ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ένατο τμήμα)

της 5ης Ιουνίου 2025 ( *1 )

«Προδικαστική παραπομπή – Εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας – Κανονισμός (ΕΕ) 2019/943 – Οδηγία (ΕΕ) 2019/944 – Πεδία εφαρμογής – Μη ορθή καταμέτρηση της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας λόγω δυσλειτουργίας μετρητή – Χρέωση βάσει εκτιμώμενης κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας – Δικαιώματα των καταναλωτών – Οδηγία (ΕΕ) 2011/83 – Πεδίο εφαρμογής – Παροχή μη παραγγελθέντων»

Στην υπόθεση C‑310/24,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Sofiyski rayonen sad (περιφερειακό δικαστήριο Σόφιας, Βουλγαρία) με απόφαση της 22ας Απριλίου 2024, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 29 Απριλίου 2024, στο πλαίσιο της δίκης

YL

κατά

«Elektrorazpredelitelni mrezhi Zapad» EAD,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ένατο τμήμα),

συγκείμενο από τους N. Jääskinen, πρόεδρο τμήματος, M. Condinanzi (εισηγητή) και R. Frendo, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: Α. Ράντος

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

η «Elektrorazpredelitelni mrezhi Zapad» EAD, εκπροσωπούμενη από τους V. Bozhilov, A. Ganev και A. Krastev, advokati,

η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις O. Beynet, D. Drambozova και I. Rubene καθώς και από τον T. Scharf,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 18, παράγραφοι 1, 7 και 8, του κανονισμού (ΕΕ) 2019/943 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουνίου 2019, σχετικά με την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας (ΕΕ 2019, L 158, σ. 54), του άρθρου 10, παράγραφος 4, του άρθρου 46, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, και του άρθρου 59, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας (ΕΕ) 2019/944 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουνίου 2019, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και την τροποποίηση της οδηγίας 2012/27/ΕΕ (ΕΕ 2019, L 158, σ. 125), και του άρθρου 27 της οδηγίας 2011/83/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2011, σχετικά με τα δικαιώματα των καταναλωτών, την τροποποίηση της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 1999/44/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση της οδηγίας 85/577/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 97/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ 2011, L 304, σ. 64).

2

Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του YL, ως οικιακού πελάτη, και της «Elektrorazpredelitelni mrezhi Zapad» EAD (στο εξής: ERM Zapad), με αντικείμενο αμφισβήτηση λογαριασμού κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας του οποίου το ποσό υπολογίστηκε βάσει εκτιμώμενης κατανάλωσης, λόγω δυσλειτουργίας του μετρητή.

Το νομικό πλαίσιο

Το δίκαιο της Ένωσης

Η οδηγία 2011/83

3

Οι αιτιολογικές σκέψεις 11 και 25 της οδηγίας 2011/83 έχουν ως εξής:

«(11)

Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θίγει τις διατάξεις της Ένωσης που αφορούν συγκεκριμένους τομείς, όπως […] την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου.

[…]

(25)

Οι συμβάσεις που σχετίζονται με τηλεθέρμανση θα πρέπει να καλύπτονται από την παρούσα οδηγία, όπως και οι συμβάσεις παροχής νερού, φυσικού αερίου ή ηλεκτρικής ενέργειας. […]»

4

Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2011/83 προβλέπει τα εξής:

«Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται, βάσει των όρων και στον βαθμό που ορίζεται στις διατάξεις της, σε οποιαδήποτε σύμβαση συνάπτεται μεταξύ ενός εμπόρου και ενός καταναλωτή. Εφαρμόζεται επίσης σε συμβάσεις προμήθειας νερού, φυσικού αερίου, ηλεκτρικής ενέργειας ή τηλεθέρμανσης, μεταξύ άλλων και από δημόσιους παρόχους, στον βαθμό που τα προϊόντα αυτά παρέχονται σε συμβατική βάση.»

5

Το άρθρο 27 της οδηγίας 2011/83 ορίζει τα εξής:

«Ο καταναλωτής απαλλάσσεται από την υποχρέωση [να καταβάλει οποιαδήποτε αντιπαροχή σε περίπτωση παροχής] μη παραγγελθέντων αγαθών, νερού, φυσικού αερίου, ηλεκτρικής ενέργειας, τηλεθέρμανσης ή ψηφιακού περιεχομένου ή μη ζητηθείσης παροχής υπηρεσιών, που απαγορεύεται από το άρθρο 5 παράγραφος 5 και το παράρτημα I σημείο 29 της οδηγίας [2005/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2005, για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά και για την τροποποίηση της οδηγίας 84/450/ΕΟΚ του Συμβουλίου, των οδηγιών 97/7/ΕΚ, 98/27/ΕΚ, 2002/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2006/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (“Οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές”) (ΕΕ 2005, L 149, σ. 22)]. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η απουσία απάντησης από τον καταναλωτή ύστερα από περίπτωση παροχής μη παραγγελθέντων δεν ισοδυναμεί με συναίνεση.»

Ο κανονισμός 2019/943

6

Το άρθρο 18 του κανονισμού 2019/943 προβλέπει τα εξής:

«1.   Τα τέλη που επιβάλλουν οι διαχειριστές δικτύου για την πρόσβαση στα δίκτυα, συμπεριλαμβανομένων των τελών σύνδεσης στα δίκτυα, των τελών χρήσης των δικτύων και, κατά περίπτωση, των τελών για συναφείς ενισχύσεις δικτύων, πρέπει να αντανακλούν το κόστος, να είναι διαφανή, να λαμβάνουν υπόψη την ανάγκη ασφάλειας και ευελιξίας των δικτύων και να αντανακλούν το πραγματικό κόστος που προκύπτει στο βαθμό που αντιστοιχεί στο κόστος αποτελεσματικού και διαρθρωτικά συγκρίσιμου διαχειριστή δικτύου και να εφαρμόζονται χωρίς διακρίσεις. Τα τέλη αυτά δεν περιλαμβάνουν μη συναφείς δαπάνες που υποστηρίζουν μη συναφείς πολιτικούς στόχους.

Με την επιφύλαξη του άρθρου 15 παράγραφοι 1 και 6 της [οδηγίας 2012/27/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, για την ενεργειακή απόδοση, την τροποποίηση των οδηγιών 2009/125/ΕΚ και 2010/30/ΕΕ και την κατάργηση των οδηγιών 2004/8/ΕΚ και 2006/32/ΕΚ (ΕΕ 2012, L 315, σ. 1),] και των κριτηρίων του παραρτήματος XI της εν λόγω οδηγίας, η μέθοδος που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό των τελών δικτύου υποστηρίζει κατά τρόπο ουδέτερο τη μακροπρόθεσμη γενική αποδοτικότητα του συστήματος μέσω ενδείξεων τιμών προς πελάτες και παραγωγούς και ειδικότερα εφαρμόζεται κατά τρόπο που δεν εισάγει διακρίσεις, είτε θετικές είτε αρνητικές, μεταξύ παραγωγής που συνδέεται στο επίπεδο διανομής και παραγωγής που συνδέεται στο επίπεδο μεταφοράς. Με τα τέλη δικτύου δεν εισάγονται διακρίσεις, είτε θετικές είτε αρνητικές, σε βάρος της αποθήκευσης ενέργειας ή της συγκέντρωσης και δεν δημιουργούνται αντικίνητρα για αυτοπαραγωγή, αυτοκατανάλωση ή για τη συμμετοχή στην απόκριση ζήτησης. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, τα τέλη αυτά δεν πρέπει να εξαρτώνται από την απόσταση.

[…]

7.   Τα τιμολόγια διανομής αντανακλούν το κόστος λαμβάνοντας υπόψη τη χρήση του δικτύου διανομής από τους χρήστες του συστήματος, συμπεριλαμβανομένων των ενεργών πελατών. Τα τιμολόγια διανομής μπορούν να περιέχουν στοιχεία δυναμικότητας σύνδεσης στο δίκτυο και είναι δυνατό να διαφοροποιούνται με βάση τα χαρακτηριστικά κατανάλωσης ή ηλεκτροπαραγωγής των χρηστών του συστήματος. Σε περίπτωση που τα κράτη μέλη έχουν εφαρμόσει την εγκατάσταση έξυπνων συστημάτων μέτρησης, οι ρυθμιστικές αρχές κατά τον καθορισμό ή την έγκριση τιμολογίων μεταφοράς και διανομής ή των σχετικών μεθοδολογιών τους σύμφωνα με το άρθρο 59 της [οδηγίας 2019/944], εξετάζουν και μπορούν, όπου ενδείκνυται, να θεσπίσουν χρονικά διαφοροποιημένα τιμολόγια δικτύων τα οποία να αντανακλούν τη χρήση του δικτύου, με διαφανή, οικονομικά αποδοτικό και προβλέψιμο τρόπο για τον τελικό πελάτη.

8.   Οι μεθοδολογίες τιμολογίων διανομής παρέχουν κίνητρα στους διαχειριστές συστημάτων διανομής για την πιο αποδοτική οικονομικά λειτουργία και την ανάπτυξη των δικτύων τους, μεταξύ άλλων μέσω της παροχής υπηρεσιών. Για τον σκοπό αυτό, οι ρυθμιστικές αρχές αναγνωρίζουν τις σχετικές δαπάνες ως επιλέξιμες, τις περιλαμβάνουν στα τιμολόγια διανομής και μπορούν να καθιερώνουν στόχους επιδόσεων προκειμένου να παρέχονται κίνητρα στους διαχειριστές συστημάτων διανομής για να βελτιώνουν την αποδοτικότητα στα δίκτυά τους, μεταξύ άλλων μέσω της ενεργειακής απόδοσης, της ευελιξίας και της ανάπτυξης έξυπνων δικτύων και έξυπνων συστημάτων μέτρησης.»

Η οδηγία 2019/944

7

Η αιτιολογική σκέψη 83 της οδηγίας 2019/944 έχει ως εξής:

«Οι ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι διαχειριστές συστημάτων διανομής και οι διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για να καταστήσουν το δίκτυό τους πιο ανθεκτικό και πιο ευέλικτο. Για τον σκοπό αυτό, θα πρέπει να παρακολουθούν τις επιδόσεις των διαχειριστών αυτών με βάση δείκτες όπως η ικανότητα των διαχειριστών συστημάτων διανομής και των διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς να έχουν σε λειτουργία γραμμές με δυναμικές ονομαστικές τιμές γραμμής, η ανάπτυξη της τηλεπαρακολούθησης και του ελέγχου υποσταθμών σε πραγματικό χρόνο, η μείωση των απωλειών δικτύου και η συχνότητα και διάρκεια των διακοπών ισχύος.»

8

Το άρθρο 10, παράγραφος 4, της οδηγίας 2019/944 ορίζει τα εξής:

«Οι τελικοί πελάτες ειδοποιούνται δεόντως σχετικά με οποιαδήποτε πρόθεση τροποποίησης των συμβατικών όρων και ενημερώνονται σχετικά με το δικαίωμα τερματισμού της σύμβασης όταν τους απευθύνεται η σχετική ειδοποίηση. Οι προμηθευτές ειδοποιούν τους τελικούς πελάτες τους με διαφανή και κατανοητό τρόπο απευθείας για οποιαδήποτε προσαρμογή της τιμής προμήθειας και για τους λόγους και τις προϋποθέσεις της προσαρμογής, καθώς και το πεδίο εφαρμογής της προσαρμογής, την κατάλληλη χρονική στιγμή και το αργότερο δύο εβδομάδες, και όταν πρόκειται για οικιακούς καταναλωτές, έναν μήνα, πριν τη χρονική στιγμή κατά την οποία η προσαρμογή τίθεται σε ισχύ. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι τελικοί πελάτες παραμένουν ελεύθεροι να τερματίσουν τις αντίστοιχες συμβάσεις, εάν δεν αποδέχονται τους νέους συμβατικούς όρους ή τις προσαρμογές της τιμής προμήθειας που τους έχουν κοινοποιηθεί από τον προμηθευτή.»

9

Το άρθρο 46, παράγραφος 2, της οδηγίας 2019/944 προβλέπει τα εξής:

«Η δραστηριότητα της μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας περιλαμβάνει τουλάχιστον τα εξής καθήκοντα πέραν των απαριθμούμενων στο άρθρο 40:

[…]

δ)

τη συλλογή όλων των τελών των σχετικών με το σύστημα μεταφοράς, συμπεριλαμβανομένων των τελών πρόσβασης, ενέργειας για απώλειες και των τελών επικουρικών υπηρεσιών·

[…]».

10

Το άρθρο 59, παράγραφος 1, της οδηγίας 2019/944 έχει ως εξής:

«Στη ρυθμιστική αρχή ανατίθενται τα εξής καθήκοντα:

α)

να καθορίζει ή να εγκρίνει, σύμφωνα με διαφανή κριτήρια, τιμολόγια μεταφοράς ή διανομής ή τις μεθοδολογίες τους ή και τα δύο·

[…]».

Το βουλγαρικό δίκαιο

11

Το άρθρο 50 των Pravila za izmervane na kolichestvoto elektricheska energia (κανόνες μέτρησης της ποσότητας ηλεκτρικής ενέργειας, στο εξής: PIKEE), τους οποίους έχει εκδώσει η Komisia za energiyno i vodno regulirane (ρυθμιστική επιτροπή ενέργειας και υδάτων, Βουλγαρία), ήτοι η βουλγαρική ρυθμιστική αρχή κατά την έννοια της οδηγίας 2019/944, προβλέπει τα εξής:

«(1)   Όταν, στο πλαίσιο μετρολογικού ελέγχου, διαπιστώνεται ότι ο εξοπλισμός μέτρησης δεν πραγματοποιεί μετρήσεις ή ότι πραγματοποιεί μετρήσεις με σφάλμα άνω του αποδεκτού ορίου, ο διαχειριστής του δικτύου διανομής ηλεκτρικής ενέργειας υπολογίζει την ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας από τον χρόνο της διαπίστωσης της έλλειψης μέτρησης/της εσφαλμένης μέτρησης/της ανακριβούς μέτρησης μέχρι τον χρόνο του τελευταίου ελέγχου, χωρίς όμως το χρονικό διάστημα αυτό να μπορεί να υπερβεί τους τρεις μήνες, εξυπακουομένου ότι:

а)

σε περίπτωση εξοπλισμού μέτρησης που πραγματοποιεί μετρήσεις με σφάλμα άνω του αποδεκτού ορίου, η ποσότητα της μεταφερθείσας ηλεκτρικής ενέργειας διορθώνεται βάσει του σφάλματος που διαπιστώνεται αφού ληφθεί υπόψη η κλάση ακρίβειας του μετρητή·

b)

σε περίπτωση εξοπλισμού μέτρησης που δεν πραγματοποιεί μετρήσεις, η ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας υπολογίζεται βάσει του ενός τρίτου της ισχύος της μετρητικής διάταξης και οκτάωρης ημερήσιας κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας εκ μέρους του πελάτη.

[…]»

12

Το άρθρο 52 των PIKEE προβλέπει τα εξής:

«(1)   Σε περίπτωση τεχνικής δυσλειτουργίας των μετρητών η οποία είχε ως αποτέλεσμα αδυναμία καταγραφής της καταναλωθείσας ηλεκτρικής ενέργειας μέσω της μετρητικής διάταξης και εφόσον κατά τον έλεγχο ή τη συλλογή μετρήσεων δεν διαπιστώνεται εξωτερική επέμβαση στον μετρητή, η ποσότητα της ηλεκτρικής ενέργειας που καταναλώθηκε υπολογίζεται κατά την εξής σειρά:

[…]

2.

βάσει του αριθμητικού μέσου όρου της ηλεκτρικής ενέργειας που κατανάλωσε ο πελάτης κατά τη διάρκεια προηγούμενης περιόδου κατανάλωσης και εκείνης που κατανάλωσε ο πελάτης κατά την αντίστοιχη περίοδο καταμέτρησης του προηγούμενου έτους·

[…]».

Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

13

Ο YL είναι ιδιοκτήτης οικίας συνδεδεμένης με το δίκτυο διανομής ηλεκτρικής ενέργειας στην οποία είναι εγκατεστημένος μετρητής. Πρόσβαση στον μετρητή, ο οποίος είναι τοποθετημένος σε μεταλλικό κιβώτιο στον δρόμο, έχουν μόνον οι εργαζόμενοι της ERM Zapad.

14

Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι στις 10 Απριλίου 2023 διαπιστώθηκε, κατά τη διάρκεια επιτόπιου ελέγχου που πραγματοποίησε η ERM Zapad, ότι ο μετρητής δεν λειτουργούσε παρά το ότι δεν υπήρχε κανένα εμφανές εξωτερικό ή εσωτερικό πρόβλημα. Ο μετρητής αφαιρέθηκε και στάλθηκε για έλεγχο στο Bulgarski institut po metrologia (βουλγαρικό ινστιτούτο μετρολογίας, Βουλγαρία) το οποίο συμπέρανε ότι αυτός δεν ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις των μετρολογικών και τεχνικών προτύπων και ότι, ως εκ τούτου, δεν είχε γίνει ορθή καταγραφή της ηλεκτρικής ενέργειας που είχε καταναλώσει ο YL. Αποδείχθηκε επίσης ότι ο τελευταίος έλεγχος του μετρητή, πριν από εκείνον της 10ης Απριλίου 2023, είχε γίνει στις 14 Μαρτίου 2018.

15

Στη διάταξη περί παραπομπής γίνεται επίσης μνεία, αφενός, του ότι, ελλείψει ορθής καταγραφής της πραγματικής κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας, η ERM Zapad εξέδωσε, κατ’ εφαρμογήν των PIKEE, λογαριασμό ποσού 2058,26 βουλγαρικών λεβ (BGN) (περίπου 1000 ευρώ), το οποίο αντιστοιχεί σε εκτιμώμενη κατανάλωση 3168 κιλοβατωρών (kWh) ηλεκτρικής ενέργειας για το χρονικό διάστημα από τις 11 Ιανουαρίου 2023 έως τις 10 Απριλίου 2023 (στο εξής: επίδικος λογαριασμός ηλεκτρικής ενέργειας). Αφετέρου, το οφειλόμενο ποσό για την εκτιμώμενη κατανάλωση υπολογίστηκε βάσει του ισχύοντος κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα ημερήσιου τιμολογίου ηλεκτρικής ενέργειας, το οποίο είναι υψηλότερο από το νυκτερινό τιμολόγιο.

16

Ο YL άσκησε ενώπιον του Sofiyski rayonen sad (περιφερειακού δικαστηρίου Σόφιας, Βουλγαρία), το οποίο είναι το αιτούν δικαστήριο, αγωγή αμφισβητώντας τον επίδικο λογαριασμό ηλεκτρικής ενέργειας με τον ισχυρισμό ότι του ήταν αδύνατον να γνωρίζει ότι ο μετρητής δεν λειτουργούσε, δεδομένου ότι δεν είχε πρόσβαση σε αυτόν. Επιπλέον, αμφισβήτησε το χρονικό διάστημα για το οποίο υπολογίστηκε η εκτιμώμενη κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας.

17

Το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι οι PIKEE διέπουν τη διαδικασία και τις μεθόδους υπολογισμού της ποσότητας ηλεκτρικής ενέργειας που μπορεί να χρεωθεί στον καταναλωτή σε περίπτωση μη ορθής καταμέτρησης της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας.

18

Κατά το αιτούν δικαστήριο, κατ’ αρχάς, όταν ο μετρητής δεν λειτουργεί σωστά και εφόσον δεν υπάρχει εξωτερική παρέμβαση του καταναλωτή, ο υπολογισμός πραγματοποιείται κατ’ εφαρμογήν, μεταξύ άλλων, του άρθρου 52 των PIKEE το οποίο επιτρέπει στον προμηθευτή να λάβει υπόψη εκτιμώμενη κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας. Εν συνεχεία, σε περίπτωση βλάβης του δείκτη αλλαγής τιμολογίου, δηλαδή του χρονοδιακόπτη που ρυθμίζει την εναλλαγή μεταξύ του ημερήσιου και του νυκτερινού τιμολογίου, ο υπολογισμός γίνεται κατ’ εφαρμογήν των σχετικών διατάξεων των PIKEE. Με βάση την έννοια του αδικαιολόγητου πλουτισμού, οι PIKEE προβλέπουν τεκμήριο ότι, κατά τη διάρκεια συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος η οποία εξαρτάται από τον χρόνο διαπίστωσης της τεχνικής δυσλειτουργίας του μετρητή εκ μέρους του προμηθευτή ή του διαχειριστή δικτύου, ο πελάτης κατανάλωσε ορισμένη ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας η οποία χρεώνεται βάσει συγκεκριμένου, ημερήσιου ή νυκτερινού, τιμολογίου. Τέλος, από τα ανωτέρω προκύπτει, κατά το αιτούν δικαστήριο, ότι οι PIKEE αφορούν την καταναλωθείσα και μη καταμετρηθείσα ηλεκτρική ενέργεια η οποία θεωρείται ως απώλεια του διαχειριστή του δικτύου μεταφοράς τής οποίας το κόστος πρέπει να επιρρίπτεται στον καταναλωτή.

19

Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει, κατά πρώτον, ότι η αιτιολογική σκέψη 83 της οδηγίας 2019/944 εισάγει την αρχή της μείωσης των απωλειών στο δίκτυο μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία αποτελεί έκφανση της γενικής αρχής της ενεργειακής απόδοσης, της εξ αποστάσεως ανάγνωσης της πραγματικής κατανάλωσης και του ελέγχου του δικτύου από τους διαχειριστές του δικτύου μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας.

20

Στο ως άνω πλαίσιο, το αιτούν δικαστήριο τονίζει ότι το άρθρο 46, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2019/944 προβλέπει ότι η δραστηριότητα της μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας περιλαμβάνει τα τέλη αντιστάθμισης των απωλειών και ότι, σύμφωνα με το άρθρο 18, παράγραφος 8, του κανονισμού 2019/943, οι ρυθμιστικές αρχές των κρατών μελών αναγνωρίζουν τις δαπάνες λειτουργίας και ανάπτυξης του δικτύου ως επιλέξιμες και τις περιλαμβάνουν στα τιμολόγια διανομής προκειμένου να παρέχονται κίνητρα στους διαχειριστές δικτύου για τη βελτίωση της αποδοτικότητας στα δίκτυά τους και για περιορισμό των απωλειών για λόγους ενεργειακής απόδοσης.

21

Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται συναφώς ως προς την έννοια της φράσης «τελών για απώλειες» κατά το άρθρο 46, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2019/944 και το άρθρο 18, παράγραφος 8, του κανονισμού 2019/943. Διερωτάται αν η φράση αυτή καταλαμβάνει τη χρέωση της ηλεκτρικής ενέργειας η οποία καταναλώθηκε, αλλά δεν καταγράφηκε ορθώς, λόγω της δυσλειτουργίας του μετρητή, ανεξαρτήτως του αν η δυσλειτουργία μπορεί να αποδοθεί σε πράξεις του καταναλωτή, στην περίπτωση που ο προμηθευτής ή ο διαχειριστής δικτύου δεν τη διόρθωσαν εγκαίρως.

22

Το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει επίσης ότι ο κανονισμός 2019/943 εισάγει την αρχή κατά την οποία, προκειμένου να διασφαλιστεί η αναλογικότητα, το κόστος πρέπει να περιλαμβάνεται στα τιμολόγια, όπερ μπορεί να οδηγήσει, στην πράξη, σε άμβλυνση της υποχρέωσης των διαχειριστών δικτύου για ενίσχυση της αποδοτικότητας των δικτύων τους μέσω της μείωσης των δαπανών τους, όπως καταδεικνύουν οι περιστάσεις της διαφοράς της κύριας δίκης.

23

Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι μεταξύ του 2018 και του 2023 ο επίμαχος μετρητής δεν είχε καθόλου ελεγχθεί και ότι μόνο μετά τον έλεγχο της 12ης Απριλίου 2023 κατά τον οποίο διαπιστώθηκε η βλάβη του η ERM Zapad εξέδωσε λογαριασμό για να καλύψει τις δαπάνες της για την παρασχεθείσα ενέργεια η οποία δεν είχε καταγραφεί. Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν οι απώλειες αυτές μπορούν να επιρριφθούν στον καταναλωτή στην περίπτωση που ο προμηθευτής, ο διαχειριστής του δικτύου μεταφοράς ή ο διαχειριστής του δικτύου διανομής δεν διόρθωσε εγκαίρως το πρόβλημα που προκλήθηκε από τη δυσλειτουργία του μετρητή.

24

Κατά δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι το άρθρο 59, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2019/944 εξουσιοδοτεί τη ρυθμιστική αρχή να καθορίζει ή να εγκρίνει τιμολόγια μεταφοράς ή διανομής ή τις μεθοδολογίες τους ή και τα δύο.

25

Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν, λαμβανομένης υπόψη της αρχής ότι τα τιμολόγια ή οι μεθοδολογίες πρέπει να καθορίζονται σύμφωνα με διαφανή κριτήρια, η ως άνω διάταξη επιτρέπει να περιληφθεί, με εθνική ρύθμιση, στα τιμολόγια μεταφοράς και διανομής το κόστος που υφίσταται ο διαχειριστής δικτύου στην περίπτωση που αυτό αντιστοιχεί σε παρασχεθείσα και καταναλωθείσα ενέργεια η οποία όμως δεν καταγράφηκε ή καταγράφηκε ανακριβώς λόγω δυσλειτουργίας του μετρητή.

26

Κατά τρίτον, το αιτούν δικαστήριο σημειώνει ότι το άρθρο 18 του κανονισμού 2019/943, στις παραγράφους 1 και 7 αντιστοίχως, επιβάλλει στους καταναλωτές την υποχρέωση να καταβάλλουν στον διαχειριστή του δικτύου μεταφοράς τέλη που αντανακλούν το κόστος του δικτύου και επιτάσσει να λαμβάνεται υπόψη για το κόστος αυτό η χρήση του δικτύου διανομής.

27

Πλην όμως, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται με ποιον τρόπο πρέπει να ληφθεί υπόψη, όσον αφορά το προαναφερθέν κόστος, η χρήση του δικτύου διανομής και αν, ως προς το ζήτημα αυτό, είναι επιτρεπτός ο κατ’ εκτίμηση προσδιορισμός του κόστους.

28

Κατά τέταρτον, το αιτούν δικαστήριο, υπενθυμίζοντας ότι δεν αμφισβητείται ότι μεταξύ των διαδίκων της κύριας δίκης υπάρχει συμβατική σχέση για την παροχή ηλεκτρικής ενέργειας στο επίμαχο οίκημα και εκτιμώντας ότι, σύμφωνα με το άρθρο της 3, η οδηγία 2011/83 έχει εφαρμογή στις συμβάσεις παροχής ηλεκτρικής ενέργειας, διερωτάται αν το άρθρο 27 της οδηγίας 2011/83 απαλλάσσει, σε περίπτωση δυσλειτουργίας του εξοπλισμού μέτρησης, τον καταναλωτή από την υποχρέωση να καταβάλει στον προμηθευτή οποιοδήποτε χρηματικό ποσό καθ’ υπέρβαση του οφειλόμενου για την ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που πράγματι καταναλώθηκε.

29

Κατά πέμπτον, το αιτούν δικαστήριο τονίζει ότι το άρθρο 10, παράγραφος 4, της οδηγίας 2019/944 επιβάλλει στον προμηθευτή την υποχρέωση ενημέρωσης των τελικών πελατών σχετικά με οποιαδήποτε προσαρμογή της τιμής προμήθειας. Διερωτάται αν η διάταξη αυτή επιτρέπει να εξουσιοδοτείται, με εθνική ρύθμιση, ο προμηθευτής ή ο διαχειριστής δικτύου να προβεί, σε περίπτωση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, σε εκ νέου υπολογισμό της τιμής και της ποσότητας της ηλεκτρικής ενέργειας.

30

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Sofiyski rayonen sad (περιφερειακό δικαστήριο Σόφιας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)

Έχει [η φράση] «τελών για απώλειες», κατά το άρθρο 46, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της [οδηγίας 2019/944] και το άρθρο 18, παράγραφος 8, του [κανονισμού 2019/943], την έννοια ότι περιλαμβάνει και την ηλεκτρική ενέργεια που καταναλώθηκε, αλλά δεν καταγράφηκε από τον εξοπλισμό μετρήσεως, όταν η έλλειψη καταγραφής ή η εσφαλμένη καταγραφή της ηλεκτρικής ενέργειας στις εγκαταστάσεις του καταναλωτή:

α)

οφείλεται σε εξωτερική επέμβαση·

β)

δεν οφείλεται σε εξωτερική επέμβαση·

και ο διαχειριστής του δικτύου ή ο προμηθευτής ηλεκτρικής ενέργειας δεν εξάλειψε εγκαίρως την εν λόγω αιτία, με αποτέλεσμα η εκκαθάριση να βασίζεται σε μια “εκτιμώμενη” ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας για χρονικό διάστημα καθοριζόμενο από τον νόμο, η λήξη του οποίου εξαρτάται από την ημερομηνία κατά την οποία ο προμηθευτής διαπίστωσε το τεχνικό σφάλμα;

2)

Έχει η υποχρέωση που υπέχει η ρυθμιστική αρχή από το άρθρο 59, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της [οδηγίας 2019/944] την έννοια ότι τηρείται η αρχή του καθορισμού διαφανών κριτηρίων για τα τιμολόγια μεταφοράς ή διανομής ή για τις μεθοδολογίες τους, όταν το τιμολόγιο καλύπτει το κόστος του διαχειριστή σε περίπτωση βλάβης του εξοπλισμού μετρήσεως (μη καταχωρισμένου ή τεχνικά ελαττωματικού εξοπλισμού μετρήσεως), το οποίο αντιστοιχεί στις εκτιμώμενες απώλειες για ένα εκτιμώμενο χρονικό διάστημα, όταν η αιτία της εν λόγω βλάβης:

α)

οφείλεται σε εξωτερική επέμβαση·

β)

δεν οφείλεται σε εξωτερική επέμβαση·

και ο διαχειριστής του δικτύου ή ο προμηθευτής ηλεκτρικής ενέργειας, στον οποίο ανήκει ο εξοπλισμός μετρήσεως, δεν εξάλειψε εγκαίρως την αιτία αυτή;

3)

Έχει το άρθρο 18, παράγραφοι 1 και 7, του [κανονισμού 2019/943] την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση δυνάμει της οποίας το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας ενός καταναλωτή καθορίζεται με βάση την εκτίμηση της καταναλώσεως ηλεκτρικής ενέργειας για ένα εκτιμώμενο χρονικό διάστημα χωρίς επαλήθευση της ποσότητας της ηλεκτρικής ενέργειας την οποία πράγματι αυτός κατανάλωσε, σε περίπτωση βλάβης του εξοπλισμού μετρήσεως η οποία:

α)

οφείλεται σε εξωτερική επέμβαση·

β)

δεν οφείλεται σε εξωτερική επέμβαση;

4)

Έχει το άρθρο 27 της [οδηγίας 2011/83] την έννοια ότι ο καταναλωτής υποχρεούται να καταβάλει το τίμημα μιας εκτιμώμενης ποσότητας ηλεκτρικής ενέργειας για ένα εκτιμώμενο χρονικό διάστημα, όταν ο εξοπλισμός μετρήσεως δεν καταγράφει την πραγματική κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας, βρίσκεται εκτός του ακινήτου του καταναλωτή και η βλάβη του:

α)

οφείλεται σε εξωτερική επέμβαση·

β)

δεν οφείλεται σε εξωτερική επέμβαση;

5)

Έχει το άρθρο 10, παράγραφος 4, της [οδηγίας 2019/944] την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία επιτρέπει στον προμηθευτή ηλεκτρικής ενέργειας/διαχειριστή του δικτύου να υπολογίζει εκ νέου την ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας αντικαθιστώντας τη με μια εκτιμώμενη ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που πρέπει να είχε καταναλωθεί εντός ενός εκτιμώμενου χρονικού διαστήματος, όταν ο εξοπλισμός μετρήσεως δεν μετρά ορθώς, βρίσκεται εκτός της εμβέλειας του καταναλωτή και η βλάβη του:

α)

οφείλεται σε εξωτερική επέμβαση·

β)

δεν οφείλεται σε εξωτερική επέμβαση;»

Επί του παραδεκτού της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως

31

Κατ’ αρχάς, η ERM Zapad, αφενός, υποστηρίζει ότι το αιτούν δικαστήριο εξέδωσε τη διάταξη η οποία περιέχει την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως χωρίς να τηρήσει προηγουμένως την αρχή της αντιμωλίας, παραβιάζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο το εθνικό δίκαιο. Αφετέρου, η ERM Zapad αμφισβητεί ορισμένες πραγματικές διαπιστώσεις του αιτούντος δικαστηρίου των οποίων η ανακρίβεια, όπως υποστηρίζει, συνεπάγεται, κατ’ ουσίαν, ότι η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δεν έχει καμία σχέση με τις έννομες σχέσεις μεταξύ των διαδίκων της κύριας δίκης. Ειδικότερα, αντιθέτως προς όσα προκύπτουν από τη διάταξη του αιτούντος δικαστηρίου, η ERM Zapad έχει αποκλειστικώς την ιδιότητα του διαχειριστή του δικτύου διανομής. Δεν υφίσταται καμία συμβατική σχέση μεταξύ της ιδίας και του YL με αντικείμενο την παροχή ηλεκτρικής ενέργειας και, εξάλλου, δεν προβάλλεται η ύπαρξη τέτοιας συμβατικής σχέσης.

32

Εν συνεχεία, κατά την ERM Zapad, δεν υφίσταται καμία σχέση μεταξύ του αντικειμένου της διαφοράς της κύριας δίκης και του δικαίου της Ένωσης. Ειδικότερα, όσον αφορά, αφενός, το πρώτο, το δεύτερο, το τρίτο και το πέμπτο προδικαστικό ερώτημα, των οποίων αντικείμενο είναι η ερμηνεία του κανονισμού 2019/943 και της οδηγίας 2019/944, οι περιστάσεις της υπόθεσης της κύριας δίκης δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των πράξεων αυτών. Όσον αφορά, αφετέρου, το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, το οποίο έχει ως αντικείμενο την ερμηνεία της οδηγίας 2011/83, η ERM Zapad υποστηρίζει ότι, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 11 και 25 της οδηγίας αυτής, αντιθέτως προς την παροχή ηλεκτρικής ενέργειας, η δραστηριότητα διανομής ηλεκτρικής ενέργειας δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της.

33

Επιπλέον, η ERM Zapad προβάλλει ότι τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα δεν είναι λυσιτελή για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης. Ειδικότερα, δεδομένου ότι από τους διενεργηθέντες ελέγχους προέκυψε ότι υπήρχαν φθορές στις σφραγίδες του μετρητή, τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα είναι απαράδεκτα στο μέτρο που αφορούν την περίπτωση μη οφειλόμενης σε εξωτερική επέμβαση δυσλειτουργίας του εξοπλισμού μέτρησης. Αλλά και ανεξάρτητα από την ύπαρξη εξωτερικής παρέμβασης, οι απαντήσεις στα προδικαστικά ερωτήματα δεν είναι κρίσιμες για την επίλυση του μοναδικού ζητήματος που τίθεται στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης, ήτοι την αιτία της επίμαχης απαίτησης και τη δικαιολόγηση του ποσού της. Αιτία της επίμαχης απαίτησης είναι η αποδεδειγμένη κατανάλωση εκ μέρους του YL, χωρίς καταβολή του τιμήματος, ηλεκτρικής ενέργειας της οποίας η ποσότητα δεν κατέστη δυνατόν να καταμετρηθεί, όπερ ζημίωσε την ERM Zapad. Το ζήτημα αν το ποσό αυτό συνιστά απώλεια για το δίκτυο ή αν η απώλεια αυτή μπορεί να περιληφθεί στα τιμολόγια διανομής θα μπορούσε να είναι κρίσιμο στην περίπτωση δίκης στο πλαίσιο της οποίας η ERM Zapad θα ζητούσε το επίμαχο ποσό από όλους τους καταναλωτές στο πλαίσιο της κατανομής της οικονομικής επιβάρυνσης λόγω της ανάγκης συλλογικής αντιστάθμισης από το σύνολο των καταναλωτών και όχι από έναν μόνον πελάτη που κατανάλωσε ηλεκτρική ενέργεια της οποίας η ποσότητα δεν καταμετρήθηκε.

34

Τέλος, κατά την ERM Zapad, η ερμηνεία των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης που μνημονεύονται στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δεν δημιουργεί καμία αμφιβολία, λαμβανομένης υπόψη, μεταξύ άλλων, της νομολογίας του Δικαστηρίου σχετικά με την ενωσιακή νομοθεσία που ίσχυε πριν την οδηγία 2019/944 και τον κανονισμό 2019/943.

35

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει ότι, όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, δεν υπήρξε εξωτερική παρέμβαση στον μετρητή και, επομένως, τα πέντε προδικαστικά ερωτήματα είναι υποθετικά και, κατά συνέπεια, απαράδεκτα κατά το μέτρο που αφορούν την περίπτωση οφειλόμενης σε εξωτερική επέμβαση δυσλειτουργίας του εξοπλισμού μέτρησης.

36

Προκειμένου να κριθεί το παραδεκτό της υπό κρίση αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, κατά πρώτον, υπενθυμίζεται, αφενός, ότι, κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο προδικαστικής διαδικασίας δεν απόκειται στο Δικαστήριο, λαμβανομένης υπόψη της κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ αυτού και των εθνικών δικαστηρίων, να διακριβώσει αν η απόφαση περί παραπομπής εκδόθηκε σύμφωνα με τους εθνικούς κανόνες περί οργανώσεως των δικαστηρίων και με τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες. Επιπλέον, το Δικαστήριο δεσμεύεται από την απόφαση περί παραπομπής εφόσον αυτή δεν έχει εξαφανιστεί διά της ασκήσεως μέσου ένδικης προστασίας που ενδεχομένως προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο (απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2023, Royal Antwerp Football Club, C‑680/21, EU:C:2023:1010, σκέψη 28 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

37

Επομένως, δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να λάβει θέση, εν προκειμένω, επί του αν η διάταξη περί παραπομπής παραβιάζει ενδεχομένως τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες.

38

Αφετέρου, υπενθυμίζεται επίσης ότι, κατά πάγια νομολογία, η διαπίστωση και η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο αποκλειστικώς να αποφαίνεται επί της ερμηνείας ή του κύρους του δικαίου της Ένωσης με βάση την έννομη κατάσταση και τα πραγματικά περιστατικά όπως τα περιγράφει το αιτούν δικαστήριο, προκειμένου να παράσχει στο δικαστήριο αυτό τα στοιχεία που είναι χρήσιμα για την επίλυση της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί (πρβλ. αποφάσεις της 16ης Μαρτίου 1978, Oehlschläger, 104/77, EU:C:1978:69, σκέψη 4, και της 24ης Οκτωβρίου 2019, État belge, C‑35/19, EU:C:2019:894, σκέψη 28). Κατά συνέπεια, ακόμη και σε περίπτωση αμφισβήτησης, από διάδικο της κύριας δίκης, των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην απόφαση περί παραπομπής, στα υποβαλλόμενα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να δίδεται απάντηση βάσει των στοιχείων που παραθέτει το αιτούν δικαστήριο (πρβλ. απόφαση της 20ής Μαρτίου 2025, Sumitomo Chemical Agro Europe, C‑809/23, EU:C:2025:195, σκέψεις 42 και 43).

39

Επομένως, δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να λάβει θέση επί των εκτιθέμενων στη διάταξη περί παραπομπής πραγματικών διαπιστώσεων, των οποίων την ακρίβεια αμφισβητεί η ERM Zapad.

40

Κατά δεύτερον, όσον αφορά τη λυσιτέλεια των υποβληθέντων προδικαστικών ερωτημάτων για την επίλυση της διαφοράς, υπενθυμίζεται, αφενός, ότι, κατά πάγια νομολογία, απόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο, το οποίο έχει επιληφθεί της διαφοράς της κύριας δίκης και φέρει την ευθύνη για τη δικαστική απόφαση που πρόκειται να εκδοθεί, να εκτιμήσει, με γνώμονα τις ιδιαιτερότητες της συγκεκριμένης διαφοράς, τόσο το αν η προδικαστική απόφαση είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και το αν τα ερωτήματα που υποβάλλει στο Δικαστήριο είναι λυσιτελή. Ως εκ τούτου, τα προδικαστικά ερωτήματα που υποβάλλονται από τα εθνικά δικαστήρια θεωρούνται κατά τεκμήριο λυσιτελή, το δε Δικαστήριο δύναται να μην αποφανθεί επί των προδικαστικών ερωτημάτων μόνον όταν προκύπτει προδήλως ότι η ζητούμενη ερμηνεία ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το ζήτημα είναι υποθετικής φύσεως ή, ακόμη, όταν το Δικαστήριο δεν έχει στη διάθεσή του τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία για να δώσει χρήσιμη απάντηση στα εν λόγω ερωτήματα (απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2023, Royal Antwerp Football Club, C‑680/21, EU:C:2023:1010, σκέψη 35 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

41

Εν προκειμένω, μολονότι οι διάδικοι της κύριας δίκης δεν συμφωνούν ως προς τη φύση και το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, κανένας από αυτούς δεν αμφισβητεί το υποστατό της διαφοράς, το οποίο άλλωστε προκύπτει σαφώς από τα εκτιθέμενα από το αιτούν δικαστήριο στοιχεία που συνοψίζονται στις σκέψεις 13 έως 18 της παρούσας απόφασης. Επιπλέον, από τα ίδια στοιχεία προκύπτει ότι τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης δεν είναι προδήλως και πλήρως άσχετα με το υποστατό και το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όπως αυτό προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής.

42

Εντούτοις, πρέπει να επισημανθεί ότι το αιτούν δικαστήριο υποβάλλει τα πέντε προδικαστικά ερωτήματα σε σχέση με δύο διαζευκτικές πραγματικές καταστάσεις, ήτοι την περίπτωση η δυσλειτουργία του επίμαχου μετρητή να οφείλεται σε εξωτερική επέμβαση και την περίπτωση να μην οφείλεται σε τέτοια παρέμβαση.

43

Στη διάταξη περί παραπομπής διαπιστώνεται όμως, κατά τρόπο σαφή, ότι η δυσλειτουργία του επίμαχου μετρητή δεν οφείλεται σε εξωτερική παρέμβαση.

44

Κατά συνέπεια, τα προδικαστικά ερωτήματα, κατά το μέτρο που αφορούν περίπτωση η οποία δεν αντιστοιχεί στα επίμαχα πραγματικά περιστατικά στην κύρια δίκη όπως αυτά περιγράφονται στη διάταξη περί παραπομπής, ήτοι την περίπτωση η δυσλειτουργία του μετρητή να οφείλεται σε εξωτερική παρέμβαση, είναι υποθετικής φύσεως και, επομένως, απαράδεκτα.

45

Αφετέρου, η ERM Zapad φαίνεται να συνάγει το απαράδεκτο των προδικαστικών ερωτημάτων από το ότι η επίμαχη περίπτωση στην κύρια δίκη δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 2019/943, ούτε σε εκείνο της οδηγίας 2019/944, αλλά ούτε και σε εκείνο της οδηγίας 2011/83.

46

Αρκεί να επισημανθεί ότι, όταν, όπως στην υπό κρίση υπόθεση, δεν προκύπτει προδήλως ότι η ερμηνεία διατάξεως του δικαίου της Ένωσης δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, ένσταση στηριζόμενη σε αδυναμία εφαρμογής της διατάξεως αυτής στην υπόθεση της κύριας δίκης δεν αφορά το παραδεκτό της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως αλλά την ουσία των προδικαστικών ερωτημάτων (απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 2021, Komisia za protivodeystvie na koruptsiyata i za otnemane na nezakonno pridobitoto imushtestvo, C‑319/19, EU:C:2021:883, σκέψη 25· πρβλ., επίσης, απόφαση της 24ης Ιουλίου 2023, Lin, C‑107/23 PPU, EU:C:2023:606, σκέψη 66 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

47

Κατά τρίτον, όσον αφορά τη φερόμενη έλλειψη οποιασδήποτε αμφιβολίας ως προς τη ζητούμενη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης λόγω, ιδίως, της ύπαρξης συναφούς νομολογίας του Δικαστηρίου, αρκεί η υπόμνηση ότι, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία υφίσταται νομολογία του Δικαστηρίου που επιλύει το επίμαχο νομικό ζήτημα, τα εθνικά δικαστήρια διατηρούν πλήρως την ευχέρεια να υποβάλουν αίτηση προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο εάν το κρίνουν σκόπιμο, το δε γεγονός ότι οι διατάξεις των οποίων ζητείται η ερμηνεία έχουν ήδη ερμηνευθεί από το Δικαστήριο δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να αποφανθεί εκ νέου (απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2021, Consorzio Italian Management και Catania Multiservizi, C‑561/19, EU:C:2021:799, σκέψη 37 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

48

Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, τα προδικαστικά ερωτήματα είναι απαράδεκτα κατά το μέτρο που αφορούν την περίπτωση η δυσλειτουργία του επίμαχου μετρητή να οφείλεται σε εξωτερική επέμβαση.

Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

49

Με τα προδικαστικά ερωτήματα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί αν το άρθρο 18, παράγραφοι 1, 7 και 8, του κανονισμού 2019/943, το άρθρο 10, παράγραφος 4, το άρθρο 46, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, και το άρθρο 59, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2019/944, και το άρθρο 27 της οδηγίας 2011/83 έχουν την έννοια ότι, στην περίπτωση κατά την οποία, λόγω της δυσλειτουργίας μετρητή, δεν κατέστη δυνατή η ορθή καταμέτρηση της ποσότητας ηλεκτρικής ενέργειας που κατανάλωσε οικιακός πελάτης, επιτρέπεται να χρεωθεί σε αυτόν ποσό υπολογιζόμενο βάσει εκτιμώμενης κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας.

50

Προκειμένου να δοθεί απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα, πρέπει να εξεταστεί, προκαταρκτικώς, αν το πεδίο εφαρμογής του ως άνω κανονισμού και των ως άνω οδηγιών καταλαμβάνει τις έννομες συνέπειες μιας τέτοιας δυσλειτουργίας.

51

Ως προς το ζήτημα αυτό, επισημαίνεται, κατά πρώτον, ότι το άρθρο 18, παράγραφοι 1, 7 και 8, του κανονισμού 2019/943, το οποίο αφορούν τα τρία πρώτα προδικαστικά ερωτήματα, προβλέπει, εν συνόψει, ότι τα τέλη πρόσβασης στα δίκτυα που επιβάλλουν οι διαχειριστές δικτύου, όπως και τα τιμολόγια διανομής, πρέπει να αντανακλούν το κόστος, να είναι διαφανή και να λαμβάνουν υπόψη την ανάγκη ασφάλειας και ευελιξίας των δικτύων. Επιπλέον, τα τιμολόγια διανομής περιλαμβάνουν το κόστος που βαρύνει τους διαχειριστές δικτύου διανομής για την πιο αποδοτική οικονομικά λειτουργία και ανάπτυξη των δικτύων τους.

52

Πλην όμως, από κανένα στοιχείο των διατάξεων αυτών δεν μπορεί να συναχθεί ότι αυτές αφορούν τις έννομες συνέπειες της δυσλειτουργίας μετρητή.

53

Κατά δεύτερον, όσον αφορά την οδηγία 2019/944, υπογραμμίζεται, πρώτον, ότι το άρθρο της 10, παράγραφος 4, το οποίο αποτελεί αντικείμενο του πέμπτου προδικαστικού ερωτήματος, προβλέπει απλώς το δικαίωμα των τελικών πελατών να ενημερώνονται από τον προμηθευτή σχετικά με οποιαδήποτε πρόθεση τροποποίησης των συμβατικών όρων και, την κατάλληλη χρονική στιγμή, για οποιαδήποτε προσαρμογή της τιμής προμήθειας.

54

Πλην όμως, αφενός, η διαφορά της κύριας δίκης προδήλως δεν αφορά τροποποιήσεις συμβατικών όρων και, ειδικότερα, προσαρμογή των τιμών, κατά μείζονα δε λόγο δεδομένου ότι οι κανόνες που εφάρμοσε η ERM Zapad καθορίζονται από τους PIKEE.

55

Αφετέρου, το δικαίωμα ενημέρωσης που προβλέπεται στο άρθρο 10, παράγραφος 4, της οδηγίας 2019/944 αφορά μόνον τους συμβατικούς όρους που εξαρτώνται από τη βούληση των μερών, ιδίως δε την τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας, και όχι τα τιμολόγια μεταφοράς και διανομής που αφορούν την αμοιβή του διαχειριστή του δικτύου μεταφοράς ή διανομής για τη χρήση του δικτύου, τα οποία καθορίζονται από τη ρυθμιστική αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 59, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2019/944.

56

Δεύτερον, το άρθρο 46, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2019/944, το οποίο αποτελεί αντικείμενο του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος, ακόμη και αν υποτεθεί ότι έχει εφαρμογή σε οντότητα η οποία, όπως φαίνεται να συμβαίνει ως προς την ERM Zapad, δεν είναι διαχειριστής του δικτύου μεταφοράς, απλώς περιλαμβάνει στη δραστηριότητα της μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας «τη συλλογή όλων των τελών των σχετικών με το σύστημα μεταφοράς, συμπεριλαμβανομένων των τελών πρόσβασης, ενέργειας για απώλειες και των τελών επικουρικών υπηρεσιών».

57

Πλην όμως, η διάταξη αυτή όχι μόνο δεν κάνει μνεία καμίας έννοιας «τελών για απώλειες», όπως αυτή για την οποία γίνεται λόγος στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, αλλά και προδήλως δεν αφορά τις έννομες συνέπειες της δυσλειτουργίας μετρητή.

58

Τρίτον, κατά το άρθρο 59, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2019/944, το οποίο αποτελεί αντικείμενο του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος, η ρυθμιστική αρχή καθορίζει ή εγκρίνει, σύμφωνα με διαφανή κριτήρια, τιμολόγια μεταφοράς ή διανομής ή τις μεθοδολογίες τους ή και τα δύο.

59

Επισημαίνεται ότι, πέραν του γεγονότος ότι η υπόθεση της κύριας δίκης δεν αφορά την εγκυρότητα των κριτηρίων ή των μεθόδων υπολογισμού που προβλέπουν οι PIKEE ούτε την τήρησή τους εκ μέρους της ERM Zapad κατά τον καθορισμό του ποσού που εμφαίνεται στον επίδικο λογαριασμό ηλεκτρικής ενέργειας, το ποσό αυτό δεν αντιστοιχεί σε τιμολόγιο μεταφοράς ή διανομής βάσει του οποίου καταβάλλεται αμοιβή για τη χρήση των δικτύων μεταφοράς ή διανομής, δεδομένου ότι η ERM Zapad ζητεί με αυτόν την καταβολή ποσού που αντιστοιχεί στην καταναλωθείσα από τον YL ηλεκτρική ενέργεια, η οποία δεν καταμετρήθηκε ορθώς.

60

Κατά τρίτον, όσον αφορά την οδηγία 2011/83, ακόμη και αν υποτεθεί ότι, αντιθέτως προς την άποψη της ERM Zapad, η οδηγία αυτή έχει εφαρμογή στη δραστηριότητα διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, το άρθρο της 27, το οποίο αποτελεί αντικείμενο του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος, ορίζει ότι ο καταναλωτής απαλλάσσεται από την υποχρέωση να καταβάλει οποιαδήποτε αντιπαροχή, μεταξύ άλλων, σε περίπτωση παροχής μη παραγγελθείσας ηλεκτρικής ενέργειας.

61

Όπως υπογραμμίζουν τόσο η ERM Zapad όσο και η Επιτροπή, για να έχει εφαρμογή η διάταξη αυτή, θα πρέπει η παροχή της ηλεκτρικής ενέργειας να μην έχει ζητηθεί. Εν προκειμένω, από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι ο YL, βάσει συμβάσεως της οποίας το κύρος δεν αμφισβητείται, κατανάλωσε ηλεκτρική ενέργεια κατά την περίοδο κατά την οποία ο επίμαχος μετρητής δεν λειτουργούσε ορθώς και, επομένως, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο YL δεν ζήτησε την παροχή της ηλεκτρικής ενέργειας, τούτο δε ανεξαρτήτως της ταυτότητας του προμηθευτή της.

62

Κατόπιν του συνόλου των προεκτεθέντων, στα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να δοθεί η εξής απάντηση:

το άρθρο 18, παράγραφοι 1, 7 και 8, του κανονισμού 2019/943, καθώς και το άρθρο 10, παράγραφος 4, το άρθρο 46, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, και το άρθρο 59, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2019/944 έχουν την έννοια ότι δεν διέπουν τις έννομες συνέπειες της δυσλειτουργίας μετρητή ηλεκτρικής ενέργειας και, επομένως, δεν έχουν εφαρμογή στην περίπτωση κατά την οποία, λόγω τέτοιας δυσλειτουργίας, δεν κατέστη δυνατή η ορθή καταμέτρηση της ποσότητας ηλεκτρικής ενέργειας που κατανάλωσε οικιακός πελάτης και χρεώθηκε σε αυτόν ποσό υπολογισθέν βάσει εκτιμώμενης κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας·

το άρθρο 27 της οδηγίας 2011/83 έχει την έννοια ότι δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση κατά την οποία ζητείται από καταναλωτή η πληρωμή της ηλεκτρικής ενέργειας που παρασχέθηκε δυνάμει έγκυρης σύμβασης, καταναλώθηκε, αλλά δεν καταμετρήθηκε ορθώς λόγω της δυσλειτουργίας μετρητή.

Επί των δικαστικών εξόδων

63

Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (ένατο τμήμα) αποφαίνεται:

 

1)

Το άρθρο 18, παράγραφοι 1, 7 και 8, του κανονισμού (ΕΕ) 2019/943 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουνίου 2019, σχετικά με την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς και το άρθρο 10, παράγραφος 4, το άρθρο 46, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, και το άρθρο 59, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας (ΕΕ) 2019/944 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουνίου 2019, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και την τροποποίηση της οδηγίας 2012/27/ΕΕ,

έχουν την έννοια ότι:

δεν διέπουν τις έννομες συνέπειες της δυσλειτουργίας μετρητή ηλεκτρικής ενέργειας και, επομένως, δεν έχουν εφαρμογή στην περίπτωση κατά την οποία, λόγω τέτοιας δυσλειτουργίας, δεν κατέστη δυνατή η ορθή καταμέτρηση της ποσότητας ηλεκτρικής ενέργειας που κατανάλωσε οικιακός πελάτης και χρεώθηκε σε αυτόν ποσό υπολογισθέν βάσει εκτιμώμενης κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας.

 

2)

Το άρθρο 27 της οδηγίας 2011/83/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2011, σχετικά με τα δικαιώματα των καταναλωτών, την τροποποίηση της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 1999/44/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση της οδηγίας 85/577/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 97/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου,

έχει την έννοια ότι:

δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση κατά την οποία ζητείται από καταναλωτή η πληρωμή της ηλεκτρικής ενέργειας που παρασχέθηκε δυνάμει έγκυρης σύμβασης, καταναλώθηκε, αλλά δεν καταμετρήθηκε ορθώς λόγω της δυσλειτουργίας μετρητή.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η βουλγαρική.