Προσωρινό κείμενο
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ένατο τμήμα)
της 26ης Μαρτίου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Κοινωνική ασφάλιση – Συντονισμός των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης – Κανονισμός (ΕΚ) 883/2004 – Άρθρο 1, στοιχείο ιζʹ, σημείο iv – Έννοια του “αρμόδιου φορέα” – Εργοδότης – Άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ – Έννοια των “παροχών ασθένειας” – Εξακολούθηση της καταβολής αποδοχών σε περίπτωση προσωρινής ανικανότητας προς εργασία – Άρθρο 85, παράγραφος 1 – Παροχές που οφείλονται δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους για ζημία η οποία επήλθε σε άλλο κράτος μέλος – Δικαίωμα αναγωγής του εργοδότη κατά του τρίτου υπευθύνου – Δικαιώματα του θύματος – Υποκατάσταση – Όρια »
Στην υπόθεση C‑357/24,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Visoki trgovački sud (εφετείο εμπορικών διαφορών, Κροατία) με απόφαση της 3ης Μαΐου 2024, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 16 Μαΐου 2024, στο πλαίσιο της δίκης
Freistaat Bayern
κατά
Euroherc osiguranje d.d.,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ένατο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Condinanzi, πρόεδρο τμήματος, N. Jääskinen και A. Kornezov (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Richard de la Tour
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Euroherc osiguranje d.d., εκπροσωπούμενη από τον D. Lauc, odvjetnik,
– η Κροατική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την G. Vidović Mesarek,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον B.‑R. Killmann και την A. Koričić,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 1, στοιχείο ιζʹ, σημείο iv, του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και του άρθρου 85, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για το συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας (ΕΕ 2004, L 166, σ. 1, και διορθωτικό ΕΕ 2004, L 200, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (EΕ) 465/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2012 (ΕΕ 2012, L 149, σ. 4) (στο εξής: κανονισμός 883/2004).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Freistaat Bayern (ομόσπονδου κράτους της Βαυαρίας, Γερμανία) και της Euroherc osiguranje d.d., ασφαλιστικής εταιρίας κροατικού δικαίου (στο εξής: Euroherc), σχετικά με την επιστροφή εκ μέρους της Euroherc των αποδοχών ασθένειας που κατέβαλε το ομόσπονδο κράτος της Βαυαρίας στον X, υπάλληλό του, λόγω της προσωρινής ανικανότητας του τελευταίου προς εργασία συνεπεία τροχαίου ατυχήματος που συνέβη στην Κροατία.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
3 Το άρθρο 1, στοιχείο ιζʹ, σημείο iv, του κανονισμού 883/2004 ορίζει τα εξής:
«Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, νοούνται ως:
[...]
ιζ) “αρμόδιος φορέας”:
[...]
iv) εάν πρόκειται για σύστημα που αφορά στις υποχρεώσεις του εργοδότη σχετικά με τις παροχές που προβλέπονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1, είτε ο εργοδότης ή ο ασφαλιστής που τον υποκαθιστά είτε, ελλείψει αυτού, ο οργανισμός ή η αρχή που έχει ορισθεί από την αρμόδια αρχή του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους».
4 Το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και ζʹ, του κανονισμού αυτού έχει ως ακολούθως:
«Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στις νομοθεσίες που αφορούν τους κλάδους κοινωνικής ασφάλισης που έχουν σχέση με:
α) παροχές ασθένειας·
[...]
ζ) παροχές εργατικού ατυχήματος και επαγγελματικής ασθένειας».
5 Κατά το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού:
«Τα κράτη μέλη κοινοποιούν εγγράφως στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή τις δηλώσεις που γίνονται σύμφωνα με το άρθρο 1, σημείο 1, τη νομοθεσία και τα συστήματα που αναφέρονται στο άρθρο 3, [...]».
6 Κατά το άρθρο 85, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού:
«Εάν, δυνάμει της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους, ένα πρόσωπο έχει δικαίωμα σε παροχές για ζημία η οποία προκλήθηκε από γεγονότα τα οποία συνέβησαν σε άλλο κράτος μέλος, τα τυχόν δικαιώματα του φορέα που είναι υπεύθυνος για χορήγηση παροχών έναντι τρίτου, ο οποίος υποχρεούται σε αποκατάσταση της ζημίας, διέπονται από τις ακόλουθες διατάξεις:
α) όταν ο φορέας που είναι υπεύθυνος για χορήγηση παροχών, υποκαθίσταται, σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζει, όσον αφορά τα δικαιώματα που έχει ο δικαιούχος έναντι του τρίτου, η υποκατάσταση αυτή αναγνωρίζεται από κάθε κράτος μέλος·
β) όταν ο φορέας που είναι υπεύθυνος για τη χορήγηση παροχών έχει άμεσο δικαίωμα έναντι τρίτου, κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει το δικαίωμα αυτό.»
Το γερμανικό δίκαιο
7 Το άρθρο 6, παράγραφος 1, του Gesetz über die Zahlung des Arbeitsentgelts an Feiertagen und im Krankheitsfall (Entgeltfortzahlungsgesetz) (νόμου περί καταβολής αποδοχών κατά τις ημέρες αργίας και σε περίπτωση ασθένειας), της 26ης Μαΐου 1994 (BGBl. I, S. 1014, 1065, στο εξής: γερμανικός νόμος περί εξακολούθησης της καταβολής αποδοχών), προβλέπει τα εξής:
«Σε περίπτωση που ο εργαζόμενος δικαιούται κατά νόμο να αποζημιωθεί από τρίτον για εισοδήματα που στερήθηκε συνεπεία της ανικανότητάς του προς εργασία, ο εργοδότης υποκαθίσταται στα δικαιώματα αυτά στον βαθμό που συνέχισε να καταβάλλει τις αποδοχές του εργαζομένου σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, τις αναλογούσες σε αυτές εργοδοτικές εισφορές υπέρ της ομοσπονδιακής υπηρεσίας απασχόλησης, τις εργοδοτικές εισφορές κοινωνικής ασφάλισης και ασφάλισης κατά του κινδύνου αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης, καθώς και τις εργοδοτικές εισφορές υπέρ των φορέων συμπληρωματικής συντάξεως γήρατος και επιζώντων.»
Το κροατικό δίκαιο
8 Το άρθρο 27 του Zakon o obveznim osiguranjima u prometu (νόμου περί υποχρεωτικής ασφάλισης αυτοκινήτων οχημάτων), της 9ης Δεκεμβρίου 2005 (NN 151/05), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης (NN 36/09, 75/09, 76/13 και 152/14), προβλέπει στις παραγράφους 1 και 2 τα εξής:
«(1) Η ασφαλιστική εταιρία υποχρεούται να αποζημιώνει τους φορείς ασφάλισης υγείας, γήρατος ή αναπηρίας για την πραγματική ζημία που αυτοί υπέστησαν με ευθύνη του ασφαλισμένου της, εντός των ορίων των υποχρεώσεων που έχουν συμφωνηθεί στη σύμβαση ασφάλισης.
(2) Ως πραγματική ζημία κατά την έννοια της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου νοούνται τα έξοδα υγειονομικής περίθαλψης και τα λοιπά αναγκαία έξοδα σύμφωνα με τις διατάξεις περί ασφάλισης υγείας, καθώς και το αναλογικό ποσό της συντάξεως του ζημιωθέντος ή των μελών της οικογένειάς του.»
9 Το άρθρο 36 του Zakon o obveznom zdravstvenom osiguranju (νόμου περί υποχρεωτικής ασφάλισης υγείας), της 21ης Ιουνίου 2013 (NN 80/13), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης (NN 137/13) (στο εξής: νόμος περί ασφάλισης υγείας), ορίζει στην παράγραφο 1, σημείο 1, τα εξής:
«Οι ασφαλισμένοι δικαιούνται, στο πλαίσιο της υποχρεωτικής ασφάλισης υγείας:
1. αποδοχές ασθένειας για την περίοδο προσωρινής ανικανότητάς τους προς εργασία, ήτοι την περίοδο κατά την οποία εμποδίζονται να εργαστούν λόγω της λήψεως υγειονομικής περίθαλψης ή άλλων περιστάσεων που ορίζονται στο άρθρο 39 του παρόντος νόμου (στο εξής: αποδοχές ασθένειας)».
10 Το άρθρο 39 του νόμου αυτού προβλέπει στο σημείο 1 τα ακόλουθα:
«Ο ασφαλισμένος δικαιούται αποδοχές ασθένειας στην περίπτωση κατά την οποία λαμβάνει υγειονομική περίθαλψη μέσω της υποχρεωτικής ασφάλισης ή στις λοιπές περιπτώσεις που ορίζονται στον παρόντα νόμο, εφόσον:
1. είναι προσωρινά ανίκανος προς εργασία λόγω ασθένειας ή τραυματισμού ή έχει εισαχθεί σε νοσηλευτικό ίδρυμα με σκοπό τη νοσηλεία του ή τη διενέργεια εξετάσεων [...]».
11 Το άρθρο 40 του ίδιου νόμου ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Οι αποδοχές ασθένειας σε περίπτωση λήψεως υγειονομικής περίθαλψης σύμφωνα με το άρθρο 39, [σημείο 1], του παρόντος νόμου καταβάλλονται στον ασφαλισμένο εξ ιδίων πόρων από:
1. τον εργοδότη, νομικό ή φυσικό πρόσωπο, κατά τις πρώτες 42 ημέρες της προσωρινής ανικανότητας του ασφαλισμένου προς εργασία, καθώς και για όσο χρονικό διάστημα ο ασφαλισμένος εργάζεται σε τρίτη χώρα στην οποία τον έχει αποσπάσει νομικό ή φυσικό πρόσωπο ή ασκεί ανεξάρτητη δραστηριότητα σε τρίτη χώρα».
12 Το άρθρο 41, παράγραφος 3, του ίδιου νόμου έχει ως ακολούθως:
«Από την 43η [...] ημέρα της προσωρινής ανικανότητας προς εργασία, [...], οι αποδοχές ασθένειας κατά το άρθρο 39, [σημείο 1], του παρόντος νόμου εξακολουθούν να υπολογίζονται και να καταβάλλονται από τον εργοδότη, νομικό ή φυσικό πρόσωπο, ωστόσο ο Hrvatski zavod za zdravstveno osiguranje (κροατικός οργανισμός ασφάλισης υγείας, στο εξής: Οργανισμός) οφείλει να επιστρέψει τα καταβληθέντα ποσά των αποδοχών ασθένειας εντός 45 ημερών από την παραλαβή της αίτησης για την επιστροφή τους.»
13 Το άρθρο 136 του νόμου περί ασφάλισης υγείας ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Ο Οργανισμός οφείλει να επιδιώξει την αποκατάσταση της ζημίας του από το πρόσωπο που προκάλεσε την ασθένεια, τον τραυματισμό ή τον θάνατο του ασφαλισμένου.»
14 Κατά το άρθρο 140 του ίδιου νόμου:
«Στις περιπτώσεις του άρθρου 136 του παρόντος νόμου, ο Οργανισμός οφείλει να επιδιώξει την αποκατάσταση της ζημίας του και απευθείας από τον ασφαλιστή στον οποίο τα εκεί αναφερόμενα πρόσωπα είναι ασφαλισμένα για την ευθύνη τους από ζημίες που προκαλούνται σε τρίτους, σύμφωνα με τις διατάξεις περί υποχρεωτικής ασφάλισης κατά του σχετικού κινδύνου.»
15 Το άρθρο 142 του εν λόγω νόμου ορίζει τα ακόλουθα:
«Ο Οργανισμός οφείλει να επιδιώξει την αποκατάσταση της ζημίας του στις περιπτώσεις που προβλέπονται στον παρόντα νόμο, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η ζημία του επήλθε ως αποτέλεσμα της καταβολής στον ασφαλισμένο παροχών προερχόμενων από το ταμείο του συστήματος υποχρεωτικής ασφάλισης υγείας, ήτοι από τον κρατικό προϋπολογισμό, τις οποίες ο ασφαλισμένος έχει δικαίωμα να λάβει.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
16 Στις 18 Απριλίου 2015, ενώ κυκλοφορούσε με ποδήλατο στο Šibenik (Κροατία), ο Χ, υπάλληλος του ομόσπονδου κράτους της Βαυαρίας, υπήρξε θύμα τροχαίου ατυχήματος με την εμπλοκή αυτοκινήτου οχήματος οδηγούμενου από τον Y, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην Euroherc. Ο Y κρίθηκε υπαίτιος του ατυχήματος. Τα αρμόδια δικαστήρια δεν έχουν ακόμη αποφανθεί επί του ζητήματος αν ο Χ συντέλεσε στην πρόκληση της ζημίας που υπέστη.
17 Ο Χ νοσηλεύθηκε στη Γερμανία. Υπήρξε προσωρινά ανίκανος προς εργασία για τρεις περιόδους, και συγκεκριμένα από τις 21 Απριλίου έως τις 21 Μαΐου 2015, από τις 16 Φεβρουαρίου έως τις 15 Απριλίου 2016 και από τις 8 Νοεμβρίου 2016 έως τις 5 Ιανουαρίου 2017. Κατά τη διάρκεια των περιόδων αυτών, το ομόσπονδο κράτος της Βαυαρίας κατέβαλε στον X, ως εργοδότης του, αποδοχές ασθένειας συνολικού ύψους 28 825,83 ευρώ.
18 Επιπλέον, στο πλαίσιο διαδικασίας φιλικού διακανονισμού, η Euroherc κατέβαλε στον X αποζημίωση για την πραγματική ζημία που αυτός υπέστη από το ατύχημα, η οποία κάλυπτε το κόστος των υπηρεσιών υποστήριξης και περίθαλψης, την περιουσιακή του ζημία, τα έξοδα εκπροσώπησης και άλλες δαπάνες, καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, συνολικού ποσού 43 433,43 κροατικών κούνα (HRK) (περίπου 5 764,61 ευρώ).
19 Το ομόσπονδο κράτος της Βαυαρίας άσκησε αγωγή ενώπιον του Trgovački sud u Zagrebu (εμποροδικείου Ζάγκρεμπ, Κροατία) με αίτημα να υποχρεωθεί η Euroherc να του επιστρέψει τις αποδοχές ασθένειας που είχε καταβάλει στον X.
20 Προς στήριξη της αγωγής του το ομόσπονδο κράτος της Βαυαρίας προέβαλε ότι, ως εργοδότης του Χ, πρέπει να θεωρηθεί ως «αρμόδιος φορέας» κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο ιζʹ, σημείο iv, του κανονισμού 883/2004, δεδομένου ότι οι αποδοχές ασθένειας που κατέβαλε στον Χ εμπίπτουν στην έννοια των «παροχών ασθένειας» του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του ίδιου κανονισμού.
21 Το ομόσπονδο κράτος της Βαυαρίας ζήτησε επίσης να αναγνωριστεί στο πλαίσιο της κύριας δίκης ότι, με βάση το άρθρο 85, παράγραφος 1, του κανονισμού 883/2004, υποκαταστάθηκε, κατά τα προβλεπόμενα στο γερμανικό δίκαιο, στα δικαιώματα του υπαλλήλου του, Χ, έναντι της Euroherc.
22 Συναφώς, επικαλείται το άρθρο 6, παράγραφος 1, του γερμανικού νόμου περί εξακολούθησης της καταβολής αποδοχών, κατά το οποίο ο εργοδότης υποκαθίσταται στα δικαιώματα αποζημίωσης που έχει ο εργαζόμενός του έναντι τρίτου για εισοδήματα που στερήθηκε συνεπεία της ανικανότητάς του προς εργασία, υπό την προϋπόθεση ότι ο εργοδότης συνέχισε να καταβάλλει τις αποδοχές του εργαζομένου και τις προβλεπόμενες γι’ αυτόν υποχρεωτικές εισφορές.
23 Ως εκ τούτου, το ομόσπονδο κράτος της Βαυαρίας ισχυρίστηκε ότι η καταβολή στον Χ αποδοχών ασθένειας είχε ως αποτέλεσμα ότι αυτός έλαβε τις προβλεπόμενες στον νόμο αυτόν παροχές λόγω των τραυματισμών που υπέστη κατά το ατύχημα στην Κροατία και ότι, επομένως, το ομόσπονδο κράτος της Βαυαρίας πρέπει να υποκατασταθεί στα δικαιώματα του υπαλλήλου του έναντι τρίτων.
24 Η Euroherc αμφισβήτησε την ως άνω επιχειρηματολογία διατεινόμενη ότι τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 883/2004, ιδίως για τον λόγο ότι ο κανονισμός αυτός διέπει τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης και όχι την αποκατάσταση της έμμεσης ζημίας που υφίσταται ο εργοδότης επειδή κατέβαλε σε εργαζόμενό του, λόγω προσωρινής ανικανότητάς του προς εργασία, αποδοχές ασθένειας κατά τη διάρκεια αναρρωτικής άδειας που αυτός έλαβε συνεπεία ατυχήματος. Επιπλέον, ισχυρίζεται ότι μόνον οι φορείς που είναι επιφορτισμένοι με τη διαχείριση των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης των κρατών μελών έχουν την ιδιότητα του «αρμόδιου φορέα» κατά την έννοια του εν λόγω κανονισμού.
25 Με απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 2023, το Trgovački sud u Zagrebu (εμποροδικείο Ζάγκρεμπ) έκανε δεκτή την αγωγή του ομόσπονδου κράτους της Βαυαρίας. Κατά της αποφάσεως αυτής η Euroherc άσκησε έφεση ενώπιον του Visoki trgovački sud (εφετείου εμπορικών διαφορών, Κροατία), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου.
26 Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, πρώτον, αν ένας εργοδότης, όπως το ομόσπονδο κράτος της Βαυαρίας, εμπίπτει στην έννοια του «αρμόδιου φορέα» κατά το άρθρο 1 του κανονισμού 883/2004. Δεύτερον, διερωτάται αν η έννοια των «παροχών ασθένειας» κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του ίδιου κανονισμού περιλαμβάνει τις αποδοχές ασθένειας που καταβάλλονται λόγω προσωρινής ανικανότητας του εργαζομένου προς εργασία κατά τη διάρκεια αναρρωτικής άδειας συνεπεία ατυχήματος το οποίο συνέβη σε άλλο κράτος μέλος και το οποίο δεν συνιστά ούτε εργατικό ατύχημα ούτε επαγγελματική ασθένεια. Τρίτον, διερωτάται αν μια εταιρία ασφάλισης αστικής ευθύνης από αυτοκίνητα οχήματα, όπως η Euroherc, μπορεί να υποχρεωθεί να επιστρέψει τα ποσά των αποδοχών ασθένειας που κατέβαλε στο θύμα ο εργοδότης του, όπως αυτά που κατέβαλε στον Χ το ομόσπονδο κράτος της Βαυαρίας.
27 Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στα ως άνω ερωτήματα, το αιτούν δικαστήριο διατηρεί επίσης αμφιβολίες ως προς την ερμηνεία του άρθρου 85, παράγραφος 1, του κανονισμού 883/2004. Επισημαίνει ότι, κατά το κροατικό δίκαιο, στην περίπτωση κατά την οποία εργαζόμενος λαμβάνει παροχές ασθένειας από τον εργοδότη του, ο εργοδότης δεν έχει κανένα δικαίωμα αναγωγής κατά του ζημιώσαντος ή του ασφαλιστή του τελευταίου. Περαιτέρω, ο εργοδότης δεν μπορεί ούτε να υποκατασταθεί στα δικαιώματα του θύματος έναντι του ζημιώσαντος ή του ασφαλιστή αυτού. Το αιτούν δικαστήριο προσθέτει ότι η πρόσφατη νομολογία του Vrhovni sud (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Κροατία) επιβεβαιώνει ότι ένα τέτοιο δικαίωμα αποζημίωσης πρέπει να προβλέπεται ρητώς στον νόμο και ότι καμία διάταξη του νόμου περί ασφάλισης υγείας δεν αναγνωρίζει στον εργοδότη το δικαίωμα να στραφεί αναγωγικά κατά του ζημιώσαντος ή του ασφαλιστή αυτού προκειμένου να του επιστραφούν οι αποδοχές ασθένειας που κατέβαλε σε εργαζόμενό του λόγω της επελθούσας προσωρινής ανικανότητάς του προς εργασία.
28 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Visoki trgovački sud (εφετείο εμπορικών διαφορών) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχει το άρθρο 85, παράγραφος 1, του [κανονισμού 883/2004] την έννοια ότι εργοδότης ο οποίος, ως υπεύθυνος φορέας για τη χορήγηση παροχών κοινωνικής ασφάλισης, κατέβαλε σε εργαζόμενό του παροχές ασθένειας λόγω ζημίας που ο τελευταίος υπέστη από γεγονότα τα οποία συνέβησαν σε άλλο κράτος μέλος μπορεί να στραφεί αναγωγικά κατά του τρίτου ο οποίος υποχρεούται σε αποκατάσταση της ζημίας ή του ασφαλιστή της αστικής ευθύνης του τελευταίου μόνον εφόσον το δίκαιο του κράτους μέλος όπου επήλθε η ζημία παρέχει νομική βάση για την επιδίωξη μιας τέτοιας αποζημίωσης;»
Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
29 Με απόφαση του Προέδρου του Δικαστηρίου της 3ης Οκτωβρίου 2024, η διαδικασία στην υπό κρίση υπόθεση ανεστάλη έως την έκδοση της αποφάσεως στην υπόθεση C‑7/24. Κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως της 12ης Ιουνίου 2025, Deutsche Rentenversicherung Nord και BG Verkehr (C‑7/24, EU:C:2025:439), η διαδικασία αυτή επαναλήφθηκε με απόφαση του Προέδρου του Δικαστηρίου της 18ης Ιουνίου 2025.
30 Με έγγραφο της 18ης Ιουνίου 2025, το Δικαστήριο κοινοποίησε την ανωτέρω απόφαση στο αιτούν δικαστήριο ζητώντας του να διευκρινίσει εάν, λαμβανομένης υπόψη της αποφάσεως αυτής, ενέμενε στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως.
31 Με έγγραφο που περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 22 Ιουλίου 2025, το αιτούν δικαστήριο δήλωσε ότι εμμένει στην αίτησή του. Διευκρίνισε ότι η υπό κρίση υπόθεση εγείρει ζητήματα ερμηνείας του άρθρου 1, στοιχείο ιζʹ, σημείο iv, και του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 883/2004, τα οποία το Δικαστήριο δεν εξέτασε στην εν λόγω απόφαση, δεδομένου ότι, στην υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιόν του, αφενός, η ανικανότητα προς εργασία δεν οφείλεται σε εργατικό ατύχημα ή επαγγελματική ασθένεια και, αφετέρου, η αξίωση επιστροφής των καταβληθεισών παροχών προβάλλεται από τον εργοδότη του ζημιωθέντος.
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
32 Με το προδικαστικό ερώτημα, όπως αυτό διευκρινίστηκε με την απάντησή του στην ερώτηση του Δικαστηρίου που μνημονεύθηκε στη σκέψη 31 της παρούσας αποφάσεως, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί, αφενός, αν κατ’ ορθή ερμηνεία του άρθρου 1, στοιχείο ιζʹ, σημείο iv, του κανονισμού 883/2004 εμπίπτει στην έννοια του «αρμόδιου φορέα», κατά τη διάταξη αυτή, ο εγκατεστημένος σε ένα κράτος μέλος εργοδότης ο οποίος κατέβαλε σε εργαζόμενό του, λόγω προσωρινής ανικανότητας του τελευταίου προς εργασία, αποδοχές ασθένειας κατά τη διάρκεια αναρρωτικής άδειας συνεπεία ατυχήματος το οποίο συνέβη σε άλλο κράτος μέλος και το οποίο δεν συνιστά ούτε εργατικό ατύχημα ούτε επαγγελματική ασθένεια, και, αφετέρου, αν το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του ίδιου κανονισμού έχει την έννοια ότι οι εν λόγω αποδοχές ασθένειας συνιστούν «παροχές ασθένειας» κατά τη συγκεκριμένη διάταξη. Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στα δύο πρώτα ζητήματα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, περαιτέρω, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 85, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού έχει την έννοια ότι εργοδότης ο οποίος, ως υπεύθυνος φορέας για τη χορήγηση παροχών κοινωνικής ασφάλισης, κατέβαλε σε εργαζόμενό του παροχές ασθένειας λόγω ζημίας που ο τελευταίος υπέστη σε άλλο κράτος μέλος μπορεί να ζητήσει από τον τρίτο υπεύθυνο ή τον ασφαλιστή του τελευταίου την επιστροφή των παροχών αυτών μόνον εφόσον το δίκαιο του κράτους μέλος όπου επήλθε η ζημία παρέχει νομική βάση για την επιδίωξη της επιστροφής τους.
33 Υπενθυμίζεται, πρώτον, ότι, σύμφωνα με το άρθρο 1, στοιχείο ιζʹ, σημείο iv, του κανονισμού 883/2004, ως «αρμόδιος φορέας» κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως νοείται, μεταξύ άλλων, «εάν πρόκειται για σύστημα που αφορά στις υποχρεώσεις του εργοδότη σχετικά με τις παροχές που προβλέπονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1, είτε ο εργοδότης ή ο ασφαλιστής που τον υποκαθιστά είτε, ελλείψει αυτού, ο οργανισμός ή η αρχή που έχει ορισθεί από την αρμόδια αρχή του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους».
34 Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι ένας εργοδότης μπορεί να θεωρηθεί ως «αρμόδιος φορέας» κατά την έννοια της διατάξεως αυτής εφόσον οφείλει, δυνάμει ορισμένου συστήματος, να διασφαλίζει την καταβολή παροχών που απαριθμούνται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού.
35 Δεύτερον, πρέπει να προσδιοριστεί το πεδίο εφαρμογής των παροχών που προβλέπονται στο άρθρο 3, παράγραφος 1. Σύμφωνα με το στοιχείο αʹ της εν λόγω διατάξεως, ο κανονισμός εφαρμόζεται «στις νομοθεσίες που αφορούν τους κλάδους κοινωνικής ασφάλισης που έχουν σχέση με [...] παροχές ασθένειας».
36 Συναφώς, το άρθρο 9 του εν λόγω κανονισμού ορίζει ότι «[τ]α κράτη μέλη κοινοποιούν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή εγγράφως [...] τη νομοθεσία και τα συστήματα που αναφέρονται στο άρθρο 3».
37 Εν προκειμένω, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κοινοποίησε, δυνάμει του άρθρου 9 του κανονισμού 883/2004, την εξακολούθηση της καταβολής αποδοχών σε περίπτωση προσωρινής ανικανότητας προς εργασία ως «παροχή ασθένειας σε χρήμα» και δήλωσε τον εργοδότη ως «αρμόδιο φορέα» κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο ιζʹ, σημείο iv, και του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του ίδιου κανονισμού.
38 Υπογραμμίζεται, εντούτοις, ότι η διάκριση μεταξύ των παροχών οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 883/2004 και των παροχών οι οποίες εξαιρούνται από αυτό στηρίζεται κατ’ ουσίαν στα συστατικά στοιχεία κάθε παροχής, ιδίως στον σκοπό και στις προϋποθέσεις χορηγήσεώς της, και όχι στο αν μια παροχή χαρακτηρίζεται από την εθνική νομοθεσία ως παροχή κοινωνικής ασφάλισης (απόφαση της 11ης Απριλίου 2024, Sozialministeriumservice, C‑116/23, EU:C:2024:292, σκέψη 32 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
39 Επομένως, από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι μια παροχή μπορεί να θεωρηθεί παροχή κοινωνικής ασφάλισης μόνον εάν, αφενός, χορηγείται στους δικαιούχους ανεξάρτητα από οποιαδήποτε εξατομικευμένη και κατά διακριτική ευχέρεια στάθμιση των ατομικών αναγκών, με βάση κατάσταση καθοριζόμενη από τον νόμο, και, αφετέρου, αναφέρεται σε έναν από τους κινδύνους οι οποίοι απαριθμούνται ρητώς στο άρθρο 3, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, οι δε δύο αυτές προϋποθέσεις πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς (απόφαση της 11ης Απριλίου 2024, Sozialministeriumservice, C‑116/23, EU:C:2024:292, σκέψη 33 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
40 H πρώτη από τις προϋποθέσεις αυτές πληρούται εφόσον η παροχή χορηγείται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων των οποίων η συνδρομή παρέχει δικαίωμα λήψεώς της, χωρίς η αρμόδια αρχή να δύναται να λάβει υπόψη άλλες υποκειμενικές περιστάσεις (απόφαση της 11ης Απριλίου 2024, Sozialministeriumservice, C‑116/23, EU:C:2024:292, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
41 Εν προκειμένω, η εξακολούθηση, στη Γερμανία, της καταβολής αποδοχών σε περίπτωση προσωρινής ανικανότητας προς εργασία φαίνεται να εξαρτάται από αντικειμενικά κριτήρια τα οποία, εφόσον πληρούνται, παρέχουν δικαίωμα λήψεως της σχετικής παροχής, χωρίς ο εργοδότης να δύναται να λάβει υπόψη άλλες υποκειμενικές περιστάσεις που συντρέχουν στο πρόσωπο του εργαζομένου του πέραν εκείνων που προκάλεσαν την ανικανότητά του. Επομένως, η πρώτη από τις δύο προϋποθέσεις συντρέχει, υπό την επιφύλαξη των εξακριβώσεων στις οποίες οφείλει να προβεί το αιτούν δικαστήριο.
42 Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, η έννοια των «παροχών ασθένειας» κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του ως άνω κανονισμού αναφέρεται στις παροχές που έχουν ως ουσιαστικό σκοπό τη θεραπεία του ασθενούς, με την παροχή σε αυτόν της αναγκαίας λόγω της καταστάσεώς του περιθάλψεως, και καλύπτουν, επομένως, τον κίνδυνο που συνδέεται με παθολογική κατάσταση (πρβλ. απόφαση της 11ης Απριλίου 2024, Sozialministeriumservice, C‑116/23, EU:C:2024:292, σκέψη 36 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
43 Συναφώς, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η εξακολούθηση της καταβολής αποδοχών σε περίπτωση προσωρινής ανικανότητας προς εργασία ανάγεται στον κίνδυνο που συνδέεται με παθολογική κατάσταση, καθόσον διασφαλίζει ότι τα εισοδήματα του εργαζομένου που βρίσκεται σε αναρρωτική άδεια κατά τη διάρκεια της προσωρινής ανικανότητάς του προς εργασία θα διατηρηθούν προκειμένου, μεταξύ άλλων, αυτός να αναπαυθεί και να λάβει την αναγκαία λόγω της καταστάσεως της υγείας του περίθαλψη.
44 Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έκρινε, εν συνόψει, στις σκέψεις 15 έως 19 της αποφάσεως της 3ης Ιουνίου 1992, Paletta (C‑45/90, EU:C:1992:236), εξετάζοντας γερμανική νομοθεσία προγενέστερη του γερμανικού νόμου περί εξακολούθησης της καταβολής αποδοχών, ότι μια τέτοια παροχή, η οποία συνίστανται στην εξακολούθηση της καταβολής των αποδοχών του εργαζομένου σε περίπτωση ασθένειας, πληροί τις δύο προϋποθέσεις που υπομνήσθηκαν στη σκέψη 39 της παρούσας αποφάσεως και πρέπει, ως εκ τούτου, να θεωρηθεί ως «παροχή ασθενείας» κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 118/97 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 1996 (ΕΕ 1997, L 28, σ. 1), ήτοι της διατάξεως την οποία αντικατέστησε το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 883/2004.
45 Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, υπό την επιφύλαξη των εξακριβώσεων στις οποίες οφείλει να προβεί το αιτούν δικαστήριο, αποτελούν «παροχές ασθένειας» κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 883/2004, οι παροχές, όπως οι αποδοχές ασθένειας που καταβλήθηκαν στον Χ, οι οποίες συνίστανται στην εξακολούθηση της καταβολής αποδοχών και οι οποίες χορηγούνται, σε ένα κράτος μέλος, λόγω προσωρινής ανικανότητας του εργαζομένου προς εργασία, κατά τη διάρκεια αναρρωτικής άδειας συνεπεία ατυχήματος το οποίο συνέβη σε άλλο κράτος μέλος και το οποίο δεν συνιστά ούτε εργατικό ατύχημα ούτε επαγγελματική ασθένεια. Επομένως, ο εργοδότης που κατέβαλε τέτοια παροχή πρέπει να θεωρηθεί ως «αρμόδιος φορέας» κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο ιζʹ, σημείο iv, του κανονισμού 883/2004.
46 Τρίτον, όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 85, παράγραφος 1, του κανονισμού 883/2004, υπενθυμίζεται, κατά πρώτον, ότι σκοπός της συγκεκριμένης διατάξεως είναι να παράσχει τη δυνατότητα σε φορέα κοινωνικής ασφάλισης κράτους μέλους ο οποίος κατέβαλε παροχές κοινωνικής ασφάλισης κατόπιν ζημίας επελθούσας σε άλλο κράτος μέλος να ασκήσει κατά του τρίτου που ευθύνεται για τη ζημία τα μέσα ένδικης προστασίας τα οποία προβλέπονται από το δίκαιο που ο φορέας αυτός εφαρμόζει, είτε πρόκειται για αναγωγή και υποκατάσταση είτε για ευθεία αγωγή. Το δικαίωμα που παρέχεται κατ’ αυτόν τον τρόπο στους εθνικούς φορείς κοινωνικής ασφάλισης αποτελεί το λογικό και δίκαιο συμπλήρωμα της επέκτασης των υποχρεώσεων των φορέων αυτών στο σύνολο του εδάφους της Ένωσης, επέκταση η οποία απορρέει από τις διατάξεις του κανονισμού (απόφαση της 12ης Ιουνίου 2025, Deutsche Rentenversicherung Nord και BG Verkehr, C‑7/24, EU:C:2025:439, σκέψη 28 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
47 Συνεπώς, η ως άνω διάταξη συνιστά κανόνα σύγκρουσης νόμων ο οποίος επιβάλλει στο εθνικό δικαστήριο που εκδικάζει αγωγή αποζημίωσης κατά του ζημιώσαντος την υποχρέωση να εφαρμόσει το δίκαιο του κράτους μέλους του υπεύθυνου για χορήγηση παροχών φορέα όχι μόνο για να προσδιορίσει αν ο φορέας αυτός υποκαθίσταται εκ του νόμου στα δικαιώματα του θύματος ή των εξ αυτού ελκόντων δικαιώματα, αλλά και για να προσδιορίσει τη φύση και το περιεχόμενο των απαιτήσεων στις οποίες υποκαθίσταται ο φορέας αυτός (απόφαση της 12ης Ιουνίου 2025, Deutsche Rentenversicherung Nord και BG Verkehr, C‑7/24, EU:C:2025:439, σκέψη 29 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
48 Ειδικότερα, αν το εθνικό δικαστήριο εφάρμοζε το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο επήλθε η ζημία προκειμένου να καθορίσει την έκταση του δικαιώματος του υπεύθυνου για χορήγηση παροχών φορέα να ασκήσει αγωγή εξ αναγωγής, θα μπορούσε να στερήσει, εν όλω ή εν μέρει, από το άρθρο 85, παράγραφος 1, του κανονισμού 883/2004 την πρακτική του αποτελεσματικότητα. Τούτο θα συνέβαινε, ειδικότερα, αν η νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο επήλθε η ζημία προέβλεπε ότι η αναγωγή με εκ του νόμου υποκατάσταση ή η ευθεία αγωγή δεν καλύπτει ορισμένα είδη απαιτήσεων τις οποίες ο οφειλέτης φορέας μπορεί να προβάλει, μέσω αναγωγής και υποκατάστασης ή ευθείας αγωγής, στο κράτος μέλος στο οποίο υπάγεται (απόφαση της 12ης Ιουνίου 2025, Deutsche Rentenversicherung Nord και BG Verkehr, C‑7/24, EU:C:2025:439, σκέψη 30 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
49 Επομένως, η ύπαρξη του δικαιώματος υποκατάστασης στο πρόσωπο του υπεύθυνου για χορήγηση παροχών φορέα –εν προκειμένω, του ομόσπονδου κράτους της Βαυαρίας– καθώς και η φύση και η έκταση των απαιτήσεων στις οποίες αυτός υποκαθίσταται καθορίζονται από το δίκαιο του κράτους μέλους του εν λόγω φορέα –και συνεπώς, εν προκειμένω, από το γερμανικό δίκαιο.
50 Κατά δεύτερον, πρέπει να διευκρινιστεί ότι το άρθρο 85, παράγραφος 1, του κανονισμού 883/2004 έχει, εντούτοις, ως μοναδικό σκοπό να διασφαλίσει ότι το δικαίωμα αναγωγής του οποίου μπορεί να απολαύει ο υπεύθυνος για χορήγηση παροχών φορέας δυνάμει της νομοθεσίας που αυτός εφαρμόζει αναγνωρίζεται από τα άλλα κράτη μέλη. Δεν αποβλέπει στην τροποποίηση των κανόνων βάσει των οποίων καθορίζεται αν και κατά πόσον θεμελιώνεται η εξωσυμβατική ευθύνη του τρίτου ζημιώσαντος. Το ζήτημα της ευθύνης του τρίτου εξακολουθεί να διέπεται από τους ουσιαστικούς κανόνες τους οποίους οφείλει κανονικά να εφαρμόσει το εθνικό δικαστήριο στο οποίο προσέφυγε το θύμα ή οι εξ αυτού έλκοντες δικαιώματα, δηλαδή, καταρχήν, από τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο επήλθε η ζημία (απόφαση της 12ης Ιουνίου 2025, Deutsche Rentenversicherung Nord και BG Verkehr, C‑7/24, EU:C:2025:439, σκέψη 32 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
51 Εντεύθεν προκύπτει ότι τα δικαιώματα του θύματος ή των εξ αυτού ελκόντων δικαιώματα έναντι του ζημιώσαντος καθώς και οι προϋποθέσεις άσκησης αγωγής αποζημίωσης ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο οποίο επήλθε η ζημία προσδιορίζονται από τη νομοθεσία του κράτους αυτού, συμπεριλαμβανομένων των εφαρμοστέων κανόνων του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου (απόφαση της 12ης Ιουνίου 2025, Deutsche Rentenversicherung Nord και BG Verkehr, C‑7/24, EU:C:2025:439, σκέψη 33 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
52 Ο υπεύθυνος για χορήγηση παροχών φορέας μπορεί να υποκατασταθεί μόνο στα κατ’ αυτόν τον τρόπο προσδιορισθέντα δικαιώματα. Πράγματι, μια τέτοια υποκατάσταση δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια τη δημιουργία, υπέρ του δικαιούχου των παροχών, πρόσθετων δικαιωμάτων έναντι τρίτων (απόφαση της 12ης Ιουνίου 2025, Deutsche Rentenversicherung Nord και BG Verkehr, C‑7/24, EU:C:2025:439, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
53 Κατά τρίτον, το δικαίωμα υποκατάστασης καλύπτει, μεταξύ των αποζημιώσεων που αναγνωρίζονται στο θύμα ή στους εξ αυτού έλκοντες δικαιώματα από τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο επήλθε η ζημία, μόνον εκείνες που αντιστοιχούν στις παροχές οι οποίες καταβάλλονται από τον υπεύθυνο για χορήγηση παροχών φορέα, αποκλειομένων των αποζημιώσεων που επιδικάζονται για ηθική βλάβη ή σε συνάρτηση με άλλα στοιχεία ζημίας προσωπικού χαρακτήρα (απόφαση της 12ης Ιουνίου 2025, Deutsche Rentenversicherung Nord και BG Verkehr, C‑7/24, EU:C:2025:439, σκέψη 35 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
54 Ως εκ τούτου, το δικαίωμα υποκατάστασης που προβλέπεται από τη νομοθεσία κράτους μέλους για παροχή καταβαλλόμενη δυνάμει της ίδιας νομοθεσίας, κατά την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 1, του κανονισμού 883/2004, μπορεί να επεκταθεί σε παροχή προβλεπόμενη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο έλαβαν χώρα τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία ανέκυψε γεγονός γενεσιουργό της ζημίας, όπως το τροχαίο ατύχημα, μόνον όταν αμφότερες οι παροχές είναι αρκούντως παρεμφερείς ως προς το αντικείμενο και τους σκοπούς τους (πρβλ. απόφαση της 12ης Ιουνίου 2025, Deutsche Rentenversicherung Nord και BG Verkehr, C‑7/24, EU:C:2025:439, σκέψη 43 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
55 Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει ότι το κροατικό δίκαιο δεν παρέχει στον εργοδότη το δικαίωμα να αξιώσει από τον τρίτο υπεύθυνο για τη ζημία ή από τον ασφαλιστή αυτού την επιστροφή των ποσών αποδοχών ασθένειας που κατέβαλε σε εργαζόμενό του λόγω της προσωρινής ανικανότητας του τελευταίου προς εργασία, ούτε αναγνωρίζει στον εργαζόμενο αυτόν το δικαίωμα να αξιώσει εκείνος από τον τρίτο υπεύθυνο ή τον ασφαλιστή αυτού την καταβολή των εν λόγω ποσών, ώστε ο εργοδότης να μπορεί να υποκατασταθεί στο σχετικό δικαίωμα.
56 Ειδικότερα, από την κροατική νομοθεσία περί ασφάλισης αυτοκινήτων οχημάτων και περί ασφάλισης υγείας, όπως αυτή παρατέθηκε από το αιτούν δικαστήριο, καθώς και από τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν στο Δικαστήριο η Δημοκρατία της Κροατίας και η Επιτροπή, προκύπτει ότι, βάσει του κροατικού δικαίου, ο εργοδότης καταβάλλει στους εργαζομένους του, εξ ιδίων πόρων, αποδοχές ασθένειας από την 1η έως την 42η ημέρα της προσωρινής ανικανότητας προς εργασία. Αντιθέτως, από την 43η ημέρα της προσωρινής ανικανότητας προς εργασία, ο Οργανισμός, ο οποίος είναι αρμόδιος για την υποχρεωτική ασφάλιση υγείας στην Κροατία, οφείλει να επιστρέψει στον εργοδότη, κατόπιν σχετικής αιτήσεώς του, τα ποσά των αποδοχών ασθένειας που αυτός καταβάλλει και τα οποία οφείλονται από την ημέρα εκείνη. Στη συνέχεια, ο εν λόγω Οργανισμός οφείλει, με τη σειρά του, να αξιώσει από τον ζημιώσαντα ή από τον ασφαλιστή αυτού την επιστροφή των ποσών που κατέβαλε στον εργοδότη κατά τα ανωτέρω.
57 Επομένως, ενώ για το χρονικό διάστημα από την 1η έως την 42η ημέρα της προσωρινής ανικανότητας προς εργασία η κροατική νομοθεσία δεν αναγνωρίζει στον εργοδότη κανένα δικαίωμα να αξιώσει από τον ζημιώσαντα ή από τον ασφαλιστή αυτού να του επιστρέψουν τα ποσά των αποδοχών ασθένειας που κατέβαλε στον εργαζόμενό του, από την 43η ημέρα της προσωρινής ανικανότητας ο εργοδότης μπορεί να επιτύχει την επιστροφή των σχετικών ποσών από τον Οργανισμό, στον οποίο απόκειται στη συνέχεια να αξιώσει την επιστροφή των καταβληθέντων στον εργοδότη ποσών από τον ζημιώσαντα και, ενδεχομένως, από τον ασφαλιστή αυτού.
58 Εν προκειμένω, όπως παρατηρεί η Επιτροπή, το άρθρο 3 του γερμανικού νόμου περί εξακολούθησης της καταβολής αποδοχών φαίνεται να περιορίζει στις 6 εβδομάδες, ήτοι στις 42 ημέρες, το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο Γερμανός εργοδότης υποχρεούται να καταβάλλει αποδοχές ασθένειας στον εργαζόμενό του σε περίπτωση προσωρινής ανικανότητας του τελευταίου προς εργασία λόγω ασθένειας. Επομένως, το αντικείμενο της αγωγής της κύριας δίκης φαίνεται να περιορίζεται στις αποδοχές ασθένειας που καταβλήθηκαν στον X από την 1η έως την 42η ημέρα της προσωρινής ανικανότητάς του προς εργασία, πράγμα που εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει. Υπό τα δεδομένα αυτά, η υποκατάσταση την οποία επικαλείται το ομόσπονδο κράτος της Βαυαρίας στηριζόμενο στο άρθρο 85, παράγραφος 1, του κανονισμού 883/2004 δεν μπορεί, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 52 της παρούσας αποφάσεως, να έχει ως συνέπεια τη δημιουργία, υπέρ του X, πρόσθετων δικαιωμάτων, μη προβλεπόμενων από το κροατικό δίκαιο, έναντι του τρίτου ο οποίος υποχρεούται σε αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από το ατύχημα ή του ασφαλιστή αυτού.
59 Αντιθέτως, από κανένα στοιχείο της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως δεν μπορεί να συναχθεί ότι η διαφορά της κύριας δίκης αφορά επίσης την επιστροφή ποσών αποδοχών ασθένειας καταβληθέντων πέραν της 42ης ημέρας της προσωρινής ανικανότητας προς εργασία, με συνέπεια το ζήτημα αν το ομόσπονδο κράτος της Βαυαρίας θα μπορούσε, σε περίπτωση που έχει καταβάλει τέτοιες αποδοχές, να αξιώσει την επιστροφή των ποσών τους από τον Οργανισμό (ο οποίος δεν είναι καν διάδικος της κύριας δίκης) ή από τον ασφαλιστή του τρίτου που υποχρεούται σε αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από το ατύχημα, να μην παρίσταται κρίσιμο για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης.
60 Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι:
– κατ’ ορθή ερμηνεία του άρθρου 1, στοιχείο ιζʹ, σημείο iv, του κανονισμού 883/2004 μπορεί να εμπίπτει στην έννοια του «αρμόδιου φορέα», κατά τη διάταξη αυτή, ο εργοδότης ο οποίος οφείλει, δυνάμει ενός συστήματος που αφορά τις υποχρεώσεις του, να διασφαλίζει την καταβολή παροχών που απαριθμούνται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού·
– κατ’ ορθή ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του ως άνω κανονισμού μπορεί να εμπίπτει στην έννοια της «παροχής ασθένειας», κατά τη διάταξη αυτή, η παροχή που συνίσταται στην εξακολούθηση της καταβολής αποδοχών και χορηγείται, σε ένα κράτος μέλος, λόγω προσωρινής ανικανότητας του εργαζομένου προς εργασία, κατά τη διάρκεια αναρρωτικής άδειας συνεπεία ατυχήματος το οποίο συνέβη σε άλλο κράτος μέλος και το οποίο δεν συνιστά ούτε εργατικό ατύχημα ούτε επαγγελματική ασθένεια· και
– το άρθρο 85, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού έχει την έννοια ότι εργοδότης ο οποίος, ως υπεύθυνος φορέας για τη χορήγηση παροχών κοινωνικής ασφάλισης, κατέβαλε σε εργαζόμενό του παροχές ασθένειας λόγω ζημίας που ο τελευταίος υπέστη σε άλλο κράτος μέλος μπορεί να ζητήσει από τον τρίτο υπεύθυνο ή τον ασφαλιστή του τελευταίου την επιστροφή των παροχών αυτών μόνον εφόσον το δίκαιο του κράτους μέλους όπου επήλθε η ζημία παρέχει νομική βάση για την επιστροφή τους ή για την επιστροφή παροχών παρεμφερών ως προς το αντικείμενο και τους σκοπούς τους.
Επί των δικαστικών εξόδων
61 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (ένατο τμήμα) αποφαίνεται:
Κατ’ ορθή ερμηνεία του άρθρου 1, στοιχείο ιζʹ, σημείο iv, του κανονισμού (ΕΚ) 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για το συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (EΕ) 465/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2012, μπορεί να εμπίπτει στην έννοια του «αρμόδιου φορέα», κατά τη διάταξη αυτή, ο εργοδότης ο οποίος οφείλει, δυνάμει ενός συστήματος που αφορά τις υποχρεώσεις του, να διασφαλίζει την καταβολή παροχών που απαριθμούνται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, όπως τροποποιήθηκε.
Κατ’ ορθή ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 883/2004, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 465/2012, μπορεί να εμπίπτει στην έννοια της «παροχής ασθένειας», κατά τη διάταξη αυτή, η παροχή που συνίσταται στην εξακολούθηση της καταβολής αποδοχών και χορηγείται, σε ένα κράτος μέλος, λόγω προσωρινής ανικανότητας του εργαζομένου προς εργασία, κατά τη διάρκεια αναρρωτικής άδειας συνεπεία ατυχήματος το οποίο συνέβη σε άλλο κράτος μέλος και το οποίο δεν συνιστά ούτε εργατικό ατύχημα ούτε επαγγελματική ασθένεια.
Το άρθρο 85, παράγραφος 1, του κανονισμού 883/2004, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 465/2012, έχει την έννοια ότι εργοδότης ο οποίος, ως υπεύθυνος φορέας για τη χορήγηση παροχών κοινωνικής ασφάλισης, κατέβαλε σε εργαζόμενό του παροχές ασθένειας λόγω ζημίας που ο τελευταίος υπέστη σε άλλο κράτος μέλος μπορεί να ζητήσει από τον τρίτο υπεύθυνο ή τον ασφαλιστή του τελευταίου την επιστροφή των παροχών αυτών μόνον εφόσον το δίκαιο του κράτους μέλους όπου επήλθε η ζημία παρέχει νομική βάση για την επιστροφή τους ή για την επιστροφή παροχών παρεμφερών ως προς το αντικείμενο και τους σκοπούς τους.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η κροατική.