ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

της 4ης Φεβρουαρίου 2025 ( *1 )

«Αίτηση αναιρέσεως – Ασφαλιστικά μέτρα – Άρθρο 278 ΣΛΕΕ – Αίτηση για την αναστολή εκτελέσεως αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Πρόσβαση στα έγγραφα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής – Δηλώσεις περί απουσίας σύγκρουσης συμφερόντων από τα μέλη της διαπραγματευτικής ομάδας της Επιτροπής για την αγορά εμβολίων κατά της νόσου COVID‑19 – Απόφαση με την οποία η Επιτροπή αρνείται να παράσχει πρόσβαση στα στοιχεία ταυτότητας και στην επαγγελματική ιδιότητα των προσώπων αυτών»

Στην υπόθεση C‑632/24 P–R,

με αντικείμενο αίτηση αναστολής εκτελέσεως βάσει του άρθρου 278 ΣΛΕΕ, η οποία υποβλήθηκε στις 27 Σεπτεμβρίου 2024,

Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους A. Μπουχάγιαρ, M. Burón Pérez, G. Gattinara και A. Spina,

αιτούσα,

όπου οι λοιποί διάδικοι είναι οι:

Fabien Courtois και οι λοιποί διάδικοι των οποίων τα ονόματα παρατίθενται στο παράρτημα ( 1 ), εκπροσωπούμενοι από τον A. Durand, avocat,

προσφεύγοντες πρωτοδίκως,

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα M. Szpunar,

εκδίδει την ακόλουθη

Διάταξη

1

Με την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 278 ΣΛΕΕ, να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως του σημείου 2 του διατακτικού της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 17ης Ιουλίου 2024, Courtois κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑761/21, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση,EU:T:2024:477), κατά το μέρος που ακυρώνει, αφενός, την απόφαση C(2022) 1359 final της Επιτροπής, της 28ης Φεβρουαρίου 2022, η οποία εκδόθηκε κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 4 του κανονισμού (ΕΚ) 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ 2001, L 145, σ. 43), με την οποία παρασχέθηκε στον Fabien Courtois και στα λοιπά φυσικά πρόσωπα των οποίων τα ονόματα περιλαμβάνονται στο παράρτημα μερική πρόσβαση σε ορισμένα έγγραφα που αφορούν την αγορά εμβολίων εκ μέρους του θεσμικού αυτού οργάνου στο πλαίσιο της πανδημίας της νόσου COVID‑19 (στο εξής: επίδικη απόφαση), καθώς και, αφετέρου, το γαλλικό κείμενο της αποφάσεως αυτής που τους κοινοποιήθηκε στις 31 Μαρτίου 2022, όσον αφορά την άρνηση της Επιτροπής να παράσχει ευρύτερη πρόσβαση στις δηλώσεις περί απουσίας σύγκρουσης συμφερόντων που υπέγραψαν τα μέλη της διαπραγματευτικής ομάδας για την αγορά εμβολίων κατά της νόσου COVID‑19 (στο εξής: διαπραγματευτική ομάδα), βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού αυτού.

2

Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε παράλληλα με την άσκηση από την Επιτροπή, στις 27 Σεπτεμβρίου 2024, αιτήσεως αναιρέσεως, δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με αίτημα την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά το μέρος αυτό.

Το ιστορικό της διαφοράς

3

Το ιστορικό της διαφοράς εκτίθεται στις σκέψεις 2 έως 17 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Για τις ανάγκες της παρούσας διαδικασίας, μπορεί να συνοψιστεί ως ακολούθως.

4

Στις 17 Ιουνίου 2020, στο πλαίσιο της κρίσης λόγω της πανδημίας της νόσου COVID‑19, η Επιτροπή δημοσίευσε την ανακοίνωση με τίτλο «Στρατηγική της ΕΕ για τα εμβόλια κατά της νόσου COVID‑19» [COM(2020) 245 final]. Η στρατηγική αυτή, η οποία είχε ως σκοπό να επιταχυνθεί η ανάπτυξη, η παρασκευή και η διάθεση εμβολίων κατά της νόσου COVID‑19, στηριζόταν σε δύο πυλώνες. Ο πρώτος πυλώνας αφορούσε την εξασφάλιση επαρκούς παραγωγής εμβολίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και, ως εκ τούτου, επαρκούς εφοδιασμού των κρατών μελών, μέσω συμφωνιών προαγοράς με παραγωγούς εμβολίων στο πλαίσιο του μέσου στήριξης έκτακτης ανάγκης, όπως ενεργοποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2020/521 του Συμβουλίου, της 14ης Απριλίου 2020, για την ενεργοποίηση της στήριξης έκτακτης ανάγκης βάσει του κανονισμού (ΕΕ) 2016/369 και για την τροποποίηση των διατάξεών του λαμβάνοντας υπόψη την έξαρση της νόσου COVID‑19 (ΕΕ 2020, L 117, σ. 3). Ο δεύτερος πυλώνας αφορούσε την προσαρμογή του κανονιστικού πλαισίου της Ένωσης στην τότε κρατούσα κατάσταση έκτακτης ανάγκης και τη χρήση της τότε υφιστάμενης κανονιστικής ευελιξίας για να επιταχυνθεί η ανάπτυξη, η έγκριση και η διαθεσιμότητα εμβολίων, τηρουμένων παραλλήλως των προτύπων ποιότητας, ασφάλειας και αποτελεσματικότητας των εμβολίων.

5

Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή επισήμανε ότι τα κράτη μέλη θα συμμετείχαν εξαρχής στη διαδικασία και ότι όλα τα συμμετέχοντα κράτη μέλη θα εκπροσωπούνταν σε ένα διοικητικό συμβούλιο, το οποίο θα επικουρούσε την Επιτροπή σε όλες τις πτυχές της σύναψης συμφωνιών προαγοράς, πριν από την υπογραφή τους. Η Επιτροπή διευκρίνισε ότι μια διαπραγματευτική ομάδα, αποτελούμενη από την ίδια και μικρό αριθμό εμπειρογνωμόνων από τα κράτη μέλη, θα αναλάμβανε να διαπραγματευθεί τις συμφωνίες προαγοράς εμβολίων κατά της νόσου COVID‑19, οι οποίες θα συνάπτονταν εξ ονόματος όλων των συμμετεχόντων κρατών μελών. Η Επιτροπή διευκρίνισε επίσης ότι θα ήταν υπεύθυνη για τη διαδικασία σύναψης δημόσιας σύμβασης εξ ονόματος των κρατών μελών και για τις συναπτόμενες συμβάσεις προαγοράς.

6

Στις 24 Μαΐου 2021, με επιστολή προς την Πρόεδρο της Επιτροπής και με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της ίδιας ημερομηνίας προς τη Γενική Γραμματεία της Επιτροπής, δύο δικηγόροι ζήτησαν, «εξ ονόματος και για λογαριασμό των πρώτων 86000 υποβαλλόντων αναφορά της πρωτοβουλίας https://dejavu/legal/», τους οποίους αυτοί εκπροσωπούσαν και στους οποίους περιλαμβάνονταν οι πρωτοδίκως προσφεύγοντες, την πρόσβαση, δυνάμει του κανονισμού 1049/2001, σε ορισμένα έγγραφα σχετικά με την αγορά, εκ μέρους της Επιτροπής και για λογαριασμό των κρατών μελών της Ένωσης, εμβολίων στο πλαίσιο της πανδημίας COVID‑19.

7

Ειδικότερα, η αρχική αίτηση αφορούσε τις συμφωνίες αγοράς που υπέγραψε η Επιτροπή με τους παρασκευαστές εμβολίων, την ταυτότητα και τον επαγγελματικό ή θεσμικό ρόλο των εκπροσώπων της Ένωσης που συμμετείχαν στις διαπραγματεύσεις με τους παρασκευαστές αυτούς και τις δηλώσεις σχετικά με τα συμφέροντα μεταξύ των εκπροσώπων της Ένωσης και των παρασκευαστών.

8

Στις 30 Ιουλίου 2021, η γενική διευθύντρια της Γενικής Διεύθυνσης (ΓΔ) Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων της Επιτροπής απάντησε ότι είχε εντοπίσει 46 έγγραφα που αντιστοιχούσαν στην αίτηση αυτή, μεταξύ των οποίων 22 δηλώσεις περί απουσίας σύγκρουσης συμφερόντων υπογεγραμμένες από κάθε μέλος της διαπραγματευτικής ομάδας (στο εξής: δηλώσεις περί απουσίας σύγκρουσης συμφερόντων), και ότι παρεχόταν μερική πρόσβαση στο σύνολο των εγγράφων αυτών, πλην 17 εγγράφων με την ονομασία «Σχέδια μνημονίου συνεννόησης».

9

Όσον αφορά τις δηλώσεις περί απουσίας σύγκρουσης συμφερόντων, η ταυτότητα του υπογράφοντος απαλείφθηκε βάσει της εξαίρεσης σχετικά με την προστασία της ιδιωτικής ζωής και της ακεραιότητας του ατόμου, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1049/2001. Επιπλέον, διαβιβάστηκε στους πρωτοδίκως προσφεύγοντες ένα μόνον αντίτυπο, με την αιτιολογία ότι οι λοιπές δηλώσεις διέφεραν μόνον όσον αφορά την ταυτότητα του υπογράφοντος, την υπογραφή του και την ημερομηνία υπογραφής.

10

Στις 13 Αυγούστου 2021 οι πρωτοδίκως προσφεύγοντες υπέβαλαν, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1049/2001, επιβεβαιωτική αίτηση, με την οποία ζήτησαν από την Επιτροπή να αναθεωρήσει τη θέση της σε σχέση με το σύνολο των εγγράφων στα οποία είχε αρνηθεί να παράσχει πρόσβαση, είτε εν μέρει είτε εν όλω.

11

Από τις 24 Σεπτεμβρίου 2021 η παράλειψη απάντησης στην επιβεβαιωτική αίτηση ισοδυναμούσε με σιωπηρή απορριπτική της αίτησης απόφαση, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 8, παράγραφος 3, του κανονισμού 1049/2001.

12

Στις 28 Φεβρουαρίου 2022, κατόπιν διαβούλευσης με τις ενδιαφερόμενες φαρμακευτικές εταιρίες κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 4, παράγραφος 4, του κανονισμού 1049/2001, η Επιτροπή εξέδωσε την επίδικη απόφαση, η οποία κοινοποιήθηκε στους πρωτοδίκως προσφεύγοντες στην αγγλική γλώσσα την 1η Μαρτίου 2022. Ειδικότερα, με την απόφαση αυτή, η Επιτροπή επέφερε τροποποιήσεις στον κατάλογο των εγγράφων που αντιστοιχούσαν στην αίτηση πρόσβασης στα έγγραφα, αλλά ενέμεινε στη θέση της σχετικά με τη μερική πρόσβαση στις δηλώσεις περί απουσίας σύγκρουσης συμφερόντων.

13

Στις 31 Μαρτίου 2022 κοινοποιήθηκε στους πρωτοδίκως προσφεύγοντες το γαλλικό κείμενο της επίδικης απόφασης.

Η διαφορά ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

14

Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 6 Δεκεμβρίου 2021, οι πρωτοδίκως προσφεύγοντες άσκησαν προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της σιωπηρής απορριπτικής αποφάσεως. Στη συνέχεια, προσάρμοσαν τα αιτήματά τους ώστε να βάλλουν τόσο κατά της επίδικης αποφάσεως όσο και του γαλλικού κειμένου της.

15

Στη σκέψη 57 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε ότι, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μπορούν να διαβιβαστούν σε τρίτους βάσει του κανονισμού 1049/2001 μόνον εάν η διαβίβαση αυτή, αφενός, πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ ή βʹ, του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2018, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης και την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 και της απόφασης αριθ. 1247/2002/ΕΚ (ΕΕ 2018, L 295, σ. 39), και, αφετέρου, συνιστά νόμιμη επεξεργασία σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 5 του κανονισμού αυτού.

16

Όσον αφορά την προϋπόθεση του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2018/1725, κατά την οποία το πρόσωπο που ζητεί πρόσβαση σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να αποδεικνύει την αναγκαιότητα της γνωστοποίησής τους για συγκεκριμένο σκοπό δημοσίου συμφέροντος, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στις σκέψεις 68, 69, 79 και 85 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η προϋπόθεση αυτή πληρούνταν εν προκειμένω, δεδομένου ότι οι πρωτοδίκως προσφεύγοντες απέδειξαν την αναγκαιότητα της πρόσβασης στην ταυτότητα των μελών της διαπραγματευτικής ομάδας τα οποία είχαν υπογράψει τις δηλώσεις περί απουσίας σύγκρουσης συμφερόντων, με σκοπό την εξακρίβωση της αμεροληψίας τους. Αντιθέτως, στη σκέψη 86 της αποφάσεως αυτής, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η γνωστοποίηση της ημερομηνίας υπογραφής των δηλώσεων αυτών και της ιδιόχειρης υπογραφής των μελών της εν λόγω ομάδας δεν ήταν αναγκαία για την επίτευξη του ως άνω σκοπού.

17

Στη σκέψη 79 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, όσον αφορά τη στάθμιση των διακυβευόμενων συμφερόντων που προβλέπεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2018/1725, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, δεδομένου ότι οι πρωτοδίκως προσφεύγοντες απέδειξαν την αναγκαιότητα της διαβίβασης των ζητηθέντων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και η Επιτροπή ορθώς έκρινε ότι υφίστατο κίνδυνος προσβολής της ιδιωτικής ζωής των ενδιαφερόμενων μελών της διαπραγματευτικής ομάδας, εναπέκειτο στην Επιτροπή να προβεί στη στάθμιση αυτή.

18

Συναφώς, στη σκέψη 80 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι, όπως προέκυπτε από την επίδικη απόφαση, η Επιτροπή έλαβε υπόψη, αφενός, τον τεχνικό ρόλο που διαδραμάτισαν στη διαδικασία σύναψης δημόσιας σύμβασης τα μέλη της διαπραγματευτικής ομάδας και, αφετέρου, το γεγονός ότι οι προσφεύγοντες είχαν πρόσβαση σε πληροφορίες χάρη στη μερική γνωστοποίηση του διαλαμβανόμενου στα έγγραφα της σύμβασης θέματος και στη γνωστοποίηση του ανωνυμοποιημένου κειμένου των δηλώσεων περί απουσίας σύγκρουσης συμφερόντων και περί σεβασμού του απορρήτου.

19

Στη σκέψη 81 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, η Επιτροπή δεν εξήγησε επαρκώς τους λόγους για τους οποίους το γεγονός ότι ο ρόλος των μελών της διαπραγματευτικής ομάδας ήταν απλώς τεχνικός έπρεπε να υπερισχύσει του σκοπού της εξακριβώσεως της απουσίας σύγκρουσης συμφερόντων. Στη σκέψη 82 της αποφάσεως αυτής, το Γενικό Δικαστήριο προσέθεσε ότι η επίδικη απόφαση δεν αποτύπωνε ρητώς τις πρόσθετες εκτιμήσεις των οποίων έγινε επίκληση στο πλαίσιο της υπό κρίση ενώπιόν του προσφυγής, σχετικά με τη στάθμιση των διαφόρων αντιτιθέμενων συμφερόντων και, ιδίως, με την ιεραρχική θέση που ενδεχομένως κατείχαν τα μέλη της διαπραγματευτικής ομάδας.

20

Στις σκέψεις 83 και 84 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, μολονότι οι πρωτοδίκως προσφεύγοντες είχαν λάβει γνώση, μεταξύ άλλων, του περιεχομένου της δήλωσης περί απουσίας σύγκρουσης συμφερόντων την οποία είχε υπογράψει κάθε μέλος της διαπραγματευτικής ομάδας, ο επιδιωκόμενος από τους πρωτοδίκως προσφεύγοντες συγκεκριμένος σκοπός δημοσίου συμφέροντος, ο οποίος συνίστατο στην παροχή στους πολίτες της Ένωσης της δυνατότητας να βεβαιωθούν για την απουσία οποιασδήποτε σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ των μελών της διαπραγματευτικής ομάδας και των παρασκευαστών εμβολίων, δεν μπορούσε να επιτευχθεί χωρίς να γνωστοποιηθεί η ταυτότητα των εν λόγω προσώπων, δεδομένου ότι το γεγονός και μόνον ότι τα πρόσωπα αυτά υπέγραψαν μια τέτοια δήλωση δεν παρείχε στον πολίτη τη δυνατότητα να βεβαιωθεί, ο ίδιος, ότι είχαν εκπληρώσει την αποστολή τους με πλήρη ανεξαρτησία.

21

Στη σκέψη 85 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε εντεύθεν ότι η Επιτροπή δεν είχε λάβει επαρκώς υπόψη τις διάφορες περιστάσεις της υπό κρίση υπόθεσης προκειμένου να σταθμίσει ορθώς τα διακυβευόμενα συμφέροντα.

22

Ως εκ τούτου, όπως προκύπτει από το σημείο 2 του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την επίδικη απόφαση και το γαλλικό κείμενό της, κατά το μέρος που, μεταξύ άλλων, η Επιτροπή είχε αρνηθεί να παράσχει στους πρωτοδίκως προσφεύγοντες ευρύτερη πρόσβαση στις δηλώσεις περί απουσίας σύγκρουσης συμφερόντων, στηριζόμενη στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1049/2001.

Αιτήματα των διαδίκων

23

Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:

να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως του σημείου 2 του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά το μέρος που ακυρώνει την επίδικη απόφαση και το κείμενό της στη γαλλική γλώσσα όσον αφορά την άρνηση της Επιτροπής να επιτρέψει ευρύτερη πρόσβαση στις δηλώσεις περί απουσίας σύγκρουσης συμφερόντων, μέχρι την έκδοση της αποφάσεως με την οποία περατώνεται η δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως που ασκήθηκε κατά της αποφάσεως αυτής, και

να καταδικάσει τους πρωτοδίκως προσφεύγοντες στα δικαστικά έξοδα.

24

Οι πρωτοδίκως προσφεύγοντες ζητούν από το Δικαστήριο:

να απορρίψει την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, και

επικουρικώς, να απορρίψει την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων μόνον όσον αφορά την αίτηση πρόσβασης που υπέβαλε ο S. Courtois·

να απορρίψει κάθε άλλο αίτημα της Επιτροπής·

να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα ή, επικουρικώς, να επιφυλαχθεί ως προς αυτά.

Επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων

25

Υπενθυμίζεται ότι, μολονότι, κατά το άρθρο 60 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η αναίρεση κατά αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου δεν έχει, κατ’ αρχήν, ανασταλτικό αποτέλεσμα, το Δικαστήριο μπορεί, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 278 ΣΛΕΕ, αν κρίνει ότι το επιβάλλουν οι περιστάσεις, να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (διάταξη του Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 19ης Αυγούστου 2024, Puigdemont i Casamajó και Comín i Oliveres κατά Κοινοβουλίου, C‑600/22 P–R, EU:C:2024:673, σκέψη 52 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

26

Κατά το άρθρο 160, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, οι αιτήσεις για την αναστολή εκτελέσεως μιας πράξεως θεσμικού οργάνου κατά το άρθρο 278 ΣΛΕΕ πρέπει να προσδιορίζουν το αντικείμενο της διαφοράς, τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως, καθώς και τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη του προσωρινού μέτρου το οποίο ζητείται.

27

Ειδικότερα, προσωρινό μέτρο μπορεί να διαταχθεί από τον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων μόνον εφόσον αποδειχθεί ότι η λήψη του δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως από νομική και πραγματική άποψη (fumus boni juris) και ότι το μέτρο αυτό είναι επείγον, υπό την έννοια ότι, προκειμένου να αποτραπεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη βλάβη των συμφερόντων του διαδίκου που ζητεί τη λήψη του, είναι αναγκαίο να διαταχθεί το μέτρο αυτό και να παραγάγει τα αποτελέσματά του πριν από την έκδοση της αποφάσεως επί της κύριας υπόθεσης. Ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων προβαίνει επίσης, εφόσον απαιτείται, στη στάθμιση των διακυβευόμενων συμφερόντων. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι σωρευτικές και, ως εκ τούτου, οι αιτήσεις προσωρινών μέτρων πρέπει να απορρίπτονται όταν δεν πληρούται έστω και μία από αυτές [πρβλ. διάταξη του Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 11ης Απριλίου 2024, Vivendi κατά Επιτροπής, C‑90/24 P(R), EU:C:2024:318, σκέψη 56 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

Επί του fumus boni juris

Επιχειρηματολογία

– Επιχειρηματολογία της Επιτροπής

28

Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι συντρέχει η προϋπόθεση που αφορά το fumus boni juris.

29

Η Επιτροπή εκτιμά ότι με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένως τις προϋποθέσεις του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2018/1725.

30

Όσον αφορά την προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή προϋπόθεση κατά την οποία το πρόσωπο που ζητεί την πρόσβαση σε έγγραφα πρέπει να αποδεικνύει την αναγκαιότητα της διαβιβάσεως προσωπικών δεδομένων για συγκεκριμένο σκοπό δημοσίου συμφέροντος, η Επιτροπή υποστηρίζει, κατ’ αρχάς, ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της αρχικής αιτήσεως πρόσβασης καθώς και της επιβεβαιωτικής αιτήσεως πρόσβασης, κρίνοντας, στη σκέψη 68 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι από τις αιτήσεις αυτές μπορούσε να συναχθεί ότι οι πρωτοδίκως προσφεύγοντες επιδίωκαν να εξακριβώσουν την αμεροληψία των μελών της διαπραγματευτικής ομάδας.

31

Περαιτέρω, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, εν πάση περιπτώσει, το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως έκρινε ότι ο σκοπός αυτός συνιστούσε συγκεκριμένο σκοπό δημοσίου συμφέροντος, κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2018/1725.

32

Τέλος, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως έκρινε, στη σκέψη 73 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι οι πρωτοδίκως προσφεύγοντες είχαν αποδείξει την αναγκαιότητα της διαβιβάσεως των επίμαχων δεδομένων, ήτοι των ονοματεπωνύμων και του επαγγελματικού ή θεσμικού ρόλου των μελών της διαπραγματευτικής ομάδας, για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού.

33

Συναφώς, η Επιτροπή παρατηρεί ότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου, και ειδικότερα από την απόφαση της 21ης Μαρτίου 2024, Landeshauptstadt Wiesbaden (C‑61/22, EU:C:2024:251), προκύπτει ότι το πρόσωπο που ζητεί την πρόσβαση σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να αποδείξει ότι η διαβίβασή τους αποτελεί το προσφορότερο από όλα τα πιθανά μέτρα προκειμένου να επιτευχθεί ο επιδιωκόμενος σκοπός, όπερ υπενθύμισε εξάλλου το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 60 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

34

Πλην όμως, στη σκέψη 84 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο περιορίστηκε στη διαπίστωση ότι η γνωστοποίηση των ονοματεπωνύμων των μελών της διαπραγματευτικής ομάδας στους πρωτοδίκως προσφεύγοντες ήταν αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, χωρίς να διευκρινίσει ότι επρόκειτο για το μόνον δυνατό μέσο.

35

Η Επιτροπή προσθέτει ότι, εν πάση περιπτώσει, η διαβίβαση στους πρωτοδίκως προσφεύγοντες, σε ανωνυμοποιημένη μορφή, των δηλώσεων περί απουσίας σύγκρουσης συμφερόντων κατέστησε ήδη δυνατή την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, έστω και αν η ταυτότητα των υπογραφόντων τα έγγραφα αυτά έχει απαλειφθεί. Πράγματι, χάρη στη διαβίβαση αυτή, οι πρωτοδίκως προσφεύγοντες ήταν σε θέση να εξακριβώσουν ότι τα μέλη της διαπραγματευτικής ομάδας, τα οποία είναι δημόσιοι υπάλληλοι, είχαν τηρήσει τις σχετικές με τη διαφάνεια απαιτήσεις που ισχύουν για κάθε διαδικασία που αφορά τις δημόσιες συμβάσεις της Ένωσης. Το αντίθετο θα ισοδυναμούσε με αμφισβήτηση του κύρους των εν λόγω δηλώσεων αυτού καθεαυτό.

36

Όσον αφορά την επίσης επιβαλλόμενη από το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2018/1725 προϋπόθεση κατά την οποία το θεσμικό όργανο προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα πρέπει να εξακριβώσει αν υπάρχει λόγος να θεωρηθεί ότι η διαβίβαση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα θα μπορούσε να θίξει τα έννομα συμφέροντα του υποκειμένου των δεδομένων και, σε μια τέτοια περίπτωση, οφείλει να προβεί αποδεδειγμένα σε στάθμιση των διαφόρων αντιτιθέμενων συμφερόντων, προκειμένου να εκτιμήσει αν η διαβίβαση των ζητούμενων δεδομένων συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, στη σκέψη 85 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η ίδια δεν διεξήγαγε ορθώς τη στάθμιση αυτή.

37

Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η ανάλυση αυτή συνεπάγεται, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο σχετικά με τους περιορισμούς που μπορούν να επιβληθούν στα δικαιώματα που αντλούνται από τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), τη μέτρηση, αφενός, της σοβαρότητας της επέμβασης την οποία συνεπάγεται η γνωστοποίηση των προσωπικών δεδομένων και, αφετέρου, της σημασίας του επιδιωκόμενου συγκεκριμένου σκοπού δημοσίου συμφέροντος. Παραπέμπει, ειδικότερα στην απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2022, Luxembourg Business Registers (C‑37/20 και C‑601/20, EU:C:2022:912).

38

Πλην όμως, κατά την Επιτροπή, η γνωστοποίηση της ταυτότητας των μελών της διαπραγματευτικής ομάδας συνιστά ιδιαιτέρως σοβαρή επέμβαση στην ιδιωτική ζωή τους, εκθέτοντάς τα, μεταξύ άλλων, σε ανεπιθύμητες εξωτερικές επαφές λόγω του ευαίσθητου χαρακτήρα του θέματος της παρασκευής των εμβολίων κατά της νόσου COVID‑19, τον οποίο άλλωστε αναγνώρισε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 77 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Τα πρόσωπα αυτά θα διατρέξουν επίσης τον κίνδυνο να χαρακτηρίζονται συστηματικά, στο μέλλον, από μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης, ως υπεύθυνα για την εμφάνιση τυχόν προβλημάτων σχετικά με τα εμβόλια κατά της νόσου COVID‑19. Επιπλέον, η προσβολή αυτή θα υλοποιηθεί ταχέως με την κοινολόγηση της ταυτότητας των προσώπων αυτών στο διαδίκτυο.

39

Η Επιτροπή προσθέτει ότι η κατάσταση αυτή θα βλάψει σοβαρά την ικανότητά της καθώς και την ικανότητα των κρατών μελών να κάνουν στο μέλλον χρήση του προσωπικού τους για τη διαπραγμάτευση και τη σύναψη τέτοιων συμβάσεων.

40

Αντιθέτως, δεδομένου ότι τα μέλη της ομάδας αυτής δεν κατείχαν υψηλή ιεραρχική θέση εντός του θεσμικού οργάνου και είχαν αμιγώς τεχνικό ρόλο στη διαδικασία διαπραγμάτευσης, ο επιδιωκόμενος σκοπός της εξακρίβωσης της αμεροληψίας τους έχει μικρότερη σημασία από ό,τι θα είχε αν αφορούσε πρόσωπα με πραγματική εξουσία λήψης αποφάσεων στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής.

41

Επιπλέον, ο σκοπός αυτός δεν μπορεί να δικαιολογήσει τόσο σοβαρή επέμβαση στην ιδιωτική ζωή των εν λόγω προσώπων όσο εκείνη που θα προκύψει από τη γνωστοποίηση της ταυτότητάς τους.

42

Τέλος, κατά την Επιτροπή, ο εν λόγω σκοπός έχει ήδη επιτευχθεί σε μεγάλο βαθμό με τη γνωστοποίηση των ανωνυμοποιημένων δηλώσεων περί απουσίας σύγκρουσης συμφερόντων.

43

Η Επιτροπή προσθέτει, παραπέμποντας στις αρχές που διατύπωσε το Δικαστήριο με την απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2022, Luxembourg Business Registers (C‑37/20 και C‑601/20, EU:C:2022:912, σκέψεις 65 και 83), ότι το Γενικό Δικαστήριο όφειλε να λάβει υπόψη το γεγονός ότι ο έλεγχος της απουσίας σύγκρουσης συμφερόντων δημοσίων υπαλλήλων κατά την άσκηση των καθηκόντων τους πρέπει να εναπόκειται, εντός των κρατών μελών, μόνο στις αρμόδιες αρχές που υπέχουν ειδικές υποχρεώσεις συναφώς. Επιπλέον, για να πληρούται η απαίτηση της αναλογικότητας, είναι αναγκαίο τα υποκείμενα των δεδομένων να διαθέτουν επαρκείς εγγυήσεις οι οποίες να καθιστούν δυνατή την αποτελεσματική προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τα αφορούν από κινδύνους κατάχρησης, η δε ανάγκη να παρέχονται τέτοιες εγγυήσεις είναι κατά μείζονα λόγο σημαντική όταν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα καθίστανται προσβάσιμα στο ευρύ κοινό και σε δυνητικά απεριόριστο αριθμό προσώπων.

44

Κατά συνέπεια, η γνωστοποίηση της ταυτότητας των μελών της διαπραγματευτικής ομάδας θα συνιστούσε δυσανάλογη προσβολή της προστασίας της ιδιωτικής ζωής τους.

45

Ως εκ τούτου, κατά την Επιτροπή, το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως έκρινε, στη σκέψη 85 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή δεν στάθμισε ορθώς τα διακυβευόμενα συμφέροντα.

– Τα επιχειρήματα των πρωτοδίκως προσφευγόντων

46

Οι πρωτοδίκως προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι δεν πληρούται η προϋπόθεση περί fumus boni juris, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν στηρίζεται σε κανένα σοβαρό λόγο για να προσβάλει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

47

Όσον αφορά την προβαλλόμενη από την Επιτροπή παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων, οι πρωτοδίκως προσφεύγοντες υπενθυμίζουν, παραπέμποντας στην απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2023, Επιτροπή κατά Ιταλίας και Ισπανίας (C‑635/20 P, EU:C:2023:98, σκέψη 127), ότι για να συντρέχει παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων πρέπει το Γενικό Δικαστήριο να έχει υπερβεί προδήλως τα όρια της εύλογης εκτιμήσεως των αποδεικτικών στοιχείων και ότι δεν αρκεί να καταδειχθεί ότι ένα έγγραφο θα μπορούσε να ερμηνευθεί κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνον που δέχθηκε το Γενικό Δικαστήριο. Κατά την άποψή τους, η Επιτροπή ουδόλως απέδειξε τη συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών και επιδιώκει στην πραγματικότητα να αμφισβητήσει την ορθότητα της εκτίμησης των πραγματικών περιστατικών στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο.

48

Όσον αφορά τα νομικά σφάλματα στα οποία υπέπεσε, κατά την Επιτροπή, το Γενικό Δικαστήριο στο πλαίσιο της ερμηνείας του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2018/1725, οι πρωτοδίκως προσφεύγοντες υποστηρίζουν, κατ’ αρχάς, ότι ορθώς το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο επιδιωκόμενος σκοπός να εξακριβωθεί η αμεροληψία των μελών της διαπραγματευτικής ομάδας συνιστά ειδικό σκοπό δημοσίου συμφέροντος, κατά την έννοια της διάταξης αυτής.

49

Συναφώς, οι πρωτοδίκως προσφεύγοντες επισημαίνουν ότι η Επιτροπή δεν μπορεί συγχρόνως, αφενός, να υποστηρίζει ότι ο επίμαχος σκοπός δεν αποτελεί σκοπό «δημοσίου συμφέροντος» και, αφετέρου, να αναγνωρίζει ότι η εξακρίβωση της αμεροληψίας των μελών είναι «προς το δημόσιο συμφέρον». Ομοίως, η επιχειρηματολογία της Επιτροπής είναι αντιφατική όταν επικαλείται τόσο την ανάγκη να μη γνωστοποιηθούν τα ονόματα των προσώπων αυτών όσο και το γεγονός ότι τα πρόσωπα αυτά διαδραμάτισαν αμιγώς τεχνικό ρόλο στη διαπραγμάτευση. Εν πάση περιπτώσει, το καθήκον του διαπραγματευτή συνίσταται, κατ’ εξοχήν, στο να επηρεάσει το περιεχόμενο του τελικού κειμένου.

50

Περαιτέρω, υποστηρίζουν ότι, εξάλλου, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, η γνωστοποίηση της ταυτότητας των μελών της διαπραγματευτικής ομάδας τα οποία υπέγραψαν δηλώσεις περί απουσίας σύγκρουσης συμφερόντων είναι απαραίτητη προκειμένου να είναι δυνατή η εξακρίβωση της αμεροληψίας τους και προσθέτουν ότι τα ονόματα περισσότερων του ενός προσώπων τα οποία είχαν ανάμιξη στην «ίδια υπόθεση» ως ιδιώτες ή ως ασκούντες δημόσια εξουσία είναι ήδη δημοσίως διαθέσιμα.

51

Τέλος, οι πρωτοδίκως προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, στη σκέψη 85 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή δεν διεξήγαγε ορθώς τη στάθμιση συμφερόντων που προβλέπεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2018/1725.

52

Συναφώς, αμφισβητούν την ορθότητα της ανάλυσης της Επιτροπής κατά την οποία η προσβολή που θα προκληθεί από τη γνωστοποίηση της ταυτότητας των υποκειμένων των δεδομένων θα είναι σοβαρή. Συγκεκριμένα, απλώς και μόνον η πιθανότητα να εκτεθούν τα μέλη της διαπραγματευτικής ομάδας σε ανεπιθύμητες εξωτερικές επαφές δεν συνεπάγεται ότι διατρέχουν κίνδυνο προσβολής της σωματικής και ψυχικής τους ακεραιότητας, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή. Οι πρωτοδίκως προσφεύγοντες επισημαίνουν ότι, σε μια δημοκρατική κοινωνία, οποιοσδήποτε, ακόμη και υπό την επαγγελματική του ιδιότητα, μπορεί να έχει ανεπιθύμητες επαφές.

53

Οι πρωτοδίκως προσφεύγοντες εκτιμούν ότι ο επιδιωκόμενος σκοπός να εξακριβωθεί η αμεροληψία των προσώπων αυτών είναι σημαντικός διότι οι διαπραγματευτές επηρεάζουν τη διαδικασία λήψεως αποφάσεων. Υπογραμμίζουν εκ νέου τον περιορισμένο χαρακτήρα της αιτήσεώς τους, καθόσον αυτή αφορά μόνον την ταυτότητα και τον επαγγελματικό ρόλο των ενδιαφερομένων, αλλά και το γεγονός ότι, όπως διαπίστωσε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 84 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η διαβίβαση δήλωσης περί απουσίας σύγκρουσης συμφερόντων στην οποία έχει απαλειφθεί η ταυτότητα του υπογράφοντος δεν καθιστά δυνατή την εξακρίβωση της αμεροληψίας του.

Εκτίμηση

54

Κατά πάγια νομολογία, η προϋπόθεση περί fumus boni juris πληρούται εφόσον ένας τουλάχιστον από τους λόγους που προβάλλει ο αιτών τη λήψη προσωρινών μέτρων διάδικος προς στήριξη της κύριας προσφυγής του δεν στερείται, εκ πρώτης όψεως, σοβαρού ερείσματος. Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν ένας από τους προβληθέντες λόγους καταδεικνύει την ύπαρξη σύνθετων νομικών ζητημάτων των οποίων η επίλυση δεν είναι προφανής και απαιτεί, ως εκ τούτου, εμπεριστατωμένη εξέταση στην οποία δεν μπορεί να προβεί ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων, αλλά η οποία πρέπει να αποτελέσει το αντικείμενο της επί της ουσίας κύριας διαδικασίας, ή όταν η μεταξύ των διαδίκων κατ’ αντιμωλίαν διαδικασία αναδεικνύει την ύπαρξη σοβαρής νομικής διαφωνίας της οποίας η επίλυση δεν είναι προφανής [διάταξη της Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 20ής Δεκεμβρίου 2019, Puigdemont i Casamajó και Comín i Oliveres κατά Κοινοβουλίου, C‑646/19 P(R), EU:C:2019:1149, σκέψη 52, και διάταξη της 8ης Απριλίου 2020, Επιτροπή κατά Πολωνίας, C‑791/19 R, EU:C:2020:277, σκέψη 52].

55

Ο δεύτερος λόγος τον οποίο προβάλλει η Επιτροπή προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως αφορά νομικά σφάλματα στα οποία υπέπεσε κατ’ αυτήν το Γενικό Δικαστήριο στο πλαίσιο της ερμηνείας και της εφαρμογής του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2018/1725, λόγω των οποίων κατέληξε στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να αρνηθεί να χορηγήσει ευρύτερη πρόσβαση στις δηλώσεις περί απουσίας σύγκρουσης συμφερόντων στηριζόμενη στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1049/2001.

56

Υπενθυμίζεται προκαταρκτικώς ότι, κατά πάγια νομολογία, ο κανονισμός 1049/2001 αποσκοπεί, όπως εκθέτουν η αιτιολογική σκέψη 4 και το άρθρο 1 του κανονισμού αυτού, στο να παράσχει στο κοινό το δικαίωμα όσο το δυνατόν ευρύτερης πρόσβασης στα έγγραφα των θεσμικών οργάνων (αποφάσεις της 28ης Ιουνίου 2012, Επιτροπή κατά Éditions Odile Jacob, C‑404/10 P, EU:C:2012:393, σκέψη 111, της 28ης Ιουνίου 2012, Επιτροπή κατά Agrofert Holding, C‑477/10 P, EU:C:2012:394, σκέψη 53, και της 14ης Νοεμβρίου 2013, LPN και Φινλανδία κατά Επιτροπής, C‑514/11 P και C‑605/11 P, EU:C:2013:738, σκέψη 40).

57

Η αρχή της όσο το δυνατόν ευρύτερης πρόσβασης του κοινού στα έγγραφα υπόκειται πάντως σε ορισμένους περιορισμούς που στηρίζονται σε λόγους δημόσιου ή ιδιωτικού συμφέροντος. Συγκεκριμένα, ο κανονισμός 1049/2001 προβλέπει, μεταξύ άλλων στην αιτιολογική σκέψη 11 και στο άρθρο 4, καθεστώς εξαιρέσεων το οποίο επιβάλλει στα θεσμικά όργανα και τους οργανισμούς την υποχρέωση να μη γνωστοποιούν έγγραφα στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η εν λόγω γνωστοποίηση θίγει ένα εκ των συμφερόντων αυτών (πρβλ. αποφάσεις της 28ης Ιουνίου 2012, Επιτροπή κατά Éditions Odile Jacob, C‑404/10 P, EU:C:2012:393, σκέψη 111, της 28ης Ιουνίου 2012, Επιτροπή κατά Agrofert Holding, C‑477/10 P, EU:C:2012:394, σκέψη 53, και της 14ης Νοεμβρίου 2013, LPN και Φινλανδία κατά Επιτροπής, C‑514/11 P και C‑605/11 P, EU:C:2013:738, σκέψη 40).

58

Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1049/2001, τα θεσμικά όργανα της Ένωσης αρνούνται την πρόσβαση σε έγγραφο η γνωστοποίηση του οποίου θα έθιγε την προστασία της ιδιωτικής ζωής και της ακεραιότητας του ατόμου, ιδίως σύμφωνα με τη νομοθεσία της Ένωσης σχετικά με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

59

Επομένως, όταν υποβάλλεται αίτηση πρόσβασης σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 3, σημείο 1, του κανονισμού 2018/1725, εφαρμόζονται πλήρως οι διατάξεις του κανονισμού αυτού (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 16ης Ιουλίου 2015, ClientEarth και PAN Europe κατά EFSA, C‑615/13 P, EU:C:2015:489, σκέψη 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

60

Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι οι ζητηθείσες πληροφορίες, ήτοι τα ονοματεπώνυμα των μελών της διαπραγματευτικής ομάδας, οι οποίες θα καθιστούσαν δυνατή την ταυτοποίηση των προσώπων που συμμετείχαν στη διαπραγμάτευση των συμφωνιών προαγοράς των εμβολίων κατά της νόσου COVID‑19, συνιστούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 3, σημείο 1, του κανονισμού 2018/1725, το οποίο καλύπτει κάθε πληροφορία η οποία αφορά ταυτοποιημένο ή ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο.

61

Κατά συνέπεια, τέτοια δεδομένα μπορούν να διαβιβαστούν σε τρίτους βάσει του κανονισμού 1049/2001 μόνον εάν η διαβίβαση αυτή πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ ή βʹ, του κανονισμού 2018/1725 και εάν συνιστά νόμιμη επεξεργασία σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 5 του τελευταίου αυτού κανονισμού (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 2014, Strack κατά Επιτροπής, C‑127/13 P, EU:C:2014:2250, σκέψη 104).

62

Με την αίτηση αναιρέσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, σε πλάνη στο πλαίσιο της ερμηνείας και της εφαρμογής της προϋπόθεσης του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2018/1725, κατά την οποία, εφόσον ο αποδέκτης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα αποδείξει ότι είναι αναγκαίο να του διαβιβαστούν δεδομένα για συγκεκριμένο σκοπό δημοσίου συμφέροντος και εφόσον υπάρχουν λόγοι να θεωρηθεί ότι η διαβίβαση αυτή θα μπορούσε να θίξει τα έννομα συμφέροντα του υποκειμένου των δεδομένων, ο υπεύθυνος επεξεργασίας των δεδομένων αυτών πρέπει να κρίνει αν συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας η διαβίβασή τους για τον συγκεκριμένο σκοπό, αφού προβεί αποδεδειγμένα σε στάθμιση των διαφόρων αντιτιθέμενων συμφερόντων. Συγκεκριμένα, κατά την Επιτροπή, το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως έκρινε, στη σκέψη 85 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή δεν είχε λάβει επαρκώς υπόψη τις διάφορες περιστάσεις της υπόθεσης προκειμένου να σταθμίσει ορθώς τα διακυβευόμενα συμφέροντα.

63

Συναφώς, προκύπτει ότι τα διακυβευόμενα συμφέροντα στην υπό κρίση υπόθεση είναι, αφενός, το συμφέρον των μελών της διαπραγματευτικής ομάδας να μη γνωστοποιηθεί η ταυτότητά τους προκειμένου να προστατευθεί η ιδιωτική ζωή τους και, αφετέρου, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 66, 70, 71 και 84 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το συμφέρον των πρωτοδίκως προσφευγόντων να είναι διαφανής η διαδικασία διαπραγμάτευσης των συμφωνιών προαγοράς εμβολίων κατά της νόσου COVID‑19 την οποία διεξήγαγε η Επιτροπή για λογαριασμό των κρατών μελών, ώστε να έχουν τη δυνατότητα οι πολίτες της Ένωσης να εξακριβώσουν την αμεροληψία των μελών της ομάδας αυτής και να βεβαιωθούν ειδικότερα ότι δεν υφίσταται σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ των προσώπων αυτών και των παρασκευαστών εμβολίων.

64

Όσον αφορά την σημασία εκάστου εκ των διαφόρων αυτών συμφερόντων, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, η διάθεση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε τρίτους συνιστά επέμβαση στα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη, ανεξαρτήτως της μεταγενέστερης χρήσης των γνωστοποιούμενων πληροφοριών (απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2022, Luxembourg Business Registers, C‑37/20 και C‑601/20, EU:C:2022:912, σκέψη 39 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

65

Κατά την εκτίμηση της σοβαρότητας μιας τέτοιας επέμβασης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη η φύση των οικείων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ιδίως δε ο ενδεχομένως ευαίσθητος χαρακτήρας τους, καθώς και το είδος και οι συγκεκριμένες λεπτομέρειες της επεξεργασίας των δεδομένων, ιδίως δε ο αριθμός των προσώπων που έχουν πρόσβαση στα δεδομένα και οι τρόποι πρόσβασης σε αυτά. Πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη η ύπαρξη τυχόν μέτρων για την πρόληψη του κινδύνου καταχρηστικής επεξεργασίας των δεδομένων αυτών (απόφαση της 21ης Μαρτίου 2024, Landeshauptstadt Wiesbaden, C‑61/22, EU:C:2024:251, σκέψη 106).

66

Εν προκειμένω, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των οποίων ζητείται η γνωστοποίηση αφορούν την ταυτότητα και την επαγγελματική δραστηριότητα υπαλλήλων της Επιτροπής και των κρατών μελών οι οποίοι συμμετείχαν στη διαπραγμάτευση των συμφωνιών προαγοράς εμβολίων κατά της νόσου COVID‑19 την οποία διεξήγαγε η Επιτροπή για λογαριασμό των κρατών μελών.

67

Επιπλέον, δεν αμφισβητείται, όπως εξάλλου επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 77 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η αίτηση πρόσβασης στις πληροφορίες αυτές υποβλήθηκε εντός πλαισίου που χαρακτηριζόταν από έντονη δυσπιστία ορισμένων πολιτών της Ένωσης όσον αφορά τη στρατηγική εμβολιασμού που προωθούσε η Επιτροπή. Στην εν λόγω σκέψη 77, το Γενικό Δικαστήριο προσέθεσε ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, η έκθεση των μελών της διαπραγματευτικής ομάδας σε ανεπιθύμητες εξωτερικές επαφές λόγω της γνωστοποίησης της ταυτότητάς τους δεν ήταν απλώς υποθετική. Στη σκέψη 78 της απόφασης αυτής, το Γενικό Δικαστήριο διευκρίνισε ότι το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το γεγονός ότι οι πρωτοδίκως προσφεύγοντες δεν ζήτησαν τη διεύθυνση των μελών της ομάδας αυτής ή πληροφορίες που εμπίπτουν στο άρθρο 10 του κανονισμού 2018/1725, το οποίο αφορά ειδικές κατηγορίες δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, δεδομένου ότι η γνωστοποίηση της ταυτότητας ενός προσώπου παρέχει τη δυνατότητα διεξαγωγής αναζητήσεων και, επομένως, απόκτησης τέτοιων πληροφοριών.

68

Η ευαισθησία του ζητήματος σχετικά με τη στρατηγική εμβολιασμού κατά της νόσου COVID‑19 φαίνεται εξάλλου να επιρρωννύεται από τον πολύ μεγάλο αριθμό ιδιωτών που εμπλέκονται στην παρούσα ένδικη διαδικασία, οι δε ιδιώτες αυτοί ανήκουν στην ομάδα των 86000 αναφερόντων εξ ονόματος και για λογαριασμό των οποίων είχε υποβληθεί η αρχική αίτηση στην Επιτροπή.

69

Επομένως, από τα στοιχεία αυτά μπορεί να πιθανολογηθεί επαρκώς ότι υπάρχει κίνδυνος μόλις γνωστοποιηθεί η ταυτότητα των μελών της διαπραγματευτικής ομάδας που υπέγραψαν τις δηλώσεις περί απουσίας σύγκρουσης συμφερόντων να δημοσιοποιηθεί αυτή ταχέως στο διαδίκτυο και, ιδίως, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

70

Σε μια τέτοια περίπτωση, τα εν λόγω δεδομένα θα είναι προσβάσιμα σε δυνητικά απεριόριστο αριθμό προσώπων, με αποτέλεσμα πρόσωπα που τυχόν επιδιώκουν να αποκτήσουν τις πληροφορίες αυτές για λόγους άσχετους προς εκείνους που δικαιολόγησαν τη γνωστοποίησή τους να μπορούν να έχουν ελεύθερη πρόσβαση σε αυτά (πρβλ. απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2022, Luxembourg Business Registers, C‑37/20 και C‑601/20, EU:C:2022:912, σκέψη 42 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

71

Επιπλέον, οι δυνητικές επιπτώσεις για τα υποκείμενα των δεδομένων οι οποίες απορρέουν από ενδεχόμενη καταχρηστική χρήση των δεδομένων τους προσωπικού χαρακτήρα επιτείνονται από το γεγονός ότι τα δεδομένα αυτά, αφ’ ης στιγμής τίθενται στη διάθεση του ευρύτερου κοινού, δεν είναι μόνο ελεύθερα προσβάσιμα, αλλά μπορούν επίσης να αποθηκευθούν και να διαδοθούν, και, σε περίπτωση τέτοιας διαδοχικής επεξεργασίας, καθίσταται ακόμη δυσκολότερο, αν όχι ανέφικτο, για τα υποκείμενα των δεδομένων να αμυνθούν αποτελεσματικά έναντι των καταχρήσεων (πρβλ. απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2022, Luxembourg Business Registers, C‑37/20 και C‑601/20, EU:C:2022:912, σκέψη 43).

72

Ο κίνδυνος αυτός καθίσταται πιθανός κατά μείζονα λόγο διότι, εν προκειμένω, τα επίμαχα δεδομένα αφορούν πολύ περιορισμένο αριθμό φυσικών προσώπων.

73

Κατά συνέπεια, δεν φαίνεται να αποκλείεται εκ πρώτης όψεως το ενδεχόμενο να κρίνει το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της ασκηθείσας ενώπιόν του αιτήσεως αναιρέσεως, ότι η γνωστοποίηση της ταυτότητας των προσώπων αυτών συνιστά σοβαρή επέμβαση στα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη.

74

Όσον αφορά τη σημασία του επιδιωκόμενου από τους πρωτοδίκως προσφεύγοντες σκοπού της διασφαλίσεως της διαφάνειας της διαδικασίας διαπραγμάτευσης την οποία διεξήγαγε η Επιτροπή, προκειμένου να παρασχεθεί στους πολίτες της Ένωσης η δυνατότητα να εξακριβώσουν την αμεροληψία των μελών της διαπραγματευτικής ομάδας έναντι των παρασκευαστών εμβολίων, υπενθυμίζεται ότι η διαφάνεια προσδίδει στα θεσμικά όργανα της Ένωσης μεγαλύτερη νομιμότητα, αποτελεσματικότητα και υπευθυνότητα έναντι των πολιτών της Ένωσης σε ένα δημοκρατικό σύστημα (πρβλ. απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 2020, PTC Therapeutics International κατά EMA, C‑175/18 P, EU:C:2020:30, σκέψη 53 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

75

Ως εκ τούτου και όπως διευκρίνισε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 71 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η διαφάνεια της διαδικασίας την οποία ακολούθησε η Επιτροπή κατά τις διαπραγματεύσεις με τους παρασκευαστές εμβολίων κατά της νόσου COVID‑19 και κατά τη σύναψη των συμφωνιών προαγοράς εμβολίων είναι ικανή να συμβάλει στην αύξηση της εμπιστοσύνης των πολιτών της Ένωσης στη στρατηγική εμβολιασμού την οποία προωθεί το θεσμικό αυτό όργανο και, ως εκ τούτου, να καταπολεμήσει, μεταξύ άλλων, τη διάδοση ψευδών πληροφοριών όσον αφορά τους όρους διαπραγμάτευσης και σύναψης των εν λόγω συμβάσεων.

76

Γεγονός παραμένει ότι, όπως επισήμανε η Επιτροπή, η εξακρίβωση της τήρησης των απαιτήσεων δεοντολογίας στις οποίες υπόκεινται οι υπάλληλοι της Επιτροπής και των κρατών μελών που μετέχουν στη διαπραγματευτική ομάδα αποτελεί πρωτίστως έργο των αρμόδιων δημόσιων αρχών (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2022, Luxembourg Business Registers, C‑37/20 και C‑601/20, EU:C:2022:912, σκέψη 83).

77

Επιπλέον και προπάντων, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, στο πλαίσιο της στάθμισης, στην οποία πρέπει να προβαίνει ένα θεσμικό όργανο πριν από τη γνωστοποίηση πληροφοριών που αφορούν φυσικό πρόσωπο, μεταξύ του συμφέροντος της Ένωσης για διασφάλιση της διαφάνειας των ενεργειών της και της προσβολής των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη, δεν μπορεί να αναγνωριστεί άνευ ετέρου υπεροχή του σκοπού της διαφάνειας έναντι του δικαιώματος στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (πρβλ. απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2010, Volker und Markus Schecke και Eifert, C‑92/09 και C‑93/09, EU:C:2010:662, σκέψη 85 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

78

Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, δεν μπορεί, εκ πρώτης όψεως, να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να κρίνει το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της ανάλυσης της αιτήσεως αναιρέσεως που ασκήθηκε ενώπιόν του, ότι, κατά τη στάθμιση των αντικρουόμενων συμφερόντων που πρέπει να πραγματοποιηθεί κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2018/1725, το συμφέρον των μελών της διαπραγματευτικής ομάδας να μη γνωστοποιηθεί η ταυτότητά τους υπερισχύει του σκοπού που επιδιώκουν οι πρωτοδίκως προσφεύγοντες και ο οποίος συνίσταται στην παροχή της δυνατότητας εξακρίβωσης της αμεροληψίας των μελών αυτών.

79

Κατά συνέπεια, χωρίς να χρειάζεται να κριθεί, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, το βάσιμο του δευτέρου λόγου αναιρέσεως της Επιτροπής, ο οποίος αφορά την εσφαλμένη εφαρμογή, από το Γενικό Δικαστήριο, του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2018/1725, όπερ εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του δικαστή της ουσίας, διαπιστώνεται ότι ο λόγος αυτός δεν στερείται, εκ πρώτης όψεως, σοβαρού ερείσματος.

80

Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, συνάγεται το συμπέρασμα ότι η προϋπόθεση περί fumus boni juris πληρούται εν προκειμένω.

Επί του επείγοντος

Επιχειρηματολογία

81

Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προϋπόθεση του επείγοντος πληρούται, λαμβανομένης υπόψη της σοβαρής και ανεπανόρθωτης βλάβης την οποία θα υποστούν τα μέλη της διαπραγματευτικής ομάδας αν γνωστοποιηθεί η ταυτότητά τους πριν το Δικαστήριο αποφανθεί επί της ουσίας.

82

Υπενθυμίζει, παραπέμποντας στη σκέψη 81 της διατάξεως του Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 11ης Απριλίου 2024, Vivendi κατά Επιτροπής [C‑90/24 P(R), EU:C:2024:318], ότι η προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη πρέπει να εκτιμάται υπό το πρίσμα του συνόλου των επίμαχων περιστάσεων, προκειμένου να κριθεί αν η έκταση και η φύση της βλάβης την οποία συνεπάγεται η προσβολή αυτή δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως σοβαρής και ανεπανόρθωτης.

83

Η Επιτροπή προβάλλει ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, αν η αίτησή της περί αναστολής εκτελέσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν γίνει δεκτή, θα είναι υποχρεωμένη, προκειμένου να εκτελέσει την εν λόγω απόφαση, να γνωστοποιήσει την ταυτότητα των μελών της διαπραγματευτικής ομάδας που υπέγραψαν τις δηλώσεις περί απουσίας σύγκρουσης συμφερόντων.

84

Όσον αφορά το υποστατό της βλάβης που θα προκύψει εντεύθεν για τα ως άνω πρόσωπα, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα πρόσωπα αυτά θα υποστούν πιθανότατα ανεπιθύμητες εξωτερικές επαφές, συμπεριλαμβανομένων, ενδεχομένως, επιθέσεων κατά της σωματικής τους ακεραιότητας καθώς και πράξεων παρενόχλησης. Πράγματι, λαμβανομένου υπόψη του εξαιρετικά ευαίσθητου χαρακτήρα του θέματος των εμβολίων κατά της νόσου COVID‑19 και της έντονης αντίθεσης στα εμβόλια αυτά την οποία έχουν εκδηλώσει πολλά άτομα, η γνωστοποίηση της ταυτότητας των μελών της διαπραγματευτικής ομάδας θα ενείχε τον κίνδυνο «έκθεσής τους σε πραγματικές απειλές επίθεσης» ως αντίδραση σε κάθε σχετική απόφαση των ευρωπαϊκών ή εθνικών αρχών, αλλά και σε περίπτωση ενδεχόμενων παρενεργειών των εμβολίων κατά της νόσου COVID‑19.

85

Η Επιτροπή προσθέτει ότι μια τέτοια βλάβη θα μπορούσε να έχει άμεσες συνέπειες εις βάρος της, δεδομένου ότι, ως υπεύθυνη για τη διαχείριση της διαδικασίας διαπραγμάτευσης και σύναψης των συμφωνιών προαγοράς εμβολίων κατά της νόσου COVID‑19, έχει την υποχρέωση να αποτρέψει το ενδεχόμενο να υποστούν τα μέλη της διαπραγματευτικής ομάδας βλάβη λόγω της άσκησης των καθηκόντων τους.

86

Επιπλέον, κατά την Επιτροπή, μια τέτοια βλάβη πρέπει να θεωρηθεί σοβαρή όχι μόνον επειδή αφορά πιθανή προσβολή της σωματικής ακεραιότητας και της ψυχικής υγείας των υποκειμένων των δεδομένων, αλλά και, υπό το πρίσμα των αρχών που απορρέουν από την απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2022, Luxembourg Business Registers (C‑37/20 και C‑601/20, EU:C:2022:912), διότι η διάθεση στο ευρύ κοινό δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα καθιστά δυνατή την πρόσβαση στα δεδομένα αυτά σε δυνητικά απεριόριστο αριθμό προσώπων, ενδεχομένως για λόγους άσχετους προς τον σκοπό που επιδιώκεται με τη δημοσίευσή τους.

87

Εξάλλου, η Επιτροπή υποστηρίζει, παραπέμποντας στη διάταξη του Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 11ης Απριλίου 2024, Vivendi κατά Επιτροπής [C‑90/24 P(R), EU:C:2024:318], ότι η βλάβη αυτή θα είναι ανεπανόρθωτη.

88

Τέλος, κατά την Επιτροπή, η εν λόγω βλάβη μπορεί να επέλθει ταχέως, κατά μείζονα λόγο διότι οι γνωστοποιηθείσες πληροφορίες είναι πιθανόν να δημοσιοποιηθούν ταχέως στο διαδίκτυο και να κυκλοφορήσουν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

89

Οι πρωτοδίκως προσφεύγοντες υποστηρίζουν, αντιθέτως, ότι δεν συντρέχει η προϋπόθεση του επείγοντος.

90

Παραπέμπουν στο ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 12ης Ιουλίου 2023, με τίτλο «Η πανδημία της COVID‑19: διδάγματα που αντλήθηκαν και συστάσεις για το μέλλον», με το οποίο συνιστάται να δημοσιοποιούνται οι δηλώσεις περί απουσίας σύγκρουσης συμφερόντων των διαπραγματευτών των συμβάσεων αγοράς εμβολίων κατά της νόσου COVID‑19.

91

Επισημαίνουν ότι η Επιτροπή επέλεξε να εκπροσωπηθεί, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, από πλείονες υπαλλήλους των οποίων η ταυτότητα μπορούσε να γίνει γνωστή κατ’ αυτόν τον τρόπο.

92

Επικουρικώς, ζητούν την απόρριψη της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων μόνον όσον αφορά την αίτηση πρόσβασης που υπέβαλε ο F. Courtois, ο οποίος δεσμεύεται να διασφαλίσει την εμπιστευτικότητα των πληροφοριών που θα του διαβιβάσει η Επιτροπή.

Εκτίμηση

93

Κατά πάγια νομολογία, σκοπός της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων είναι η διασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας της οριστικής αποφάσεως που πρόκειται να εκδοθεί, προκειμένου να αποφεύγονται τα κενά στην έννομη προστασία την οποία παρέχει το Δικαστήριο. Προς επίτευξη του σκοπού αυτού ακριβώς, το επείγον πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την ανάγκη έκδοσης προσωρινής αποφάσεως προκειμένου να αποτραπεί η πρόκληση σοβαρής και ανεπανόρθωτης βλάβης στον διάδικο που ζητεί την προσωρινή προστασία. Στον διάδικο αυτόν εναπόκειται να αποδείξει ότι δεν είναι δυνατόν να αναμείνει την έκβαση της κύριας δίκης χωρίς να υποστεί βλάβη τέτοιας φύσης. Για να αποδειχθεί η ύπαρξη τέτοιας σοβαρής και ανεπανόρθωτης βλάβης δεν απαιτείται να αποδειχθεί με απόλυτη βεβαιότητα η επέλευσή της. Αρκεί η επέλευση αυτή να πιθανολογείται επαρκώς (διάταξη της 17ης Δεκεμβρίου 2018, Επιτροπή κατά Πολωνίας, C‑619/18 R, EU:C:2018:1021, σκέψη 60 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

94

Εξάλλου, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να εξετάσει, αποκλειστικώς και μόνον προς εκτίμηση του επείγοντος και χωρίς τούτο να συνεπάγεται οποιαδήποτε εκ μέρους του λήψη θέσης ως προς το βάσιμο των αιτιάσεων που προβάλλει επί της ουσίας ο αιτών τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, αν οι αιτιάσεις αυτές είναι δυνατόν να γίνουν δεκτές. Πράγματι, η σοβαρή και ανεπανόρθωτη βλάβη της οποίας η πιθανή επέλευση πρέπει να αποδεικνύεται είναι εκείνη που θα προκύψει, ενδεχομένως, από την απόρριψη της αιτήσεως λήψης προσωρινών μέτρων σε περίπτωση κατά την οποία ευδοκιμήσει εν συνεχεία η κύρια προσφυγή (διάταξη της 17ης Δεκεμβρίου 2018, Επιτροπή κατά Πολωνίας, C‑619/18 R, EU:C:2018:1021, σκέψη 61 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

95

Εν προκειμένω, επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι η βλάβη την οποία επικαλείται η Επιτροπή σε σχέση με το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής απορρέει άμεσα από τη συμπεριφορά την οποία, κατά την άποψή της, είναι υποχρεωμένη να υιοθετήσει έναντι των μελών της διαπραγματευτικής ομάδας, προκειμένου να συμμορφωθεί προς την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση [βλ., κατ’ αναλογίαν, διάταξη του Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 11ης Απριλίου 2024, Vivendi κατά Επιτροπής, C‑90/24 P(R), EU:C:2024:318, σκέψη 74].

96

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, με την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, η Επιτροπή δεν επιδιώκει να ενεργήσει αντί τρίτων οι οποίοι θίγονται αυτοτελώς από τα αποτελέσματα της επίδικης αποφάσεως, αλλά ιδίω ονόματι, προκειμένου να προστατεύσει τα δικά της συμφέροντα, αποφεύγοντας να προκαλέσει η ίδια σοβαρή και ανεπανόρθωτη βλάβη στα πρόσωπα αυτά, για την οποία εξάλλου θα μπορούσε ενδεχομένως να θεωρηθεί υπεύθυνη, εντός πλαισίου στο οποίο η βλάβη θα προκληθεί στα πρόσωπα αυτά λόγω των δεσμών τους με την Επιτροπή, χωρίς τα εν λόγω πρόσωπα να είναι σε θέση να τύχουν τα ίδια προσωρινής προστασίας προς αποτροπή της επέλευσης της εν λόγω βλάβης [βλ., κατ’ αναλογίαν, διάταξη του Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 11ης Απριλίου 2024, Vivendi κατά Επιτροπής, C‑90/24 P(R), EU:C:2024:318, σκέψη 75].

97

Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή μπορεί να επικαλεστεί μια τέτοια βλάβη προκειμένου να καταδείξει ότι πληρούται η προϋπόθεση του επείγοντος [πρβλ. διάταξη του Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 11ης Απριλίου 2024, Vivendi κατά Επιτροπής, C‑90/24 P(R), EU:C:2024:318, σκέψη 76 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

98

Όσον αφορά το ζήτημα αν η άμεση εκτέλεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως μπορεί να προκαλέσει σοβαρή και ανεπανόρθωτη βλάβη, κατά την έννοια της νομολογίας που παρατίθεται στις σκέψεις 93 και 94 της παρούσας διατάξεως, πρέπει, κατ’ αρχάς, να υπομνησθεί ότι, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 266 ΣΛΕΕ, η Επιτροπή υποχρεούται να λάβει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Εν προκειμένω, προκύπτει ότι το εν λόγω θεσμικό όργανο οφείλει, όπως επισημαίνει, να γνωστοποιήσει στους πρωτοδίκως προσφεύγοντες την ταυτότητα των προσώπων που υπέγραψαν τις δηλώσεις περί απουσίας σύγκρουσης συμφερόντων, ήτοι των μελών της διαπραγματευτικής ομάδας.

99

Όσον αφορά, περαιτέρω, τη βλάβη που είναι δυνατόν να προκληθεί από μια τέτοια γνωστοποίηση, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η προσβολή ορισμένων θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως το δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής που κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη, πρέπει να εκτιμάται υπό το πρίσμα του συνόλου των επίμαχων περιστάσεων, προκειμένου να κριθεί αν η έκταση και η φύση της βλάβης την οποία συνεπάγεται η προσβολή αυτή δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της βλάβης ως σοβαρής και ανεπανόρθωτης [πρβλ. διάταξη του Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 11ης Απριλίου 2024, Vivendi κατά Επιτροπής, C‑90/24 P(R), EU:C:2024:318, σκέψη 81 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

100

Συναφώς, όπως διαπιστώθηκε στη σκέψη 73 της παρούσας διατάξεως, πιθανολογείται επαρκώς για τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων ότι η γνωστοποίηση της ταυτότητας των μελών της διαπραγματευτικής ομάδας που υπέγραψαν τις δηλώσεις περί απουσίας σύγκρουσης συμφερόντων είναι ικανή να συνεπάγεται σοβαρή επέμβαση στα δικαιώματα των προσώπων αυτών που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη.

101

Πρέπει να προστεθεί ότι, ελλείψει ειδικών και συγκεκριμένων εγγυήσεων, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι μια τέτοια βλάβη θα μπορούσε, μετά βεβαιότητας, να αποφευχθεί με τη διαβίβαση των δεδομένων αυτών σε ένα μόνον πρόσωπο, όπως ζήτησαν, επικουρικώς, οι πρωτοδίκως προσφεύγοντες με το υπόμνημά τους επί της αιτήσεως αναιρέσεως.

102

Επιπλέον, η μη υλική βλάβη που απορρέει από μια τέτοια προσβολή του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή δεν μπορεί να εξαλειφθεί πλήρως με χρηματική ικανοποίηση ή να αρθεί εκ των υστέρων σε περίπτωση αναιρέσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και, επομένως, πρέπει να θεωρηθεί ανεπανόρθωτη [πρβλ. διάταξη του Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 11ης Απριλίου 2024, Vivendi κατά Επιτροπής, C‑90/24 P(R), EU:C:2024:318, σκέψη 91 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

103

Τέλος, μια τέτοια βλάβη είναι κατ’ αρχήν μη αναστρέψιμη, δεδομένου ότι μετά τη γνωστοποίηση των επίμαχων δεδομένων υπάρχει κίνδυνος τα δεδομένα αυτά να δημοσιοποιηθούν ταχέως στο διαδίκτυο, λαμβανομένου υπόψη του ευαίσθητου χαρακτήρα των ζητημάτων που άπτονται των εμβολίων κατά της νόσου COVID‑19, με αποτέλεσμα να είναι πρακτικώς αδύνατο να διαγραφούν στη συνέχεια τα ως άνω δεδομένα σε περίπτωση αναιρέσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

104

Εν πάση περιπτώσει, αν δεν γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, η αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου θα καταστεί κατ’ ουσίαν άνευ ενδιαφέροντος όσον αφορά το ζήτημα αν εσφαλμένως το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, την άρνηση της Επιτροπής να γνωστοποιήσει την ταυτότητα των μελών της διαπραγματευτικής ομάδας. Πράγματι, ακόμη και αν το Δικαστήριο κρίνει ότι η ακύρωση ήταν εσφαλμένη, η γνωστοποίηση των δεδομένων αυτών θα αποτελεί μη αναστρέψιμο γεγονός.

105

Επομένως, πληρούται η προϋπόθεση του επείγοντος.

Επί της σταθμίσεως των συμφερόντων

Επιχειρηματολογία

106

Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η στάθμιση συμφερόντων κλίνει υπέρ της προσωρινής διατήρησης σε ισχύ των αποτελεσμάτων της επίδικης απόφασης όσον αφορά την άρνησή της να γνωστοποιήσει την ταυτότητα των μελών της διαπραγματευτικής ομάδας που υπέγραψαν δηλώσεις περί απουσίας σύγκρουσης συμφερόντων.

107

Προβάλλει ότι το κύρος των δηλώσεων αυτών δεν αμφισβητήθηκε από τους πρωτοδίκως προσφεύγοντες και ότι η διαβίβαση μιας από τις δηλώσεις αυτές σε ανωνυμοποιημένη μορφή καθιστά ήδη δυνατή την εξακρίβωση της αμεροληψίας των υπογραφόντων.

108

Η Επιτροπή προσθέτει ότι η αμεροληψία των υπογραφόντων τις εν λόγω δηλώσεις επιβεβαιώθηκε από το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο στην ειδική έκθεσή του 29/2022, με τίτλο «[Η Ευρωπαϊκή Ένωση και η] προμήθεια εμβολίων κατά της COVID‑19». Τέλος, η ειδική επιτροπή του Κοινοβουλίου για την πανδημία COVID‑19 κατέληξε, κατά την Επιτροπή, στα ίδια συμπεράσματα.

109

Οι πρωτοδίκως προσφεύγοντες υποστηρίζουν, αντιθέτως, ότι η στάθμιση συμφερόντων κλίνει υπέρ της άμεσης εκτέλεσης της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως όσον αφορά την ακύρωση της άρνησης της Επιτροπής να γνωστοποιήσει την ταυτότητα των μελών της διαπραγματευτικής ομάδας που υπέγραψαν τις δηλώσεις περί απουσίας σύγκρουσης συμφερόντων.

110

Εκτιμούν ότι η ανωνυμοποιημένη δήλωση που τους διαβιβάστηκε αποτελεί απλό υπόδειγμα εγγράφου και δεν καθιστά δυνατή την εξακρίβωση της αμεροληψίας του υπογράφοντος.

111

Οι πρωτοδίκως προσφεύγοντες προσθέτουν ότι η Επιτροπή δεν προσκόμισε την έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου την οποία επικαλείται, ούτε καν αποσπάσματα του εγγράφου αυτού. Επιπλέον, υποστηρίζουν ότι το Κοινοβούλιο, στο ψήφισμα της 12ης Ιουλίου 2023 σχετικά με την πανδημία της COVID‑19 «Διδάγματα που αντλήθηκαν και συστάσεις για το μέλλον» [2022/2076(INI)] εξέφρασε τη λύπη του «για την έλλειψη διαφάνειας» στο πλαίσιο της σύναψης των συμβάσεων προαγοράς των εμβολίων κατά της νόσου COVID‑19 και τόνισε την ανάγκη να καταστεί δυνατή η εξακρίβωση της αμεροληψίας των διαπραγματευτών των συμβάσεων αυτών.

Εκτίμηση

112

Δεδομένου ότι στην πλειονότητα των διαδικασιών ασφαλιστικών μέτρων τόσο η αποδοχή όσο και η απόρριψη του αιτήματος αναστολής εκτελέσεως δύνανται να παραγάγουν, σε κάποιο βαθμό, ορισμένα αποτελέσματα οριστικού χαρακτήρα, εναπόκειται στον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων ο οποίος έχει επιληφθεί αιτήματος αναστολής να σταθμίσει τους κινδύνους που ενέχει καθεμιά από τις πιθανές λύσεις. Συγκεκριμένα, το καθήκον αυτό απαιτεί ιδίως την εξέταση του ζητήματος αν το συμφέρον του αιτούντος τη λήψη προσωρινών μέτρων να τύχει της αναστολής εκτελέσεως της προσβαλλομένης πράξεως κατισχύει του συμφέροντος προς άμεση εφαρμογή αυτής. Κατά την εξέταση αυτή πρέπει να κριθεί αν τυχόν ακύρωση της ως άνω πράξεως από τον δικαστή της ουσίας θα μπορούσε να ανατρέψει την κατάσταση την οποία θα προκαλέσει η άμεση εκτέλεση της πράξεως και, αντιστρόφως, σε ποιο βαθμό η αναστολή είναι ικανή να εμποδίσει τους σκοπούς της προσβαλλομένης πράξεως σε περίπτωση που απορριφθεί η κύρια προσφυγή [διάταξη του Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 6ης Σεπτεμβρίου 2024, Aylo Freesites κατά Επιτροπής, C‑511/24 P(R), EU:C:2024:719, σκέψη 18].

113

Εν προκειμένω, όπως διαπιστώθηκε στη σκέψη 103 της παρούσας διατάξεως, η απόρριψη της αίτησης αναστολής εκτέλεσης της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως την οποία ζήτησε η Επιτροπή δεν θα καθιστούσε δυνατή, σε περίπτωση αναιρέσεως της αποφάσεως αυτής από το Δικαστήριο στο πλαίσιο της κύριας δίκης, την ανατροπή της κατάστασης για τα πρόσωπα των οποίων η ταυτότητα θα γνωστοποιηθεί, συνεπεία της απόρριψης αυτής, από την Επιτροπή. Συγκεκριμένα, άπαξ και διαβιβαστούν τα δεδομένα αυτά, δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι δεν θα δημοσιοποιηθούν στο διαδίκτυο. Υπό τις συνθήκες αυτές, η εντεύθεν προκύπτουσα επέμβαση στην ιδιωτική ζωή των υποκειμένων των δεδομένων θα είναι μη αναστρέψιμη.

114

Επιπλέον, δεν αποδείχθηκε ούτε καν υποστηρίχθηκε ότι η ζητούμενη από την Επιτροπή αναστολή εκτελέσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως θα μπορούσε να εμποδίσει την πλήρη αποτελεσματικότητα της αποφάσεως αυτής σε περίπτωση απορρίψεως από το Δικαστήριο της ασκηθείσας κατ’ αυτής αιτήσεως αναιρέσεως.

115

Ως εκ τούτου, στην υπό κρίση υπόθεση, η στάθμιση των διακυβευόμενων συμφερόντων κλίνει υπέρ της ζητηθείσας από την Επιτροπή αναστολής εκτελέσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

116

Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, πρέπει να γίνει δεκτό το αίτημα της Επιτροπής περί αναστολής εκτελέσεως του σημείου 2 του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, όσον αφορά την ακύρωση της άρνησης να παρασχεθεί διευρυμένη πρόσβαση στις δηλώσεις περί απουσίας σύγκρουσης συμφερόντων μέχρι την έκδοση της αποφάσεως που θα περατώσει την αναιρετική διαδικασία στην υπόθεση C‑632/24 P.

Επί των δικαστικών εξόδων

117

Σύμφωνα με το άρθρο 137 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, του ίδιου Κανονισμού, το Δικαστήριο θα αποφασίσει για τα έξοδα με την απόφαση ή τη διάταξη που θα περατώσει τη δίκη.

 

Για τους λόγους αυτούς, ο Αντιπρόεδρος του Δικαστηρίου διατάσσει:

 

1)

Αναστέλλει την εκτέλεση του σημείου 2 του διατακτικού της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 17ης Ιουλίου 2024, Courtois κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑761/21, EU:T:2024:477), κατά το μέρος που ακυρώνει, αφενός, την απόφαση C(2022) 1359 final της Επιτροπής, της 28ης Φεβρουαρίου 2022, η οποία εκδόθηκε κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 4 του κανονισμού (ΕΚ) 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, με την οποία παρασχέθηκε στον Fabien Courtois και στα λοιπά φυσικά πρόσωπα των οποίων τα ονόματα περιλαμβάνονται στο παράρτημα μερική πρόσβαση σε ορισμένα έγγραφα που αφορούν την αγορά εμβολίων εκ μέρους του θεσμικού αυτού οργάνου στο πλαίσιο της πανδημίας της νόσου COVID‑19, καθώς και, αφετέρου, το γαλλικό κείμενο της αποφάσεως αυτής που τους κοινοποιήθηκε στις 31 Μαρτίου 2022, όσον αφορά την άρνηση της Επιτροπής να παράσχει ευρύτερη πρόσβαση στις δηλώσεις περί απουσίας σύγκρουσης συμφερόντων που υπέγραψαν τα μέλη της διαπραγματευτικής ομάδας για την αγορά εμβολίων κατά της νόσου COVID‑19, βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού αυτού, μέχρι τη δημοσίευση της αποφάσεως που θα περατώσει την αναιρετική διαδικασία στην υπόθεση C‑632/24 P.

 

2)

Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.

( 1 ) Ο κατάλογος των λοιπών διαδίκων παρατίθεται ως παράρτημα μόνο στο κείμενο που κοινοποιείται στους διαδίκους.