Προσωρινό κείμενο
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 9ης Οκτωβρίου 2025 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Διεθνής δικαιοδοσία και εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις – Κανονισμός (ΕΕ) 1215/2012 – Πεδίο εφαρμογής – Άρθρο 25 – Συμφωνία παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας – Συμβαλλόμενα μέρη εγκατεστημένα στο ίδιο τρίτο κράτος – Απονομή δικαιοδοσίας στα δικαστήρια κράτους μέλους για την εκδίκαση διαφορών που προκύπτουν από την εν λόγω σύμβαση – Στοιχείο αλλοδαπότητας – Συνέπειες της αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση »
Στην υπόθεση C‑540/24,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Handelsgericht Wien (δικαστήριο εμπορικών διαφορών Βιέννης, Αυστρία) με απόφαση της 1ης Αυγούστου 2024, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 8 Αυγούστου 2024, στο πλαίσιο της δίκης
Cabris Ιnvestments Ltd
κατά
Revetas Capital Advisors LLP,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους F. Biltgen (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, T. von Danwitz, Αντιπρόεδρο του Δικαστηρίου, ασκούντα καθήκοντα δικαστή του πρώτου τμήματος, I. Ziemele, A. Kumin και S. Gervasoni, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Campos Sánchez-Bordona
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Revetas Capital Advisors LLP, εκπροσωπούμενη από τους B. Knötzl και B. Ortner, Rechtsanwälte,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον S. Noë και την J. Vondung,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 50, παράγραφος 3, ΣΕΕ, των άρθρων 25, 68 έως 70 του κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2012, L 351, σ. 1) (στο εξής: κανονισμός Βρυξέλλες Ια), καθώς και των άρθρων 17, 18, 55, 56 και 66 της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 1972, L 299, σ. 32), όπως τροποποιήθηκε με τις διαδοχικές συμβάσεις για την προσχώρηση των νέων κρατών μελών στη Σύμβαση αυτή (στο εξής: Σύμβαση των Βρυξελλών).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Cabris Ιnvestments Ltd και της Revetas Capital Advisors LLP, εταιριών αγγλικού δικαίου, με αντικείμενο αγωγή που άσκησε η πρώτη εταιρία κατά της δεύτερης ενώπιον αυστριακού δικαστηρίου, με αίτημα την καταβολή ποσού προς εκπλήρωση συμβατικής υποχρέωσης.
Το νομικό πλαίσιο
Η Συνθήκη ΕΕ
3 Το άρθρο 50, παράγραφος 3, ΣΕΕ ορίζει:
«Οι Συνθήκες παύουν να ισχύουν στο εν λόγω κράτος από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της συμφωνίας αποχώρησης ή, ελλείψει τέτοιας συμφωνίας, δύο έτη μετά τη γνωστοποίηση που μνημονεύεται στην παράγραφο 2, εκτός εάν το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, σε συμφωνία με το εν λόγω κράτος μέλος, αποφασίσει ομόφωνα την παράταση της προθεσμίας αυτής.»
Η συμφωνία για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας
4 Το άρθρο 126 της συμφωνίας για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας (ΕΕ 2020, L 29, σ. 7) (στο εξής: συμφωνία αποχώρησης), η οποία συνήφθη στις 17 Οκτωβρίου 2019, τέθηκε σε ισχύ την 1η Φεβρουαρίου 2020 και εγκρίθηκε εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας (ΕΚΑΕ) με την απόφαση (ΕΕ) 2020/135 του Συμβουλίου, της 30ής Ιανουαρίου 2020 (ΕΕ 2020, L 29, σ. 1), προβλέπει τα εξής:
«Προβλέπεται μεταβατική περίοδος ή περίοδος υλοποίησης, η ημερομηνία έναρξης της οποίας είναι η ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας συμφωνίας και η ημερομηνία λήξης της η 31η Δεκεμβρίου 2020.»
Η Σύμβαση των Βρυξελλών
5 Το άρθρο 17 της Σύμβασης των Βρυξελλών ορίζει τα εξής:
«Αν τα μέρη, από τα οποία ένα τουλάχιστον έχει την κατοικία του στο έδαφος συμβαλλόμενου κράτους, συμφώνησαν ότι ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια συμβαλλόμενου κράτους θα δικάζουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από συγκεκριμένη έννομη σχέση, το δικαστήριο αυτό ή τα δικαστήρια του κράτους αυτού έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία. […]»
6 Το άρθρο 18 της ως άνω Σύμβασης προβλέπει τα εξής:
«Πέραν των περιπτώσεων όπου η διεθνής δικαιοδοσία απορρέει από άλλες διατάξεις της παρούσας συμβάσεως, το δικαστήριο συμβαλλόμενου κράτους ενώπιον του οποίου ο εναγόμενος παρίσταται αποκτά διεθνή δικαιοδοσία. Ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόζεται, αν η παράσταση έχει ως σκοπό την αμφισβήτηση της διεθνούς δικαιοδοσίας ή αν υπάρχει άλλο δικαστήριο με αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία σύμφωνα με το άρθρο 16.»
7 Το άρθρο 55 της Σύμβασης αυτής προβλέπει τα εξής:
«Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 54 δεύτερη παράγραφος και του άρθρου 56, η παρούσα σύμβαση αντικαθιστά τις ακόλουθες μεταξύ δύο ή περισσότερων συμβαλλόμενων κρατών συμβάσεις:
[…]
– η σύμβαση μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και της Αυστρίας για την αμοιβαία αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, που υπογράφηκε στη Βιέννη στις 14 Ιουλίου 1961, και το τροποποιητικό πρωτόκολλο, που υπογράφηκε στο Λονδίνο στις 6 Μαρτίου 1970 [(στο εξής: αγγλο-αυστριακή σύμβαση)]
[…]».
8 Το άρθρο 56 της Σύμβασης των Βρυξελλών προβλέπει τα εξής:
«Η συνθήκη και οι συμβάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 55 εξακολουθούν να παράγουν αποτελέσματα στα θέματα στα οποία η παρούσα σύμβαση δεν εφαρμόζεται.
Συνεχίζουν να παράγουν αποτελέσματα ως προς τις αποφάσεις που εκδόθηκαν και τα έγγραφα που συντάχθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος της παρούσας συμβάσεως.»
9 Το άρθρο 66 της ίδιας Σύμβασης έχει ως εξής:
«Η διάρκεια της παρούσας συμβάσεως είναι απεριόριστη.»
Ο κανονισμός Βρυξέλλες I
10 Ο κανονισμός (ΕΕ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2001, L 12, σ. 1) (στο εξής: κανονισμός Βρυξέλλες I), τέθηκε σε ισχύ την 1η Μαρτίου 2002 και αντικατέστησε, μεταξύ των κρατών μελών, τη Σύμβαση των Βρυξελλών. Ο ίδιος κανονισμός καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε, από τις 10 Ιανουαρίου 2015, από τον κανονισμό Βρυξέλλες Iα.
11 Το άρθρο 23, παράγραφος 1, του κανονισμού Βρυξέλλες Ι είχε ως εξής:
«Αν τα μέρη, από τα οποία ένα τουλάχιστον έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους, συμφώνησαν ότι ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια κράτους μέλους θα δικάζουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από συγκεκριμένη έννομη σχέση, το δικαστήριο αυτό ή τα δικαστήρια του κράτους αυτού έχουν διεθνή δικαιοδοσία. […]»
Ο κανονισμός Βρυξέλλες Ια
12 Οι αιτιολογικές σκέψεις 3, 13, 14, 15, 19 και 21 του κανονισμού Βρυξέλλες Ια έχουν ως εξής:
«(3) […] η Ένωση πρέπει να θεσπίσει μέτρα στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές υποθέσεις, οι οποίες έχουν διασυνοριακές επιπτώσεις, ιδίως όταν αυτό είναι απαραίτητο για την καλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.
[…]
(13) Οι δικαστικές διαφορές που υπάγονται στον παρόντα κανονισμό πρέπει να παρουσιάζουν σύνδεσμο με το έδαφος των κρατών μελών. Συνεπώς, οι κοινοί κανόνες περί διεθνούς δικαιοδοσίας θα πρέπει, κατά κανόνα, να εφαρμόζονται όταν ο εναγόμενος έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος.
(14) Ο εναγόμενος που δεν έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος θα πρέπει γενικώς να υπόκειται στους εθνικούς κανόνες περί διεθνούς δικαιοδοσίας που ισχύουν στο κράτος μέλος του επιληφθέντος δικαστηρίου.
Ωστόσο, προκειμένου να διασφαλιστεί η προστασία των καταναλωτών και των εργαζομένων, να προστατευθεί η διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων των κρατών μελών στις περιπτώσεις που έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία και να καταστεί σεβαστή η αυτονομία των διαδίκων, ορισμένοι κανόνες περί διεθνούς δικαιοδοσίας του παρόντος κανονισμού εφαρμόζονται ανεξαρτήτως του τόπου κατοικίας του εναγομένου.
(15) Οι κανόνες περί διεθνούς δικαιοδοσίας θα πρέπει να παρουσιάζουν υψηλό βαθμό προβλεψιμότητας και να βασίζονται στην αρχή της γενικής δωσιδικίας της κατοικίας του εναγομένου. Η δωσιδικία αυτή θα πρέπει να ισχύει πάντοτε, εκτός από μερικές συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου το επίδικο αντικείμενο ή η αυτονομία των διαδίκων δικαιολογεί άλλο συνδετικό στοιχείο. […]
[…]
(19) Η αυτονομία των μερών μιας σύμβασης όσον αφορά τον καθορισμό του αρμοδίου δικαστηρίου πρέπει να τηρείται με την επιφύλαξη των αποκλειστικών βάσεων διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπονται από τον παρόντα κανονισμό, εκτός εάν πρόκειται για συμβάσεις ασφάλισης, καταναλωτών και εργασίας, όπου επιτρέπεται μόνον περιορισμένη αυτονομία.
[…]
(21) Για λόγους αρμονικής απονομής της δικαιοσύνης θα πρέπει να ελαχιστοποιηθεί η πιθανότητα παράλληλης εκδίκασης μιας υπόθεσης και να αποφεύγεται η έκδοση ασυμβιβάστων αποφάσεων σε διαφορετικά κράτη μέλη. […]»
13 Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού έχει ως εξής:
«Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κανονισμού, τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους.»
14 Το άρθρο 6, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού ορίζει τα εξής:
«Αν ο εναγόμενος δεν έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος, η διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων κάθε κράτους μέλους ρυθμίζεται από το δίκαιο αυτού του κράτους μέλους, με την επιφύλαξη του άρθρου 18 παράγραφος 1, του άρθρου 21 παράγραφος 2, και των άρθρων 24 και 25.»
15 Το άρθρο 25, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού, το οποίο περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο II, τμήμα 7, με τίτλο «Παρέκταση διεθνούς δικαιοδοσίας», προβλέπει τα εξής:
«Αν τα μέρη, ανεξαρτήτως του τόπου κατοικίας τους, συμφώνησαν ότι ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια κράτους μέλους θα δικάζουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από συγκεκριμένη έννομη σχέση, το δικαστήριο αυτό ή τα δικαστήρια του κράτους αυτού έχουν διεθνή δικαιοδοσία, εκτός αν η συμφωνία είναι άκυρη ως προς την ουσιαστική της ισχύ […] βάσει της νομοθεσίας του οικείου κράτους μέλους. Αυτή η δικαιοδοσία είναι αποκλειστική εκτός αν τα μέρη συμφώνησαν άλλως. […]»
16 Κατά το άρθρο 31, παράγραφος 2, του κανονισμού Βρυξέλλες Ια:
«Με την επιφύλαξη του άρθρου 26, όταν επιλαμβάνεται υπόθεσης δικαστήριο κράτους μέλους στο οποίο παρέχεται αποκλειστική διεθνής δικαιοδοσία δυνάμει συμφωνίας αναφερόμενης στο άρθρο 25, κάθε δικαστήριο άλλου κράτους μέλους αναστέλλει τη διαδικασία έως ότου το δικαστήριο το οποίο επελήφθη βάσει της συμφωνίας κηρύξει εαυτό αναρμόδιο.»
17 Το κεφάλαιο VII του εν λόγω κανονισμού φέρει τον τίτλο «Σχέσεις με άλλα μέσα» και περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τα άρθρα 68 έως 70. Το άρθρο 68 προβλέπει τα εξής:
«1. Ο παρών κανονισμός αντικαθιστά τη [Σύμβαση των Βρυξελλών] μεταξύ των κρατών μελών, εξαιρουμένων των εδαφών των κρατών μελών, τα οποία υπάγονται στο εδαφικό πεδίο εφαρμογής της εν λόγω συμβάσεως και τα οποία αποκλείονται από τον παρόντα κανονισμό κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 355 της ΣΛΕΕ.
2. Στο μέτρο που ο παρών κανονισμός αντικαθιστά μεταξύ των κρατών μελών τις διατάξεις της [Σύμβασης των Βρυξελλών], κάθε παραπομπή στην εν λόγω σύμβαση νοείται ως παραπομπή στον παρόντα κανονισμό.»
18 Το άρθρο 69 ορίζει τα εξής:
«Με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 70 και 71, ο παρών κανονισμός αντικαθιστά μεταξύ κρατών μελών τις συμβάσεις οι οποίες καλύπτουν τα ίδια θέματα τα οποία καλύπτει και ο παρών κανονισμός. Ειδικότερα, αντικαθίστανται οι συμβάσεις που περιλαμβάνονται στον κατάλογο που καταρτίζεται από την [Ευρωπαϊκή] Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 76 παράγραφος 1 στοιχείο γ) και το άρθρο 76 παράγραφος 2.»
19 Το άρθρο 70, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού ορίζει τα εξής:
«Οι συμβάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 69 εξακολουθούν να παράγουν αποτελέσματα επί θεμάτων στα οποία ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται.»
20 Δυνάμει του άρθρου 76, παράγραφος 2, του κανονισμού Βρυξέλλες Ια, η Επιτροπή καταρτίζει κατάλογο των συμβάσεων που μνημονεύονται στο άρθρο 69 του κανονισμού αυτού βάσει των κοινοποιήσεων που πραγματοποιούν τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 76, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού αυτού. Δυνάμει του άρθρου 76, παράγραφος 4, του ως άνω κανονισμού, η Επιτροπή δημοσιεύει τους καταλόγους και τυχόν μεταγενέστερες τροποποιήσεις τους στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
21 Η Επιτροπή κατήρτισε και δημοσίευσε, βάσει των κοινοποιήσεων που προβλέπονται στο άρθρο 76 του ίδιου κανονισμού, τρεις καταλόγους (ΕΕ 2015, C 4, σ. 2), εκ των οποίων ο τρίτος (στο εξής: κατάλογος 3) έχει ως εξής:
«Οι συμβάσεις που προβλέπονται στο άρθρο 69 είναι οι εξής:
– στην Αυστρία:
[…]
– τη[ν αγγλο-αυστριακή σύμβαση],
[…]
– στο Ηνωμένο Βασίλειο:
[…]
– τη[ν αγγλο-αυστριακή σύμβαση],
[…]».
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
22 Στις 6 Μαΐου 2020, οι Cabris Ιnvestments και Revetas Capital Advisors, εταιρίες εγκατεστημένες στο Ηνωμένο Βασίλειο, συνήψαν σύμβαση παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών συνοδευόμενη από έγγραφο, στο οποίο περιλαμβανόταν ρήτρα παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας (στο εξής: επίμαχη ρήτρα παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας), η οποία είχε ως εξής:
«Η παρούσα σύμβαση και οι σχέσεις μεταξύ των μερών διέπονται από το αυστριακό δίκαιο και πρέπει να ερμηνεύονται σύμφωνα με αυτό. Το Handelsgericht Wien [(δικαστήριο εμπορικών διαφορών Βιέννης, Αυστρία)] είναι το μόνο που έχει διεθνή δικαιοδοσία για την εκδίκαση των διαφορών που απορρέουν από την παρούσα σύμβαση ή αφορούν την εκτέλεση ή το κύρος της.»
23 Στις 30 Ιουνίου 2023 η Cabris Ιnvestments άσκησε ενώπιον του Handelsgericht Wien (δικαστηρίου εμπορικών διαφορών Βιέννης), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου, αγωγή με αίτημα να υποχρεωθεί η Revetas Capital Advisors να της καταβάλει το ποσό των 360 000 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας, προς εκπλήρωση συμβατικής υποχρέωσης καταβολής η οποία απορρέει από την ως άνω σύμβαση και συνδέεται με την άσκηση καθηκόντων οικονομικού διευθυντή.
24 Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι, πλην της επίμαχης ρήτρας παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας, δεν υφίσταται προφανής σύνδεσμος μεταξύ των διαδίκων της κύριας δίκης και της Δημοκρατίας της Αυστρίας.
25 Η Revetas Capital Advisors αμφισβήτησε τη διεθνή δικαιοδοσία του αιτούντος δικαστηρίου υποστηρίζοντας ότι το άρθρο 25 του κανονισμού Βρυξέλλες Ια, όπως ερμηνεύθηκε από το Δικαστήριο με την απόφαση της 8ης Φεβρουαρίου 2024, Inkreal (C‑566/22, EU:C:2024:123), δεν έχει εφαρμογή στα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης, δεδομένου ότι ο κανονισμός αυτός δεν εφαρμόζεται πλέον από τη λήξη της μεταβατικής περιόδου που προβλέπει η συμφωνία αποχώρησης, η οποία ορίστηκε στις 31 Δεκεμβρίου 2020 (στο εξής: μεταβατική περίοδος), όσον αφορά τις έννομες σχέσεις στις οποίες εμπλέκεται το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας. Συνεπώς, η επίμαχη ρήτρα παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας είναι αλυσιτελής και, ως εκ τούτου, το αιτούν δικαστήριο στερείται διεθνούς δικαιοδοσίας προς εκδίκαση της διαφοράς που υποβλήθηκε στην κρίση του.
26 Πρώτον, το αιτούν δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες ως προς το ζήτημα αν το άρθρο 25 του κανονισμού Βρυξέλλες Ια και οι αρχές που έθεσε το Δικαστήριο με την απόφαση της 8ης Φεβρουαρίου 2024, Inkreal (C‑566/22, EU:C:2024:123), εξακολουθούν να εφαρμόζονται στην περίπτωση συμφωνίας παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας η οποία συνήφθη κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου μεταξύ δύο μερών που είναι εγκατεστημένα στο Ηνωμένο Βασίλειο και βάσει της οποίας ορίστηκε δικαστήριο κράτους μέλους ως έχον διεθνή δικαιοδοσία για την εκδίκαση της διαφοράς τους, όταν το δικαστήριο αυτό επιλαμβάνεται της υποθέσεως όχι μόνον μετά την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, και η συμβατική σχέση στην οποία στηρίζεται η διαφορά δεν έχει κανέναν σύνδεσμο με το ανωτέρω κράτος μέλος. Από τις αιτιολογικές σκέψεις 13 και 14 του κανονισμού Βρυξέλλες Ια, από το άρθρο 50, παράγραφος 3, ΣΕΕ και από την προαναφερθείσα απόφαση το αιτούν δικαστήριο συνάγει ότι απαιτείται η ύπαρξη τέτοιου συνδέσμου.
27 Για την περίπτωση που το Δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το άρθρο 25 του κανονισμού Βρυξέλλες Ια δεν έχει εφαρμογή σε μια τέτοια περίπτωση, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, δεύτερον, κατά πόσον εφαρμόζεται η Σύμβαση των Βρυξελλών και ιδίως τα άρθρα 17 και 18 αυτής ή, ελλείψει εφαρμογής τους, η αγγλο-αυστριακή σύμβαση. Κατά το αιτούν δικαστήριο, η απάντηση στο εν λόγω ερώτημα εξαρτάται από το αν οι δύο αυτές συμβάσεις καταργήθηκαν οριστικά δυνάμει των άρθρων 68 και 69 του κανονισμού Βρυξέλλες Ια. Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι οι αρχές του δημοσίου διεθνούς δικαίου που διέπουν την κατάργηση των Συνθηκών και το γεγονός ότι οι διάφορες ανωτέρω νομικές πράξεις διέπουν συναφή ζητήματα συνηγορούν υπέρ της ερμηνείας κατά την οποία αποκλείεται η εφαρμογή των εν λόγω συμβάσεων, όσον αφορά τις έννομες σχέσεις στις οποίες εμπλέκεται το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας.
28 Τρίτον, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν το άρθρο 50, παράγραφος 3, ΣΕΕ και το άρθρο 82, παράγραφος 1, στοιχείο b, σημείο i, του μέρους 4 των Civil Jurisdiction and Judgments (Amendment) (EU Exit) Regulations 2019 [κανονιστικών ρυθμίσεων του 2019 για τη δικαιοδοσία και τις δικαστικές αποφάσεις σε αστικές υποθέσεις (τροποποίηση) (Brexit)], της 4ης Μαρτίου 2019 (Statutory Instruments 2019, αριθ. 479) (στο εξής: κανονιστικές ρυθμίσεις του 2019), αποκλείουν, γενικώς, τη δυνατότητα εφαρμογής της Σύμβασης των Βρυξελλών.
29 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Handelsgericht Wien (δικαστήριο εμπορικών υποθέσεων Βιέννης) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1. Έχει το άρθρο 25 του [κανονισμού Βρυξέλλες Ια] την έννοια ότι συμφωνία παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας με την οποία τα συμβαλλόμενα μέρη, τα οποία είναι εγκατεστημένα στο Ηνωμένο Βασίλειο και, ως εκ τούτου, (πλέον) σε τρίτο κράτος, συνομολογούν ότι τα δικαστήρια κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν διεθνή δικαιοδοσία να επιλαμβάνονται διαφορών εκ της σχετικής συμβάσεως εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της ως άνω διατάξεως, ακόμη και αν η σύμβαση επί της οποίας βασίζεται η εν λόγω συμφωνία στερείται άλλου συνδετικού στοιχείου με το κράτος μέλος που έχει επιλεγεί ως τόπος δικαιοδοσίας; Ισχύουν, συνεπώς, οι αρχές που διατυπώνονται στην [απόφαση της 8ης Φεβρουαρίου 2024, Inkreal (C‑566/22, EU:C:2024:123)] εξίσου και στην περίπτωση κατά την οποία η μεν υπογραφή της συμφωνίας παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας μεταξύ δύο συμβαλλόμενων μερών εγκατεστημένων στο Ηνωμένο Βασίλειο τοποθετείται στο χρονικό διάστημα πριν από τη λήξη της μεταβατικής περιόδου του Brexit την 31.12.2020, η δε αγωγή κατατέθηκε μετά την έναρξη ισχύος του Brexit; Τούτο, λαμβανομένου υπόψη ότι η συμβατική κατάσταση μεταξύ των εν λόγω υπηκόων (πλέον) τρίτης χώρας στερείται κάποιου άλλου συνδετικού στοιχείου με το επιλεγμένο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. όμως επ’ αυτού τις αιτιολογικές σκέψεις 13 και 14 του κανονισμού 1215/2012) και επιπλέον το άρθρο 50, παράγραφος 3, ΣΕΕ […] αποκλείει γενικώς την εφαρμογή των ευρωπαϊκών Συνθηκών στο Ηνωμένο Βασίλειο μετά το Brexit.
Εάν το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποκλείσει τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 25 του [κανονισμού Βρυξέλλες Iα] στην επίμαχη περίπτωση που αφορά τρίτη χώρα, ανακύπτουν τα εξής περαιτέρω ερωτήματα:
2) Έχει το άρθρο 68 του [κανονισμού Βρυξέλλες Iα] την έννοια ότι κατήργησε οριστικώς τη [Σύμβαση των Βρυξελλών] και στο πλαίσιο διαδικασίας που αφορά το Ηνωμένο Βασίλειο (λαμβανομένου υπόψη του Brexit), ώστε να μην επιτρέπεται πλέον στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης η προσφυγή στην εν λόγω Σύμβαση;
3) Έχουν το άρθρο 69 του [κανονισμού Βρυξέλλες Iα] όπως τροποποιήθηκε δυνάμει του [καταλόγου 3] και το άρθρο 55 της [Σύμβασης των Βρυξελλών], περίπτωση 13, την έννοια ότι κατήργησαν οριστικώς, και ως προς το Ηνωμένο Βασίλειο (λαμβανομένου υπόψη του Brexit), την [αγγλο-αυστριακή σύμβαση], ώστε στο πλαίσιο διαδικασίας που αφορά το Ηνωμένο Βασίλειο (λαμβανομένου υπόψη του Brexit) να μην είναι πλέον δυνατή η προσφυγή στην εν λόγω διεθνή συμφωνία της 14.7.1961; Τούτο δε, λαμβανομένου υπόψη ότι κατά το άρθρο 70, παράγραφος 1, του [κανονισμού Βρυξέλλες Ια] οι συμβάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 69 του [ως άνω κανονισμού] εξακολουθούν να παράγουν αποτελέσματα επί θεμάτων στα οποία ο εν λόγω κανονισμός δεν εφαρμόζεται. Μπορεί, ως εκ τούτου, σύμφωνα με το άρθρο 70, παράγραφος 1, του [ίδιου] κανονισμού […], όσον αφορά το Ηνωμένο Βασίλειο, συνθήκη συναφθείσα με τη Δημοκρατία της Αυστρίας, η οποία αντικαταστάθηκε στο παρελθόν δυνάμει του πρωτογενούς δικαίου, να οριστεί μετά το Brexit ότι εφαρμόζεται εκ νέου αναδρομικώς μεταξύ των κρατών αυτών (στο πλαίσιο της αποκαλούμενης “αναβίωσης συνθήκης”);
Εάν ναι: τοιαύτη “αναβίωση” θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ισχύει και για το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 56 της [Σύμβασης των Βρυξελλών], το οποίο κινείται προς την ίδια κατεύθυνση;
4) Έχει το άρθρο 50, παράγραφος 3, ΣΕΕ […] την έννοια ότι, και όσον αφορά το Ηνωμένο Βασίλειο (λαμβανομένου υπόψη του Brexit), αποκλείει την εφαρμογή ή/και την “αναβίωση” των άρθρων 17 και 18 της [Σύμβασης των Βρυξελλών] όταν στο πλαίσιο δικαστικής διαδικασίας κινηθείσας στην Αυστρία βρίσκονται αντιμέτωποι δύο διάδικοι εγκατεστημένοι στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι οποίοι με σύμβαση που συνήφθη μεταξύ τους την 6.5.2020 συνομολόγησαν αποκλειστική δωσιδικία του αυστριακού Handelsgericht Wien (δικαστηρίου εμπορικών διαφορών της Βιέννης); Πρέπει, στην περίπτωση αυτή, να γίνει δεκτό ότι η διάταξη του άρθρου 50, παράγραφος 3, ΣΕΕ […] υπερισχύει του άρθρου 66 της [Συμβάσεως των Βρυξελλών], κατά το οποίο η διάρκεια της συμβάσεως αυτής “είναι απεριόριστη”;
5) [α)] Αν, υπό το πρίσμα των ερωτημάτων που παρατίθενται ανωτέρω υπό 2) έως 4), το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης κρίνει ότι η [Σύμβαση των Βρυξελλών] εφαρμόζεται κατά προτεραιότητα και όσον αφορά το Ηνωμένο Βασίλειο, τίθεται το εξής ζήτημα: απαγορεύει η κατ’ αρχήν υπεροχή της Συμβάσεως των Βρυξελλών κανονιστική ρύθμιση του Ηνωμένου Βασιλείου η οποία αποκλείει ρητώς την προσφυγή στη [Σύμβαση των Βρυξελλών] και επί συμφωνιών παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας που συνήφθησαν πριν από το Brexit (βλ. τη διατηρηθείσα σε ισχύ έως τις 29 Φεβρουαρίου 2024 και εν προκειμένω, λόγω ασκήσεως της αγωγής την 30 Ιουνίου 2023, προδήλως εφαρμοστέα βρετανική διάταξη του άρθρου 82, παράγραφος 1, στοιχείο b, σημείο i των [κανονιστικών ρυθμίσεων του 2019];
[β)] Εάν όχι: δεσμεύονται, εντούτοις, τα αυστριακά δικαστήρια, ιδίως λόγω της κατά προτεραιότητα εφαρμογής του πρωτογενούς δικαίου, από τον εν λόγω –προβλεπόμενο από τη νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου– αποκλεισμό εφαρμογής της Συμβάσεως των Βρυξελλών δυνάμει της διατάξεως του άρθρου 82, παράγραφος 1, στοιχείο b, σημείο i [των κανονιστικών ρυθμίσεων του 2019], στο πλαίσιο ελέγχου του κύρους συμφωνίας παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας που περιλαμβάνει επιλογή του αυστριακού φόρουμ επίλυσης των διαφορών, υπογραφείσας στις 6.5.2020 (επομένως πριν από το Brexit) μεταξύ δύο βρετανικών εταιριών, γεγονός που εμποδίζει κατ’ αρχήν την έγκυρη εκτέλεση στο Ηνωμένο Βασίλειο (με το τελευταίο αυτό ερώτημα θεωρείται, κατά την έννοια του τρίτου ερωτήματος, ότι καταργείται η [αγγλο-αυστριακή σύμβαση]);»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
30 Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 25, παράγραφος 1, του κανονισμού Βρυξέλλες Ια έχει την έννοια ότι εμπίπτει στη διάταξη αυτή περίπτωση κατά την οποία δύο συμβαλλόμενα μέρη που είναι εγκατεστημένα στο Ηνωμένο Βασίλειο συνομολογούν, με συμφωνία παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας συναφθείσα κατά τη διάρκεια της προβλεπόμενης από τη συμφωνία αποχώρησης μεταβατική περίοδο, ότι διεθνή δικαιοδοσία για την εκδίκαση των διαφορών που προκύπτουν από την εν λόγω σύμβαση έχει δικαστήριο κράτους μέλους, όταν το δικαστήριο αυτό επιλαμβάνεται διαφοράς μεταξύ των μερών μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου.
31 Προκαταρκτικώς, επιβάλλεται η υπενθύμιση ότι, στο μέτρο που ρήτρα παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας αποτελεί, ως εκ της φύσεώς της, επιλογή δικαιοδοσίας η οποία στερείται εννόμου αποτελέσματος εφόσον δεν έχει γίνει έναρξη δίκης, και δεν συνεπάγεται αποτελέσματα παρά την ημέρα κατά την οποία κινείται η διαδικασία, η εν λόγω ρήτρα πρέπει να εξεταστεί κατά τον χρόνο ασκήσεως του ενδίκου βοηθήματος (πρβλ. αποφάσεις της 13ης Νοεμβρίου 1979, Sanicentral, 25/79, EU:C:1979:255, σκέψεις 6 και 7, και της 24ης Νοεμβρίου 2022, Tilman, C‑358/21, EU:C:2022:923, σκέψη 30).
32 Επομένως, προκειμένου να δοθεί απάντηση στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα, πρέπει να καθοριστεί αν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού Βρυξέλλες Ια και του άρθρου 25, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού διαφορά μεταξύ δύο συμβαλλομένων μερών τα οποία είναι εγκατεστημένα στο ίδιο τρίτο κράτος, όπως είναι το Ηνωμένο Βασίλειο από την 1η Φεβρουαρίου 2020, και έχουν ορίσει δικαστήριο κράτους μέλους ως έχον διεθνή δικαιοδοσία για την εκδίκαση της διαφοράς τους.
33 Κατά πάγια νομολογία, για την ερμηνεία διατάξεως του δικαίου της Ένωσης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνον το γράμμα της, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο αυτή εντάσσεται, καθώς και οι σκοποί που επιδιώκονται με την πράξη της οποίας αποτελεί μέρος (βλ. αποφάσεις της 17ης Νοεμβρίου 1983, Merck, 292/82, EU:C:1983:335, σκέψη 12, και της 8ης Φεβρουαρίου 2024, Inkreal, C‑566/22, EU:C:2024:123, σκέψη 15 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
34 Πρώτον, όσον αφορά το γράμμα, κατά την πρώτη περίοδο του άρθρου 25, παράγραφος 1, του κανονισμού Βρυξέλλες Iα, αν τα μέρη, ανεξαρτήτως του τόπου κατοικίας τους, συμφώνησαν ότι ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια κράτους μέλους θα εκδικάζουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από συγκεκριμένη έννομη σχέση, το δικαστήριο αυτό ή τα δικαστήρια του εν λόγω κράτους έχουν διεθνή δικαιοδοσία, εκτός αν η συμφωνία είναι άκυρη ως προς την ουσιαστική της ισχύ βάσει της νομοθεσίας του οικείου κράτους μέλους.
35 Συνεπώς, από το ίδιο το γράμμα της ως άνω διατάξεως προκύπτει ότι ο κανόνας που θεσπίζει εφαρμόζεται χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η κατοικία των διαδίκων. Ειδικότερα, η εφαρμογή του κανόνα αυτού δεν εξαρτάται από καμία προϋπόθεση σχετική με τον τόπο της κατοικίας των διαδίκων ή ενός εξ αυτών στο έδαφος κράτους μέλους.
36 Δεύτερον, όσον αφορά το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 25, παράγραφος 1, του κανονισμού Βρυξέλλες Ια, πρέπει αρχικώς να υπογραμμιστεί ότι το εν λόγω άρθρο διαφέρει από την προϊσχύσασα διάταξη, ήτοι από το άρθρο 23, παράγραφος 1, του κανονισμού Βρυξέλλες Ι, το οποίο απαιτούσε, για την εφαρμογή του κανόνα διεθνούς δικαιοδοσίας που στηρίζεται σε συμφωνία παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας, τουλάχιστον ένα από τα μέρη της συμφωνίας αυτής να έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους.
37 Εν συνεχεία, υπενθυμίζεται ότι το καθεστώς δικαιοδοσίας το οποίο θεσπίζει ο κανονισμός Βρυξέλλες Iα είναι ένα εσωτερικό σύστημα απονομής διεθνούς δικαιοδοσίας εντός της Ένωσης, το οποίο επιδιώκει δικούς της σκοπούς, όπως η εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς καθώς και η εγκαθίδρυση Χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 3 του κανονισμού αυτού (πρβλ. απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2025, BSH Hausgeräte, C‑339/22, EU:C:2025:108, σκέψη 55). Η αιτιολογική σκέψη 13 του εν λόγω κανονισμού αναφέρει, επιπλέον, ότι «[ο]ι δικαστικές διαφορές που υπάγονται στον παρόντα κανονισμό πρέπει να παρουσιάζουν σύνδεσμο με το έδαφος των κρατών μελών» και ότι «[ο]ι κοινοί κανόνες περί διεθνούς δικαιοδοσίας θα πρέπει, κατά κανόνα, να εφαρμόζονται όταν ο εναγόμενος έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος». Ωστόσο, η αιτιολογική σκέψη 14 του ίδιου κανονισμού προβλέπει ότι «προκειμένου […] να καταστεί σεβαστή η αυτονομία των διαδίκων, ορισμένοι κανόνες περί διεθνούς δικαιοδοσίας του παρόντος κανονισμού εφαρμόζονται ανεξαρτήτως του τόπου κατοικίας του εναγομένου».
38 Προς τούτο, σε αντίθεση με τον κανόνα του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού Βρυξέλλες Ια, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα της αιτιολογικής σκέψης 13 αυτού, κατά τον οποίο η διεθνής δικαιοδοσία καθορίζεται από τη γενική αρχή της δωσιδικίας της κατοικίας του εναγομένου, εφόσον αυτός έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος, το άρθρο 6, παράγραφος 1, του ως άνω κανονισμού, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα της αιτιολογικής σκέψης 14 αυτού, προβλέπει ότι αν ο εναγόμενος δεν έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος, η διεθνής δικαιοδοσία ρυθμίζεται, σε κάθε κράτος μέλος, από το δίκαιο του εν λόγω κράτους μέλους, υπό την επιφύλαξη, ωστόσο, της εφαρμογής ορισμένων διατάξεων του ανωτέρω κανονισμού, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται το άρθρο 25.
39 Ως εκ τούτου, από τον συνδυασμό του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού Βρυξέλλες Ια και του άρθρου 25, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού προκύπτει ότι η περίπτωση που ο εναγόμενος δεν έχει μεν την κατοικία του σε κράτος μέλος, αλλά τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν ότι ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια κράτους μέλους θα εκδικάζουν τις συμβατικές τους διαφορές, διέπεται από τον κανόνα διεθνούς δικαιοδοσίας ο οποίος απορρέει από συμφωνία παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας και προβλέπεται στο άρθρο 25, παράγραφος 1, και όχι από τους κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας του δικαίου κάθε κράτους μέλους για τους οποίους γίνεται λόγος στο άρθρο 6, παράγραφος 1. Συνεπώς, η ανωτέρω ερμηνεία επιβεβαιώνει τη γραμματική ερμηνεία που απορρέει από τη σκέψη 35 της παρούσας αποφάσεως, κατά την οποία το άρθρο 25, παράγραφος 1, έχει εφαρμογή ακόμη και όταν όλοι οι διάδικοι έχουν την κατοικία τους σε τρίτο κράτος.
40 Τέλος, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, για να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού Βρυξέλλες Iα, η επίμαχη κατάσταση απαιτείται να ενέχει στοιχείο αλλοδαπότητας. Το στοιχείο αυτό μπορεί να προκύπτει τόσο από τον τόπο κατοικίας του εναγομένου σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος του επιληφθέντος δικαστηρίου όσο και από άλλους παράγοντες που συνδέονται, μεταξύ άλλων, με την ουσία της διαφοράς, οι δε παράγοντες αυτοί μπορούν να συνδέονται ακόμη και με τρίτο κράτος. Πράγματι, μια τέτοια κατάσταση δύναται να εγείρει ζητήματα σχετικά με τον καθορισμό της διεθνούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων [πρβλ. αποφάσεις της 1ης Μαρτίου 2005, Owusu, C‑281/02, EU:C:2005:120, σκέψη 26, της 8ης Σεπτεμβρίου 2022 IRnova, C‑399/21, EU:C:2022:648, σκέψη 28, της 29ης Ιουλίου 2024, FTI Touristik (Στοιχείο αλλοδαπότητας), C‑774/22, EU:C:2024:646, σκέψεις 26, 28 και 29, και της 25ης Φεβρουαρίου 2025, BSH Hausgeräte, C‑339/22, EU:C:2025:108, σκέψεις 59 και 60].
41 Επιπροσθέτως, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι η περίπτωση κατά την οποία συμφωνία παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας με την οποία συμβαλλόμενοι εγκατεστημένοι στο ίδιο κράτος μέλος συνομολογούν ότι τα δικαστήρια άλλου κράτους μέλους έχουν διεθνή δικαιοδοσία να επιλαμβάνονται διαφορών εκ της συμβάσεως ενέχει στοιχείο αλλοδαπότητας ακόμη και αν η συγκεκριμένη σύμβαση δεν έχει κανένα άλλο συνδετικό στοιχείο με το άλλο κράτος μέλος. Ειδικότερα, σε μια τέτοια κατάσταση, η ύπαρξη συμφωνίας παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας υπέρ των δικαστηρίων κράτους μέλους διαφορετικού από εκείνο στο οποίο είναι εγκατεστημένα τα συμβαλλόμενα μέρη καταδεικνύει, αφ’ εαυτής, τον διεθνή χαρακτήρα της επίμαχης κατάστασης (πρβλ. απόφαση της 8ης Φεβρουαρίου 2024, BSH Hausgeräte, C‑566/22, EU:C:2024:123, σκέψεις 25 και 39).
42 Κατ’ αναλογίαν προς τη λύση που προέκρινε το Δικαστήριο με την παρατιθέμενη στις σκέψεις 40 και 41 της παρούσας αποφάσεως νομολογία του, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η ύπαρξη συμφωνίας παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας υπέρ των δικαστηρίων κράτους μέλους, ενώ τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν την κατοικία τους σε τρίτο κράτος, εγείρει ζήτημα σχετικά με τον καθορισμό της διεθνούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων και παρουσιάζει, ως εκ τούτου, το απαιτούμενο στοιχείο αλλοδαπότητας κατά την έννοια της ως άνω νομολογίας.
43 Τρίτον, μια τέτοια ερμηνεία επιρρωννύεται από τους σκοπούς που επιδιώκει το άρθρο 25 του κανονισμού Βρυξέλλες Ια, ήτοι τον σεβασμό της αυτονομίας των μερών και την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των συμφωνιών παρέκτασης αποκλειστικής διεθνούς δικαιοδοσίας, οι οποίοι μνημονεύονται στις αιτιολογικές σκέψεις 15, 19 και 22 αυτού (πρβλ. απόφαση της 8ης Φεβρουαρίου 2024, BSH Hausgeräte, C‑566/22, EU:C:2024:123, σκέψη 26).
44 Είναι επίσης σύμφωνη με τον σκοπό του κανονισμού Βρυξέλλες Ια, ο οποίος επιδιώκει την ενοποίηση των κανόνων σύγκρουσης διεθνούς δικαιοδοσίας στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις μέσω κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας που παρουσιάζουν υψηλό βαθμό προβλεψιμότητας και, ως εκ τούτου, την επίτευξη σκοπού που αφορά την ασφάλεια δικαίου. Ειδικότερα, η δυνατότητα των συμβαλλομένων που είναι εγκατεστημένοι στο ίδιο τρίτο κράτος να συμφωνήσουν επί της διεθνούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων κράτους μέλους συμβάλλει στο να διασφαλιστεί ότι ο ενάγων γνωρίζει το δικαστήριο στο οποίο μπορεί να ασκήσει αγωγή και ότι ο εναγόμενος προβλέπει το δικαστήριο ενώπιον του οποίου μπορεί να εναχθεί. Στο πλαίσιο αυτό, ο σκοπός της ασφάλειας δικαίου επιτάσσει να δύναται ευχερώς το επιληφθέν της υποθέσεως εθνικό δικαστήριο να αποφαίνεται επί της διεθνούς δικαιοδοσίας του, χωρίς να είναι αναγκασμένο να προβεί σε εξέταση της υποθέσεως επί της ουσίας [βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 29ης Ιουλίου 2024, FTI Touristik (Στοιχείο αλλοδαπότητας), C‑774/22, EU:C:2024:646, σκέψη 33 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
45 Επιπλέον, η εφαρμογή των εναρμονισμένων κανόνων του άρθρου 25 του κανονισμού Βρυξέλλες Ια συμβάλλει στην αποτροπή, στο έδαφος των κρατών μελών, συγκρούσεων δικαιοδοσίας οι οποίες θίγουν την ασφάλεια δικαίου και οι οποίες θα μπορούσαν να ανακύψουν αν η επίμαχη κατάσταση διεπόταν από τους εθνικούς κανόνες ιδιωτικού διεθνούς δικαίου των κρατών μελών. Επιπροσθέτως, η εφαρμογή των εν λόγω εναρμονισμένων κανόνων περιορίζει τη δυνατότητα παράλληλης εκδικάσεως υποθέσεως και αποτρέπει τον κίνδυνο εκδόσεως ασυμβίβαστων μεταξύ τους αποφάσεων σε διαφορετικά κράτη μέλη, όπως επιτάσσει ο σκοπός της αρμονικής απονομής της δικαιοσύνης, ο οποίος μνημονεύεται στην αιτιολογική σκέψη 21 του κανονισμού αυτού (πρβλ. απόφαση της 8ης Φεβρουαρίου 2024, Inkreal, C‑566/22, EU:C:2024:123, σκέψη 30).
46 Κατά συνέπεια, διαφορά, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, μεταξύ δύο συμβαλλομένων μερών που έχουν την κατοικία τους σε τρίτο κράτος και έχουν ορίσει δικαστήριο κράτους μέλους ως έχον διεθνή δικαιοδοσία για την εκδίκαση των συμβατικών τους διαφορών εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού Βρυξέλλες Ια και του άρθρου 25, παράγραφος 1, αυτού.
47 Το γεγονός ότι η συμφωνία παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας, με την οποία τα συμβαλλόμενα μέρη, τα οποία είναι εγκατεστημένα στο Ηνωμένο Βασίλειο, όρισαν δικαστήριο κράτους μέλους, εν προκειμένω το αιτούν δικαστήριο, ως έχον διεθνή δικαιοδοσία για την εκδίκαση των διαφορών τους συνήφθη κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου και ότι το δικαστήριο αυτό επελήφθη διαφοράς μετά τη λήξη της, δεν μπορεί να μεταβάλει την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο υπό κρίση προδικαστικό ερώτημα.
48 Ειδικότερα, όχι μόνον η συμφωνία αποχώρησης δεν ρυθμίζει μια τέτοια κατάσταση, αλλά από τα εκτιθέμενα στις σκέψεις 31 έως 46 της παρούσας απόφασης προκύπτει ότι, παρά το γεγονός ότι η κατοικία των διαδίκων βρίσκεται σε τρίτο κράτος, όπως είναι το Ηνωμένο Βασίλειο από την 1η Φεβρουαρίου 2020, η διαφορά της κύριας δίκης εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού Βρυξέλλες Ια και του άρθρου 25, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού.
49 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 25, παράγραφος 1, του κανονισμού Βρυξέλλες Ια έχει την έννοια ότι εμπίπτει στη διάταξη αυτή περίπτωση κατά την οποία δύο συμβαλλόμενα μέρη που είναι εγκατεστημένα στο Ηνωμένο Βασίλειο συνομολογούν, με συμφωνία παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας συναφθείσα κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, ότι διεθνή δικαιοδοσία για την εκδίκαση των διαφορών που προκύπτουν από την εν λόγω σύμβαση έχει δικαστήριο κράτους μέλους, ακόμη και όταν το δικαστήριο αυτό επιλαμβάνεται διαφοράς μεταξύ των μερών μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου.
Επί του δευτέρου, του τρίτου, του τέταρτου και του πέμπτου προδικαστικού ερωτήματος
50 Λαμβανομένης υπόψη της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, ήτοι ότι περίπτωση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού Βρυξέλλες Ια και του άρθρου 25, παράγραφος 1, αυτού, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο, στο τρίτο, στο τέταρτο και στο πέμπτο ερώτημα.
Επί των δικαστικών εξόδων
51 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 25, σημείο 1, του κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις,
έχει την έννοια ότι:
εμπίπτει στη διάταξη αυτή περίπτωση κατά την οποία δύο συμβαλλόμενα μέρη που είναι εγκατεστημένα στο Ηνωμένο Βασίλειο συνομολογούν, με συμφωνία παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας συναφθείσα κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, ότι διεθνή δικαιοδοσία για την εκδίκαση των διαφορών που προκύπτουν από την εν λόγω σύμβαση έχει δικαστήριο κράτους μέλους, ακόμη και όταν το δικαστήριο αυτό επιλαμβάνεται διαφοράς μεταξύ των μερών μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.