ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)

της 5ης Ιουνίου 2025 ( *1 )

«Προδικαστική παραπομπή – Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης – Πολιτική ασύλου – Καθεστώς πρόσφυγα ή καθεστώς επικουρικής προστασίας – Οδηγία 2011/95/ΕΕ – Άρθρο 3 – Ευνοϊκότερες διατάξεις – Επικουρική προστασία – Λόγος που δεν σχετίζεται με την κατάσταση στη χώρα καταγωγής – Λογική της διεθνούς προστασίας»

Στην υπόθεση C‑349/24 [Nuratau] ( i ),

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Krajský soud v Brně (περιφερειακό δικαστήριο Brno, Τσεχική Δημοκρατία) με απόφαση της 9ης Μαΐου 2024, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 13 Μαΐου 2024, στο πλαίσιο της δίκης

Α.Β.

κατά

Ministerstvo vnitra, Odbor azylové a migrační politiky,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),

συγκείμενο από τους Κ. Λυκούργο (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, S. Rodin, N. Piçarra, O. Spineanu-Matei και N. Fenger, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: J. Richard de la Tour

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

ο A.B., εκπροσωπούμενος από την A. Žemla, advokátka,

η Τσεχική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την A. Edelmannová, τον M. Smolek και τον J. Vláčil,

η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τη F. Blanc-Simonetti, τον M. Debieuvre και τον M. Salyková,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 3 της οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (ΕΕ 2011, L 337, σ. 9).

2

Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του A.B., υπηκόου τρίτης χώρας, και του Ministerstvo vnitra, Odbor azylové a migrační politiky (Υπουργείου Εσωτερικών, τμήμα πολιτικής για το άσυλο και τη μετανάστευση, Τσεχική Δημοκρατία) (στο εξής: Υπουργείο), με αντικείμενο απόφαση με την οποία το Υπουργείο απέρριψε την αίτηση του A.B. για τη χορήγηση διεθνούς προστασίας.

Το νομικό πλαίσιο

Το δίκαιο της Ένωσης

Η οδηγία 2008/115/ΕΕ

3

Το άρθρο 5 της οδηγίας 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών (ΕΕ 2008, L 348, σ. 98), ορίζει τα εξής:

«Κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη λαμβάνουν δεόντως υπόψη:

α)

τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού,

β)

την οικογενειακή ζωή,

γ)

την κατάσταση της υγείας του συγκεκριμένου υπηκόου τρίτης χώρας,

και τηρούν την αρχή της μη επαναπροώθησης.»

Η οδηγία 2011/95/ΕΕ

4

Η αιτιολογική σκέψη 14 της οδηγίας 2011/95 έχει ως εξής:

«Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να θεσπίζουν ή να διατηρούν σε ισχύ περισσότερο ευνοϊκές διατάξεις σε σχέση με τις απαιτήσεις που ορίζονται στην παρούσα οδηγία για τους υπηκόους τρίτων χωρών ή τους ανιθαγενείς που αιτούνται διεθνή προστασία από κράτος μέλος, οσάκις το εν λόγω αίτημα νοείται ως στηριζόμενο στο γεγονός ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο είτε είναι πρόσφυγας […] είτε πρόσωπο που δικαιούται επικουρική προστασία.»

5

Το άρθρο 2, στοιχεία δʹ και στʹ, της οδηγίας αυτής διευκρινίζει τα εξής:

«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:

[…]

δ)

“πρόσφυγας”, ο υπήκοος τρίτης χώρας ο οποίος, συνεπεία βάσιμου φόβου δίωξης λόγω φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, πολιτικών πεποιθήσεων ή ιδιότητας μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, ευρίσκεται εκτός της χώρας της ιθαγένειάς του και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν επιθυμεί να θέσει εαυτόν υπό την προστασία της εν λόγω χώρας ή ο ανιθαγενής ο οποίος, ευρισκόμενος εκτός της χώρας της προηγούμενης συνήθους διαμονής του για τους ίδιους προαναφερθέντες λόγους, δεν είναι σε θέση ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτήν και στον οποίο δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 12·

[…]

στ)

“πρόσωπο που δικαιούται επικουρική προστασία”, ο υπήκοος τρίτης χώρας ή ο ανιθαγενής που δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να αναγνωρισθεί ως πρόσφυγας, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν ο ενδιαφερόμενος επιστρέψει στη χώρα της καταγωγής του ή, στην περίπτωση ανιθαγενούς, στη χώρα της προηγούμενης συνήθους διαμονής του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, όπως ορίζεται στο άρθρο 15, και στον οποίο δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 17 παράγραφοι 1 και 2, και που δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν επιθυμεί να θέσει εαυτόν υπό την προστασία της εν λόγω χώρας».

6

Το άρθρο 3 της εν λόγω οδηγίας προβλέπει τα ακόλουθα:

«Τα κράτη μέλη δύνανται να θεσπίζουν ή να διατηρούν σε ισχύ ευνοϊκότερες διατάξεις για να καθορίζουν το ποιος δικαιούται να θεωρηθεί πρόσφυγας ή πρόσωπο που δικαιούται επικουρική προστασία και το περιεχόμενο της διεθνούς προστασίας, υπό την προϋπόθεση ότι οι διατάξεις αυτές συνάδουν με την παρούσα οδηγία.»

7

Το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της ίδιας οδηγίας ορίζει τα εξής:

«Η αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας θα πρέπει να γίνεται σε εξατομικευμένη βάση και να περιλαμβάνει τη συνεκτίμηση:

α)

όλων των συναφών στοιχείων που σχετίζονται με τη χώρα καταγωγής κατά τον χρόνο λήψης απόφασης σχετικά με την αίτηση, συμπεριλαμβανομένων των νόμων και των κανονισμών στη χώρα καταγωγής και του τρόπου εφαρμογής τους».

8

Το άρθρο 6 της οδηγίας 2011/95 ορίζει τα εξής:

«Στους υπεύθυνους δίωξης ή σοβαρής βλάβης συμπεριλαμβάνονται:

α)

το κράτος·

β)

ομάδες ή οργανώσεις που ελέγχουν το κράτος ή σημαντικό μέρος του εδάφους του κράτους·

γ)

μη κρατικοί υπεύθυνοι, εάν μπορεί να καταδειχθεί ότι οι υπεύθυνοι που αναφέρονται υπό στοιχεία α) και β), περιλαμβανομένων των διεθνών οργανισμών, δεν είναι σε θέση ή δεν επιθυμούν να παράσχουν προστασία κατά της δίωξης ή της σοβαρής βλάβης, όπως ορίζεται με το άρθρο 7.»

9

Το άρθρο 8, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας ορίζει τα εξής:

«Στα πλαίσια της αξιολόγησης των αιτήσεων διεθνούς προστασίας, τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν ότι ο αιτών δεν χρήζει διεθνούς προστασίας εάν σε τμήμα της χώρας καταγωγής:

α)

δεν υπάρχει βάσιμος φόβος ότι θα υποστεί δίωξη ή ότι διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ή

β)

έχει πρόσβαση σε προστασία κατά της δίωξης ή της σοβαρής βλάβης […]

και μπορεί νόμιμα και με ασφάλεια να ταξιδέψει και να γίνει δεκτός σε εκείνο το τμήμα της χώρας και μπορεί λογικά να αναμένεται να εγκατασταθεί εκεί.»

10

Το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της εν λόγω οδηγίας προβλέπει τα εξής:

«Κατά την αξιολόγηση των λόγων της δίωξης, τα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη τα ακόλουθα στοιχεία:

[…]

δ)

η ομάδα θεωρείται ως ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα όταν, μεταξύ άλλων:

τα μέλη της ομάδας αυτής έχουν κοινά εγγενή χαρακτηριστικά ή κοινό ιστορικό παρελθόν το οποίο δεν μπορεί να μεταβληθεί ή έχουν από κοινού χαρακτηριστικά ή πεποιθήσεις τόσο θεμελιώδους σημασίας για την ταυτότητα ή τη συνείδηση ώστε ένα πρόσωπο να μην πρέπει να αναγκάζεται να τις αποκηρύξει και

η ομάδα έχει ιδιαίτερη ταυτότητα στην οικεία χώρα, διότι γίνεται αντιληπτή ως διαφορετική ομάδα από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο.

Ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής μια ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα μπορεί να περιλαμβάνει ομάδα που βασίζεται στο κοινό χαρακτηριστικό του γενετήσιου προσανατολισμού. Ο γενετήσιος προσανατολισμός δεν μπορεί να νοηθεί ως περιλαμβάνων πράξεις θεωρούμενες αξιόποινες κατά το εθνικό δίκαιο των κρατών μελών. […]»

11

Το άρθρο 15 της ίδιας οδηγίας έχει ως εξής:

«Η σοβαρή βλάβη συνίσταται σε:

α)

θανατική ποινή ή εκτέλεση· ή

β)

βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτούντος στη χώρα καταγωγής του· ή

γ)

σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης ασκήσεως βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.»

Το τσεχικό δίκαιο

12

Το άρθρο 14a του zákon č. 325/1999 Sb. o azylu (νόμου 325/1999 Sb. περί ασύλου), της 11ης Νοεμβρίου 1999, όπως ίσχυε έως τις 30 Ιουνίου 2023 (στο εξής: νόμος περί ασύλου), όριζε τα εξής:

«1.   Χορηγείται επικουρική προστασία στον αλλοδαπό ο οποίος δεν πληροί τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση ασύλου, αν, στο πλαίσιο της διαδικασίας χορήγησης διεθνούς προστασίας, αποδειχθεί, αφενός, ότι αυτός έχει βάσιμους λόγους να φοβάται ότι, σε περίπτωση επιστροφής στο κράτος του οποίου έχει την ιθαγένεια ή στο κράτος στο οποίο είχε την τελευταία μόνιμη διαμονή του, εφόσον πρόκειται για ανιθαγενή, θα εκτεθεί σε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια της παραγράφου 2, και, αφετέρου, ότι, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν μπορεί να τύχει της προστασίας του κράτους του οποίου έχει την ιθαγένεια ή στο οποίο βρίσκεται η τελευταία μόνιμη διαμονή του ή ότι δεν επιθυμεί να τύχει της προστασίας αυτής.

2.   Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου, νοείται ως σοβαρή βλάβη:

a)

η θανατική ποινή ή η εκτέλεση,

b)

τα βασανιστήρια ή η απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτούντος διεθνή προστασία,

c)

η σοβαρή απειλή κατά της ζωής ή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας αμάχου λόγω αδιάκριτης ασκήσεως βίας σε καταστάσεις εσωτερικής ή διεθνούς ένοπλης σύρραξης,

d)

η αντίθεση της απομάκρυνσης του αλλοδαπού προς τις διεθνείς υποχρεώσεις της Τσεχικής Δημοκρατίας.»

Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

13

Ο A.B. αφίχθη στην Τσεχική Δημοκρατία τον Ιούλιο του 2006. Η διαμονή του στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους ήταν νόμιμη κατά το μεγαλύτερο μέρος του χρονικού διαστήματος από την είσοδό του στο κράτος μέλος έως την απόρριψη, από τις τσεχικές αρχές, αίτησης για την παράταση ισχύος της άδειας διαμονής του, την οποία είχε υποβάλει τον Αύγουστο του 2018. Στη συνέχεια, τον Απρίλιο του 2019, ο A.B. υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας στο ίδιο κράτος μέλος.

14

Η ως άνω αίτηση διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε, για πρώτη φορά, με απόφαση του Υπουργείου εκδοθείσα τον Φεβρουάριο του 2020. Με απόφαση της 17ης Ιουνίου 2021, το Krajský soud v Praze (περιφερειακό δικαστήριο Πράγας, Τσεχική Δημοκρατία) ακύρωσε την πρώτη αυτή απόφαση.

15

Το Υπουργείο επανεξέτασε την αίτηση διεθνούς προστασίας που είχε υποβάλει ο A.B. και την απέρριψε, για δεύτερη φορά, με απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 2022. Με απόφαση της 17ης Μαΐου 2023, το Krajský soud v Brně (περιφερειακό δικαστήριο Brno, Τσεχική Δημοκρατία), το οποίο είναι το αιτούν δικαστήριο, ακύρωσε τη δεύτερη ως άνω απόφαση.

16

Η αιτιολογία για την ακύρωση των δύο αυτών αποφάσεων στηριζόταν κατ’ ουσίαν στον ελλιπή χαρακτήρα των πληροφοριών που συνέλεξε το Υπουργείο σχετικά με την ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του A.B. και στη διαπίστωση ότι το Υπουργείο δεν είχε εξετάσει επαρκώς ορισμένα στοιχεία σχετικά με την ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του A.B., όπως η διάρκεια της διαμονής του στην Τσεχική Δημοκρατία, η ένταξή του στο εν λόγω κράτος μέλος, η κατάσταση της υγείας του, ο θάνατος της συζύγου του στο ίδιο κράτος μέλος ή ακόμη η απουσία κοινωνικών και οικογενειακών δεσμών στη χώρα καταγωγής του.

17

Με απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2023, το Υπουργείο απέρριψε για τρίτη φορά την αίτηση διεθνούς προστασίας που υπέβαλε ο Α.Β., κυρίως με την αιτιολογία ότι, κατά το πέρας της εξέτασης του συνόλου των κρίσιμων στοιχείων, κατέστη εμφανές ότι ο Α.Β. δεν είχε ισχυρούς κοινωνικούς ή προσωπικούς δεσμούς με την Τσεχική Δημοκρατία. Ο A.B. προσέφυγε κατά της τρίτης απόφασης ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.

18

Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι οι δικαστικές αποφάσεις της 17ης Ιουνίου 2021 και της 17ης Μαΐου 2023, όπως και η εκτίμηση του Υπουργείου, στηρίζονταν σε ερμηνεία του άρθρου 14a, παράγραφος 2, στοιχείο d, του νόμου περί ασύλου, την οποία ακολουθούσαν παγίως τα τσεχικά δικαστήρια. Κατά την ερμηνεία αυτή, η εν λόγω διάταξη είχε εφαρμογή σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες η απομάκρυνση του αιτούντος θα είχε ως αποτέλεσμα την παράβαση των διεθνών υποχρεώσεων της Τσεχικής Δημοκρατίας. Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη ερμηνεία, η ίδια διάταξη συνεπαγόταν, μεταξύ άλλων, τη χορήγηση επικουρικής προστασίας στους υπηκόους τρίτων χωρών οι οποίοι θα υφίσταντο προσβολή του δικαιώματός τους στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή σε περίπτωση απομάκρυνσης από την Τσεχική Δημοκρατία.

19

Εντούτοις, με διάταξη της 15ης Φεβρουαρίου 2024, το τμήμα μείζονος συνθέσεως του Nejvyšší správní soud (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, Τσεχική Δημοκρατία) υιοθέτησε διαφορετική ερμηνεία του άρθρου 14a, παράγραφος 2, στοιχείο d, του νόμου περί ασύλου. Συγκεκριμένα, το ως άνω δικαστήριο έκρινε ότι μπορεί να χορηγηθεί επικουρική προστασία, βάσει της συγκεκριμένης διάταξης, σε υπήκοο τρίτης χώρας μόνον αν αυτός, λόγω της απομάκρυνσής του, θα υποστεί στη χώρα καταγωγής του τις συνέπειες παράβασης των διεθνών υποχρεώσεων της Τσεχικής Δημοκρατίας. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τη διαφορετική αυτή ερμηνεία, η επικουρική προστασία δεν θα μπορεί πλέον να χορηγηθεί στον αιτούντα λόγω προσβολής της ιδιωτικής ή οικογενειακής ζωής του στην Τσεχική Δημοκρατία, σε περίπτωση απομάκρυνσης.

20

Το αιτούν δικαστήριο αμφιβάλλει ως προς τη συμβατότητα της ανωτέρω ερμηνείας με το άρθρο 3 της οδηγίας 2011/95. Ειδικότερα, εκτιμά ότι η εν λόγω ερμηνεία επιτρέπει τη χορήγηση διεθνούς προστασίας σε περιπτώσεις που δεν εμπίπτουν στην επικουρική προστασία, όπως αυτή ορίζεται στην οδηγία 2011/95, και βαίνουν πέραν των περιπτώσεων τις οποίες τα κράτη μέλη θα μπορούσαν να αποφασίσουν να υπαγάγουν στην επικουρική προστασία κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 3, το οποίο επιτρέπει στα κράτη μέλη να θεσπίζουν ευνοϊκότερες διατάξεις για τη χορήγηση της επικουρικής προστασίας, υπό την προϋπόθεση ότι οι διατάξεις αυτές είναι συμβατές με την ως άνω οδηγία.

21

Κατά συνέπεια, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι το άρθρο 14a, παράγραφος 2, στοιχείο d, του νόμου περί ασύλου είναι, εν πάση περιπτώσει, ασύμβατο προς την οδηγία 2011/95 και ότι δεν μπορεί να ερμηνευθεί σύμφωνα με αυτήν. Εντούτοις, η εν λόγω διάταξη δεν μπορεί να μείνει ανεφάρμοστη στην υπόθεση της κύριας δίκης, δεδομένου ότι δεν είναι δυνατή η άμεση εφαρμογή διάταξης οδηγίας εις βάρος ιδιώτη. Συνεπώς, σε περίπτωση που η ερμηνεία του άρθρου 14a, παράγραφος 2, στοιχείο d, του νόμου περί ασύλου, η οποία υιοθετήθηκε με τη διάταξη του τμήματος μείζονος συνθέσεως του Nejvyšší správní soud (Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου), της 15ης Φεβρουαρίου 2024, δεν είναι συμβατή με την οδηγία 2011/95, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι πρέπει να ερμηνεύσει τη διάταξη αυτή ακολουθώντας την προσέγγιση που είχαν υιοθετήσει τα τσεχικά δικαστήρια πριν εκδοθεί η ως άνω διάταξη του Nejvyšší správní soud (Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου).

22

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Krajský soud v Brně (περιφερειακό δικαστήριο Brno) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Έχει το άρθρο 3 της οδηγίας [2011/95] την έννοια ότι μπορεί να θεωρηθεί ευνοϊκότερη διάταξη για τον καθορισμό του ποιος δικαιούται να θεωρηθεί πρόσωπο που δικαιούται επικουρική προστασία, κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου, ρύθμιση κράτους μέλους η οποία επιτρέπει τη χορήγηση επικουρικής προστασίας σε αιτούντα διεθνή προστασία ακόμη και όταν υφίσταται πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης που δεν προβλέπεται στο άρθρο 15 της εν λόγω οδηγίας, συνιστάμενης στην απομάκρυνση του αιτούντος διεθνή προστασία από το κράτος μέλος, αντιθέτως προς τις διεθνείς υποχρεώσεις του οικείου κράτους μέλους, υπό την προϋπόθεση ταυτοχρόνως ότι η εν λόγω αντίθεση προς τις διεθνείς υποχρεώσεις του κράτους μέλους αφορά την κατάσταση στη χώρα καταγωγής του αιτούντος διεθνή προστασία;»

Επί του προδικαστικού ερωτήματος

23

Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο της κατά το άρθρο 267 ΣΛΕΕ διαδικασίας συνεργασίας μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, στο Δικαστήριο εναπόκειται να δώσει στο εθνικό δικαστήριο χρήσιμη απάντηση που να του παρέχει τη δυνατότητα να επιλύσει τη διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί. Υπό το πρίσμα αυτό, το Δικαστήριο μπορεί, εφόσον είναι αναγκαίο, να αναδιατυπώσει τα ερωτήματα που του υποβάλλονται. Συναφώς, αποτελεί έργο του Δικαστηρίου να συναγάγει, από το σύνολο των στοιχείων που του παρέχει το εθνικό δικαστήριο και ιδίως από το σκεπτικό της αποφάσεως περί παραπομπής, εκείνα τα στοιχεία του δικαίου της Ένωσης που χρήζουν ερμηνείας λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου της διαφοράς [πρβλ. αποφάσεις της 13ης Δεκεμβρίου 1984, Haug-Adrion, 251/83, EU:C:1984:397, σκέψη 9, και της 30ής Απριλίου 2024, M. N. (EncroChat), C‑670/22, EU:C:2024:372, σκέψη 78].

24

Εν προκειμένω, από τη διατύπωση του προδικαστικού ερωτήματος προκύπτει ότι το ερώτημα αυτό αφορά λόγο επικουρικής προστασίας σχετικό με την κατάσταση στη χώρα καταγωγής του αιτούντος διεθνή προστασία.

25

Εντούτοις, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, ο εξεταζόμενος λόγος επικουρικής προστασίας δεν αφορά την κατάσταση στη χώρα καταγωγής του αιτούντος διεθνή προστασία, αλλά τον κίνδυνο, για τον αιτούντα αυτόν, να υποστεί προσβολή του δικαιώματός του στην ιδιωτική ζωή λόγω της ρήξης των δεσμών μεταξύ του ιδίου και του κράτους μέλους που εξετάζει την αίτησή του για τη χορήγηση διεθνούς προστασίας, σε περίπτωση απομάκρυνσης προς τη χώρα καταγωγής.

26

Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι με το προδικαστικό ερώτημα ζητείται από το Δικαστήριο να κρίνει αν το άρθρο 3 της οδηγίας 2011/95 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στο να θεωρηθεί ως ευνοϊκότερη διάταξη, δυνάμενη να θεσπιστεί σύμφωνα με το άρθρο αυτό, εθνική ρύθμιση που προβλέπει τη χορήγηση επικουρικής προστασίας σε υπήκοο τρίτης χώρας ο οποίος, αν απομακρυνόταν προς τη χώρα καταγωγής του, θα διέτρεχε πραγματικό κίνδυνο να υποστεί προσβολή του δικαιώματός του στην ιδιωτική ζωή λόγω της ρήξης των δεσμών του με το κράτος μέλος που εξετάζει την αίτηση διεθνούς προστασίας.

27

Κατά το άρθρο 2, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2011/95, πρέπει να χορηγείται επικουρική προστασία σε κάθε υπήκοο τρίτης χώρας που δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να αναγνωρισθεί ως πρόσφυγας, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, όπως ορίζεται στο άρθρο 15 της οδηγίας, εφόσον ο εν λόγω υπήκοος τρίτης χώρας δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής ρήτρας αποκλεισμού και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν επιθυμεί να θέσει εαυτόν υπό την προστασία της εν λόγω χώρας.

28

Κατά το άρθρο 15 της οδηγίας 2011/95, η σοβαρή βλάβη συνίσταται σε θανατική ποινή ή εκτέλεση, βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτούντος στη χώρα καταγωγής του ή ακόμη σε σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης ασκήσεως βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.

29

Επομένως, όπως επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, η προσβολή του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των περιπτώσεων σοβαρής βλάβης που δικαιολογούν, κατ’ εφαρμογήν της οδηγίας 2011/95, τη χορήγηση επικουρικής προστασίας.

30

Εντούτοις, το άρθρο 3 της ίδιας οδηγίας παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να θεσπίζουν ή να διατηρούν σε ισχύ «ευνοϊκότερες διατάξεις για να καθορίζουν το ποιος δικαιούται να θεωρηθεί πρόσφυγας ή πρόσωπο που δικαιούται επικουρική προστασία και το περιεχόμενο της διεθνούς προστασίας, υπό την προϋπόθεση ότι οι διατάξεις αυτές συνάδουν με την [εν λόγω] οδηγία».

31

Από το γράμμα του ως άνω άρθρου, σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη 14 της οδηγίας 2011/95, προκύπτει ότι οι ευνοϊκότερες διατάξεις για τις οποίες γίνεται λόγος στο άρθρο 3 της οδηγίας μπορούν να συνίστανται, μεταξύ άλλων, στον καθορισμό λιγότερο αυστηρών προϋποθέσεων για τη χορήγηση σε υπήκοο τρίτης χώρας του καθεστώτος επικουρικής προστασίας [πρβλ. αποφάσεις της 4ης Οκτωβρίου 2018, Ahmedbekova, C‑652/16, EU:C:2018:801, σκέψη 70, και της 9ης Νοεμβρίου 2021, Bundesrepublik Deutschland (Διατήρηση της οικογενειακής ενότητας), C‑91/20, EU:C:2021:898, σκέψη 39].

32

Όσον αφορά τη διευκρίνιση που περιλαμβάνεται στο ως άνω άρθρο 3, κατά την οποία τυχόν ευνοϊκότερη διάταξη πρέπει να είναι σύμφωνη προς την οδηγία 2011/95, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η ευνοϊκότερη διάταξη δεν πρέπει να θίγει την όλη οικονομία ή τους σκοπούς της οδηγίας αυτής. Απαγορεύονται, ειδικότερα, διατάξεις βάσει των οποίων μπορεί να χορηγηθεί καθεστώς πρόσφυγα ή καθεστώς επικουρικής προστασίας σε υπηκόους τρίτων χωρών ή σε ανιθαγενείς ευρισκόμενους σε καταστάσεις που ουδόλως σχετίζονται με τη λογική της διεθνούς προστασίας [πρβλ. αποφάσεις της 18ης Δεκεμβρίου 2014, M’Bodj, C‑542/13, EU:C:2014:2452, σκέψη 44· της 4ης Οκτωβρίου 2018, Ahmedbekova, C‑652/16, EU:C:2018:801, σκέψη 71, και της 9ης Νοεμβρίου 2021, Bundesrepublik Deutschland (Διατήρηση της οικογενειακής ενότητας),C‑91/20, EU:C:2021:898, σκέψη 40].

33

Από διάφορες δε διατάξεις της οδηγίας 2011/95 προκύπτει ότι η διεθνής προστασία δεν συνδέεται με την κατάσταση του αιτούντος στο κράτος μέλος που εξετάζει την αίτηση διεθνούς προστασίας, αλλά με την κατάσταση στη χώρα καταγωγής του, σε περίπτωση που ο αιτών πρέπει να επιστρέψει στην εν λόγω χώρα.

34

Συγκεκριμένα, κατά πρώτον, από τον ορισμό των εννοιών «πρόσφυγας» και «πρόσωπο που δικαιούται επικουρική προστασία», οι οποίες μνημονεύονται στο άρθρο 2, στοιχεία δʹ και στʹ, της οδηγίας αυτής, προκύπτει ότι σκοπός της διεθνούς προστασίας είναι να υποκαταστήσει την προστασία της χώρας καταγωγής, όταν ο αιτών δεν είναι σε θέση ή, λόγω ορισμένων φόβων ή κινδύνων, δεν επιθυμεί να θέσει εαυτόν υπό την προστασία της εν λόγω χώρας.

35

Συναφώς, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι η εκτίμηση της δυνατότητας της χώρας καταγωγής να παράσχει προστασία από πράξεις διώξεως, η οποία συνιστά καθοριστικό στοιχείο της εκτίμησης που καταλήγει στη χορήγηση του καθεστώτος πρόσφυγα, πρέπει, όπως και η εκτίμηση της ύπαρξης βάσιμου φόβου διώξεως, να στηρίζεται στην εξέταση των συνθηκών που επικρατούν στη χώρα καταγωγής [πρβλ. αποφάσεις της 7ης Νοεμβρίου 2013, X κ.λπ., C‑199/12 έως C‑201/12, EU:C:2013:720, σκέψη 43· της 19ης Νοεμβρίου 2020, Bundesamt für Migration und Flüchtlinge (Στρατιωτική θητεία και άσυλο), C‑238/19, EU:C:2020:945, σκέψη 21, και της 20ής Ιανουαρίου 2021, Secretary of State for the Home Department, C‑255/19, EU:C:2021:36, σκέψεις 36 και 57].

36

Κατά δεύτερον, το άρθρο 4, παράγραφος 3, της οδηγίας 2011/95, το οποίο απαριθμεί τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την εξατομικευμένη αξιολόγηση αιτήσεως διεθνούς προστασίας, δεν μνημονεύει την εξέταση της κατάστασης του αιτούντος στο κράτος μέλος που εξετάζει την αίτηση διεθνούς προστασίας ή την εξέταση των συνεπειών της ρήξης των δεσμών μεταξύ του αιτούντος και του εν λόγω κράτους μέλους. Αντιθέτως, η διάταξη αυτή επιβάλλει την εξέταση όλων των κρίσιμων στοιχείων που σχετίζονται με τη χώρα καταγωγής κατά τον χρόνο λήψης απόφασης σχετικά με την αίτηση.

37

Κατά τρίτον, από τα στοιχεία που έλαβε υπόψη ο νομοθέτης της Ένωσης για να προσδιορίσει ακριβέστερα τους φόβους και τους κινδύνους που μπορούν να δικαιολογήσουν τη χορήγηση διεθνούς προστασίας προκύπτει ότι οι εν λόγω φόβοι και κίνδυνοι αφορούν την κατάσταση στη χώρα καταγωγής και, εν πάση περιπτώσει, δεν αφορούν την κατάσταση στο κράτος μέλος που εξετάζει την αίτηση διεθνούς προστασίας.

38

Πρώτον, το άρθρο 6 της οδηγίας 2011/95 ορίζει ως «υπεύθυνους δίωξης ή σοβαρής βλάβης» το κράτος, τις ομάδες ή οργανώσεις που ελέγχουν το κράτος ή σημαντικό μέρος του εδάφους του ή ακόμη τους μη κρατικούς υπευθύνους έναντι των οποίων το κράτος ή οι ανωτέρω οργανώσεις δεν μπορούν ή δεν επιθυμούν να παράσχουν προστασία.

39

Δεδομένου ότι το «κράτος» το οποίο μνημονεύεται στο εν λόγω άρθρο 6 δεν μπορεί λογικά να είναι το κράτος μέλος του οποίου ζητείται η προστασία, με σκοπό την προφύλαξη από τις πρακτικές των υπευθύνων δίωξης ή σοβαρής βλάβης, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η ρήξη των δεσμών μεταξύ του αιτούντος και του οικείου κράτους μέλους οφείλεται στη συμπεριφορά ενός εκ των υπευθύνων αυτών.

40

Δεύτερον, το άρθρο 8 της ανωτέρω οδηγίας παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να αποκλείουν τη χορήγηση διεθνούς προστασίας, όταν είναι πράγματι πιθανό ο αιτών να μην υποστεί πράξεις δίωξης και σοβαρής βλάβης ή να τύχει προστασίας από τις εν λόγω πράξεις και βλάβες σε περιοχή της χώρας καταγωγής του.

41

Τρίτον, όσον αφορά τους λόγους δίωξης, πρέπει ιδίως να επισημανθεί ότι από το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1, στοιχείο δʹ, του άρθρου 10 της οδηγίας 2011/95 προκύπτει ότι η ύπαρξη «κοινωνικής ομάδας», κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου 10, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, πρέπει να καθορίζεται σε συνάρτηση με τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής. Ομοίως, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η ύπαρξη πολιτικών πεποιθήσεων καθώς και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ αυτής και των πράξεων δίωξης πρέπει να αξιολογούνται υπό το πρίσμα του γενικού πλαισίου της χώρας καταγωγής του αιτούντος διεθνή προστασία [πρβλ. απόφαση της 12ης Ιανουαρίου 2023, Migracijos departamentas (Λόγοι δίωξης αναγόμενοι σε πολιτικές πεποιθήσεις), C‑280/21, EU:C:2023:13, σκέψη 33].

42

Τέταρτον, από το άρθρο 15, στοιχείο βʹ, της ίδιας οδηγίας προκύπτει ότι η σοβαρή βλάβη που μνημονεύεται στη διάταξη αυτή έχει εφαρμογή μόνον όταν η απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση λαμβάνει χώρα στη χώρα καταγωγής του αιτούντος διεθνή προστασία (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2014, M’Bodj, C‑542/13, EU:C:2014:2452, σκέψη 33).

43

Από το σύνολο των ανωτέρω στοιχείων προκύπτει ότι η χορήγηση άδειας διαμονής για λόγο που δεν σχετίζεται με την κατάσταση στη χώρα καταγωγής του αιτούντος πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν έχει καμία σχέση με τη λογική της διεθνούς προστασίας και, ως εκ τούτου, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να χορηγήσει επικουρική προστασία, κατά την έννοια της οδηγίας 2011/95, στηριζόμενο σε έναν τέτοιο λόγο, διότι άλλως παραβαίνει το άρθρο 3 της οδηγίας αυτής.

44

Δεδομένου ότι από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι το αιτούν δικαστήριο προτίθεται να ερμηνεύσει την επίμαχη στην κύρια δίκη ρύθμιση υπό την έννοια ότι επιτρέπει τη χορήγηση επικουρικής προστασίας βάσει λόγου που δεν σχετίζεται με την κατάσταση στη χώρα καταγωγής του αιτούντος, υπενθυμίζεται ότι το εθνικό δικαστήριο οφείλει, όταν εφαρμόζει τις διατάξεις του εσωτερικού δικαίου που έχουν θεσπιστεί για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο των υποχρεώσεων που προβλέπει μια οδηγία, να διασφαλίζει τη σύμφωνη προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνεία του οικείου εθνικού δικαίου, προκειμένου να εξασφαλίζει, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, την πλήρη αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ένωσης (πρβλ. αποφάσεις της 5ης Οκτωβρίου 2004, Pfeiffer κ.λπ., C‑397/01 έως C‑403/01, EU:C:2004:584, σκέψη 114, και της 8ης Νοεμβρίου 2016, Ognyanov, C‑554/14, EU:C:2016:835, σκέψη 58).

45

Βεβαίως, η αρχή της σύμφωνης προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνείας του εθνικού δικαίου υπόκειται σε ορισμένα όρια. Συγκεκριμένα, η υποχρέωση του εθνικού δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη το περιεχόμενο μιας οδηγίας όταν ερμηνεύει και εφαρμόζει τους οικείους κανόνες του εσωτερικού δικαίου οριοθετείται από τις γενικές αρχές του δικαίου, ιδίως από τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της μη αναδρομικότητας, και δεν μπορεί να αποτελέσει έρεισμα για contra legem ερμηνεία του εθνικού δικαίου (πρβλ. αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 2006, Αδενέλερ κ.λπ.,C‑212/04, EU:C:2006:443, σκέψη 110, και της 21ης Δεκεμβρίου 2023, BMW Bank κ.λπ., C‑38/21, C‑47/21 και C‑232/21, EU:C:2023:1014, σκέψη 222).

46

Εντούτοις, η αρχή της σύμφωνης προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνείας του εθνικού δικαίου επιβάλλει στα εθνικά δικαστήρια να πράττουν ό,τι είναι δυνατό εντός των ορίων της αρμοδιότητάς τους, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο του εσωτερικού δικαίου και εφαρμόζοντας τις αναγνωρισμένες από το δίκαιο αυτό μεθόδους ερμηνείας, προκειμένου να διασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα της επίμαχης οδηγίας και να καταλήγουν σε λύση σύμφωνη με τον σκοπό τον οποίο επιδιώκει η οδηγία αυτή (πρβλ. αποφάσεις της 5ης Οκτωβρίου 2004, Pfeiffer κ.λπ., C‑397/01 έως C‑403/01, EU:C:2004:584, σκέψεις 118 και 119, και της 15ης Οκτωβρίου 2024, KUBERA, C‑144/23, EU:C:2024:881, σκέψη 51).

47

Εν προκειμένω, από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι το τμήμα μείζονος συνθέσεως του Nejvyšší správní soud (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο) ερμήνευσε, με τη διάταξη της 15ης Φεβρουαρίου 2024, την επίμαχη εθνική διάταξη υπό την έννοια ότι αφορά αποκλειστικώς τον κίνδυνο προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων η οποία συνδέεται με την κατάσταση στη χώρα καταγωγής του αιτούντος. Επομένως, υπό την επιφύλαξη των εξακριβώσεων στις οποίες οφείλει να προβεί το αιτούν δικαστήριο, η εν λόγω εθνική διάταξη μπορεί να ερμηνευθεί κατά τρόπον που καταλήγει, στη διαφορά της κύριας δίκης, σε λύση σύμφωνη προς τον σκοπό που επιδιώκει η οδηγία 2011/95.

48

Επιπροσθέτως, το άρθρο 3 της οδηγίας 2011/95 δεν απαγορεύει σε κράτος μέλος να χορηγεί εθνική προστασία συνδυαζόμενη με δικαιώματα τα οποία επιτρέπουν στα πρόσωπα που δεν έχουν την ιδιότητα του πρόσφυγα και δεν απολαύουν επικουρικής προστασίας να διαμένουν στο έδαφός του, εξυπακουομένου ότι η χορήγηση τέτοιας προστασίας δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας. Επομένως, ένα κράτος μέλος έχει τη δυνατότητα να χορηγεί, δυνάμει του εθνικού του δικαίου και μόνον, δικαίωμα διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους στους υπηκόους τρίτων χωρών των οποίων η επιστροφή στη χώρα καταγωγής τους θα έθιγε το δικαίωμά τους στην ιδιωτική ζωή, λόγω ρήξης του δεσμού τους με το εν λόγω κράτος μέλος, υπό την προϋπόθεση ότι το ανωτέρω δικαίωμα διαμονής δεν συγχέεται με το καθεστώς του πρόσφυγα ή του δικαιούχου επικουρικής προστασίας, κατά την έννοια της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. αποφάσεις της 9ης Νοεμβρίου 2010, B και D, C‑57/09 έως C‑101/09, EU:C:2010:661, σκέψεις 117 έως 120, και της 12ης Σεπτεμβρίου 2024, Changu, C‑352/23, EU:C:2024:748, σκέψεις 48 και 49).

49

Επιπλέον, εφόσον, κατόπιν της απόρριψης της αιτήσεως διεθνούς προστασίας, οι αρμόδιες αρχές θα μπορούσαν ενδεχομένως να εξετάσουν το ενδεχόμενο έκδοσης απόφασης επιστροφής εις βάρος του A.B., επιβάλλεται η υπενθύμιση ότι το άρθρο 5 της οδηγίας 2008/115 αποτελεί γενικό κανόνα που δεσμεύει τα κράτη μέλη αφ’ ης στιγμής εφαρμόζουν την οδηγία αυτή, σε όλα τα στάδια της διαδικασίας επιστροφής [πρβλ. απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2022, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Απομάκρυνση – Θεραπευτική κάνναβη), C‑69/21, EU:C:2022:913, σκέψη 55].

50

Μολονότι το άρθρο 5 της οδηγίας 2008/115 δεν μνημονεύει την ιδιωτική ζωή του παρανόμως διαμένοντος υπηκόου τρίτης χώρας μεταξύ των στοιχείων που τα κράτη μέλη οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη κατά την εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας, εντούτοις τα κράτη μέλη υποχρεούνται να σέβονται τα θεμελιώδη δικαιώματα που αναγνωρίζονται στον υπήκοο τρίτης χώρας από τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, κατά συνέπεια, απόφαση επιστροφής ή μέτρο απομάκρυνσης δεν μπορεί να εκδοθεί αν προσβάλλει το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής του ενδιαφερόμενου υπηκόου τρίτης χώρας [πρβλ. απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2022, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Απομάκρυνση – Θεραπευτική κάνναβη), C‑69/21, EU:C:2022:913, σκέψη 92].

51

Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, στο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 3 της οδηγίας 2011/95 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στο να θεωρηθεί ως ευνοϊκότερη διάταξη, δυνάμενη να θεσπιστεί σύμφωνα με το άρθρο 3, εθνική ρύθμιση που προβλέπει τη χορήγηση επικουρικής προστασίας σε υπήκοο τρίτης χώρας ο οποίος, αν απομακρυνόταν προς τη χώρα καταγωγής του, θα διέτρεχε πραγματικό κίνδυνο να υποστεί προσβολή του δικαιώματός του στην ιδιωτική ζωή λόγω της ρήξης των δεσμών του με το κράτος μέλος που εξετάζει την αίτηση διεθνούς προστασίας.

Επί των δικαστικών εξόδων

52

Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:

 

Το άρθρο 3 της οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας,

 

έχει την έννοια ότι:

 

αντιτίθεται στο να θεωρηθεί ως ευνοϊκότερη διάταξη, δυνάμενη να θεσπιστεί σύμφωνα με το ως άνω άρθρο 3, εθνική ρύθμιση που προβλέπει τη χορήγηση επικουρικής προστασίας σε υπήκοο τρίτης χώρας ο οποίος, αν απομακρυνόταν προς τη χώρα καταγωγής του, θα διέτρεχε πραγματικό κίνδυνο να υποστεί προσβολή του δικαιώματός του στην ιδιωτική ζωή λόγω της ρήξης των δεσμών του με το κράτος μέλος που εξετάζει την αίτηση διεθνούς προστασίας.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η τσεχική.

( i ) Η ονομασία που έχει δοθεί στην παρούσα υπόθεση είναι πλασματική. Δεν αντιστοιχεί στο πραγματικό όνομα κανενός διαδίκου.