ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ένατο τμήμα)
της 19ης Ιουνίου 2025 ( *1 )
«Παράβαση κράτους μέλους – Άρθρο 49 ΣΛΕΕ – Ελευθερία εγκατάστασης – Άρθρο 56 ΣΛΕΕ – Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών – Οδηγία 2000/31/ΕΚ – Ηλεκτρονικό εμπόριο – Άρθρο 8, παράγραφος 1 – Υπηρεσία εμπορικών επικοινωνιών παρεχόμενη από μέλος νομοθετικώς κατοχυρωμένου επαγγέλματος – Εθνική νομοθεσία η οποία απαγορεύει τη διαφήμιση των φαρμακείων, των σημείων πώλησης φαρμάκων και των δραστηριοτήτων τους – Περιορισμός – Δικαιολόγηση – Προστασία της δημόσιας υγείας»
Στην υπόθεση C‑200/24,
με αντικείμενο προσφυγή δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ λόγω παραβάσεως, η οποία ασκήθηκε στις 13 Μαρτίου 2024,
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την U. Małecka και τον M. Mataija,
προσφεύγουσα,
κατά
Δημοκρατίας της Πολωνίας, εκπροσωπούμενης από τον B. Majczyna και την D. Lutostańska,
καθής,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ένατο τμήμα),
συγκείμενο από τους N. Jääskinen, πρόεδρο τμήματος, A. Arabadjiev και R. Frendo (εισηγήτρια), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: N. Αιμιλίου
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
|
1 |
Με την υπό κρίση προσφυγή η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας, θεσπίζοντας το άρθρο 94a, παράγραφος 1, του ustawa – Prawo farmaceutyczne (νόμου περί φαρμάκων), της 6ης Σεπτεμβρίου 2001 (Dz. U. αριθ. 126, θέση 1381), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2000, για ορισμένες νομικές πτυχές των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, ιδίως του ηλεκτρονικού εμπορίου, στην εσωτερική αγορά («οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο») (ΕΕ 2000, L 178, σ. 1), καθώς και από τα άρθρα 49 και 56 ΣΛΕΕ. |
I. Το νομικό πλαίσιο
Α. Το δίκαιο της Ένωσης
1. Η Συνθήκη ΛΕΕ
|
2 |
Το άρθρο 49 ΣΛΕΕ προβλέπει τα εξής: «[…] οι περιορισμοί της ελευθερίας εγκαταστάσεως των υπηκόων ενός κράτους μέλους στην επικράτεια ενός άλλου κράτους μέλους απαγορεύονται. […] Η ελευθερία εγκαταστάσεως περιλαμβάνει την ανάληψη και την άσκηση μη μισθωτών δραστηριοτήτων, καθώς και τη σύσταση και τη διαχείριση επιχειρήσεων, και ιδίως εταιρειών […]». |
|
3 |
Το άρθρο 56 ΣΛΕΕ προβλέπει τα εξής: «[…] οι περιορισμοί της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στο εσωτερικό της Ένωσης απαγορεύονται όσον αφορά τους υπηκόους των κρατών μελών που είναι εγκατεστημένοι σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο του αποδέκτου της παροχής. […]» |
2. Οι οδηγίες 98/34 και (ΕΕ) 2015/1535
|
4 |
Η οδηγία 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1998, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και κανονισμών (ΕΕ 1998, L 204, σ. 37), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 1025/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012 (ΕΕ 2012, L 316, σ. 12) (στο εξής: οδηγία 98/34), καταργήθηκε με την οδηγία (ΕΕ) 2015/1535 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Σεπτεμβρίου 2015 (ΕΕ 2015, L 241, σ. 1), η οποία άρχισε να ισχύει στις 7 Οκτωβρίου 2015. |
|
5 |
Το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2015/1535 προβλέπει τα εξής: «Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως: […]
|
|
6 |
Το άρθρο 10, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2015/1535 προβλέπει τα εξής: «Οι αναφορές στην [οδηγία 98/34] νοούνται ως αναφορές στην παρούσα οδηγία και διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας του παραρτήματος ΙV.» |
|
7 |
Από τον πίνακα αντιστοιχίας προκύπτει ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2015/1535 αντιστοιχεί στο άρθρο 1, πρώτο εδάφιο, σημείο 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 98/34. |
3. Η οδηγία 2000/31
|
8 |
Το άρθρο 2 της οδηγίας 2000/31 προβλέπει τα εξής: «Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:
[…]
[…]». |
|
9 |
Το άρθρο 8 της οδηγίας 2000/31 προβλέπει τα εξής: «1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η χρήση εμπορικών επικοινωνιών που συνιστούν υπηρεσία της κοινωνίας της πληροφορίας ή αποτελούν μέρος της, η οποία παρέχεται από μέλος νομοθετικώς κατοχυρωμένου επαγγέλματος, επιτρέπεται εφόσον τηρεί τους επαγγελματικούς κανόνες οι οποίοι διέπουν την ανεξαρτησία, την αξιοπρέπεια και το ήθος του επαγγέλματος, καθώς και το επαγγελματικό απόρρητο και την πίστη προς τους πελάτες και τους συναδέλφους. 2. Με την επιφύλαξη της αυτονομίας των επαγγελματικών οργανισμών και ενώσεων, τα κράτη μέλη και η Επιτροπή ενθαρρύνουν τις επαγγελματικές ενώσεις και οργανισμούς να καταρτίζουν κώδικες δεοντολογίας σε κοινοτικό επίπεδο προκειμένου να προσδιορίζουν ποιες πληροφορίες μπορούν να δοθούν στα πλαίσια της εμπορικής επικοινωνίας, σύμφωνα με τους κανόνες που αναφέρονται στην παράγραφο 1. […]» |
4. Η οδηγία 2001/83/ΕΚ
|
10 |
Η οδηγία 2001/83/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Νοεμβρίου 2001, περί κοινοτικού κώδικος για τα φάρμακα που προορίζονται για ανθρώπινη χρήση (ΕΕ 2001, L 311, σ. 67), ορίζει στο άρθρο 87, παράγραφος 3, τα εξής: «Η διαφήμιση ενός φαρμάκου:
|
5. Η οδηγία 2006/123/ΕΚ
|
11 |
Η αιτιολογική σκέψη 100 της οδηγίας 2006/123/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά (ΕΕ 2006, L 376, σ. 36), έχει ως εξής: «Είναι σκόπιμο να καταργηθούν οι πλήρεις απαγορεύσεις εμπορικών επικοινωνιών για τα νομοθετικώς κατοχυρωμένα επαγγέλματα· η κατάργηση αυτή δεν αφορά τις απαγορεύσεις σχετικά με το περιεχόμενο μιας εμπορικής επικοινωνίας, αλλά εκείνες που, κατά γενικό τρόπο για συγκεκριμένο επάγγελμα, απαγορεύουν μία ή περισσότερες μορφές εμπορικής επικοινωνίας, για παράδειγμα κάθε διαφήμιση σε συγκεκριμένο μέσο ή μέσα ενημέρωσης. Όσον αφορά το περιεχόμενο και τις μεθόδους των εμπορικών επικοινωνιών, πρέπει να παρακινηθούν οι επαγγελματικοί κλάδοι να σχεδιάσουν, τηρώντας το κοινοτικό δίκαιο, κώδικες συμπεριφοράς σε κοινοτικό επίπεδο.» |
|
12 |
Το άρθρο 4, σημείο 12, της ως άνω οδηγίας ορίζει τα εξής: «Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας: […]
|
|
13 |
Το άρθρο 24 της εν λόγω οδηγίας προβλέπει τα εξής: «1. Τα κράτη μέλη καταργούν όλες τις συνολικές απαγορεύσεις εμπορικών επικοινωνιών για τα νομοθετικώς κατοχυρωμένα επαγγέλματα. «2. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι εμπορικές επικοινωνίες που χρησιμοποιούν τα νομοθετικώς κατοχυρωμένα επαγγέλματα να τηρούν τους επαγγελματικούς κανόνες που συνάδουν με το κοινοτικό δίκαιο, οι οποίοι είναι ιδίως συναφείς με την ανεξαρτησία, την αξιοπρέπεια και την ακεραιότητα του επαγγέλματος καθώς και το επαγγελματικό απόρρητο, κατά τρόπο συνάδοντα με τις ιδιαιτερότητες κάθε επαγγέλματος. Οι επαγγελματικοί κανόνες για τις εμπορικές επικοινωνίες δεν δημιουργούν διακρίσεις, δικαιολογούνται αντικειμενικά από επιτακτικό λόγο δημόσιου συμφέροντος και είναι αναλογικοί.» |
Β. Το πολωνικό δίκαιο
|
14 |
Ο νόμος περί φαρμάκων τροποποιήθηκε με τον ustawa o refundacji leków, środków spożywczych specjalnego przeznaczenia żywieniowego oraz wyrobów medycznych (νόμο περί επιστροφής των εξόδων για φάρμακα, τρόφιμα που προορίζονται για ειδική δίαιτα και ιατροτεχνολογικά προϊόντα), της 12ης Μαΐου 2011 (Dz. U. αριθ. 122, θέση 696) (στο εξής: νόμος περί φαρμάκων, όπως τροποποιήθηκε). |
|
15 |
Το άρθρο 94a, παράγραφος 1, του νόμου περί φαρμάκων, όπως τροποποιήθηκε, προβλέπει τα εξής: «Απαγορεύεται η διαφήμιση των φαρμακείων και των σημείων πώλησης φαρμάκων καθώς και των δραστηριοτήτων τους. Οι πληροφορίες που αφορούν τη θέση και το ωράριο λειτουργίας των φαρμακείων ή των σημείων πώλησης φαρμάκων δεν συνιστούν διαφήμιση.» |
|
16 |
Το άρθρο 129b, παράγραφος 1, του νόμου περί φαρμάκων, όπως τροποποιήθηκε, προβλέπει τα εξής: «Επιβάλλεται πρόστιμο το οποίο μπορεί να ανέλθει έως και στο ποσό των 50000 [πολωνικών ζλότι (PLN) (περίπου 12000 ευρώ)] σε κάθε πρόσωπο το οποίο, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 94a, διαφημίζει φαρμακείο, σημείο πώλησης φαρμάκων ή κατάστημα παραφαρμακευτικών προϊόντων ή τις δραστηριότητες αυτών.» |
II. Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
|
17 |
Οι τροποποιήσεις που επήλθαν στον νόμο περί φαρμάκων άρχισαν να ισχύουν την 1η Ιανουαρίου 2012. Το άρθρο 94a, παράγραφος 1, του νόμου περί φαρμάκων, όπως τροποποιήθηκε, απαγορεύει τη διαφήμιση των φαρμακείων, των σημείων πώλησης φαρμάκων και των δραστηριοτήτων τους. Η εν λόγω διάταξη διευκρινίζει ότι ανακοινώσεις που αφορούν το ωράριο λειτουργίας και τη θέση των φαρμακείων και των σημείων πώλησης φαρμάκων δεν συνιστούν διαφήμιση. Η απαγόρευση συνοδεύεται από πρόστιμο το οποίο μπορεί να ανέλθει έως και στο ποσό των 50000 PLN (περίπου 12000 ευρώ). |
|
18 |
Στις 25 Ιανουαρίου 2019 η Επιτροπή απηύθυνε στη Δημοκρατία της Πολωνίας προειδοποιητική επιστολή, με την οποία προέβαλε ότι η ως άνω διάταξη αντιβαίνει στο άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/31, το οποίο αφορά τη χρήση εμπορικών επικοινωνιών που αποτελούν μέρος της υπηρεσίας της κοινωνίας της πληροφορίας η οποία παρέχεται από μέλος νομοθετικώς κατοχυρωμένου επαγγέλματος, καθώς και στα άρθρα 49 και 56 ΣΛΕΕ, τα οποία αφορούν αντιστοίχως την ελευθερία εγκατάστασης και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών. |
|
19 |
Η Δημοκρατία της Πολωνίας απάντησε με έγγραφο της 25ης Μαρτίου 2019 ισχυριζόμενη, κατ’ αρχάς, ότι το περιεχόμενο του περιορισμού στην ελευθερία εγκατάστασης και στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών ο οποίος απορρέει από το άρθρο 94a, παράγραφος 1, του νόμου περί φαρμάκων, όπως τροποποιήθηκε, αφορά αποκλειστικά και μόνον μηνύματα τα οποία στοχεύουν ρητώς στην αύξηση των πωλήσεων των προϊόντων που προσφέρουν τα φαρμακεία. Εν συνεχεία, εξέθεσε ότι η συγκεκριμένη διάταξη επιδιώκει τον γενικό σκοπό της διασφάλισης υψηλού επιπέδου προστασίας της δημόσιας υγείας. Τέλος, ισχυρίστηκε ότι η διάταξη αυτή δεν αντιβαίνει στην οδηγία 2000/31, διότι ένα πολύ μεγάλο μέρος των φαρμακευτικών υπηρεσιών που παρέχουν οι φαρμακοποιοί δεν περιλαμβάνεται στις δραστηριότητες των φαρμακείων ή των σημείων πώλησης φαρμάκων και επομένως δεν επηρεάζεται από την επίδικη απαγόρευση. |
|
20 |
Κρίνοντας μη ικανοποιητικές τις απαντήσεις της Δημοκρατίας της Πολωνίας, η Επιτροπή απηύθυνε στις 3 Ιουλίου 2020 αιτιολογημένη γνώμη στο εν λόγω κράτος μέλος, καλώντας το να λάβει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις του εντός προθεσμίας τριών μηνών από την παραλαβή της αιτιολογημένης γνώμης. Εμμένοντας στη θέση την οποία είχε διατυπώσει στην προειδοποιητική επιστολή, η Επιτροπή εξέθεσε στην αιτιολογημένη γνώμη ότι οι αποφάσεις των διοικητικών αρχών και η νομολογία των δικαστηρίων της Δημοκρατίας της Πολωνίας αποκαλύπτουν το σημαντικό εύρος της απαγόρευσης που απορρέει από το άρθρο 94a, παράγραφος 1, του νόμου περί φαρμάκων, όπως τροποποιήθηκε. |
|
21 |
Η Δημοκρατία της Πολωνίας απάντησε στην αιτιολογημένη γνώμη με έγγραφο της 1ης Οκτωβρίου 2020, εκθέτοντας τις περιστάσεις υπό τις οποίες θεσπίστηκε η συγκεκριμένη διάταξη, χαρακτηριστικό των οποίων είναι τα αρνητικά φαινόμενα που παρατηρούνται στην πολωνική φαρμακευτική αγορά. Επιπλέον, το κράτος μέλος ανέφερε ότι ήταν διατεθειμένο να εξετάσει την περίπτωση τροποποίησης του γράμματος της συγκεκριμένης διάταξης. |
|
22 |
Κατόπιν άκαρπων επαφών, η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή. |
III. Επί της προσφυγής
|
23 |
Προς στήριξη της προσφυγής της, η Επιτροπή προβάλλει τρεις αιτιάσεις, η πρώτη εκ των οποίων αφορά παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/31, η δεύτερη αφορά παράβαση του άρθρου 49 ΣΛΕΕ και η τρίτη αφορά παράβαση του άρθρου 56 ΣΛΕΕ. |
Α. Επί της πρώτης αιτίασης, η οποία αφορά παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/31
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
|
24 |
Προκαταρκτικώς, η Επιτροπή, στηριζόμενη στην απόφαση της 4ης Μαΐου 2017, Vanderborght (C‑339/15, EU:C:2017:335, σκέψη 42), εκθέτει ότι το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/31 έχει ως σκοπό να παράσχει στα μέλη νομοθετικώς κατοχυρωμένου επαγγέλματος τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας προκειμένου να προωθήσουν τις δραστηριότητές τους. Υπενθυμίζει ότι, στις σκέψεις 43 και 44 της αποφάσεως εκείνης, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι εμπορικές επικοινωνίες του άρθρου 2, στοιχείο στʹ, της οδηγίας πρέπει να τηρούν τους επαγγελματικούς κανόνες που διέπουν το οικείο επάγγελμα, οι οποίοι δεν μπορούν ωστόσο να έχουν ως αποτέλεσμα τη γενική και απόλυτη απαγόρευση οποιασδήποτε μορφής διαδικτυακής διαφήμισης. |
|
25 |
Εν προκειμένω, η διαφήμιση των φαρμακείων, των σημείων πώλησης φαρμάκων και των δραστηριοτήτων τους, δεδομένου ότι πραγματοποιείται, μεταξύ άλλων, μέσω δικτυακού τόπου κατασκευασμένου από πρόσωπο το οποίο ασκεί νομοθετικώς κατοχυρωμένο επάγγελμα, εμπίπτει στο άρθρο 8, παράγραφος 1. |
|
26 |
Πλην όμως, το άρθρο 94a, παράγραφος 1, του νόμου περί φαρμάκων, όπως τροποποιήθηκε, απαγορεύει κάθε είδους εμπορική επικοινωνία, περιλαμβανομένης και της ηλεκτρονικής, η οποία πραγματοποιείται, μεταξύ άλλων, μέσω δικτυακού τόπου ο οποίος κατασκευάστηκε από φαρμακοποιό εργαζόμενο σε φαρμακείο ή σε σημείο πώλησης φαρμάκων. Ως εκ τούτου, η συγκεκριμένη διάταξη αντιβαίνει στο άρθρο 8, παράγραφος 1. |
|
27 |
Συνεπώς, η Επιτροπή αμφισβητεί το βάσιμο των επιχειρημάτων που προβάλλει η Δημοκρατία της Πολωνίας στην απάντησή της επί της αιτιολογημένης γνώμης. |
|
28 |
Πρώτον, ως προς τον ισχυρισμό του εν λόγω κράτους μέλους ότι θα πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ των φαρμακοποιών, ως επαγγελματικής κατηγορίας, και των καταστημάτων στα οποία αυτοί εργάζονται και τα οποία δεν είναι μόνο φαρμακεία και σημεία πώλησης φαρμάκων, η Επιτροπή επισημαίνει ότι πολύ μεγάλος αριθμός φαρμακοποιών εργάζεται σε φαρμακεία ή σημεία πώλησης φαρμάκων. |
|
29 |
Συναφώς, η Επιτροπή επισημαίνει ότι, σύμφωνα με έκθεση της Główny Urząd Statystyczny (κεντρικής στατιστικής υπηρεσίας, Πολωνία), το 2021 διέθεταν στην Πολωνία άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του φαρμακοποιού 37300 άτομα και ότι 26000 εξ αυτών, ήτοι περίπου το 69,7 %, εργάζονταν σε φαρμακείο ή σε σημείο πώλησης φαρμάκων. |
|
30 |
Η Επιτροπή προσθέτει ότι, δεδομένου ότι το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/31 αφορά όλα τα μέλη νομοθετικώς κατοχυρωμένου επαγγέλματος, το εθνικό δίκαιο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως συμβατό με τη συγκεκριμένη διάταξη για τον λόγο και μόνον ότι ορισμένα από τα μέλη του εν λόγω νομοθετικά κατοχυρωμένου επαγγέλματος μπορούν να πραγματοποιούν τη δική τους διαφήμιση. |
|
31 |
Δεύτερον, ως προς τον ισχυρισμό της Δημοκρατίας της Πολωνίας ότι η απαγόρευση της διαφήμισης ισχύει μόνο για την εκμετάλλευση φαρμακείων και σημείων πώλησης φαρμάκων και όχι για τις υπηρεσίες που παρέχουν οι φαρμακοποιοί, η Επιτροπή επισημαίνει ότι μια τέτοια διάκριση είναι τεχνητή. Πράγματι, κατά το πολωνικό δίκαιο, τα φαρμακεία πρέπει να ανήκουν σε φαρμακοποιούς και να τα εκμεταλλεύονται φαρμακοποιοί ή, τουλάχιστον, να τα διαχειρίζονται φαρμακοποιοί. |
|
32 |
Το εν λόγω θεσμικό όργανο θεωρεί ότι η έννοια των «εμπορικών επικοινωνιών», κατά το άρθρο 2, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2000/31, περιλαμβάνει επικοινωνίες οι οποίες αποσκοπούν να προωθήσουν, άμεσα ή έμμεσα, αγαθά ή υπηρεσίες που παρέχονται από τα μέλη νομοθετικώς κατοχυρωμένου επαγγέλματος ή από επιχείρηση ή οργανισμό στον οποίο τα μέλη αυτά ασκούν τέτοιο επάγγελμα. |
|
33 |
Επομένως, προκειμένου να διασφαλίσουν την τήρηση του άρθρου 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/31, τα κράτη μέλη είναι, κατ’ αρχήν, υποχρεωμένα να επιτρέπουν όλες τις εμπορικές επικοινωνίες αυτού του είδους. Συγκεκριμένα, οι φαρμακοποιοί πρέπει να μπορούν να χρησιμοποιούν τη διαφήμιση όχι μόνο για τους ίδιους και για τις υπηρεσίες που προσφέρουν, αλλά και για τα φαρμακεία τα οποία εκμεταλλεύονται ή τα φαρμακεία στα οποία απασχολούνται. |
|
34 |
Τέλος, τρίτον, ως προς τον ισχυρισμό της Δημοκρατίας της Πολωνίας ότι ο νόμος περί φαρμάκων, όπως τροποποιήθηκε, επιτρέπει στα φαρμακεία και στα σημεία πώλησης φαρμάκων, μεταξύ άλλων, την εξ αποστάσεως πώληση φαρμάκων για τα οποία δεν απαιτείται ιατρική συνταγή, η Επιτροπή θεωρεί ότι το ζήτημα αυτό διαφέρει από τα κρίσιμα εν προκειμένω ζητήματα. Συγκεκριμένα, θα πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ της δυνατότητας εξ αποστάσεως πώλησης των εν λόγω φαρμάκων, η οποία πραγματοποιείται, μεταξύ άλλων, μέσω της εκμετάλλευσης δικτυακού τόπου, και της δυνατότητας διαφήμισης ενός φαρμακείου και των υπηρεσιών που αυτό προσφέρει, στις οποίες μπορεί, ειδικότερα, να περιλαμβάνεται και η εξ αποστάσεως πώληση τέτοιων φαρμάκων. Πλην όμως, το άρθρο 94a, παράγραφος 1, του νόμου περί φαρμάκων, όπως τροποποιήθηκε, απαγορεύει στα φαρμακεία να προωθούν τις υπηρεσίες εξ αποστάσεως πώλησης που προσφέρουν, όπως τούτο επιβεβαιώνεται από πολλές αποφάσεις των πολωνικών αρχών. |
|
35 |
Η Επιτροπή προσθέτει ότι, ακόμη και στην περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η ως άνω διάταξη δεν απαγορεύει τις εμπορικές επικοινωνίες που αφορούν προϊόντα πωλούμενα εξ αποστάσεως, η διάταξη αυτή συνεπάγεται εντούτοις μια γενική και απόλυτη απαγόρευση χρήσης της διαφήμισης, η οποία αντιβαίνει στο άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/31. Πράγματι, στην περίπτωση αυτή, ορισμένες εμπορικές επικοινωνίες, βεβαίως, θα επιτρέπονταν. Εντούτοις, οι υπόλοιπες εμπορικές επικοινωνίες θα απαγορεύονταν. |
|
36 |
Συναφώς, η Επιτροπή παραθέτει πολλές αποφάσεις διοικητικών αρχών και δικαστηρίων της Πολωνίας, από τις οποίες προκύπτει ότι οι επικοινωνίες που θεωρούνται ότι αντιβαίνουν στο άρθρο 94a, παράγραφος 1, του νόμου περί φαρμάκων, όπως τροποποιήθηκε, περιλαμβάνουν και τις πληροφορίες που αφορούν τις υπηρεσίες τις οποίες παρέχουν τα φαρμακεία, καθώς και τις πληροφορίες που αφορούν τις τιμές των προϊόντων, ακόμη και στο διαδίκτυο. |
|
37 |
Η απαγόρευση των εμπορικών επικοινωνιών που αφορούν τις τελευταίες ως άνω πληροφορίες είναι γενική και απόλυτη, δεδομένου ότι δεν απαιτείται να διενεργείται κατά περίπτωση εκτίμηση. Ως εκ τούτου, κατά την Επιτροπή, ακόμη και αν η απαγόρευση που απορρέει από το άρθρο 94a, παράγραφος 1, του νόμου περί φαρμάκων, όπως τροποποιήθηκε, δεν εφαρμόζεται σε ορισμένες δραστηριότητες των φαρμακοποιών, συνιστά εντούτοις ολική απαγόρευση, κατά την έννοια της απόφασης της 5ης Απριλίου 2011, Société fiduciaire nationale d’expertise comptable (C‑119/09, EU:C:2011:208, σκέψη 29), η οποία αφορά το άρθρο 24 της οδηγίας 2006/123 που είναι σχετικό κατ’ αναλογίαν. |
|
38 |
Η Δημοκρατία της Πολωνίας, αμυνόμενη, ισχυρίζεται ότι, μολονότι το άρθρο 94a, παράγραφος 1, του νόμου περί φαρμάκων, όπως τροποποιήθηκε, απαγορεύει τη διαφήμιση των φαρμακείων, των σημείων πώλησης φαρμάκων και των δραστηριοτήτων τους, δεν απαγορεύει τη διαφήμιση των φαρμακευτικών υπηρεσιών. Η απαγόρευση που θεσπίζει η εν λόγω διάταξη απευθύνεται επομένως τόσο σε αυτούς που εκμεταλλεύονται φαρμακεία, οι οποίοι δεν είναι αποκλειστικά φαρμακοποιοί, όσο και σε αυτούς που μπορούν να διαφημίσουν, όπως είναι ο τύπος και τα διαφημιστικά γραφεία. |
|
39 |
Συναφώς, αφενός, η Δημοκρατία της Πολωνίας προσκομίζει διάφορα στοιχεία προερχόμενα από την κεντρική στατιστική υπηρεσία και το Rejestr Aptek (μητρώο φαρμακείων, Πολωνία) σχετικά με τον αριθμό των λειτουργούντων φαρμακείων και τον αριθμό των αδειών που χορηγήθηκαν σε φαρμακοποιούς ή σε εταιρίες φαρμακοποιών. Από τα στοιχεία αυτά συνάγει ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η άσκηση του επαγγέλματος του φαρμακοποιού είναι ισοδύναμη με την εκμετάλλευση φαρμακείου. |
|
40 |
Αφετέρου, η Δημοκρατία της Πολωνίας επισημαίνει ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία του Naczelna Izba Aptekarska (Ανωτάτου Επιμελητηρίου Φαρμακοποιών, Πολωνία), στις 31 Δεκεμβρίου 2022 το ένα τρίτο περίπου των φαρμακοποιών απασχολούνταν εκτός φαρμακείων ή σημείων πώλησης φαρμάκων. Το εν λόγω κράτος μέλος διευκρινίζει ότι οι φαρμακοποιοί μπορούν να απασχοληθούν, μεταξύ άλλων, σε πανεπιστήμια, σε επιστημονικά ιδρύματα, σε νοσοκομεία, σε κλινικές, σε οργανισμούς που είναι επιφορτισμένοι με τον έλεγχο και την εποπτεία της παραγωγής και της εμπορίας φαρμάκων, σε οργανισμούς για την καταχώριση φαρμάκων και σε μη κυβερνητικούς οργανισμούς. |
|
41 |
Επομένως, το άρθρο 94a, παράγραφος 1, του νόμου περί φαρμάκων, όπως τροποποιήθηκε, δεν εφαρμόζεται σε όλες τις πτυχές της δραστηριότητας του φαρμακοποιού ως νομοθετικώς κατοχυρωμένου επαγγέλματος, αλλά μόνο στη δραστηριότητα των φαρμακείων ή των σημείων πώλησης φαρμάκων, η οποία δεν ασκείται κατ’ ανάγκην από φαρμακοποιό. Ως εκ τούτου, η απαγόρευση που απορρέει από τη συγκεκριμένη διάταξη δεν είναι απόλυτη και αφορά μία μόνον από τις πιθανές μορφές άσκησης του επαγγέλματος του φαρμακοποιού. |
|
42 |
Η Δημοκρατία της Πολωνίας αμφισβητεί εξάλλου το κατά πόσον είναι εν προκειμένω κρίσιμη, για τους σκοπούς της ερμηνείας του άρθρου 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/31, η σχετική με το άρθρο 24, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/123 νομολογία. |
2. Εκτίμηση του Δικαστηρίου
|
43 |
Στο άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/31 διατυπώνεται η αρχή κατά την οποία τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η χρήση εμπορικών επικοινωνιών που συνιστούν υπηρεσία της κοινωνίας της πληροφορίας ή αποτελούν μέρος της, η οποία παρέχεται από μέλος νομοθετικώς κατοχυρωμένου επαγγέλματος, επιτρέπεται. |
|
44 |
Η παράγραφος 1 του ως άνω άρθρου έχει ως σκοπό να παράσχει στα μέλη ενός νομοθετικώς κατοχυρωμένου επαγγέλματος τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας προκειμένου να προωθήσουν τις δραστηριότητές τους (απόφαση της 4ης Μαΐου 2017, Vanderborght, C‑339/15, EU:C:2017:335, σκέψη 42). |
|
45 |
Βεβαίως, από την εν λόγω παράγραφο 1 προκύπτει ότι οι εμπορικές επικοινωνίες δεν πρέπει να επιτρέπονται παρά μόνον εφόσον τηρούν τους επαγγελματικούς κανόνες οι οποίοι διέπουν ιδίως την ανεξαρτησία, την αξιοπρέπεια και το ήθος του οικείου νομοθετικώς κατοχυρωμένου επαγγέλματος, καθώς και το επαγγελματικό απόρρητο και την πίστη τόσο προς τους πελάτες όσο και προς τους συναδέλφους. Εντούτοις, η ίδια παράγραφος 1 θα καθίστατο άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας και θα παρακωλυόταν ο επιδιωκόμενος από τον νομοθέτη της Ένωσης σκοπός αν επαγγελματικοί κανόνες μπορούσαν να απαγορεύουν γενικώς και απολύτως οποιαδήποτε μορφή διαδικτυακής διαφημίσεως σκοπούσας στην προώθηση της δραστηριότητας προσώπου το οποίο ασκεί νομοθετικώς κατοχυρωμένο επάγγελμα (πρβλ. απόφαση της 4ης Μαΐου 2017, Vanderborght, C‑339/15, EU:C:2017:335, σκέψεις 43 και 44). |
|
46 |
Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/31 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη και η Επιτροπή ενθαρρύνουν την κατάρτιση κωδίκων δεοντολογίας οι οποίοι έχουν ως σκοπό όχι να απαγορεύσουν αυτό το είδος διαφημίσεως, αλλά μάλλον να προσδιορίσουν ποιες πληροφορίες μπορούν να παρασχεθούν στο πλαίσιο της εμπορικής επικοινωνίας, σύμφωνα με τους επαγγελματικούς αυτούς κανόνες (απόφαση της 4ης Μαΐου 2017, Vanderborght, C‑339/15, EU:C:2017:335, σκέψη 45). |
|
47 |
Επομένως, ενώ το περιεχόμενο και η μορφή των εμπορικών επικοινωνιών του άρθρου 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/31 μπορούν νομίμως να οριοθετούνται από επαγγελματικούς κανόνες, οι κανόνες αυτοί δεν μπορούν να ενέχουν γενική και απόλυτη απαγόρευση αυτού του είδους επικοινωνιών (απόφαση της 4ης Μαΐου 2017, Vanderborght, C‑339/15, EU:C:2017:335, σκέψη 46). |
|
48 |
Εν προκειμένω, πρώτον, δεν αμφισβητείται ότι το επάγγελμα του φαρμακοποιού είναι επάγγελμα νομοθετικώς κατοχυρωμένο στην Πολωνία. |
|
49 |
Δεύτερον, η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστηρίζει ότι δεν απασχολούνται όλοι οι φαρμακοποιοί σε φαρμακεία, δεδομένου ότι οι σπουδές που έχουν ολοκληρώσει τούς παρέχουν δυνατότητα πρόσβασης σε άλλες δραστηριότητες. Το εν λόγω κράτος μέλος δεν αμφισβητεί ωστόσο ότι, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, σύμφωνα με έκθεση της κεντρικής στατιστικής υπηρεσίας, το 2021 διέθεταν στην Πολωνία άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του φαρμακοποιού 37300 άτομα, ενώ 26000 εξ αυτών, ήτοι περίπου το 69,7 %, εργάζονταν σε φαρμακείο ή σε σημείο πώλησης φαρμάκων. |
|
50 |
Επιπλέον, τα ως άνω στοιχεία συνάδουν και με τα μνημονευόμενα από τη Δημοκρατία της Πολωνίας στοιχεία του Ανωτάτου Επιμελητηρίου Φαρμακοποιών κατά τα οποία, στις 31 Δεκεμβρίου 2022, το ένα τρίτο περίπου των φαρμακοποιών απασχολούνταν εκτός φαρμακείων ή σημείων πώλησης φαρμάκων. |
|
51 |
Συναφώς, αρκεί η παρατήρηση ότι, δεδομένου ότι το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/31 αφορά όλα τα μέλη νομοθετικώς κατοχυρωμένου επαγγέλματος, δεν μπορεί το εθνικό δίκαιο να θεωρηθεί ως συμβατό προς τη διάταξη αυτή για τον λόγο και μόνον ότι ορισμένα μέλη του οικείου νομοθετικώς κατοχυρωμένου επαγγέλματος δεν εμπίπτουν στην προβλεπόμενη από το εθνικό δίκαιο απαγόρευση διαφήμισης. |
|
52 |
Πράγματι, αν ίσχυε κάτι τέτοιο, τα κράτη μέλη θα μπορούσαν να καταστρατηγήσουν τη συγκεκριμένη διάταξη θεσπίζοντας απαγορεύσεις από τις οποίες θα εξαιρούνταν ένας οριακός αριθμός δραστηριοτήτων τις οποίες ασκούν τα μέλη νομοθετικώς κατοχυρωμένου επαγγέλματος. |
|
53 |
Τέλος, τρίτον, ως προς τον ισχυρισμό της Δημοκρατίας της Πολωνίας ότι, κατ’ ουσίαν, το άρθρο 94a, παράγραφος 1, του νόμου περί φαρμάκων, όπως τροποποιήθηκε, δεν απαγορεύει στα φαρμακεία να πωλούν εξ αποστάσεως φάρμακα για τα οποία δεν απαιτείται ιατρική συνταγή ούτε να παρέχουν πληροφορίες σχετικά με την τιμή και τον τρόπο παράδοσης των φαρμάκων αυτών, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι δεν επιτρέπεται, εντούτοις, στα φαρμακεία να διαφημίζουν την υπηρεσία πώλησης εξ αποστάσεως που παρέχουν. |
|
54 |
Εξάλλου, η Δημοκρατία της Πολωνίας δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι πολλές πολωνικές διοικητικές και δικαστικές αποφάσεις, τις οποίες μνημονεύει η Επιτροπή στην αιτιολογημένη γνώμη, έχουν εφαρμόσει την απορρέουσα από τη συγκεκριμένη διάταξη απαγόρευση στην περίπτωση μετάδοσης πληροφοριών οι οποίες αφορούν τις υπηρεσίες που παρέχουν τα φαρμακεία και τις τιμές των προϊόντων που προσφέρουν, ακόμη και στο διαδίκτυο. Αντιθέτως, το εν λόγω κράτος μέλος, στην απάντηση που παρέσχε επί της αιτιολογημένης γνώμης, αναγνωρίζει ότι η «ατυχής διατύπωση [της συγκεκριμένης διάταξης] οδήγησε τις αρχές ρύθμισης της αγοράς φαρμάκων και τα δικαστήρια να κρίνουν επανειλημμένως ότι κάθε πράξη πέραν της γνωστοποίησης πληροφοριών σχετικά με τη θέση και το ωράριο λειτουργίας φαρμακείου ή σημείου [πώλησης] φαρμάκων συνιστά διαφήμιση». |
|
55 |
Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν η απαγόρευση που απορρέει από το άρθρο 94a, παράγραφος 1, του νόμου περί φαρμάκων, όπως τροποποιήθηκε, δεν είχε εφαρμογή στο σύνολο των δραστηριοτήτων τις οποίες μπορούν να ασκήσουν εργαζόμενοι σε φαρμακείο φαρμακοποιοί, αλλά μόνο σε ένα μέρος αυτών των δραστηριοτήτων, η εν λόγω απαγόρευση θα ήταν και πάλι γενική και απόλυτη και, ως εκ τούτου, αντίθετη προς το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/31. |
|
56 |
Συναφώς, επισημαίνεται ότι, όσον αφορά το άρθρο 24 της οδηγίας 2006/123, από τη νομολογία προκύπτει ότι κάθε απαγόρευση που επιβάλλεται στους ασκούντες νομοθετικώς κατοχυρωμένο επάγγελμα να προσφεύγουν στην εμπορική επικοινωνία αντιβαίνει στη συγκεκριμένη διάταξη, ακόμη και όταν αφορά ορισμένες μόνο μορφές εμπορικής επικοινωνίας και όχι όλες τις εμπορικές επικοινωνίες (πρβλ. απόφαση της 5ης Απριλίου 2011, Société fiduciaire nationale d’expertise comptable, C‑119/09, EU:C:2011:208, σκέψη 29). |
|
57 |
Η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστηρίζει ότι η σχετική με το άρθρο 24, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/123 νομολογία δεν μπορεί να εφαρμοστεί κατ’ αναλογίαν στο άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/31. |
|
58 |
Συναφώς, κατ’ αρχάς, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/31 επιτρέπει τις εμπορικές επικοινωνίες, εφόσον τηρούνται ορισμένοι επαγγελματικοί κανόνες. |
|
59 |
Το δε άρθρο 24 της οδηγίας 2006/123 προβλέπει στην παράγραφο 1 την κατάργηση όλων των συνολικών απαγορεύσεων εμπορικών επικοινωνιών για τα νομοθετικώς κατοχυρωμένα επαγγέλματα και στην παράγραφο 2 ότι οι επικοινωνίες αυτές πρέπει να τηρούν ορισμένους επαγγελματικούς κανόνες. |
|
60 |
Πλην όμως, τόσο το επιτρεπτό των εμπορικών επικοινωνιών υπό την επιφύλαξη της τήρησης ορισμένων επαγγελματικών κανόνων όσο και η κατάργηση των συνολικών απαγορεύσεων των εμπορικών επικοινωνιών υπό την επιφύλαξη της τήρησης παρεμφερών κανόνων, συνεπάγονται παρόμοιο αποτέλεσμα, κατά μείζονα λόγο διότι οι εμπορικές επικοινωνίες ορίζονται κατά τον ίδιο τρόπο στις δύο σχετικές οδηγίες, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 8 και 12 της παρούσας απόφασης. |
|
61 |
Περαιτέρω, δεν ασκεί επιρροή το γεγονός που επικαλείται η Δημοκρατία της Πολωνίας, ότι δηλαδή η οδηγία 2000/31 δεν περιέχει αιτιολογική σκέψη παρόμοια με την αιτιολογική σκέψη 100 της οδηγίας 2006/123, επί της οποίας στηρίχθηκε το Δικαστήριο στην απόφαση που μνημονεύεται στη σκέψη 56 της παρούσας απόφασης. Πράγματι, αποκλειστικός σκοπός της αιτιολογικής σκέψης 100 είναι να αποσαφηνίσει το περιεχόμενο της φράσης «συνολικές απαγορεύσεις» εμπορικών επικοινωνιών, η οποία δεν υπάρχει στο άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/31, δεδομένου ότι η τελευταία αυτή διάταξη αφορά το επιτρεπτό των εμπορικών επικοινωνιών και όχι την κατάργηση των εν λόγω απαγορεύσεων. |
|
62 |
Τέλος, από τη νομολογία προκύπτει ότι αμφότερες οι ως άνω οδηγίες συγκεκριμενοποιούν την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών την οποία κατοχυρώνει το άρθρο 56 ΣΛΕΕ (απόφαση της 30ής Μαΐου 2024, Airbnb Ireland και Amazon Services Europe, C‑662/22 και C‑667/22, EU:C:2024:432, σκέψεις 46 και 47). |
|
63 |
Συνεπώς, τα επιχειρήματα της Δημοκρατίας της Πολωνίας όσον αφορά την κατ’ αναλογίαν εφαρμογή της νομολογίας σχετικά με το άρθρο 24, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/123 στο πλαίσιο του άρθρου 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/31 πρέπει να απορριφθούν. |
|
64 |
Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτή η πρώτη αιτίαση. |
Β. Επί της δεύτερης και της τρίτης αιτίασης, οι οποίες αφορούν παράβαση των άρθρων 49 και 56 ΣΛΕΕ
|
65 |
Από τη νομολογία προκύπτει ότι οποιοδήποτε εθνικό μέτρο σχετικό με τομέα ο οποίος έχει αποτελέσει αντικείμενο πλήρους εναρμονίσεως πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα τις διατάξεις του εν λόγω μέτρου εναρμονίσεως και όχι εκείνες του πρωτογενούς δικαίου (πρβλ. αποφάσεις της 14ης Δεκεμβρίου 2004, Επιτροπή κατά Γερμανίας, C‑463/01, EU:C:2004:797, σκέψη 36, της 30ής Απριλίου 2009, Lidl Magyarország, C‑132/08, EU:C:2009:281, σκέψη 42, και της 30ής Μαΐου 2024, Airbnb Ireland και Amazon Services Europe, C‑662/22 και C‑667/22, EU:C:2024:432, σκέψη 86). |
|
66 |
Δεδομένου ότι η απαγόρευση που απορρέει από το άρθρο 94a, παράγραφος 1, του νόμου περί φαρμάκων, όπως τροποποιήθηκε, δεν αφορά μόνον τις εμπορικές επικοινωνίες οι οποίες, ως μέρος υπηρεσίας της κοινωνίας της πληροφορίας, εμπίπτουν στην εναρμόνιση που συνεπάγεται η οδηγία 2000/31, αλλά και κάθε μορφή διαφήμισης, θα πρέπει επίσης να εξεταστούν η δεύτερη και η τρίτη αιτίαση που προβάλλει η Επιτροπή, οι οποίες αφορούν ισχυρισμούς σχετικά με περιορισμούς στην ελευθερία της εγκατάστασης και στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, οι οποίες κατοχυρώνονται αντιστοίχως στα άρθρα 49 και 56 ΣΛΕΕ. Οι αιτιάσεις αυτές θα πρέπει να εξεταστούν από κοινού. |
1. Επί της ύπαρξης περιορισμών
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
|
67 |
Όσον αφορά την ελευθερία εγκατάστασης, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η απαγόρευση που απορρέει από το άρθρο 94a, παράγραφος 1, του νόμου περί φαρμάκων, όπως τροποποιήθηκε, στερεί από τα εγκατεστημένα στην Πολωνία πρόσωπα και από τα πρόσωπα που είναι εγκατεστημένα σε άλλα κράτη μέλη και επιθυμούν να ανοίξουν φαρμακείο ή σημείο πώλησης φαρμάκων στην Πολωνία τη δυνατότητα να ενημερώσουν τους νυν και τους εν δυνάμει πελάτες τους για τις δραστηριότητές τους. Επισημαίνει ότι η κατάσταση αυτή είναι ιδιαιτέρως επιζήμια για τη δεύτερη κατηγορία προσώπων, για την οποία η πρόσβαση στην αγορά έχει καταστεί δυσχερέστερη. |
|
68 |
Όσον αφορά την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η ως άνω απαγόρευση καθιστά δυσχερέστερη για τους εγκατεστημένους στην Πολωνία φαρμακοποιούς την παροχή υπηρεσιών σε αποδέκτες εγκατεστημένους σε άλλα κράτη μέλη και, για τους εγκατεστημένους σε άλλα κράτη μέλη φαρμακοποιούς, την παροχή υπηρεσιών στην Πολωνία. Ισχυρίζεται επίσης ότι η απαγόρευση αυτή περιορίζει τη δυνατότητα των πελατών που βρίσκονται στην Πολωνία να χρησιμοποιήσουν τις υπηρεσίες φαρμακοποιών άλλων κρατών μελών καθώς και τη δυνατότητα των εγκατεστημένων στην Πολωνία φαρμακοποιών να κάνουν χρήση διαφημιστικών υπηρεσιών. |
|
69 |
Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι, κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία, η Δημοκρατία της Πολωνίας δεν αμφισβήτησε το γεγονός ότι η επίδικη απαγόρευση συνεπάγεται περιορισμούς τόσο στην ελευθερία εγκατάστασης όσο και στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών. Το εν λόγω κράτος μέλος περιορίστηκε στον ισχυρισμό ότι οι εν λόγω περιορισμοί δικαιολογούνταν από την ανάγκη προστασίας της δημόσιας υγείας. |
|
70 |
Ενώπιον του Δικαστηρίου, η Δημοκρατία της Πολωνίας δεν προέβαλε επιχείρημα προς αμφισβήτηση της ύπαρξης περιορισμών στην ελευθερία εγκατάστασης και στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, αλλά υποστήριξε ότι οι περιορισμοί αυτοί δικαιολογούνταν από επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος συνιστάμενο στην προστασία της δημόσιας υγείας. |
β) Εκτίμηση του Δικαστηρίου
|
71 |
Κατά πάγια νομολογία, πρέπει να θεωρούνται περιορισμοί της ελευθερίας εγκαταστάσεως και/ή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών όλα τα μέτρα τα οποία απαγορεύουν, κωλύουν ή καθιστούν λιγότερο ελκυστική την άσκηση των ελευθεριών τις οποίες διασφαλίζουν τα άρθρα 49 και 56 ΣΛΕΕ [απόφαση της 8ης Ιουνίου 2023, Fastweb κ.λπ. (Συχνότητα χρεώσεων), C‑468/20, EU:C:2023:447, σκέψη 81 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία]. |
|
72 |
Στην έννοια του «περιορισμού» εμπίπτουν τα μέτρα που λαμβάνει ένα κράτος μέλος τα οποία, καίτοι εφαρμόζονται αδιακρίτως, επηρεάζουν την πρόσβαση των επιχειρήσεων άλλων κρατών μελών στην αγορά [απόφαση της 8ης Ιουνίου 2023, Fastweb κ.λπ. (Συχνότητα χρεώσεων), C‑468/20, EU:C:2023:447, σκέψη 82 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία]. |
|
73 |
Πλην όμως, πρώτον, εθνική νομοθεσία η οποία απαγορεύει, γενικώς και απολύτως, οποιαδήποτε διαφήμιση για ορισμένη δραστηριότητα είναι ικανή να περιορίσει τη δυνατότητα των προσώπων που ασκούν τη δραστηριότητα αυτή να γίνουν γνωστά στην εν δυνάμει πελατεία τους και να προωθήσουν τις υπηρεσίες τις οποίες προτίθενται να προσφέρουν στην πελατεία αυτή. Συνεπώς, μια τέτοια εθνική νομοθεσία πρέπει να θεωρείται ότι ενέχει περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (απόφαση της 4ης Μαΐου 2017, Vanderborght, C‑339/15, EU:C:2017:335, σκέψεις 63 και 64). |
|
74 |
Εν προκειμένω, τούτο συμβαίνει στην περίπτωση του άρθρου 94a, παράγραφος 1, του νόμου περί φαρμάκων, όπως τροποποιήθηκε, όπερ προκύπτει από τον τρόπο με τον οποίο η συγκεκριμένη διάταξη εφαρμόστηκε στις πολωνικές διοικητικές και δικαστικές αποφάσεις επί των οποίων στηρίχθηκε η Επιτροπή στην αιτιολογημένη γνώμη, οι οποίες μνημονεύονται στη σκέψη 54 της παρούσας απόφασης και οι οποίες, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη αυτή, δεν αμφισβητούνται από τη Δημοκρατία της Πολωνίας. Ως εκ τούτου, ο περιορισμός στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών έχει εν προκειμένω αποδειχθεί. |
|
75 |
Δεύτερον, η ως άνω διάταξη εμποδίζει τα πρόσωπα που επιθυμούν να εκμεταλλευτούν φαρμακείο στην Πολωνία να ενημερώσουν σχετικά τους εν δυνάμει πελάτες τους. Η απαγόρευση διαφήμισης που θεσπίζει η εν λόγω διάταξη έχει μεταξύ άλλων ως αποτέλεσμα να καθίστανται δυσχερέστεροι οι όροι πρόσβασης στην αγορά για τα νέα φαρμακεία. |
|
76 |
Μια τέτοια κατάσταση μπορεί να προξενεί μεγαλύτερη βλάβη στους επιχειρηματίες που είναι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη, εκτός της Δημοκρατίας της Πολωνίας, οι οποίοι πρέπει να καταβάλουν επιπλέον προσπάθειες προκειμένου να γίνουν γνωστοί σε πελάτες που κατοικούν στην Πολωνία. Ως εκ τούτου, η απαγόρευση διαφήμισης συνιστά ένα επιπλέον εμπόδιο το οποίο πρέπει να υπερβούν οι επιχειρηματίες άλλων κρατών μελών που επιθυμούν να εγκαταστήσουν φαρμακείο στην Πολωνία (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 17ης Ιουλίου 2008, Corporación Dermoestética, C‑500/06, EU:C:2008:421, σκέψη 33). |
|
77 |
Επομένως, το άρθρο 94a, παράγραφος 1, του νόμου περί φαρμάκων, όπως τροποποιήθηκε, συνεπάγεται και περιορισμό στην ελευθερία εγκατάστασης. |
2. Επί της δικαιολόγησης των περιορισμών
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
|
78 |
Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία, η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστήριξε ότι η απαγόρευση που απορρέει από το άρθρο 94a, παράγραφος 1, του νόμου περί φαρμάκων, όπως τροποποιήθηκε, προστατεύει τη δημόσια υγεία περιορίζοντας, αφενός, την υπερκατανάλωση φαρμάκων και συμπληρωμάτων διατροφής και διαφυλάσσοντας, αφετέρου, την επαγγελματική ανεξαρτησία των φαρμακοποιών. Το εν λόγω θεσμικό όργανο αναγνωρίζει ότι η προστασία της δημόσιας υγείας αποτελεί επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος ικανό να δικαιολογήσει περιορισμούς στην ελευθερία εγκατάστασης ή στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών. Εντούτοις, εν προκειμένω, η Δημοκρατία της Πολωνίας δεν απέδειξε ότι οι περιορισμοί που συνεπάγεται η απαγόρευση αυτή δικαιολογούνταν από έναν τέτοιο λόγο. |
|
79 |
Η Δημοκρατία της Πολωνίας εμμένει, ενώπιον του Δικαστηρίου, στη θέση που υποστήριξε κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία. |
1) Επί της υπερκατανάλωσης φαρμάκων
|
80 |
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ δύο ειδών διαφήμισης και συγκεκριμένα, αφενός, της διαφήμισης των φαρμακείων, των σημείων πώλησης φαρμάκων και των δραστηριοτήτων τους και, αφετέρου, της διαφήμισης των φαρμάκων. |
|
81 |
Όσον αφορά το πρώτο είδος διαφήμισης, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας δεν απέδειξε την ύπαρξη συνδέσμου μεταξύ της απαγόρευσης της διαφήμισης και του περιορισμού της υπερκατανάλωσης φαρμάκων. |
|
82 |
Όσον αφορά το δεύτερο είδος διαφήμισης, η Επιτροπή εκθέτει ότι η διαφήμιση των φαρμάκων δεν απαγορεύεται, υπό την προϋπόθεση ότι πληροί ειδικές προϋποθέσεις, όπως είναι η απαγόρευση της προώθησης φαρμάκων χορηγούμενων αποκλειστικά με ιατρική συνταγή ή η υποχρέωση αντικειμενικής και μη παραπλανητικής παρουσίασης του φαρμάκου και η παροχή πληροφοριών για την ορθολογική χρήση του, σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 3, της οδηγίας 2001/83. |
|
83 |
Επομένως, μέτρα τα οποία καθορίζουν τις προϋποθέσεις αυτές στο πλαίσιο της διαφήμισης φαρμάκων θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι συνδέονται με τον σκοπό της προστασίας της δημόσιας υγείας που συνίσταται στην καταπολέμηση της υπερκατανάλωσης φαρμάκων. |
|
84 |
Εντούτοις, αφενός, κατά την Επιτροπή, μολονότι είναι αληθές ότι, όπως υποστηρίζει η Δημοκρατία της Πολωνίας, οι διαφημιστικές δραστηριότητες αποσκοπούν, κατ’ αρχήν, στο να προσελκύσουν νέους πελάτες και να διασφαλίσουν ότι οι παλαιοί παραμένουν πιστοί, οι δραστηριότητες αυτές δεν οδηγούν κατ’ ανάγκην τους πελάτες να αγοράζουν περισσότερα φάρμακα. Αντιθέτως, η διαφήμιση ενός φαρμακείου μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση του μεριδίου αγοράς του εις βάρος άλλων φαρμακείων και άλλων καταστημάτων πώλησης φαρμάκων. |
|
85 |
Αφετέρου, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, στην Πολωνία, ορισμένα φάρμακα για τα οποία δεν απαιτείται ιατρική συνταγή διατίθενται εκτός φαρμακείων ή σημείων πώλησης φαρμάκων, σε καταστήματα, σούπερ μάρκετ, περίπτερα ή πρατήρια καυσίμων. Για την πώληση των φαρμάκων αυτών σε τέτοια καταστήματα δεν απαιτείται κοινοποίηση ούτε άδεια και, ακόμη και αν τέτοιου είδους πωλήσεις είναι μειοψηφικές σε σχέση με τις πωλήσεις που πραγματοποιούνται στα φαρμακεία, δεν είναι ωστόσο αμελητέες, όπως προκύπτει από μελέτη η οποία εκπονήθηκε το 2015 και μνημονεύεται από τη Δημοκρατία της Πολωνίας. Η πώληση φαρμάκων στα καταστήματα αυτά θα μπορούσε να ενέχει αυξημένο κίνδυνο για την υγεία λόγω ενδεχόμενης υπερκατανάλωσης ή μη προσήκουσας χρήσης. |
|
86 |
Συναφώς, ελάχιστη σημασία έχει το γεγονός ότι ορισμένα μόνον φάρμακα, τα οποία χορηγούνται χωρίς ιατρική συνταγή, διατίθενται εκτός φαρμακείων, δεδομένου ότι ο αριθμός των φαρμάκων αυτών είναι σχετικά μεγάλος και η υπερκατανάλωσή τους μπορεί να προκαλέσει σοβαρές δηλητηριάσεις. |
|
87 |
Η Επιτροπή συνάγει εξ αυτού ότι η απαγόρευση που απορρέει από το άρθρο 94a, παράγραφος 1, του νόμου περί φαρμάκων, όπως τροποποιήθηκε, δεν είναι κατάλληλη για την επίτευξη του δεδηλωμένου σκοπού του περιορισμού της υπερκατανάλωσης φαρμάκων. Αντιθέτως, η εν λόγω απαγόρευση θα μπορούσε να αντιβαίνει στον προαναφερθέντα σκοπό, λόγω του ότι ορισμένα φάρμακα διατίθενται ελεύθερα προς πώληση σε καταστήματα στα οποία οι πελάτες δεν λαμβάνουν επαγγελματικές συμβουλές σχετικά με τη χρήση τους. |
|
88 |
Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή εκτιμά ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η απαγόρευση που απορρέει από την ως άνω διάταξη είναι κατάλληλη για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού, λιγότερο περιοριστικά μέτρα θα καθιστούσαν δυνατή την επίτευξη του ίδιου αποτελέσματος. |
|
89 |
Η Δημοκρατία της Πολωνίας αντιτάσσει ότι σκοπός των διαφημιστικών ανακοινώσεων των φαρμακείων είναι να παρακινήσουν τους εν δυνάμει πελάτες τους να χρησιμοποιήσουν τις προσφερόμενες από αυτά υπηρεσίες και να αυξήσουν τις πωλήσεις των προϊόντων τους, κυρίως δε των φαρμάκων που χορηγούνται χωρίς ιατρική συνταγή και των συμπληρωμάτων διατροφής. Οι πελάτες των φαρμακείων ανήκουν σε μια κατηγορία καταναλωτών οι οποίοι είναι ιδιαιτέρως ευάλωτοι στη διαφήμιση και πρέπει να προστατεύονται από τεχνικές που έχουν ως σκοπό να τους παρακινήσουν να αυξήσουν τις αγορές τους. Επομένως, η χρήση των υπηρεσιών των φαρμακείων δεν πρέπει να είναι αποτέλεσμα διαφήμισης, αλλά πρέπει να συνδέεται με τις ανάγκες υγείας του ασθενούς. Δεδομένης της ανάγκης προστασίας της υγείας, ο ανταγωνισμός μεταξύ των φαρμακείων δεν θα πρέπει να βασίζεται στη διαφήμιση, αλλά στη βέλτιστη ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών και στη φήμη που αποκτάται κατ’ αυτόν τον τρόπο. |
|
90 |
Η Δημοκρατία της Πολωνίας προσθέτει ότι η απαγόρευση της διαφήμισης των δραστηριοτήτων των φαρμακείων και των σημείων πώλησης φαρμάκων πρέπει να εξετάζεται από κοινού με τη διαφήμιση φαρμάκων. Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 3, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 2001/83, η διαφήμιση ενός φαρμάκου πρέπει να προάγει την ορθολογική χρήση του φαρμάκου, παρουσιάζοντάς το κατά τρόπο αντικειμενικό και χωρίς υπερβολές ως προς τις ιδιότητές του. Η εν λόγω διαφήμιση δεν μπορεί να διαχωριστεί από τη διαφήμιση των φαρμακείων και των σημείων πώλησης φαρμάκων. Επομένως, δύσκολα νοείται διαφήμιση φαρμακείου την οποία ο ασθενής δεν συσχετίζει με φάρμακα ή ορισμένες υπηρεσίες συνδεόμενες άμεσα ή έμμεσα με αυτά. |
|
91 |
Συναφώς, η Δημοκρατία της Πολωνίας διευκρινίζει ότι, πριν από τη θέσπιση του άρθρου 94a, παράγραφος 1, του νόμου περί φαρμάκων, όπως τροποποιήθηκε, εφαρμογή στις φαρμακευτικές δραστηριότητες είχαν οι εθνικοί γενικοί κανόνες περί διαφήμισης. Τα αποτελέσματα δεν ήταν ικανοποιητικά, δεδομένου ότι τα πρόσωπα που εκμεταλλεύονταν τα φαρμακεία είχαν αναλάβει δραστηριότητες εμπορικής προώθησης αποκλειστικά προσανατολισμένης σε οικονομικούς σκοπούς. Η πρακτική αυτή οδήγησε σε υπερκατανάλωση, ιδίως των ελεύθερα πωλούμενων φαρμάκων και των συμπληρωμάτων διατροφής. |
|
92 |
Η Δημοκρατία της Πολωνίας επισημαίνει ότι είναι αδύνατον να αποδειχθεί η αποτελεσματικότητα της απαγόρευσης που απορρέει από την ως άνω διάταξη, τουλάχιστον με αριθμητικά στοιχεία. Ωστόσο, η υπερκατανάλωση φαρμάκων και συμπληρωμάτων διατροφής εξακολουθεί να είναι συνήθης στην Πολωνία, όπως αποδεικνύεται από στατιστικά στοιχεία συγκρινόμενα με τα στοιχεία άλλων κρατών μελών. |
|
93 |
Εξάλλου, η Δημοκρατία της Πολωνίας επισημαίνει ότι, μολονότι άλλα καταστήματα πλην των φαρμακείων και των σημείων πωλήσεως φαρμάκων, όπως τα βοτανοπωλεία, τα εξειδικευμένα καταστήματα πώλησης ιατρικού εξοπλισμού και τα καταστήματα λιανικής πώλησης, επιτρέπεται να πωλούν ορισμένα φάρμακα, ο τρόπος αυτός εμπορίας αφορά μόνον ορισμένα φάρμακα, για τα οποία δεν απαιτείται ιατρική συνταγή. |
2) Επί της επαγγελματικής ανεξαρτησίας των φαρμακοποιών
|
94 |
Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι ορισμένα εθνικά μέτρα με τα οποία ανατίθεται στα ιατρικά επαγγέλματα ο έλεγχος αποφάσεων οι οποίες αφορούν την προστασία της δημόσιας υγείας μπορούν να δικαιολογηθούν. |
|
95 |
Ωστόσο, η απόλυτη απαγόρευση διαφήμισης των φαρμακείων, των σημείων πώλησης φαρμάκων και των δραστηριοτήτων τους δεν είναι ούτε κατάλληλη ούτε αναγκαία για τη διασφάλιση της επαγγελματικής ανεξαρτησίας των φαρμακοποιών. |
|
96 |
Η Επιτροπή θεωρεί ότι ο σκοπός του άρθρου 94a, παράγραφος 1, του νόμου περί φαρμάκων, όπως τροποποιήθηκε, τον οποίο μνημονεύει η Δημοκρατία της Πολωνίας στην απάντησή της στην αιτιολογημένη γνώμη και ο οποίος συνίσταται στη διασφάλιση της επαγγελματικής ανεξαρτησίας των φαρμακοποιών έναντι των συνεπειών των διαφημιστικών αποφάσεων που λαμβάνουν ιδιοκτήτες οι οποίοι δεν είναι φαρμακοποιοί, δεν μπορεί να εφαρμοστεί στα φαρμακεία τα οποία εκμεταλλεύονται φαρμακοποιοί. |
|
97 |
Επιπλέον, η Επιτροπή θεωρεί ότι, ακόμη και στην περίπτωση φαρμακείων τα οποία δεν ανήκουν σε φαρμακοποιούς ούτε ελέγχονται από φαρμακοποιούς, η απόλυτη απαγόρευση της διαφήμισης δεν μπορεί πάντοτε να διασφαλίσει την αυτονομία λήψης αποφάσεων των φαρμακοποιών σε περιπτώσεις που επηρεάζουν την υγεία των ασθενών. Το ζήτημα αν τα φαρμακεία αυτά μπορούν να διαφημιστούν είναι εντελώς διαφορετικό από εκείνο της ενδεχόμενης έκθεσης των φαρμακοποιών στην πίεση την οποία οι ιδιοκτήτες φαρμακείων που δεν είναι φαρμακοποιοί μπορούν να ασκήσουν σε αυτούς προκειμένου να λάβουν, προς το οικονομικό συμφέρον του φαρμακείου, αποφάσεις βλαπτικές για την υγεία των ασθενών. |
|
98 |
Εν πάση περιπτώσει, κατά την Επιτροπή, το άρθρο 94a, παράγραφος 1, του νόμου περί φαρμάκων, όπως τροποποιήθηκε, βαίνει πέραν του μέτρου που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού της επαγγελματικής ανεξαρτησίας των φαρμακοποιών. Πράγματι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι ένας περιορισμός στη διαφήμιση είναι πρόσφορος για την επίτευξη του σκοπού αυτού, ένα λιγότερο περιοριστικό μέτρο θα μπορούσε να συνίσταται στο να επιτρέπεται η διαφήμιση των φαρμακείων υπό ορισμένες προϋποθέσεις. |
|
99 |
Η Δημοκρατία της Πολωνίας εμμένει στην άποψη ότι η απαγόρευση που απορρέει από τη διάταξη αυτή προστατεύει τους φαρμακοποιούς από ενδεχόμενες πιέσεις εκ μέρους των ιδιοκτητών φαρμακείων ή σημείων πώλησης φαρμάκων με σκοπό την αύξηση των πωλήσεων ορισμένων προϊόντων. |
β) Εκτίμηση του Δικαστηρίου
|
100 |
Κατά πάγια νομολογία, κανένας περιορισμός της ελευθερίας εγκατάστασης ή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών δεν επιτρέπεται, εκτός αν, πρώτον, δικαιολογείται από υπέρτερο λόγο γενικού συμφέροντος και, δεύτερον, συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας, όπερ προϋποθέτει ότι είναι κατάλληλος να διασφαλίσει, κατά τρόπο συνεπή και συστηματικό, την υλοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού και ότι δεν βαίνει πέραν του μέτρου που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού αυτού [πρβλ., όσον αφορά την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, απόφαση της 18ης Ιουνίου 2019, Αυστρία κατά Γερμανίας, C‑591/17, EU:C:2019:504, σκέψη 139 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και, όσον αφορά την ελευθερία εγκατάστασης, απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2020, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας (Τριτοβάθμια εκπαίδευση), C‑66/18, EU:C:2020:792, σκέψη 178 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία]. |
|
101 |
Εξάλλου, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος είναι εκείνο που οφείλει να αποδείξει ότι οι σωρευτικές αυτές προϋποθέσεις πληρούνται [απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2020, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας (Τριτοβάθμια εκπαίδευση), C‑66/18, EU:C:2020:792, σκέψη 179 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία]. |
|
102 |
Εν προκειμένω, η προστασία της δημόσιας υγείας, την οποία επικαλείται η Δημοκρατία της Πολωνίας ως δικαιολογητικό λόγο των περιορισμών στην ελευθερία εγκατάστασης ή στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, οι οποίοι απορρέουν από το άρθρο 94a, παράγραφος 1, του νόμου περί φαρμάκων, όπως τροποποιήθηκε, είναι ένας από τους σκοπούς που μπορούν να θεωρηθούν ως επιτακτικοί λόγοι γενικού συμφέροντος ικανοί να δικαιολογήσουν περιορισμό των ελευθεριών κυκλοφορίας που κατοχυρώνει η Συνθήκη ΛΕΕ (πρβλ. αποφάσεις της 19ης Μαΐου 2009, Επιτροπή κατά Ιταλίας, C‑531/06, EU:C:2009:315, σκέψη 51, και της 4ης Μαΐου 2017, Vanderborght, C‑339/15, EU:C:2017:335, σκέψη 67 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
103 |
Εντούτοις, πρέπει να εξακριβωθεί αν η Δημοκρατία της Πολωνίας, με τα επιχειρήματα που αφορούν, αφενός, την υπερκατανάλωση φαρμάκων και, αφετέρου, την επαγγελματική ανεξαρτησία των φαρμακοποιών, κατέδειξε ότι η απαγόρευση που απορρέει από την ως άνω διάταξη συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας, το περιεχόμενο της οποίας υπομνήσθηκε στη σκέψη 100 της παρούσας απόφασης. |
1) Επί της υπερκατανάλωσης φαρμάκων
|
104 |
Προκαταρκτικώς, επισημαίνεται ότι τα φαρμακεία μπορούν να προσφέρουν υπηρεσίες, όπως είναι π.χ. οι εκστρατείες προσυμπτωματικού ελέγχου, οι οποίες δεν συνδέονται με την πώληση φαρμάκων και οι οποίες, ωστόσο, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της απαγορεύσεως που απορρέει από το άρθρο 94a, παράγραφος 1, του νόμου περί φαρμάκων, όπως τροποποιήθηκε, όπως προκύπτει από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η Επιτροπή και τα οποία μνημονεύονται στις σκέψεις 54 και 74 της παρούσας απόφασης. Ειδικότερα, η Επιτροπή αναφέρθηκε σε απόφαση πολωνικού δικαστηρίου με την οποία κρίθηκε παράνομη η διαφήμιση διοργάνωσης εκστρατειών προσυμπτωματικού ελέγχου. |
|
105 |
Στο πλαίσιο του μέτρου αυτού, μια τέτοια απαγόρευση δεν έχει καμία σχέση με τον σκοπό της προστασίας της δημόσιας υγείας που συνίσταται στην καταπολέμηση της υπερκατανάλωσης φαρμάκων, και δεν μπορεί, ως εκ τούτου, να θεωρηθεί δικαιολογημένη. |
|
106 |
Κατά το μέρος που η απαγόρευση που απορρέει από το άρθρο 94, παράγραφος 1, του νόμου περί φαρμάκων, όπως τροποποιήθηκε, αφορά τη συνδεόμενη με την πώληση φαρμάκων διαφήμιση φαρμακείων, σημείων πώλησης φαρμάκων και των υπηρεσιών τους, επισημαίνεται ότι, πρώτον, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Δημοκρατία της Πολωνίας, η διαφήμιση αυτή μπορεί να ωφελήσει τα πρόσωπα που ενδέχεται να αγοράσουν φάρμακα, καθόσον τους παρέχει τη δυνατότητα να ενημερώνονται για τις χαμηλότερες τιμές ή για τις πρόσθετες υπηρεσίες που προσφέρει ένα συγκεκριμένο φαρμακείο. Επομένως, κατόπιν της διαφήμισης, τα πρόσωπα αυτά μπορούν να αποφασίσουν να αγοράζουν στο εξής τα συνήθη φάρμακά τους από φαρμακείο διαφορετικό από εκείνο του οποίου ήταν πελάτες στο παρελθόν, χωρίς τούτο να συνεπάγεται αύξηση της ποσότητας των φαρμάκων που αγοράζουν. |
|
107 |
Αντιθέτως, η απαγόρευση διαφήμισης ενέχει τον κίνδυνο να ευνοούνται τα φαρμακεία που δραστηριοποιούνται στην αγορά εδώ και πολλά χρόνια, εις βάρος εκείνων που επιθυμούν να εισέλθουν σε αυτή και να προσφέρουν περισσότερες ή καλύτερες υπηρεσίες. |
|
108 |
Δεύτερον, υπενθυμίζεται ότι, όπως εξάλλου υπογραμμίζει η Δημοκρατία της Πολωνίας, το άρθρο 87, παράγραφος 3, της οδηγίας 2001/83 προβλέπει ότι η διαφήμιση ενός φαρμάκου πρέπει να προάγει την ορθολογική χρήση του, παρουσιάζοντάς το κατά τρόπο αντικειμενικό, χωρίς υπερβολές ως προς τις ιδιότητές του, και δεν μπορεί να είναι παραπλανητική. Ο νομοθέτης της Ένωσης θέλησε με τη διάταξη αυτή να καταστήσει δυνατή την προώθηση φαρμάκων χωρίς ωστόσο να ενθαρρύνει την υπερβολική κατανάλωσή τους. |
|
109 |
Τρίτον, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή, στηριζόμενη σε μελέτη του 2015 την οποία μνημονεύει η Δημοκρατία της Πολωνίας στην απάντησή της στην αιτιολογημένη γνώμη, αφενός, στο εν λόγω κράτος μέλος είναι δυνατή η αγορά ορισμένων τουλάχιστον φαρμάκων για τα οποία δεν απαιτείται ιατρική συνταγή εκτός φαρμακείων, ιδίως σε καταστήματα, σούπερ μάρκετ, περίπτερα ή πρατήρια καυσίμων. Αφετέρου, γίνεται χρήση της δυνατότητας αυτής σε έναν βαθμό ο οποίος, μολονότι παραμένει μικρότερος σε σχέση με τις αγορές που πραγματοποιούνται από φαρμακεία, δεν είναι αμελητέος. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την ανωτέρω αναφερόμενη μελέτη, το ένα τρίτο των ερωτηθέντων δήλωσε ότι αγοράζει από σούπερ μάρκετ φάρμακα για τα οποία δεν απαιτείται ιατρική συνταγή. |
|
110 |
Τέταρτον, η Δημοκρατία της Πολωνίας αναγνωρίζει ότι, παρά την απαγόρευση που απορρέει από το άρθρο 94a, παράγραφος 1, του νόμου περί φαρμάκων, όπως τροποποιήθηκε, η υπερκατανάλωση φαρμάκων παραμένει σε σημαντικά επίπεδα στο εν λόγω κράτος μέλος. |
|
111 |
Βεβαίως, η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστηρίζει ότι η υπερκατανάλωση θα ήταν ακόμη μεγαλύτερη αν δεν υπήρχε η απαγόρευση, αλλά είναι αδύνατον να αποδειχθεί κάτι τέτοιο. Εντούτοις, το εν λόγω κράτος μέλος δεν εξέθεσε τους λόγους για τους οποίους του ήταν αδύνατον να συλλέξει δεδομένα σχετικά με την κατανάλωση φαρμάκων πριν από την έναρξη ισχύος της ως άνω διάταξης και να τα συγκρίνει με εκείνα που αφορούν το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα. |
|
112 |
Επομένως, η Δημοκρατία της Πολωνίας δεν απέδειξε, υπό το πρίσμα των προϋποθέσεων που απαιτεί η υπομνησθείσα στη σκέψη 100 της παρούσας απόφασης νομολογία, ότι οι απορρέοντες από την εν λόγω διάταξη περιορισμοί στην ελευθερία εγκατάστασης και στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών είναι ικανοί να διασφαλίσουν την επίτευξη του σκοπού της προστασίας της δημόσιας υγείας που συνίσταται στην καταπολέμηση της υπερκατανάλωσης φαρμάκων. |
|
113 |
Εν πάση περιπτώσει, διαπιστώνεται ότι ο ανωτέρω αναφερόμενος σκοπός μπορεί να επιδιωχθεί με μέτρα τα οποία είναι λιγότερο περιοριστικά σε σχέση με την απαγόρευση που απορρέει από το άρθρο 94a, παράγραφος 1, του νόμου περί φαρμάκων, όπως τροποποιήθηκε, όπως μέτρα τα οποία ρυθμίζουν το περιεχόμενο της διαφήμισης ορισμένων υπηρεσιών που προσφέρουν τα φαρμακεία. |
|
114 |
Επομένως, η απαγόρευση που απορρέει από την ως άνω διάταξη βαίνει πέραν του μέτρου που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού της προστασίας της δημόσιας υγείας, ο οποίος συνίσταται στην καταπολέμηση της υπερκατανάλωσης φαρμάκων. |
2) Επί της επαγγελματικής ανεξαρτησίας των φαρμακοποιών
|
115 |
Από τη νομολογία προκύπτει ότι, λαμβανομένης υπόψη της ελευθερίας που αναγνωρίζεται στα κράτη μέλη να αποφασίζουν για τον βαθμό προστασίας της δημόσιας υγείας τον οποίο επιθυμούν να εξασφαλίζουν, τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν μέτρα για την εξάλειψη ή τον περιορισμό του κινδύνου προσβολής της επαγγελματικής ανεξαρτησίας των φαρμακοποιών (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2010, Επιτροπή κατά Γαλλίας, C‑89/09, EU:C:2010:772, σκέψη 66 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
116 |
Επομένως, λαμβανομένης υπόψη της σημασίας την οποία έχει η σχέση εμπιστοσύνης η οποία πρέπει να υπάρχει μεταξύ του φαρμακοποιού και του πελάτη του, ο οποίος είναι, κατ’ αρχήν, ασθενής, η προστασία της ανεξαρτησίας του επαγγέλματος του φαρμακοποιού μπορεί να συνιστά επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος σχετικό με τη δημόσια υγεία (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 4ης Μαΐου 2017, Vanderborght, C‑339/15, EU:C:2017:335, σκέψη 68). |
|
117 |
Η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστηρίζει ότι η απαγόρευση που απορρέει από το άρθρο 94a, παράγραφος 1, του νόμου περί φαρμάκων, όπως τροποποιήθηκε, προστατεύει τους φαρμακοποιούς από ενδεχόμενες πιέσεις τις οποίες ασκούν οι ιδιοκτήτες φαρμακείων ή σημείων πώλησης φαρμάκων με σκοπό την αύξηση των πωλήσεων ορισμένων προϊόντων. |
|
118 |
Αφενός, το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να εφαρμοστεί στα φαρμακεία τα οποία εκμεταλλεύονται φαρμακοποιοί οι οποίοι είναι και ιδιοκτήτες τους. |
|
119 |
Αφετέρου, όσον αφορά τα λοιπά φαρμακεία, δεν αποκλείεται οι ιδιοκτήτες που δεν είναι φαρμακοποιοί να ασκούν πίεση στους φαρμακοποιούς τους οποίους απασχολούν προκειμένου αυτοί να λαμβάνουν, προς το οικονομικό συμφέρον του φαρμακείου, αποφάσεις επιζήμιες για την υγεία των ασθενών. Εντούτοις, ορθώς η Επιτροπή υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι το πρόβλημα αυτό δεν συνδέεται άμεσα με το ζήτημα αν τα φαρμακεία μπορούν να διαφημίζονται. |
|
120 |
Πράγματι, η απαγόρευση κάθε μορφής διαφήμισης των φαρμακείων, των σημείων πώλησης φαρμάκων και των δραστηριοτήτων τους δεν είναι ικανή να προστατεύσει τους φαρμακοποιούς από τις πιέσεις που θα μπορούσαν να ασκήσουν οι ιδιοκτήτες φαρμακείων προκειμένου να επηρεάσουν τον τρόπο με τον οποίο οι φαρμακοποιοί συμβουλεύουν τους πελάτες τους. Μια τέτοια πίεση θα μπορούσε να εξακολουθήσει να υφίσταται ανεξαρτήτως της ύπαρξης διαφήμισης για τα εν λόγω φαρμακεία. |
|
121 |
Εν πάση περιπτώσει, επισημαίνεται ότι η απαγόρευση που απορρέει από το άρθρο 94a, παράγραφος 1, του νόμου περί φαρμάκων, όπως τροποποιήθηκε, βαίνει πέραν του μέτρου που είναι αναγκαίο για την προστασία της επαγγελματικής ανεξαρτησίας των φαρμακοποιών. Πράγματι, ένα λιγότερο περιοριστικό μέτρο θα μπορούσε να συνίσταται στο να επιτρέπεται η διαφήμιση αυτή τηρουμένων των προϋποθέσεων που καθιστούν δυνατή τη διαφύλαξη της επαγγελματικής δεοντολογίας των φαρμακοποιών, με οριοθέτηση, κατά τρόπο ενδεχομένως στενό, των μορφών και της επιμέρους λεπτομερούς διαμόρφωσης που μπορεί να προσλάβει η εν λόγω διαφήμιση (πρβλ. απόφαση της 4ης Μαΐου 2017, Vanderborght, C‑339/15, EU:C:2017:335, σκέψεις 74 και 75). |
|
122 |
Συναφώς, αφενός, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 108 της παρούσας απόφασης, η διαφήμιση ενός φαρμάκου πρέπει να προάγει την ορθολογική χρήση του, παρουσιάζοντάς το κατά τρόπο αντικειμενικό, χωρίς υπερβολές ως προς τις ιδιότητές του, και δεν μπορεί να είναι παραπλανητική. Αφετέρου, καθόσον η διαφήμιση αφορά υπηρεσίες, ιδίως τον προσυμπτωματικό έλεγχο, η Δημοκρατία της Πολωνίας δεν εξέθεσε τους λόγους για τους οποίους οι υπηρεσίες αυτές θέτουν σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία. |
|
123 |
Υπό τις συνθήκες αυτές, η δεύτερη και η τρίτη αιτίαση πρέπει επίσης να γίνουν δεκτές. |
|
124 |
Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, διαπιστώνεται ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας, θεσπίζοντας το άρθρο 94a, παράγραφος 1, του νόμου περί φαρμάκων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/31 και από τα άρθρα 49 και 56 ΣΛΕΕ. |
Επί των δικαστικών εξόδων
|
125 |
Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της Επιτροπής. |
|
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (ένατο τμήμα) αποφασίζει: |
|
|
|
(υπογραφές) |
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η πολωνική.