Προσωρινό κείμενο
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ένατο τμήμα)
της 12ης Μαρτίου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Φορολογία – Κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας – Οδηγία 2006/112/ΕΚ – Επιστροφή του ΦΠΑ – Οδηγία 2008/9/ΕΚ – Άρθρα 2, 15 και 23 – Αρχές της ουδετερότητας του ΦΠΑ, της αποτελεσματικότητας και της αναλογικότητας – Υποκείμενος στον φόρο εγκατεστημένος σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος επιστροφής του ΦΠΑ – Αίτηση επιστροφής του ΦΠΑ – Τεχνική δυσλειτουργία κατά την ηλεκτρονική διαβίβαση της αιτήσεως – Αδράνεια της φορολογικής αρχής του κράτους μέλους επιστροφής ενώπιον της οποίας υποβλήθηκε η αίτηση – Τελεσίδικη δικαστική απόφαση – Ισχύς του δεδικασμένου »
Στην υπόθεση C‑527/24,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Corte di Giustizia Tributaria di primo grado di Pescara (πρωτοβάθμιο φορολογικό δικαστήριο της Πεσκάρας, Ιταλία) με απόφαση της 19ης Ιουλίου 2024, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 31 Ιουλίου 2024, στο πλαίσιο της δίκης
Harry et Associés Sarl
κατά
Agenzia delle entrate – Riscossione – Pescara,
Agenzia delle entrate – Centro operativo di Pescara,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ένατο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Condinanzi, πρόεδρο τμήματος, N. Jääskinen και A. Kornezov (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Ν. Αιμιλίου
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Harry και Associés Sarl, εκπροσωπούμενη από τον L. Del Federico, avvocato,
– η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον S. Fiorentino, επικουρούμενο από την G. M. De Socio και τον A. Giovannini, avvocati dello Stato,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις P. Carlin και F. Moro,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 167 της οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας (ΕΕ 2006, L 347, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2008/8/ΕΚ του Συμβουλίου, της 12ης Φεβρουαρίου 2008 (ΕΕ 2008, L 44, σ. 11) (στο εξής: οδηγία ΦΠΑ), ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα των αρχών της φορολογικής ουδετερότητας και της αναλογικότητας.
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της εταιρίας γαλλικού δικαίου Harry et Associés Sarl και της Agenzia delle entrate – Riscossione – Pescara (φορολογικής αρχής – υπηρεσίας εισπράξεως φόρων – Πεσκάρα, Ιταλία) και της Agenzia delle entrate – Centro Operő di Pescara (φορολογικής αρχής – επιχειρησιακού κέντρου Πεσκάρας, Ιταλία) (στο εξής: COP) σχετικά με αίτηση επιστροφής του φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ).
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
Η οδηγία ΦΠΑ
3 Το άρθρο 167 της οδηγίας ΦΠΑ ορίζει τα εξής:
«Το δικαίωμα έκπτωσης γεννάται κατά τον χρόνο κατά τον οποίο ο προς έκπτωση φόρος γίνεται απαιτητός.»
4 Το άρθρο 169 της οδηγίας αυτής προβλέπει τα ακόλουθα:
«Εκτός από την έκπτωση που αναφέρεται στο άρθρο 168, ο υποκείμενος στον φόρο έχει δικαίωμα έκπτωσης του ΦΠΑ που αναφέρεται στο άρθρο αυτό, εφόσον τα αγαθά και οι υπηρεσίες χρησιμοποιούνται για τις ακόλουθες πράξεις:
α) τις πράξεις του που ανάγονται στις δραστηριότητες του άρθρου 9, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, οι οποίες πραγματοποιούνται εκτός του κράτους μέλους στο οποίο οφείλεται ή καταβάλλεται ο φόρος αυτός και θα παρείχαν δικαίωμα έκπτωσης εάν είχαν πραγματοποιηθεί εντός του εν λόγω κράτους μέλους,
β) τις πράξεις του που απαλλάσσονται σύμφωνα με τα άρθρα 138, 142 και 144, τα άρθρα 146 έως 149, τα άρθρα 151, 152, 153 και 156, το άρθρο 157, παράγραφος 1, στοιχείο β), τα άρθρα 158 έως 161 και το άρθρο 164,
γ) τις πράξεις του που απαλλάσσονται σύμφωνα με το άρθρο 135, παράγραφος 1, στοιχεία α) έως στ), όταν ο αποκτών είναι εγκατεστημένος εκτός [Ευρωπαϊκής] Κοινότητας ή όταν οι πράξεις αυτές συνδέονται άμεσα με αγαθά που προορίζονται να εξαχθούν εκτός της Κοινότητας.»
5 Το άρθρο 170 της εν λόγω οδηγίας έχει ως εξής:
«Κάθε υποκείμενος στο φόρο ο οποίος, κατά την έννοια [...] του άρθρου 2 σημείο 1 και του άρθρου 3 της οδηγίας 2008/9/ΕΚ [του Συμβουλίου, της 12ης Φεβρουαρίου 2008, για τον καθορισμό λεπτομερών κανόνων σχετικά με την επιστροφή του φόρου προστιθέμενης αξίας, που προβλέπεται στην οδηγία 2006/112/ΕΚ, σε υποκείμενους στο φόρο μη εγκατεστημένους στο κράτος μέλος επιστροφής αλλά εγκατεστημένους σε άλλο κράτος μέλος (ΕΕ 2008, L 44, σ. 23),] και του άρθρου 171 της παρούσας οδηγίας, δεν είναι εγκατεστημένος στο κράτος μέλος στο οποίο πραγματοποιεί αγορές αγαθών και υπηρεσιών ή εισαγωγές αγαθών που επιβαρύνονται με ΦΠΑ, δικαιούται επιστροφή του φόρου αυτού στο μέτρο που τα αγαθά και οι υπηρεσίες χρησιμοποιούνται για τις εξής πράξεις:
α) πράξεις του άρθρου 169,
β) πράξεις για τις οποίες υπόχρεος του φόρου είναι αποκλειστικά ο αποκτών τα αγαθά ή ο λήπτης των υπηρεσιών σύμφωνα με τα άρθρα 194 έως 197 και το άρθρο 199.»
6 Το άρθρο 171, παράγραφος 1, της οδηγίας ΦΠΑ προβλέπει τα ακόλουθα:
«Η επιστροφή του ΦΠΑ στους υποκείμενους στο φόρο, που δεν είναι εγκατεστημένοι στο κράτος μέλος όπου πραγματοποιούν αγορές αγαθών και υπηρεσιών ή εισαγωγές αγαθών που επιβαρύνονται με φόρο, αλλά είναι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος, πραγματοποιείται σύμφωνα με τις λεπτομερείς διαδικασίες που προβλέπονται από την οδηγία 2008/9/ΕΚ.»
Η οδηγία 2008/9
7 Η αιτιολογική σκέψη 3 της οδηγίας 2008/9 έχει ως εξής:
«Η νέα διαδικασία θα ενισχύσει τη θέση των επιχειρήσεων, αφού τα κράτη μέλη οφείλουν να καταβάλλουν τόκο εάν η επιστροφή πραγματοποιηθεί καθυστερημένα, ενώ θα ενισχυθεί και το δικαίωμα των επιχειρήσεων να καταφεύγουν σε ένδικα μέσα.»
8 Το άρθρο 1 της οδηγίας αυτής ορίζει τα ακόλουθα:
«Η παρούσα οδηγία καθορίζει τους λεπτομερείς κανόνες σχετικά με την επιστροφή του [ΦΠΑ] που προβλέπεται στο άρθρο 170 της [οδηγίας ΦΠΑ] σε υποκείμενους στο φόρο μη εγκατεστημένους στο κράτος μέλος επιστροφής, οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 3.»
9 Το άρθρο 2 της οδηγίας 2008/9 προβλέπει τα εξής:
«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
[...]
4) ως “αίτηση επιστροφής” νοείται η αίτηση για την επιστροφή του φόρου προστιθέμενης αξίας που έχει επιβληθεί στον υποκείμενο στο φόρο ο οποίος δεν είναι εγκατεστημένος στο κράτος μέλος επιστροφής, για αγαθά ή υπηρεσίες που παρασχέθηκαν σε αυτόν από άλλους υποκείμενους στο φόρο στο εν λόγω κράτος μέλος ή για την εισαγωγή αγαθών στο εν λόγω κράτος μέλος».
10 Το άρθρο 3 της οδηγίας αυτής ορίζει τα ακόλουθα:
«Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται για οποιονδήποτε υποκείμενο στο φόρο μη εγκατεστημένο στο κράτος μέλος επιστροφής, ο οποίος πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) κατά την περίοδο επιστροφής δεν διατηρούσε στο κράτος μέλος επιστροφής την έδρα της οικονομικής του δραστηριότητας ή μόνιμη εγκατάσταση από την οποία πραγματοποιούσε επιχειρηματικές πράξεις ή, σε περίπτωση μη ύπαρξης τέτοιας έδρας ή μόνιμης εγκατάστασης, την κατοικία ή τον τόπο της συνήθους διαμονής του·
β) κατά την περίοδο επιστροφής δεν πραγματοποίησε παράδοση αγαθών ή παροχή υπηρεσιών που να θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε στο κράτος μέλος επιστροφής, με εξαίρεση τις ακόλουθες πράξεις:
i) παροχή υπηρεσιών μεταφοράς και συναφείς προς αυτές υπηρεσίες, που απαλλάσσονται δυνάμει των άρθρων 144, 146, 148, 149, 151, 153, 159 ή 160 της [οδηγίας ΦΠΑ]·
ii) παραδόσεις αγαθών και παροχές υπηρεσιών σε πρόσωπο που υπέχει υποχρέωση πληρωμής φόρου προστιθέμενης αξίας σύμφωνα με τα άρθρα 194 έως 197 και το άρθρο 199 της [οδηγίας ΦΠΑ].»
11 Το άρθρο 5 της οδηγίας 2008/9 ορίζει τα εξής:
«Κάθε κράτος μέλος επιστρέφει σε κάθε υποκείμενο στο φόρο μη εγκατεστημένο στο κράτος μέλος επιστροφής κάθε ποσό φόρου προστιθέμενης αξίας ο οποίος επιβλήθηκε για αγαθά που παραδόθηκαν ή υπηρεσίες που παρασχέθηκαν σε αυτόν από άλλους υποκείμενους στο φόρο στο εν λόγω κράτος μέλος ή για την εισαγωγή αγαθών στο εν λόγω κράτος μέλος, εφόσον τα εν λόγω αγαθά και υπηρεσίες χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο των κατωτέρω πράξεων:
α) πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 169 στοιχεία α) και β) της [οδηγίας ΦΠΑ]·
β) πράξεων που απευθύνονται σε πρόσωπο το οποίο είναι υπόχρεο στην πληρωμή φόρου προστιθέμενης αξίας σύμφωνα με τα άρθρα 194 έως 197 και το άρθρο 199 της [οδηγίας ΦΠΑ], όπως εφαρμόζεται στο κράτος μέλος επιστροφής.
Με την επιφύλαξη του άρθρου 6, για το σκοπό της παρούσας οδηγίας, η ύπαρξη αξίωσης για επιστροφή του φόρου επί των εισροών προσδιορίζεται σύμφωνα με την [οδηγία ΦΠΑ] όπως εφαρμόζεται στο κράτος μέλος επιστροφής.»
12 Η αιτιολογική σκέψη 7 της οδηγίας 2008/9 αναφέρει τα ακόλουθα:
«Για να επιτύχει επιστροφή φόρου προστιθέμενης αξίας στο κράτος μέλος επιστροφής, ο υποκείμενος στον φόρο ο μη εγκατεστημένος στο κράτος μέλος επιστροφής απευθύνει ηλεκτρονική αίτηση επιστροφής στο εν λόγω κράτος μέλος υποβάλλοντάς την στο κράτος μέλος εγκατάστασής του μέσω της ηλεκτρονικής δικτυακής πύλης που έχει εγκαταστήσει το εν λόγω κράτος μέλος.»
13 Το άρθρο 15 της οδηγίας αυτής ορίζει τα ακόλουθα:
«1. Η αίτηση επιστροφής υποβάλλεται στο κράτος μέλος της εγκατάστασης έως τις 30 Σεπτεμβρίου του ημερολογιακού έτους που ακολουθεί την περίοδο επιστροφής. Η αίτηση επιστροφής θεωρείται ότι έχει υποβληθεί μόνον εφόσον ο αιτών έχει δηλώσει όλα τα στοιχεία που απαιτούν τα άρθρα 8, 9 και 11.
2. Το κράτος μέλος εγκατάστασης διαβιβάζει, χωρίς καθυστέρηση, στον αιτούντα ηλεκτρονική βεβαίωση παραλαβής.»
14 Το άρθρο 20, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας ορίζει τα ακόλουθα:
«Σε περιπτώσεις που το κράτος μέλος επιστροφής εκτιμά ότι δεν διαθέτει το σύνολο των σχετικών πληροφοριών στις οποίες θα βασισθεί η απόφασή του σχετικά με την αίτηση επιστροφής του συνολικού ποσού ή μέρους αυτού, μπορεί να ζητήσει με ηλεκτρονικά μέσα πρόσθετες πληροφορίες, ιδίως από τον αιτούντα ή από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους εγκατάστασης, εντός του τετραμήνου που ορίζεται στο άρθρο 19 παράγραφος 2. Σε περίπτωση που οι πρόσθετες πληροφορίες ζητηθούν από πρόσωπο άλλο πλην του αιτούντος ή αρμόδιας αρχής κράτους μέλους, η αίτηση παροχής στοιχείων γίνεται ηλεκτρονικά μόνον εφόσον ο παραλήπτης της αίτησης διαθέτει τα ανάλογα μέσα.
Εάν κρίνεται απαραίτητο, το κράτος μέλος επιστροφής μπορεί να ζητήσει και νέες πρόσθετες πληροφορίες.
[...]»
15 Το άρθρο 23 της ίδιας οδηγίας έχει ως εξής:
«1. Σε περίπτωση που η αίτηση επιστροφής απορρίπτεται εν όλω ή εν μέρει, το κράτος μέλος επιστροφής κοινοποιεί στον αιτούντα τους λόγους της απόρριψης, μαζί με την απόφαση.
2. Τα μέσα προσφυγής κατά των αποφάσεων απόρριψης μιας αίτησης επιστροφής μπορούν να ασκούνται από τον αιτούντα ενώπιον των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους επιστροφής, σύμφωνα με τις διατυπώσεις και μέσα στις προθεσμίες που προβλέπονται για την άσκηση των αντίστοιχων μέσων από πρόσωπα εγκατεστημένα στο εν λόγω κράτος μέλος.
Εάν, σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους επιστροφής, η μη λήψη απόφασης σχετικά με την αίτηση επιστροφής εντός των προθεσμιών που ορίζονται στην παρούσα οδηγία δεν θεωρείται ούτε έγκριση ούτε απόρριψη, ο αιτών πρέπει να μπορεί να ασκήσει και αυτός τις εκάστοτε διοικητικές ή ένδικες διαδικασίες που μπορούν να ασκηθούν στην ίδια περίπτωση από τους υποκείμενους στο φόρο τους εγκατεστημένους στο εν λόγω κράτος μέλος. Εάν δεν υπάρχουν τέτοιες διαδικασίες, τότε η μη λήψη απόφασης για την αίτηση επιστροφής εντός της καθορισμένης προθεσμίας λογίζεται ως απόρριψη της αίτησης.»
Το ιταλικό δίκαιο
Το διάταγμα 633/1972
16 Το decreto del Presidente della Repubblica n. 633 – Istituzione e disciplina dell’imposta sul valore aggiunto (προεδρικό διάταγμα 633 περί της θεσπίσεως και του συστήματος του φόρου προστιθεμένης αξίας), της 26ης Οκτωβρίου 1972 (GURI αριθ. 292, της 11ης Νοεμβρίου 1972, τακτικό συμπλήρωμα αριθ. 1, στο εξής: διάταγμα 633/1972), ορίζει στο άρθρο 38-bis 2, το οποίο φέρει τον τίτλο «Διεκπεραίωση των επιστροφών στους κατοίκους αλλοδαπής οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος της Κοινότητας», τα εξής:
«1. Τα εγκατεστημένα σε άλλα κράτη μέλη της Κοινότητας πρόσωπα τα οποία υπόκεινται στον φόρο στο κράτος όπου έχουν την κατοικία ή τη διαμονή τους ζητούν την επιστροφή του φόρου που καταβλήθηκε επί της εισαγωγής αγαθών και επί της αποκτήσεως αγαθών και υπηρεσιών, εφόσον είναι εκπεστέος δυνάμει των άρθρων 19, 19 bis 1 και 19 bis 2, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου. Η επιστροφή δεν μπορεί να ζητηθεί από τα πρόσωπα τα οποία είχαν μόνιμη εγκατάσταση στο έδαφος του κράτους [...] κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς. [...]
[...]
4. Η αίτηση επιστροφής υποβάλλεται ηλεκτρονικώς μέσω του κράτους μέλους διαμονής του αιτούντος.
5. [...] Η απόφαση περί επιστροφής του φόρου κοινοποιείται στον αιτούμενο την επιστροφή εντός τεσσάρων μηνών από την παραλαβή της αιτήσεως, υπό την επιφύλαξη των όσων προβλέπουν οι επόμενες παράγραφοι.
6. Εντός της τετράμηνης προθεσμίας της παραγράφου 5, η φορολογική αρχή μπορεί να ζητήσει με ηλεκτρονικά μέσα συμπληρωματικές πληροφορίες από τον αιτούμενο την επιστροφή ή από το κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένος, προκειμένου να λάβει όλα τα σχετικά στοιχεία στα οποία θα στηριχθεί η απόφαση περί επιστροφής. Οι συμπληρωματικές πληροφορίες μπορούν, εφόσον τούτο παρίσταται αναγκαίο, να ζητηθούν από άλλο πρόσωπο, και με ηλεκτρονικά μέσα, υπό την προϋπόθεση ότι ο αποδέκτης έχει στη διάθεσή του τα αναγκαία μέσα. Οι ζητούμενες πληροφορίες πρέπει να υποβληθούν στη φορολογική αρχή εντός μηνός από την ημερομηνία παραλαβής της αιτήσεως από τον αποδέκτη της. Όταν ζητείται η παροχή συμπληρωματικών πληροφοριών, η κοινοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 5 πρέπει να πραγματοποιηθεί εντός δύο μηνών από την ημερομηνία παραλαβής των πληροφοριών αυτών από τη φορολογική αρχή ή εντός δύο μηνών από την άκαρπη παρέλευση της προθεσμίας του ενός μηνός που αναφέρεται στην τρίτη περίοδο. Οι προαναφερθείσες προθεσμίες δεν ισχύουν εάν λήξουν πριν από την παρέλευση έξι μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της αιτήσεως επιστροφής, οπότε η φορολογική αρχή προβαίνει στην κοινοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 5 εντός έξι μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της αιτήσεως.
7. Η φορολογική αρχή μπορεί να ζητήσει περαιτέρω πληροφορίες πέραν εκείνων που προβλέπονται στην παράγραφο 6. Οι ζητούμενες πληροφορίες πρέπει να παρασχεθούν στη φορολογική αρχή εντός μηνός από την ημερομηνία παραλαβής της αιτήσεως από τον αποδέκτη της. Στην περίπτωση αυτή, η κοινοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 5 πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να πραγματοποιηθεί εντός προθεσμίας οκτώ μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της αιτήσεως επιστροφής.
[...]
11. Τα πρόσωπα στα οποία καταβλήθηκε αχρεωστήτως επιστροφή οφείλουν να επιστρέψουν τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά εντός 60 ημερών από την ημερομηνία κοινοποιήσεως της σχετικής αποφάσεως της φορολογικής αρχής [...]
12. Εν αναμονή της καταβολής του οφειλόμενου ως επιστρεπτέου ποσού των αχρεωστήτως καταβληθέντων και των σχετικών κυρώσεων, η φορολογική αρχή αναστέλλει κάθε περαιτέρω επιστροφή στον ενδιαφερόμενο μέχρι του ποσού αυτού.»
Το νομοθετικό διάταγμα 546/1992
17 Το άρθρο 21, παράγραφος 2, του decreto legislativo αριθ. 546 – Disposizioni sul processo tributario in attuazione della delega al Governo contenuta nell’ 30 della legge 30 dicembre 1991, n. 413 (νομοθετικό διάταγμα 546, περί θεσπίσεως διατάξεων σχετικών με τη φορολογική διαδικασία κατ’ εφαρμογήν της εξουσιοδοτήσεως η οποία εδόθη στην κυβέρνηση με το άρθρο 30 του νόμου 413 της 30ής Δεκεμβρίου 1991), της 31ης Δεκεμβρίου 1992 (στο εξής: νομοθετικό διάταγμα 546/1992), ορίζει τα εξής:
«Προσφυγή κατά της σιωπηρής απορριπτικής αποφάσεως κατά την έννοια του άρθρου 19, παράγραφος 1, στοιχεία g και g bis, μπορεί να ασκηθεί μετά την ενενηκοστή ημέρα από της υποβληθείσας εντός των προβλεπομένων από τον εκάστοτε φορολογικό νόμο προθεσμιών αιτήσεως επιστροφής και τούτο μέχρις ότου παραγραφεί το δικαίωμα επιστροφής. Η αίτηση επιστροφής, εφόσον δεν διέπεται από ειδικές διατάξεις, δεν μπορεί να υποβληθεί μετά την πάροδο δύο ετών από την ημερομηνία πληρωμής ή από την ημερομηνία κατά την οποία πληρώθηκε η προϋπόθεση της επιστροφής, εάν η τελευταία αυτή ημερομηνία είναι μεταγενέστερη.»
Ο αστικός κώδικας
18 Το άρθρο 2909 του codice civile (αστικού κώδικα), το οποίο φέρει τον τίτλο «Δεδικασμένο», ορίζει τα εξής:
«Οι διαπιστώσεις που περιέχονται σε απόφαση η οποία έχει περιβληθεί με την ισχύ του δεδικασμένου δεσμεύουν από πάσης απόψεως τους διαδίκους, τους κληρονόμους τους ή τους διαδόχους τους.»
Ο κώδικας πολιτικής δικονομίας
19 Το άρθρο 324 του Codice di procedura civile (κώδικα πολιτικής δικονομίας), το οποίο φέρει τον τίτλο «Τελεσιδικία», προβλέπει τα εξής:
«Ως τελεσίδικη νοείται η δικαστική απόφαση κατά της οποίας δεν χωρεί πλέον ούτε αμφισβήτηση με σκοπό τη ρύθμιση συγκρούσεως αρμοδιοτήτων ούτε έφεση, αναίρεση ή αναθεώρηση για τους λόγους που προβλέπονται στα σημεία 4 και 5 του άρθρου 395.»
Η διαφορά της κύριας δίκης, το προδικαστικό ερώτημα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
20 Στις 26 Σεπτεμβρίου 2016 η Harry et Associés υπέβαλε στη γαλλική φορολογική αρχή αίτηση επιστροφής του ΦΠΑ ύψους 98 740,93 ευρώ για πράξεις που πραγματοποιήθηκαν στην Ιταλία το 2015.
21 Η εν λόγω αρχή διαβίβασε την αίτηση ηλεκτρονικώς στο COP, ήτοι τη φορολογική αρχή του κράτους μέλους επιστροφής. Ωστόσο, το ηλεκτρονικό αρχείο που περιείχε την αίτηση επιστροφής περιείχε ορισμένα τεχνικά σφάλματα τα οποία το καθιστούσαν δυσανάγνωστο. Για τον λόγο αυτό, μολονότι η ίδια αίτηση ελήφθη δεόντως από τη γαλλική φορολογική αρχή και εν συνεχεία από το COP, το COP ούτε την επεξεργάσθηκε ούτε την εξέτασε.
22 Λόγω μη επιστροφής του ζητηθέντος ΦΠΑ και ελλείψει οιασδήποτε αντιδράσεως εκ μέρους του COP, η Harry et Associés άσκησαν προσφυγή ενώπιον του Corte di Giustizia Tributaria di primo grado di Pescara (πρωτοβάθμιου φορολογικού δικαστηρίου της Πεσκάρας, Ιταλία), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου. Με μια πρώτη απόφαση, το δικαστήριο αυτό αναγνώρισε το δικαίωμα της Harry et Associés στην επιστροφή του ΦΠΑ.
23 Κατά συνέπεια, το COP επέστρεψε τον επίμαχο ΦΠΑ στην εταιρία αυτή, ασκώντας παράλληλα έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως ενώπιον του Corte di Giustizia Tributaria di secondo grado (δευτεροβάθμιου φορολογικού δικαστηρίου, Ιταλία).
24 Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μεταρρύθμισε την εν λόγω απόφαση, κρίνοντας ότι, λόγω των τεχνικών δυσλειτουργιών στην ηλεκτρονική διαβίβαση της αιτήσεως επιστροφής του ΦΠΑ, η αίτηση αυτή ήταν ανυπόστατη, οπότε η αδράνεια του COP δεν μπορούσε να εξομοιωθεί με σιωπηρή απόρριψη της αιτήσεως επιστροφής. Κατά συνέπεια, η προσφυγή της Harry et Associés απορρίφθηκε ως απαράδεκτη.
25 Κατόπιν αυτού, η Harry et Associés άσκησαν αναίρεση ενώπιον του Corte suprema di cassazione (Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, Ιταλία), το οποίο, με διάταξη, την απέρριψε, κατ’ ουσίαν, για τους ίδιους λόγους με εκείνους που εκτίθενται στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας αποφάσεως.
26 Εν συνεχεία, το COP εξέδωσε εις βάρος της Harry et Associés πράξη εισπράξεως για το ποσό του προηγουμένως επιστραφέντος ΦΠΑ, πλέον τόκων υπερημερίας και δικαστικών εξόδων.
27 Με νέα προσφυγή ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, η Harry et Associés προσέβαλαν την ως άνω πράξη εισπράξεως.
28 Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά, κατ’ ουσίαν, ότι η εν λόγω πράξη εισπράξεως παραβιάζει το δικαίωμα της Harry et Associés για επιστροφή του ΦΠΑ και την αρχή της ουδετερότητας του ΦΠΑ. Θεωρεί ότι το δικαίωμα αυτό δεν μπορεί να αμφισβητηθεί λόγω τεχνικής δυσλειτουργίας στην ηλεκτρονική διαβίβαση της αιτήσεως επιστροφής η οποία δεν μπορεί να καταλογισθεί στη Harry et Associés.
29 Προσέτι, διερωτάται αν το δεδικασμένο της διατάξεως του Corte suprema di cassazione (Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου) εμποδίζει το Δικαστήριο να αποφανθεί, στην υπόθεση της κύριας δίκης, επί της υπάρξεως, υπέρ της Harry et Associés, δικαιώματος επιστροφής του ΦΠΑ, υπό το πρίσμα ιδίως των αποφάσεων της 21ης Φεβρουαρίου 2006, Halifax κ.λπ. (C‑255/02, EU:C:2006:121), της 18ης Ιουλίου 2007, Lucchini (C‑119/05, EU:C:2007:434), και της 3ης Σεπτεμβρίου 2009, Fallimento Olimpiclub (C‑2/08, EU:C:2009:506).
30 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Corte di Giustizia tributaria di primo grado di Pescara (πρωτοβάθμιο φορολογικό δικαστήριο της Πεσκάρας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Πρέπει να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 167 της οδηγίας [ΦΠΑ] και οι γενικές αρχές της ουδετερότητας του ΦΠΑ και της αναλογικότητας του περιορισμού του δικαιώματος εκπτώσεως του ΦΠΑ αντιτίθενται:
α) σε εθνική ρύθμιση απορρέουσα από το άρθρο 21, παράγραφος 2, του νομοθετικού διατάγματος [546/1992] και το άρθρο 38-bis 2 του διατάγματος [633/1972], δυνάμει της οποίας, στην εσωτερική έννομη τάξη, μπορεί να γίνει δεκτό ότι αίτηση επιστροφής ΦΠΑ δεν παράγει αποτελέσματα, λόγω των τεχνικών σφαλμάτων πληροφορικής τα οποία περιέχει, με αποτέλεσμα να αποκλείεται η πρόσβαση στο δικαστήριο και να επέρχεται απώλεια του δικαιώματος προς έκπτωση του ΦΠΑ στην περίπτωση υποκειμένου στον φόρο ο οποίος δικαιούται, βάσει των πραγματικών περιστατικών, την επιστροφή του ΦΠΑ[;]
β) σε αρχή του δικαίου, όπως η διατυπωθείσα από το Corte suprema di cassazione (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, Ιταλία), κατά την οποία “η αίτηση επιστροφής του πιστωτικού υπολοίπου του ΦΠΑ, η οποία, λόγω τεχνικών προβλημάτων κατά την τηλεματική διαβίβαση, δεν είναι αναγνώσιμη για τη φορολογική αρχή, δεν παράγει το αποτέλεσμα της σιωπηρής αρνήσεως κατά της οποίας μπορεί να ασκηθεί προσφυγή, καθόσον η φορολογική αρχή δεν ήταν σε θέση να λάβει απόφαση”, με αποτέλεσμα να αποκλείεται στην υπό κρίση υπόθεση η άμεση πρόσβαση στο δικαστήριο και, επομένως, να επέρχεται απώλεια του δικαιώματος επιστροφής, μολονότι υφίσταται, βάσει των πραγματικών περιστατικών, δικαίωμα επιστροφής;»
31 Το αιτούν δικαστήριο ζήτησε επίσης από το Δικαστήριο την υπαγωγή της υπό κρίση υποθέσεως στην ταχεία διαδικασία του άρθρου 105, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου. Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 21ης Οκτωβρίου 2024, Harry et Associés (C‑527/24, EU:C:2024:966), η αίτησή του απορρίφθηκε.
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
Επί του παραδεκτού
32 Η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το υποβληθέν ερώτημα είναι αλυσιτελές για τον λόγο ότι, λόγω των τεχνικών δυσλειτουργιών της αιτήσεως επιστροφής του ΦΠΑ που υπέβαλε η Harry et Associés, η αίτησή της λογίζεται ως μη υποβληθείσα κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/9.
33 Συναφώς, αρκεί η επισήμανση ότι, στο μέτρο που το επιχείρημα που προβάλλει η εν λόγω κυβέρνηση αφορά το ζήτημα της υποβολής αιτήσεως επιστροφής του ΦΠΑ, κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/9, το ζήτημα αυτό αφορά την ουσία του προδικαστικού ερωτήματος και όχι το παραδεκτό του, οπότε πρέπει να εξετασθεί στο πλαίσιο της επί της ουσίας εξετάσεως του ερωτήματος αυτού (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2024, Consiglio nazionale delle Ricerche, C‑439/23, EU:C:2024:773, σκέψη 27 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
34 Ως εκ τούτου, το προδικαστικό ερώτημα πρέπει να κριθεί παραδεκτό.
Επί της ουσίας
35 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο της διαδικασίας συνεργασίας μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου την οποία θεσπίζει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, εναπόκειται στο Δικαστήριο να δώσει στον εθνικό δικαστή χρήσιμη απάντηση που να του παρέχει τη δυνατότητα να επιλύσει τη διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί. Υπό το πρίσμα αυτό, το Δικαστήριο μπορεί, εφόσον είναι αναγκαίο, να αναδιατυπώσει τα προδικαστικά ερωτήματα που του υποβάλλονται. Το γεγονός ότι, από τυπικής απόψεως, το εθνικό δικαστήριο έχει διατυπώσει τα προδικαστικά του ερωτήματα παραπέμποντας σε ορισμένες διατάξεις του ενωσιακού δικαίου δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να του παράσχει όλα τα ερμηνευτικά στοιχεία τα οποία ενδέχεται να του είναι χρήσιμα για να αποφανθεί επί της υποθέσεως που εκκρεμεί ενώπιόν του, ανεξαρτήτως αν στα υποβληθέντα ερωτήματα γίνεται μνεία των σχετικών στοιχείων. Στο πλαίσιο αυτό, εναπόκειται στο Δικαστήριο να συναγάγει από το σύνολο των στοιχείων που του εξέθεσε το εθνικό δικαστήριο, ιδίως δε από το σκεπτικό της αποφάσεως περί παραπομπής, εκείνα τα στοιχεία του ενωσιακού δικαίου τα οποία χρήζουν ερμηνείας, λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου της διαφοράς (απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Herbaria Kräuterparadies II, C‑240/23, EU:C:2024:852, σκέψη 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
36 Με το μοναδικό ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί την ερμηνεία, μεταξύ άλλων, του άρθρου 167 της οδηγίας ΦΠΑ, το οποίο αφορά την ημερομηνία γενέσεως του δικαιώματος εκπτώσεως του ΦΠΑ.
37 Εν προκειμένω, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει, αφενός, ότι η διαφορά της κύριας δίκης δεν αφορά το δικαίωμα εκπτώσεως του ΦΠΑ, αλλά το δικαίωμα επιστροφής του, το οποίο διέπεται από το άρθρο 170 και το άρθρο 171, παράγραφος 1, της οδηγίας ΦΠΑ καθώς και από τις διατάξεις της οδηγίας 2008/9, της οποίας το άρθρο 15, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, το άρθρο 20, παράγραφος 1, και το άρθρο 23, παράγραφος 2, έχουν ιδιαίτερη σημασία για την απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα, δεδομένου ότι το εν λόγω δικαίωμα επιστροφής ζητείται, εν προκειμένω, από υποκείμενο στον φόρο εγκατεστημένο σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο της επιστροφής του ΦΠΑ, ήτοι πρόκειται για κατάσταση η οποία διέπεται από τις διατάξεις της τελευταίας αυτής οδηγίας.
38 Αφετέρου, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 29 της παρούσας αποφάσεως, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν, προκειμένου να μπορέσει να άρει την ενδεχόμενη ασυμβατότητα της εθνικής ρυθμίσεως, όπως αυτή ερμηνεύεται από το Corte suprema di cassazione (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο), με το δίκαιο της Ένωσης, πρέπει να αφήσει ανεφάρμοστη τη διάταξη του δικαστηρίου αυτού, η οποία έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου.
39 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να θεωρηθεί ότι με το υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα ζητείται από το Δικαστήριο να κρίνει αν το άρθρο 170 και το άρθρο 171, παράγραφος 1, της οδηγίας ΦΠΑ, σε συνδυασμό με το άρθρο 15, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, το άρθρο 20, παράγραφος 1, και το άρθρο 23, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/9, καθώς και οι αρχές της ουδετερότητας του ΦΠΑ, της αναλογικότητας και της χρηστής διοικήσεως, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση, όπως αυτή ερμηνεύθηκε με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, κατά την οποία υποκείμενος στον φόρο εγκατεστημένος σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο της επιστροφής του ΦΠΑ στερείται τόσο του δικαιώματος επιστροφής του ΦΠΑ όσο και του δικαιώματος προσβάσεως στη δικαιοσύνη προκειμένου να προσβάλλει την αδράνεια της φορολογικής αρχής του κράτους μέλους επιστροφής, η οποία έχει επιληφθεί της αιτήσεώς του επιστροφής του ΦΠΑ, για τον λόγο ότι η αίτησή του λογίζεται ως μη υποβληθείσα λόγω τεχνικής δυσλειτουργίας επελθούσας κατά την ηλεκτρονική διαβίβασή της.
40 Κατά πρώτον, πρέπει, αφενός, να υπομνησθεί ότι, κατά το άρθρο 170, στοιχείο αʹ, της οδηγίας ΦΠΑ, σε συνδυασμό με το άρθρο 169 της οδηγίας αυτής, καθώς και σε συνδυασμό με τα άρθρα 3 και 5 της οδηγίας 2008/9, κάθε υποκείμενος στον φόρο που δεν είναι εγκατεστημένος στο κράτος μέλος όπου πραγματοποιεί αγορές αγαθών και υπηρεσιών ή εισαγωγές αγαθών που επιβαρύνονται με ΦΠΑ δικαιούται επιστροφή του φόρου αυτού στο μέτρο που τα αγαθά και οι υπηρεσίες χρησιμοποιούνται είτε για τις πράξεις του που ανάγονται στις δραστηριότητες του άρθρου 9, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας ΦΠΑ, οι οποίες πραγματοποιούνται εκτός του κράτους μέλους στο οποίο οφείλεται ή καταβάλλεται ο φόρος αυτός και θα παρείχαν δικαίωμα προς έκπτωση εάν είχαν πραγματοποιηθεί εντός του εν λόγω κράτους μέλους, είτε για τις απαλλασσόμενες πράξεις που μνημονεύονται στο προμνησθέν άρθρο 169, στοιχεία βʹ και γʹ, της εν λόγω οδηγίας. Αφετέρου, το άρθρο 171 της εν λόγω οδηγίας παραπέμπει στην οδηγία 2008/9 όσον αφορά τον τρόπο ασκήσεως του δικαιώματος αυτού (απόφαση της 2ας Μαΐου 2019, Sea Chef Cruise Services, C‑133/18, EU:C:2019:354, σκέψη 33).
41 Όσον αφορά το δικαίωμα προς επιστροφή, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι το δικαίωμα του εγκατεστημένου σε κράτος μέλος υποκειμένου στον φόρο να λάβει επιστροφή του ΦΠΑ που κατέβαλε σε άλλο κράτος μέλος, όπως ρυθμίζεται από την οδηγία 2008/9, είναι το αντίστοιχο του δικαιώματος, που θεσπίζει υπέρ αυτού η οδηγία ΦΠΑ, να εκπέσει τον ΦΠΑ επί των εισροών που καταβλήθηκε στο δικό του κράτος μέλος (απόφαση της 2ας Μαΐου 2019, Volkswagen, C‑533/18, EU:C:2019:354, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
42 Προσέτι, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι, όπως ακριβώς και το δικαίωμα προς έκπτωση, το δικαίωμα προς επιστροφή συνιστά θεμελιώδη αρχή του καθιερωθέντος από τον νομοθέτη της Ένωσης κοινού συστήματος ΦΠΑ, η οποία σκοπεί στην πλήρη απαλλαγή του επιχειρηματία από το βάρος του ΦΠΑ που οφείλεται ή καταβάλλεται στο πλαίσιο του συνόλου των οικονομικών δραστηριοτήτων του. Κατά συνέπεια, το κοινό σύστημα ΦΠΑ εξασφαλίζει ουδετερότητα ως προς τη φορολογική επιβάρυνση όλων των οικονομικών δραστηριοτήτων, ανεξαρτήτως των σκοπών ή των αποτελεσμάτων τους, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω δραστηριότητες υπόκεινται, κατ’ αρχήν, οι ίδιες στον ΦΠΑ (απόφαση της 2ας Μαΐου 2019, Sea Chefs Cruise Services, C‑133/18, EU:C:2019:354, σκέψη 35 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
43 Το δικαίωμα προς επιστροφή αποτελεί επομένως αναπόσπαστο τμήμα του μηχανισμού του ΦΠΑ και δεν μπορεί, κατ’ αρχήν, να περιορίζεται. Το δικαίωμα αυτό ασκείται αμέσως για το σύνολο των φόρων επί των πράξεων εισροών (πρβλ. απόφαση της 2ας Μαΐου 2019, Sea Chefs Cruise Services, C‑133/18, EU:C:2019:354, σκέψη 36 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
44 Η δε αρχή της φορολογικής ουδετερότητας επιτάσσει να εκπίπτει ο ΦΠΑ επί των εισροών εφόσον πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις, έστω και αν ο υποκείμενος στον φόρο παρέλειψε να τηρήσει ορισμένες τυπικές προϋποθέσεις. Εντούτοις, αυτό ενδέχεται να μην ισχύει, αν η μη τήρηση των εν λόγω τυπικών προϋποθέσεων έχει ως αποτέλεσμα να εμποδίζεται η μετά βεβαιότητος απόδειξη της τηρήσεως των ουσιαστικών προϋποθέσεων (απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2020, Bundeszentralamt für Steuern, C‑346/19, EU:C:2020:1050, σκέψεις 47 και 48 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
45 Συνεπώς, η αυστηρή εφαρμογή των τυπικών προϋποθέσεων προσκρούει στις αρχές της ουδετερότητας και της αναλογικότητας, στον βαθμό που έχει ως αποτέλεσμα να παρεμποδίζει δυσανάλογα τον υποκείμενο στον φόρο να επωφεληθεί της φορολογικής ουδετερότητας σε σχέση με τις πράξεις του (πρβλ. απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 2018, Vădan, C‑664/16, EU:C:2018:933, σκέψη 42).
46 Όσον αφορά τον τρόπο ασκήσεως του δικαιώματος επιστροφής του ΦΠΑ, όπως ορίζεται στην οδηγία 2008/9, επισημαίνεται ότι το άρθρο 7 της οδηγίας αυτής προβλέπει ότι ο υποκείμενος στον φόρο που δεν είναι εγκατεστημένος στο κράτος μέλος επιστροφής απευθύνει την αίτησή του επιστροφής στο εν λόγω κράτος μέλος υποβάλλοντάς την στο κράτος μέλος εγκαταστάσεώς του μέσω της ηλεκτρονικής δικτυακής πύλης που έχει εγκαταστήσει αυτό το δεύτερο κράτος μέλος.
47 Κατά το άρθρο 15, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, της εν λόγω οδηγίας, μια τέτοια αίτηση θεωρείται υποβληθείσα στο κράτος μέλος εγκαταστάσεως μόνον εφόσον ο εν λόγω υποκείμενος στον φόρο έχει παράσχει όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται από τα άρθρα 8, 9 και 11 της οδηγίας.
48 Εν προκειμένω, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι στις 26 Σεπτεμβρίου 2016 η Harry et Associés υπέβαλε, εντός της προθεσμίας του άρθρου 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/9, στη γαλλική φορολογική αρχή, η οποία είναι η φορολογική αρχή του κράτους μέλους εγκαταστάσεώς της, αίτηση επιστροφής του ΦΠΑ για τις πράξεις που πραγματοποιήθηκαν στην Ιταλία κατά τη διάρκεια του 2015. Η αίτηση αυτή διαβιβάσθηκε από την εν λόγω αρχή στο COP, τη φορολογική αρχή του κράτους μέλους επιστροφής, με ηλεκτρονικά μέσα, όπως προβλέπει το άρθρο 7 της οδηγίας αυτής. Από την απόφαση αυτή προκύπτει επίσης ότι η εν λόγω αίτηση παρελήφθη δεόντως, κατ’ αρχάς, από τη γαλλική φορολογική αρχή, εν συνεχεία δε από το COP. Προσέτι, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο δεν μπορεί να συναχθεί ότι η ίδια αίτηση δεν περιείχε τις πληροφορίες που απαιτούνται από τα άρθρα 8, 9 και 11 της εν λόγω οδηγίας ούτε ότι δεν πληρούντο οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 της ίδιας οδηγίας.
49 Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει επίσης ότι, λόγω τεχνικής δυσλειτουργίας μη καταλογιστέας στον υποκείμενο στον φόρο, το COP δεν μπόρεσε να ανοίξει το ηλεκτρονικό αρχείο το οποίο περιείχε την αίτηση επιστροφής του υποκειμένου στον φόρο.
50 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, όταν κράτος μέλος εφαρμόζει το δίκαιο της Ένωσης, οι απαιτήσεις που απορρέουν από τη γενική αρχή της χρηστής διοικήσεως και, ειδικότερα, το δικαίωμα κάθε προσώπου στην αμερόληπτη και εντός ευλόγου προθεσμίας εξέταση των υποθέσεών του έχουν εφαρμογή στο πλαίσιο διαδικασίας φορολογικού ελέγχου. Η ως άνω αρχή της χρηστής διοικήσεως επιβάλλει σε φορολογική αρχή, όπως το COP, να προβαίνει, στο πλαίσιο των υποχρεώσεων ελέγχου τις οποίες υπέχει, σε επιμελή και αμερόληπτη εξέταση όλων των κρίσιμων πτυχών, ώστε να βεβαιώνεται, κατά την έκδοση της αποφάσεώς της, ότι διαθέτει τα κατά το δυνατόν πληρέστερα και πλέον αξιόπιστα στοιχεία για τον σκοπό αυτόν (πρβλ. απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 2021, CHEP Equipment Pooling, C‑396/20, EU:C:2021:867, σκέψη 48).
51 Κατά συνέπεια, αν μια τέτοια φορολογική αρχή δεν κατορθώσει, λόγω τεχνικής δυσλειτουργίας, να ανοίξει το ηλεκτρονικό αρχείο το οποίο περιέχει την αίτηση επιστροφής του ΦΠΑ η οποία της είχε δεόντως διαβιβασθεί με ηλεκτρονικά μέσα, σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπει η οδηγία 2008/9, η αρχή της χρηστής διοικήσεως επιβάλλει να γνωστοποιεί στον υποκείμενο στον φόρο, ενδεχομένως μέσω της φορολογικής αρχής του κράτους μέλους εγκαταστάσεώς του, την ύπαρξη τεχνικής δυσλειτουργίας η οποία την εμποδίζει να ανοίξει το εν λόγω ηλεκτρονικό αρχείο ζητώντας του την άρση της δυσλειτουργίας, και δη διά υποβολής, εφόσον τούτο παρίσταται αναγκαίο, νέου ηλεκτρονικού αρχείου πλήρως λειτουργικού.
52 Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 20, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/9, όταν η φορολογική αρχή του κράτους μέλους επιστροφής θεωρεί ότι δεν διαθέτει τις πληροφορίες που της επιτρέπουν να λάβει απόφαση επί του συνόλου ή μέρους της αιτήσεως αυτής, μπορεί να ζητήσει, με ηλεκτρονικά μέσα, συμπληρωματικές πληροφορίες μεταξύ άλλων από τον υποκείμενο στον φόρο ή από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους εγκαταστάσεως. Η διάταξη αυτή, όμως, θα στερείτο σε μεγάλο βαθμό της πρακτικής αποτελεσματικότητάς της αν η εν λόγω αρχή μπορούσε αμέσως να θεωρήσει ότι, λόγω τεχνικής δυσλειτουργίας, δεν υποβλήθηκε καμία αίτηση επιστροφής, μολονότι τέτοια αίτηση της είχε διαβιβασθεί ηλεκτρονικώς από τη φορολογική αρχή του κράτους μέλους εγκαταστάσεως του υποκειμένου στον φόρο και είχε παραληφθεί δεόντως από τις διοικητικές αρχές του κράτους μέλους επιστροφής.
53 Επομένως, σε περίπτωση όπως η περιγραφόμενη στην απόφαση περί παραπομπής και υπομνησθείσα στη σκέψη 48 της παρούσας αποφάσεως, οι αρχές της χρηστής διοικήσεως, της ουδετερότητας του ΦΠΑ και της αναλογικότητας επιβάλλουν στη φορολογική αρχή του κράτους μέλους επιστροφής να θεωρήσει την αίτηση επιστροφής ως «υποβληθείσα», κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/9, και να κάνει χρήση, εφόσον τούτο παρίσταται αναγκαίο, της παρεχόμενης από το άρθρο 20, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής ευχέρειας, η οποία μεταφέρθηκε, κατ’ ουσίαν, στο ιταλικό δίκαιο με το άρθρο 38-bis 2, παράγραφοι 6 και 7, του διατάγματος 633/1972, προκειμένου να ζητήσει από τον υποκείμενο στον φόρο, ενδεχομένως μέσω της φορολογικής αρχής του κράτους μέλους εγκαταστάσεώς του, να της διαβιβασθεί νέο, μη φθαρμένο ηλεκτρονικό αρχείο το οποίο να περιέχει την εν λόγω αίτηση (πρβλ. απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2020, Bundeszentralamt für Steuern, C‑346/19, EU:C:2020:1050, σκέψεις 49 έως 51).
54 Εν προκειμένω, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι το COP δεν επισήμανε στην Harry et Associés, απευθείας ή μέσω της φορολογικής αρχής του κράτους μέλους εγκαταστάσεώς της, την ύπαρξη τεχνικής δυσλειτουργίας η οποία να το εμπόδιζε να ανοίξει το ηλεκτρονικό αρχείο με την αίτηση επιστροφής του ΦΠΑ, ζητώντας της, εφόσον τούτο παρίστατο αναγκαίο, να άρει την εν λόγω δυσλειτουργία υποβάλλοντας νέο ηλεκτρονικό αρχείο πλήρως λειτουργικό. Επίσης, το COP δεν εξέδωσε ρητή απόφαση με την οποία να απορρίπτει την αίτηση επιστροφής.
55 Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να γίνει δεκτό, απλώς και μόνον λόγω τεχνικής δυσλειτουργίας επελθούσας κατά τη διαβίβαση του ηλεκτρονικού αρχείου με την αίτηση επιστροφής του ΦΠΑ, ότι δεν υποβλήθηκε καμία αίτηση, κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 2008/9, παρά το γεγονός ότι τέτοια αίτηση όντως διαβιβάσθηκε σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπει η οδηγία αυτή και παραλήφθηκε δεόντως τόσο από τη φορολογική αρχή του κράτους μέλους εγκαταστάσεως του υποκειμένου στον φόρο όσο και από τη φορολογική αρχή του κράτους μέλους επιστροφής.
56 Κατά δεύτερον, πρέπει να εξετασθεί αν ο υποκείμενος στον φόρο έχει στη διάθεσή του, δυνάμει της εφαρμοστέας εθνικής νομοθεσίας, όπως αυτή ερμηνεύεται από τα εθνικά δικαστήρια, αποτελεσματικό ένδικο βοήθημα κατά της αδράνειας της φορολογικής αρχής του κράτους μέλους επιστροφής.
57 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 23, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2008/9, τα μέσα προσφυγής κατά των αποφάσεων με τις οποίες απορρίπτεται αίτηση επιστροφής μπορούν να ασκούνται από τον υποκείμενο στον φόρο ενώπιον των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους επιστροφής σύμφωνα με τις διατυπώσεις και εντός των προθεσμιών που προβλέπονται για την άσκηση των αντίστοιχων μέσων από πρόσωπα εγκατεστημένα στο εν λόγω κράτος μέλος. Κατά το δεύτερο εδάφιο του εν λόγω άρθρου 23, παράγραφος 2, εάν η μη λήψη αποφάσεως της φορολογικής αρχής του εν λόγω κράτους μέλους δεν θεωρείται ούτε έγκριση ούτε απόρριψη, ο υποκείμενος στον φόρο πρέπει να μπορεί να ασκήσει και αυτός τις εκάστοτε διοικητικές ή ένδικες διαδικασίες που μπορούν να ασκηθούν στην ίδια περίπτωση από τους υποκείμενους στον φόρο τους εγκατεστημένους στο εν λόγω κράτος μέλος. Εάν δεν υπάρχουν τέτοιες διαδικασίες, τότε η μη λήψη αποφάσεως θεωρείται απόρριψη της αιτήσεως.
58 Η συγκεκριμένη διάταξη πρέπει να ερμηνευθεί υπό το πρίσμα της αιτιολογικής σκέψης 3 της οδηγίας αυτής, από την οποία προκύπτει ότι η οδηγία αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, στην ενίσχυση του δικαιώματος των επιχειρήσεων να ασκούν μέσα παροχής ένδικης προστασίας (απόφαση της 16ης Μαΐου 2024, Slovenské Energetické Strojárne, C‑746/22, EU:C:2024:403, σημείο 41).
59 Μολονότι η εν λόγω διάταξη αποσκοπεί στη διασφάλιση του δικαιώματος προσφυγής των υποκειμένων στον φόρο που δεν είναι εγκατεστημένοι στο κράτος μέλος επιστροφής, γεγονός παραμένει ότι, δυνάμει της αρχής της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών, στην εσωτερική έννομη τάξη του εν λόγω κράτους μέλους εναπόκειται να ορίσει τους λεπτομερείς κανόνες ασκήσεως των διοικητικών ή δικαστικών προσφυγών (απόφαση της 16ης Μαΐου 2024, Slovenské Energetické Strojárne, C‑746/22, EU:C:2024:403, σημείο 42).
60 Τούτου λεχθέντος, οι κανόνες που διέπουν τους κανόνες αυτούς δεν πρέπει να είναι λιγότερο ευνοϊκοί από εκείνους που διέπουν παρόμοιες καταστάσεις εσωτερικής φύσεως (αρχή της ισοδυναμίας) ούτε να έχουν ως αποτέλεσμα να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει η έννομη τάξη της Ένωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας) (πρβλ. απόφαση της 16ης Μαΐου 2024, Slovenské Energetické Strojárne, C‑746/22, EU:C:2024:403, σκέψη 43 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
61 Εν προκειμένω, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει, κατ’ ουσίαν, ότι, δυνάμει του άρθρου 21, παράγραφος 2, του νομοθετικού διατάγματος 546/1992, αν ο υποκείμενος στον φόρο υπέβαλε αίτηση επιστροφής του ΦΠΑ εντός των ταχθεισών προθεσμιών και αν η φορολογική αρχή του κράτους μέλους επιστροφής δεν έχει εκδώσει ρητή (θετική ή αρνητική) απόφαση εντός 90 ημερών από την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεώς του, η σιωπή αυτή θεωρείται σιωπηρή απόφαση περί απορρίψεώς της. Κατά την ως άνω διάταξη, οι σιωπηρές αποφάσεις περί απορρίψεως των αιτήσεων επιστροφής του ΦΠΑ μπορούν να προσβληθούν ενώπιον δικαστηρίου.
62 Επομένως, δεν προκύπτει ότι η διάταξη αυτή καθ’ εαυτήν είναι ασύμβατη προς τις απαιτήσεις του άρθρου 23, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/9.
63 Εντούτοις, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι το Corte suprema di cassazione (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο), με τη διάταξή του η οποία μνημονεύεται στις σκέψεις 25 και 29 της παρούσας αποφάσεως, δέχθηκε ερμηνεία του άρθρου 21, παράγραφος 2, του νομοθετικού διατάγματος 546/1992, κατά την οποία, κατ’ ουσίαν, η αδράνεια του COP, το οποίο επελήφθη αιτήσεως επιστροφής του ΦΠΑ δεόντως παραληφθείσα, πλην δυσανάγνωστη λόγω τεχνικών δυσλειτουργιών κατά την τηλεματική διαβίβασή της, δεν θεωρείται σιωπηρή απορριπτική απόφαση δυνάμενη να προσβληθεί ενώπιον δικαστηρίου.
64 Υπό τις συνθήκες αυτές, η ερμηνεία του άρθρου 21, παράγραφος 2, του νομοθετικού διατάγματος 546/1992, στην οποία προέβη το Corte suprema di cassazione (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο), όπως εκτίθεται στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας αποφάσεως, προσκρούει στις απαιτήσεις του άρθρου 23, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/9, κατά τις οποίες, κατ’ ουσίαν, η μη λήψη αποφάσεως επί αιτήσεως επιστροφής πρέπει να μπορεί να προσβληθεί ενώπιον δικαστηρίου.
65 Προσέτι, η ανωτέρω ερμηνεία του άρθρου 23, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/9 είναι η μόνη που σέβεται το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπέρ παντός προσώπου του οποίου παραβιάσθηκαν τα δικαιώματα που διασφαλίζονται από το δίκαιο της Ένωσης.
66 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι υποκείμενος στον φόρο εγκατεστημένος σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο της επιστροφής του ΦΠΑ δεν μπορεί να στερηθεί τα δικαιώματα που του αναγνωρίζονται από το δίκαιο της Ένωσης, δηλαδή, αφενός, το δικαίωμά του στην επιστροφή του ΦΠΑ και, αφετέρου, το δικαίωμά του προσβάσεως στη δικαιοσύνη, προκειμένου να προσβάλει την αδράνεια της φορολογικής αρχής του κράτους μέλους επιστροφής, ενώπιον της οποίας υποβλήθηκε από τον εν λόγω υποκείμενο στον φόρο αίτηση επιστροφής του ΦΠΑ, για τον λόγο ότι η αίτηση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως υποβληθείσα λόγω τεχνικής δυσλειτουργίας επελθούσας κατά την ηλεκτρονική διαβίβασή της.
67 Επισημαίνεται ότι από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι το αιτούν δικαστήριο όχι μόνο διερωτάται αν η μνημονευθείσα στα σημεία 25 και 29 της παρούσας αποφάσεως διάταξη του Corte suprema di cassazione (Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου) είναι συμβατή με το δίκαιο της Ένωσης, αλλά εκφράζει επίσης αμφιβολίες ως προς το αν το δίκαιο αυτό αντιτίθεται στην εφαρμογή εθνικών διατάξεων που κατοχυρώνουν την αρχή του δεδικασμένου, όπως είναι το άρθρο 2909 του αστικού κώδικα και το άρθρο 324 του κώδικα πολιτικής δικονομίας. Ειδικότερα, οι ανωτέρω διατάξεις θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη νομική βάση για την έγερση ενστάσεως απαραδέκτου της προσφυγής στην κύρια διαφορά, δεδομένου ότι το αιτούν δικαστήριο οφείλει να εφαρμόσει την αρχή που διατύπωσε το Corte suprema di cassazione (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο) στην επίμαχη διάταξη για τον λόγο ότι αυτή έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου.
68 Συναφώς, αρκεί η διαπίστωση ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι διατάξεις του εθνικού δικαίου οι οποίες όχι μόνον εμποδίζουν να τεθεί υπό αμφισβήτηση δικαστική απόφαση περιβεβλημένη την ισχύ του δεδικασμένου, ακόμη και αν η απόφαση αυτή ενέχει παραβίαση του δικαίου της Ένωσης, αλλά εμποδίζουν επίσης την αμφισβήτηση, επ’ ευκαιρία δικαστικής διαδικασίας σχετικής με άλλη απόφαση της αρμόδιας φορολογικής αρχής για τον ίδιο φορολογούμενο ή υποκείμενο στον φόρο, αλλά για άλλο φορολογικό έτος, οποιασδήποτε διαπιστώσεως σχετικής με θεμελιώδους σημασίας κοινό ζήτημα η οποία περιέχεται σε δικαστική απόφαση έχουσα αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, συνιστούν τόσο σημαντικά εμπόδια στην αποτελεσματική εφαρμογή των κανόνων του δικαίου της Ένωσης στον τομέα του ΦΠΑ, ώστε να μη μπορούν να δικαιολογηθούν λογικά από την αρχή της ασφάλειας δικαίου και να πρέπει, επομένως, να θεωρούνται αντίθετα προς την αρχή της αποτελεσματικότητας (πρβλ. αποφάσεις της 3ης Σεπτεμβρίου 2009, Fallimento Olimpiclub, C‑2/08, EU:C:2009:506, σκέψεις 29 και 31, και της 2ας Απριλίου 2020, CRPNPAC και Vueling Airlines, C‑370/17 και C‑37/18, EU:C:2020:260, σκέψη 94).
69 Το ίδιο ισχύει λογικά όταν η δικαστική διαδικασία αφορά άλλη απόφαση της αρμόδιας φορολογικής αρχής σχετικά με τον ίδιο φορολογούμενο ή υποκείμενο σε φόρο, πλην όμως έχει διαφορετικό αντικείμενο (πρβλ. απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 2025, BALTIC CONTAINER TERMINAL, C‑376/23, EU:C:2025:20, σκέψη 75 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
70 Πράγματι, τοιαύτη εφαρμογή της αρχής του δεδικασμένου θα είχε ως συνέπεια, σε περίπτωση που η καταστάσα αμετάκλητη δικαστική απόφαση στηρίζεται σε ερμηνεία αντίθετη προς το δίκαιο της Ένωσης, η εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης να επαναλαμβάνεται σε κάθε δικαστική απόφαση αφορώσα τα ίδια πραγματικά περιστατικά, χωρίς να είναι δυνατή η διόρθωση της ερμηνείας αυτής κατά παράβαση του εν λόγω δικαίου (πρβλ. αποφάσεις της 3ης Σεπτεμβρίου 2009, Fallimento Olimpiclub, C‑2/08, EU:C:2009:506, σκέψη 30, και της 2ας Απριλίου 2020, CRPNPAC και Vueling Airlines, C‑370/17 και C‑37/18, EU:C:2020:260, σκέψη 95).
71 Εν προκειμένω, υπό την επιφύλαξη εξακριβώσεως από το αιτούν δικαστήριο, προκύπτει ότι η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η διάταξη του Corte suprema di cassazione (Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου) είχε ως αντικείμενο, κατ’ ουσίαν, το ζήτημα αν η αδράνεια του COP συνιστούσε σιωπηρή απορριπτική απόφαση της αιτήσεως επιστροφής του ΦΠΑ και αν μπορούσε να προσβληθεί δικαστικώς. Επομένως, φαίνεται ότι το Corte suprema di cassazione (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο) δεν έλαβε θέση επί του ζητήματος αν, επί της ουσίας, η Harry et Associés είχε δικαίωμα επιστροφής του ΦΠΑ. Αντιθέτως, το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης αφορά τη νομιμότητα πράξεως εισπράξεως του προηγουμένως επιστραφέντος ΦΠΑ, την οποία απηύθυνε η φορολογική αρχή στην Harry et Associés. Επομένως, πάντοτε υπό την επιφύλαξη εξακριβώσεως από το αιτούν δικαστήριο, προκύπτει ότι τα αντικείμενα των δύο διαφορών είναι διαφορετικά.
72 Επομένως, σε περίπτωση που το αιτούν δικαστήριο διαπιστώσει τέτοια διαφορά αντικειμένου μεταξύ των δύο ένδικων διαφορών, φαίνεται ότι η εφαρμογή του άρθρου 2909 του αστικού κώδικα και του άρθρου 324 του κώδικα πολιτικής δικονομίας, όπως έχουν ερμηνευθεί από το αιτούν δικαστήριο, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση μιας εσφαλμένης ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης, χωρίς να είναι δυνατή η διόρθωσή της, τούτο δε ακόμη και στο πλαίσιο διαφοράς με διαφορετικό αντικείμενο από εκείνο σε σχέση με το οποίο έγινε αυτή η ερμηνεία, καθόσον αφορά άλλη απόφαση της αρμόδιας φορολογικής αρχής, όπερ θα αντέβαινε στην αρχή της αποτελεσματικότητας, όπως αυτή ερμηνεύεται από τη νομολογία που υπομνήσθηκε στις σκέψεις 68 έως 70 της παρούσας αποφάσεως.
73 Λαμβανομένων υπόψη τα ανωτέρω, στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι το άρθρο 170 και το άρθρο 171, παράγραφος 1, της οδηγίας ΦΠΑ, σε συνδυασμό με το άρθρο 15, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, το άρθρο 20, παράγραφος 1, και το άρθρο 23, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/9, καθώς και των αρχών της ουδετερότητας του ΦΠΑ, της αναλογικότητας και της χρηστής διοικήσεως, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική νομοθεσία, όπως αυτή έχει ερμηνευθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, σύμφωνα με την οποία υποκείμενος στον φόρο εγκατεστημένος σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος της επιστροφής του ΦΠΑ στερείται τόσο του δικαιώματος επιστροφής του ΦΠΑ όσο και του δικαιώματος προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου προκειμένου να προσβάλει την αδράνεια της φορολογικής αρχής του κράτους μέλους της επιστροφής, ενώπιον της οποίας υπέβαλε αίτηση επιστροφής του ΦΠΑ, με την αιτιολογία ότι η αίτηση επιστροφής δεν μπορεί να θεωρηθεί ως υποβληθείσα λόγω τεχνικής δυσλειτουργίας που ανέκυψε κατά την ηλεκτρονική διαβίβασή της.
Επί των δικαστικών εξόδων
74 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σε αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (ένατο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 170 και το άρθρο 171, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2008/8/ΕΚ του Συμβουλίου, της 12ης Φεβρουαρίου 2008, σε συνδυασμό με το άρθρο 15, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, το άρθρο 20, παράγραφος 1, και το άρθρο 23, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/9/ΕΚ του Συμβουλίου, της 12ης Φεβρουαρίου 2008, για τον καθορισμό λεπτομερών κανόνων σχετικά με την επιστροφή του φόρου προστιθέμενης αξίας, που προβλέπεται στην οδηγία 2006/112, σε υποκείμενους στο φόρο μη εγκατεστημένους στο κράτος μέλος επιστροφής αλλά εγκατεστημένους σε άλλο κράτος μέλος, καθώς και με τις αρχές της ουδετερότητας του φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ), της αναλογικότητας και της χρηστής διοικήσεως,
έχουν την έννοια ότι:
αντιτίθενται σε εθνική νομοθεσία, όπως αυτή έχει ερμηνευθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, σύμφωνα με την οποία υποκείμενος στον φόρο εγκατεστημένος σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος της επιστροφής του ΦΠΑ στερείται τόσο του δικαιώματος επιστροφής του ΦΠΑ όσο και του δικαιώματος προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου προκειμένου να προσβάλει την αδράνεια της φορολογικής αρχής του κράτους μέλους της επιστροφής, ενώπιον της οποίας υπέβαλε αίτηση επιστροφής του ΦΠΑ, με την αιτιολογία ότι η αίτηση επιστροφής δεν μπορεί να θεωρηθεί ως υποβληθείσα λόγω τεχνικής δυσλειτουργίας που ανέκυψε κατά την ηλεκτρονική διαβίβασή της.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.