ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έκτο τμήμα)

της 11ης Σεπτεμβρίου 2025 ( *1 )

«Προδικαστική παραπομπή – Αρχές του δικαίου της Ένωσης – Εθνική διαδικασία για τον διορισμό εκπροσώπου ατόμου με διανοητική αναπηρία – Δυσχέρεια κατά την ανεύρεση κατάλληλου εκπροσώπου – Αμφιβολίες ως προς τον δικαιοδοτικό χαρακτήρα της διαδικασίας ενώπιον του αιτούντος οργάνου»

Στην υπόθεση C‑406/24,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Bezirksgericht Linz (πρωτοδικείο Linz, Αυστρία) με απόφαση της 3ης Ιουνίου 2024, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 11 Ιουνίου 2024, στο πλαίσιο της δίκης σχετικά με τον διορισμό δικαστικού συμπαραστάτη του

RC,

όπου ο έτερος διάδικος είναι:

VertretungsNetz, με έδρα το Linz (Αυστρία),

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),

συγκείμενο από τους A. Kumin, πρόεδρο τμήματος, T. von Danwitz (εισηγητή), Αντιπρόεδρο του Δικαστηρίου, S. Gervasoni, δικαστή,

γενικός εισαγγελέας: J. Richard de la Tour

γραμματέας: A. Calot Escobar

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη σύμφωνα με το άρθρο 53, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου,

εκδίδει την ακόλουθη

Διάταξη

1

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 3 έως 5, 12, 19 και 28 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία, η οποία συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 13 Δεκεμβρίου 2006 και εγκρίθηκε εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με την απόφαση 2010/48/ΕΚ του Συμβουλίου, της 26ης Νοεμβρίου 2009 (ΕΕ 2010, L 23, σ. 35, στο εξής: Σύμβαση του ΟΗΕ για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία), των άρθρων 1, 20, 21 και 26 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), καθώς και των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης που μνημονεύονται στο άρθρο 6, παράγραφος 3, ΣΕΕ, ιδίως των αρχών της ισότητας και της απαγόρευσης των διακρίσεων, της πρακτικής αποτελεσματικότητας και της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.

2

Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαδικασίας την οποία κίνησε αυτεπαγγέλτως το Bezirksgericht Linz (πρωτοδικείο Linz, Αυστρία), σχετικά με τον διορισμό δικαστικού συμπαραστάτη του RC.

Το νομικό πλαίσιο

Το διεθνές δίκαιο

3

Σύμφωνα με το άρθρο 1 της Σύμβασης του ΟΗΕ για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία, σκοπός της είναι η «προώθηση, προστασία και διασφάλιση της πλήρους και ισότιμης απόλαυσης όλων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών από όλα τα άτομα με αναπηρία και η προάσπιση του σεβασμού της έμφυτης αξιοπρέπειάς τους».

4

Το άρθρο 2 της Σύμβασης αυτής, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ορισμοί», έχει ως εξής:

«Για τους σκοπούς της παρούσας σύμβασης:

[…]

ο όρος “διάκριση λόγω αναπηρίας” δηλώνει κάθε διάκριση, αποκλεισμό ή περιορισμό λόγω αναπηρίας, που έχει ως στόχο ή αποτέλεσμα να ελαττώνει ή να ακυρώνει την αναγνώριση, την απόλαυση ή την άσκηση, σε ισότιμη βάση με τα άλλα άτομα, όλων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών στον πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό, πολιτισμικό ή κάθε άλλο τομέα. Περιλαμβάνει όλες τις μορφές διακρίσεων, ακόμη και την άρνηση εύλογης διευκόλυνσης·

ο όρος “εύλογη διευκόλυνση” σημαίνει την απαραίτητη και κατάλληλη τροποποίηση και προσαρμογή, η οποία δεν επιφέρει δυσανάλογο ή περιττό φόρτο εργασίας, όταν αυτό είναι απαραίτητο σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, προκειμένου να μπορέσουν άτομα με αναπηρία να απολαύσουν ή να ασκήσουν όλα τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες τους σε ισότιμη βάση με τα άλλα άτομα.

[…]»

5

Το άρθρο 3 της εν λόγω Σύμβασης, το οποίο επιγράφεται «Γενικές αρχές», διαλαμβάνει τα εξής:

«Οι αρχές της παρούσας σύμβασης είναι:

[…]

β) η απαγόρευση διακρίσεων·

γ) η πλήρης και πραγματική συμμετοχή και ένταξη στην κοινωνία·

[…]

ε) η ισότητα ευκαιριών·

στ) η δυνατότητα πρόσβασης·

[…]».

6

Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της Σύμβασης του ΟΗΕ για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία, το οποίο φέρει τον τίτλο «Γενικές υποχρεώσεις», έχει ως εξής:

«Τα συμβαλλόμενα κράτη αναλαμβάνουν να διασφαλίζουν και να προωθούν την πλήρη ικανοποίηση όλων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών για όλα τα άτομα με αναπηρία, χωρίς καμίας μορφής διάκριση λόγω αναπηρίας. Για τον σκοπό αυτό, τα συμβαλλόμενα κράτη αναλαμβάνουν τη δέσμευση:

α)

να λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα νομοθετικά, διοικητικά και άλλα μέτρα για την άσκηση των δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από την παρούσα σύμβαση·

β)

να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα, συμπεριλαμβανομένων των νομοθετικών, για να τροποποιήσουν ή να καταργήσουν υφιστάμενους νόμους, κανονισμούς, συνήθειες και πρακτικές που συνιστούν διάκριση σε βάρος των ατόμων με αναπηρία·

[…]».

7

Το άρθρο 5 της Σύμβασης αυτής, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ισότητα και απαγόρευση διακρίσεων», ορίζει στις παραγράφους 1 έως 3 τα εξής:

«1.   Τα συμβαλλόμενα κράτη αναγνωρίζουν ότι όλα τα άτομα είναι ίσα ενώπιον και βάσει του νόμου και δικαιούνται ίση προστασία και ίση κάλυψη του νόμου χωρίς καμία διάκριση.

2.   Τα συμβαλλόμενα κράτη απαγορεύουν κάθε διάκριση λόγω αναπηρίας και εγγυώνται στα άτομα με αναπηρία ισότιμη και αποτελεσματική νομική προστασία από κάθε μορφής διάκριση.

3.   Για την προάσπιση της ισότητας και την εξάλειψη των διακρίσεων, τα συμβαλλόμενα κράτη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν την παροχή εύλογων διευκολύνσεων.»

8

Το άρθρο 12 της ίδιας Σύμβασης, το οποίο επιγράφεται «Ίση αναγνώριση ενώπιον του νόμου», προβλέπει στις παραγράφους του 2 και 3 τα εξής:

«2.   Τα συμβαλλόμενα κράτη αναγνωρίζουν ότι τα άτομα με αναπηρία απολαμβάνουν ικανότητα δικαίου σε ισότιμη βάση με τα άλλα πρόσωπα σε όλες τις πτυχές της ζωής.

3.   Τα συμβαλλόμενα κράτη λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για να εξασφαλίσουν πρόσβαση των ατόμων με αναπηρία στη στήριξη που ενδεχομένως χρειάζονται για την άσκηση της ικανότητας δικαίου τους.»

9

Σύμφωνα με το άρθρο 19 της Σύμβασης του ΟΗΕ για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ανεξάρτητη διαβίωση και ένταξη στην κοινότητα», τα συμβαλλόμενα κράτη «αναγνωρίζουν το ισότιμο δικαίωμα όλων των ατόμων με αναπηρία να ζουν σε κοινότητα, με ίσες δυνατότητες επιλογής με τα άλλα άτομα, και λαμβάνουν αποτελεσματικά και κατάλληλα μέτρα για να διευκολύνουν την πλήρη απόλαυση αυτού του δικαιώματος από τα άτομα με αναπηρία και την πλήρη ένταξη και συμμετοχή τους στην κοινότητα […]».

10

Το άρθρο 28 της Σύμβασης αυτής, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ικανοποιητικές συνθήκες διαβίωσης και κοινωνική προστασία», ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Τα συμβαλλόμενα κράτη αναγνωρίζουν το δικαίωμα των ατόμων με αναπηρία σε ικανοποιητικές συνθήκες διαβίωσης για τα ίδια και τις οικογένειές τους, που περιλαμβάνει την επάρκεια τροφής, ένδυσης και στέγης, και το δικαίωμα στη διαρκή βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης, και λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για να διασφαλίζουν και να προωθούν την υλοποίηση αυτού του δικαιώματος χωρίς διακρίσεις λόγω αναπηρίας.»

Το αυστριακό δίκαιο

11

Το άρθρο 271 του Allgemeinenes Bürgerliches Gesetzbuch (γενικού αστικού κώδικα, στο εξής: ABGB) ορίζει τα εξής:

«Το δικαστήριο διορίζει δικαστικό συμπαραστάτη ενηλίκου προσώπου κατόπιν αιτήσεως του προσώπου αυτού ή αυτεπαγγέλτως, όταν το πρόσωπο αυτό

1.

δεν μπορεί να διαχειρίζεται ορισμένες υποθέσεις χωρίς κίνδυνο πρόκλησης βλάβης στο ίδιο λόγω ψυχικής νόσου ή ανάλογης βλάβης της ικανότητάς του για λήψη αποφάσεων,

2.

δεν εκπροσωπείται για τον σκοπό αυτό,

3.

δεν δύναται ή δεν επιθυμεί να επιλέξει εκπρόσωπο και

4.

δεν είναι δυνατή η νόμιμη συμπαράσταση.»

12

Κατά το άρθρο 272, παράγραφος 1, του ABGB, «δικαστικός συμπαραστάτης μπορεί να διοριστεί μόνο για μεμονωμένες υποθέσεις ή για ορισμένες κατηγορίες υποθέσεων οι οποίες πρέπει να διεκπεραιωθούν άμεσα και να οριστούν επακριβώς».

13

Το άρθρο 274 του ABGB προβλέπει τα εξής:

«(1)   Διορίζεται κατά προτεραιότητα δικαστικός συμπαραστάτης, κατόπιν συγκατάθεσής του, το πρόσωπο το οποίο ορίζεται βάσει πληρεξουσίου προνοίας, συμφωνίας συμπαράστασης ή εντολής συμπαράστασης.

(2)   Εάν τέτοιο πρόσωπο δεν είναι διαθέσιμο ή κατάλληλο, διορίζεται, κατόπιν συγκατάθεσής του, πρόσωπο το οποίο συνδέεται στενά με τον ενήλικο και είναι κατάλληλο για την εκτέλεση των καθηκόντων.

(3)   Εάν δεν είναι δυνατός ο διορισμός τέτοιου προσώπου, διορίζεται, κατόπιν συγκατάθεσής του, εποπτικό συμβούλιο ενηλίκων.

(4)   Αν δεν είναι δυνατός ούτε ο διορισμός εποπτικού συμβουλίου ενηλίκων, διορίζεται – σύμφωνα με το άρθρο 275 — συμβολαιογράφος (ασκούμενος συμβολαιογράφος) ή δικηγόρος (ασκούμενος δικηγόρος) ή, κατόπιν συγκατάθεσής του, άλλο κατάλληλο πρόσωπο.

(5)   Συμβολαιογράφος (ασκούμενος συμβολαιογράφος) ή δικηγόρος (ασκούμενος δικηγόρος) διορίζεται κατεξοχήν όταν η διοίκηση των υποθέσεων απαιτεί κατά κύριο λόγο νομικές γνώσεις, και εποπτικό συμβούλιο ενηλίκων […] κατεξοχήν όταν η συμπαράσταση συνδέεται κατά τα λοιπά με ειδικές απαιτήσεις.»

14

Σύμφωνα με το άρθρο 275, σημείο 1, του ABGB, συμβολαιογράφος ή δικηγόρος, ο οποίος δεν είναι νομίμως εγγεγραμμένος στον κατάλογο των δικηγόρων ή των συμβολαιογράφων που έχουν ειδικά προσόντα για την άσκηση συμπαράστασης βάσει πληρεξουσίου προνοίας ή για την άσκηση δικαστικής συμπαράστασης, μπορεί να αρνηθεί να ασκήσει τη δικαστική συμπαράσταση, μεταξύ άλλων, αν η διοίκηση των υποθέσεων δεν απαιτεί κατά κύριο λόγο νομικές γνώσεις.

Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

15

Με απόφαση της 18ης Ιουλίου 2022, το Bezirksgericht Linz (πρωτοδικείο Linz), το αιτούν όργανο στην υπό κρίση υπόθεση, κίνησε αυτεπαγγέλτως διαδικασία προκειμένου να εξετάσει την ανάγκη διορισμού δικαστικού συμπαραστάτη του RC.

16

Το αιτούν όργανο εξετάζει το ενδεχόμενο διορισμού δικαστικού συμπαραστάτη του RC για τη διοίκηση των υποθέσεων του προσώπου αυτού οι οποίες δεν απαιτούν κατά κύριο λόγο νομικές γνώσεις υπό την έννοια της επίμαχης στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνικής νομοθεσίας. Στο πλαίσιο της κύριας δίκης, ο RC ζήτησε επίσης τον διορισμό τέτοιου συμπαραστάτη.

17

Από τα περιλαμβανόμενα στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως στοιχεία προκύπτει ότι, από τον Οκτώβριο του 2022, η υπόθεση της κύριας δίκης είναι ώριμη προς εκδίκαση και ότι πρέπει να διοριστεί δικαστικός συμπαραστάτης του RC. Εντούτοις, το αιτούν όργανο δεν ήταν σε θέση να διορίσει κανένα από τα φυσικά πρόσωπα και τις ενώσεις προστασίας ενηλίκων του άρθρου 274, παράγραφοι 1 έως 3, του ABGB ως δικαστικό συμπαραστάτη του RC, χωρίς τη συγκατάθεση που απαιτείται προς τούτο από τα εν λόγω πρόσωπα ή ενώσεις όπως προβλέπουν οι αντίστοιχες διατάξεις. Σύμφωνα με το άρθρο 274, παράγραφος 4, του ABGB, το αιτούν όργανο απευθύνθηκε, στη συνέχεια, σε συμβολαιογράφους και σε δικηγόρους. Ωστόσο, ουδείς δέχθηκε να ασκήσει τη συμπαράσταση για τον λόγο ότι η διοίκηση των υποθέσεων του RC δεν απαιτούσε κατά κύριο λόγο νομικές γνώσεις κατά την έννοια του άρθρου 275, σημείο 1, του ABGB.

18

Το αιτούν όργανο διατηρεί αμφιβολίες ως προς το αν η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνική νομοθεσία είναι συμβατή προς τα άρθρα 3 έως 5, 12, 19 και 28 της Σύμβασης του ΟΗΕ για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία, προς τα θεμελιώδη δικαιώματα τα οποία κατοχυρώνονται στα άρθρα 1, 20, 21 και 26 του Χάρτη, καθώς και προς τις αρχές της ισότητας, της απαγόρευσης των διακρίσεων, της πρακτικής αποτελεσματικότητας και της δικαστικής προστασίας.

19

Το αιτούν όργανο εκτιμά ότι, σύμφωνα με την αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης, η Σύμβαση του ΟΗΕ για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία, όπως επίσης και τα λοιπά δικαιώματα και αρχές του δικαίου της Ένωσης που μνημονεύονται στην προηγούμενη σκέψη, υπερισχύουν του δικαίου των κρατών μελών, το οποίο πρέπει να παραμένει ανεφάρμοστο σε περίπτωση σύγκρουσης.

20

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Bezirksgericht Linz (πρωτοδικείο Linz) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)

Συνάδει με τις “γενικές αρχές” της [Σύμβασης του ΟΗΕ για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία], οι οποίες κατοχυρώνονται στο άρθρο 3 της Σύμβασης αυτής, και ειδικότερα με τις αρχές που διατυπώνονται στην εν λόγω Σύμβαση της απαγόρευσης των διακρίσεων, της πλήρους και αποτελεσματικής συμμετοχής και ένταξης στην κοινωνία, του σεβασμού της διαφορετικότητας και της αποδοχής των ατόμων με αναπηρία ως μέρους της ανθρώπινης πολυμορφίας και του ανθρώπινου είδους, της ισότητας των ευκαιριών και της προσβασιμότητας, εθνική ρύθμιση (άρθρα 274 και 275 του ABGB) η οποία δεν προβλέπει, ως έννομη συνέπεια, το πρόσωπο το οποίο πρέπει να διορίσει ένα δικαστήριο ως εκπρόσωπο ευάλωτου προσώπου, όταν τα [μέλη] των επαγγελματικών κατηγοριών των συμβολαιογράφων ή των δικηγόρων, συμπεριλαμβανομένων των υποψηφίων για την άσκηση των επαγγελμάτων αυτών, τα οποία καλούνται τελευταία στη σειρά διορισμού την οποία προβλέπει η εν λόγω ρύθμιση, μπορούν να επικαλεστούν ως λόγο άρνησης του διορισμού ότι “η διοίκηση των υποθέσεων δεν απαιτεί κατά κύριο λόγο νομικές γνώσεις”;

2)

Συνάδει με τις “γενικές υποχρεώσεις” της [Σύμβασης του ΟΗΕ για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία], οι οποίες κατοχυρώνονται στο άρθρο 4 της Σύμβασης αυτής, και ειδικότερα με τις αρχές που διατυπώνονται στην εν λόγω Σύμβαση σύμφωνα με τις οποίες τα συμβαλλόμενα κράτη δεσμεύονται να λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα νομοθετικά, διοικητικά και άλλα μέτρα για την άσκηση των δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από την εν λόγω Σύμβαση και να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα, συμπεριλαμβανομένων των νομοθετικών, για να τροποποιήσουν ή να καταργήσουν υφιστάμενους νόμους, κανονισμούς, συνήθειες και πρακτικές που συνιστούν διακρίσεις σε βάρος των ατόμων με αναπηρία, εθνική ρύθμιση (άρθρα 274 και 275 του ABGB) η οποία δεν προβλέπει, ως έννομη συνέπεια, το πρόσωπο το οποίο πρέπει να διορίσει ένα δικαστήριο ως εκπρόσωπο ευάλωτου προσώπου, όταν τα [μέλη] των επαγγελματικών κατηγοριών των συμβολαιογράφων ή των δικηγόρων, συμπεριλαμβανομένων των υποψηφίων για την άσκηση των επαγγελμάτων αυτών, τα οποία καλούνται τελευταία στη σειρά διορισμού την οποία προβλέπει η εν λόγω ρύθμιση, μπορούν να επικαλεστούν ως λόγο άρνησης του διορισμού ότι “η διοίκηση των υποθέσεων δεν απαιτεί κατά κύριο λόγο νομικές γνώσεις”;

3)

Συνάδει με την αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 5 της [Σύμβασης του ΟΗΕ για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία], και ειδικότερα με την υποχρέωση που διατυπώνεται στην εν λόγω Σύμβαση ότι [τα συμβαλλόμενα κράτη αναγνωρίζουν ότι] όλα τα άτομα είναι ίσα ενώπιον και βάσει του νόμου και δικαιούνται ίση προστασία και ίση κάλυψη του νόμου χωρίς καμία διάκριση, και ότι τα κράτη αυτά απαγορεύουν κάθε διάκριση λόγω αναπηρίας και εγγυώνται στα άτομα με αναπηρία ισότιμη και αποτελεσματική νομική προστασία από κάθε μορφής διάκριση, εθνική ρύθμιση (άρθρα 274 και 275 του ABGB) η οποία δεν προβλέπει, ως έννομη συνέπεια, το πρόσωπο το οποίο πρέπει να διορίσει ένα δικαστήριο ως εκπρόσωπο ευάλωτου προσώπου, όταν τα [μέλη] των επαγγελματικών κατηγοριών των συμβολαιογράφων ή των δικηγόρων, συμπεριλαμβανομένων των υποψηφίων για την άσκηση των επαγγελμάτων αυτών, τα οποία καλούνται τελευταία στη σειρά διορισμού την οποία προβλέπει η εν λόγω ρύθμιση, μπορούν να επικαλεστούν ως λόγο άρνησης του διορισμού ότι “η διοίκηση των υποθέσεων δεν απαιτεί κατά κύριο λόγο νομικές γνώσεις”;

4)

Συνάδει με την αρχή της ίσης μεταχείρισης, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 12 της [Σύμβασης του ΟΗΕ για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία], και ειδικότερα με την αναγνώριση από τα συμβαλλόμενα κράτη ότι τα άτομα με αναπηρία απολαμβάνουν ικανότητα δικαίου σε ισότιμη βάση με τα άλλα πρόσωπα σε όλες τις πτυχές της ζωής και ότι τα εν λόγω κράτη λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για να εξασφαλίσουν πρόσβαση των ατόμων με αναπηρία στη στήριξη που ενδεχομένως χρειάζονται για την άσκηση της ικανότητας δικαίου τους, εθνική ρύθμιση (άρθρα 274 και 275 του ABGB) η οποία δεν προβλέπει, ως έννομη συνέπεια, το πρόσωπο το οποίο πρέπει να διορίσει ένα δικαστήριο ως εκπρόσωπο ευάλωτου προσώπου, όταν τα [μέλη] των επαγγελματικών κατηγοριών των συμβολαιογράφων ή των δικηγόρων, συμπεριλαμβανομένων των υποψηφίων για την άσκηση των επαγγελμάτων αυτών, τα οποία καλούνται τελευταία στη σειρά διορισμού την οποία προβλέπει η εν λόγω ρύθμιση, μπορούν να επικαλεστούν ως λόγο άρνησης του διορισμού ότι “η διοίκηση των υποθέσεων δεν απαιτεί κατά κύριο λόγο νομικές γνώσεις”;

5)

Συνάδει με την υποχρέωση ένταξης [στην κοινωνία], η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 19 της [Σύμβασης του ΟΗΕ για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία], κατά την οποία τα συμβαλλόμενα κράτη αναγνωρίζουν το ισότιμο δικαίωμα όλων των ατόμων με αναπηρία να ζουν σε κοινότητα, με ίσες δυνατότητες επιλογής με τα άλλα άτομα, και λαμβάνουν αποτελεσματικά και κατάλληλα μέτρα για να διευκολύνουν την πλήρη απόλαυση του δικαιώματος αυτού από τα άτομα με αναπηρία και την πλήρη ένταξη και συμμετοχή τους στην κοινότητα, εθνική ρύθμιση (άρθρα 274 και 275 του ABGB) η οποία δεν προβλέπει, ως έννομη συνέπεια, το πρόσωπο το οποίο πρέπει να διορίσει ένα δικαστήριο ως εκπρόσωπο ευάλωτου προσώπου, όταν τα [μέλη] των επαγγελματικών κατηγοριών των συμβολαιογράφων ή των δικηγόρων, συμπεριλαμβανομένων των υποψηφίων για την άσκηση των επαγγελμάτων αυτών, τα οποία καλούνται τελευταία στη σειρά διορισμού την οποία προβλέπει η εν λόγω ρύθμιση, μπορούν να επικαλεστούν ως λόγο άρνησης του διορισμού ότι “η διοίκηση των υποθέσεων δεν απαιτεί κατά κύριο λόγο νομικές γνώσεις”;

6)

Συνάδει με την υποχρέωση που προβλέπεται στο άρθρο 2[8] της [Σύμβασης του ΟΗΕ για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία], κατά την οποία τα συμβαλλόμενα κράτη αναγνωρίζουν το δικαίωμα των ατόμων με αναπηρία σε ικανοποιητικές συνθήκες διαβίωσης για τα ίδια και τις οικογένειές τους, που περιλαμβάνει την επάρκεια τροφής, ένδυσης και στέγης, και το δικαίωμα στη διαρκή βελτίωση των συνθηκών διαβίωσής τους, και λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για να διασφαλίζουν και να προωθούν την υλοποίηση του δικαιώματος αυτού χωρίς διακρίσεις λόγω αναπηρίας, εθνική ρύθμιση (άρθρα 274 και 275 του ABGB) η οποία δεν προβλέπει, ως έννομη συνέπεια, το πρόσωπο το οποίο πρέπει να διορίσει ένα δικαστήριο ως εκπρόσωπο ευάλωτου προσώπου, όταν τα [μέλη] των επαγγελματικών κατηγοριών των συμβολαιογράφων ή των δικηγόρων, συμπεριλαμβανομένων των υποψηφίων για την άσκηση των επαγγελμάτων αυτών, τα οποία καλούνται τελευταία στη σειρά διορισμού την οποία προβλέπει η εν λόγω ρύθμιση, μπορούν να επικαλεστούν ως λόγο άρνησης του διορισμού ότι “η διοίκηση των υποθέσεων δεν απαιτεί κατά κύριο λόγο νομικές γνώσεις”;

7)

Συνάδει με τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στον [Χάρτη], σύμφωνα με τα οποία η ανθρώπινη αξιοπρέπεια είναι απαραβίαστη και πρέπει να είναι σεβαστή και να προστατεύεται (άρθρο 1), όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι έναντι του νόμου (άρθρο 20), απαγορεύεται κάθε διάκριση ιδίως λόγω αναπηρίας (άρθρο 21), και [η Ένωση αναγνωρίζει] το δικαίωμα των ατόμων με αναπηρίες να επωφελούνται μέτρων που θα τους εξασφαλίζουν την αυτονομία, την κοινωνική και επαγγελματική ένταξη και τη συμμετοχή στον κοινοτικό βίο (άρθρο 26), εθνική ρύθμιση (άρθρα 274 και 275 του ABGB) η οποία δεν προβλέπει, ως έννομη συνέπεια, το πρόσωπο το οποίο πρέπει να διορίσει ένα δικαστήριο ως εκπρόσωπο ευάλωτου προσώπου, όταν τα [μέλη] των επαγγελματικών κατηγοριών των συμβολαιογράφων ή των δικηγόρων, συμπεριλαμβανομένων των υποψηφίων για την άσκηση των επαγγελμάτων αυτών, τα οποία καλούνται τελευταία στη σειρά διορισμού την οποία προβλέπει η εν λόγω ρύθμιση, μπορούν να επικαλεστούν ως λόγο άρνησης του διορισμού ότι “η διοίκηση των υποθέσεων δεν απαιτεί κατά κύριο λόγο νομικές γνώσεις”;

8)

Συνάδει με τις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 3, ΣΕΕ, ιδίως με τις αρχές της ισότητας και της απαγόρευσης των διακρίσεων, με την υποχρέωση να προσδίδεται πρακτική αποτελεσματικότητα στο δίκαιο της Ένωσης και να προστατεύονται τα δικαιώματα που αυτό παρέχει (“αρχή της αποτελεσματικότητας”), καθώς και με την υποχρέωση αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, εθνική ρύθμιση (άρθρα 274 και 275 του ABGB) η οποία δεν προβλέπει, ως έννομη συνέπεια, το πρόσωπο το οποίο πρέπει να διορίσει ένα δικαστήριο ως εκπρόσωπο ευάλωτου προσώπου, όταν τα [μέλη] των επαγγελματικών κατηγοριών των συμβολαιογράφων ή των δικηγόρων, συμπεριλαμβανομένων των υποψηφίων για την άσκηση των επαγγελμάτων αυτών, τα οποία καλούνται τελευταία στη σειρά διορισμού την οποία προβλέπει η εν λόγω ρύθμιση, μπορούν να επικαλεστούν ως λόγο άρνησης του διορισμού ότι “η διοίκηση των υποθέσεων δεν απαιτεί κατά κύριο λόγο νομικές γνώσεις”;»

Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

21

Με την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, το αιτούν όργανο ζήτησε από το Δικαστήριο να εκδικασθεί η υπό κρίση υπόθεση κατά την ταχεία διαδικασία του άρθρου 105 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.

22

Λαμβανομένης υπόψη της απόφασης του Δικαστηρίου να αποφανθεί με διάταξη βάσει του άρθρου 53, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, παρέλκει η κρίση επί του αιτήματος αυτού.

Επί του παραδεκτού της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως

23

Δυνάμει του άρθρου 53, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν μια αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι προδήλως απαράδεκτη, το Δικαστήριο, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, μπορεί οποτεδήποτε να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη, χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία.

24

Το ως άνω άρθρο πρέπει να εφαρμοστεί στην υπό κρίση υπόθεση.

25

Προκαταρκτικώς, με βάση τα περιλαμβανόμενα στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως στοιχεία εγείρεται το ζήτημα αν το Bezirksgericht Linz (πρωτοδικείο Linz), όταν επιλαμβάνεται διαδικασίας με αντικείμενο τον διορισμό δικαστικού συμπαραστάτη, μπορεί να θεωρηθεί ως «δικαστήριο» κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, αποφαινόμενο στο πλαίσιο διαδικασίας που πρόκειται να καταλήξει στην έκδοση δικαστικής απόφασης. Δεν είναι, ωστόσο, αναγκαίο να επιλυθεί το συγκεκριμένο νομικό ζήτημα στο πλαίσιο της υπό κρίση υπόθεσης, καθόσον όλα τα προδικαστικά ερωτήματα είναι απαράδεκτα για άλλους λόγους.

26

Κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων την οποία καθιερώνει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, απόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο, το οποίο έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της εκδοθησόμενης δικαστικής απόφασης, να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες της υπόθεσης, τόσο την αναγκαιότητα της προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του απόφασης όσο και τη λυσιτέλεια των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Συνεπώς, εφόσον τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο υποχρεούται κατ’ αρχήν να απαντήσει. Επομένως, τα ερωτήματα που αφορούν το δίκαιο της Ένωσης θεωρούνται κατά τεκμήριο λυσιτελή. Το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να αποφανθεί επί προδικαστικού ερωτήματος που έχει υποβάλει εθνικό δικαστήριο μόνον όταν είναι πρόδηλο ότι η ζητούμενη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το ζήτημα είναι υποθετικής φύσεως ή, ακόμη, όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που του είναι αναγκαία για να δώσει χρήσιμη απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί (απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2023, Groenland Poultry,C‑169/22, EU:C:2023:638, σκέψη 32 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

27

Συναφώς, προϋπόθεση για να παρασχεθεί χρήσιμη για το εθνικό δικαστήριο ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης είναι να έχει τηρήσει το εθνικό δικαστήριο αυστηρά τις σχετικές με το περιεχόμενο της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως απαιτήσεις που προβλέπονται ρητώς στο άρθρο 94 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, διάταξη την οποία οφείλει να γνωρίζει το αιτούν δικαστήριο (απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 2024, FA.RO. di YK & C., C‑16/23, EU:C:2024:886, σκέψη 35 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Εξάλλου, οι απαιτήσεις αυτές αποτυπώνονται και στα σημεία 13, 15 και 16 των συστάσεων του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς τα εθνικά δικαστήρια, σχετικών με την υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων (ΕΕ 2019, C 380, σ. 1), τα οποία επαναλαμβάνονται πλέον στα σημεία 13, 15 και 16 των συστάσεων του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς τα εθνικά δικαστήρια, σχετικών με την υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων (ΕΕ C, C/2024/6008).

28

Συνακόλουθα, είναι απολύτως αναγκαίο, σύμφωνα με το άρθρο 94, στοιχείο γʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας, η απόφαση περί παραπομπής να εκθέτει τους λόγους που οδήγησαν το αιτούν δικαστήριο να υποβάλει ερωτήματα ως προς την ερμηνεία συγκεκριμένων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, καθώς και τη σχέση που το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι υφίσταται μεταξύ των διατάξεων αυτών και της εφαρμοστέας στη διαφορά της κύριας δίκης εθνικής νομοθεσίας (απόφαση της 8ης Μαΐου 2024, Instituto da Segurança Social κ.λπ.,C‑20/23, EU:C:2024:389, σκέψη 49).

29

Στο πλαίσιο αυτό, υπογραμμίζεται επίσης ότι τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην απόφαση περί παραπομπής πρέπει να παρέχουν τη δυνατότητα, αφενός, στο Δικαστήριο να δίνει χρήσιμες απαντήσεις στα ερωτήματα που υποβάλλει το εθνικό δικαστήριο και, αφετέρου, στις κυβερνήσεις των κρατών μελών καθώς και στους λοιπούς ενδιαφερομένους να υποβάλλουν παρατηρήσεις, σύμφωνα με το δικαίωμα που τους απονέμει το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στο Δικαστήριο εναπόκειται να μεριμνά για τη διασφάλιση του δικαιώματος αυτού, λαμβανομένου υπόψη ότι, δυνάμει της διάταξης αυτής, μόνον οι αποφάσεις περί παραπομπής κοινοποιούνται στους ενδιαφερομένους (απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2024, SISTEM LUX,C‑717/22 και C‑372/23, EU:C:2024:1041, σκέψη 37 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

30

Εν προκειμένω, με τα πρώτα έξι ερωτήματά του, το αιτούν όργανο ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν τα άρθρα 3 έως 5, 12, 19 και 28 της Σύμβασης του ΟΗΕ για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία αντιτίθενται σε εθνική νομοθεσία όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία ρυθμίζει την εκπροσώπηση των ατόμων με αναπηρία.

31

Συναφώς υπενθυμίζεται ότι η εκπροσώπηση των ατόμων με αναπηρία εμπίπτει μεν στην αρμοδιότητα κάθε κράτους μέλους, πλην όμως η αρμοδιότητα αυτή πρέπει να ασκείται τηρουμένου του δικαίου της Ένωσης [βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 15ης Οκτωβρίου 2024, KUBERA,C‑144/23, EU:C:2024:881, σκέψη 31 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 29ης Απριλίου 2025, Επιτροπή κατά Μάλτας (Χορήγηση ιθαγένειας σε επενδυτές), C‑181/23, EU:C:2025:283, σκέψη 81 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

32

Βεβαίως, δεδομένου ότι η Σύμβαση του ΟΗΕ για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία εγκρίθηκε εξ ονόματος της Ένωσης με την απόφαση 2010/48, οι διατάξεις της Σύμβασης αυτής αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της έννομης τάξης της Ένωσης από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της εν λόγω απόφασης (πρβλ. απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2019, Nobel Plastiques Ibérica,C‑397/18, EU:C:2019:703, σκέψη 39 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

33

Ωστόσο, η ως άνω Σύμβαση αποτελεί μικτή συμφωνία η οποία συνήφθη από την Ένωση και τα κράτη μέλη της δυνάμει συντρέχουσας αρμοδιότητας. Όσον αφορά τις συμφωνίες αυτού του είδους, το Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, είναι αρμόδιο για την οριοθέτηση της κατανομής μεταξύ των υποχρεώσεων που αναλαμβάνει η Ένωση και εκείνων για τις οποίες παραμένουν αποκλειστικά υπεύθυνα τα κράτη μέλη, καθώς και για την ερμηνεία των διατάξεων των συμφωνιών αυτών. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο για την ερμηνεία των διατάξεων μικτής συμφωνίας, εφόσον εμπίπτουν σε τομέα εντός του οποίου η Ένωση άσκησε την αρμοδιότητά της και έχει θεσπίσει διατάξεις για την εκτέλεση των εξ αυτής απορρεουσών υποχρεώσεων (πρβλ. αποφάσεις της 8ης Μαρτίου 2011, Lesoochranárske zoskupenie,C‑240/09, EU:C:2011:125, σκέψεις 31, 32 και 34, και της 14ης Ιουλίου 2022, ÖBB-Infrastruktur Aktiengesellschaft,C‑500/20, EU:C:2022:563, σκέψεις 40 και 41).

34

Περαιτέρω, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι συγκεκριμένο ζήτημα το οποίο δεν αποτέλεσε ακόμα αντικείμενο νομοθετικής ρύθμισης της Ένωσης εμπίπτει στο δίκαιο της Ένωσης εφόσον ρυθμίζεται με συμβάσεις συναφθείσες από την Ένωση και τα κράτη μέλη της και αφορά τομέα τον οποίο καλύπτει ευρέως το δίκαιο αυτό (πρβλ. απόφαση της 8ης Μαρτίου 2011, Lesoochranárske zoskupenie,C‑240/09, EU:C:2011:125, σκέψη 36 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

35

Όπως επίσης απορρέει από πάγια νομολογία, όταν μια διάταξη διεθνούς συμφωνίας μπορεί να εφαρμοστεί τόσο σε καταστάσεις που εμπίπτουν στο εθνικό δίκαιο όσο και σε καταστάσεις που εμπίπτουν στο δίκαιο της Ένωσης, υφίσταται οπωσδήποτε συμφέρον της Ένωσης για ομοιόμορφη ερμηνεία της διάταξης αυτής, ανεξάρτητα από τις συνθήκες υπό τις οποίες πρόκειται να εφαρμοστεί, προκειμένου να αποφευχθούν στο μέλλον ερμηνευτικές αποκλίσεις (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 14ης Ιουλίου 2022, ÖBB-Infrastruktur Aktiengesellschaft,C-500/20, EU:C:2022:563, σκέψεις 42 και 43 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

36

Διαπιστώνεται, όμως, ότι η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προδήλως δεν περιέχει τις αναγκαίες πληροφορίες οι οποίες θα επέτρεπαν στο Δικαστήριο να ελέγξει την αρμοδιότητά του να αποφανθεί επί της ερμηνείας των διατάξεων της Σύμβασης του ΟΗΕ για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία, σύμφωνα με τη νομολογία που υπομνήσθηκε στις σκέψεις 33 έως 35 της παρούσας διάταξης. Ειδικότερα, το αιτούν όργανο δεν απέδειξε την ύπαρξη σχέσης μεταξύ των διατάξεων της Σύμβασης των οποίων ζητείται η ερμηνεία και της νομοθεσίας της Ένωσης, όπως απαιτεί η ίδια αυτή νομολογία.

37

Πράγματι, μολονότι, με τα πρώτα έξι ερωτήματά του, το αιτούν όργανο ερωτά το Δικαστήριο σχετικά με τις ενδεχόμενες υποχρεώσεις όσον αφορά την εκπροσώπηση των ατόμων με αναπηρία οι οποίες απορρέουν, κατά περίπτωση, από την εν λόγω Σύμβαση, εντούτοις, στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, παραπέμπει μόνο στα άρθρα 3 έως 5, 12, 19 και 28 της ίδιας Σύμβασης, χωρίς ωστόσο να διευκρινίζει για ποιον λόγο τα ζητήματα που ανέκυψαν κατ’ αυτόν τον τρόπο εμπίπτουν είτε σε ειδική διάταξη θεσπισθείσα από την Ένωση κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της είτε σε τομέα που καλύπτει ευρέως το δίκαιο της Ένωσης.

38

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δεν περιέχει επίσης καμία ένδειξη ως προς το αν οι διατάξεις της Σύμβασης του ΟΗΕ για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία των οποίων ζητείται η ερμηνεία μπορούν να εφαρμοστούν τόσο σε καταστάσεις που εμπίπτουν στο εθνικό δίκαιο όσο και σε καταστάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης.

39

Επομένως, όσον αφορά τα πρώτα έξι προδικαστικά ερωτήματα, η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προδήλως δεν πληροί τις απαιτήσεις που απορρέουν από την παρατιθέμενη στις σκέψεις 27 και 28 της παρούσας διάταξης νομολογία.

40

Με το έβδομο και το όγδοο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν όργανο ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνική νομοθεσία αντιβαίνει στα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στα άρθρα 1, 20, 21 και 26 του Χάρτη, καθώς και σε ορισμένες γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης, ιδίως στην αρχή της ισότητας και της απαγόρευσης των διακρίσεων, στην αρχή της πρακτικής αποτελεσματικότητας και στην αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.

41

Υπενθυμίζεται, ωστόσο, ότι το πεδίο εφαρμογής του Χάρτη, όσον αφορά τη δράση των κρατών μελών, ορίζεται στο άρθρο 51, παράγραφος 1, αυτού, το οποίο προβλέπει ότι οι διατάξεις του Χάρτη απευθύνονται στα κράτη μέλη μόνον όταν αυτά εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης, η δε διάταξη αυτή επιβεβαιώνει την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης κατά την οποία τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στην έννομη τάξη της Ένωσης έχουν εφαρμογή σε όλες τις καταστάσεις που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης, πλην όμως όχι πέραν αυτών. Όταν, αντιθέτως, μια έννομη κατάσταση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να αποφανθεί επ’ αυτής, οι δε διατάξεις του Χάρτη των οποίων ενδεχομένως γίνεται επίκληση καθώς και οι γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης δεν μπορούν να θεμελιώσουν από μόνες τους την αρμοδιότητα αυτή (πρβλ. αποφάσεις της 10ης Ιουλίου 2014, Julián Hernández κ.λπ.,C‑198/13, EU:C:2014:2055, σκέψη 33· της 13ης Ιανουαρίου 2022, Marcas MC,C‑363/20, EU:C:2022:21, σκέψεις 33 έως 36, και της 25ης Ιανουαρίου 2024, Parchetul de pe lângă Curtea de Apel Craiova,C‑58/22, EU:C:2024:70, σκέψη 40 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

42

Εν προκειμένω, το αιτούν όργανο ερωτά μεν το Δικαστήριο σχετικά με την ερμηνεία των θεμελιωδών δικαιωμάτων καθώς και των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης που μνημονεύονται στη σκέψη 40 της παρούσας διάταξης, πλην όμως δεν εξηγεί τη σχέση που εκτιμά ότι υφίσταται μεταξύ της εφαρμοστέας στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνικής νομοθεσίας και κάποιου κανόνα του δικαίου της Ένωσης διαφορετικού από τους περιλαμβανόμενους στον Χάρτη ή από τις εν λόγω γενικές αρχές.

43

Επομένως, όσον αφορά το έβδομο και το όγδοο προδικαστικό ερώτημα, η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προδήλως δεν πληροί τις απαιτήσεις που απορρέουν από το άρθρο 94, στοιχείο γʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας, σε συνδυασμό με το άρθρο 51, παράγραφος 1, του Χάρτη.

44

Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 53, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, προδήλως απαράδεκτη.

Επί των δικαστικών εξόδων

45

Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τα μέρη της κύριας διαδικασίας τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος οργάνου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των εξόδων.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (έκτο τμήμα) αποφαίνεται:

 

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως την οποία υπέβαλε το Bezirksgericht Linz (πρωτοδικείο Linz, Αυστρία), με απόφαση της 3ης Ιουνίου 2024, είναι προδήλως απαράδεκτη.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.