ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δέκατο τμήμα)

της 6ης Μαρτίου 2025 ( *1 )

«Προδικαστική παραπομπή – Περιβάλλον – Οδηγία 2011/92/ΕΕ – Εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον – Άρθρο 2, παράγραφος 1, και άρθρο 4, παράγραφος 2 – Έργα που εμπίπτουν στο παράρτημα II – Έργα αστικής ανάπτυξης – Άρθρο 4, παράγραφοι 4 και 5 – Υποχρεώσεις του κυρίου του έργου και της αρμόδιας αρχής σε περίπτωση που το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος αποφασίσει να απαιτήσει την προβλεπόμενη στις παραγράφους 4 και 5 απόφαση για τέτοια έργα – Συνεκτίμηση των παρατηρήσεων τρίτου όσον αφορά τον δυνητικό αντίκτυπο του έργου σε ζωικό είδος το οποίο εμπίπτει στο καθεστώς αυστηρής προστασίας του άρθρου 12 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ»

Στην υπόθεση C‑41/24,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το High Court (ανώτερο δικαστήριο, Ιρλανδία) με απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 2023, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 22 Ιανουαρίου 2024, στο πλαίσιο της δίκης

Waltham Abbey Residents Association

κατά

An Bord Pleanála,

Ireland,

The Attorney General,

παρισταμένης της:

O’Flynn Construction Co. Unlimited Company,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δέκατο τμήμα),

συγκείμενο από τους Δ. Γρατσία, πρόεδρο τμήματος, J. Passer (εισηγητή) και B. Smulders, δικαστές,

γενική εισαγγελέας: J. Kokott

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

η Waltham Abbey Residents Association, εκπροσωπούμενη από τους J. Devlin, SC, J. Kenny, BL, και D. Healy, solicitor,

το An Bord Pleanála, εκπροσωπούμενο από τον B. Foley, SC, την A. Carroll, BL, και τον P. Reilly, solicitor,

η Ιρλανδία, εκπροσωπούμενη από την M. Browne, Chief State Solicitor, την S. Finnegan, την K. Hoare και τον A. Joyce, επικουρούμενους από τον D. McGrath, SC, τον F. Valentine, SC, και την E. O’Callaghan, BL,

η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους M. Noll-Ehlers και N. Ruiz García,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία της οδηγίας 2011/92/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον (ΕΕ 2012, L 26, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2014/52/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014 (ΕΕ 2014, L 124, σ. 1) (στο εξής: οδηγία 2011/92).

2

Η υπό κρίση αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, της Waltham Abbey Residents Association, ένωσης κατοίκων, και, αφετέρου, του An Bord Pleanála (συμβουλίου χωροταξικού σχεδιασμού, Ιρλανδία, στο εξής: συμβούλιο), της Ireland (Ιρλανδίας) και του Attorney General (γενικού εισαγγελέα, Ιρλανδία) με αντικείμενο άδεια την οποία χορήγησε το συμβούλιο για έργο στρατηγικού οικιστικού σχεδιασμού.

Το νομικό πλαίσιο

Το δίκαιο της Ένωσης

Η οδηγία 2011/92

3

Οι αιτιολογικές σκέψεις 7 έως 9 της οδηγίας 2011/92 έχουν ως εξής:

«(7)

Η χορήγηση αδείας για δημόσια και ιδιωτικά έργα που μπορεί να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον θα πρέπει να γίνεται μόνο μετά από εκτίμηση των σημαντικών επιπτώσεων που ενδέχεται να έχουν αυτά τα έργα στο περιβάλλον. […]

(8)

Τα έργα που ανήκουν σε ορισμένες κατηγορίες έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον και, καταρχήν, θα πρέπει να υπόκεινται συστηματικά σε εκτίμηση.

(9)

Άλλες κατηγορίες έργων δεν έχουν απαραίτητα σε όλες τις περιπτώσεις σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον και τα εν λόγω έργα θα πρέπει να υπόκεινται σε εκτίμηση όταν τα κράτη μέλη κρίνουν ότι υπάρχει ενδεχόμενο σημαντικών επιπτώσεων.»

4

Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2011/92 ορίζει τα εξής:

«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε να διασφαλισθεί ότι πριν χορηγηθεί άδεια, τα έργα τα οποία ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον λόγω, μεταξύ άλλων, της φύσεως, του μεγέθους ή της θέσεώς τους, υπόκεινται σε υποχρέωση αδειοδότησης και εκτίμησης των επιπτώσεων τους. Αυτά τα έργα ορίζονται στο άρθρο 4.»

5

Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2011/92 ορίζει τα εξής:

«Στην εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων εντοπίζονται, περιγράφονται και αξιολογούνται δεόντως, με βάση κάθε μεμονωμένη περίπτωση, οι άμεσες και έμμεσες σημαντικές επιπτώσεις ενός έργου:

[…]

β) στη βιοποικιλότητα, και ιδίως τα προστατευόμενα είδη και ενδιαιτήματα με βάση την οδηγία 92/43/ΕΟΚ [του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (ΕΕ 1992, L 206, σ. 7), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2013/17/ΕΕ του Συμβουλίου, της 13ης Μαΐου 2013 (ΕΕ 2013, L 158, σ. 193) (στο εξής: οδηγία 92/43),] και την οδηγία 2009/147/ΕΚ [του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2009, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών (ΕΕ 2010, L 20, σ. 7)]·

[…]».

6

Το άρθρο 4 της οδηγίας 2011/92 ορίζει τα εξής:

«1.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 2 παράγραφος 4, τα έργα που απαριθμούνται στο παράρτημα I υποβάλλονται σε εκτίμηση σύμφωνα με τα άρθρα 5 έως 10.

2.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 2 παράγραφος 4, για τα έργα που απαριθμούνται στο παράρτημα II, τα κράτη μέλη αποφασίζουν κατά πόσο το έργο θα υποβληθεί σε εκτίμηση σύμφωνα με τα άρθρα 5 έως 10. Τα κράτη μέλη αποφασίζουν βάσει:

α)

κατά περίπτωση εξέτασης·

ή

β)

κατωτάτων ορίων ή κριτηρίων που καθορίζει το κράτος μέλος.

Τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόσουν και τις δύο διαδικασίες που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β).

3.   Όταν διενεργείται κατά περίπτωση εξέταση ή καθορίζονται κατώτατα όρια ή κριτήρια για τους σκοπούς της παραγράφου 2, λαμβάνονται υπόψη τα σχετικά κριτήρια επιλογής που ορίζονται στο παράρτημα III. Τα κράτη μέλη δύνανται να θεσπίζουν κατώτατα όρια ή κριτήρια που καθορίζουν πότε τα έργα δεν οφείλουν να υπόκεινται στην απόφαση με βάση τις παραγράφους 4 και 5 ή σε εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων, και/ή κατώτατα όρια ή κριτήρια που καθορίζουν πότε τα έργα πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να υπόκεινται σε εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων χωρίς να υπόκεινται στην απόφαση που ορίζεται στις παραγράφους 4 και 5.

4.   Σε περίπτωση που τα κράτη μέλη αποφασίσουν να απαιτήσουν απόφαση για έργα αναφερόμενα στο παράρτημα II, ο κύριος του έργου παρέχει πληροφορίες για τα χαρακτηριστικά του έργου και τον δυνητικό σημαντικό αντίκτυπό του στο περιβάλλον. Λεπτομερής κατάλογος των πληροφοριών που πρέπει να παρέχονται καθορίζεται στο παράρτημα IIA. Ο κύριος του έργου λαμβάνει υπόψη, κατά περίπτωση, τα διαθέσιμα αποτελέσματα άλλων σχετικών εκτιμήσεων των περιβαλλοντικών επιπτώσεων που διενεργήθηκαν με βάση ενωσιακό νομοθέτημα πλην της παρούσης οδηγίας. Ο κύριος του έργου δύναται επίσης να παράσχει περιγραφή τυχόν χαρακτηριστικών του έργου και/ή μέτρων που προβλέπονται για να αποτραπούν ή να προληφθούν επιπτώσεις που σε άλλη περίπτωση θα ήταν σημαντικές και δυσμενείς για το περιβάλλον.

5.   Η αρμόδια αρχή λαμβάνει την απόφασή της με βάση τις πληροφορίες που παρείχε ο κύριος του έργου κατά την παράγραφο 4, συνεκτιμώντας τα τυχόν αποτελέσματα προκαταρκτικών ελέγχων ή εκτιμήσεων των περιβαλλοντικών επιπτώσεων που διενεργήθηκαν σύμφωνα με ενωσιακό νομοθέτημα πλην της παρούσης οδηγίας. Η απόφαση διατίθεται στο κοινό και:

α)

εφόσον αποφασιστεί ότι απαιτείται εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων, παραθέτει τους βασικούς λόγους για τους οποίους απαιτείται τέτοιου είδους εκτίμηση, με αναφορά στα σχετικά κριτήρια που καταγράφονται στο παράρτημα III· ή

β)

εφόσον αποφασιστεί ότι δεν απαιτείται εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων, παραθέτει τους βασικούς λόγους για τους οποίους δεν απαιτείται τέτοιου είδους εκτίμηση, με αναφορά στα σχετικά κριτήρια που καταγράφονται στο παράρτημα III και, εφόσον προτείνεται από τον κύριο του έργου, παραθέτει τα χαρακτηριστικά του έργου και/ή τα μέτρα που προβλέπονται για να αποτραπ[ούν] ή να προληφθ[ούν] επιπτώσεις που σε άλλη περίπτωση θα ήταν σημαντικές και δυσμενείς στο περιβάλλον.

6.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η αρμόδια αρχή αποφασίζει το ταχύτερο δυνατόν και εντός μεγίστης προθεσμίας 90 ημερών από την εκ μέρους του κυρίου του έργου υποβολή όλων των απαιτουμένων πληροφοριών κατά την παράγραφο 4. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, που εξαρτώνται επί παραδείγματι, από τη φύση, την πολυπλοκότητα, τη θέση ή το μέγεθος του έργου, η αρμόδια αρχή μπορεί να παρατείνει την εν λόγω προθεσμία για να αποφασίσει· στην περίπτωση αυτή, η αρμόδια αρχή ενημερώνει εγγράφως τον κύριο του έργου για τους λόγους παράτασης της προθεσμίας και για την αναμενόμενη ημερομηνία έκδοσης της απόφασής της.»

7

Το παράρτημα IIA της οδηγίας 2011/92 περιλαμβάνει κατάλογο των «[π]ληροφορ[ιών] που παρέχει ο κύριος του έργου σχετικά με τα έργα που απαριθμούνται στο παράρτημα II». Ορίζει τα εξής:

«1.

Περιγραφή του έργου όπου περιλαμβάνεται ειδικότερα:

α)

περιγραφή των φυσικών χαρακτηριστικών του όλου έργου και, εφόσον χρειάζεται, των εργασιών κατεδάφισής του·

β)

περιγραφή της χωροθέτησης του έργου, με ιδιαίτερη έμφαση στην περιβαλλοντική ευαισθησία των γεωγραφικών περιοχών που ενδέχεται να θιγούν.

2.

Περιγραφή των περιβαλλοντικών πτυχών που ενδέχεται να θιγούν σοβαρά από το έργο.

3.

Περιγραφή, στο μέτρο του δυνατού, πιθανών σημαντικών επιπτώσεων που το έργο ενδέχεται να προκαλέσει στο περιβάλλον από:

α)

τα αναμενόμενα κατάλοιπα και εκπομπές και την παραγωγή αποβλήτων, κατά περίπτωση·

β)

τη χρήση φυσικών πόρων, και ιδίως του εδάφους, της γης, των υδάτων και της βιοποικιλότητας.

4.

Κατά τη συγκέντρωση των πληροφοριών κατά τα σημεία 1 έως 3, λαμβάνονται υπόψη, κατά περίπτωση, τα κριτήρια του παραρτήματος III.»

8

Το παράρτημα III της οδηγίας 2011/92 προβλέπει τα «[κ]ριτήρια καθορισμού σχετικά με το κατά πόσον τα έργα που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ θα πρέπει να υπόκεινται σε εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων».

Η οδηγία 2014/52

9

Οι αιτιολογικές σκέψεις 11 και 29 της οδηγίας 2014/52 έχουν ως εξής:

«(11)

Με τα μέτρα που λαμβάνονται για να αποφευχθούν, να αποτραπούν, να μειωθούν και, ει δυνατόν, να αντισταθμισθούν σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, ιδίως για είδη και οικοτόπους προστατευομένους διά της [οδηγίας 92/43] και της οδηγίας [2009/147] αναμένεται ότι θα αποτραπεί η υποβάθμιση της ποιότητας του περιβάλλοντος και η τυχόν καθαρή απώλεια βιοποικιλότητας, σύμφωνα με τις δεσμεύσεις της [Ευρωπαϊκής] Ένωσης στο πλαίσιο της σύμβασης [των Ηνωμένων Εθνών για τη βιοποικιλότητα, η οποία υπεγράφη στο Ρίο ντε Τζανέιρο στις 5 Ιουνίου 1992,] και τους στόχους και τις δράσεις της στρατηγικής της Ένωσης για τη βιοποικιλότητα με ορίζοντα το 2020 που καθορίζονται στην ανακοίνωση της Επιτροπής [προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών] της 3ης Μαΐου 2011 με τίτλο: “Η ασφάλεια ζωής μας, το φυσικό μας κεφάλαιο: στρατηγική της ΕΕ για τη βιοποικιλότητα με ορίζοντα το 2020” ([COM(2011) 244 τελικό]).

[…]

(29)

Οι αρμόδιες αρχές, όταν προσδιορίζουν κατά πόσον είναι πιθανόν να προκληθούν από ένα έργο σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, θα πρέπει να καθορίζουν ποια είναι τα πλέον συναφή κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και θα πρέπει να χρησιμοποιούνται οι τυχόν διαθέσιμες πρόσθετες πληροφορίες που προέκυψαν από άλλες εκτιμήσεις με βάση την ενωσιακή νομοθεσία, ώστε να εφαρμόζεται αποτελεσματικά και με διαφάνεια η διαδικασία προελέγχου. Εν προκειμένω, είναι σκόπιμο να διευκρινισθεί το περιεχόμενο της απόφασης προελέγχου, ιδίως όταν δεν απαιτείται εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Επιπλέον, συνιστά ορθή διοικητική πρακτική να λαμβάνονται υπόψη αυθόρμητες παρατηρήσεις από άλλες πηγές, όπως μέλη του ευρέος κοινού ή δημόσιες αρχές, έστω και αν στη φάση προελέγχου δεν απαιτείται επίσημη διαβούλευση.»

Η οδηγία 92/43

10

Το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 92/43 ορίζει τα εξής:

«Κάθε σχέδιο, μη άμεσα συνδεόμενο ή αναγκαίο για τη διαχείριση του τόπου, το οποίο όμως είναι δυνατόν να επηρεάζει σημαντικά τον εν λόγω τόπο, καθεαυτό ή από κοινού με άλλα σχέδια, εκτιμάται δεόντως ως προς τις επιπτώσεις του στον τόπο, λαμβανομένων υπόψη των στόχων διατήρησής του. Βάσει των συμπερασμάτων της εκτίμησης των επιπτώσεων στον τόπο και εξαιρουμένης της περίπτωσης των διατάξεων της παραγράφου 4, οι αρμόδιες εθνικές αρχές συμφωνούν για το οικείο σχέδιο μόνον αφού βεβαιωθούν ότι δεν θα παραβλάψει την ακεραιότητα του τόπου περί του οποίου πρόκειται και, ενδεχομένως, αφού εκφρασθεί πρώτα η δημόσια γνώμη.»

11

Το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/43 ορίζει τα εξής:

«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να θεσπισθεί ένα καθεστώς αυστηρής προστασίας των ζωικών ειδών που αναφέρονται στο σημείο α) του παραρτήματος IV, στην περιοχή φυσικής κατανομής τους, που να απαγορεύει:

α)

κάθε μορφή σύλληψης ή θανάτωσης, εκ προθέσεως, δειγμάτων αυτών των ειδών λαμβανομένων στη φύση·

β)

να παρενοχλούνται εκ προθέσεως τα εν λόγω είδη, ιδίως κατά την περίοδο αναπαραγωγής, την περίοδο κατά την οποία τα νεογνά εξαρτώνται από τη μητέρα, τη χειμερία νάρκη και τη μετανάστευση·

γ)

την εκ προθέσεως καταστροφή ή τη συλλογή των αυγών στο φυσικό περιβάλλον·

δ)

τη βλάβη ή καταστροφή των τόπων αναπαραγωγής ή των τόπων ανάπαυσης.»

12

Το παράρτημα IV, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 92/43 αναφέρεται σε «[ό]λα τα είδη» νυχτερίδων που ανήκουν στην υποτάξη microchiroptera.

Το ιρλανδικό δίκαιο

Η κανονιστική απόφαση του 2001 περί χωροταξικού σχεδιασμού και ανάπτυξης

13

Το άρθρο 109 της Planning and Development Regulations 2001 (κανονιστικής αποφάσεως του 2001 περί χωροταξικού σχεδιασμού και ανάπτυξης), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, ορίζει τα εξής:

«[…]

(2B)

(a)

Όταν αίτηση χωροταξικού σχεδιασμού για έργο κάτω του κατώτατου ορίου δεν περιλαμβάνει έκθεση εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων, αλλά συνοδεύεται από τις πληροφορίες που καθορίζονται στο παράρτημα 7A και στην παράγραφο 2A, ή όταν ο αιτών υποβάλλει τις πληροφορίες αυτές στο συμβούλιο βάσει προβλεπόμενης στην παράγραφο 2, στοιχείο b, σημείο ii, απαίτησης, το συμβούλιο εξετάζει στο πλαίσιο προκαταρκτικής αξιολόγησης τουλάχιστον τη φύση, το μέγεθος ή την τοποθεσία του έργου.

(b)

Το συμβούλιο, στο πλαίσιο του προκαταρκτικού ελέγχου:

(i)

εάν κρίνει ότι δεν υπάρχει ρεαλιστική πιθανότητα το προτεινόμενο έργο να έχει σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, αποφαίνεται ότι δεν απαιτείται εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων, ή

(ii)

εάν κρίνει ότι υπάρχει ρεαλιστική πιθανότητα το προτεινόμενο έργο να έχει σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον,

(I)

αποφαίνεται ότι το συγκεκριμένο έργο ενδέχεται να έχει τέτοιες επιπτώσεις, και

(II)

με έγγραφη ειδοποίηση την οποία κοινοποιεί στον αιτούντα, ζητεί από τον τελευταίο να υποβάλει στο συμβούλιο εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων και να συμμορφωθεί προς τις απαιτήσεις του άρθρου 112.

[…]

(4)

(a)

Προκειμένου να αποφανθεί στο πλαίσιο του προκαταρκτικού ελέγχου κατά την παράγραφο 2B ως προς το ζήτημα κατά πόσον υπάρχει ρεαλιστική πιθανότητα το προτεινόμενο έργο να έχει σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, το συμβούλιο λαμβάνει υπόψη

(i)

τα κριτήρια που καθορίζονται στο παράρτημα 7,

(ii)

τις πληροφορίες που υποβάλλονται σύμφωνα με το παράρτημα 7A,

(iii)

τις συμπληρωματικές πληροφορίες, εφόσον υπάρχουν, που μνημονεύονται στην παράγραφο 2A, στοιχείο a, και την περιγραφή, εφόσον υπάρχει, που μνημονεύεται στην παράγραφο 2A, στοιχείο b,

(iv)

τα διαθέσιμα αποτελέσματα σχετικών προκαταρκτικών ελέγχων ή εκτιμήσεων περιβαλλοντικών επιπτώσεων που διενεργήθηκαν βάσει άλλων νομοθετικών πράξεων της Ένωσης, πλην της [οδηγίας 2011/92], και

(v)

σημαντικές επιπτώσεις σε τόπο, ζώνη, χώρο, τοποθεσία ή στοιχείο, στο μέτρο που αφορά έργο το οποίο βρίσκεται ή θα μπορούσε να έχει αντίκτυπο σε

(I)

ευρωπαϊκό τόπο,

(II)

ζώνη για την οποία έχει δημοσιευθεί ανακοίνωση βάσει του άρθρου 16, παράγραφος 2, στοιχείο b, του Wildlife (Amendment) Act 2000 (No. 38 of 2000) [νόμου 38/2000 περί πανίδας και χλωρίδας (τροποποίηση)],

(III)

ζώνη ορισθείσα ως ζώνη φυσικής κληρονομιάς δυνάμει του άρθρου 18 του νόμου 38/2000 περί πανίδας και χλωρίδας (τροποποίηση),

(IV)

εκτάσεις που έχουν χαρακτηριστεί ή αναγνωριστεί ως φυσικό καταφύγιο, κατά την έννοια των άρθρων 15 ή 16 του Wildlife Act 1976 (No. 39 of 1976) (νόμου 39/1976 περί πανίδας και χλωρίδας),

(V)

εκτάσεις που έχουν οριστεί ως καταφύγιο πανίδας ή χλωρίδας βάσει του άρθρου 17 του νόμου 39/1976 περί πανίδας και χλωρίδας,

(VI)

χώρος, τόπος ή στοιχείο οικολογικού ενδιαφέροντος του οποίου η διατήρηση, η διαφύλαξη ή η προστασία αποτελεί αντικείμενο χωροταξικού σχεδιασμού ή τοπικού πολεοδομικού σχεδίου, έργου χωροταξικού σχεδιασμού ή έργου τοπικού πολεοδομικού σχεδίου ή πρότασης τροποποίησης του χωροταξικού σχεδιασμού της ζώνης την οποία αφορά ο προτεινόμενος χωροταξικός σχεδιασμός, ή

(VII)

χώρος ή τόπος τον οποίο ο Υπουργός Πολιτισμού, Πολιτιστικής Κληρονομιάς και Gaeltacht έχει συμπεριλάβει σε προτεινόμενο κατάλογο περιοχών εθνικής κληρονομιάς που δημοσιεύεται στον δικτυακό τόπο του συμβουλίου εθνικών πάρκων και άγριας ζωής.

(b)

Η απόφαση που λαμβάνει το συμβούλιο στο πλαίσιο του προκαταρκτικού ελέγχου σύμφωνα με την παράγραφο 2B ως προς το ζήτημα κατά πόσον υπάρχει ρεαλιστική πιθανότητα σημαντικών επιπτώσεων του έργου στο περιβάλλον, περιλαμβανομένων των βασικών λόγων και εκτιμήσεων βάσει των οποίων εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση, αναφορικά με τα κριτήρια του παραρτήματος 7, καθώς και κάθε κοινοποίηση που πραγματοποιήθηκε βάσει της παραγράφου 2C, στοιχείο c, αρχειοθετούνται μαζί με τα έγγραφα που αφορούν την αίτηση περί χωροταξικού σχεδιασμού.

(5)

Όταν από την απόφαση που εκδόθηκε στο πλαίσιο του προκαταρκτικού ελέγχου σύμφωνα με την παράγραφο 2B προκύπτει ότι το προτεινόμενο έργο δεν αναμένεται να έχει σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον και ο αιτών έχει υποβάλει κατά την παράγραφο 2A, στοιχείο b, περιγραφή τυχόν χαρακτηριστικών του προτεινόμενου έργου και μέτρων τα οποία τυχόν προβλέπονται για την αποτροπή ή την πρόληψη επιπτώσεων οι οποίες σε άλλη περίπτωση θα ήταν σημαντικές και δυσμενείς για το περιβάλλον, το συμβούλιο αναφέρει στην εν λόγω απόφαση τα χαρακτηριστικά αυτά, εφόσον υπάρχουν, και τα μέτρα, εάν προβλέπονται.

[…]»

14

Το άρθρο 299B, παράγραφος 2, της ως άνω κανονιστικής απόφασης προβλέπει τα εξής:

«(b)

(i)

Όταν οι πληροφορίες που μνημονεύονται στην παράγραφο 1, στοιχείο b, σημείο ii, περίπτωση II, έχουν παρασχεθεί από τον αιτούντα, το συμβούλιο, προκειμένου να εκδώσει απόφαση στο πλαίσιο του προκαταρκτικού ελέγχου, εξετάζει τουλάχιστον τη φύση, το μέγεθος ή την τοποθεσία του χωροταξικού σχεδιασμού.

(ii)

Το συμβούλιο, στο πλαίσιο του προκαταρκτικού ελέγχου:

(I)

εάν κρίνει ότι δεν υπάρχει ρεαλιστική πιθανότητα το προτεινόμενο έργο να έχει σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, αποφαίνεται ότι δεν απαιτείται εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων, ή

(II)

εάν κρίνει ότι υπάρχει ρεαλιστική πιθανότητα το προτεινόμενο έργο να έχει σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον,

(A)

αποφαίνεται ότι ο χωροταξικός σχεδιασμός θα έχει πιθανόν τέτοιες επιπτώσεις, και

(B)

δεν προβαίνει σε εξέταση της αίτησης, βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 3, στοιχείο a, του Planning and Development (Housing and Residential Tenancies) Act 2016 [νόμου του 2016 περί πολεοδομικού σχεδιασμού και ανάπτυξης (στέγαση και μισθώσεις κατοικιών) (στο εξής: νόμος του 2016)].»

Ο νόμος του 2016

15

Το άρθρο 8, παράγραφος 3, του νόμου του 2016 ορίζει τα εξής:

«(a)

Το συμβούλιο μπορεί να αρνηθεί να εξετάσει αίτηση η οποία υποβλήθηκε βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 1, εφόσον κρίνει ότι η αίτηση χορήγησης άδειας, η έκθεση εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων ή η αξιολόγηση επιπτώσεων σε περιοχές του δικτύου Natura, εφόσον απαιτείται τέτοια αξιολόγηση, είναι ανεπαρκής ή ελλιπής, λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, των κανονισμών περί χορηγήσεως άδειας και των ρυθμίσεων που θεσπίζονται δυνάμει του άρθρου 12 ή του άρθρου 177 του [Planning and Development Act 2000 (νόμου του 2000 περί χωροταξικού σχεδιασμού και ανάπτυξης)] ή τυχόν διαβούλευσης διεξαχθείσας βάσει του άρθρου 6.

[…]»

16

Το άρθρο 9 του νόμου του 2016 προβλέπει στην παράγραφο 5 τα εξής:

«Εφόσον το συμβούλιο δεν έχει αρνηθεί βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 3, να εξετάσει αίτηση, καμία διάταξη της εν λόγω παραγράφου δεν έχει την έννοια ότι το συμβούλιο κωλύεται να αρνηθεί τη χορήγηση άδειας για έργο στρατηγικού οικιστικού σχεδιασμού κατόπιν αίτησης η οποία υποβλήθηκε βάσει του άρθρου 4, εφόσον θεωρεί ότι ο προτεινόμενος οικιστικός σχεδιασμός θα ήταν πρώιμος λόγω της ανεπάρκειας ή των ελλείψεων της έκθεσης εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων ή της αξιολόγησης των επιπτώσεων σε περιοχές του δικτύου Natura η οποία συνυποβάλλεται με την αίτηση χορήγησης άδειας, εφόσον απαιτείται τέτοια αξιολόγηση.»

Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

17

Η διαφορά της κύριας δίκης αφορά στρατηγικό οικιστικό σχέδιο για την κατασκευή 123 διαμερισμάτων στο Ballincollig (Ιρλανδία), καθώς και τις σχετικές εργασίες.

18

Για τους σκοπούς της αίτησης για την αδειοδότηση του έργου, πραγματοποιήθηκε δενδροκομική μελέτη και κατόπιν της διενέργειας σχετικού ελέγχου συντάχθηκαν δύο εκθέσεις εξ ονόματος του κυρίου του έργου, εκ των οποίων η πρώτη αφορούσε την προβλεπόμενη στην οδηγία 2011/92 εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων (στο εξής: ΕΠΕ) και η δεύτερη αφορούσε την προβλεπόμενη στο άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 92/43 δέουσα εκτίμηση των επιπτώσεων του έργου σε περιοχές που έχουν οριστεί ως ειδικές ζώνες διατήρησης ή ζώνες ειδικής προστασίας.

19

Στην πρώτη έκθεση δεν περιλαμβάνεται ειδική ανάλυση της πανίδας και της χλωρίδας, ούτε και γίνεται μνεία του αντικτύπου του έργου στις νυχτερίδες, ο δε πίνακας αξιολόγησης που περιέχεται σε αυτή δεν αναφέρεται στη βιοποικιλότητα. Ούτε και η δεύτερη έκθεση κάνει ειδική μνεία στον πραγματικό αντίκτυπο του έργου στις νυχτερίδες, καθώς περιέχει απλώς μια γενική αναφορά στο γεγονός ότι «διαταραχή της πανίδας μπορεί να προκληθεί άμεσα από την απώλεια οικοτόπου (όπως είναι, για παράδειγμα, οι φωλιές των νυχτερίδων) ή έμμεσα από τον θόρυβο, τις δονήσεις και την αύξηση των δραστηριοτήτων που συνδέονται με τις δραστηριότητες της κατασκευής και της εκμετάλλευσης». Μόνον η δεύτερη έκθεση κάνει μνεία στη βιοποικιλότητα, αναφέρεται όμως αποκλειστικά στις περιοχές του δικτύου Natura 2000 και όχι στο οικοσύστημα της περιοχής την οποία καλύπτει ο χωροταξικός σχεδιασμός.

20

Η δενδροκομική εκτίμηση πραγματοποιήθηκε εντός μίας μόνον ημέρας και εντόπισε δεκατρία δέντρα τα οποία έπρεπε να κοπούν. Στο πλαίσιο της αξιολόγησης αυτής, δεν ελήφθη υπόψη ούτε η πραγματική ή δυνητική χρήση των δένδρων από τις νυχτερίδες ούτε το αν οι νυχτερίδες χρησιμοποιούσαν την περιοχή για την αναζήτηση τροφής ή για τις μετακινήσεις τους. Εντούτοις, ενώ η έκθεση του προκαταρκτικού ελέγχου για την ΕΠΕ προτείνει τη διατήρηση της υφιστάμενης βλάστησης στην περιοχή «στο μέτρο του δυνατού» και ενώ αναφέρει ότι μέσω της βελτίωσης της βλάστησης με εργασίες διαμόρφωσης τοπίου το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης έργο θα έχει θετικό αντίκτυπο στη βιοποικιλότητα, στην πραγματικότητα θα κοπούν κάποια δένδρα, εκ των οποίων ορισμένα κυπαρίσσια και δύο από τις έξι βελανιδιές της έκτασης.

21

Στις 7 Ιουλίου 2020 η προσφεύγουσα της κύριας δίκης υπέβαλε παρατηρήσεις στο συμβούλιο, στις οποίες επισήμανε ότι η περιοχή του προτεινόμενου χωροταξικού σχεδιασμού βρισκόταν σε άμεση γειτνίαση με οικολογικό διάδρομο κατά μήκος του ποταμού Lee, ανέφερε δε την παρατήρηση νυχτερίδων στην ίδια τοποθεσία, επισημαίνοντας μεταξύ άλλων, στηριζόμενη σε μελέτη της πανίδας των νυχτερίδων η οποία είχε πραγματοποιηθεί το 2016, ότι «[ο]ι τρέχουσες καταγραφές νυχτερίδων στο άμεσο περιβάλλον [έδειξαν] ότι υπάρχουν διάφορα είδη νυχτερίδων που χρησιμοποιούν τον παρόχθιο διάδρομο και [ότι] οι καθοριστικές επιπτώσεις στα συγκεκριμένα ζώα [θα προκύψουν] από την πιθανή απώλεια φωλιών και ζωνών αναζήτησης τροφής καθώς και από τη διατάραξη των διαδρομών που χρησιμοποιούν».

22

Στις 11 Σεπτεμβρίου 2020 ο εξεταστής πρότεινε να χορηγηθεί η άδεια. Έκρινε ότι, γενικώς, η επίμαχη περιοχή δεν παρείχε κατάλληλα ενδιαιτήματα για άγρια ζώα ή είδη τα οποία απαιτείται να διατηρηθούν, επιβεβαίωσε όμως ότι η κοπή των δένδρων θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τις οδηγίες δεόντως εξειδικευμένου επιστήμονα, προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να έχει το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης έργο επιπτώσεις στις νυχτερίδες. Ο εξεταστής δεν προέβη σε προκαταρκτικό έλεγχο για την ΕΠΕ, κρίνοντας ότι ένας τέτοιος έλεγχος δεν ήταν αναγκαίος μετά τη διενέργεια προκαταρκτικής μελέτης.

23

Το συμβούλιο αδειοδότησε το έργο με απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 2020, χωρίς να απαιτήσει ΕΠΕ και χωρίς να συλλέξει άλλες πληροφορίες σχετικά με την παρουσία νυχτερίδων. Συγκεκριμένα, βάσει του προκαταρκτικού ελέγχου που διενήργησε όσον αφορά την ανάγκη πραγματοποίησης ΕΠΕ για το έργο, το συμβούλιο έκρινε ότι «η υποβληθείσα από τον κύριο του έργου έκθεση επί του συγκεκριμένου ζητήματος [προσδιορίζει] και [περιγράφει] επαρκώς τις άμεσες, έμμεσες και σωρευτικές επιπτώσεις του προτεινόμενου έργου στο περιβάλλον», κατέληξε δε στο συμπέρασμα ότι, «λόγω της φύσεως, του μεγέθους και της θέσεως της επίμαχης περιοχής, ο προτεινόμενος χωροταξικός σχεδιασμός δεν θα έχει πιθανώς σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον». Κατόπιν των παρατηρήσεων της προσφεύγουσας της κύριας δίκης, δεν ζητήθηκε καμία συμπληρωματική πληροφορία από τον κύριο του έργου. Ωστόσο, κατόπιν προτάσεως του εξεταστή, η χορηγηθείσα άδεια περιλαμβάνει τον ακόλουθο όρο:

«21.

Η κοπή των δέντρων που πρέπει να αφαιρεθούν από την περιοχή πρέπει να πραγματοποιηθεί στο τέλος της θερινής περιόδου ή κατά τη διάρκεια του φθινοπώρου. Τυχόν ενέργειες που διαταράσσουν τις νυχτερίδες της περιοχής θα πρέπει να εκτελούνται κατά τον εγγράφως συμφωνημένο με την αρμόδια πολεοδομική αρχή τρόπο, κατόπιν γνωμοδότησης εξειδικευμένου επιστήμονα.

Αιτιολογία: Προς το συμφέρον της διατήρησης του φυσικού περιβάλλοντος.»

24

Επιληφθέν προσφυγής την οποία άσκησε η προσφεύγουσα της κύριας δίκης κατά της ως άνω αποφάσεως, το High Court (ανώτερο δικαστήριο, Ιρλανδία), το οποίο είναι το αιτούν δικαστήριο, διερωτάται, πρώτον, αν η οδηγία 2011/92 απαιτεί από τον κύριο του έργου, μεταξύ άλλων, να συλλέξει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με τα είδη ή τα ενδιαιτήματα που ενδέχεται να επηρεαστούν από το έργο, διενεργώντας ή συγκεντρώνοντας κατάλληλες επιστημονικές μελέτες προκειμένου να αρθεί κάθε αμφιβολία ως προς τυχόν σημαντικές επιπτώσεις του σε τέτοια είδη ή ενδιαιτήματα. Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ως προς τις υποχρεώσεις που ενδεχομένως επιβάλλονται στον κύριο του έργου και στην αρμόδια αρχή σε περίπτωση που τρίτος παράσχει στην τελευταία συμπληρωματικές πληροφορίες οι οποίες μπορούν αντικειμενικά να δημιουργήσουν αμφιβολίες σχετικά με τις επιπτώσεις του έργου στο περιβάλλον.

25

Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ποιο είναι το κατώτατο όριο που πρέπει να ισχύει, αν δηλαδή το συμβούλιο οφείλει να άρει κάθε εύλογη αμφιβολία σχετικά με τυχόν σημαντικές επιπτώσεις του έργου στο περιβάλλον ή αν αρκεί να αποφασίσει κατ’ «εύλογη» κρίση βάσει των εγγράφων που έχει στη διάθεσή του. Κατά το αιτούν δικαστήριο, αν η απόφαση με την οποία δεν κρίνεται αναγκαία η πραγματοποίηση ΕΠΕ προϋποθέτει την άρση κάθε εύλογης αμφιβολίας, τότε η απόφαση να μην πραγματοποιηθεί ΕΠΕ στην υπό εξέταση περίπτωση θα ήταν παράνομη. Αντιθέτως, αν το κριτήριο είναι απλώς η εύλογη κρίση του συμβουλίου και όχι η άρση κάθε αμφιβολίας, τότε συντρέχουν παράγοντες βάσει των οποίων η απόφαση αυτή θα ήταν αποδεκτή.

26

Δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν ασκεί επιρροή επί των ζητημάτων που μνημονεύονται στις σκέψεις 24 και 25 της παρούσας απόφασης το γεγονός ότι οι αμφιβολίες που διατύπωσε η προσφεύγουσα της κύριας δίκης στις παρατηρήσεις που υπέβαλε στις 7 Ιουλίου 2020 αφορούν είδη τα οποία εμπίπτουν στο καθεστώς αυστηρής προστασίας του άρθρου 12 της οδηγίας 92/43.

27

Υπό τις συνθήκες αυτές, το High Court (ανώτερο δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)

Έχει το άρθρο 4, παράγραφος 4, και/ή η παράγραφος 3 του παραρτήματος IIA [της οδηγίας 2011/92], κατ’ ορθή ερμηνεία υπό το πρίσμα της αρχής της προφύλαξης, την έννοια ότι στην περίπτωση που πρέπει να προσκομιστούν πληροφορίες που εμπίπτουν στο εν λόγω παράρτημα και όταν η αρμόδια αρχή έχει στην κατοχή της υλικό από το οποίο συνάγεται ότι ζωικά είδη ή οικότοποι ενδέχεται να επηρεασθούν από ένα έργο, ο ενδιαφερόμενος κύριος του έργου πρέπει να συλλέξει όλες τις κρίσιμες πληροφορίες όσον αφορά τα είδη ή τους οικοτόπους που ενδέχεται να επηρεασθούν από το έργο διενεργώντας ο ίδιος ή αποκτώντας πρόσβαση σε επιστημονικές μελέτες ικανές να άρουν τυχόν αμφιβολίες περί σημαντικών επιπτώσεων σε αυτά τα είδη ή αυτούς του οικοτόπους και ότι σε περίπτωση απουσίας των αποτελεσμάτων τέτοιων μελετών, η αρμόδια αρχή πρέπει να ενημερωθεί σχετικά και υποχρεούται να ενεργήσει με βάση την απουσία επαρκών πληροφοριών προς άρση των αμφιβολιών ως προς το εάν το έργο θα έχει σημαντικές επιπτώσεις για το περιβάλλον;

2)

Έχει το άρθρο 4, παράγραφος 4, και/ή η παράγραφος 3 του παραρτήματος IIA της [οδηγίας 2011/92], κατ’ ορθή ερμηνεία υπό το πρίσμα της αρχής της προφύλαξης, την έννοια ότι, στην περίπτωση που πρέπει να προσκομιστούν πληροφορίες που εμπίπτουν στο εν λόγω παράρτημα, η αρμόδια αρχή οφείλει να αποκλείσει οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την επέλευση σημαντικών συνεπειών στο περιβάλλον εφόσον προτείνει να μην υποβληθεί το έργο σε εκτίμηση βάσει των άρθρων 5 έως 10 της οδηγίας 2011/92 και, συνεπώς, ότι εάν κατά τη διαδικασία του άρθρου 4, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας η αρμόδια αρχή δεν έχει στην κατοχή της επαρκή πληροφοριακά στοιχεία για τον αποκλεισμό τυχόν αμφιβολιών ως προς το εάν το συγκεκριμένο έργο θα έχει σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, το έργο πρέπει να υποβληθεί σε εκτίμηση βάσει των άρθρων 5 έως 10 της οδηγίας;

3)

Σε περίπτωση εν γένει αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, προκύπτουν τέτοιες συνέπειες στον βαθμό που οι δυνητικές σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον αφορούν είδη τα οποία ενδέχεται να επηρεασθούν από το έργο, όταν τα είδη αυτά τυγχάνουν αυστηρής προστασίας δυνάμει του άρθρου 12 της [οδηγίας 92/43], λαμβανομένης υπόψη, μεταξύ άλλων, της σημασίας των εν λόγω ειδών όπως αναγνωρίζεται από το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2011/92 και την αιτιολογική σκέψη 11 της οδηγίας 2014/52;

4)

Έχει το άρθρο 4, παράγραφος 4, και/ή η παράγραφος 3, του παραρτήματος IIA της [οδηγίας 2011/92], κατ’ ορθή ερμηνεία υπό το πρίσμα της αρχής της προφύλαξης, την έννοια ότι εάν, μετά την παροχή πληροφοριών από τον κύριο του έργου όπως ορίζει το παράρτημα IIA της οδηγίας, παρασχεθούν από τρίτους στην αρμόδια αρχή πρόσθετες πληροφορίες οι οποίες είναι αντικειμενικώς ικανές να δημιουργήσουν αμφιβολίες ως προς τις επιπτώσεις του έργου στο περιβάλλον, ο κύριος του έργου οφείλει είτε να παράσχει στην αρμόδια αρχή περαιτέρω πληροφορίες οι οποίες θα άρουν τις αμφιβολίες αυτές είτε να ενημερώσει την αρμόδια αρχή σχετικά με την απουσία σχετικών πληροφοριών ή η ίδια η αρμόδια αρχή υποχρεούται να αναζητήσει περαιτέρω πληροφορίες οι οποίες θα αποκλείσουν τις εν λόγω αμφιβολίες ή, επικουρικώς, να αποφασίσει ότι απαιτείται η διενέργεια εκτιμήσεως κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 5 έως 10 της [οδηγίας 2011/92] λόγω της απουσίας πληροφοριακών στοιχείων ικανών να άρουν τις αμφιβολίες ως προς το εάν το έργο θα έχει σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον;

5)

Σε περίπτωση εν γένει αρνητικής απαντήσεως στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, προκύπτουν τέτοιες συνέπειες στον βαθμό που οι δυνητικές σημαντικές επιπτώσεις του συγκεκριμένου έργου στο περιβάλλον αφορούν είδη τα οποία ενδέχεται να επηρεασθούν από το έργο, όταν τα είδη αυτά τυγχάνουν αυστηρής προστασίας δυνάμει του άρθρου 12 της οδηγίας 92/43, λαμβανομένης υπόψη, μεταξύ άλλων, της σημασίας των εν λόγω ειδών όπως αναγνωρίζεται από το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2011/92 και την αιτιολογική σκέψη 11 της οδηγίας 2014/52;»

Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

28

Με τα προδικαστικά ερωτήματα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 4, παράγραφοι 4 έως 6, της οδηγίας 2011/92 έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση που, στο πλαίσιο διαδικασίας προκαταρκτικού ελέγχου η οποία διεξάγεται βάσει της εν λόγω διάταξης, τρίτος παρέσχε στην αρμόδια αρχή πληροφορίες οι οποίες μπορούν αντικειμενικά να δημιουργήσουν αμφιβολίες όσον αφορά τις δυνητικές σημαντικές επιπτώσεις συγκεκριμένου έργου στο περιβάλλον και, ειδικότερα, σε προστατευόμενο δυνάμει της οδηγίας 92/43 είδος, ο κύριος του έργου ή, κατά περίπτωση, η ίδια η αρμόδια αρχή οφείλει να συλλέξει όλες τις κρίσιμες πληροφορίες προκειμένου να αρθεί κάθε αμφιβολία ως προς τις επιπτώσεις αυτές και, εφόσον δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ύπαρξης τέτοιας αμφιβολίας, η αρμόδια αρχή πρέπει να αποφασίσει ότι απαιτείται ΕΠΕ.

29

Πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2011/92 ορίζει ότι τα σχέδια έργων που μπορούν να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, υπό την έννοια του άρθρου 4, σε συνδυασμό με το παράρτημα Ι ή με το παράρτημα ΙΙ της οδηγίας, πρέπει, πριν χορηγηθεί η άδεια, να υποβάλλονται σε ΕΠΕ όσον αφορά τις επιπτώσεις αυτές (απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 2018, Comune di Castelbellino, C‑117/17, EU:C:2018:129, σκέψη 24 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

30

Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2011/92 διευκρινίζει ότι, με την επιφύλαξη του άρθρου 2, παράγραφος 4, τα έργα που απαριθμούνται στο παράρτημα I υποβάλλονται σε εκτίμηση σύμφωνα με τα άρθρα 5 έως 10 της οδηγίας. Επομένως, θεωρείται ότι τα συγκεκριμένα έργα ενέχουν κατ’ ανάγκην τον κίνδυνο επέλευσης σημαντικών επιπτώσεων στο περιβάλλον.

31

Όσον αφορά τα έργα που απαριθμούνται στο παράρτημα II της οδηγίας 2011/92, το άρθρο 4, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας προβλέπει ότι τα κράτη μέλη αποφασίζουν αν συγκεκριμένο έργο θα υποβληθεί σε ΕΠΕ βάσει κατά περίπτωση εξέτασης ή βάσει κατώτατων ορίων ή κριτηρίων τα οποία καθορίζει το οικείο κράτος μέλος ή, εφόσον απαιτείται, με βάση αμφότερες τις διαδικασίες. Όπως προκύπτει από τον συνδυασμό της προαναφερθείσας διάταξης και της αιτιολογικής σκέψης 9 της οδηγίας 2011/92, τα εν λόγω έργα δεν έχουν απαραιτήτως σε όλες τις περιπτώσεις σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον και, ως εκ τούτου, ένα έργο θα πρέπει να υποβάλλεται σε εκτίμηση μόνον εφόσον το κράτος μέλος θεωρεί ότι το έργο αυτό ενδέχεται να έχει τέτοιες επιπτώσεις.

32

Συναφώς, το άρθρο 4, παράγραφος 3, της οδηγίας 2011/92 διευκρινίζει ότι τα κράτη μέλη δύνανται να θεσπίζουν κατώτατα όρια ή κριτήρια που καθορίζουν πότε δεν απαιτείται για ένα έργο απόφαση βάσει των παραγράφων 4 και 5 του εν λόγω άρθρου ή ΕΠΕ και/ή κατώτατα όρια ή κριτήρια που καθορίζουν πότε ένα έργο πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να υποβάλλεται σε ΕΠΕ χωρίς να απαιτείται η έκδοση της προβλεπόμενης στις παραγράφους 4 και 5 απόφασης.

33

Τέλος, στην περίπτωση που κράτος μέλος αποφασίσει να απαιτήσει την έκδοση τέτοιας απόφασης, οι παράγραφοι 4 και 5 προβλέπουν διαδικασία προκαταρκτικής εξέτασης η οποία διεξάγεται ως ακολούθως.

34

Πρώτον, ο κύριος του έργου παρέχει πληροφορίες για τα χαρακτηριστικά του έργου και για τον δυνητικό σημαντικό αντίκτυπό του στο περιβάλλον. Λεπτομερής κατάλογος των πληροφοριών που πρέπει να παρέχονται καθορίζεται στο παράρτημα IIA της οδηγίας 2011/92. Οι πληροφορίες αυτές πρέπει να περιέχουν περιγραφή των στοιχείων του περιβάλλοντος που ενδέχεται να επηρεαστούν σημαντικά από το έργο, καθώς και περιγραφή όλων των σημαντικών επιπτώσεων που μπορεί να έχει το έργο στο περιβάλλον, στο μέτρο που υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες για τις επιπτώσεις αυτές. Ο κύριος του έργου δύναται επίσης να παράσχει περιγραφή τυχόν χαρακτηριστικών του έργου και/ή τυχόν μέτρων που προβλέπονται για την αποτροπή ή την πρόληψη επιπτώσεων που σε άλλη περίπτωση θα ήταν σημαντικές και δυσμενείς για το περιβάλλον.

35

Δεύτερον, η αρμόδια αρχή αποφασίζει βάσει των πληροφοριών που παρέχει κατά τα ανωτέρω ο κύριος του έργου, λαμβάνοντας υπόψη τα σχετικά κριτήρια επιλογής που καθορίζονται στο παράρτημα III της οδηγίας 2011/92.

36

Στο πλαίσιο αυτό, εφόσον συντρέχει περίπτωση λαμβάνονται επίσης υπόψη, αφενός, από τον κύριο του έργου τα διαθέσιμα αποτελέσματα άλλων σχετικών εκτιμήσεων των επιπτώσεων του συγκεκριμένου έργου στο περιβάλλον οι οποίες διενεργήθηκαν βάσει άλλων νομοθετικών πράξεων της Ένωσης πλην της οδηγίας 2011/92 και, αφετέρου, από την αρμόδια αρχή τα αποτελέσματα προκαταρκτικών ελέγχων ή εκτιμήσεων περιβαλλοντικών επιπτώσεων που διενεργήθηκαν βάσει τέτοιων νομοθετικών πράξεων.

37

Τρίτον, η απόφαση τίθεται στη διάθεση του κοινού και μνημονεύει, μεταξύ άλλων, τους βασικούς λόγους για τους οποίους απαιτείται ή δεν απαιτείται ΕΠΕ, βάσει των σχετικών κριτηρίων που απαριθμούνται στο παράρτημα III της οδηγίας 2011/92.

38

Αντιθέτως, η οδηγία 2011/92 δεν προβλέπει ρητώς υποχρέωση διαβούλευσης με το κοινό κατά τη διαδικασία προκαταρκτικού ελέγχου. Συγκεκριμένα, η αιτιολογική σκέψη 29 της οδηγίας 2014/52, η οποία διευκρινίζει τον σκοπό που επιδιώκει το άρθρο 4, παράγραφοι 4 έως 6, της οδηγίας 2011/92, αναφέρει ότι «συνιστά ορθή διοικητική πρακτική να λαμβάνονται υπόψη αυθόρμητες παρατηρήσεις από άλλες πηγές, όπως μέλη του ευρέος κοινού ή δημόσιες αρχές», επισημαίνοντας ότι «στη φάση προελέγχου δεν απαιτείται επίσημη διαβούλευση».

39

Ομοίως, η οδηγία 2011/92 δεν ορίζει τις περιπτώσεις στις οποίες η αρμόδια αρχή έχει τη δυνατότητα ή την υποχρέωση να ζητήσει από τον κύριο του έργου την παροχή συμπληρωματικών πληροφοριών.

40

Συνεπώς, η οδηγία 2011/92 δεν προβλέπει ρητώς ότι η αρμόδια αρχή, μετά την υποβολή παρατηρήσεων από τρίτο όσον αφορά ενδεχόμενες σημαντικές επιπτώσεις του συγκεκριμένου έργου στο περιβάλλον, υποχρεούται να ζητήσει συμπληρωματικές πληροφορίες από τον κύριο του έργου ή να συλλέξει η ίδια τις πληροφορίες αυτές.

41

Ωστόσο, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, από το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2011/92 συνάγεται ότι, όταν υπάρχει η πιθανότητα ή ο κίνδυνος το επίμαχο έργο να έχει σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, η ΕΠΕ είναι υποχρεωτική. Λαμβανομένης υπόψη της αρχής της προφύλαξης, η οποία αποτελεί ένα από τα θεμέλια της πολιτικής υψηλού επιπέδου προστασίας που ακολουθεί η Ένωση στον τομέα του περιβάλλοντος, υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει να ερμηνευθεί η οδηγία 2011/92, θεωρείται ότι τέτοιος κίνδυνος υφίσταται όταν δεν μπορεί να αποκλειστεί βάσει αντικειμενικών στοιχείων το ενδεχόμενο σημαντικών επιπτώσεων του έργου στο περιβάλλον (πρβλ. απόφαση της 31ης Μαΐου 2018, Επιτροπή κατά Πολωνίας,C‑526/16, EU:C:2018:356, σκέψεις 66 και 67 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

42

Επομένως, στο πλαίσιο της διαδικασίας προκαταρκτικού ελέγχου, σκοπός της οποίας είναι να κριθεί κατά πόσον απαιτείται ΕΠΕ, η αρμόδια αρχή οφείλει να λάβει υπόψη όλες τις σχετικές πληροφορίες που διαθέτει, περιλαμβανομένων και εκείνων που έχουν υποβληθεί αυθόρμητα από τρίτο, εφόσον οι εν λόγω πληροφορίες περιέχουν αντικειμενικά στοιχεία βάσει των οποίων μπορεί να εκτιμήσει κατά πόσον υπάρχει κίνδυνος το έργο να έχει σημαντικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις.

43

Εξάλλου, στις περιπτώσεις που η αρμόδια αρχή εκτιμά, βάσει πληροφοριακών στοιχείων που έθεσε στη διάθεσή της τρίτος, ότι το ενδεχόμενο να έχει το έργο σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον δεν μπορεί να αποκλειστεί, πρέπει –πριν αποφασίσει κατά πόσον για το συγκεκριμένο έργο απαιτείται ΕΠΕ– να επιτρέπει στον κύριο του έργου να της παράσχει συμπληρωματικές πληροφορίες. Πράγματι, όπως προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 4, παράγραφοι 4 και 5, της οδηγίας 2011/92, ο κύριος του έργου διαδραματίζει πρωτεύοντα ρόλο όσον αφορά την παροχή των πληροφοριών που καθιστούν δυνατή την έκδοση απόφασης από την αρμόδια αρχή. Για τον σκοπό αυτόν και, ειδικότερα, προκειμένου η εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων να είναι υποχρεωτική μόνον όσον αφορά τα έργα που ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, η αρμόδια αρχή πρέπει να διαθέτει όσο το δυνατόν πληρέστερα πληροφοριακά στοιχεία.

44

Επιπλέον, η αρμόδια αρχή δεν μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι υπάρχει κίνδυνος να έχει το έργο σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, με την αιτιολογία ότι οι παρασχεθείσες από τον κύριο του έργου πληροφορίες είναι ελλιπείς, χωρίς να του έχει προηγουμένως ζητήσει να παράσχει συμπληρωματικά πληροφοριακά στοιχεία.

45

Αντιθέτως, στην περίπτωση που, παρά τα στοιχεία που έχει υποβάλει τρίτος, η αρμόδια αρχή είναι σε θέση, στηριζόμενη σε αντικειμενικά στοιχεία, να αποκλείσει το ενδεχόμενο να έχει το έργο σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, μπορεί να αποφασίσει, χωρίς να είναι υποχρεωμένη να ζητήσει την παροχή συμπληρωματικών πληροφοριών από τον κύριο του έργου, ότι δεν απαιτείται ΕΠΕ.

46

Πρέπει να προστεθεί, αφενός, ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, ένα έργο θεωρείται ότι ενδέχεται να έχει σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον όταν, λόγω της φύσης του και ανεξαρτήτως του μεγέθους του, ενέχει τον κίνδυνο ουσιώδους ή μη αναστρέψιμης μεταβολής περιβαλλοντικών παραγόντων, όπως είναι η πανίδα και η χλωρίδα, το έδαφος ή τα ύδατα (απόφαση της 31ης Μαΐου 2018, Επιτροπή κατά Πολωνίας,C‑526/16, EU:C:2018:356, σκέψη 65 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

47

Αφετέρου, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, το γράμμα του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2011/92 είναι ουσιαστικώς όμοιο με εκείνο του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 92/43 (πρβλ. απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2004, Waddenvereniging και Vogelbeschermingsvereniging, C‑127/02, EU:C:2004:482, σκέψη 42).

48

Συναφώς, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, ο όρος που διατυπώνεται στο άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 92/43 υποδηλώνει ότι τέτοια εκτίμηση είναι απαραίτητη σε περιπτώσεις αμφιβολίας ως προς την απουσία σημαντικών συνεπειών (πρβλ. απόφαση της 26ης Μαΐου 2011, Επιτροπή κατά Βελγίου,C‑538/09, EU:C:2011:349, σκέψη 41 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Ωστόσο, το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 92/43 έχει την έννοια ότι η αρμόδια αρχή κράτους μέλους, στην περίπτωση που αποφασίζει να χορηγήσει, χωρίς να απαιτήσει τη διενέργεια δέουσας εκτίμησης κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, άδεια για σχέδιο ή έργο το οποίο ενδέχεται να επηρεάσει τόπο προστατευόμενο δυνάμει της οδηγίας αυτής, έχει την υποχρέωση να εκθέσει επαρκώς τους λόγους βάσει των οποίων, πριν από τη χορήγηση της επίμαχης άδειας, σχημάτισε την πεποίθηση, παρά τις αντίθετες γνώμες και τις εύλογες αμφιβολίες που ενδεχομένως εκφράστηκαν στο πλαίσιό τους, ότι αποκλείεται κάθε εύλογη αμφιβολία, από επιστημονικής απόψεως, όσον αφορά το ενδεχόμενο το συγκεκριμένο έργο να επηρεάσει σημαντικά τον επίμαχο τόπο (απόφαση της 15ης Ιουνίου 2023, Eco Advocacy, C‑721/21, EU:C:2023:477, σκέψη 43).

49

Εξ αυτού συνάγεται ότι, στο πλαίσιο διαδικασίας προκαταρκτικού ελέγχου που διενεργείται βάσει της οδηγίας 2011/92, πρέπει να πληρούνται δύο προϋποθέσεις προκειμένου η αρμόδια αρχή, λαμβανομένων υπόψη των παρατηρήσεων που της έχει υποβάλει τρίτος, να είναι υποχρεωμένη να ζητήσει από τον κύριο του έργου την παροχή συμπληρωματικών πληροφοριών. Αφενός, οι υποβληθείσες παρατηρήσεις πρέπει να αφορούν «σημαντικές» δυνητικές επιπτώσεις του έργου στο περιβάλλον. Αφετέρου, οι εν λόγω παρατηρήσεις πρέπει πράγματι να μπορούν να καταστήσουν αδύνατη τη διαπίστωση ότι δεν υφίσταται καμία εύλογη αμφιβολία, από επιστημονικής απόψεως, όσον αφορά το ενδεχόμενο να έχει το συγκεκριμένο έργο σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον.

50

Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να κρίνει αν, λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων που είχε στη διάθεσή του το συμβούλιο κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης της 16ης Σεπτεμβρίου 2020, συμπεριλαμβανομένων των στοιχείων που προσκόμισε η προσφεύγουσα της κύριας δίκης στο πλαίσιο των παρατηρήσεων που υπέβαλε στις 7 Ιουλίου 2020, το συμβούλιο μπορούσε, παρά τα στοιχεία που περιέχονταν στις παρατηρήσεις αυτές, να σχηματίσει την πεποίθηση ότι δεν υπήρχε καμία εύλογη αμφιβολία, από επιστημονικής απόψεως, όσον αφορά το ενδεχόμενο να έχει το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης έργο σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, ιδίως σε προστατευόμενα είδη δυνάμει της οδηγίας 92/43.

51

Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, στα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 4, παράγραφοι 4 έως 6, της οδηγίας 2011/92 έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση που, στο πλαίσιο διαδικασίας προκαταρκτικού ελέγχου η οποία διεξάγεται βάσει της εν λόγω διάταξης, τρίτος παρέσχε στην αρμόδια αρχή αντικειμενικά στοιχεία σχετικά με τις δυνητικές σημαντικές επιπτώσεις συγκεκριμένου έργου στο περιβάλλον και, ειδικότερα, σχετικά με τέτοιες επιπτώσεις σε είδος προστατευόμενο δυνάμει της οδηγίας 92/43, η αρμόδια αρχή οφείλει να ζητήσει από τον κύριο του έργου συμπληρωματικές πληροφορίες, τις οποίες και πρέπει να λάβει υπόψη της πριν αποφασίσει κατά πόσον για το συγκεκριμένο έργο απαιτείται ΕΠΕ. Αντιθέτως, στην περίπτωση που, παρά τις παρατηρήσεις που έχει υποβάλει τρίτος στην αρμόδια αρχή, το ενδεχόμενο σημαντικών επιπτώσεων του έργου στο περιβάλλον μπορεί βάσει αντικειμενικών στοιχείων να αποκλειστεί, η αρμόδια αρχή δύναται να αποφασίσει ότι δεν απαιτείται ΕΠΕ, χωρίς να υποχρεούται να ζητήσει την παροχή συμπληρωματικών πληροφοριών από τον κύριο του έργου.

Επί των δικαστικών εξόδων

52

Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δέκατο τμήμα) αποφαίνεται:

 

Το άρθρο 4, παράγραφοι 4 έως 6, της οδηγίας 2011/92/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2014/52/UE του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014,

 

έχει την έννοια ότι:

 

σε περίπτωση που, στο πλαίσιο διαδικασίας προκαταρκτικού ελέγχου η οποία διεξάγεται βάσει της εν λόγω διάταξης, τρίτος παρέσχε στην αρμόδια αρχή αντικειμενικά στοιχεία σχετικά με τις δυνητικές σημαντικές επιπτώσεις συγκεκριμένου έργου στο περιβάλλον και, ειδικότερα, σχετικά με τέτοιες επιπτώσεις σε είδος προστατευόμενο δυνάμει της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2013/17/ΕΕ του Συμβουλίου, της 13ης Μαΐου 2013, η αρμόδια αρχή οφείλει να ζητήσει από τον κύριο του έργου συμπληρωματικές πληροφορίες, τις οποίες και πρέπει να λάβει υπόψη της πριν αποφασίσει κατά πόσον για το συγκεκριμένο έργο απαιτείται εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Αντιθέτως, στην περίπτωση που, παρά τις παρατηρήσεις που έχει υποβάλει τρίτος στην αρμόδια αρχή, το ενδεχόμενο σημαντικών επιπτώσεων του έργου στο περιβάλλον μπορεί βάσει αντικειμενικών στοιχείων να αποκλειστεί, η αρμόδια αρχή δύναται να αποφασίσει ότι δεν απαιτείται εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων, χωρίς να υποχρεούται να ζητήσει την παροχή συμπληρωματικών πληροφοριών από τον κύριο του έργου.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.