκέψη 3 ανωτέρω, απέρριψε εν μέρει την αίτηση πρόσβασης στα έγγραφα την οποία υπέβαλε την 1η Μαρτίου 2023 η προσφεύγουσα. Κατόπιν της απόφασης αυτής, η προσφεύγουσα υπέβαλε επιβεβαιωτική αίτηση.

20

Δεν αμφισβητείται ότι η Επιτροπή εξέδωσε τη ρητή επιβεβαιωτική απόφαση κατόπιν της ασκήσεως της παρούσας προσφυγής. Με την απόφαση αυτή, η Επιτροπή χορήγησε στην προσφεύγουσα ευρύτερη μερική πρόσβαση στην έκθεση του EMA και, κατά τα λοιπά, επιβεβαίωσε ρητώς την απόρριψη της επιβεβαιωτικής αιτήσεως της προσφεύγουσας.

21

Κατά πρώτον, όσον αφορά τη ρητή απόρριψη της επιβεβαιωτικής αιτήσεως, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι ένα θεσμικό όργανο, μέσω της εκδόσεως ρητής απορριπτικής αποφάσεως επί επιβεβαιωτικής αιτήσεως προσβάσεως σε έγγραφα, ανακαλεί τη σιωπηρή απορριπτική απόφαση της αιτήσεως αυτής (πρβλ. αποφάσεις της 2ας Οκτωβρίου 2014, Strack κατά Επιτροπής, C‑127/13 P, EU:C:2014:2250, σκέψεις 88 και 89, της 2ας Ιουλίου 2015, Typke κατά Επιτροπής, T‑214/13, EU:T:2015:448, σκέψη 37, της 26ης Μαρτίου 2020, ViaSat κατά Επιτροπής, T‑734/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2020:123, σκέψεις 16 και 17, και της 29ης Σεπτεμβρίου 2021, AlzChem Group κατά Επιτροπής, T‑569/19, EU:T:2021:628, σκέψη 27).

22

Αυτή η ανάκληση της αμφισβητούμενης πράξης, λαμβανομένου υπόψη του αναδρομικού χαρακτήρα της (πρβλ. απόφαση της 17ης Απριλίου 1997, de Compte κατά Κοινοβουλίου, C‑90/95 P, EU:C:1997:198, σκέψη 35), συνεπάγεται την εξάλειψη του αντικειμένου της δίκης (πρβλ. αποφάσεις της 7ης Ιουνίου 2007, Wunenburger κατά Επιτροπής, C‑362/05 P, EU:C:2007:322, σκέψεις 48 και 49, της 4ης Σεπτεμβρίου 2018, ClientEarth κατά Επιτροπής, C‑57/16 P, EU:C:2018:660, σκέψη 45, και της 21ης Ιανουαρίου 2021, Leino-Sandberg κατά Κοινοβουλίου, C‑761/18 P, EU:C:2021:52, σκέψη 33).

23

Σε μια τέτοια περίπτωση, την εξέταση της προσφυγής κατά σιωπηρής απόφασης δεν μπορούν να δικαιολογήσουν ούτε ο σκοπός αποτροπής του ενδεχομένου επαναλήψεως της προσαπτόμενης πλημμέλειας ούτε ο σκοπός της διευκολύνσεως ενδεχόμενων αγωγών αποζημιώσεως, δεδομένου ότι οι εν λόγω σκοποί μπορούν να επιτευχθούν μέσω της εξετάσεως προσφυγής κατά της ρητής αποφάσεως (πρβλ. απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2010, Ryanair κατά Επιτροπής, T‑494/08 έως T‑500/08 και T‑509/08, EU:T:2010:511, σκέψη 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

24

Εν προκειμένω, η έκδοση της ρητής επιβεβαιωτικής αποφάσεως, καθόσον με αυτήν απορρίπτεται η αίτηση της προσφεύγουσας, είχε ως αποτέλεσμα τη μερική ανάκληση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ως εκ τούτου οδήγησε, κατά το μέρος αυτό, στην εξάλειψη του αντικειμένου της παρούσας προσφυγής, η οποία είχε ως αίτημα την ακύρωση της προαναφερθείσας προσβαλλόμενης αποφάσεως.

25

Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας που αφορούν τη ρητή απόρριψη της αιτήσεώς της.

26

Συγκεκριμένα, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, λόγω του ασυνήθιστα μεγάλου χρονικού διαστήματος επεξεργασίας της επιβεβαιωτικής αιτήσεώς της, η ρητή απόρριψη της αιτήσεως αυτής είναι ανίσχυρη και, κατά συνέπεια, δεν μπορεί «να της αντιταχθεί».

27

Ως προς το ζήτημα αυτό, επισημαίνεται ότι η μερική άρνηση πρόσβασης επιφέρει κατ’ ανάγκη συνέπειες στην κατάσταση της προσφεύγουσας, εφόσον η τελευταία στερείται προσβάσεως στα επίμαχα έγγραφα εξ αυτού του λόγου.

28

Εξάλλου, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η προσφεύγουσα αμφισβητεί τη νομιμότητα της ρητής απόρριψης της αιτήσεώς της και ότι αυτή η ενδεχόμενη έλλειψη νομιμότητας μπορούσε να έχει επίπτωση στον αντιτάξιμο χαρακτήρα της απορριπτικής απόφασης, το συγκεκριμένο επιχείρημα θα πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να απορριφθεί.

29

Πράγματι, πρώτον, όσον αφορά την έκδοση ρητής επιβεβαιωτικής απορριπτικής αποφάσεως μετά την παρέλευση της προθεσμίας απαντήσεως που προβλέπεται στο άρθρο 8 του κανονισμού 1049/2001, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, σε περίπτωση μη τήρησης από ένα θεσμικό όργανο των προθεσμιών που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο, το θεσμικό όργανο υποχρεούται να παράσχει, έστω καθυστερημένα, αιτιολογημένη απάντηση στην αίτηση του ενδιαφερομένου. Το Δικαστήριο έχει κρίνει επίσης ότι σε μια τέτοια περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού 1049/2001, ο ενδιαφερόμενος δύναται να καταφύγει σε δύο είδη διαδικασιών. Δύναται, αφενός, να υποβάλει καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, σύμφωνα με το άρθρο 228 ΣΛΕΕ, ή, αφετέρου, να ασκήσει ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου αγωγή αποζημιώσεως δυνάμει του άρθρου 340 ΣΛΕΕ, με σκοπό την αποκατάσταση της ζημίας που ενδεχομένως προκλήθηκε λόγω της μη τηρήσεως των προθεσμιών απάντησης (απόφαση της 14ης Ιουλίου 2016, Sea Handling κατά Επιτροπής, C‑271/15 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2016:557, σκέψεις 85 έως 87).

30

Επομένως, διαπιστώνεται ότι η μη τήρηση των προθεσμιών που προβλέπονται στο άρθρο 8 του κανονισμού 1049/2001 δεν επηρεάζει τη νομιμότητα της ρητής επιβεβαιωτικής αποφάσεως.

31

Δεύτερον, όσον αφορά την έκδοση ανακλητικής απόφασης εντός μη εύλογου χρονικού διαστήματος, είναι αληθές ότι, κατά πάγια νομολογία, η αναδρομική ανάκληση παράνομης διοικητικής πράξεως η οποία γεννά δικαιώματα πρέπει να πραγματοποιείται εντός εύλογου χρόνου (πρβλ. απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2010, Αθηναϊκή Τεχνική κατά Επιτροπής, C‑362/09 P, EU:C:2010:783, σκέψη 59 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

32

Εντούτοις, η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία εμπεριέχει άρνηση παροχής προσβάσεως στα έγγραφα τα οποία ζήτησε η προσφεύγουσα, δεν συνιστά, έναντι αυτής, πράξη δημιουργούσα δικαιώματα. Επομένως, η νομολογία που μνημονεύεται στη σκέψη 31 ανωτέρω δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω (πρβλ. απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2010, Αθηναϊκή Τεχνική κατά Επιτροπής, C‑362/09 P, EU:C:2010:783, σκέψη 60).

33

Επιπλέον, η προϋπόθεση κατά την οποία η ανάκληση μιας πράξης εξαρτάται από την έλλειψη νομιμότητάς της ισχύει σε τομείς στους οποίους είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι μια τέτοια ανάκληση δεν επιτρέπει σε ένα θεσμικό όργανο να αποφύγει οποιονδήποτε δικαστικό έλεγχο των πράξεών του (πρβλ. αποφάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 2010, Αθηναϊκή Τεχνική κατά Επιτροπής, C‑362/09 P, EU:C:2010:783, σκέψεις 68 έως 71, και της 11ης Ιουλίου 2013, BVGD κατά Επιτροπής, T‑104/07 και T‑339/08, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:366, σκέψη 80). Η έκδοση ρητής επιβεβαιωτικής αποφάσεως δεν ενέχει αυτόν τον κίνδυνο. Αντιθέτως, επιτρέπει στον αιτούντα να γνωρίζει τους λόγους απόρριψης τους οποίους προβάλλει το θεσμικό όργανο.

34

Επομένως, η προσφεύγουσα δεν έχει πλέον έννομο συμφέρον να επιτύχει την ακύρωση της σιωπηρής απόρριψης της επιβεβαιωτικής αιτήσεώς της για πρόσβαση στα έγγραφα στο μέτρο που η εν λόγω σιωπηρή απόφαση επιβεβαιώθηκε τελικώς με ρητή απορριπτική απόφαση.

35

Κατά δεύτερον, όσον αφορά την ευρύτερη μερική πρόσβαση στην έκθεση του EMA την οποία παρέσχε η Επιτροπή, υπενθυμίζεται ότι η απλή χορήγηση πρόσβασης στα επίδικα έγγραφα σε συνέχεια απόρριψης μιας αιτήσεως, χωρίς το θεσμικό όργανο να αναγνωρίζει το σφάλμα του με την έκδοση ρητής αποφάσεως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ανάκληση (πρβλ. αποφάσεις της 30ής Απριλίου 2020, Izba Gospodarcza Producentów i Operatorów Urządzeń Rozrywkowych κατά Επιτροπής, C‑560/18 P, EU:C:2020:330, σκέψεις 72 έως 75, και της 22ας Μαρτίου 2018, De Capitani κατά Κοινοβουλίου, T‑540/15, EU:T:2018:167, σκέψεις 31 έως 33).

36

Συναφώς, το γεγονός ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις κατέστησαν ανίσχυρες μετά την άσκηση της προσφυγής δεν σημαίνει, αφ’ εαυτού, ότι το Γενικό Δικαστήριο υπείχε υποχρέωση καταργήσεως της δίκης λόγω ελλείψεως αντικειμένου ή εννόμου συμφέροντος κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως (πρβλ. αποφάσεις της 7ης Ιουνίου 2007, Wunenburger κατά Επιτροπής, C‑362/05 P, EU:C:2007:322, σκέψη 47· της 4ης Σεπτεμβρίου 2018, ClientEarth κατά Επιτροπής, C‑57/16 P, EU:C:2018:660, σκέψη 45· της 21ης Ιανουαρίου 2021, Leino-Sandberg κατά Κοινοβουλίου, C‑761/18 P, EU:C:2021:52, σκέψη 33, και της 20ής Ιουνίου 2024, EUIPO κατά Indo European Foods, C‑801/21 P, EU:C:2024:528, σκέψη 59).

37

Επομένως, η προσφεύγουσα διατηρεί έννομο συμφέρον για την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης ενόψει ενδεχόμενης ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως, στο μέτρο που η ευρύτερη μερική πρόσβαση στην έκθεση του EMA τής χορηγήθηκε μόλις κατά το χρονικό σημείο της εκδόσεως της ρητής απορριπτικής απόφασης.

38

Εντούτοις, ο προσφεύγων διάδικος δεν μπορεί να θεμελιώσει έννομο συμφέρον με απλή επίκληση της δυνατότητας μελλοντικής ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως, χωρίς να επικαλεστεί συγκεκριμένα στοιχεία σχετικά με τις συνέπειες της προβαλλόμενης παρανομίας επί της καταστάσεώς του και τη φύση της ζημίας που ισχυρίζεται ότι υπέστη και της οποίας την αποκατάσταση θα επιδίωκε μέσω τέτοιας αγωγής (πρβλ. απόφαση της 30ής Απριλίου 2020, Izba Gospodarcza Producentów i Operatorów Urządzeń Rozrywkowych κατά Επιτροπής, C‑560/18 P, EU:C:2020:330, σκέψη 74, και διάταξη της 28ης Σεπτεμβρίου 2021, Airoldi Metalli κατά Επιτροπής, T‑611/20, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2021:641, σκέψεις 68 και 69).

39

Εν προκειμένω, όμως, η προσφεύγουσα δεν προσκομίζει κανένα συγκεκριμένο στοιχείο.

40

Κατά συνέπεια, δεν δύναται να αντιταχθεί βασίμως στην αίτηση κατάργησης της δίκης, με την αιτιολογία ότι ενδεχόμενη διαπίστωση της έλλειψης νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης θα της επέτρεπε μετέπειτα να ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως προς αποκατάσταση της ζημίας που της προκάλεσε η απόφαση αυτή.

41

Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, διαπιστώνεται ότι η προσφυγή κατέστη άνευ αντικειμένου και ότι η δίκη πρέπει να καταργηθεί.

Επί των δικαστικών εξόδων

42

Κατά το άρθρο 137 του Κανονισμού Διαδικασίας, σε περίπτωση κατάργησης της δίκης, το Γενικό Δικαστήριο κανονίζει τα δικαστικά έξοδα κατά την κρίση του.

43

Λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της υπό κρίση υπόθεσης, κάθε διάδικος πρέπει να φέρει τα δικαστικά έξοδά του.

 

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)

διατάσσει:

 

1)

Καταργεί τη δίκη επί της προσφυγής.

 

2)

Η Corinne Reverbel και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.

 

Λουξεμβούργο, 11 Φεβρουαρίου 2025.

Ο Γραμματέας

V. Di Bucci

Η Πρόεδρος

P. Škvařilová-Pelzl


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.