ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JEAN RICHARD DE LA TOUR
της 10ης Απριλίου 2025 ( 1 )
Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑758/24 [Alace] και C‑759/24 [Canpelli] ( i )
LC (C‑758/24)
και
CP (C‑759/24)
κατά
Commissione Territoriale per il riconoscimento della Protezione Internazionale di Roma – sezione procedure alla frontiera II
[αιτήσεις του Tribunale ordinario di Roma (πρωτοδικείου Ρώμης, Ιταλία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Διεθνής προστασία – Οδηγία 2013/32/ΕΕ – Κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας – Άρθρα 36 και 37 – Περιεχόμενο του όρου “ασφαλής χώρα καταγωγής” και της συναφούς έννοιας – Τεκμήριο ασφάλειας της χώρας καταγωγής – Τρόπος χαρακτηρισμού – Χαρακτηρισμός, με εθνικό νόμο, τρίτης χώρας η οποία ενδέχεται να μη διασφαλίζει επαρκή προστασία από τον κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης για ορισμένες κατηγορίες προσώπων – Περιθώριο εκτίμησης των κρατών μελών – Δυνατότητα πρόβλεψης εξαιρέσεων για περιορισμένες και σαφώς αναγνωρίσιμες κατηγορίες προσώπων – Άρθρο 46, παράγραφοι 1 και 3 – Δικαίωμα πραγματικής δικαστικής προσφυγής – Γνωστοποίηση των πηγών πληροφοριών – Εξουσία του εθνικού δικαστή να ελέγξει τη νομιμότητα της πράξης χαρακτηρισμού»
I. Εισαγωγή
|
1. |
Η έννοια της ασφαλούς χώρας καταγωγής, στηριζόμενη σε αρχή και εφαρμοζόμενη κατά τρόπο που προβλέπονται στα άρθρα 36 και 37 και στο παράρτημα Ι της οδηγίας 2013/32/ΕΕ ( 2 ), παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να θεσπίσουν ειδικό καθεστώς για την εξέταση των αιτήσεων διεθνούς προστασίας, βάσει του οποίου μπορούν να επιταχύνουν τη διαδικασία και να τη διεξάγουν στα σύνορα ή σε ζώνες διέλευσης, καθόσον τεκμαίρεται ότι οι προερχόμενοι από μια τέτοια χώρα αιτούντες τυγχάνουν στη χώρα αυτή επαρκούς προστασίας από τον κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους. |
|
2. |
Η εισαγωγή της έννοιας της ασφαλούς χώρας καταγωγής στο δίκαιο της Ένωσης έχει εγείρει διάφορα ζητήματα, μεταξύ των οποίων τα ζητήματα της νομιμότητας και της αντικειμενικότητας της αξιολόγησης που πραγματοποιούν τα κράτη μέλη στο πλαίσιο αυτό ( 3 ). Ήδη το 1992, όταν η έννοια αυτή εισήχθη στο διεθνές προσφυγικό δίκαιο, ο Guy Serle Goodwin-Gill διερωτήθηκε, συναφώς, σε μια θεμελιώδη συνεισφορά: «Who then is to say that countries are safe? And by whose standards? Secret men in secret rooms reading secret memos? No.» ( 4 ). |
|
3. |
Οι υπό κρίση υποθέσεις εγείρουν ακριβώς το ζήτημα της έκτασης της εξουσίας και των αρμοδιοτήτων των κρατών μελών στο πλαίσιο του χαρακτηρισμού των ασφαλών χωρών καταγωγής και ακολουθούν τη νομολογιακή γραμμή της απόφασης της 4ης Οκτωβρίου 2024, Ministerstvo vnitra České republiky, Odbor azylové a migrační politiky ( 5 ). Τα προδικαστικά ερωτήματα του Tribunale ordinario di Roma (πρωτοδικείου Ρώμης, Ιταλία) τίθενται, εν προκειμένω, στο ειδικό πλαίσιο περίπτωσης κατά την οποία οι αιτούντες διεθνή προστασία είναι αμφότεροι υπήκοοι τρίτης χώρας που έχει χαρακτηριστεί από τον Ιταλό νομοθέτη ως ασφαλής χώρα καταγωγής, ήτοι του Μπαγκλαντές, και μεταφέρθηκαν, συνεπώς, στο κέντρο κράτησης του Gjadër (Αλβανία) όπου η αίτησή τους εξετάστηκε με ταχεία διαδικασία «στα σύνορα» και έπειτα απορρίφθηκε ως προδήλως αβάσιμη ( 6 ). |
|
4. |
Το πρώτο, το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα αφορούν την εφαρμογή της έννοιας της ασφαλούς χώρας καταγωγής και αποσκοπούν στην αποσαφήνιση των υποχρεώσεων που υπέχουν τα κράτη μέλη στο πλαίσιο αυτό προκειμένου να διασφαλίζουν την ύπαρξη αποτελεσματικού δικαστικού ελέγχου κατά την έννοια του άρθρου 46 της οδηγίας 2013/32 και του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ( 7 ). Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει κατά πόσον ένα κράτος μέλος μπορεί να χαρακτηρίσει με νομοθετική πράξη τρίτη χώρα ως ασφαλή χώρα καταγωγής χωρίς ο αιτών που προέρχεται από την εν λόγω χώρα και το εθνικό δικαστήριο που επιλήφθηκε της προσφυγής κατά της εκδοθείσας σε βάρος του απορριπτικής απόφασης να μπορούν, αντιστοίχως, να αμφισβητήσουν και να ελέγξουν τη νομιμότητα ενός τέτοιου χαρακτηρισμού στο πλαίσιο μιας πλήρους και ex nunc εξέτασης της αίτησης διεθνούς προστασίας, λόγω της μη γνωστοποίησης των πηγών πληροφοριών στις οποίες στηρίζεται ο χαρακτηρισμός αυτός. |
|
5. |
Το δε τέταρτο προδικαστικό ερώτημα αφορά την ίδια την έννοια της «ασφαλούς χώρας καταγωγής» και αποσκοπεί στην αποσαφήνιση του γράμματος του παραρτήματος Ι της οδηγίας 2013/32. Συγκεκριμένα, τη στιγμή που οι διαθέσιμες πηγές πληροφοριών σχετικά με τις γενικές συνθήκες στο Μπαγκλαντές καταδεικνύουν την ύπαρξη κινδύνου δίωξης ή σοβαρής βλάβης για ορισμένες κατηγορίες προσώπων που ζουν στη χώρα αυτή, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει κατά πόσον ένα κράτος μέλος μπορεί να χαρακτηρίσει μια τρίτη χώρα ως ασφαλή χώρα καταγωγής, αν μέρος του πληθυσμού της ( 8 ) ενδέχεται να μην τυγχάνει επαρκούς προστασίας στην εν λόγω χώρα. |
II. Το νομικό πλαίσιο
Α. Το δίκαιο της Ένωσης
|
6. |
Οι αιτιολογικές σκέψεις 18, 40 και 42 της οδηγίας 2013/32 έχουν ως εξής:
[...]
[...]
|
|
7. |
Το άρθρο 31 της οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Διαδικασία εξέτασης», ορίζει στην παράγραφο 8, στοιχείο βʹ, τα εξής: «Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίσουν ότι μια διαδικασία εξέτασης σύμφωνα με τις βασικές αρχές και εγγυήσεις του κεφαλαίου ΙΙ μπορεί να επιταχυνθεί και/ή να διενεργηθεί στα σύνορα ή σε ζώνες διέλευσης σύμφωνα με το άρθρο 43, εφόσον: [...]
|
|
8. |
Κατά το άρθρο 36 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Έννοια της ασφαλούς χώρας καταγωγής»: «1. Τρίτη χώρα που έχει χαρακτηρισθεί ως ασφαλής χώρα καταγωγής σύμφωνα με την παρούσα οδηγία μπορεί, έπειτα από ατομική εξέταση της αίτησης, να θεωρηθεί ως ασφαλής χώρα καταγωγής για συγκεκριμένο αιτούντα μόνο εφόσον ο αιτών:
και δεν έχει προβάλει σοβαρούς λόγους για να θεωρηθεί ότι η χώρα δεν είναι ασφαλής χώρα καταγωγής υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες στις οποίες ευρίσκεται και όσον αφορά τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας σύμφωνα με την οδηγία 2011/95/ΕΕ [ ( 9 )]. 2. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν στην εθνική νομοθεσία τους περαιτέρω κανόνες και λεπτομερείς διατάξεις για την εφαρμογή της έννοιας της ασφαλούς [χώρας καταγωγής].» |
|
9. |
Το άρθρο 37 της οδηγίας 2013/32, το οποίο φέρει τον τίτλο «Εθνικός χαρακτηρισμός τρίτων χωρών ως ασφαλών χωρών καταγωγής», έχει ως εξής: «1. Τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρούν ή να θεσπίζουν νομοθεσία που προβλέπει, σύμφωνα με το παράρτημα I, τον εθνικό χαρακτηρισμό ασφαλών χωρών καταγωγής για την εξέταση αιτήσεων διεθνούς προστασίας. 2. Τα κράτη μέλη επανεξετάζουν τακτικά την κατάσταση στις τρίτες χώρες που χαρακτηρίζονται ασφαλείς χώρες καταγωγής σύμφωνα με το παρόν άρθρο. 3. Η αξιολόγηση του κατά πόσον μια τρίτη χώρα είναι ασφαλής χώρα καταγωγής σύμφωνα με το παρόν άρθρο βασίζεται σε σειρά πηγών πληροφοριών, περιλαμβανομένων ειδικότερα πληροφοριών από άλλα κράτη μέλη, τον [Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (EUAA) ( 10 )], τον UNHCR, το Συμβούλιο της Ευρώπης και άλλους σχετικούς διεθνείς οργανισμούς. 4. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην [Ευρωπαϊκή] Επιτροπή τις χώρες που χαρακτηρίζονται ως ασφαλείς χώρες καταγωγής βάσει του παρόντος άρθρου.» |
|
10. |
Το άρθρο 46 της οδηγίας αυτής σχετικά με το «[δ]ικαίωμα πραγματικής προσφυγής» προβλέπει τα εξής: «1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αιτούντες να έχουν δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου κατά των ακόλουθων αποφάσεων:
[...] 3. Προκειμένου να τηρούν τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 1, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η πραγματική προσφυγή να εξασφαλίζει πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας σύμφωνα με την οδηγία [2011/95], τουλάχιστον κατά τις διαδικασίες [εκδίκασης] ένδικου [βοηθήματος] ενώπιον πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. [...]» |
|
11. |
Το παράρτημα I της οδηγίας 2013/32, το οποίο φέρει τον τίτλο «Χαρακτηρισμός των ασφαλών χωρών καταγωγής κατά την έννοια του άρθρου 37 παράγραφος 1», έχει ως εξής: «Μια χώρα θεωρείται ως ασφαλής χώρα καταγωγής εάν, βάσει της νομικής κατάστασης, της εφαρμογής του δικαίου στο πλαίσιο δημοκρατικού συστήματος και των γενικών πολιτικών συνθηκών, καταδεικνύεται σαφώς ότι γενικά και μόνιμα δεν υφίσταται δίωξη όπως ορίζεται στο άρθρο 9 της οδηγίας [2011/95] ούτε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία ούτε απειλή που προκύπτει από τη χρήση αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης. Κατά την εκτίμηση αυτή λαμβάνεται μεταξύ άλλων υπόψη ο βαθμός στον οποίο παρέχεται προστασία κατά της δίωξης ή της κακομεταχείρισης με τα εξής:
|
Β. Το ιταλικό δίκαιο
1. Το νομοθετικό διάταγμα 25/2008
|
12. |
Το άρθρο 2 bis, παράγραφοι 1 έως 4, του decreto legislativo n. 25 – Attuazione della direttiva 2005/85/CE recante norme minime per le procedure applicate negli Stati membri ai fini del riconoscimento e della revoca dello status di rifugiato (νομοθετικού διατάγματος 25, περί εφαρμογής της οδηγίας 2005/85/ΕΚ σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα [ΕΕ 2005, L 326, σ. 13]) ( 15 ), της 28ης Ιανουαρίου 2008, όπως τροποποιήθηκε με την decreto-legge n. 158 – Disposizioni urgenti in materia di procedure per il riconoscimento della protezione internazionale (πράξη νομοθετικού περιεχομένου 158, για τη θέσπιση επειγουσών διατάξεων σχετικών με τη χορήγηση διεθνούς προστασίας) ( 16 ), της 23ης Οκτωβρίου 2024 ( 17 ), προβλέπει τα εξής: «1. Κατ’ εφαρμογήν των κριτηρίων χαρακτηρισμού που προβλέπονται στην ευρωπαϊκή νομοθεσία και των στοιχείων που αντλούνται από πηγές πληροφοριών που παρέχονται από τους αρμόδιους διεθνείς οργανισμούς, ως ασφαλείς χώρες καταγωγής θεωρούνται οι ακόλουθες χώρες: Αλβανία, Αλγερία, Μπανγκλαντές, Βοσνία και Ερζεγοβίνη, Πράσινο Ακρωτήριο, Ακτή Ελεφαντοστού, Αίγυπτος, Γκάμπια, Γεωργία, Γκάνα, Κοσσυφοπέδιο, Βόρεια Μακεδονία, Μαρόκο, Μαυροβούνιο, Περού, Σενεγάλη, Σερβία, Σρι Λάνκα και Τυνησία. 2. Ένα κράτος που δεν ανήκει στην Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να θεωρηθεί ασφαλής χώρα καταγωγής εάν, βάσει του νομικού του συστήματος, της εφαρμογής του δικαίου στο πλαίσιο δημοκρατικού συστήματος και της γενικής πολιτικής κατάστασης, καταδεικνύεται σαφώς ότι γενικά και μόνιμα δεν υφίστανται πράξεις δίωξης [...] ούτε βασανιστήρια ή άλλες μορφές απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή κίνδυνος που προκύπτει από τη χρήση αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης. Ο χαρακτηρισμός μιας ασφαλούς χώρας καταγωγής μπορεί να γίνει με πρόβλεψη εξαίρεσης σχετικά με κατηγορίες προσώπων. 3. Για τους σκοπούς της αξιολόγησης της παραγράφου 2, λαμβάνεται υπόψη, μεταξύ άλλων, ο βαθμός στον οποίο παρέχεται προστασία κατά των διώξεων και της κακομεταχείρισης με τα εξής:
4. Η αξιολόγηση του κατά πόσον ένα κράτος που δεν είναι μέλος της [Ένωσης] αποτελεί ασφαλή χώρα καταγωγής βασίζεται σε πληροφορίες που παρέχονται από την Commissione nazionale per il diritto di asilo [εθνική επιτροπή για το άσυλο, Ιταλία], η οποία αξιοποιεί επίσης τις πληροφορίες που συλλέγει το κέντρο τεκμηρίωσης [...], καθώς και άλλες πηγές πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη [...], τον [EUAA], τον [UNHCR], το Συμβούλιο της Ευρώπης και άλλους αρμόδιους διεθνείς οργανισμούς. 4. bis Ο κατάλογος των ασφαλών χωρών καταγωγής επικαιροποιείται περιοδικά με νομοθετική πράξη και κοινοποιείται στην […] Επιτροπή. Για την επικαιροποίηση του καταλόγου της παραγράφου 1, το Consiglio dei Ministri [Υπουργικό Συμβούλιο, Ιταλία] καταρτίζει, έως τις 15 Ιανουαρίου κάθε έτους, έκθεση στην οποία αποτυπώνεται, τηρουμένων των επιτακτικών αναγκών ασφάλειας και διατήρησης των διεθνών σχέσεων και λαμβανομένων υπόψη των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 4, η κατάσταση των χωρών του ισχύοντος καταλόγου και η κατάσταση των χωρών που επιδιώκει να εγγραφούν σε αυτόν. Η κυβέρνηση διαβιβάζει την έκθεση στις αρμόδιες κοινοβουλευτικές επιτροπές.» |
|
13. |
Κατά το άρθρο 9, παράγραφος 2 bis, του νομοθετικού διατάγματος 25/2008: «Η απόφαση με την οποία απορρίπτεται η υποβληθείσα αίτηση [...] αιτιολογείται αποκλειστικά με αναφορά στο γεγονός ότι ο αιτών δεν απέδειξε την ύπαρξη σοβαρών λόγων προκειμένου να θεωρηθεί ότι η χώρα που έχει χαρακτηρισθεί ως ασφαλής χώρα καταγωγής δεν είναι ασφαλής λαμβανομένης υπόψη της ιδιαίτερης κατάστασης του αιτούντος.» |
|
14. |
Το άρθρο 28 ter, παράγραφος 1, στοιχείο b, του ως άνω νομοθετικού διατάγματος ορίζει τα εξής: «Η αίτηση θεωρείται προδήλως αβάσιμη [...] όταν συντρέχει μια από τις ακόλουθες περιπτώσεις: [...]
|
2. Η κοινή υπουργική απόφαση
|
15. |
Το άρθρο 1, παράγραφος 2, της decreto – Aggiornamento della lista dei Paesi di origine sicuri prevista dall’articolo 2-bis del decreto legislativo 28 gennaio 2008, n. 25 (απόφασης για την επικαιροποίηση του καταλόγου των ασφαλών χωρών καταγωγής κατά την έννοια του άρθρου 2 του νομοθετικού διατάγματος [25/2008]) ( 18 ), της 7ης Μαΐου 2024, έχει ως εξής: «Κατά την εξέταση των αιτήσεων διεθνούς προστασίας, η ιδιαίτερη κατάσταση του αιτούντος αξιολογείται βάσει των πληροφοριών που παρέχουν τα ενημερωτικά δελτία για τις χώρες καταγωγής τα οποία αναφέρονται στο σημείωμα που μνημονεύεται στο προοίμιο.» |
III. Τα πραγματικά περιστατικά των διαφορών των κύριων δικών και τα προδικαστικά ερωτήματα
|
16. |
Οι προσφεύγοντες των κύριων δικών είναι υπήκοοι Μπαγκλαντές. Αφού διασώθηκαν στη θάλασσα από τις ιταλικές αρχές, μεταφέρθηκαν, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 3, παράγραφοι 2 και 3, του πρωτοκόλλου συμφωνίας που μνημονεύεται στην υποσημείωση 6 των παρουσών προτάσεων, στο κέντρο κράτησης του Gjadër όπου έκαστος εξ αυτών υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας στις 16 Οκτωβρίου 2024. |
|
17. |
Σύμφωνα με τις σχετικές εθνικές διατάξεις, οι αιτήσεις αυτές εξετάστηκαν με ταχεία διαδικασία στα σύνορα από την Commissione Territoriale per il riconoscimento della Protezione Internazionale di Roma – sezione procedure alla frontiera II (τοπική επιτροπή Ρώμης για τη χορήγηση διεθνούς προστασίας – 2ο τμήμα διαδικασιών στα σύνορα, Ιταλία). Με αποφάσεις της 17ης Οκτωβρίου 2024, η εν λόγω επιτροπή απέρριψε τις αιτήσεις τους ως προδήλως αβάσιμες καθόσον οι προσφεύγοντες δεν κατόρθωσαν να ανατρέψουν το τεκμήριο ασφάλειας της χώρας καταγωγής τους. |
|
18. |
Στις 25 Οκτωβρίου 2024 έκαστος εκ των προσφευγόντων άσκησε προσφυγή κατά των αποφάσεων αυτών ενώπιον του Tribunale ordinario di Roma (πρωτοδικείου Ρώμης), το οποίο αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
|
|
19. |
Με απόφαση του Προέδρου του Δικαστηρίου της 21ης Νοεμβρίου 2024, αποφασίστηκε η συνεκδίκαση των υποθέσεων C‑758/24 και C‑759/24 προς διευκόλυνση της έγγραφης και της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής απόφασης. |
|
20. |
Το αιτούν δικαστήριο ζήτησε την εφαρμογή της επείγουσας προδικαστικής διαδικασίας η οποία προβλέπεται στο άρθρο 107 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου. Με απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 2024, το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αυτό. |
|
21. |
Το αιτούν δικαστήριο ζήτησε επίσης, επικουρικώς, να εκδικαστούν οι υπό κρίση υποθέσεις με την ταχεία προδικαστική διαδικασία του άρθρου 105 του Κανονισμού Διαδικασίας. Με απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 2024, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου έκανε δεκτό το αίτημα αυτό. |
|
22. |
Οι LC (υπόθεση C‑758/24) και CP (υπόθεση C‑759/24), η Ιταλική, η Βουλγαρική, η Τσεχική, η Γερμανική, η Ελληνική, η Γαλλική, η Κυπριακή, η Λεττονική, η Λιθουανική, η Ουγγρική, η Μαλτέζικη, η Ολλανδική, η Αυστριακή, η Πολωνική, η Σλοβακική, η Φινλανδική και η Σουηδική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή υπέβαλαν γραπτές και/ή προφορικές παρατηρήσεις. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η οποία διεξήχθη στις 25 Φεβρουαρίου 2025, απάντησαν στις ερωτήσεις που έθεσε προς προφορική απάντηση το Δικαστήριο. |
IV. Ανάλυση
Α. Επί του παραδεκτού
|
23. |
Με τις παρατηρήσεις της, η Ιταλική Κυβέρνηση προβάλλει ένσταση απαραδέκτου του πρώτου, του δευτέρου και του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος. |
|
24. |
Πρώτον, η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το αιτούν δικαστήριο δεν διευκρινίζει τον κανόνα του δικαίου της Ένωσης ο οποίος διέπει τη διαδικασία χαρακτηρισμού τρίτων χωρών ως ασφαλών χωρών καταγωγής και αντιτίθεται σε τέτοιον χαρακτηρισμό μέσω νομοθετικής πράξης. |
|
25. |
Ωστόσο, διαπιστώνεται ότι το αιτούν δικαστήριο παραθέτει λεπτομερώς, στα σημεία 17 έως 28 της αίτησής του, τις σχετικές διατάξεις του διεθνούς δικαίου, του δικαίου της Ένωσης και του ιταλικού δικαίου. Εξάλλου, η πράξη νομοθετικού περιεχομένου 158/2024, στην οποία παραπέμπει το αιτούν δικαστήριο, αναφέρει ρητώς στις αιτιολογικές σκέψεις της τόσο την οδηγία 2013/32 όσο και τον κανονισμό 2024/1348 και την απόφαση CV με αποτέλεσμα να ορίζεται σαφώς το νομικό πλαίσιο. |
|
26. |
Δεύτερον, η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η ζητούμενη ερμηνεία της διαδικασίας του χαρακτηρισμού αυτού δεν ασκεί επιρροή για την επίλυση της διαφοράς των κύριων δικών καθόσον δεν έχει καμία πρακτική επίπτωση στη συγκεκριμένη κατάσταση των προσφευγόντων και στην έκβαση των προσφυγών τους ( 19 ). Συναφώς, επισημαίνει ότι το Μπανγκλαντές είχε ήδη χαρακτηριστεί ως ασφαλής χώρα καταγωγής με την κοινή υπουργική απόφαση. Η πράξη νομοθετικού περιεχομένου 158/2024 απέκλεισε απλώς από τον κατάλογο των ασφαλών χωρών καταγωγής εκείνες για τις οποίες ίσχυαν εδαφικές εξαιρέσεις κατ’ εφαρμογήν της απόφασης CV, οι δε τροποποιήσεις που εισήγαγε στη διαδικασία κατάρτισης του καταλόγου των ασφαλών χωρών καταγωγής δεν επηρεάζουν τη διαδικασία αξιολόγησης και επανεξέτασης των συνθηκών ασφαλείας κάθε χώρας που περιλαμβάνεται στον κατάλογο αυτόν. |
|
27. |
Ωστόσο, τα προδικαστικά ερωτήματα δεν υποβάλλονται υπό το πρίσμα αυτό. Όπως επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, οι τροποποιήσεις που εισήγαγε η πράξη νομοθετικού περιεχομένου 158/2024 επηρεάζουν προδήλως τις δυνατότητες και τον τρόπο άσκησης του δικαστικού ελέγχου του χαρακτηρισμού αυτού καθόσον η εν λόγω πράξη ανήγαγε στην τάξη νομοθετικού κανόνα τον χαρακτηρισμό τρίτων χωρών ως ασφαλών χωρών καταγωγής, χωρίς ο Ιταλός νομοθέτης να διευκρινίζει τη μέθοδο αξιολόγησης και τα συγκεκριμένα κριτήρια εκτίμησης που χρησιμοποιήθηκαν ή τις πηγές από τις οποίες άντλησε τις πληροφορίες σχετικά με τις γενικές συνθήκες των οικείων χωρών. |
|
28. |
Τρίτον, η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα είναι αφηρημένο και υποθετικό, δεδομένου ότι το αιτούν δικαστήριο δεν διενήργησε καμία έρευνα προκειμένου να διαπιστώσει ότι το Μπαγκλαντές δεν είναι ασφαλής χώρα καταγωγής για ορισμένες κατηγορίες προσώπων και ότι οι αιτούντες ανήκουν σε μία από τις κατηγορίες αυτές. |
|
29. |
Ωστόσο, δεδομένου ότι ο χαρακτηρισμός τρίτης χώρας ως ασφαλούς χώρας καταγωγής έχει σημαντικές διαδικαστικές συνέπειες όσον αφορά τον τρόπο εξέτασης των αιτήσεων διεθνούς προστασίας που υποβάλλουν οι προσφεύγοντες οι οποίοι προέρχονται από τη χώρα αυτή, το ερώτημα αυτό δεν είναι αφηρημένο ή υποθετικό στο πλαίσιο του ελέγχου της νομιμότητας του εν λόγω χαρακτηρισμού. |
|
30. |
Συνεπώς, εκτιμώ ότι τα προδικαστικά ερωτήματα είναι παραδεκτά. |
Β. Επί της ουσίας
|
31. |
Το αιτούν δικαστήριο παραπέμπει, σε καθένα από τα προδικαστικά του ερωτήματα, στα άρθρα 36, 37 και 38 της οδηγίας 2013/32. Ενώ τα άρθρα 36 και 37 της οδηγίας αυτής προβλέπουν πράγματι την αρχή στην οποία στηρίζεται και τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζεται η έννοια της ασφαλούς χώρας καταγωγής, το άρθρο 38 διευκρινίζει τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή μιας άλλης νομικής έννοιας, ήτοι της έννοιας της ασφαλούς τρίτης χώρας. Δεδομένου ότι οι διαφορές των κύριων δικών δεν αφορούν «ασφαλή τρίτη χώρα» και ότι η έννοια αυτή διέπεται από διαφορετικούς κανόνες, θα εξετάσω τα ερωτήματα αυτά αποκλειστικά υπό το πρίσμα των διατάξεων των άρθρων 36 και 37 της εν λόγω οδηγίας. |
1. Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος, το οποίο αφορά τη φύση του κανόνα με τον οποίο χαρακτηρίζονται τρίτες χώρες ως ασφαλείς χώρες καταγωγής
|
32. |
Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Δικαστήριο να διευκρινίσει κατά πόσον τα άρθρα 36 και 37 της οδηγίας 2013/32 έχουν την έννοια ότι απαγορεύουν σε κράτος μέλος να χαρακτηρίζει τρίτη χώρα ως ασφαλή χώρα καταγωγής με νομοθετική πράξη. |
|
33. |
Το ερώτημα αυτό απορρέει από το γεγονός ότι, μέχρι την έκδοση της πράξης νομοθετικού περιεχομένου 158/2024, οι ιταλικές αρχές προέβαιναν στον χαρακτηρισμό τρίτων χωρών ως ασφαλών χωρών καταγωγής σε δύο στάδια. Σε πρώτο στάδιο, ο νόμος καθόριζε το νομικό πλαίσιο του χαρακτηρισμού αυτού (μέθοδος, κριτήρια, πηγές πληροφοριών, στοιχεία αξιολόγησης), ενώ, σε δεύτερο στάδιο, η αρμόδια διοικητική αρχή χαρακτήριζε, με κοινή υπουργική απόφαση, χώρες καταγωγής ως ασφαλείς βάσει των ενημερωτικών δελτίων πληροφοριών που αφορούσαν τις χώρες αυτές. |
|
34. |
Ωστόσο, η πράξη νομοθετικού περιεχομένου 158/2024 τροποποίησε το καθεστώς αυτό, απονέμοντας στον Ιταλό νομοθέτη την αρμοδιότητα να προβαίνει στον εν λόγω χαρακτηρισμό. Το άρθρο 2 bis του νομοθετικού διατάγματος 25/2008 χαρακτηρίζει, συνεπώς, ορισμένες τρίτες χώρες, συμπεριλαμβανομένου του Μπαγκλαντές, ως ασφαλείς χώρες καταγωγής. Η εν λόγω νομοθετική παρέμβαση φαίνεται να εισήγαγε σημαντική τροποποίηση στο δικονομικό σύστημα του εθνικού δικαίου καθόσον η επιλογή να χαρακτηρίζεται τρίτη χώρα ως ασφαλής χώρα καταγωγής όχι πλέον με διοικητική αλλά με νομοθετική πράξη περιορίζει, ακριβώς λόγω της φύσης του κανόνα αυτού, τον δικαστικό έλεγχο της νομιμότητας του χαρακτηρισμού αυτού τον οποίο θα πρέπει να μπορούν να ασκούν τα τακτικά δικαστήρια, και, ως εκ τούτου, την άσκηση των δικαιωμάτων άμυνας του αιτούντος. Συναφώς, στην υπόθεση C‑759/24, ο προσφεύγων επισημαίνει ότι το εθνικό δικαστήριο πρέπει, συνεπώς, να κινήσει παρεπόμενη, σε σχέση με την κύρια διαδικασία, διαδικασία ελέγχου συνταγματικότητας. |
|
35. |
Το πρώτο αυτό ερώτημα, σχετικά με τη φύση του εθνικού κανόνα, δεν εγείρει, κατά τη γνώμη μου, καμία ιδιαίτερη δυσχέρεια. |
|
36. |
Πράγματι, καμία διάταξη της οδηγίας 2013/32 δεν διευκρινίζει την αρχή ή τις αρχές των κρατών μελών που θα πρέπει να είναι επιφορτισμένες με τον χαρακτηρισμό των ασφαλών χωρών καταγωγής σε εθνικό επίπεδο, ανεξαρτήτως της κατάρτισης εθνικού καταλόγου, ούτε προσδιορίζει το πρόσφορο προς τον σκοπό αυτό μέσο. Το άρθρο 37, παράγραφος 1, της οδηγίας διευκρινίζει, απλώς, ότι «[τ]α κράτη μέλη μπορούν να διατηρούν ή να θεσπίζουν νομοθεσία που προβλέπει, σύμφωνα με το παράρτημα I, τον εθνικό χαρακτηρισμό ασφαλών χωρών καταγωγής για την εξέταση αιτήσεων διεθνούς προστασίας». Ο όρος «νομοθεσία» («legislation», στην απόδοση στην αγγλική γλώσσα, ή «normativa», στην απόδοση στην ιταλική γλώσσα) πρέπει να ερμηνεύεται υπό την ευρύτερη δυνατή έννοια, ως περιλαμβάνων πράξεις νομοθετικής, κανονιστικής ή διοικητικής φύσης. |
|
37. |
Κατά συνέπεια, τα κράτη μέλη διαθέτουν ευρύ περιθώριο εκτίμησης όσον αφορά την επιλογή των μέσων και των δικονομικών ρυθμίσεων για τη διασφάλιση του χαρακτηρισμού, στο εθνικό τους δίκαιο, τρίτων χωρών ως ασφαλών χωρών καταγωγής. Τίποτα δεν εμποδίζει να πραγματοποιείται ο χαρακτηρισμός αυτός με νομοθετική πράξη, δεδομένου ότι μια τέτοια επιλογή εμπίπτει, στην πραγματικότητα, στη θεσμική και διαδικαστική αυτονομία που αναγνωρίζεται στα κράτη μέλη. |
|
38. |
Εντούτοις, από το άρθρο 288, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ προκύπτει ότι η εν λόγω ελευθερία επιλογής ουδόλως απαλλάσσει τα κράτη μέλη από την υποχρέωση να λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εγγυώνται την υπεροχή του δικαίου της Ένωσης και να διασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα της οικείας οδηγίας, σύμφωνα με τον σκοπό που αυτή επιδιώκει και τις υποχρεώσεις που προβλέπει ( 20 ). Συνεπώς, η πράξη με την οποία ένα κράτος μέλος χαρακτηρίζει τρίτη χώρα ως ασφαλή χώρα καταγωγής δεν πρέπει να ασκεί καμία επιρροή στις υποχρεώσεις που αυτό υπέχει όσον αφορά την τήρηση των βασικών αρχών και των θεμελιωδών εγγυήσεων του κεφαλαίου II της οδηγίας 2013/32 και, ιδίως, όσον αφορά τον σεβασμό του δικαιώματος πραγματικής δικαστικής προσφυγής που αναγνωρίζεται στους αιτούντες διεθνή προστασία δυνάμει του άρθρου 46 της οδηγίας. |
|
39. |
Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών, προτείνω να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 36 και 37 της οδηγίας 2013/32 έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται σε πρακτική βάσει της οποίας κράτος μέλος χαρακτηρίζει τρίτη χώρα ως ασφαλή χώρα καταγωγής με νομοθετική πράξη, υπό την προϋπόθεση ότι μια τέτοια πρακτική εγγυάται την υπεροχή του δικαίου της Ένωσης και διασφαλίζει την πλήρη αποτελεσματικότητα της οδηγίας, σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που αυτή προβλέπει και τους σκοπούς που επιδιώκει. |
|
40. |
Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο υποβάλλει το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα. |
2. Επί του δευτέρου και του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος, τα οποία αφορούν τη γνωστοποίηση των πηγών πληροφοριών για τους σκοπούς του δικαστικού ελέγχου της πράξης χαρακτηρισμού τρίτης χώρας ως ασφαλούς χώρας καταγωγής
|
41. |
Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Δικαστήριο να διευκρινίσει κατά πόσον τα άρθρα 36 και 37, καθώς και το άρθρο 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32, ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα του άρθρου 47 του Χάρτη, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε πρακτική βάσει της οποίας κράτος μέλος χαρακτηρίζει τρίτη χώρα ως ασφαλή χώρα καταγωγής με νομοθετική πράξη, χωρίς να παρέχεται στον αιτούντα που προέρχεται από την εν λόγω χώρα και στο εθνικό δικαστήριο που έχει επιληφθεί της προσφυγής κατά της εκδοθείσας σε βάρος του απορριπτικής απόφασης η δυνατότητα, αντιστοίχως, να αμφισβητήσουν και να ελέγξουν τη νομιμότητα του χαρακτηρισμού αυτού υπό το πρίσμα των προϋποθέσεων του παραρτήματος I της οδηγίας, λόγω της μη γνωστοποίησης των πηγών πληροφοριών στις οποίες στηρίζεται ο χαρακτηρισμός. |
|
42. |
Επιπλέον, με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει κατά πόσον, υπό τις περιστάσεις αυτές, το εθνικό δικαστήριο μπορεί να ελέγξει τη νομιμότητα ενός τέτοιου χαρακτηρισμού υπό το πρίσμα των προϋποθέσεων του παραρτήματος αυτού, βάσει των πληροφοριών που έχει συλλέξει το ίδιο από τις πηγές που μνημονεύονται στο άρθρο 37, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας. |
|
43. |
Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι τα ερωτήματα αυτά απορρέουν από το γεγονός ότι υφίσταται, εκ των προτέρων, αντίφαση μεταξύ των στοιχείων που προκύπτουν από τις διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με τις γενικές συνθήκες στο Μπανγκλαντές και του τεκμηρίου του άρθρου 2 bis του νομοθετικού διατάγματος 25/2008 ότι η χώρα αυτή είναι ασφαλής χώρα καταγωγής. Ωστόσο, αντίθετα προς το προηγούμενο καθεστώς, η πράξη χαρακτηρισμού τρίτων χωρών ως ασφαλών χωρών καταγωγής δεν γνωστοποιεί τις συγκεκριμένες πηγές πληροφοριών βάσει των οποίων ο Ιταλός νομοθέτης αξιολόγησε την ασφάλεια της χώρας αυτής και, ιδίως, τη δυνατότητά της να εγγυάται στον πληθυσμό της επαρκή προστασία από τον κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης. Συνεπώς, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι, ελλείψει πρόσβασης στις πληροφορίες αυτές, τόσο ο ενδιαφερόμενος αιτών όσο και η δικαστική αρχή που επιλήφθηκε της προσφυγής του στερούνται τη δυνατότητα, αντιστοίχως, να αμφισβητήσουν και να ελέγξουν τη νομιμότητα ενός τέτοιου τεκμηρίου περί ασφαλούς χώρας, εξακριβώνοντας ιδίως την προέλευση, την εγκυρότητα, την αξιοπιστία, τη συνάφεια, τον επίκαιρο χαρακτήρα και την πληρότητα των πηγών αυτών. |
|
44. |
Τα εν λόγω προδικαστικά ερωτήματα δεν αφορούν, επομένως, τον έλεγχο τον οποίο οφείλει να διενεργεί η δικαστική αρχή σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 36, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32, το οποίο επιβάλλει παρέκκλιση από το τεκμήριο ασφάλειας της οικείας χώρας σε συγκεκριμένη περίπτωση, εφόσον προκύπτει, κατόπιν εξατομικευμένης και εμπεριστατωμένης εκτίμησης μιας αίτησης, ότι η χώρα αυτή δεν είναι ασφαλής λόγω της συγκεκριμένης κατάστασης του αιτούντος. Αφορούν μόνον την περίπτωση κατά την οποία ο αιτών αμφισβητεί αυτόν καθεαυτόν τον χαρακτηρισμό της χώρας καταγωγής του ως ασφαλούς χώρας καταγωγής. |
|
45. |
Από τις αιτιολογικές σκέψεις 25 και 50 και το άρθρο 46, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32 προκύπτει ότι οι αιτούντες διεθνή προστασία, οι οποίοι προέρχονται από τρίτη χώρα που έχει χαρακτηριστεί ως ασφαλής χώρα καταγωγής, και των οποίων η αίτηση εξετάζεται με ταχεία διαδικασία, πρέπει να έχουν δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου κατά των αποφάσεων που λαμβάνονται εις βάρος τους στα σύνορα ή στις ζώνες διέλευσης. Το άρθρο 46, παράγραφος 3, της οδηγίας καθορίζει το περιεχόμενο του δικαιώματος αυτού, διευκρινίζοντας ότι τα κράτη μέλη πρέπει να μεριμνούν ώστε το δικαστήριο ενώπιον του οποίου προσβάλλεται η απόφαση επί της οικείας αίτησης διεθνούς προστασίας να πραγματοποιεί «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας, σύμφωνα με την οδηγία [2011/95]». |
|
46. |
Επιπλέον, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της προσφυγής του άρθρου 46 της οδηγίας 2013/32 πρέπει να καθορίζονται τηρουμένου του άρθρου 47 του Χάρτη, το οποίο αποτελεί επιβεβαίωση της αρχής της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας ( 21 ). |
|
47. |
Κατ’ εφαρμογήν των αρχών αυτών, το Δικαστήριο έκρινε, στην απόφαση της 28ης Ιουλίου 2011, Samba Diouf ( 22 ), ότι οι λόγοι που οδήγησαν διοικητική αρχή να εξετάσει την αίτηση διεθνούς προστασίας με εφαρμογή της ταχείας διαδικασίας πρέπει να μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο δικαστικού ελέγχου ( 23 ). Επίσης, κατ’ εφαρμογήν των εν λόγω αρχών, το Δικαστήριο έκρινε, πιο πρόσφατα, στην απόφαση CV, ότι το δικαίωμα πραγματικής δικαστικής προσφυγής που κατοχυρώνεται στο άρθρο 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32 επιβάλλει στην αρμόδια δικαστική αρχή να εξετάσει, στο πλαίσιο της πλήρους και ex nunc εξέτασης που επιβάλλει ο νομοθέτης της Ένωσης και βάσει των στοιχείων της δικογραφίας καθώς και βάσει των στοιχείων που περιήλθαν σε γνώση της κατά τη διάρκεια της ενώπιόν της διαδικασίας, την ενδεχόμενη μη τήρηση των ουσιαστικών προϋποθέσεων για τον χαρακτηρισμό τρίτης χώρας ως ασφαλούς χώρας καταγωγής τις οποίες προβλέπει το παράρτημα I της εν λόγω οδηγίας, ακόμη και αν η μη τήρηση των προϋποθέσεων αυτών δεν προβάλλεται ρητώς προς στήριξη της προσφυγής ( 24 ). Κατά το Δικαστήριο, εναπόκειται, συνεπώς, στα κράτη μέλη να διαμορφώνουν την εθνική τους νομοθεσία κατά τρόπο τέτοιον ώστε η εξέταση των εν λόγω προσφυγών να περιλαμβάνει τον έλεγχο, από την αρμόδια δικαστική αρχή, του συνόλου των πραγματικών και νομικών ζητημάτων που επιτρέπουν στην αρχή αυτή να προβεί, βάσει επικαιροποιημένων στοιχείων, στην εκτίμηση της υπόθεσης, περιλαμβανομένης της νομιμότητας ενός τέτοιου χαρακτηρισμού ( 25 ). |
|
48. |
Συνεπώς, το γεγονός και μόνον ότι μια τρίτη χώρα χαρακτηρίζεται ως ασφαλής χώρα καταγωγής με νομοθετική πράξη δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια να εξαιρείται η ως άνω πράξη από τον έλεγχο νομιμότητας, διότι άλλως το άρθρο 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32 θα καθίστατο άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας. Δεδομένου ότι η εν λόγω νομοθετική πράξη, προβαίνοντας σε έναν τέτοιο χαρακτηρισμό, καθορίζει τις αιτήσεις διεθνούς προστασίας που μπορούν να εξεταστούν με ταχεία διαδικασία και/ή προβλέπει τη διεξαγωγή της διαδικασίας αυτής στα σύνορα ή τις ζώνες διέλευσης, σύμφωνα με το άρθρο 31, παράγραφος 8, στοιχείο βʹ, της οδηγίας, η εν λόγω νομοθετική πράξη εφαρμόζει το δίκαιο της Ένωσης και πρέπει, ανεξαρτήτως του τίτλου της ή της μορφής της στο εθνικό δίκαιο, να διασφαλίζει την τήρηση των ουσιαστικών και διαδικαστικών εγγυήσεων που αναγνωρίζει το δίκαιο της Ένωσης στους αιτούντες διεθνή προστασία. |
|
49. |
Επομένως, παρά τις απόψεις που διατύπωσαν επί του ζητήματος αυτού πλείονα κράτη μέλη με τις παρατηρήσεις τους, φρονώ ότι είναι σημαντικό ο εθνικός νομοθέτης να διασφαλίζει την επαρκή και προσήκουσα δημοσιότητα των στοιχείων και των πηγών πληροφοριών βάσει των οποίων συνήγαγε ότι οι οικείες χώρες είναι ασφαλείς, κατά την έννοια του άρθρου 37, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32, σε περίπτωση αμφισβήτησης του χαρακτηρισμού αυτού ενώπιον της αρμόδιας διοικητικής ή δικαστικής αρχής. |
|
50. |
Ομολογουμένως, ούτε το άρθρο 37, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32 ούτε άλλη διάταξη της οδηγίας αυτής επιβάλλουν στο κράτος μέλος να γνωστοποιεί τις πηγές πληροφοριών στις οποίες στήριξε το τεκμήριο ασφάλειας της οικείας χώρας. |
|
51. |
Ωστόσο, τόσο η οικονομία της οδηγίας 2013/32 όσο και οι επιδιωκόμενοι από αυτή σκοποί συνηγορούν υπέρ της γνωστοποίησής τους. Η γνωστοποίηση αυτή συμβάλλει στη διενέργεια προσήκουσας και πλήρους εξέτασης καθώς και στην αποτελεσματική πρόσβαση του αιτούντος που προέρχεται από τρίτη χώρα, η οποία έχει χαρακτηριστεί ως ασφαλής χώρα καταγωγής, στις εγγυήσεις και τις θεμελιώδεις αρχές που του αναγνωρίζει ο νομοθέτης της Ένωσης, σύμφωνα με τους σκοπούς που παρατίθενται στις αιτιολογικές σκέψεις 18 και 20 της οδηγίας. |
|
52. |
Πρώτον, η γνωστοποίηση των πηγών πληροφοριών ενισχύει την αξιοπιστία και το κύρος του τεκμηρίου περί ασφαλούς χώρας, όπερ συμβάλλει στην ταχύτητα και την αποτελεσματικότητα των διαδικασιών εξέτασης των αιτήσεων διεθνούς προστασίας. Ένα νομικό τεκμήριο, όπως το τεκμήριο του άρθρου 2 bis του νομοθετικού διατάγματος 25/2008, ορίζεται συνήθως ως η συνέπεια την οποία ο νόμος ή ο δικαστής αντλεί από ένα γεγονός γνωστό για ένα άγνωστο γεγονός, η ύπαρξη του οποίου πιθανολογείται βάσει του πρώτου ( 26 ). Επομένως, δεν υφίσταται καμία αντικειμενική βεβαιότητα ως προς την ύπαρξη επαρκούς προστασίας των αιτούντων στη χώρα καταγωγής τους. Η βεβαιότητα που περιβάλλει το τεκμήριο εξαρτάται από τη βεβαιότητα των πραγματικών περιστατικών στα οποία στηρίζεται το τεκμήριο αυτό, την εγκυρότητα, την αξιοπιστία, τη συνάφεια, τον επίκαιρο χαρακτήρα και την πληρότητά τους καθώς και την ακρίβεια των συνεπειών που συνήγαγε εξ αυτών ο εθνικός νομοθέτης. |
|
53. |
Δεύτερον, ο νομοθέτης της Ένωσης, απαιτώντας τη διατήρηση της εξατομικευμένης εξέτασης της αίτησης υπηκόου τρίτης χώρας, η οποία έχει χαρακτηριστεί ως ασφαλής χώρα καταγωγής ( 27 ), θέλησε να μην καταστήσει την αρμόδια διοικητική αρχή απλό τμήμα καταχώρισης. Ανεξαρτήτως της νομοθετικής, κανονιστικής ή διοικητικής φύσης του κανόνα με τον οποίο χαρακτηρίζονται τρίτες χώρες ως ασφαλείς χώρες καταγωγής, η αρχή αυτή εξακολουθεί να είναι υπεύθυνη για τη «δέουσα εξέταση» της αίτησης και είναι ενδιαφέρον να επισημανθεί ότι πρέπει για τον σκοπό αυτόν να διαθέτει τα «κατάλληλα μέσα», συμπεριλαμβανομένου ενός προσωπικού καλά καταρτισμένου στη χρήση πληροφοριών για τις χώρες καταγωγής ή νομικών εκθέσεων (άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 2013/32). Επομένως, τα στοιχεία που καταδεικνύουν τη δυνατότητα ή μη της χώρας καταγωγής να διασφαλίζει προστασία από πράξεις δίωξης ή σοβαρής προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων αποτελούν καθοριστικό παράγοντα τόσο της γενικής εκτίμησης που καταλήγει στην καθιέρωση ενός τεκμηρίου ασφάλειας της οικείας χώρας όσο και, κατά συμμετρικό τρόπο, της εξατομικευμένης εξέτασης της κατάστασης του προσφεύγοντος που καταλήγει, ενδεχομένως, στην ανατροπή του τεκμηρίου αυτού ( 28 ). Τα βασικά στοιχεία της αξιολόγησης παραμένουν ίδια και στηρίζονται στη βαρύτητα και τη συνάφεια των πηγών πληροφοριών. |
|
54. |
Συνακόλουθα, ο μαχητός χαρακτήρας του τεκμηρίου περί ασφαλούς χώρας επιβάλλει να μπορεί η αρμόδια διοικητική αρχή να εκτιμήσει κατά πόσον οι δηλώσεις του αιτούντος είναι συνεπείς και ευλογοφανείς [άρθρο 4, παράγραφος 5, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95] και κατά πόσον είναι σοβαροί οι λόγοι που ο ίδιος προβάλλει για την ανατροπή του εν λόγω τεκμηρίου (άρθρο 36, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32), υπό το πρίσμα των εν λόγω πηγών πληροφοριών. |
|
55. |
Ομοίως, ο μαχητός χαρακτήρας του τεκμηρίου περί ασφαλούς χώρας επιβάλλει να μπορεί ο αιτών να λάβει γνώση των λόγων για τους οποίους η χώρα καταγωγής του τεκμαίρεται ασφαλής, ώστε να μπορέσει να ανατρέψει το τεκμήριο αυτό αποτελεσματικότερα, διακρίνοντας την προσωπική του κατάσταση από τις γενικές συνθήκες στις οποίες βασίζεται το εν λόγω τεκμήριο. Γενικώς, η παροχή διεθνούς προστασίας βάσει των πηγών πληροφοριών δεν προσβάλλεται από τον αιτούντα. Αντιθέτως, τούτο δεν ισχύει στην περίπτωση της άρνησης παροχής της προστασίας αυτής. Για τον λόγο αυτόν, κάθε τεκμήριο περί ασφαλούς τρίτης χώρας πρέπει να στηρίζεται σε διαδικασία που διασφαλίζει τη διαφάνεια κατά τη συλλογή και την επεξεργασία των πληροφοριών οι οποίες αφορούν τις γενικές συνθήκες της χώρας και στις οποίες στηρίχθηκε ο εθνικός νομοθέτης προκειμένου να αποφασίσει ότι η χώρα αυτή μπορεί να χαρακτηριστεί ως ασφαλής χώρα καταγωγής. Όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 37, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32, και παρά τον ενδεικτικό χαρακτήρα του καταλόγου που περιλαμβάνεται στο εν λόγω άρθρο, δεν έχουν θέση, εν προκειμένω, ούτε είναι απαραίτητες πληροφορίες οι οποίες χαρακτηρίζονται ευαίσθητες ή εμπιστευτικές ( 29 ). |
|
56. |
Στο πλαίσιο αυτό, η γνωστοποίηση των εν λόγω πηγών πληροφοριών θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στην υποχρέωση συνεργασίας που υπέχει το κράτος μέλος δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 1, τελευταία πρόταση, της οδηγίας 2011/95. |
|
57. |
Τρίτον, η επαρκής και προσήκουσα δημοσιότητα των πηγών πληροφοριών στις οποίες βασίζεται το τεκμήριο περί ασφαλούς χώρας είναι, κατά τη γνώμη μου, άρρηκτα συνδεδεμένη με το δικαίωμα πραγματικής δικαστικής προσφυγής που παρέχει το άρθρο 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32 στον αιτούντα ο οποίος προέρχεται από τρίτη χώρα που έχει χαρακτηριστεί ως ασφαλής χώρα καταγωγής και ως προς τον οποίο εφαρμόζεται ταχεία διαδικασία. |
|
58. |
Η αποτελεσματικότητα του δικαστικού ελέγχου που κατοχυρώνει το άρθρο 47 του Χάρτη απαιτεί να είναι ο εν λόγω αιτών σε θέση να γνωρίζει τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η απόφαση περί απόρριψης της αίτησης διεθνούς προστασίας την οποία υπέβαλε ( 30 ). Στο μέτρο που οι λόγοι αυτοί ταυτίζονται με εκείνους στους οποίους βασίζεται το τεκμήριο ασφάλειας της χώρας καταγωγής του, η γνωστοποίηση των πηγών αυτών του παρέχει τη δυνατότητα να υπερασπίζεται τα δικαιώματά του και να αποφασίζει, έχοντας γνώση όλων των στοιχείων, αν είναι πρόσφορο να προσφύγει στην αρμόδια δικαστική αρχή. |
|
59. |
Επιπλέον, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, η αποτελεσματικότητα του δικαστικού ελέγχου επιβάλλει να προβαίνει η αρμόδια δικαστική αρχή σε πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων που αφορούν την αίτηση διεθνούς προστασίας, συμπεριλαμβανομένης της τυχόν μη τήρησης των ουσιαστικών προϋποθέσεων ενός τέτοιου χαρακτηρισμού, οι οποίες προβλέπονται στο παράρτημα Ι της οδηγίας 2013/32 ( 31 ). Η δε επιταγή αυτή προϋποθέτει ότι η ως άνω αρχή έχει πρόσβαση στις πηγές πληροφοριών που χρησιμοποιήθηκαν για τον σκοπό αυτόν από τον εθνικό νομοθέτη. |
|
60. |
Τέταρτον, διασφαλίζοντας τη δημοσιότητα των εν λόγω πηγών πληροφοριών, ο νομοθέτης κράτους μέλους παρέχει σε όλες τις αρμόδιες εθνικές αρχές των άλλων κρατών μελών ένα κοινό και ενιαίο σημείο αναφοράς, το οποίο καθιστά δυνατό όχι τον αποκλεισμό αλλά, τουλάχιστον, τον περιορισμό των περιπτώσεων κατά τις οποίες οι αρχές αυτές προβαίνουν σε διαφορετικές εκτιμήσεις σχετικά με αιτούντες προερχόμενους από την ίδια χώρα καταγωγής. |
|
61. |
Πράγματι, δεν αμφισβητείται ότι τα κριτήρια του παραρτήματος Ι της οδηγίας 2013/32 ορίζονται κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο και ότι οι περιστάσεις που αποδεικνύουν τη δυνατότητα ή μη μιας χώρας να διασφαλίσει επαρκή προστασία του πληθυσμού της εκτιμώνται πολύ διαφορετικά μεταξύ των κρατών μελών και των εθνικών αρχών ( 32 ). Όπως επισημαίνει ο Guy Serle Goodwin-Gill ( 33 ), «δεν υπάρχει έλλειψη πληροφοριών [...] Ωστόσο, ας είμαστε ρεαλιστές· υπάρχει πρόβλημα με τις εξακριβωμένες πληροφορίες: περιορίζουν τις επιλογές και λειτουργούν αμφίδρομα. Όπως ακριβώς μπορεί να δείχνουν ότι δεν υφίσταται κανένας κίνδυνος, σε άλλες περιπτώσεις απλώς επιβεβαιώνουν το αντίθετο» ( 34 ). |
|
62. |
Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών, φρονώ ότι, παρά την απουσία ρητής πρόβλεψης στα νομοθετικά κείμενα, η οικονομία στην οποία στηρίζεται η έννοια της ασφαλούς χώρας καταγωγής και οι σκοποί που επιδιώκει ο νομοθέτης της Ένωσης στο πλαίσιο αυτό συνεπάγονται ότι τα κράτη μέλη πρέπει να παρέχουν πρόσβαση στις πηγές πληροφοριών βάσει των οποίων τεκμαίρουν την ασφάλεια των οικείων χωρών, τούτο δε κατά μείζονα λόγο καθόσον οι πηγές που μνημονεύονται στο άρθρο 37, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32 είναι δημόσιες πηγές. Η πρόσβαση αυτή μπορεί να παρέχεται σύμφωνα με τον τύπο και τις διαδικασίες του εθνικού δικαίου, για παράδειγμα, με την επισύναψή τους στην πράξη χαρακτηρισμού τρίτων χωρών ως ασφαλών χωρών καταγωγής ή σε παράρτημά της ή με τη μεταγενέστερη κοινοποίησή τους κατόπιν αίτησης του αιτούντος ή της αρμόδιας διοικητικής ή δικαστικής αρχής. |
|
63. |
Ελλείψει γνωστοποίησης των πηγών αυτών, η αποτελεσματικότητα του δικαστικού ελέγχου επιβάλλει στην αρμόδια δικαστική αρχή, η οποία διαθέτει συναφώς την απαιτούμενη εμπειρογνωμοσύνη, να στηρίξει την εκτίμησή της στις πηγές πληροφοριών που θεωρεί ως τις πλέον κρίσιμες για την εκτίμηση της νομιμότητας του χαρακτηρισμού αυτού ( 35 ). Αντίθετα προς την τακτική διαδικασία, η ταχεία διαδικασία στα σύνορα για αιτούντα προερχόμενο από τρίτη χώρα, η οποία έχει χαρακτηριστεί ως ασφαλής χώρα καταγωγής, εφαρμόζεται βάσει προκαθορισμένου καταλόγου. Δεδομένου ότι η εκτίμηση σχετικά με την ασφάλεια μιας χώρας μπορεί να μεταβάλλεται, και στην περίπτωση που η εν λόγω εκτίμηση δεν έχει επανεξεταστεί τακτικά, δεν είναι δυνατόν να απαγορεύεται στην αρμόδια δικαστική αρχή να προβεί σε επικαιροποίηση των γενικών κοινωνικών, νομικών και πολιτικών συνθηκών της χώρας. |
|
64. |
Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι τα άρθρα 36 και 37 και το άρθρο 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32, ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα του άρθρου 47 του Χάρτη, έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται σε πρακτική βάσει της οποίας κράτος μέλος χαρακτηρίζει τρίτη χώρα ως ασφαλή χώρα καταγωγής με νομοθετική πράξη, υπό την προϋπόθεση ότι το εθνικό δικαστήριο που επιλαμβάνεται προσφυγής κατά απόφασης με την οποία απορρίπτεται αίτηση διεθνούς προστασίας υποβληθείσα από προερχόμενο από τρίτη χώρα αιτούντα έχει στη διάθεσή του, σύμφωνα με την απαίτηση περί πλήρους και ex nunc εξέτασης που επιβάλλει το εν λόγω άρθρο 46, παράγραφος 3, τις πηγές πληροφοριών από τις οποίες ο εθνικός νομοθέτης συνήγαγε την ασφάλεια της οικείας χώρας. |
|
65. |
Ελλείψει γνωστοποίησης των εν λόγω πηγών πληροφοριών, η αρμόδια δικαστική αρχή μπορεί να ελέγξει τη νομιμότητα ενός τέτοιου χαρακτηρισμού υπό το πρίσμα των προϋποθέσεων του παραρτήματος Ι της εν λόγω οδηγίας βάσει των πληροφοριών που έχει συλλέξει η ίδια από τις πηγές που μνημονεύονται στο άρθρο 37, παράγραφος 3, της ίδιας οδηγίας. |
3. Επί του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος, το οποίο αφορά τη δυνατότητα χαρακτηρισμού τρίτης χώρας ως ασφαλούς χώρας καταγωγής, ενώ ορισμένες κατηγορίες προσώπων δεν τυγχάνουν επαρκούς προστασίας στη χώρα αυτή
|
66. |
Με το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Δικαστήριο να διευκρινίσει κατά πόσον το άρθρο 36 και το άρθρο 37, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32, καθώς και το παράρτημα I αυτής, έχουν την έννοια ότι απαγορεύουν σε κράτος μέλος να χαρακτηρίσει τρίτη χώρα ως ασφαλή χώρα καταγωγής για τους σκοπούς της εξέτασης των αιτήσεων διεθνούς προστασίας, ενώ ορισμένες κατηγορίες προσώπων ενδέχεται να μην τυγχάνουν επαρκούς προστασίας από τον κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης στη χώρα αυτή. |
|
67. |
Στο ερώτημα αυτό μπορούν να δοθούν δύο απαντήσεις, καθεμία εκ των οποίων απορρέει από μια νομικώς αποδεκτή, κατά τη γνώμη μου, ερμηνεία. |
|
68. |
Η πρώτη στηρίζεται σε μια στενή και κάπως ιδεαλιστική ερμηνεία του βασικού ορισμού της έννοιας της «ασφαλούς χώρας καταγωγής» στο παράρτημα I της οδηγίας 2013/32 και συνίσταται στο να μην γίνεται αποδεκτή μια τέτοια δυνατότητα. Σύμφωνα με το αιτούν δικαστήριο, η λύση αυτή ακολουθεί τη νομολογιακή γραμμή της απόφασης CV. Συνεπώς, αν το Δικαστήριο υιοθετήσει μια τέτοια λύση, ένα κράτος μέλος θα μπορεί να χαρακτηρίζει τρίτη χώρα ως ασφαλή χώρα καταγωγής μόνον αν αποδεικνύει ότι οι γενικές νομικές και πολιτικές συνθήκες της χώρας αυτής προσιδιάζουν σε δημοκρατικό καθεστώς στο πλαίσιο του οποίου οι υπήκοοι και οι ανιθαγενείς που διαμένουν στη χώρα αυτή τυγχάνουν επαρκούς προστασίας από τον κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης, ανεξαρτήτως του τόπου εγκατάστασής τους στην επικράτεια της χώρας αυτής και ανεξαρτήτως της φυλής, της ιθαγένειας, των πολιτικών ή θρησκευτικών τους πεποιθήσεων ή της ιδιότητάς τους ως μελών συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας. |
|
69. |
Μια τέτοια λύση τείνει να εγγυάται ότι οποιοσδήποτε προέρχεται από μια τέτοια χώρα δεν έχει, εκ των προτέρων, πραγματική ανάγκη διεθνούς προστασίας και διασφαλίζει την ομοιόμορφη εξέταση όλων των αιτήσεων που υποβάλλονται από υπηκόους της χώρας αυτής. Ωστόσο, σε ένα πλαίσιο που χαρακτηρίζεται από σημαντική μεταναστευτική πίεση, φρονώ ότι η λύση αυτή στερεί εν μέρει την έννοια της ασφαλούς χώρας καταγωγής από την πρακτική αποτελεσματικότητά της. Πράγματι, παρουσιάζει το μειονέκτημα ότι αποκλείει από τους εθνικούς καταλόγους ασφαλών χωρών καταγωγής τις χώρες οι οποίες διασφαλίζουν, μέσω των θεσμών τους, το κράτος δικαίου και τον σεβασμό των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών, αλλά εξακολουθούν να μην εκπληρώνουν την αποστολή τους σε σχέση με μία ή περισσότερες περιορισμένες και αναγνωρίσιμες κατηγορίες προσώπων. Συνεπώς, τα κράτη μέλη θα υποχρεούνται να εξετάζουν το σύνολο των αιτήσεων που υποβάλλουν οι υπήκοοι των χωρών αυτών σύμφωνα με την τακτική διαδικασία, ενώ η συντριπτική πλειονότητα των αιτούντων αυτών δεν έχει πραγματική ανάγκη διεθνούς προστασίας. Τούτο θα είχε ως αποτέλεσμα τη συμφόρηση των υπηρεσιών των αρμόδιων εθνικών αρχών και την επιμήκυνση της διαδικασίας εξέτασης, η οποία θα ήταν επιζήμια για τους αιτούντες που έχουν πραγματική ανάγκη διεθνούς προστασίας. |
|
70. |
Για τον λόγο αυτό, προτείνω στο Δικαστήριο να προκρίνει τη δεύτερη λύση. Η λύση αυτή συνίσταται στο να γίνει δεκτή η ύπαρξη περιθωρίου εκτίμησης των κρατών μελών, παρεχομένης σε αυτά της δυνατότητας να χαρακτηρίζουν τρίτη χώρα ως ασφαλή χώρα καταγωγής, μολονότι προσδιορίζονται μία ή περισσότερες περιορισμένες αλλά σαφώς αναγνωρίσιμες κατηγορίες προσώπων ως διατρέχουσες κίνδυνο στη χώρα αυτή, και, συνεπώς, να εξαιρούν ρητώς τις κατηγορίες αυτές από το τεκμήριο ασφάλειας που συνδέεται με τον ως άνω χαρακτηρισμό. |
|
71. |
Αντιλαμβάνομαι ότι μια τέτοια λύση φαίνεται να είναι αντίθετη προς όσα έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση CV. Στην απόφαση αυτή, το Δικαστήριο αναγνώρισε την ύπαρξη περιθωρίου εκτίμησης όχι των κρατών μελών, αλλά του νομοθέτη της Ένωσης ( 36 ), και απέκλεισε τη δυνατότητα των κρατών μελών να εφαρμόζουν εδαφικές εξαιρέσεις. Επιπλέον, κάλλιστα μπορώ να δεχθώ ότι, παραδόξως, η εφαρμογή της έννοιας της ασφαλούς χώρας καταγωγής θα μπορούσε να καταστεί σημαντικά πιο περίπλοκη. |
|
72. |
Ωστόσο, η λύση αυτή βρίσκει έρεισμα όχι μόνο στο γράμμα της οδηγίας 2013/32 αλλά και στην οικονομία και τον σκοπό του συστήματος στο οποίο εντάσσεται η έννοια αυτή. Πράγματι, σε περίπτωση που το σύστημα ασύλου κράτους μέλους δέχεται σημαντική μεταναστευτική πίεση και υψηλό ποσοστό προδήλως αβάσιμων αιτήσεων υπηκόων προερχομένων από ορισμένες χώρες, πρόκειται για μια λύση εξισορρόπησης η οποία, αφενός, καθιστά δυνατό τον συμβιβασμό του σκοπού της ταχείας εξέτασης των αιτήσεων αυτών με την ανάγκη διασφάλισης, για το σύνολο των αιτήσεων, μιας κατάλληλης και σύμφωνης προς τις διατάξεις της οδηγίας 2013/32 εξέτασης ( 37 ). Αφετέρου, πρόκειται για μια ρεαλιστική λύση η οποία λαμβάνει υπόψη τους περιορισμούς που τίθενται επί του παρόντος στα εθνικά συστήματα ασύλου καθώς και τις εξελίξεις της νομοθεσίας της Ένωσης μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού 2024/1348 στις 11 Ιουνίου 2024. |
|
73. |
Θα επανέλθω σε καθένα από τα ζητήματα αυτά. |
|
74. |
Πρώτον, μια τέτοια λύση, εφόσον συνοδεύεται από επαρκείς περιορισμούς και εγγυήσεις, παραμένει πιστή στο γράμμα του ορισμού της έννοιας της «ασφαλούς χώρας καταγωγής». |
|
75. |
Κατά το παράρτημα I, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2013/32, «[μ]ια χώρα θεωρείται ως ασφαλής χώρα καταγωγής εάν, βάσει της νομικής κατάστασης, της εφαρμογής του δικαίου στο πλαίσιο δημοκρατικού συστήματος και των γενικών πολιτικών συνθηκών, καταδεικνύεται σαφώς ότι γενικά και μόνιμα δεν υφίσταται δίωξη όπως ορίζεται στο άρθρο 9 της οδηγίας [2011/95] ούτε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία ούτε απειλή που προκύπτει από τη χρήση αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης». |
|
76. |
Δεν θα συναγάγω κανένα συμπέρασμα από τη χρήση των επιρρημάτων «uniformément» και «jamais» στην απόδοση του παραρτήματος Ι της οδηγίας 2013/32 στην γαλλική γλώσσα ( 38 ). Πράγματι, από τη συγκριτική εξέταση των γλωσσικών αποδόσεων του παραρτήματος αυτού προκύπτει ότι καθένα από τα επιρρήματα αυτά δεν έχει αντίστοιχη σημασία στις άλλες γλωσσικές αποδόσεις του παραρτήματος. Ως εκ τούτου, φρονώ ότι οι σκέψεις 68 και 69 της απόφασης CV, στις οποίες παραπέμπει ρητώς το αιτούν δικαστήριο, δεν μπορούν να εφαρμοστούν κατ’ αναλογίαν. |
|
77. |
Οι άλλες γλωσσικές αποδόσεις του παραρτήματος Ι της οδηγίας 2013/32 εξαρτούν τον χαρακτηρισμό τρίτης χώρας ως ασφαλούς χώρας καταγωγής από την προϋπόθεση ότι καταδεικνύεται ότι γενικά και «σταθερά» ( 39 ) ή γενικά και «μόνιμα» ( 40 ) (ή «συνεχώς» ( 41 ), «τακτικώς» ( 42 ), «συστηματικώς» ( 43 ), «παγίως» ( 44 ) ή «συνεκτικώς» ( 45 )) «δεν υφίσταται δίωξη». Οι άλλες αυτές γλωσσικές αποδόσεις φαίνεται να συνάδουν περισσότερο με την πρόθεση του νομοθέτη της Ένωσης να λαμβάνεται υπόψη η σταθερότητα της τρίτης χώρας για τους σκοπούς του χαρακτηρισμού της ως ασφαλούς χώρας καταγωγής ( 46 ), η δε σταθερότητα αποτελεί εξάλλου κριτήριο που προβλέπει η οδηγία 2011/95 για την εφαρμογή των ρητρών παύσης της διεθνούς προστασίας ( 47 ). Επιπλέον, στοιχεία που μπορούν να μεταβληθούν δεν είναι δυνατόν να τεκμαίρονται και τα κράτη μέλη δεν μπορούν, συνεπώς, να τεκμαίρουν τη δυνατότητα μιας χώρας να εγγυάται επαρκή προστασία από τον κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης εφόσον προκύπτει από τις προβλεπόμενες πηγές πληροφοριών ότι η δυνατότητα αυτή είναι μόνον περιστασιακή. |
|
78. |
Συνεπώς, θα επικεντρώσω την ανάλυσή μου στη σημασία του επιρρήματος «généralement» [«γενικά» στην απόδοση στην ελληνική γλώσσα], η οποία είναι κοινή σε όλες τις γλωσσικές αποδόσεις του παραρτήματος Ι της οδηγίας 2013/32. |
|
79. |
Από σημασιολογική άποψη, με τους όρους «général», «en général» ή ακόμη «généralement» νοείται ένα γεγονός, περιστατικό ή οποιαδήποτε άλλη συνθήκη που προκύπτει στην πλειονότητα των περιπτώσεων ή αφορά πολύ μεγάλο αριθμό προσώπων χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι μεμονωμένες περιπτώσεις. Συνεπώς, το επίρρημα αυτό ενέχει έναν βαθμό αφαίρεσης ( 48 ). Εξ αυτού συνάγω ότι, από ορολογική άποψη, μια τρίτη χώρα μπορεί να χαρακτηριστεί ως ασφαλής χώρα καταγωγής, εφόσον αποδεικνύεται, υπό το πρίσμα των διάφορων κριτηρίων του παραρτήματος Ι της οδηγίας 2013/32, ότι προστατεύει όχι κάθε υπήκοό της, αλλά την πλειονότητά τους, από τον κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης, εξυπακουομένου ότι μπορεί να υπάρχουν συγκεκριμένες καταστάσεις στις οποίες η χώρα αυτή δεν εγγυάται επαρκή προστασία από τέτοιου είδους βλάβη. Η αιτιολογική σκέψη 42 της οδηγίας διευκρινίζει, συνακόλουθα, ότι ο χαρακτηρισμός αυτός δεν αποτελεί «απόλυτη» εγγύηση ασφάλειας για τους υπηκόους της εν λόγω χώρας, λόγω της φύσης της αξιολόγησης, η οποία μπορεί να λαμβάνει υπόψη μόνο τις γενικές κοινωνικές, νομικές και πολιτικές συνθήκες της χώρας. Συνεπώς, ο νομοθέτης της Ένωσης αποδέχεται σαφώς ότι η έννοια της ασφαλούς χώρας καταγωγής και το τεκμήριο περί ασφαλούς χώρας που απορρέει από αυτήν στηρίζονται σε γενίκευση. |
|
80. |
Δεύτερον, η οικονομία στην οποία στηρίζεται η έννοια της ασφαλούς χώρας καταγωγής καταδεικνύει την εν λόγω διάκριση μεταξύ γενίκευσης και εξαιρέσεων. Η νομική αυτή έννοια περιλαμβάνει, πράγματι, δύο πτυχές: αφενός, μια αντικειμενική και γενική πτυχή η οποία αποτυπώνεται στον χαρακτηρισμό, με πράξη γενικής ισχύος, τρίτων χωρών ως ασφαλών χωρών καταγωγής που πληρούν τις απαιτήσεις και τα κριτήρια του άρθρου 37 και του παραρτήματος Ι της οδηγίας 2013/32 και, αφετέρου, μια υποκειμενική και ειδική πτυχή η οποία αποτυπώνεται στην εξατομικευμένη εξέταση της αίτησης, κατόπιν της οποίας η αρμόδια εθνική αρχή μπορεί να υποχρεωθεί να μην εφαρμόσει το τεκμήριο ασφάλειας της οικείας χώρας σύμφωνα με το άρθρο 36, παράγραφος 1, της οδηγίας. |
|
81. |
Εφόσον ο νομοθέτης της Ένωσης απαιτεί από τις αρμόδιες εθνικές αρχές να μην εφαρμόζουν (εκ των υστέρων) το τεκμήριο ασφάλειας μιας χώρας, κάθε φορά που διαπιστώνουν, κατόπιν εξατομικευμένης εξέτασης της αίτησης, ότι ο ενδιαφερόμενος ενδέχεται λόγω της προσωπικής του κατάστασης να εκτεθεί σε κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης στη χώρα καταγωγής του, φρονώ ότι δεν συντρέχει σημαντικός λόγος ο οποίος να εμποδίζει κράτος μέλος να αποφασίσει, κατόπιν αξιολόγησης των γενικών συνθηκών της χώρας αυτής, να εξαιρεί (εκ των προτέρων) από το πεδίο εφαρμογής του εν λόγω τεκμηρίου την κατηγορία ή τις κατηγορίες προσώπων τις οποίες έχει ήδη αναγνωρίσει ως διατρέχουσες κίνδυνο στη συγκεκριμένη χώρα. |
|
82. |
Πράγματι, ένας τέτοιος τρόπος εφαρμογής της έννοιας της ασφαλούς χώρας καταγωγής, μολονότι στηρίζεται σε αυστηρή εξέταση των κριτηρίων του παραρτήματος Ι της οδηγίας 2013/32, παρέχει τη δυνατότητα στα κράτη μέλη, ιδίως εκείνα που υφίστανται σημαντική μεταναστευτική πίεση και στα οποία υποβάλλονται πολυάριθμες προδήλως αβάσιμες αιτήσεις, να επιδιώξουν τους σκοπούς της οδηγίας. |
|
83. |
Συναφώς, υπενθυμίζω ότι, σύμφωνα με τις αιτιολογικές σκέψεις 18 και 20 της οδηγίας, τα κράτη μέλη πρέπει να μπορούν να επιταχύνουν τη διαδικασία εξέτασης όταν η αίτηση διεθνούς προστασίας είναι πιθανώς αβάσιμη, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα τη διεξαγωγή «κατάλληλης και πλήρους εξέτασης» ( 49 ). Από τη στιγμή που κράτος μέλος διαπιστώσει ότι μια χώρα διασφαλίζει σταθερές και επαρκείς συνθήκες ασφάλειας για τη συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού της, σύμφωνα με τα κριτήρια του παραρτήματος Ι της οδηγίας 2013/32, και εντοπίσει την κατηγορία ή τις κατηγορίες των προσώπων που ενδέχεται να διατρέχουν κίνδυνο στη χώρα αυτή, το εν λόγω κράτος μέλος επιδιώκει να συμβιβάσει τον σκοπό της ταχύτητας των διαδικασιών εξέτασης των αιτήσεων διεθνούς προστασίας που ενδέχεται να είναι προδήλως αβάσιμες λόγω της χώρας καταγωγής του ενδιαφερομένου με τη διασφάλιση, παράλληλα, κατάλληλης και πλήρους εξέτασης των αιτήσεων που υποβάλλονται από τις κατηγορίες προσώπων οι οποίες εξαιρούνται από την εφαρμογή της έννοιας της ασφαλούς χώρας καταγωγής, οι δε αιτήσεις αυτές εξετάζονται κατά την τακτική διαδικασία του άρθρου 31, παράγραφοι 1 έως 7, της οδηγίας. |
|
84. |
Σύμφωνα με το ψήφισμα του Λονδίνου ( 50 ), η λύση αυτή διαφυλάσσει την αποτελεσματικότητα και την ταχύτητα των διαδικασιών εξέτασης για όλους τους αιτούντες διεθνή προστασία με αποτέλεσμα να περιορίζεται η πίεση που υφίστανται ορισμένα εθνικά συστήματα ασύλου και να καθίσταται δυνατή η συγκέντρωση των πόρων στους αιτούντες που έχουν πραγματική ανάγκη διεθνούς προστασίας. Όπως επισημαίνει η Ελληνική Κυβέρνηση στις παρατηρήσεις της, η εξαίρεση συγκεκριμένων κατηγοριών προσώπων από την εφαρμογή της έννοιας αυτής μάλλον ενισχύει παρά αποδυναμώνει την προστασία των αιτούντων που προέρχονται από ασφαλή χώρα καταγωγής, ενώ η Ολλανδική Κυβέρνηση προσθέτει ότι μια τέτοια ρύθμιση απαλλάσσει τους τελευταίους από την υποχρέωση να ανατρέψουν το τεκμήριο ασφάλειας της χώρας καταγωγής τους. |
|
85. |
Τρίτον, ο ως άνω τρόπος εφαρμογής της έννοιας της ασφαλούς χώρας καταγωγής μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να υιοθετηθεί βάσει του άρθρου 36, παράγραφος 2, της οδηγίας 2013/32. Ο νομοθέτης της Ένωσης, προβλέποντας ότι «[τ]α κράτη μέλη θεσπίζουν στην εθνική νομοθεσία τους περαιτέρω κανόνες και λεπτομερείς διατάξεις για την εφαρμογή της έννοιας [αυτής]» ( 51 ), αναγνωρίζει στα κράτη μέλη ένα ορισμένο περιθώριο εκτίμησης το οποίο μπορούν, κατά τη γνώμη μου, να αξιοποιήσουν για την επιδίωξη θεμιτών σκοπών. Τα κράτη μέλη ενδέχεται να επιθυμούν να διασφαλίσουν υψηλότερο επίπεδο προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων για ορισμένες κατηγορίες προσώπων. Σε περιόδους σημαντικής εισροής αιτούντων, ενδέχεται επίσης να επιθυμούν να κατανείμουν κατά τον βέλτιστο τρόπο τα μέσα και τους πόρους του εθνικού τους συστήματος ασύλου, προκειμένου να απαλλάξουν τις αρμόδιες εθνικές αρχές από την εξέταση προδήλως αβάσιμων αιτήσεων. |
|
86. |
Διευκρινίζω, εντούτοις, ότι στην περίπτωση που κράτος μέλος θεσπίζει περαιτέρω κανόνα ή λεπτομερή διάταξη με σκοπό την εφαρμογή της έννοιας της ασφαλούς χώρας καταγωγής στο εθνικό του δίκαιο, εφαρμόζει το δίκαιο της Ένωσης, με αποτέλεσμα το περιθώριο εκτίμησης που διαθέτει να οριοθετείται από το δίκαιο αυτό. |
|
87. |
Συνεπώς, το περιθώριο εκτίμησης που αναγνωρίζεται στα κράτη μέλη δεν πρέπει να ασκείται κατά τρόπο που υπονομεύει τους γενικούς σκοπούς της οδηγίας 2013/32 και ιδίως τον σκοπό στον οποίο στηρίζεται η έννοια της ασφαλούς χώρας καταγωγής και την πρακτική αποτελεσματικότητα της έννοιας αυτής ( 52 ). |
|
88. |
Τούτο συνεπάγεται ότι το κράτος μέλος πρέπει να αναγνωρίζει την κατηγορία ή τις κατηγορίες προσώπων που διατρέχουν κίνδυνο, κατά την αξιολόγηση των γενικών συνθηκών της τρίτης χώρας στην οποία προβαίνει, ώστε να αποκλείει ρητώς τις κατηγορίες αυτές από την εφαρμογή της έννοιας της ασφαλούς χώρας καταγωγής και του συναφούς τεκμηρίου περί ασφαλούς χώρας. Πράγματι, η αρμόδια εθνική αρχή ενώπιον της οποίας υποβάλλεται αίτηση διεθνούς προστασίας πρέπει να είναι σε θέση να αναγνωρίσει και να διακρίνει αμέσως τα πρόσωπα που εμπίπτουν στις κατηγορίες αυτές, προκειμένου να κινήσει την τακτική διαδικασία εξέτασης του άρθρου 31, παράγραφοι 1 έως 7, της οδηγίας 2013/32. |
|
89. |
Οποιαδήποτε εξαίρεση η οποία δεν προβλέπεται με τρόπο ρητό και τυπικό θα αποδυνάμωνε την προστασία των αιτούντων διεθνή προστασία που προέρχονται από τις οικείες χώρες. |
|
90. |
Τούτο συνεπάγεται, επίσης, ότι ο εν λόγω τρόπος εφαρμογής της έννοιας της ασφαλούς χώρας καταγωγής δεν θίγει την υποχρέωση του κράτους μέλους να μεριμνά για την τήρηση των απαιτήσεων του παραρτήματος Ι της οδηγίας 2013/32 και ιδίως να εγγυάται ότι οι νομικές και πολιτικές συνθήκες της οικείας χώρας προσιδιάζουν σε δημοκρατικό καθεστώς στο πλαίσιο του οποίου ο γενικός πληθυσμός τυγχάνει διαρκούς προστασίας από τον κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης. |
|
91. |
Η έννοια αυτή επιβάλλει στα κράτη μέλη να περιορίσουν τις επιμέρους εξαιρέσεις σε έναν αρκετά περιορισμένο αριθμό προσώπων, διότι άλλως κλονίζεται το τεκμήριο ασφάλειας στο οποίο στηρίζεται ο χαρακτηρισμός της οικείας τρίτης χώρας ως ασφαλούς χώρας καταγωγής. Πράγματι, η πρόβλεψη πολλών επιμέρους εξαιρέσεων και πολλών κατηγοριών προσώπων που διατρέχουν κίνδυνο θα σήμαινε, στην πραγματικότητα, ότι η χώρα καταγωγής δεν είναι ασφαλής. |
|
92. |
Συνεπώς, εάν μια τρίτη χώρα χαρακτηριζόταν ως ασφαλής χώρα καταγωγής, παρά την επισήμανση ύπαρξης πλειόνων κατηγοριών προσώπων τα οποία ενδέχεται να εκτίθενται σε κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης (για παράδειγμα, πρόσωπα που ανήκουν στην κοινότητα ΛΟΑΤΚΙ+, θύματα έμφυλης βίας, συμπεριλαμβανομένου του ακρωτηριασμού των γυναικείων γεννητικών οργάνων, εθνικές και θρησκευτικές μειονότητες, κατηγορούμενοι για πολιτικά εγκλήματα και καταδικασθέντες σε θάνατο) και ορισμένα από τα οποία δεν είναι εξαρχής αναγνωρίσιμα, η έννοια της ασφαλούς χώρας καταγωγής θα έμοιαζε πλασματική. Πράγματι, λόγω της φύσης και της εμβέλειάς τους, οι εξαιρέσεις αυτές θα αποτύπωναν μάλλον την ύπαρξη γενικευμένων και συστημικών πλημμελειών ή παραλείψεων όσον αφορά τις υποχρεώσεις που υπέχει η οικεία τρίτη χώρα έναντι του πληθυσμού της, και ένας τέτοιος χαρακτηρισμός δεν θα ήταν κατάλληλος ούτε εύλογος υπό το πρίσμα των απαιτήσεων του παραρτήματος Ι της οδηγίας 2013/32. |
|
93. |
Συνεπώς, εναπόκειται στα κράτη μέλη να ασκούν το περιθώριο εκτίμησης που τους αναγνωρίζεται τηρώντας αυστηρά την αρχή της αναλογικότητας, ώστε ο χαρακτηρισμός τον οποίο πραγματοποιούν και η συναφής εξαίρεση των κατηγοριών προσώπων που διατρέχουν κίνδυνο να μπορούν να διασφαλίζουν κατά τρόπο συνεπή και συστηματικό την επίτευξη των σκοπών που επιδιώκει ο νομοθέτης της Ένωσης ( 53 ). |
|
94. |
Εν κατακλείδι, τέταρτον και τελευταίον, φρονώ ότι η ερμηνεία αυτή καθιστά δυνατό να συνεκτιμηθεί ο κανονισμός 2024/1348, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 11 Ιουνίου 2024 ( 54 ). Πράγματι, το άρθρο 61, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού παρέχει ρητώς στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να χαρακτηρίζουν τρίτες χώρες ως ασφαλείς χώρες καταγωγής προβλέποντας εξαιρέσεις για σαφώς αναγνωρίσιμες κατηγορίες προσώπων ( 55 ). Μολονότι είναι αληθές ότι, σύμφωνα με το άρθρο 79, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, ο κανονισμός αυτός θα εφαρμόζεται το πρώτον από τις 12 Ιουνίου 2026, γεγονός παραμένει ότι αποτελεί ήδη μέρος της έννομης τάξης της Ένωσης και θα ήταν, κατά τη γνώμη μου, παράδοξο να απαιτείται από τα κράτη μέλη που έχουν σήμερα επιλέξει να χαρακτηρίσουν τρίτες χώρες ως ασφαλείς χώρες καταγωγής, προβλέποντας παράλληλα εξαιρέσεις για ορισμένες κατηγορίες προσώπων, να καταργήσουν τον εν λόγω τρόπο εφαρμογής, ενώ καλούνται να προετοιμαστούν προσηκόντως για την εφαρμογή του ως άνω κανονισμού, βάσει των μεταβατικών μέτρων που προβλέπονται στο άρθρο 75 αυτού. |
|
95. |
Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι το άρθρο 36 και το άρθρο 37, παράγραφος 1, καθώς και το παράρτημα Ι της οδηγίας 2013/32 έχουν την έννοια ότι δεν απαγορεύουν σε κράτος μέλος να χαρακτηρίζει τρίτη χώρα ως ασφαλή χώρα καταγωγής για τους σκοπούς της εξέτασης των αιτήσεων διεθνούς προστασίας αναγνωρίζοντας παράλληλα περιορισμένες κατηγορίες προσώπων ως δυνάμενες να εκτεθούν σε κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης στη χώρα αυτή, υπό την προϋπόθεση, αφενός, ότι οι νομικές και πολιτικές συνθήκες της εν λόγω χώρας προσιδιάζουν σε δημοκρατικό καθεστώς στο πλαίσιο του οποίου ο γενικός πληθυσμός τυγχάνει διαρκούς προστασίας από έναν τέτοιο κίνδυνο και, αφετέρου, ότι, αντιστοίχως, το εν λόγω κράτος μέλος εξαιρεί ρητώς τις ως άνω κατηγορίες προσώπων από την εφαρμογή της έννοιας της ασφαλούς χώρας καταγωγής και του συναφούς τεκμηρίου ασφάλειας. |
V. Πρόταση
|
96. |
Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του Tribunale ordinario di Roma (πρωτοδικείου Ρώμης, Ιταλία) ως εξής:
|
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( i ) Οι ονομασίες που έχουν δοθεί στις παρούσες υποθέσεις είναι πλασματικές. Δεν αντιστοιχούν στο πραγματικό όνομα κανενός διαδίκου.
( 2 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας (ΕΕ 2013, L 180, σ. 60 και διορθωτικά ΕΕ 2015, L 114, σ. 25 και ΕΕ 2021, L 313, σ. 74).
( 3 ) Βλ., μεταξύ άλλων, γενικό σημείωμα της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες (HCR) σχετικά με την έννοια της χώρας και το καθεστώς του πρόσφυγα, της 26ης Ιουλίου 1991, καθώς και ψήφισμα 1471 (2005) της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης, της 5ης Οκτωβρίου 2005, με τίτλο «Ταχείες διαδικασίες ασύλου στα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης», σημείο 8.2, στοιχείο 3. Στη θεωρία, βλ., μεταξύ άλλων, Labayle, H., «Le droit d’asile en France: normalisation ou neutralisation», Revue française de droit administratif, Dalloz, Παρίσι, αριθ. 2, 1997, σ. 242 έως 280· Martenson, H. και McCarthy, J., «“In General, No Serious Risk of Persecution”: Safe Country of Origin Practices in Nine European States», Journal of Refugee Studies, τόμος 11, Oxford University Press, Οξφόρδη, αριθ. 3, 1998, σ. 304 έως 325· Costello, C., «The Asylum Procedures Directive and the Proliferation of Safe Country Practices: Deterrence, Deflection and the Dismantling of International Protection?», European Journal of Migration and Law, τόμος 7, Wolters Kluwer, La Haye, αριθ. 1, 2005, σ. 35 έως 70· John-Hopkins, M., «The Emperor’s New Safe Country Concepts: A UK Perspective on Sacrificing Fairness on the Altar of Efficiency», International Journal of Refugee Law, τόμος 21, Oxford University Press, Οξφόρδη, αριθ. 2, 2009, σ. 218 έως 255· Teitgen-Colly, C., «Le concept de pays sûr», σε Broyelle, C. και Julien-Laferrière, F., Mélanges François Julien-Laferrière, Bruylant, Βρυξέλλες, 2011, σ. 525 έως 576· Hunt, M., «The Safe Country of Origin Concept in European Asylum Law: Past, Present and Future», International Journal of Refugee Law, τόμος 26, Oxford University Press, Οξφόρδη, αριθ. 4, 2014, σ. 500 έως 535 και Costello, C., «Safe Country? Says Who?», International Journal of Refugee Law, τόμος 28, Oxford University Press, Οξφόρδη, αριθ. 4, 2016, σ. 601 έως 622.
( 4 ) Ελεύθερη μετάφραση: «Ποιος μπορεί, επομένως, να καθορίσει ότι οι χώρες είναι ασφαλείς; Και με ποια κριτήρια; Άγνωστοι άνθρωποι σε μυστικά δωμάτια, οι οποίοι διαβάζουν κρυφά μηνύματα; Όχι.» Βλ. Goodwin-Gill, G. S., «Safe Country, Says Who?», International Journal of Refugee Law, τόμος 4, Oxford University Press, Οξφόρδη, αριθ. 2, 1992, σ. 248 έως 250, και ιδίως σ. 250.
( 5 ) C‑406/22, στο εξής: απόφαση CV, EU:C:2024:841.
( 6 ) Απόφαση η οποία ελήφθη κατ’ εφαρμογήν του Protocollo tra il Governo della Repubblica italiana e il Consiglio dei ministri della Repubblica di Albania per il rafforzamento della collaborazione in materia migratoria nonche’ norme di coordinamento con l’ordinamento interno (πρωτοκόλλου μεταξύ της Κυβερνήσεως της Ιταλικής Δημοκρατίας και του Υπουργικού Συμβουλίου της Δημοκρατίας της Αλβανίας περί της ενίσχυσης της συνεργασίας σε θέματα μετανάστευσης και κανόνων συντονισμού με την εσωτερική έννομη τάξη), το οποίο συνήφθη στη Ρώμη στις 6 Νοεμβρίου 2023 και κυρώθηκε με τον legge n. 14 (νόμο αριθ. 14), της 21ης Φεβρουαρίου 2024 (GURI αριθ. 44, της 22ας Φεβρουαρίου 2024, σ. 1).
( 7 ) Στο εξής: Χάρτης.
( 8 ) Με τον όρο «πληθυσμός» αναφέρομαι όχι μόνον στους υπηκόους της οικείας τρίτης χώρας, αλλά και στους ανιθαγενείς που είχαν τη συνήθη διαμονή τους στη χώρα αυτή, και τούτο σύμφωνα με το άρθρο 36, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32.
( 9 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (ΕΕ 2011, L 337, σ. 9).
( 10 ) Ο EUAA διαδέχθηκε την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο (ΕΥΥΑ).
( 11 ) Υπογραφείσα στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950, στο εξής: ΕΣΔΑ.
( 12 ) Εγκριθέν από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στις 16 Δεκεμβρίου 1966 και τεθέν σε ισχύ στις 23 Μαρτίου 1976.
( 13 ) Εγκριθείσα στη Νέα Υόρκη από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στις 10 Δεκεμβρίου 1984, Recueil des traités des Nations unies, τόμος 1465, σ. 85, αριθ. 24841 (1987).
( 14 ) Υπογραφείσα στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 [Recueil des traités des Nations unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954)] και τεθείσα σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954, όπως συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο περί του καθεστώτος των προσφύγων, το οποίο συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967.
( 15 ) GURI αριθ. 40, της 16ης Φεβρουαρίου 2008, σ. 11.
( 16 ) GURI αριθ. 249, της 23ης Οκτωβρίου 2024, σ. 1, στο εξής: νομοθετικό διάταγμα 25/2008.
( 17 ) Στο εξής: πράξη νομοθετικού περιεχομένου 158/2024. Η εν λόγω πράξη νομοθετικού περιεχομένου στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, στο σημείο 2 του διατακτικού της απόφασης CV. Για την έκδοσή της ελήφθησαν υπόψη, αφενός, η «εξαιρετική ανάγκη και το κατεπείγον του χαρακτηρισμού των ασφαλών χωρών καταγωγής, λαμβανομένης υπόψη της [απόφασης αυτής], αποκλειομένων των χωρών που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που χαρακτηρισμού για ορισμένα τμήματα του εδάφους τους» και, αφετέρου, ο κανονισμός (ΕΕ) 2024/1348 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024, για τη θέσπιση κοινής διαδικασίας διεθνούς προστασίας στην Ένωση και την κατάργηση της οδηγίας 2013/32/ΕΕ (EE L, 2024/1348) και ιδίως το άρθρο 61, παράγραφος 2, αυτού, ο οποίος κανονισμός «μολονότι θα τεθεί σε εφαρμογή από τις 12 Ιουνίου 2026, κατοχύρωσε την κοινή προσέγγιση των κρατών μελών».
( 18 ) GURI αριθ. 105, της 7ης Μαΐου 2024, σ. 23, στο εξής: κοινή υπουργική απόφαση.
( 19 ) Η Ελληνική Κυβέρνηση προέβαλε επίσης ένσταση απαραδέκτου του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος για τον λόγο ότι είναι υποθετικής φύσης εφόσον το αιτούν δικαστήριο επιδιώκει, με την υποβολή του εν λόγω ερωτήματος, να αμφισβητήσει γενικώς, και όχι στο πλαίσιο της συγκεκριμένης κατάστασης του αιτούντος, την εγγραφή της τρίτης χώρας στον εθνικό κατάλογο ασφαλών χωρών καταγωγής.
( 20 ) Πρβλ. απόφαση της 31ης Μαρτίου 2022, Lombard Lízing (C‑472/20, EU:C:2022:242, σκέψη 35 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 21 ) Βλ. απόφαση CV (σκέψη 86 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 22 ) C‑69/10, EU:C:2011:524.
( 23 ) Βλ. σκέψη 58 της απόφασης αυτής.
( 24 ) Βλ. σημείο 3 του διατακτικού της απόφασης αυτής.
( 25 ) Βλ. απόφαση CV (σκέψη 87 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 26 ) Βλ. Cornu, G., Vocabulaire juridique, PUF, Παρίσι, 15η έκδοση, 2024.
( 27 ) Το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2011/95 επιβάλλει στην αρμόδια διοικητική αρχή να συνεκτιμά «[όλα τα συναφή στοιχεία] που σχετίζονται με τη χώρα καταγωγής κατά τον χρόνο λήψης απόφασης σχετικά με την αίτηση, συμπεριλαμβανομένων των νόμων και των κανονισμών [της χώρας αυτής] και του τρόπου εφαρμογής τους» (όπερ αντιστοιχεί, κατ’ ουσίαν, στα στοιχεία που ήδη λαμβάνονται υπόψη για τον χαρακτηρισμό τρίτης χώρας ως ασφαλούς χώρας καταγωγής).
( 28 ) Πρβλ. απόφαση της 20ής Ιανουαρίου 2021, Secretary of State for the Home Department (C‑255/19, EU:C:2021:36, σκέψη 36 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 29 ) Πρβλ. Goodwin-Gill, G. S., «Safe Country, Says Who?», όπ.π.
( 30 ) Βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 23ης Οκτωβρίου 2014, Unitrading (C‑437/13, EU:C:2014:2318, σκέψη 20 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), και της 29ης Απριλίου 2021, Banco de Portugal κ.λπ. (C‑504/19, EU:C:2021:335, σκέψη 57 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 31 ) Βλ. σημείο 47 των παρουσών προτάσεων.
( 32 ) Συνακόλουθα, μολονότι το Conseil d’État (Συμβούλιο της Επικρατείας, Γαλλία), με την απόφαση αριθ. 375474 της 10ης Οκτωβρίου 2014, ακύρωσε την εγγραφή της Δημοκρατίας του Κοσσυφοπεδίου στον εθνικό κατάλογο των ασφαλών χωρών καταγωγής αλλά επικύρωσε την εγγραφή της Δημοκρατίας της Αλβανίας (βλ., ιδίως, σκέψεις 14 και 16 της απόφασης αυτής), το Conseil d’État (Συμβούλιο της Επικρατείας, Βέλγιο), με την απόφαση αριθ. 228/902, η οποία εκδόθηκε λίγες ημέρες αργότερα, στις 23 Οκτωβρίου 2014, έκρινε το αντίστροφο, καθόσον επικύρωσε βασιλικό διάταγμα με το οποίο εγγράφηκε η Δημοκρατία του Κοσσυφοπεδίου στον κατάλογο των ασφαλών χωρών καταγωγής αλλά ακύρωσε το διάταγμα αυτό κατά το μέρος που αφορούσε τη Δημοκρατία της Αλβανίας, κρίνοντας, κατ’ ουσίαν, ότι η κατάσταση στην τελευταία αυτή χώρα δεν ήταν αρκούντως σταθερή.
( 33 ) Goodwin-Gill, G. S., «Safe Country, Says Who?», όπ.π.
( 34 ) Ελεύθερη μετάφραση.
( 35 ) Βλ., ενδεικτικώς, απόφαση του ΕΔΔΑ της 21ης Νοεμβρίου 2019, Ilias και Ahmed κατά Ουγγαρίας (EC:ECHR:2019:1121JUD004728715), στην οποία το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκρινε ότι οι αρμόδιες αρχές υπέχουν την υποχρέωση να αναζητούν όλες τις σχετικές πληροφορίες που είναι γενικά διαθέσιμες για τους σκοπούς της εκτίμησής τους (σκέψη 141).
( 36 ) Βλ. σκέψη 81 της απόφασης αυτής.
( 37 ) Βλ. αποφάσεις CV (σκέψεις 78 και 79 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία) και της 4ης Οκτωβρίου 2024, Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες και Υποστήριξη Προσφύγων στο Αιγαίο (C‑134/23, EU:C:2024:838, σκέψη 52 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 38 ) Το επίρρημα «uniformément» υποδηλώνει ότι μια τρίτη χώρα μπορεί να χαρακτηριστεί ως ασφαλής χώρα καταγωγής μόνον υπό την προϋπόθεση ότι εγγυάται μια προστασία από τον κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης που είναι ενιαία στην επικράτειά της και/ή σε σχέση με τους υπηκόους ή τους κατοίκους της, ενώ η προσθήκη του επιρρήματος «jamais» συνεπάγεται ότι πρόκειται, επιπλέον, για απόλυτη προστασία.
( 39 ) Στην απόδοση στη δανική («til stadighed»), στη γερμανική («durchgängig»), στην ιταλική («costantemente»), στη λεττονική («konsekventi»), στη μαλτέζικη («konsistentement»), στη ρουμανική («consecvent») και στη σουηδική («genomgående») γλώσσα.
( 40 ) Στην απόδοση στην ελληνική («μόνιμα»), στην κροατική («transino») και στην ολλανδική («duurzame») γλώσσα.
( 41 ) Στην απόδοση στη φινλανδική γλώσσα («jatkuvasti»).
( 42 ) Στην απόδοση στη σλοβενική γλώσσα («redno»).
( 43 ) Στην απόδοση στην ισπανική («sistemática»), στην τσεχική («soustavně»), στην αγγλική («consistenlty»), στη λιθουανική («sistemingai»), στην πολωνική («konsekwentnie »), στην πορτογαλική («sistemático») και στη σλοβακική («sústavne») γλώσσα.
( 44 ) Στην απόδοση στην εσθονική γλώσσα («järjekindlat»).
( 45 ) Στην απόδοση στην ουγγρική γλώσσα («következetesen»).
( 46 ) Βλ. συμπεράσματα του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 1992, σχετικά με τις χώρες στις οποίες, κατά γενικό κανόνα, δεν υφίσταται σοβαρός κίνδυνος δίωξης (στο εξής: ψήφισμα του Λονδίνου) (σημείο 4, στοιχείο δʹ).
( 47 ) Βλ. άρθρο 11, παράγραφος 2, και άρθρο 16, παράγραφος 2, της οδηγίας 2011/95.
( 48 ) Το Dictionnaire de l’Académie française αποδίδει τη σημασία των επιρρημάτων: «d’une manière ou de manière générale» και «d’une façon ou de façon générale» (με έναν τρόπο ή με τρόπο γενικό), «en général» (γενικώς) ή «en règle générale» (κατά γενικό κανόνα), ως «globalement, abstraction faite des cas particuliers, le plus souvent» (συνολικά, εξαιρουμένων μεμονωμένων περιπτώσεων, τις περισσότερες φορές).
( 49 ) Βλ. απόφαση CV (σκέψη 78 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 50 ) Βλ. σημείο 2 του ψηφίσματος αυτού.
( 51 ) Ενώ η απόδοση του άρθρου 36, παράγραφος 2, της οδηγίας 2013/32 στη γαλλική γλώσσα χρησιμοποιεί τον όρο «notion» (έννοια/όρος), όλες οι άλλες γλωσσικές αποδόσεις της διάταξης αυτής χρησιμοποιούν τον όρο «έννοια», εξαιρουμένης της απόδοσης στην ουγγρική γλώσσα, η οποία χρησιμοποιεί τον όρο «αρχή».
( 52 ) Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2019, Bevándorlási és Menekültügyi Hivatal (Οικογενειακή επανένωση – Αδελφή πρόσφυγα) (C‑519/18, EU:C:2019:1070, σκέψη 62 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 53 ) Βλ. απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2024, Corván και Bacigán (C‑289/23 και C‑305/23, EU:C:2024:934, σκέψη 50 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Συνεπώς, ορισμένα κράτη μέλη θα μπορούσαν να θεωρήσουν ότι οι χώρες για τις οποίες η Επιτροπή ενέκρινε τη δέσμη μέτρων για τη «διεύρυνση» (Αλβανία, Βοσνία και Ερζεγοβίνη, Κοσσυφοπέδιο, Μαυροβούνιο, Βόρεια Μακεδονία, Σερβία, Γεωργία, Δημοκρατία της Μολδαβίας, Ουκρανία και Τουρκία) είναι ασφαλείς, αλλά θα μπορούσαν, στο πλαίσιο του περιθωρίου εκτίμησης που τους αναγνωρίζεται και προκειμένου να προστατεύονται τα θεμελιώδη δικαιώματα των ατόμων (παρέχοντας, συνακόλουθα, ένα πρόσθετο επίπεδο προστασίας), να προβλέπουν εξαρχής ότι η έννοια αυτή δεν εφαρμόζεται σε σχέση με περιορισμένες και πολύ συγκεκριμένες κατηγορίες προσώπων: για παράδειγμα, όσον αφορά τη Γεωργία, θα μπορούσαν να εξαιρέσουν από το τεκμήριο περί ασφαλούς χώρας τα πρόσωπα που ανήκουν στην κοινότητα ΛΟΑΤΚΙ+.
( 54 ) Βλ. άρθρο 79, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού.
( 55 ) Το άρθρο αυτό, το οποίο πρέπει να ερμηνεύεται σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη 80 του εν λόγω κανονισμού, προβλέπει ότι «[ο] χαρακτηρισμός τρίτης χώρας ως ασφαλούς χώρας καταγωγής τόσο σε ενωσιακό όσο και σε εθνικό επίπεδο μπορεί να γίνει με εξαιρέσεις για συγκεκριμένα τμήματα του εδάφους της ή για σαφώς αναγνωρίσιμες κατηγορίες προσώπων».