Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)

της 23ης Οκτωβρίου 2025 (*)

« Προδικαστική παραπομπή – Περιβάλλον – Απόβλητα – Κανονισμός (ΕΚ) 1013/2006 – Άρθρο 24, παράγραφος 2 – Μεταφορά – Παραλαβή κατόπιν επιστροφής σε περίπτωση παράνομης μεταφοράς – Παραλαβή αποβλήτων από την αρμόδια αρχή αποστολής κατόπιν επιστροφής τους – Υποχρέωση ή ευχέρεια της εν λόγω αρχής να αξιοποιήσει ή να διαθέσει τα απόβλητα παρά το ότι ο αρχικός αποστολέας αντιτίθεται – Άρθρο 17, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Δικαίωμα ιδιοκτησίας – Κύρος »

Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑221/24 και C‑222/24,

με αντικείμενο δύο αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Svea hovrätt, Mark- och miljööverdomstolen (εφετείο Στοκχόλμης, τμήμα υποθέσεων ακινήτων και περιβαλλοντικών υποθέσεων, Σουηδία) με αποφάσεις της 12ης Μαρτίου 2024, οι οποίες περιήλθαν στο Δικαστήριο στις 22 Μαρτίου 2024, στο πλαίσιο της δίκης

Naturvårdsverket

κατά

UQ (C‑221/24)

IC (C‑222/24)

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους F. Biltgen, πρόεδρο τμήματος, T. von Danwitz, Αντιπρόεδρο του Δικαστηρίου, ασκούντα καθήκοντα δικαστή του πρώτου τμήματος, I. Ziemele, A. Kumin, και S. Gervasoni (εισηγητή), δικαστές,

γενική εισαγγελέας: T. Ćapeta

γραμματέας: C. Strömholm, διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 27ης Φεβρουαρίου 2025,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η Naturvårdsverket, εκπροσωπούμενη από τις Y. Lindén και L. Vogel, miljöjurister,

–        το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εκπροσωπούμενο από την A. Ahlvin και τους W D. Kuzmienko και A. Neergaard,

–        το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενο από τις J. Himmanen και A. Maceroni,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους M. Björkland και T. S. Bohr,

αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 22ας Μαΐου 2025,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 24, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχεία γʹ και δʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 1013/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2006, για τις μεταφορές αποβλήτων (ΕΕ 2006, L 190, σ. 1), καθώς και το κύρος του άρθρου 24, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, του κανονισμού αυτού υπό το πρίσμα του δικαιώματος ιδιοκτησίας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 17, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης).

2        Οι αιτήσεις αυτές υποβλήθηκαν στο πλαίσιο δύο ένδικων διαφορών μεταξύ της Naturvårdsverket (Υπηρεσίας προστασίας του περιβάλλοντος, Σουηδία) (στο εξής: Υπηρεσία) και των UQ (υπόθεση C‑221/24) και IC (υπόθεση C‑222/24) σχετικά με την εκ μέρους της Υπηρεσίας παραλαβή κατόπιν επιστροφής αποβλήτων που περιέχονταν σε εμπορευματοκιβώτια τα οποία απεστάλησαν από τους UQ και IC.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το διεθνές δίκαιο

3        Το προοίμιο της Σύμβασης για τον έλεγχο της διασυνοριακής διακίνησης επικίνδυνων αποβλήτων και της διάθεσής τους, η οποία υπογράφηκε στη Βασιλεία στις 22 Μαρτίου 1989 και εγκρίθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με την απόφαση 93/98/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 1ης Φεβρουαρίου 1993 (ΕΕ 1993, L 39, σ. 1, στο εξής: Σύμβαση της Βασιλείας), αναφέρει ότι οι διασυνοριακές κινήσεις των επικίνδυνων αποβλήτων και άλλων αποβλήτων δεν θα πρέπει να επιτρέπονται παρά μόνον εφόσον η μεταφορά και η τελική διάθεση των αποβλήτων αυτών είναι οικολογικά ορθολογικές.

4        Το άρθρο 9 της Σύμβασης της Βασιλείας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Παράνομη διακίνηση», ορίζει στην παράγραφο 2 τα εξής:

«Σε περίπτωση που μία διασυνοριακή κίνηση επικίνδυνων αποβλήτων ή άλλων αποβλήτων θεωρείται ως παράνομη κίνηση λόγω της συμπεριφοράς του εξαγωγέα ή του παραγωγού, το Κράτος εξαγωγής επιδιώκει ώστε τα εν λόγω επικίνδυνα απόβλητα:

α)      να επανακτώνται από τον εξαγωγέα ή τον παραγωγό ή, εάν είναι εφικτό από αυτό το ίδιο το Κράτος εξαγωγής ή, εάν αυτό είναι αδύνατο,

β)      να τυγχάνουν επεξεργασίας με άλλο τρόπο σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας Σύμβασης,

μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία που το Κράτος εξαγωγής πληροφορήθηκε την παράνομη διακίνηση ή σε κάθε άλλη χρονική περίοδο για την οποία μπορούν να συμφωνήσουν τα ενδιαφερόμενα Κράτη. Για τον σκοπό αυτόν τα ενδιαφερόμενα Κράτη δεν αντιτίθενται στην επιστροφή αυτών των αποβλήτων στο Κράτος εξαγωγής ούτε την παρενοχλούν ούτε την εμποδίζουν.»

 Το δίκαιο της Ένωσης

 Ο Χάρτης

5        Το άρθρο 17 του Χάρτη, το οποίο τιτλοφορείται «Δικαίωμα ιδιοκτησίας», ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Κάθε πρόσωπο δικαιούται να είναι κύριος των νομίμως κτηθέντων αγαθών του, να τα χρησιμοποιεί, να τα διαθέτει και να τα κληροδοτεί. Κανείς δεν μπορεί να στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνον για λόγους δημόσιας ωφέλειας, στις περιπτώσεις και υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο νόμο και έναντι δίκαιης και έγκαιρης αποζημίωσης για την απώλειά της. Η χρήση των αγαθών μπορεί να υπόκειται σε περιορισμούς από το νόμο, εφόσον αυτό είναι αναγκαίο προς το γενικό συμφέρον.»

6        Το άρθρο 52 του Χάρτη, το οποίο φέρει τον τίτλο «Εμβέλεια και ερμηνεία των δικαιωμάτων και των αρχών», προβλέπει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Κάθε περιορισμός στην άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται στον παρόντα Χάρτη πρέπει να προβλέπεται από το νόμο και να σέβεται το βασικό περιεχόμενο των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών. Τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, περιορισμοί επιτρέπεται να επιβάλλονται μόνον εφόσον είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πραγματικά σε στόχους γενικού ενδιαφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων.»

 Η οδηγία 2008/98/ΕΚ

7        Η οδηγία 2008/98/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 2008, για τα απόβλητα και την κατάργηση ορισμένων οδηγιών (ΕΕ 2008, L 312,σ. 3) (στο εξής: οδηγία 2008/98), στην οποία παραπέμπει ο κανονισμός 1013/2006, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 660/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014 (ΕΕ 2014, L 189, σ. 135), θεσπίζει νομικό πλαίσιο για την επεξεργασία των αποβλήτων εντός της Ένωσης.

8        Όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 6 της οδηγίας, «[π]ρώτος στόχος κάθε πολιτικής για τα απόβλητα θα πρέπει να είναι η ελαχιστοποίηση των αρνητικών συνεπειών της παραγωγής και της διαχείρισης των αποβλήτων για την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον».

9        Το άρθρο 3 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ορισμοί», έχει ως ακολούθως:

«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)      “απόβλητα”: κάθε ουσία ή αντικείμενο το οποίο ο κάτοχός του απορρίπτει ή προτίθεται ή υποχρεούται να απορρίψει,

[…]».

10      Το άρθρο 15 της οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ευθύνη για τη διαχείριση των αποβλήτων», ορίζει στις παραγράφους 1 και 2 τα εξής:

«1.      Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίζουν ότι οι αρχικοί παραγωγοί ή άλλοι κάτοχοι αποβλήτων πραγματοποιούν οι ίδιοι την επεξεργασία των αποβλήτων ή αναθέτουν την επεξεργασία σε έμπορο ή σε οργανισμό ή σε επιχείρηση που εκτελεί εργασίες επεξεργασίας αποβλήτων ή μέσω διακανονισμού με δημόσιο ή ιδιωτικό οργανισμό συλλογής αποβλήτων σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 13.

2.      Όταν τα απόβλητα μεταφέρονται από τον αρχικό παραγωγό ή κάτοχο σε ένα ή περισσότερα νομικά πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 για προκαταρκτική επεξεργασία, αυτό δεν συνεπάγεται, κατά γενικό κανόνα, απαλλαγή από την ευθύνη για τη διεξαγωγή μιας εργασίας πλήρους ανάκτησης ή διάθεσης.

[…]»

11      Κατά το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας, «[τ]α κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα, […] για να δημιουργήσουν ολοκληρωμένο και κατάλληλο δίκτυο εγκαταστάσεων διάθεσης αποβλήτων […]».

 Ο κανονισμός 1013/2006

12      Όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 1 του κανονισμού 1013/2006, ο κύριος και εξέχων σκοπός και συνιστώσα του κανονισμού αυτού είναι η προστασία του περιβάλλοντος. Επιπλέον, κατά τις αιτιολογικές σκέψεις 3, 7 και 8 του κανονισμού:

«(3)      Η απόφαση [93/98] αφορούσε τη σύναψη, για λογαριασμό της Κοινότητας, της [Σύμβασης της Βασιλείας], στην οποία η [Ευρωπαϊκή] Κοινότητα είναι μέρος από το 1994. Με τον [κανονισμό (ΕΟΚ) 259/93 του Συμβουλίου, της 1ης Φεβρουαρίου 1993, σχετικά με την παρακολούθηση και τον έλεγχο των μεταφορών αποβλήτων στο εσωτερικό της Κοινότητας καθώς και κατά την είσοδο και έξοδό τους (ΕΕ 1993, L 30, σ. 1)], το Συμβούλιο [της Ευρωπαϊκής Ένωσης] θέσπισε κανόνες για τον περιορισμό και τον έλεγχο των εν λόγω μεταφορών, με σκοπό, μεταξύ άλλων, να συμφωνήσει για το υπάρχον κοινοτικό σύστημα παρακολούθησης και ελέγχου των μεταφορών αποβλήτων, με τις απαιτήσεις της Σύμβασης της Βασιλείας.

[…]

(7)      Είναι σημαντικό να οργανωθούν και να ρυθμισθούν η παρακολούθηση και ο έλεγχος των μεταφορών αποβλήτων ούτως ώστε να ληφθεί υπόψη η ανάγκη διατήρησης, προστασίας και βελτίωσης της ποιότητας του περιβάλλοντος και της ανθρώπινης υγείας και να επιδιωχθεί η ευρύτερη ενιαία εφαρμογή του κανονισμού σε ολόκληρη την Κοινότητα.

(8)      Είναι σημαντικό επίσης να υπάρχει κατά νουν η απαίτηση του άρθρου 4 παράγραφος 2 στοιχείο δ) της Σύμβασης της Βασιλείας ότι πρέπει να μειωθούν στο ελάχιστο οι μεταφορές επικίνδυνων αποβλήτων, σε συνάρτηση με την αποτελεσματική και περιβαλλοντικά ορθή διαχείριση των εν λόγω αποβλήτων.»

13      Το άρθρο 1 του κανονισμού αυτού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Πεδίο εφαρμογής», προβλέπει στην παράγραφο 1 τα ακόλουθα:

«Ο παρών κανονισμός θεσπίζει διαδικασίες και καθεστώτα ελέγχου για τις μεταφορές αποβλήτων, […]»

14      Στο άρθρο 2, σημείο 34, του κανονισμού, η έννοια της «μεταφοράς» ορίζεται, κατ’ ουσίαν, ως «η μεταφορά αποβλήτων που προορίζονται για αξιοποίηση ή διάθεση» μεταξύ πλειόνων χωρών ή στο εσωτερικό μίας και της αυτής χώρας.

15      Το άρθρο 3 του κανονισμού θεσπίζει το «[γ]ενικό διαδικαστικό πλαίσιο» των μεταφορών αυτών, προβλέποντας, μεταξύ άλλων, διαδικασία κοινοποίησης των εν λόγω μεταφορών, κοινοποίηση της οποίας το εύρος καλύπτει, όπως διευκρινίζεται στο άρθρο 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 6, του κανονισμού αυτού, «τη μεταφορά αποβλήτων από τον αρχικό τόπο αποστολής της, συμπεριλαμβανομένης της […] αξιοποίησης ή διάθεσής της».

16      Το άρθρο 24 του κανονισμού 1013/2006, με τίτλο «Παραλαβή κατόπιν επιστροφής σε περίπτωση που η μεταφορά είναι παράνομη», προβλέπει στις παραγράφους 1 και 2 τα εξής:

«1.      Σε περίπτωση που αρμόδια αρχή ανακαλύπτει μεταφορά που κρίνει ότι είναι παράνομη μεταφορά, ενημερώνει αμέσως τις λοιπές οικείες αρμόδιες αρχές.

2.      Εάν, για την παράνομη μεταφορά, υπεύθυνος είναι ο κοινοποιών, η αρμόδια αρχή αποστολής μεριμνά ώστε τα εν λόγω απόβλητα:

α)      να παραλαμβάνονται κατόπιν επιστροφής από τον de facto κοινοποιούντα· ή, εάν δεν έχει πραγματοποιηθεί κοινοποίηση,

β)      να παραλαμβάνονται κατόπιν επιστροφής από τον de jure κοινοποιούντα· ή, εάν αυτό δεν είναι πρακτικά δυνατόν,

γ)      να παραλαμβάνονται κατόπιν επιστροφής από την ίδια την αρμοδία αρχή αποστολής ή από φυσικό ή νομικό πρόσωπο για λογαριασμό της· ή, εάν αυτό δεν είναι πρακτικά δυνατόν,

δ)      εναλλακτικά, να αξιοποιούνται ή να διατίθενται στη χώρα προορισμού ή αποστολής από την ίδια την αρμόδια αρχή αποστολής ή από φυσικό ή νομικό πρόσωπο για λογαριασμό της· ή, εάν αυτό δεν είναι πρακτικά δυνατόν,

ε)      εναλλακτικά, να αξιοποιούνται ή να διατίθενται σε άλλη χώρα από την ίδια την αρμόδια αρχή αποστολής ή από φυσικό ή νομικό πρόσωπο για λογαριασμό της, εάν συμφωνούν όλες οι οικείες αρμόδιες αρχές.

Αυτή η παραλαβή κατόπιν επιστροφής, αξιοποίηση ή διάθεση πρέπει να γίνεται εντός 30 ημερών ή εντός κάθε άλλης προθεσμίας, η οποία, ενδεχομένως συμφωνείται από τις οικείες αρμόδιες αρχές, αφότου η αρμόδια αρχή αποστολής αντιληφθεί την παράνομη μεταφορά, ή ενημερωθεί εγγράφως από τις αρμόδιες αρχές προορισμού ή διαμετακόμισης σχετικά με αυτή και ενημερωθεί για τον (τους) σχετικό(-ούς) λόγο(-ους). Τέτοιου είδους ενημέρωση μπορεί να προέρχεται από πληροφορίες που έχουν υποβληθεί στις αρμόδιες αρχές προορισμού ή διαμετακόμισης, μεταξύ άλλων, από άλλες αρμόδιες αρχές.

Σε περιπτώσεις παραλαβής κατόπιν επιστροφής, όπως αναφέρεται στα στοιχεία α), β) και γ), πραγματοποιείται νέα κοινοποίηση, εκτός εάν οι οικείες αρμόδιες αρχές συμφωνούν ότι επαρκεί δεόντως αιτιολογημένη αίτηση από την αρχική αρμόδια αρχή αποστολής.

Η νέα κοινοποίηση πραγματοποιείται από το πρόσωπο ή την αρχή που απαριθμείται στα στοιχεία α), β), ή γ) και σύμφωνα με την εν λόγω ιεράρχηση.

Καμία αρμόδια αρχή δεν μπορεί να αντιτάσσεται ούτε να φέρει αντιρρήσεις κατά της επιστροφής των αποβλήτων μιας παράνομης μεταφοράς. […]»

17      Το άρθρο 25 του κανονισμού, με τίτλο «Δαπάνες παραλαβής κατόπιν επιστροφής σε περίπτωση που η μεταφορά είναι παράνομη», ορίζει στην παράγραφο 1 τα ακόλουθα:

«Οι δαπάνες που προκύπτουν από την παραλαβή κατόπιν επιστροφής των αποβλήτων παράνομης μεταφοράς, συμπεριλαμβανομένων των δαπανών διακομιδής, αξιοποίησης ή διάθεσής τους, σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 2, και, από την ημερομηνία που η αρμόδια αρχή αποστολής αντιλαμβάνεται ότι η μεταφορά είναι παράνομη, το κόστος αποθήκευσης, σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 7, χρεώνονται:

α)      στον de facto κοινοποιούντα, όπως ταυτοποιείται σύμφωνα με την ιεράρχηση του άρθρου 2 σημείο 15· ή, εάν δεν έχει πραγματοποιηθεί κοινοποίηση,

β)      στον de jure κοινοποιούντα ή σε άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα ενδεχομένως· ή, εάν αυτό δεν είναι πρακτικά δυνατόν,

γ)      στην αρμόδια αρχή αποστολής.»

 Οι διαφορές των κύριων δικών και τα προδικαστικά ερωτήματα

 Η υπόθεση C221/24

18      Η Υπηρεσία, η οποία είναι η αρμόδια αρχή για την εφαρμογή του κανονισμού 1013/2006 στη Σουηδία, ενημέρωσε τις βελγικές αρχές στις 26 Αυγούστου 2022 ότι ένα εμπορευματοκιβώτιο για το οποίο υπήρχαν υπόνοιες ότι περιείχε απόβλητα, και συγκεκριμένα δύο οχήματα, ελαστικά αυτοκινήτου και ηλεκτρονικά προϊόντα, είχε εγκαταλείψει τη Σουηδία με προορισμό το Καμερούν μέσω Βελγίου, και ζήτησε από τις αρχές αυτές να το σταματήσουν.

19      Στις 17 Οκτωβρίου 2022 η Υπηρεσία πληροφόρησε τον αποστολέα, ήτοι τον UQ, ότι το εμπορευματοκιβώτιο έπρεπε να επιστραφεί στη Σουηδία για τον λόγο ότι περιείχε απόβλητα και τον ρώτησε αν σκόπευε να μεριμνήσει για την επιστροφή αυτή ή αν έπρεπε να την αναλάβει η ίδια, με έξοδα του UQ. Ο UQ αμφισβήτησε ότι το εμπορευματοκιβώτιο περιείχε απόβλητα και ζήτησε από την Υπηρεσία να οργανώσει την επιστροφή του εμπορευματοκιβωτίου στη Σουηδία, επισημαίνοντας ότι δεν ήταν βέβαιος ότι μπορούσε να εκπληρώσει τις απαιτούμενες προϋποθέσεις ώστε να παραλάβει ο ίδιος το εμπορευματοκιβώτιο κατόπιν επιστροφής.

20      Η Υπηρεσία αποφάσισε, στις 14 Δεκεμβρίου 2022, να οργανώσει την επιστροφή του εμπορευματοκιβωτίου στη Σουηδία. Η αιτιολογία της αποφάσεως αυτής στηριζόταν στο ότι, κατά την Υπηρεσία, το εμπορευματοκιβώτιο περιείχε απόβλητα, μεταξύ των οποίων και επικίνδυνα απόβλητα. Η Υπηρεσία διευκρίνισε επίσης με την απόφασή της ότι η παραλαβή κατόπιν επιστροφής ή η επεξεργασία των αποβλήτων από τον UQ δεν ήταν δυνατή, δεδομένου ότι ο UQ δεν είχε κάνει χρήση της δυνατότητας που του είχε παρασχεθεί να παραλάβει το περιεχόμενο του εμπορευματοκιβωτίου κατόπιν επιστροφής και δεν είχε προσκομίσει στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι θα ήταν σε θέση να το επεξεργαστεί με περιβαλλοντικά ορθολογικό τρόπο.

21      Ενόψει της επιστροφής του εμπορευματοκιβωτίου στη Σουηδία, η Υπηρεσία προέβη σε κοινοποίηση δυνάμει του άρθρου 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 1013/2006, στην οποία προσδιορίζεται η ίδια ως κοινοποιούσα και ως υπεύθυνη για τη μεταφορά. Μια εγκεκριμένη στη Σουηδία εγκατάσταση παραλαβής αποβλήτων ορίστηκε ως παραλήπτης των αποβλήτων και διευκρινιζόταν ότι τα απόβλητα αυτά μεταφέρονταν προς αξιοποίηση. Η κοινοποίηση εγκρίθηκε από την αρμόδια βελγική αρχή.

22      Ακολούθως, το περιεχόμενο του εμπορευματοκιβωτίου μεταφέρθηκε στη Σουηδία, στην οριζόμενη με την κοινοποίηση εγκατάσταση, και αποθηκεύτηκε εκεί. Το περιεχόμενο αυτό επιθεωρήθηκε επίσης από το Länsstyrelsen i Norrbottens län (συμβούλιο της περιφέρειας του Norrbotten, Σουηδία), το οποίο έκρινε ότι επρόκειτο περί μείγματος αποβλήτων, ορισμένα εκ των οποίων αποτελούσαν επικίνδυνα απόβλητα. Το συμβούλιο της περιφέρειας του Norrbotten συντάχθηκε με την εκτίμηση των βελγικών αρχών και της Υπηρεσίας ότι η επρόκειτο περί παράνομης μεταφοράς αποβλήτων και ότι τα εν λόγω απόβλητα έπρεπε να αναληφθούν κατά περιβαλλοντικά ορθολογικό τρόπο.

23      Ο UQ άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως της Υπηρεσίας ενώπιον του Nacka tingsrätt, mark- och miljödomstolen (πρωτοβάθμιου δικαστηρίου Nacka, τμήμα υποθέσεων ακινήτων και περιβαλλοντικών υποθέσεων, Σουηδία), το οποίο την ακύρωσε εν μέρει κατά το μέρος που προέβλεπε την επεξεργασία του περιεχομένου του εμπορευματοκιβωτίου από την Υπηρεσία. Το δικαστήριο αυτό έκρινε ότι η απόφαση της Υπηρεσίας μπορούσε να ερμηνευθεί μόνον υπό την έννοια ότι περιουσιακά στοιχεία του UQ θα του αφαιρούνταν και θα αξιοποιούνταν και διαπίστωσε ότι, κατά το μέρος που η απόφαση αυτή αποσκοπούσε στην αξιοποίηση των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων, προσέβαλλε το θεμελιώδες δικαίωμα προστασίας της ιδιοκτησίας που κατοχυρώνεται, μεταξύ άλλων, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ), και ότι, ως εκ τούτου, ήταν αναγκαία μια σαφής νομική βάση για την εν λόγω ενέργεια. Πλην όμως, από το γράμμα των διατάξεων του κανονισμού 1013/2006 ουδόλως προκύπτει ότι η Υπηρεσία έχει τη δυνατότητα να αποφασίσει ότι τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκαν στον UQ και τα οποία η Υπηρεσία χαρακτήρισε ως «απόβλητα» έπρεπε να αξιοποιηθούν μετά την επιστροφή τους στη Σουηδία παρά τη θέληση του UQ.

24      Η Υπηρεσία άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Svea hovrätt, Mark- och miljööverdomstolen (εφετείου Στοκχόλμης, τμήμα υποθέσεων ακινήτων και περιβαλλοντικών υποθέσεων, Σουηδία), το οποίο είναι το αιτούν δικαστήριο στην υπόθεση C‑221/24.

 Η υπόθεση C222/24

25      Το πλαίσιο και η εθνική ένδικη διαδικασία στην υπόθεση αυτή έχουν πολλές ομοιότητες με το πλαίσιο και τη διαδικασία στην υπόθεση C‑221/24.

26      Στις 25 Νοεμβρίου 2021 οι γερμανικές αρχές επιθεώρησαν το περιεχόμενο ενός εμπορευματοκιβωτίου προερχόμενου από τη Σουηδία με προορισμό το Κονγκό. Κατά τις γερμανικές αρχές, το εμπορευματοκιβώτιο περιείχε απόβλητα, και συγκεκριμένα ένα όχημα, έπιπλα, ενδύματα και παιχνίδια.

27      Οι γερμανικές αρχές ανέστειλαν την αποστολή του εν λόγω εμπορευματοκιβωτίου λόγω υπονοιών περί παράνομης μεταφοράς αποβλήτων. Επιπλέον, ζήτησαν από την Υπηρεσία, ως αρμόδια αρχή στη Σουηδία, να μεριμνήσει ώστε το περιεχόμενο του εμπορευματοκιβωτίου να επιστραφεί στη Σουηδία και να διατεθεί κατά περιβαλλοντικά ορθολογικό τρόπο.

28      Η Υπηρεσία, συμμεριζόμενη την ανάλυση των γερμανικών αρχών, επικοινώνησε με τον αποστολέα, ήτοι τον IC, παρέχοντάς του τη δυνατότητα να οργανώσει ο ίδιος την επιστροφή του περιεχομένου του εμπορευματοκιβωτίου στη Σουηδία. Ο IC δήλωσε στην Υπηρεσία ότι δεν μπορούσε να αντεπεξέλθει οικονομικώς στη μεταφορά του περιεχομένου του εμπορευματοκιβωτίου από τη Γερμανία στη Σουηδία και ότι ζητούσε τη συνδρομή της για τη μεταφορά.

29      Η Υπηρεσία, εκτιμώντας εξάλλου ότι οι προθέσεις του IC όσον αφορά το περιεχόμενο του εμπορευματοκιβωτίου δεν ήταν σαφείς, αποφάσισε ότι το περιεχόμενο αυτό έπρεπε να επιστραφεί στη Σουηδία για να εξασφαλιστεί η επεξεργασία του με περιβαλλοντικά ορθολογικό τρόπο.

30      Ο IC άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως της Υπηρεσίας ενώπιον του Nacka tingsrätt, mark- och miljödomstolen (πρωτοβάθμιου δικαστηρίου Nacka, τμήμα υποθέσεων ακινήτων και περιβαλλοντικών υποθέσεων), το οποίο την ακύρωσε κατά το μέρος που προέβλεπε την αξιοποίηση του περιεχομένου του εμπορευματοκιβωτίου για τους ίδιους λόγους με εκείνους που εκτίθενται στη σκέψη 23 της παρούσας αποφάσεως σχετικά με την υπόθεση C‑221/24.

31      Η Υπηρεσία άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Svea hovrätt, Mark- och miljööverdomstolen (εφετείου Στοκχόλμης, τμήμα υποθέσεων ακινήτων και περιβαλλοντικών υποθέσεων, Σουηδία), το οποίο είναι το αιτούν δικαστήριο και στην υπόθεση C‑222/24.

32      Προς στήριξη της προσφυγής της σε καθεμιά από τις δύο υποθέσεις των οποίων έχει επιληφθεί το αιτούν δικαστήριο, η Υπηρεσία υποστηρίζει ότι, αν το άρθρο 24, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1013/2006 ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπει στην αρχή αποστολής να αξιοποιεί τα απόβλητα στη χώρα αποστολής όταν θεωρείται ότι ο εξαγωγέας δεν είναι σε θέση να τα επεξεργαστεί προσηκόντως μετά την παραλαβή κατόπιν επιστροφής τους, τότε το άρθρο 24, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο δʹ, του κανονισμού αυτού αποτελεί την κατάλληλη νομική βάση προς τούτο. Ο UQ και ο IC αμφισβητούν τον χαρακτηρισμό του περιεχομένου των εμπορευματοκιβωτίων ως «αποβλήτων». Ο UQ προσθέτει ότι ουδέποτε συναίνεσε στην αξιοποίηση των επίμαχων αποβλήτων. Η IC αρνείται ότι υπάρχει ανάγκη αξιοποίησης των αποβλήτων και επιθυμεί να τα ανακτήσει για να τα αποστείλει εκ νέου στην Αφρική για ανθρωπιστικούς σκοπούς.

33      Το αιτούν δικαστήριο σε αμφότερες τις υποθέσεις διατηρεί αμφιβολίες ως προς τον τρόπο κατά τον οποίο πρέπει να ερμηνευθεί το άρθρο 24, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1013/2006 σε περίπτωση κατά την οποία η αρμόδια αρχή αποστολής, αφενός, παρέλαβε κατόπιν επιστροφής τα απόβλητα που αποτελούν αντικείμενο παράνομης μεταφοράς, βάσει του στοιχείου γʹ της διάταξης αυτής, και, αφετέρου, προέβη στην κοινοποίηση η οποία, δυνάμει του τρίτου και του τετάρτου εδαφίου της παραγράφου 2, πρέπει να προηγείται της παραλαβής κατόπιν επιστροφής. Συγκεκριμένα, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι τίθεται το ζήτημα αν, σε μια τέτοια περίπτωση, η εν λόγω αρχή μπορεί να θεωρηθεί ως «κάτοχος των αποβλήτων» και αν μπορεί ή οφείλει, δυνάμει του κανονισμού, να αξιοποιεί ή να διαθέτει τα απόβλητα, μολονότι ο αρχικός αποστολέας αντιτίθεται στην ενέργεια αυτή. Εξάλλου, σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν μια τέτοια ερμηνεία της εν λόγω διάταξης, η οποία δεν προβλέπει τη δυνατότητα να στερηθεί ο κύριος των αποβλήτων του δικαιώματος ιδιοκτησίας του συνεπεία της εν λόγω παραλαβής κατόπιν επιστροφής, συνάδει με την προστασία του δικαιώματος αυτού το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 17 του Χάρτη.

34      Στο πλαίσιο αυτό, το Svea hovrätt, Mark- och miljööverdomstolen (εφετείο Στοκχόλμης, τμήμα υποθέσεων ακινήτων και περιβαλλοντικών υποθέσεων) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα, τα οποία έχουν πανομοιότυπη διατύπωση στις υποθέσεις C‑221/24 και C‑222/24:

«1)      Περιλαμβάνει η παραλαβή κατόπιν επιστροφής, δυνάμει του άρθρου 24, παράγραφος 2, [πρώτο εδάφιο,] στοιχείο γʹ, του κανονισμού [1013/2006], την υποχρέωση ή τη δυνατότητα της αρχής αποστολής να προβεί στην αξιοποίηση ή διάθεση των αποβλήτων μετά την παραλαβή κατόπιν επιστροφής, στην περίπτωση που έχουν συνταχθεί, για τη μεταφορά επιστροφής, έγγραφα κοινοποιήσεως και μεταφοράς τα οποία ορίζουν τι είδους επεξεργασίας θα πρέπει να τύχουν τα απόβλητα στη χώρα προορισμού;

2)      Υπό ποιες περιστάσεις δύναται η αρχή αποστολής να εφαρμόσει το άρθρο 24, παράγραφος 2, [πρώτο εδάφιο,] στοιχείο δʹ, [του κανονισμού 1013/2006] προκειμένου να προβεί στην αξιοποίηση ή διάθεση, στη χώρα αποστολής, των αποβλήτων που έχουν αποτελέσει αντικείμενο παράνομης μεταφοράς; Με ποιον τρόπο συνδέεται το [άρθρο 24, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο,] στοιχείο δʹ[,] με το [άρθρο 24, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο,] στοιχείο γʹ, [του κανονισμού αυτού;] [Μ]πορεί δηλαδή, για παράδειγμα, η παραλαβή κατόπιν επιστροφής και η αξιοποίηση/διάθεση να λάβουν χώρα βάσει συνδυαστικής εφαρμογής των στοιχείων γʹ και δʹ ή μήπως η εφαρμογή ενός στοιχείου προϋποθέτει την αδυναμία εφαρμογής της διαδικασίας του αμέσως προηγούμενου στοιχείου;

3)      Σε περίπτωση που το άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού [1013/2006] μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, μετά την παραλαβή κατόπιν επιστροφής, η αρχή αποστολής έχει απόλυτη εξουσία διαθέσεως των αποβλήτων ακόμη και αν ο αρχικός αποστολέας επιθυμεί την ανάκτησή τους, συνάδει η ερμηνεία αυτή με την προστασία της ιδιοκτησίας δυνάμει του άρθρου 17 του [Χάρτη] και του άρθρου 1 του πρόσθετου πρωτοκόλλου της [ΕΣΔΑ];»

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Επί του πρώτου και του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος

35      Με το πρώτο και το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 24, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1013/2006 έχει την έννοια ότι, αφενός, τα στοιχεία γʹ και δʹ της διάταξης αυτής εφαρμόζονται διαζευκτικώς και, αφετέρου, το στοιχείο γʹ της εν λόγω διάταξης επιβάλλει στην αρμόδια αρχή της χώρας αποστολής, όταν ανακαλύπτει μεταφορά την οποία θεωρεί παράνομη, να αξιοποιεί ή να διαθέτει τα απόβλητα που παραλαμβάνονται κατόπιν επιστροφής συνεπεία μιας τέτοιας μεταφοράς.

36      Το άρθρο 24 του κανονισμού 1013/2006 ρυθμίζει, όπως προκύπτει από τον τίτλο του «Παραλαβή κατόπιν επιστροφής σε περίπτωση που η μεταφορά είναι παράνομη», την παραλαβή κατόπιν επιστροφής των αποβλήτων όταν αυτά μεταφέρονται παρανόμως κατά την έννοια του κανονισμού. Πρόκειται ιδίως για την περίπτωση, όπως αυτή των κύριων δικών, στην οποία η μεταφορά πραγματοποιήθηκε κατά παράβαση του άρθρου 36 του κανονισμού, το οποίο απαγορεύει τις εξαγωγές ορισμένων αποβλήτων προς τρίτες χώρες, όπως το Καμερούν και το Κονγκό, και χωρίς κοινοποίηση στο σύνολο των οικείων αρμοδίων αρχών.

37      Το άρθρο 24, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1013/2006 προσδιορίζει, σύμφωνα με τη σειρά προτεραιότητας που προβλέπεται αντιστοίχως στα στοιχεία αʹ έως γʹ του εδαφίου αυτού, τις αρχές καθώς και τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που υποχρεούνται διαδοχικώς να προβούν στην παραλαβή κατόπιν επιστροφής των αποβλήτων σε περίπτωση παράνομης μεταφοράς, τα οποία είναι, κατ’ αρχάς, το πρόσωπο που προέβη στην κοινοποίηση της μεταφοράς, το οποίο καλείται «de facto κοινοποιών», στη συνέχεια, το πρόσωπο που όφειλε να προβεί στην κοινοποίηση αυτή αλλά δεν το έπραξε, το οποίο καλείται «de jure κοινοποιών» και, τέλος, η αρμόδια αρχή αποστολής ή ο αντιπρόσωπός της. Η σειρά αυτή προκύπτει από τις συνδετικές εκφράσεις που περιλαμβάνονται, αντιστοίχως, στα στοιχεία αʹ και βʹ του άρθρου 24, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1013/2006, ήτοι «ή, εάν δεν έχει πραγματοποιηθεί κοινοποίηση» και «ή, εάν αυτό δεν είναι πρακτικά δυνατόν» (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2006, Pedersen, C‑215/04, EU:C:2006:108, σκέψη 16). Η εν λόγω σειρά επιβεβαιώνεται από το άρθρο 24, παράγραφος 2, τρίτο και τέταρτο εδάφιο, του ίδιου κανονισμού, το οποίο προβλέπει ότι, σε περίπτωση παραλαβής κατόπιν επιστροφής, κατά την έννοια του πρώτου εδαφίου, στοιχεία αʹ, έως γʹ, πραγματοποιείται νέα κοινοποίηση, τούτο δε με τη σειρά που ορίζεται στις διατάξεις αυτές.

38      Δεδομένου ότι η έκφραση «ή, εάν αυτό δεν είναι πρακτικά δυνατόν» περιλαμβάνεται και στο τέλος του άρθρου 24, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1013/2006, συνάγεται ότι η αξιοποίηση ή η διάθεση των οικείων αποβλήτων, κατά τα προβλεπόμενα στο στοιχείο δʹ του εν λόγω άρθρου 24, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η αρχή αποστολής δεν προέβη στην παραλαβή κατόπιν επιστροφής των αποβλήτων δυνάμει του στοιχείου γʹ της ίδιας διάταξης.

39      Πράγματι, όπως επισήμανε, κατ’ ουσίαν, η γενική εισαγγελέας στα σημεία 36 και 37 των προτάσεών της, τα στοιχεία αʹ έως γʹ, αφενός, και τα στοιχεία δʹ και εʹ, αφετέρου, του άρθρου 24, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1013/2006 αφορούν διαφορετικές περιπτώσεις. Συγκεκριμένα, τα στοιχεία αʹ έως γʹ αφορούν τις περιπτώσεις στις οποίες τα επίμαχα απόβλητα εξήλθαν από τη χώρα αποστολής, όπερ συνεπάγεται «επιστροφή» στη χώρα αυτή. Αντιθέτως, τα στοιχεία δʹ και εʹ αφορούν τις περιπτώσεις στις οποίες τα απόβλητα ουδέποτε εξήλθαν από τη χώρα αποστολής ή έχουν ήδη φθάσει στη χώρα προορισμού ή ακόμη βρίσκονται σε άλλη χώρα, αλλά δεν μπορούν να μεταφερθούν εκ νέου στη χώρα αποστολής. Στις τελευταίες αυτές περιπτώσεις, τα επίμαχα απόβλητα πρέπει να αξιοποιηθούν ή να διατεθούν εντός της χώρας στην οποία βρίσκονται, είτε πρόκειται για τη χώρα αποστολής είτε για τη χώρα προορισμού είτε για άλλη χώρα.

40      Το συμπέρασμα αυτό επιρρωννύεται από το άρθρο 24, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 1013/2006, το οποίο επιβάλλει κατ’ αρχήν νέα κοινοποίηση, η οποία είναι, δυνάμει του άρθρου 4 του κανονισμού αυτού, υποχρεωτική για κάθε μεταφορά και, ως εκ τούτου, για κάθε μετακίνηση αποβλήτων, μόνο στις περιπτώσεις των στοιχείων αʹ έως γʹ του άρθρου 24, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού αυτού και όχι στις περιπτώσεις των στοιχείων δʹ και εʹ της τελευταίας αυτής διάταξης.

41      Από τα ανωτέρω προκύπτει, αφενός, ότι τα στοιχεία γʹ και δʹ του άρθρου 24, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1013/2006 μπορούν να εφαρμοστούν μόνον διαζευκτικώς, δεδομένου ότι το στοιχείο δʹ εφαρμόζεται εφόσον δεν έχει εφαρμογή το στοιχείο γʹ, και, αφετέρου, ότι η περίπτωση του στοιχείου δʹ αντιστοιχεί στην περίπτωση κατά την οποία τα οικεία απόβλητα βρίσκονται στο έδαφος της χώρας προορισμού ή της χώρας αποστολής και μπορούν, επομένως, να αξιοποιηθούν ή να διατεθούν εντός της χώρας αυτής από την αρμόδια αρχή αποστολής ή από τον εντεταλμένο προς τούτο φορέα.

42      Εντεύθεν προκύπτει επίσης ότι, σε περιπτώσεις όπως οι επίμαχες στις κύριες δίκες, στις οποίες, σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, τα απόβλητα εξήλθαν από τη χώρα αποστολής, αποτελούν αντικείμενο παράνομης διαμετακόμισης σε κράτος μέλος και δεν έχουν παραληφθεί από τους αποστολείς τους κατόπιν επιστροφής, έχει εφαρμογή το άρθρο 24, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1013/2006.

43      Το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει ότι η τελευταία αυτή διάταξη δεν διευκρινίζει ρητώς, αντιθέτως προς το άρθρο 24, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο δʹ, του κανονισμού αυτού, ότι τα απόβλητα αξιοποιούνται ή διατίθενται και διερωτάται ως προς τις συνέπειες που απορρέουν από την εκ μέρους της Υπηρεσίας παραλαβή κατόπιν επιστροφής, βάσει του στοιχείου γʹ της εν λόγω διάταξης, των αποβλήτων των οποίων η μεταφορά θεωρείται παράνομη και ειδικότερα αν η παραλαβή αυτή συνεπάγεται κατ’ ανάγκην την αξιοποίηση ή τη διάθεσή τους.

44      Κατά πρώτον, όπως επισήμανε κατ’ ουσίαν η γενική εισαγγελέας στο σημείο 49 των προτάσεών της, αντιθέτως προς τα κείμενα του άρθρου 24, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1013/2006 στην ισπανική («valorizados o eliminados de forma alternativa»), στη γαλλική («valorisés ou éliminés d’une autre manière») και στην ιταλική γλώσσα («recuperati o smaltiti in modo alternativo»), στα κείμενα της διάταξης αυτής στη γερμανική («auf andere Weise verwertet oder beseitigt werden») και στην αγγλική γλώσσα («alternatively recovered or disposed of») ο όρος «εναλλακτικά» θα μπορούσε να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αφορά την αξιοποίηση ή τη διάθεση των αποβλήτων μέσω διαδικασίας που δεν προϋποθέτει την προηγούμενη παραλαβή τους κατόπιν επιστροφής. Συγκεκριμένα, κατά τη γενική εισαγγελέα, η εν λόγω διάταξη έχει την έννοια ότι η αξιοποίηση και η διάθεση πρέπει να πραγματοποιούνται πάντοτε μετά την παραλαβή λόγω επιστροφής, αλλά ότι, επικουρικώς, μπορούν να πραγματοποιηθούν χωρίς προηγούμενη παραλαβή κατόπιν επιστροφής των αποβλήτων, όταν η παραλαβή αυτή αποδεικνύεται αδύνατη.

45      Πλην όμως, κατά πάγια νομολογία, σε περίπτωση διάστασης μεταξύ των κειμένων ενός νομοθετήματος της Ένωσης στις διάφορες γλώσσες, η επίμαχη διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται με γνώμονα την όλη οικονομία και τον σκοπό της ρύθμισης της οποίας αποτελεί στοιχείο (βλ. απόφαση της 15ης Απριλίου 2010, Heinrich Heine, C‑511/08, EU:C:2010:189, σκέψη 51 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

46      Προς τούτο, δεύτερον, υπενθυμίζεται ότι, με την απόφαση 93/98, η Κοινότητα κατέστη συμβαλλόμενο μέρος στη Σύμβαση της Βασιλείας και, κατά συνέπεια, η Σύμβαση αυτή αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της έννομης τάξης της Ένωσης από το 1994 (απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2025, Conti 11. Container Schiffahrt ΙΙ, C‑188/23, EU:C:2025:26, σκέψη 45 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

47      Όπως εκτίθεται στην αιτιολογική σκέψη 3 του κανονισμού 1013/2006, ο νομοθέτης της Ένωσης, με τον κανονισμό 259/93, ο οποίος καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό 1013/2006, θέσπισε κανόνες για τον περιορισμό και τον έλεγχο των μεταφορών αποβλήτων, με σκοπό, μεταξύ άλλων, να καταστεί το υφιστάμενο κοινοτικό σύστημα παρακολούθησης και ελέγχου των μεταφορών αποβλήτων σύμφωνο προς τις απαιτήσεις της Σύμβασης της Βασιλείας.

48      Στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 9, παράγραφος 2, της Σύμβασης της Βασιλείας μνημονεύει, στα στοιχεία αʹ και βʹ αντιστοίχως, την περίπτωση της παραλαβής κατόπιν επιστροφής των αποβλήτων ή, εάν αυτό είναι αδύνατον, την περίπτωση της διάθεσής τους «με άλλο τρόπο». Η διατύπωση αυτή υποδηλώνει, όπως και το αγγλικό και το γερμανικό κείμενο του άρθρου 24, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1013/2006 και όπως προκύπτει, κατ’ ουσίαν, από τις παραγράφους 101 και 102 των κατευθυντήριων γραμμών για την εφαρμογή των διατάξεων της Σύμβασης της Βασιλείας σχετικά με την παράνομη διακίνηση (παράγραφοι 2 έως 4 του άρθρου 9), ότι η υποχρέωση παραλαβής κατόπιν επιστροφής συνεπάγεται αφ’ εαυτής τη διάθεση των οικείων αποβλήτων και ότι, όταν αυτό είναι αδύνατο, τα απόβλητα αυτά μπορούν να διατεθούν «με άλλο τρόπο». Κατά συνέπεια, προκύπτει ότι η διάθεση ή η αξιοποίηση αποτελούν τον σκοπό που πρέπει να επιτευχθεί κατόπιν της διαπίστωσης της παράνομης μεταφοράς αποβλήτων, είτε μετά την παραλαβή των αποβλήτων κατόπιν επιστροφής είτε «με άλλο τρόπο», όταν η παραλαβή αυτή αποδεικνύεται αδύνατη.

49      Εξάλλου, σε συμφωνία με τον σκοπό της προστασίας του περιβάλλοντος και της ανθρώπινης υγείας τον οποίο επιδιώκει ο κανονισμός 1013/2006, όπως αυτός εκτίθεται στις αιτιολογικές σκέψεις 1 και 7 (πρβλ. αποφάσεις της 8ης Σεπτεμβρίου 2009, Επιτροπή κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑411/06, EU:C:2009:518, σκέψη 62, και της 28ης Μαΐου 2020, Interseroh, C‑654/18, EU:C:2020:398, σκέψη 51), και με την περιβαλλοντικά ορθολογική διαχείριση των αποβλήτων την οποία ο σκοπός αυτός συνεπάγεται, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2, σημείο 8, του κανονισμού, από το άρθρο 2, σημείο 34, και από το άρθρο 3 του κανονισμού, το οποίο καθορίζει το διαδικαστικό πλαίσιο για όλες τις μεταφορές αποβλήτων, προκύπτει ότι κάθε μεταφορά αποβλήτων, ανεξαρτήτως του αν είναι νόμιμη ή παράνομη, πραγματοποιείται μόνο με σκοπό την αξιοποίηση ή τη διάθεσή τους.

50      Για αυτόν τον λόγο, το έγγραφο κοινοποίησης που περιλαμβάνεται στο παράρτημα I A του κανονισμού 1013/2006, υποχρεωτικό κατ’ αρχήν, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 40 της παρούσας αποφάσεως, σε περίπτωση παραλαβής κατόπιν επιστροφής των αποβλήτων βάσει του άρθρου 24, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1013/2006, περιλαμβάνει μια ενότητα στην οποία ζητείται από τον κοινοποιούντα να επιλέξει το τετραγωνίδιο «διάθεση» ή το τετραγωνίδιο «αξιοποίηση», όπερ προϋποθέτει ότι η παραλαβή αυτή πρέπει οπωσδήποτε να ακολουθείται από την εν λόγω διάθεση ή αξιοποίηση.

51      Ομοίως, από το γράμμα του άρθρου 25, παράγραφος 1, του κανονισμού 1013/2006, το οποίο αφορά τα έξοδα παραλαβής κατόπιν επιστροφής σε περίπτωση παράνομης μεταφοράς, προκύπτει ότι στα έξοδα αυτά περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, εκείνα που συνδέονται με την αξιοποίηση ή τη διάθεση των αποβλήτων σύμφωνα με το άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού, όπερ συνεπάγεται επίσης ότι η παραλαβή κατόπιν επιστροφής περιλαμβάνει την αξιοποίηση ή τη διάθεση.

52      Το συμπέρασμα αυτό επιρρωννύεται εξάλλου από το άρθρο 15 της οδηγίας 2008/98, στο οποίο παραπέμπει ο κανονισμός 1013/2006 και το οποίο προβλέπει ευθύνη για τη διαχείριση των αποβλήτων και, ειδικότερα, την υποχρέωση του παραγωγού ή του κατόχου αποβλήτων να προβεί στην επεξεργασία τους ή να αναθέσει σε τρίτους την επεξεργασία αυτή, δηλαδή πλήρη εργασία αξιοποίησης ή διάθεσης. Επιπλέον, το άρθρο 16 της οδηγίας 2008/98 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να δημιουργήσουν ειδικές εγκαταστάσεις οι οποίες είναι ικανές να πραγματοποιούν τη διάθεση των αποβλήτων, ακόμη και όταν αυτά προέρχονται από ή προορίζονται για τρίτες χώρες.

53      Η ερμηνεία αυτή του άρθρου 24, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1013/2006 επιβάλλεται, τρίτον, υπό το πρίσμα του κύριου σκοπού τον οποίο επιδιώκει ο κανονισμός αυτός, ήτοι της προστασίας του περιβάλλοντος και της ανθρώπινης υγείας, καθώς και υπό το πρίσμα της περιβαλλοντικά ορθολογικής διαχείρισης των αποβλήτων την οποία ο σκοπός αυτός συνεπάγεται, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 49 της παρούσας αποφάσεως.

54      Συγκεκριμένα, αν, κατόπιν της επιστροφής των παρανόμως μεταφερθέντων αποβλήτων, η αρμόδια αρχή τα παραδώσει στον ιδιοκτήτη τους, ο οποίος, όπως συμβαίνει στις υποθέσεις των κύριων δικών, μπορεί να επιθυμεί να τα ανακτήσει ενώ συγχρόνως έχει παραιτηθεί από τη δυνατότητα να οργανώσει ο ίδιος την επιστροφή τους, θα υπήρχε ο κίνδυνος τα απόβλητα να μεταφερθούν εκ νέου παρανόμως και, εν πάση περιπτώσει, να μην υποστούν επεξεργασία, όπερ θα υπονόμευε τον ως άνω σκοπό της περιβαλλοντικά ορθολογικής διαχείρισης των αποβλήτων καθώς και την απαίτηση να μειωθούν στο ελάχιστο οι κινήσεις τους, απαίτηση συμβατή με μια τέτοια αποτελεσματική και περιβαλλοντικά ορθολογική διαχείριση των αποβλήτων, την οποία θέτει το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της Σύμβασης της Βασιλείας και την οποία υπενθυμίζει η αιτιολογική σκέψη 8 του κανονισμού 1013/2006.

55      Τέλος, επισημαίνεται ότι το άρθρο 25 του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1157 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Απριλίου 2024, για τις μεταφορές αποβλήτων και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1257/2013 και (ΕΕ) 2020/1056 και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1013/2006 (ΕΕ L, 2024/1157), το οποίο εκδόθηκε προς αντικατάσταση του άρθρου 24 του κανονισμού 1013/2006 από τις 21 Μαΐου 2026, διευκρινίζει πλέον ρητώς, στην παράγραφο 2, ότι η παραλαβή κατόπιν επιστροφής των αποβλήτων από μια αρχή ή από τα νομικά ή φυσικά πρόσωπα που μνημονεύονται στα στοιχεία αʹ έως γʹ της διάταξης αυτής πραγματοποιείται «προκειμένου να μεριμνήσει για τη διάθεση ή την αξιοποίησή του[ς]».

56      Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο πρώτο και στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 24, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1013/2006 έχει την έννοια ότι, αφενός, τα στοιχεία γʹ και δʹ της διάταξης αυτής εφαρμόζονται διαζευκτικώς, δεδομένου ότι το στοιχείο δʹ εφαρμόζεται εφόσον δεν έχει εφαρμογή το στοιχείο γʹ, και, αφετέρου, το στοιχείο γʹ επιβάλλει στην αρμόδια αρχή της χώρας αποστολής, όταν ανακαλύπτει μεταφορά την οποία θεωρεί παράνομη, να αξιοποιεί ή να διαθέτει τα απόβλητα που παραλαμβάνονται κατόπιν επιστροφής συνεπεία μιας τέτοιας μεταφοράς.

 Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος

57      Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 24, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1013/2006, κατά το μέρος που επιβάλλει την αξιοποίηση ή τη διάθεση των αποβλήτων που παραλαμβάνει κατόπιν επιστροφής η αρμόδια αρχή της χώρας αποστολής παρά την εναντίωση του αρχικού αποστολέα, είναι έγκυρο υπό το πρίσμα της προστασίας του δικαιώματος ιδιοκτησίας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 17, παράγραφος 1, του Χάρτη.

58      Κατά το άρθρο 52, παράγραφος 3, του Χάρτη, στον βαθμό που ο Χάρτης περιλαμβάνει δικαιώματα που αντιστοιχούν σε δικαιώματα τα οποία διασφαλίζονται στην ΕΣΔΑ, η έννοια και η εμβέλειά τους είναι ίδιες με εκείνες που τους αποδίδει η Σύμβαση αυτή. Η διάταξη αυτή δεν εμποδίζει, ωστόσο, την παροχή ευρύτερης προστασίας από το δίκαιο της Ένωσης. Επομένως, για την ερμηνεία του άρθρου 17, παράγραφος 1, του Χάρτη, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σχετικά με το άρθρο 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, το οποίο κατοχυρώνει την προστασία του δικαιώματος ιδιοκτησίας (πρβλ. απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2024, Neves 77 Solutions, C‑351/22, EU:C:2024:723, σκέψη 80 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

59      Το άρθρο 17, παράγραφος 1, του Χάρτη περιλαμβάνει τρεις χωριστούς κανόνες. Ο πρώτος κανόνας, ο οποίος περιλαμβάνεται στην πρώτη περίοδο της διάταξης αυτής και έχει γενικό χαρακτήρα, εξειδικεύει την αρχή του σεβασμού της ιδιοκτησίας. Ο δεύτερος κανόνας, ο οποίος περιέχεται στη δεύτερη περίοδο της εν λόγω διάταξης, αφορά τη στέρηση της ιδιοκτησίας, την οποία εξαρτά από ορισμένες προϋποθέσεις. Ο δε τρίτος κανόνας, ο οποίος περιέχεται στην τρίτη περίοδο της ίδιας διάταξης, αναγνωρίζει στα κράτη μέλη την εξουσία να επιβάλλουν περιορισμούς στη χρήση των αγαθών εφόσον αυτό είναι αναγκαίο προς το γενικό συμφέρον. Οι κανόνες αυτοί δεν είναι εντούτοις άσχετοι μεταξύ τους. Πράγματι, ο δεύτερος και ο τρίτος κανόνας αφορούν συγκεκριμένα παραδείγματα προσβολής του δικαιώματος ιδιοκτησίας και πρέπει να ερμηνεύονται υπό το πρίσμα της αρχής που κατοχυρώνεται στον πρώτο από τους κανόνες αυτούς (πρβλ. απόφαση της 10ης Ιουλίου 2025, INTERZERO e.a., C‑254/23, EU:C:2025:569, σκέψη 144 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

60      Εξάλλου, υπενθυμίζεται ότι η ύπαρξη στέρησης της ιδιοκτησίας προϋποθέτει ότι υπήρξε τυπικώς απώλεια ή απαλλοτρίωση ιδιοκτησίας ή ακόμη ότι η επίμαχη κατάσταση ισοδυναμούσε με εν τοις πράγμασι απαλλοτρίωση (απόφαση της 5ης Μαΐου 2022, BPC Lux 2 κ.λπ., C‑83/20, EU:C:2022:346, σκέψη 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

61      Εν προκειμένω, από αυτό καθεαυτό το γράμμα του άρθρου 24, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1013/2006 προκύπτει ότι το επίμαχο μέτρο, ήτοι η εκ μέρους της αρμόδιας αρχής της χώρας αποστολής παραλαβή κατόπιν επιστροφής αποβλήτων που αποτελούν αντικείμενο παράνομης μεταφοράς με σκοπό την αξιοποίηση ή τη διάθεσή τους, εφαρμόζεται επικουρικώς, δεδομένου ότι η αρχή αυτή παρεμβαίνει μόνον όταν για την παράνομη μεταφορά αποβλήτων υπεύθυνος είναι ο κοινοποιών, είτε αυτός είναι ο ιδιοκτήτης των αποβλήτων είτε έχει εξουσιοδοτηθεί από αυτόν να προβεί στη μεταφορά τους, ο οποίος δεν παρέλαβε κατόπιν επιστροφής τα απόβλητα αυτά ούτε, κατά μείζονα λόγο, απέδειξε τη βούλησή του ή την ικανότητά του να τα διαχειριστεί με περιβαλλοντικά ορθολογικό τρόπο ή ο οποίος ενδέχεται να επιχειρήσει εκ νέου να τα μεταφέρει παράνομα.

62      Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να γίνει δεκτό, λαμβανομένου υπόψη του επικουρικού χαρακτήρα της παρέμβασης της αρμόδιας αρχής, ότι η πραγματοποιηθείσα από την αρχή αυτή παραλαβή κατόπιν επιστροφής αποβλήτων που αποτελούν αντικείμενο παράνομης μεταφοράς συνιστά «στέρηση της ιδιοκτησίας», κατά την έννοια του άρθρου 17, παράγραφος 1, του Χάρτη. Πράγματι, το άρθρο 24 παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1013/2006 δίνει προτεραιότητα στον κοινοποιούντα για την παραλαβή κατόπιν επιστροφής των αποβλήτων.

63      Γεγονός παραμένει ότι ένα τέτοιο μέτρο συνιστά περιορισμό στην άσκηση του δικαιώματος ιδιοκτησίας, ο οποίος εμπίπτει στους περιορισμούς της χρήσης των αγαθών, κατά την έννοια του άρθρου 17, παράγραφος 1, τρίτη περίοδος, του Χάρτη, δεδομένου ότι ο προορισμός των αποβλήτων αυτών πρέπει κατ’ ανάγκην να είναι η αξιοποίηση ή η διάθεσή τους.

64      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το δικαίωμα ιδιοκτησίας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 17, παράγραφος 1, του Χάρτη δεν αποτελεί απόλυτο προνόμιο και ότι η άσκησή του μπορεί να υπόκειται, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, σε περιορισμούς δικαιολογούμενους από σκοπούς γενικού συμφέροντος τους οποίους επιδιώκει η Ένωση (πρβλ. απόφαση της 10ης Ιουλίου 2025, INTERZERO κ.λπ., C‑254/23, EU:C:2025:569, σκέψη 108 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

65      Πρώτον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, εν προκειμένω, πληρούται η απαίτηση του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, κατά την οποία οι περιορισμοί στην άσκηση του δικαιώματος ιδιοκτησίας πρέπει «να προβλέπονται από τον νόμο», δεδομένου ότι από την απάντηση στα δύο πρώτα ερωτήματα προκύπτει ότι το άρθρο 24, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1013/2006 έχει την έννοια ότι υποχρεώνει την αρμόδια αρχή αποστολής να αξιοποιεί ή να διαθέτει τα παραληφθέντα λόγω επιστροφής απόβλητα, όπερ μπορεί να περιορίσει το δικαίωμα ιδιοκτησίας των ιδιοκτητών τους. Πράγματι, μολονότι η πράξη που επιτρέπει την επέμβαση στην άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων πρέπει να προσδιορίζει η ίδια την έκταση του περιορισμού της άσκησης του οικείου δικαιώματος, το Δικαστήριο μπορεί, ενδεχομένως, να διευκρινίσει, μέσω ερμηνείας, το συγκεκριμένο περιεχόμενο του περιορισμού με γνώμονα τόσο τους όρους αυτούς καθεαυτούς της επίμαχης ρύθμισης της Ένωσης όσο και την όλη οικονομία της και τους σκοπούς που αυτή επιδιώκει (πρβλ. απόφαση της 21ης Ιουνίου 2022, Ligue des droits humains, C‑817/19, EU:C:2022:491, σκέψη 114 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

66      Δεύτερον, κατά πάγια νομολογία, η προστασία του περιβάλλοντος και της ανθρώπινης υγείας περιλαμβάνεται μεταξύ των σκοπών γενικού συμφέροντος που είναι δυνατόν να δικαιολογήσουν περιορισμούς που μπορούν να επιβληθούν στο δικαίωμα ιδιοκτησίας (πρβλ. αποφάσεις της 9ης Μαρτίου 2010, ERG κ.λπ., C‑379/08 και C‑380/08, EU:C:2010:127, σκέψη 81 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 10ης Ιουλίου 2025, INTERZERO κ.λπ., C‑254/23, EU:C:2025:569, σκέψη 152). Όπως υπομνήσθηκε δε στη σκέψη 49 της παρούσας αποφάσεως, ο κύριος σκοπός του κανονισμού 1013/2006 είναι η προστασία του περιβάλλοντος και της ανθρώπινης υγείας. Το άρθρο 175 ΕΚ (νυν άρθρο 192 ΣΛΕΕ), το οποίο αποτελεί τη νομική βάση του κανονισμού 1013/2006, παραπέμπει πράγματι στους σκοπούς του άρθρου 174 ΕΚ (νυν άρθρου 191 ΣΛΕΕ), το οποίο ορίζει ότι η πολιτική της Ένωσης στον τομέα του περιβάλλοντος συμβάλλει, μεταξύ άλλων, στη διατήρηση, την προστασία και τη βελτίωση της ποιότητας του περιβάλλοντος καθώς και στην προστασία της υγείας του ανθρώπου και ότι η πολιτική αυτή αποβλέπει σε υψηλό επίπεδο προστασίας.

67      Τρίτον, όσον αφορά τον αναλογικό χαρακτήρα των συνεπειών που συνεπάγεται η παραλαβή λόγω επιστροφής των αποβλήτων που αποτελούν αντικείμενο παράνομης μεταφοράς, δυνάμει του άρθρου 24, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1013/2006, υπενθυμίζεται ότι η αρχή της αναλογικότητας επιτάσσει οι πράξεις των θεσμικών οργάνων της Ένωσης να είναι πρόσφορες για την επίτευξη των θεμιτών σκοπών που επιδιώκει η οικεία ρύθμιση και να μην υπερβαίνουν τα όρια αυτού που είναι κατάλληλο και αναγκαίο για την επίτευξη των σκοπών αυτών, εξυπακουομένου ότι, όταν υφίσταται δυνατότητα επιλογής μεταξύ περισσοτέρων καταλλήλων μέτρων, πρέπει να επιλέγεται το λιγότερο επαχθές και ότι οι αρνητικές συνέπειες που προκαλούνται δεν πρέπει να είναι υπέρμετρες σε σχέση με τους επιδιωκόμενους σκοπούς (πρβλ. αποφάσεις της 6ης Σεπτεμβρίου 2017, Σλοβακία και Ουγγαρία κατά Συμβουλίου, C‑643/15 και C‑647/15, EU:C:2017:631, σκέψη 206 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 10ης Ιουλίου 2025, INTERZERO κ.λπ., C‑254/23, EU:C:2025:569, σκέψη 109).

68      Συναφώς, διαπιστώνεται ότι η εκ μέρους της αρμόδιας αρχής της χώρας αποστολής παραλαβή κατόπιν επιστροφής των αποβλήτων με σκοπό την αξιοποίησή τους ή τη διάθεσή τους κατόπιν παράνομης μεταφοράς, καθόσον διασφαλίζει την επεξεργασία των αποβλήτων αυτών, είναι πρόσφορη για τη διατήρηση του περιβάλλοντος και της ανθρώπινης υγείας.

69      Αντιθέτως, ένα λιγότερο περιοριστικό μέτρο, όπως αυτό για το οποίο έγινε λόγος κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση και το οποίο συνίστατο στην παράδοση των αποβλήτων στους de jure ή de facto κοινοποιούντες μετά την εκ μέρους της αρχής αποστολής παραλαβή τους κατόπιν επιστροφής, προκειμένου οι κοινοποιούντες αυτοί να προβούν οι ίδιοι στην αξιοποίηση ή τη διάθεσή τους, ενδεχομένως υπό τον έλεγχο της αρχής αποστολής, δεν θα αποτελούσε κατάλληλο μέτρο για τη διατήρηση του περιβάλλοντος και της ανθρώπινης υγείας. Πράγματι, η έλλειψη βούλησης των κοινοποιούντων ή η αδυναμία τους να παραλάβουν κατόπιν επιστροφής τα απόβλητα, την οποία διαπίστωσε το αιτούν δικαστήριο, καθώς και ο παράνομος χαρακτήρας των επίμαχων μεταφορών δημιουργούν σοβαρές αμφιβολίες ως προς τη βούληση ή την ικανότητα των κοινοποιούντων να αξιοποιήσουν ή να διαθέσουν τα εν λόγω απόβλητα και, ως εκ τούτου, το λιγότερο περιοριστικό μέτρο για το οποίο έγινε λόγος κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση δεν θα διασφάλιζε τη διατήρηση του περιβάλλοντος και της ανθρώπινης υγείας.

70      Επιπλέον, οι αρνητικές συνέπειες που προκαλούνται, ήτοι, εν προκειμένω, οι περιορισμοί του δικαιώματος ιδιοκτησίας, δεν είναι δυσανάλογες σε σχέση με τον σκοπό της προστασίας του περιβάλλοντος και της ανθρώπινης υγείας.

71      Συναφώς, αφενός, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η προστασία της ανθρώπινης υγείας έχει υπέρτερη σπουδαιότητα σε σχέση με τις θεωρήσεις οικονομικής φύσεως και, ως εκ τούτου, είναι ικανή να δικαιολογήσει αρνητικές οικονομικές συνέπειες, ακόμη και σημαντικές, για ορισμένους επιχειρηματίες (πρβλ. απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2008, Arcelor Atlantique et Lorraine κ.λπ., C‑127/07, EU:C:2008:728, σκέψη 59 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Ομοίως, κατά το άρθρο 35 του Χάρτη, κατά τον καθορισμό και την εφαρμογή όλων των πολιτικών και δράσεων της Ένωσης, εξασφαλίζεται υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας του ανθρώπου και, κατά το άρθρο 37 του Χάρτη, το υψηλό επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος και η βελτίωση της ποιότητάς του πρέπει να ενσωματώνονται στις πολιτικές της Ένωσης και να διασφαλίζονται σύμφωνα με την αρχή της αειφόρου ανάπτυξης.

72      Αφετέρου, οι επίμαχοι περιορισμοί είναι περιορισμένοι και ελεγχόμενοι.

73      Πράγματι, όπως επισημάνθηκε με τη σκέψη 62 της παρούσας αποφάσεως, το άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 1013/2006 δεν απαιτεί ο ιδιοκτήτης των αποβλήτων, είτε είναι ο κοινοποιών είτε όχι, να χάνει το σύνολο των δικαιωμάτων του επί των αποβλήτων αυτών ούτε να στερείται εν τοις πράγμασι παντελώς των εν λόγω δικαιωμάτων του.

74      Κατά τα λοιπά, πρέπει να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, οι αποφάσεις περί αξιοποίησης ή διάθεσης των παραληφθέντων κατόπιν επιστροφής αποβλήτων τις οποίες λαμβάνει η αρχή αποστολής υπόκεινται σε μέσα έννομης προστασίας (πρβλ. απόφαση του ΕΔΔΑ της 28ης Ιουνίου 2018, G.I.E.M. S.R. L. κ.λπ. κατά Ιταλίας, CE:ECHR:2018:0628JUD000182806, § 302 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2024, Neves 77 Solutions, C‑351/22, EU:C:2024:723, σκέψεις 95 και 96 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Εξάλλου, οι υποθέσεις των κύριων δικών επιβεβαιώνουν ότι οι επίμαχοι περιορισμοί του δικαιώματος ιδιοκτησίας υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο, στο πλαίσιο του οποίου μπορεί να αμφισβητηθεί η νομιμότητά τους με την προβολή, κατά περίπτωση, της ύπαρξης παρατυπίας, ακόμη και όσον αφορά τον χαρακτηρισμό του «αποβλήτου», ή της ύπαρξης αυθαίρετης ή παράλογης συμπεριφοράς. Για τους σκοπούς του δικαστικού ελέγχου, οι εν λόγω αποφάσεις περί αξιοποίησης ή διάθεσης των αποβλήτων πρέπει επιπλέον να αιτιολογούνται και, εν προκειμένω, αιτιολογήθηκαν βάσει της αδυναμίας των UQ και IC να εξασφαλίσουν την παραλαβή κατόπιν επιστροφής των αποβλήτων καθώς και την επεξεργασία τους. Η αιτιολογία αυτή συνεπάγεται ότι η αρμόδια αρχή βεβαιώνεται για τη διττή παράβαση του κοινοποιούντος, τόσο ως προς τη μεταφορά όσο και ως προς την επεξεργασία των αποβλήτων, όπερ προϋποθέτει επαφές με τον κοινοποιούντα, οι οποίες όντως διεξήχθησαν στις υποθέσεις των κύριων δικών και μπορούν, ενδεχομένως, να του παράσχουν τη δυνατότητα να ανακτήσει τα εν λόγω απόβλητα αν αποδείξει την ικανότητά του να τα επεξεργαστεί.

75      Κατά συνέπεια, η ερμηνεία του άρθρου 24, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1013/2006 η οποία προκύπτει από την απάντηση που δόθηκε στο πρώτο και στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα καθιστά δυνατή την εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας του περιβάλλοντος και της ανθρώπινης υγείας, σκοπό τον οποίο επιδιώκει και ο Χάρτης, και είναι, επομένως, σύμφωνη με το άρθρο 17, παράγραφος 1, του Χάρτη.

76      Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, συνάγεται το συμπέρασμα ότι από την εξέταση του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος του άρθρου 24, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1013/2006.

 Επί των δικαστικών εξόδων

77      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:

1)      Το άρθρο 24, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 1013/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2006, για τις μεταφορές αποβλήτων,

έχει την έννοια ότι:

αφενός, τα στοιχεία γʹ και δʹ της διάταξης αυτής εφαρμόζονται διαζευκτικώς, δεδομένου ότι το στοιχείο δʹ εφαρμόζεται εφόσον δεν έχει εφαρμογή το στοιχείο γʹ, και, αφετέρου, το στοιχείο γʹ επιβάλλει στην αρμόδια αρχή της χώρας αποστολής, όταν ανακαλύπτει μεταφορά την οποία θεωρεί παράνομη, να αξιοποιεί ή να διαθέτει τα απόβλητα που παραλαμβάνονται κατόπιν επιστροφής συνεπεία μιας τέτοιας μεταφοράς.

2)      Από την εξέταση του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος του άρθρου 24, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1013/2006.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η σουηδική.