ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 20ής Μαρτίου 2025 ( *1 )
«Προδικαστική παραπομπή – Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης – Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις – Ενισχυμένη συνεργασία στον τομέα του δικαίου που είναι εφαρμοστέο στο διαζύγιο και τον δικαστικό χωρισμό – Κανονισμός (ΕΕ) 1259/2010 – Άρθρο 8, στοιχεία αʹ και βʹ – Έννοια της “συνήθους διαμονής” των συζύγων – Ιδιότητα διπλωματικού υπαλλήλου ενός εκ των συζύγων – Σύμβαση της Βιέννης περί των διπλωματικών σχέσεων»
Στην υπόθεση C‑61/24 [Lindenbaumer] ( i ),
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Bundesgerichtshof (Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο, Γερμανία) με απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2023, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 29 Ιανουαρίου 2024, στο πλαίσιο της δίκης
DL
κατά
PQ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Κ. Λυκούργο, πρόεδρο τμήματος, S. Rodin, N. Piçarra, O. Spineanu-Matei (εισηγήτρια) και N. Fenger, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Campos Sánchez-Bordona
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
|
– |
ο PQ, εκπροσωπούμενος από τον V. O. G. Vorwerk, Rechtsanwalt, |
|
– |
η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον J. Möller, τον M. Hellmann και την J. Simon, |
|
– |
η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Γ. Καριψιάδη και την Τ. Παπαδοπούλου, |
|
– |
η Φινλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την H. Leppo, |
|
– |
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους C. Vollrath και W. Wils, |
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
|
1 |
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 8, στοιχεία αʹ και βʹ, του κανονισμού (ΕΕ) 1259/2010 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2010, για τη θέσπιση ενισχυμένης συνεργασίας στον τομέα του δικαίου που είναι εφαρμοστέο στο διαζύγιο και τον δικαστικό χωρισμό (ΕΕ 2010, L 343, σ. 10). |
|
2 |
Η υπό κρίση αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της DL και του PQ σχετικά με τον καθορισμό του εφαρμοστέου δικαίου στο διαζύγιό τους. |
Το νομικό πλαίσιο
Το διεθνές δίκαιο
|
3 |
Το άρθρο 31, παράγραφος 1, της Συμβάσεως της Βιέννης περί των διπλωματικών σχέσεων, η οποία συνήφθη στη Βιέννη στις 18 Απριλίου 1961 και τέθηκε σε ισχύ στις 24 Απριλίου 1964 (Recueil des traités des Nations unies, τόμος 500, σ. 95, στο εξής: Σύμβαση της Βιέννης) ορίζει τα εξής: «Ο διπλωματικός πράκτωρ απολαύει της ποινικής ετεροδικίας εις το παρ’ ω η διαπίστευσις Κράτος. Απολαύει ωσαύτως της αστικής και διοικητικής ετεροδικίας, πλήν εάν πρόκειται:
|
|
4 |
Το άρθρο 37, παράγραφος 1, της Σύμβασης ορίζει τα εξής: «Τα μέλη της οικογενείας του διπλωματικού πράκτορος τα συγκατοικούντα με αυτόν απολαύουσι των προνομίων και ασυλιών των μνημονευομένων εις τα άρθρα 29 έως 36, εφ’ όσον δεν είναι υπήκοοι του παρ’ ω η διαπίστευσις Κράτους.» |
Το δίκαιο της Ένωσης
Ο κανονισμός 1259/2010
|
5 |
Οι αιτιολογικές σκέψεις 9, 10, 14, 21 και 29 του κανονισμού 1259/2010 έχουν ως εξής:
[…]
[…]
[…]
|
|
6 |
Το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 1259/2010, τα οποίο φέρει τον τίτλο «Επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου από τα μέρη», προβλέπει τα εξής: «Οι σύζυγοι μπορούν να επιλέξουν με κοινή συμφωνία το δίκαιο που θα είναι εφαρμοστέο σε περίπτωση διαζυγίου ή δικαστικού χωρισμού, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό ένα από τα ακόλουθα δίκαια:
|
|
7 |
Το άρθρο 8 του κανονισμού 1259/2010, το οποίο φέρει τον τίτλο «Εφαρμοστέο δίκαιο ελλείψει επιλογής των μερών», προβλέπει τα εξής: «Ελλείψει επιλογής σύμφωνα με το άρθρο 5, το διαζύγιο και ο δικαστικός χωρισμός υπόκεινται στο δίκαιο του κράτους:
|
Ο κανονισμός 2201/2003
|
8 |
Ο κανονισμός 2201/2003 καταργήθηκε την 1η Αυγούστου 2022 με τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/1111 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2019, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας, και για τη διεθνή απαγωγή παιδιών (ΕΕ 2019, L 178, σ. 1), ο οποίος, όπως προβλέπει στο άρθρο 100, παράγραφος 1, εφαρμόζεται μόνο στις αγωγές που ασκούνται, στα δημόσια έγγραφα που συντάσσονται ή καταχωρίζονται επίσημα και στις συμφωνίες που καταχωρίζονται κατά ή μετά την 1η Αυγούστου 2022. |
|
9 |
Το άρθρο 3 του κανονισμού 2201/2003, το οποίο φέρει τον τίτλο «Γενική δικαιοδοσία», προβλέπει στην παράγραφο 1 τα εξής: «Δικαιοδοσία για θέματα διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού και ακύρωσης γάμου έχουν τα δικαστήρια του κράτους μέλους:
|
Το γερμανικό δίκαιο
Ο εισαγωγικός νόμος του αστικού κώδικα
|
10 |
Το άρθρο 17, παράγραφος 4, του Einführungsgesetz zum Bürgerlichen Gesetzbuch (εισαγωγικού νόμου του αστικού κώδικα, της 21ης Σεπτεμβρίου 1994 (BGBl. 1994 I, σ. 2494, και διορθωτικό BGBl. 1997 I, σ. 1061), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, ορίζει τα εξής: «Η αντισταθμιστική κατανομή συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων υπόκειται στο δίκαιο που είναι εφαρμοστέο στο διαζύγιο δυνάμει του κανονισμού […] 1259/2010· πραγματοποιείται μόνον όταν εφαρμογή έχει το γερμανικό δίκαιο και εφόσον αναγνωρίζεται ως θεσμός από το δίκαιο ενός εκ των κρατών των οποίων την ιθαγένεια έχουν οι σύζυγοι κατά την ημερομηνία καταθέσεως της αγωγής διαζυγίου. Κατά τα λοιπά, η αντισταθμιστική κατανομή συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων πραγματοποιείται κατόπιν αιτήσεως ενός εκ των συζύγων σύμφωνα με το γερμανικό δίκαιο όταν ο ένας εξ αυτών έχει αποκτήσει σχετικό δικαίωμα σε ημεδαπό φορέα κοινωνικής ασφάλισης κατά τη διάρκεια του γάμου και εφόσον η πραγματοποίησή της δεν αντίκειται, λαμβανομένης ιδίως υπόψη της οικονομικής κατάστασης αμφοτέρων καθ’ όλη τη διάρκεια του γάμου, στην αρχή της επιείκειας.» |
Ο νόμος σχετικά με τη διαδικασία που εφαρμόζεται σε υποθέσεις οικογενειακού δικαίου και εκούσιας δικαιοδοσίας
|
11 |
Ο Gesetz über das Verfahren in Familiensachen und in den Angelegenheiten der freiwilligen Gerichtsbarkeit (νόμος σχετικά με τη διαδικασία που εφαρμόζεται σε υποθέσεις οικογενειακού δικαίου και εκούσιας δικαιοδοσίας), της 17ης Δεκεμβρίου 2008 (BGBl. 2008 I, σ. 2586), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των περιστατικών της κύριας δίκης, προβλέπει στο άρθρο 137 τα εξής: «(1) Το διαζύγιο και τα παρεμπίπτοντα ζητήματα συνεκδικάζονται και εκδίδεται ενιαία απόφαση […] (2) Παρεμπίπτοντα ζητήματα αποτελούν:
[…]». |
|
12 |
Το άρθρο 142, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του νόμου σχετικά με τη διαδικασία που εφαρμόζεται σε υποθέσεις οικογενειακού δικαίου και εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, ορίζει τα εξής: «Στις υποθέσεις διαζυγίου πρέπει να εκδίδεται ενιαία απόφαση για όλα τα παρεμπίπτοντα ζητήματα οικογενειακού δικαίου.» |
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
|
13 |
Η DL και ο PQ, Γερμανοί υπήκοοι, συνήψαν γάμο το 1989. Από τον γάμο τους απέκτησαν δύο τέκνα, τα οποία είναι πλέον ενήλικα. Το 2006 οι σύζυγοι μίσθωσαν κατοικία στο Βερολίνο (Γερμανία), στην οποία έζησαν μαζί για περισσότερα από δέκα έτη (στο εξής: οικογενειακή κατοικία). |
|
14 |
Τον Ιούνιο του 2017 το ζεύγος εγκαταστάθηκε στη Σουηδία λόγω της μετάθεσης του PQ στη γερμανική πρεσβεία στη Στοκχόλμη (Σουηδία). Στο πλαίσιο αυτό, οι δύο σύζυγοι υπέβαλαν δήλωση ότι εγκαταλείπουν την κατοικία τους στη Γερμανία, όπως υποχρεούνται να πράξουν βάσει της γερμανικής νομοθεσίας οι υπάλληλοι που μετατίθενται στην αλλοδαπή. |
|
15 |
Τον Σεπτέμβριο του 2019 το ζεύγος εγκαταστάθηκε στη Μόσχα (Ρωσία), σε κατοικία του κτιριακού συγκροτήματος της πρεσβείας της Γερμανίας, στην οποία ο PQ, που σε αντίθεση με την DL κατέχει τη ρωσική γλώσσα, ασκεί καθήκοντα Συμβούλου Πρεσβείας. Η DL, ως μέλος της οικογενείας υπαλλήλου της πρεσβείας, είχε επίσης δηλωθεί ως ένοικος της κατοικίας και διέθετε διπλωματικό διαβατήριο. Το όχημα της DL έφερε ρωσικές πινακίδες κυκλοφορίας. |
|
16 |
Με την προοπτική της επιστροφής τους στη Γερμανία, οι σύζυγοι διατήρησαν την οικογενειακή κατοικία τους, στην οποία διαμένει από τον Σεπτέμβριο του 2019 ένα από τα τέκνα τους. Ορισμένα δωμάτια της κατοικίας αυτής είχαν υπεκμισθωθεί με συμβάσεις οι οποίες έληξαν τον Μάιο και τον Ιούνιο του 2020. |
|
17 |
Τον Ιανουάριο του 2020 η DL επέστρεψε στο Βερολίνο προκειμένου να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση και διέμεινε στην οικογενειακή κατοικία έως τον Φεβρουάριο του 2021. Τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο του 2020 ο PQ μετέβη επίσης στο Βερολίνο και διέμεινε στην εν λόγω κατοικία, όπου το ζεύγος συνάντησε κατά το διάστημα αυτό φίλους. Ο PQ πέρασε τις γιορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς με ένα από τα τέκνα του στην Κόμπλεντς (Γερμανία). |
|
18 |
Στις 26 Φεβρουαρίου 2021 η DL επέστρεψε στη Μόσχα, στο διαμέρισμα του κτιριακού συγκροτήματος της γερμανικής πρεσβείας. Από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι, όπως ισχυρίζεται ο PQ, αφενός, οι δύο σύζυγοι ενημέρωσαν στις 17 Μαρτίου 2021 τα τέκνα τους ότι προτίθεντο να χωρίσουν καθώς και, αφετέρου, η DL, κατά τη διάρκεια της διαμονής της στη Μόσχα, αποθήκευσε σε ένα δωμάτιο της οικίας τα αντικείμενα που ήθελε να πάρει μαζί της στο Βερολίνο. |
|
19 |
Στις 23 Μαΐου 2021 η DL επέστρεψε στο Βερολίνο και ζει έκτοτε στην οικογενειακή κατοικία, ενώ ο PQ εξακολουθεί να ζει στην κατοικία του κτιριακού συγκροτήματος της γερμανικής πρεσβείας στη Μόσχα. |
|
20 |
Στις 8 Ιουλίου 2021 ο PQ κατέθεσε αίτηση διαζυγίου ενώπιον του Amtsgericht (ειρηνοδικείο, Γερμανία), ισχυριζόμενος ότι από τον Ιανουάριο του 2020 ζει χωριστά από την DL και ότι ο χωρισμός τους έγινε οριστικός τον Μάρτιο του 2021, ήτοι κατά τον μήνα που η DL είχε διαμείνει για μικρό χρονικό διάστημα στη Μόσχα. |
|
21 |
Η DL αντέκρουσε την αίτηση με την αιτιολογία ότι ο χωρισμός του ζεύγους είχε επέλθει το νωρίτερο τον Μάιο του 2021, κατά την επιστροφή της στο Βερολίνο. Ισχυρίζεται ότι μέχρι την ημερομηνία εκείνη συμμετείχε στη λειτουργία του νοικοκυριού στη Μόσχα. Η DL διευκρίνισε ότι η διαμονή της στο Βερολίνο από τις 15 Ιανουαρίου 2020 έως τις 26 Φεβρουαρίου 2021 οφειλόταν στην κατάσταση της υγείας της και στους περιορισμούς της κυκλοφορίας λόγω της πανδημίας COVID‑19 και, ως εκ τούτου, η επιστροφή της στη Μόσχα πριν από τις 26 Φεβρουαρίου 2021 ήταν αδύνατη. |
|
22 |
Με διάταξη της 26ης Ιανουαρίου 2022, το Amtsgericht (ειρηνοδικείο) απέρριψε την αίτηση διαζυγίου, με την αιτιολογία ότι δεν είχε συμπληρωθεί ένα έτος διάστασης, κατά τα απαιτούμενα από το γερμανικό δίκαιο, και δεν συνέτρεχαν αρκούντως σοβαροί λόγοι για την άμεση απαγγελία του διαζυγίου. |
|
23 |
Ο PQ προσέφυγε κατά της αποφάσεως του ειρηνοδικείου ενώπιον του Kammergericht (ανώτερου περιφερειακού δικαστηρίου, Γερμανία). Το ανώτερο περιφερειακό δικαστήριο εξέδωσε απόφαση διαζυγίου σύμφωνα με το ρωσικό δίκαιο, το οποίο ήταν εφαρμοστέο, κατά την κρίση του, βάσει του άρθρου 8, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1259/2010. Στο πλαίσιο αυτό, το εν λόγω δικαστήριο διαπίστωσε ότι η «συνήθης διαμονή» του PQ, κατά την έννοια του προαναφερθέντος άρθρου, βρισκόταν στη Μόσχα, η δε DL έπαυσε να έχει τη διαμονή της στην πόλη αυτή στις 23 Μαΐου 2021, ημερομηνία αναχώρησής της για τη Γερμανία, ήτοι δεν είχε παρέλθει ένα έτος κατά την ημερομηνία άσκησης της αγωγής ενώπιον του Amtsgericht (ειρηνοδικείου), στις 8 Ιουλίου 2021. |
|
24 |
Κατά της ανωτέρω αποφάσεως του Kammergericht (ανώτερου περιφερειακού δικαστηρίου) η DL άσκησε ενώπιον του Bundesgerichtshof (Ανωτάτου Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου, Γερμανία), το οποίο είναι το αιτούν δικαστήριο, αναίρεση, με την οποία ζητεί την απαγγελία του διαζυγίου σύμφωνα με το γερμανικό δίκαιο και, συγχρόνως, την αυτεπάγγελτη έκδοση απόφασης σχετικά με την αντισταθμιστική κατανομή των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων. |
|
25 |
Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι κατά το γερμανικό δίκαιο, η αντισταθμιστική κατανομή των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων διέπεται από το εφαρμοστέο στο διαζύγιο δίκαιο, το οποίο καθορίζεται βάσει του κανονισμού 1259/2010. Αν στο επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης διαζύγιο εφαρμογή είχε το ρωσικό δίκαιο, θα έπρεπε το διαζύγιο να εκδοθεί ως συναινετικό, άνευ αναφοράς των λόγων για τους οποίους ζητήθηκε, η δε αντισταθμιστική κατανομή των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί κατόπιν αιτήσεως ενός εκ των συζύγων, βάσει του άρθρου 17, παράγραφος 4, δεύτερη περίοδος, του εισαγωγικού νόμου του αστικού κώδικα, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης. Αν, αντιθέτως, εφαρμοστέο ήταν το γερμανικό δίκαιο, θα έπρεπε να διαπιστωθεί η λύση του γάμου, διότι είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους από την παύση της έγγαμης συμβίωσης μεταξύ των συζύγων. Στην περίπτωση αυτή, η αντισταθμιστική κατανομή πραγματοποιείται αυτεπαγγέλτως στο πλαίσιο της από κοινού εξέτασης του διαζυγίου και των παρεμπιπτόντων ζητημάτων. |
|
26 |
Το αιτούν δικαστήριο υποστηρίζει ότι το βάσιμο της αιτήσεως αναιρέσεως της οποίας έχει επιληφθεί εξαρτάται από την απάντηση στο ερώτημα αν το Kammergericht (ανώτερο περιφερειακό δικαστήριο), το οποίο έχει διεθνή δικαιοδοσία να απαγγείλει την έκδοση του επίμαχου στην υπόθεση της κύριας δίκης διαζυγίου δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 2201/2003, ορθώς έκρινε ότι το επίμαχο διαζύγιο υπόκειται, βάσει του άρθρου 8, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1259/2010 και δεδομένου ότι οι σύζυγοι δεν είχαν επιλέξει εφαρμοστέο στο διαζύγιο δίκαιο έως την περάτωση της προφορικής διαδικασίας σε πρώτο βαθμό, στο ρωσικό δίκαιο. |
|
27 |
Η DL υποστηρίζει ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου ότι η επαγγελματική ιδιότητα του PQ δεν επιτρέπει τη διαπίστωση της ύπαρξης «συνήθους διαμονής» των συζύγων στη Ρωσία. Διευκρινίζει ότι η διαμονή τους στη Μόσχα, αφενός, δεν αποτελούσε απόρροια ηθελημένης επιλογής, αλλά είχε υπαγορευθεί αποκλειστικώς από επαγγελματικούς λόγους οι οποίοι αφορούσαν την υπηρεσιακή τοποθέτηση του PQ στην πρεσβεία της Γερμανίας στη Μόσχα και, αφετέρου, ήταν ως εκ της φύσεώς της προσωρινή, αν και δεν είχε προβλεφθεί για ορισμένο χρονικό διάστημα, δεδομένου ότι οι σύζυγοι είχαν την πρόθεση, μετά τη λήξη της θητείας του PQ στην πρεσβεία, να επιστρέψουν στη Γερμανία, χώρα στην οποία είχαν διατηρήσει την οικογενειακή κατοικία και με την οποία διατηρούσαν στενούς δεσμούς. Η DL εκθέτει εξάλλου ότι ήταν υποχρεωμένη για υπηρεσιακούς λόγους να εγκατασταθεί, όπως και o PQ, σε κατοικία του κτιριακού συγκροτήματος της πρεσβείας και, ως εκ τούτου, οι σύζυγοι ζούσαν de facto σε έναν «γερμανικό θύλακα», γεγονός που σχετικοποιεί τη σημασία της φυσικής παρουσίας τους στη Ρωσία. |
|
28 |
Ο PQ επισημαίνει ότι οι διπλωματικοί υπάλληλοι, οι οποίοι βάσει του άρθρου 31, παράγραφος 1, της Συμβάσεως της Βιέννης απολαύουν μεταξύ άλλων αστικής ετεροδικίας στο κράτος διαπίστευσης, δεν είναι δυνατόν να υπόκεινται, σε υποθέσεις διαζυγίου, στο δίκαιο του κράτους του τόπου υπηρεσίας τους. |
|
29 |
Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ως προς τα κριτήρια με τα οποία καθορίζεται η «συνήθης διαμονή» των συζύγων κατά την έννοια του άρθρου 8, στοιχεία αʹ και βʹ, του κανονισμού 1259/2010 και, ειδικότερα, ως προς την επιρροή που ασκεί η υπηρεσιακή τοποθέτηση ενός εκ των συζύγων ως διπλωματικού υπαλλήλου στο κράτος διαπίστευσης. Το αιτούν δικαστήριο υποστηρίζει ότι, μολονότι τα στοιχεία που προέβαλαν οι διάδικοι της κύριας δίκης έπρεπε να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο μιας συνολικής εκτίμησης, ως τόπος της συνήθους διαμονής των συζύγων δεν θα μπορούσε να καθοριστεί η Ρωσία. Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι είναι επίσης αναγκαίο να καθοριστεί αν η εγκατάσταση της συνήθους διαμονής σε συγκεκριμένο κράτος απαιτεί φυσική παρουσία των συζύγων για ορισμένο χρονικό διάστημα καθώς και ορισμένης διάρκειας κοινωνική και οικογενειακή ενσωμάτωση στο εν λόγω κράτος. |
|
30 |
Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι στη γερμανική θεωρία διίστανται οι απόψεις όσον αφορά τον ορισμό της έννοιας της «συνήθους διαμονής» κατά το άρθρο 8, στοιχεία αʹ και βʹ, του κανονισμού 1259/2010. Ένα μέρος της θεωρίας, του οποίου την άποψη συμμερίζεται το Kammergericht (ανώτερο περιφερειακό δικαστήριο), τάσσεται, στηριζόμενο στο γράμμα της αιτιολογικής σκέψης 10 του κανονισμού 1259/2010, υπέρ μιας ερμηνείας η οποία αντιστοιχεί στην ερμηνεία της ίδιας έννοιας του κανονισμού 2201/2003. |
|
31 |
Ένα άλλο μέρος της θεωρίας υποστηρίζει την άποψη ότι δεν υπάρχει απόλυτη αντιστοιχία μεταξύ των ορισμών της έννοιας της «συνήθους διαμονής» του κανονισμού 1259/2010 και του κανονισμού 2201/2003, διότι ο πρώτος εκ των εν λόγω κανονισμών απαιτεί για τους σκοπούς ενός τέτοιου χαρακτηρισμού να υπάρχει στενότερος σύνδεσμος με το κράτος διαμονής απ’ ό,τι ο δεύτερος κανονισμός, ο οποίος σκοπεί γενικότερα στην παροχή της δυνατότητας στον ενάγοντα να επιλέξει μεταξύ περισσοτέρων δωσιδικιών. |
|
32 |
Κατά το αιτούν δικαστήριο, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η έννοια της «συνήθους διαμονής» κατά τους κανονισμούς 1259/2010 και 2201/2003 να επιδέχεται διαφορετικές ερμηνείες, στο μέτρο που από τις αιτιολογικές σκέψεις 14 και 21 του κανονισμού 1259/2010 προκύπτει ότι ένας τέτοιος χαρακτηρισμός προϋποθέτει την ύπαρξη στενών δεσμών μεταξύ των συζύγων και του εφαρμοστέου δικαίου, στοιχείο το οποίο μπορεί να συνεπάγεται υψηλότερο βαθμό κοινωνικής και οικογενειακής ενσωμάτωσης στο οικείο κράτος από εκείνον που απαιτεί ο κανονισμός 2201/2003. |
|
33 |
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Bundesgerichtshof (Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα: «Με ποια κριτήρια καθορίζεται η συνήθης διαμονή των συζύγων κατά την έννοια του άρθρου 8, στοιχεία αʹ και βʹ, του κανονισμού [1259/2010] και ιδίως,
|
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
|
34 |
Με το προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 8, στοιχεία αʹ και βʹ, του κανονισμού 1259/2010 έχει την έννοια ότι η υπηρεσιακή τοποθέτηση ενός εκ των συζύγων ως διπλωματικού υπαλλήλου σε ένα κράτος, η διάρκεια της φυσικής παρουσίας των συζύγων στο εν λόγω κράτος και ο βαθμός κοινωνικής και οικογενειακής ενσωμάτωσής τους σε αυτό αποτελούν κρίσιμα στοιχεία, και μάλιστα καθοριστικά, για τον προσδιορισμό της μνημονευόμενης στη διάταξη αυτή «συνήθους διαμονής» των συζύγων. |
|
35 |
Όσον αφορά, πρώτον, την ερμηνεία της έννοιας της «συνήθους διαμονής» του άρθρου 8, στοιχεία αʹ και βʹ, του κανονισμού 1259/2010, παρατηρείται ότι, κατά τα αναφερόμενα στην αιτιολογική σκέψη 21, ο εν λόγω κανονισμός προβλέπει, εφόσον οι σύζυγοι δεν έχουν επιλέξει το εφαρμοστέο στο διαζύγιο δίκαιο κατά το άρθρο 5, εναρμονισμένους κανόνες σύγκρουσης δικαίου σε συνάρτηση με μια κλίμακα διαδοχικών κριτηρίων σύνδεσης, τα οποία στηρίζονται στην ύπαρξη στενού συνδέσμου μεταξύ των συζύγων και του οικείου δικαίου. |
|
36 |
Συνακόλουθα, το άρθρο 8, στοιχεία αʹ και βʹ, του κανονισμού 1259/2010 εξαρτά το διαζύγιο και τον δικαστικό χωρισμό από το δίκαιο του κράτους της «συνήθους διαμονής» των συζύγων κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής ή, ελλείψει αυτής, της τελευταίας «συνήθους διαμονής» των συζύγων, υπό την προϋπόθεση ότι η διαμονή αυτή δεν έπαυσε να υφίσταται ένα έτος και πλέον πριν από την άσκηση της αγωγής στο δικαστήριο και εφόσον ο ένας εκ των συζύγων εξακολουθεί να διαμένει στο συγκεκριμένο κράτος κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής. |
|
37 |
Ο κανονισμός 1259/2010 δεν περιέχει ορισμό της έννοιας της «συνήθους διαμονής» και δεν παραπέμπει στο δίκαιο των κρατών μελών για τον προσδιορισμό του νοήματος και του περιεχομένου της. |
|
38 |
Κατά πάγια νομολογία, από τις απαιτήσεις που απορρέουν από την ομοιόμορφη εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης και την αρχή της ισότητας προκύπτει ότι διάταξη του ενωσιακού δικαίου η οποία δεν παραπέμπει ρητώς στο δίκαιο των κρατών μελών για τον προσδιορισμό του νοήματος και του περιεχομένου της πρέπει κανονικά να ερμηνεύεται σε ολόκληρη την Ένωση με αυτοτελή και ομοιόμορφο τρόπο, με βάση το γράμμα της, το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται και τους σκοπούς που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος (πρβλ. αποφάσεις της22ας Δεκεμβρίου 2010, Mercredi, C‑497/10 PPU, EU:C:2010:829, σκέψη 45, και της 24ης Οκτωβρίου 2024, Kwantum Nederland και Kwantum België, C‑227/23, EU:C:2024:914, σκέψη 56 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
39 |
Όσον αφορά, κατ’ αρχάς, τη γραμματική ερμηνεία, παρατηρείται ότι, κατά τη συνήθη έννοια του όρου, ως «συνήθης διαμονή» νοείται ο τόπος στον οποίο ένα φυσικό πρόσωπο διαμένει κατά τρόπο σταθερό. |
|
40 |
Όσον αφορά, εν συνεχεία, το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 8, στοιχεία αʹ και βʹ, του κανονισμού 1259/2010, από την αιτιολογική σκέψη 10 του εν λόγω κανονισμού προκύπτει ότι το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής και οι διατάξεις του θα πρέπει να συνάδουν με τις διατάξεις του κανονισμού 2201/2003 οι οποίες προβλέπουν, μεταξύ άλλων, τα γενικά κριτήρια διεθνούς δικαιοδοσίας σε υποθέσεις διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού και ακύρωσης γάμου. |
|
41 |
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 2201/2003, στο οποίο περιλαμβάνεται η έννοια της «συνήθους διαμονής», απονέμει διεθνή δικαιοδοσία για τα ζητήματα που αφορούν τη λύση του συζυγικού δεσμού στα δικαστήρια του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου βρίσκεται, κατά περίπτωση, η τρέχουσα ή προγενέστερη συνήθης διαμονή των συζύγων ή ενός εξ αυτών. |
|
42 |
Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η έννοια της «συνήθους διαμονής» κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 2201/2003 χαρακτηρίζεται, κατ’ αρχήν, από δύο στοιχεία, ήτοι, αφενός, από τη βούληση του ενδιαφερομένου να εγκαταστήσει το σύνηθες κέντρο των συμφερόντων του σε συγκεκριμένο τόπο και, αφετέρου, από μια αρκούντως σταθερή παρουσία στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους [απόφαση της 1ης Αυγούστου 2022, MPA (Συνήθης διαμονή – Τρίτο κράτος), C‑501/20, EU:C:2022:619, σκέψη 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία]. |
|
43 |
Λαμβανομένης υπόψη της συνοχής που πρέπει να υπάρχει μεταξύ των διατάξεων των κανονισμών 1259/2010 και 2201/2003, η οποία υπομνήσθηκε στη σκέψη 40 της παρούσας αποφάσεως, τα ίδια ως άνω στοιχεία θα πρέπει να χαρακτηρίζουν την έννοια της «συνήθους διαμονής» κατά το άρθρο 8, στοιχεία αʹ και βʹ, του κανονισμού 1259/2010. Μια τέτοια συνεκτική προσέγγιση αντικατοπτρίζει τις στενές σχέσεις που υφίστανται μεταξύ των δύο κανονισμών οι οποίοι διέπουν, μεταξύ άλλων, το διαζύγιο και τον δικαστικό χωρισμό. Ο κανονισμός 1259/2010 καθορίζει το δίκαιο που πρέπει να εφαρμόσει δικαστήριο του οποίου η διεθνής δικαιοδοσία στηρίζεται στις διατάξεις του κανονισμού 2201/2003, στην περίπτωση που οι σύζυγοι δεν έχουν επιλέξει το εφαρμοστέο δίκαιο σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 1259/2010. |
|
44 |
Αυτή η συνεκτική προσέγγιση της έννοιας της «συνήθους διαμονής» συνάδει με τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με άλλες πράξεις ιδιωτικού διεθνούς δικαίου οι οποίες, όπως οι κανονισμοί 1259/2010 και 2201/2003, στηρίζονται σε ένα κοινό συνδετικό στοιχείο, ήτοι στη «συνήθη διαμονή», και έχουν στενή σχέση μεταξύ τους. Συναφώς, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι ο ορισμός του εν λόγω συνδετικού στοιχείου που περιλαμβάνεται στον κανονισμό (ΕΚ) 4/2009 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2008, για τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων και τη συνεργασία σε θέματα υποχρεώσεων διατροφής (ΕΕ 2009, L 7, σ. 1), και στο Πρωτόκολλο της Χάγης, της 23ης Νοεμβρίου 2007, σχετικά με το εφαρμοστέο δίκαιο στις υποχρεώσεις διατροφής, το οποίο εγκρίθηκε εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με την απόφαση 2009/941/ΕΚ του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2009 (ΕΕ 2009, L 331, σ. 17), πρέπει να διέπεται από τις ίδιες αρχές και να χαρακτηρίζεται από τα ίδια στοιχεία, ακόμη και αν η συγκεκριμένη εκτίμηση της συνήθους διαμονής εξαρτάται από τις ιδιαίτερες περιστάσεις εκάστης περιπτώσεως [πρβλ. απόφαση της 1ης Αυγούστου 2022, MPA (Συνήθης διαμονή – Τρίτο κράτος), C‑501/20, EU:C:2022:619, σκέψη 53]. |
|
45 |
Τέλος, η ερμηνεία της έννοιας της «συνήθους διαμονής» που παρατίθεται στη σκέψη 43 της παρούσας αποφάσεως ανταποκρίνεται στους σκοπούς που επιδιώκει ο κανονισμός 1259/2010. |
|
46 |
Συγκεκριμένα, από τις αιτιολογικές σκέψεις 9, 21 και 29 του κανονισμού 1259/2010 προκύπτει ότι ο εν λόγω κανονισμός αποσκοπεί στη δημιουργία ενός σαφούς και πλήρους νομικού πλαισίου στον τομέα του δικαίου που είναι εφαρμοστέο στο διαζύγιο και τον δικαστικό χωρισμό στα συμμετέχοντα κράτη μέλη, στη διασφάλιση της ασφάλειας δικαίου, της προβλεψιμότητας και της ευελιξίας στις διεθνείς διαδικασίες για γαμικές διαφορές και, κατ’ επέκταση, στη διευκόλυνση της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων στο εσωτερικό της Ένωσης, καθώς και στην αποτροπή του ενδεχομένου να υποβάλει ένας εκ των συζύγων αίτηση διαζυγίου πριν από τον άλλον ώστε να εξασφαλίσει ότι η διαδικασία θα υπαχθεί σε συγκεκριμένο δίκαιο το οποίο θεωρεί ότι εξυπηρετεί καλύτερα τα δικά του συμφέροντα [απόφαση της 16ης Ιουλίου 2020, JE (Εφαρμοστέο δίκαιο στο διαζύγιο), C‑249/19, EU:C:2020:570, σκέψη 30]. |
|
47 |
Ένας ορισμός της έννοιας της «συνήθους διαμονής» των συζύγων του άρθρου 8, στοιχεία αʹ και βʹ, του κανονισμού 1259/2010 ο οποίος χαρακτηρίζεται, κατ’ αρχήν, από δύο στοιχεία και συγκεκριμένα, αφενός, από τη βούληση των ενδιαφερομένων να εγκαταστήσουν το σύνηθες κέντρο των συμφερόντων τους σε συγκεκριμένο τόπο και, αφετέρου, από μια αρκούντως σταθερή παρουσία στο έδαφος του οικείου κράτους διασφαλίζει τόσο τον σκοπό της ασφάλειας δικαίου και της προβλεψιμότητας όσο και την αναγκαία ευελιξία στις διαδικασίες γαμικών διαφορών, ενώ παράλληλα αποτρέπει το ενδεχόμενο καταχρηστικής επιλογής εφαρμοστέου δικαίου. |
|
48 |
Δεύτερον, το κατά πόσον η διπλωματική ιδιότητα ενός εκ των συζύγων στο κράτος διαπίστευσης, η διάρκεια της φυσικής παρουσίας των συζύγων στο συγκεκριμένο κράτος και ο βαθμός κοινωνικής και οικογενειακής ενσωμάτωσής τους σε αυτό συνιστούν κρίσιμα στοιχεία, και μάλιστα καθοριστικά, για τον προσδιορισμό της «συνήθους διαμονής» τους κατά την έννοια του άρθρου 8, στοιχεία αʹ και βʹ, του κανονισμού 1259/2010 αποτελεί, κατ’ ουσίαν, ζήτημα απτόμενο των πραγματικών περιστατικών [απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 2021, IB (Συνήθης διαμονή συζύγου – Διαζύγιο), C‑289/20, EU:C:2021:955, σκέψη 52]. Επομένως, στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να εξετάσει το σύνολο των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υπόθεσης, προκειμένου να κρίνει αν τα δύο μνημονευόμενα στην προηγούμενη σκέψη στοιχεία, τα οποία χαρακτηρίζουν την έννοια της «συνήθους διαμονής», συντρέχουν στην υπόθεση της κύριας δίκης. |
|
49 |
Υπό τις συνθήκες αυτές, προκειμένου να δοθεί χρήσιμη απάντηση στο αιτούν δικαστήριο, πρέπει να επισημανθούν τα ακόλουθα στοιχεία. |
|
50 |
Όσον αφορά, πρώτον, τη διπλωματική ιδιότητα ενός εκ των συζύγων, παρατηρείται ότι το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ως προς το ζήτημα του καθορισμού της συνήθους διαμονής των συζύγων στο μέτρο που, όπως υποστήριξαν οι διάδικοι της κύριας δίκης, ήταν υποχρεωμένοι, ως ζεύγος, από τις εφαρμοστέες νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις να εγκατασταθούν σε οικία του κτιριακού συγκροτήματος της πρεσβείας της Γερμανίας στη Μόσχα. Κατά τον PQ, ένας διπλωματικός υπάλληλος δεν μπορεί να υπαχθεί στο δίκαιο του κράτους διαπίστευσης, λόγω των ασυλιών και προνομίων που απολαύει βάσει της Σύμβασης της Βιέννης. |
|
51 |
Η Γερμανική, η Ελληνική και η Φινλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζουν, κατ’ ουσίαν, ότι η διαμονή των διπλωματών στην αλλοδαπή είναι προσωρινή και περιστασιακή, στοιχείο το οποίο αποκλείει κάθε πρόθεση μόνιμης εγκατάστασης στο κράτος διαπίστευσης. |
|
52 |
Συναφώς, παρατηρείται ότι η διαμονή του διπλωματικού υπαλλήλου στο έδαφος του κράτους διαπίστευσης εξυπηρετεί, κατ’ αρχήν, αποκλειστικά επαγγελματικούς σκοπούς, δεδομένου ότι συνδέεται άμεσα με την άσκηση των καθηκόντων του. Όπως επισήμανε η Γερμανική Κυβέρνηση με τις γραπτές παρατηρήσεις της, η υπηρεσιακή τοποθέτηση του διπλωματικού υπαλλήλου στο κράτος διαπίστευσης υπαγορεύεται κατά κανόνα πρωτίστως από τις ανάγκες της υπηρεσίας του διαπιστεύοντος κράτους και όχι από τη βούληση και τις προσωπικές προτιμήσεις του διπλωματικού υπαλλήλου που υπηρετεί στο κράτος διαπίστευσης. |
|
53 |
Μια τέτοια περίπτωση διακρίνεται από εκείνη της υπόθεσης επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 1ης Αυγούστου 2022, MPA (Συνήθης διαμονή – Τρίτο κράτος) (C‑501/20, EU:C:2022:619). Μολονότι είναι βεβαίως αληθές ότι το Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 58 της αποφάσεως εκείνης, ότι το γεγονός ότι η διαμονή των συζύγων σε τρίτο κράτος συνδέεται άμεσα με την άσκηση των καθηκόντων τους δεν είναι, αυτό καθεαυτό, ικανό να καταστήσει τη διαμονή αρκούντως σταθερή ώστε να μπορεί να χαρακτηριστεί ως συνήθης διαμονή των συζύγων στο συγκεκριμένο κράτος, γεγονός παραμένει ότι η συγκεκριμένη διαπίστωση έγινε σε πλαίσιο το οποίο αφορούσε συμβασιούχους υπαλλήλους αορίστου χρόνου της Ένωσης οι οποίοι ήταν τοποθετημένοι στην αντιπροσωπεία της Ένωσης σε τρίτο κράτος σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχουν εφαρμογή στους συμβασιούχους υπαλλήλους οι οποίοι δεν υπέχουν υποχρέωση εκ περιτροπής διαμονής στην έδρα στις Βρυξέλλες. |
|
54 |
Όπως υποστήριξαν, κατ’ ουσίαν, ο PQ και όλες οι παρεμβαίνουσες κυβερνήσεις, η φύση και η ιδιαιτερότητα της επαγγελματικής δραστηριότητας ενός διπλωματικού υπαλλήλου που υπηρετεί σε διπλωματική ή προξενική αντιπροσωπεία στο κράτος διαπίστευσης συνηγορούν κατ’ αρχήν, λόγω συμφυών με το λειτούργημα αυτό περιστάσεων, υπέρ της απουσίας συνήθους διαμονής, κατά την έννοια του άρθρου 8, στοιχεία αʹ και βʹ, του κανονισμού 1259/2010, του διπλωματικού υπαλλήλου και του/της συζύγου του στο κράτος διαπίστευσης. |
|
55 |
Εξάλλου, όπως προκύπτει από το άρθρο 31, παράγραφος 1, της Συμβάσεως της Βιέννης, οι διπλωματικοί υπάλληλοι απολαύουν αστικής και διοικητικής ετεροδικίας στο κράτος διαπίστευσης, υπό την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπονται στα στοιχεία αʹ έως γʹ της διάταξης αυτής, μεταξύ άλλων, όταν πρόκειται για εμπράγματη αγωγή η οποία αφορά ιδιωτικό ακίνητο κείμενο στο έδαφος του κράτους διαπίστευσης, εκτός εάν ο διπλωματικός υπάλληλος κατέχει το ακίνητο για λογαριασμό του διαπιστεύοντος κράτους για τους σκοπούς της αποστολής. |
|
56 |
Επισημαίνεται, επομένως, ότι δεν αποκλείεται το κράτος διαπίστευσης να μπορεί να θεωρηθεί, υπό ιδιαίτερες πραγματικές περιστάσεις, ως το κράτος στο οποίο οι ενδιαφερόμενοι σύζυγοι θέλησαν να εγκαταστήσουν τη συνήθη διαμονή τους, κατά την έννοια του άρθρου 8, στοιχεία αʹ και βʹ, του κανονισμού 1259/2010. Αυτό θα μπορούσε να συμβαίνει, μεταξύ άλλων, όπως παρατήρησε η Επιτροπή, όταν ο διπλωματικός υπάλληλος και ο/η σύζυγος αποκτούν για δικό τους λογαριασμό κατοικία στο κράτος διαπίστευσης με σκοπό να εγκατασταθούν μαζί σε αυτή μετά τη λήξη της θητείας του διπλωματικού υπαλλήλου. |
|
57 |
Κατά συνέπεια, μολονότι η διπλωματική ιδιότητα ενός εκ των συζύγων αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για την εξέταση του συνήθους χαρακτήρα της διαμονής των συζύγων στο έδαφος του κράτους διαπίστευσης, στο πλαίσιο της εκτίμησης, αφενός, των λόγων που υπαγορεύουν την παρουσία των προσώπων αυτών στο συγκεκριμένο κράτος και, αφετέρου, των συνθηκών διαμονής τους, η διπλωματική ιδιότητα δεν αποτελεί αφ’ εαυτής στοιχείο καθοριστικό για τον αποκλεισμό αναγνώρισης συνήθους διαμονής του ενδιαφερομένου και των μελών της οικογένειάς του στο εν λόγω κράτος. Ακόμη και αν υφίσταται το στοιχείο αυτό, ο καθορισμός της «συνήθους διαμονής» των συζύγων πρέπει να πραγματοποιείται βάσει του συνόλου των πραγματικών περιστάσεων που αφορούν κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. |
|
58 |
Όσον αφορά, δεύτερον, τη διάρκεια της φυσικής παρουσίας των συζύγων στο έδαφος ενός κράτους, το στοιχείο αυτό αποτελεί ένδειξη της «σταθερότητας» της διαμονής που χαρακτηρίζει την έννοια της «συνήθους διαμονής». Πράγματι, όπως διευκρινίστηκε στη σκέψη 39 της παρούσας αποφάσεως, προκειμένου μια διαμονή να μπορεί να χαρακτηριστεί ως «συνήθης», πρέπει να παρουσιάζει ορισμένο βαθμό σταθερότητας ή κανονικότητας, σε αντίθεση με την προσωρινή ή περιστασιακή παρουσία. |
|
59 |
Η εκτίμηση του ως άνω κριτηρίου της έννοιας της «συνήθους διαμονής» απαιτεί να λαμβάνεται υπόψη η ιδιαίτερη κατάσταση των διπλωματικών υπαλλήλων και των μελών της οικογενείας τους, λόγω της φύσεως των καθηκόντων τους. Πράγματι, αφενός, τα πρόσωπα αυτά διατηρούν συχνά στενή σχέση με το διαπιστεύον κράτος –στο οποίο μεταβαίνουν τακτικά– και, αφετέρου, δεδομένου ότι οι διπλωματικοί υπάλληλοι τοποθετούνται γενικώς στις θέσεις τους εκ περιτροπής, η διάρκεια της παραμονής τους στο κράτος διαπίστευσης μπορεί να θεωρηθεί a priori ως προσωρινή, ακόμη και αν στην πράξη μπορεί να έχει ενίοτε σημαντική διάρκεια. Υπό τις ιδιαίτερες αυτές περιστάσεις, η διάρκεια της φυσικής παρουσίας των συζύγων στο έδαφος του κράτους διαπίστευσης δεν αποτελεί, αυτή καθεαυτήν, καθοριστικό στοιχείο του συνήθους χαρακτήρα της διαμονής τους στο εν λόγω κράτος. Συναφώς, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο οι σύζυγοι να είναι παρόντες για σημαντικό χρονικό διάστημα στο έδαφος του κράτους διαπίστευσης, διατηρώντας συγχρόνως το κέντρο των συμφερόντων τους στο διαπιστεύον κράτος, στο οποίο μεταβαίνουν τακτικά. |
|
60 |
Όσον αφορά, τρίτον, το κατά πόσον ο βαθμός κοινωνικής και οικογενειακής ενσωμάτωσης των συζύγων στο οικείο κράτος είναι κρίσιμος για τον προσδιορισμό της συνήθους διαμονής τους κατά την έννοια του άρθρου 8, στοιχεία αʹ και βʹ, του κανονισμού 1259/2010, παρατηρείται ότι, στο πλαίσιο της ερμηνείας των σχετικών με τη γονική μέριμνα διατάξεων του κανονισμού 2201/2003, το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ως ουσιώδες κριτήριο για τον προσδιορισμό του τόπου της συνήθους διαμονής του παιδιού, ιδίως δε παιδιού μικρής ηλικίας, το κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον των γονέων του [πρβλ. απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 2021, IB (Συνήθης διαμονή συζύγου – Διαζύγιο), C‑289/20, EU:C:2021:955, σκέψη 53 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία]. |
|
61 |
Μολονότι είναι αληθές ότι οι ιδιαίτερες περιστάσεις που χαρακτηρίζουν τη συνήθη διαμονή ενός παιδιού δεν είναι πανομοιότυπες με εκείνες βάσει των οποίων μπορεί να καθοριστεί η συνήθης διαμονή των συζύγων, η κοινωνική ενσωμάτωση σε ένα κράτος, είτε πρόκειται για το κράτος διαπίστευσης είτε για το διαπιστεύον κράτος, αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για τον προσδιορισμό της συνήθους διαμονής, διότι μπορεί να συγκεκριμενοποιήσει το υποκειμενικό στοιχείο που συνδέεται με τη βούληση των ενδιαφερομένων να εγκαταστήσουν το σύνηθες κέντρο των συμφερόντων τους σε συγκεκριμένο τόπο. |
|
62 |
Οι οικογενειακοί δεσμοί που οι ενδιαφερόμενοι διατηρούν στο διαπιστεύον κράτος, ή αντιθέτως οι δεσμοί τους οποίους δημιουργούν στο κράτος διαπίστευσης, μπορούν να είναι επίσης κρίσιμοι στο πλαίσιο της διενεργητέας από το αιτούν δικαστήριο ανάλυσης του συνόλου των πραγματικών περιστάσεων της συγκεκριμένης περίπτωσης. |
|
63 |
Εξάλλου, πρέπει να υπομνησθεί ότι, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο σε σχέση με τον κανονισμό 2201/2003, νομολογία η οποία μπορεί επίσης να εφαρμοστεί και για την ερμηνεία της έννοιας της «συνήθους διαμονής» κατά το άρθρο 8, στοιχεία αʹ και βʹ, του κανονισμού 1259/2010, σύζυγος ο οποίος διαβιοί σε δύο κράτη μπορεί να έχει τη συνήθη διαμονή του μόνον σε ένα από τα κράτη αυτά [απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 2021, IB (Συνήθης διαμονή συζύγου ‑ Διαζύγιο), C‑289/20, EU:C:2021:955, σκέψη 62]. |
|
64 |
Εν προκειμένω, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι οι διάδικοι της κύριας δίκης διέμειναν στη Ρωσία, στην έδρα της γερμανικής πρεσβείας στη Μόσχα, από τον Σεπτέμβριο του 2019. Η DL επέστρεψε στη Γερμανία στις 23 Μαΐου 2021. Με τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, ο PQ υποστήριξε ότι την 1η Νοεμβρίου 2023 μετακινήθηκε σε άλλη θέση, στη Γερμανία. Επομένως, η διαμονή των συζύγων στο κράτος διαπίστευσης φαίνεται ότι περιορίστηκε στο οριοθετημένο από την πρεσβεία αυτή πλαίσιο. |
|
65 |
Από τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο προκύπτει επίσης ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της διαμονής τους στο κράτος διαπίστευσης οι σύζυγοι συνέχισαν να διατηρούν στενή σχέση με το διαπιστεύον κράτος, διατηρώντας σε αυτό περιουσιακά συμφέροντα καθώς και κοινωνικούς και οικογενειακούς δεσμούς. Συγκεκριμένα, με την προοπτική της επιστροφής τους στη Γερμανία μετά τη λήξη της θητείας του PQ στο κράτος διαπίστευσης, οι σύζυγοι διατήρησαν την κατοικία τους στο Βερολίνο, στην οποία κατοικούσε η ενήλικη θυγατέρα τους και στην οποία φαίνεται ότι διέμεναν όταν μετέβαιναν στη Γερμανία. |
|
66 |
Υπό την επιφύλαξη διεξοδικότερων εξακριβώσεων εκ μέρους του αιτούντος δικαστηρίου βάσει του συνόλου των πραγματικών περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως, τα ως άνω στοιχεία αφήνουν να εννοηθεί ότι οι σύζυγοι, παρά τη διάρκεια της διαμονής τους στη Ρωσία, δεν είχαν τη βούληση να εγκαταστήσουν εκεί το σύνηθες κέντρο των συμφερόντων τους, δεδομένου ότι το κέντρο των συμφερόντων αυτών παρέμεινε στο διαπιστεύον κράτος, από το οποίο απομακρύνθηκαν προσωρινώς, και, ως εκ τούτου, το γερμανικό δίκαιο φαίνεται να είναι το δίκαιο του κράτους της συνήθους διαμονής των συζύγων. |
|
67 |
Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 8, στοιχεία αʹ και βʹ, του κανονισμού 1259/2010 έχει την έννοια ότι η διπλωματική ιδιότητα ενός εκ των συζύγων και η υπηρεσιακή τοποθέτησή του στο κράτος διαπίστευσης αποκλείουν, κατ’ αρχήν, τη συναγωγή του συμπεράσματος ότι οι σύζυγοι έχουν εγκαταστήσει τη «συνήθη διαμονή» τους στο κράτος αυτό, εκτός αν αποδειχθεί, κατόπιν σφαιρικής εκτίμησης του συνόλου των ιδιαίτερων περιστάσεων της συγκεκριμένης περίπτωσης, περιλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, της διάρκειας της φυσικής παρουσίας των συζύγων στο κράτος διαπίστευσης και της κοινωνικής και οικογενειακής ένταξής τους σε αυτό, αφενός η βούλησή τους να εγκαταστήσουν το σύνηθες κέντρο των συμφερόντων τους στο εν λόγω κράτος και αφετέρου μια αρκούντως σταθερή παρουσία στο έδαφος του κράτους αυτού. |
Επί των δικαστικών εξόδων
|
68 |
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται. |
|
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται: |
|
Το άρθρο 8, στοιχεία αʹ και βʹ, του κανονισμού (ΕΕ) 1259/2010 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2010, για τη θέσπιση ενισχυμένης συνεργασίας στον τομέα του δικαίου που είναι εφαρμοστέο στο διαζύγιο και τον δικαστικό χωρισμό, |
|
έχει την έννοια ότι: |
|
η διπλωματική ιδιότητα ενός εκ των συζύγων και η υπηρεσιακή τοποθέτησή του στο κράτος διαπίστευσης αποκλείουν, κατ’ αρχήν, τη συναγωγή του συμπεράσματος ότι οι σύζυγοι έχουν εγκαταστήσει τη «συνήθη διαμονή» τους στο κράτος αυτό, εκτός αν αποδειχθεί, κατόπιν σφαιρικής εκτίμησης του συνόλου των ιδιαίτερων περιστάσεων της συγκεκριμένης περίπτωσης, περιλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, της διάρκειας της φυσικής παρουσίας των συζύγων στο κράτος διαπίστευσης και της κοινωνικής και οικογενειακής ένταξής τους σε αυτό, αφενός η βούλησή τους να εγκαταστήσουν το σύνηθες κέντρο των συμφερόντων τους στο εν λόγω κράτος και αφετέρου μια αρκούντως σταθερή παρουσία στο έδαφος του κράτους αυτού. |
|
(υπογραφές) |
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
( i ) Η ονομασία που έχει δοθεί στην παρούσα υπόθεση είναι πλασματική. Δεν αντιστοιχεί στο πραγματικό όνομα κανενός διαδίκου.