Προσωρινό κείμενο

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

JULIANE KOKOTT

της 12ης Φεβρουαρίου 2026 (1)

Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C722/24 και C756/24

SIA «Elektro bizness»,

μετέχοντες:

Sabiedrisko pakalpojumu regulēšanas komisija (C722/24)

και

Sabiedrisko pakalpojumu regulēšanas komisija,

παρισταμένης της:

SIA «Jelgavas autobusu parks» (C756/24)

[αίτηση του Augstākā tiesa (Senāts)
(Ανώτατου Δικαστηρίου [Senāts]), Λεττονία,
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

« Προδικαστική παραπομπή – Εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας – Οδηγία (ΕΕ) 2019/944 – Άρθρο 2, σημείο 41 – Έννοια της απευθείας γραμμής – Δικαίωμα επιλογής του πελάτη – Πλήρης αποσύνδεση από το δίκτυο – Σύνδεση πελάτη σε υφιστάμενη γραμμή – Σύνδεση πλειόνων πελατών »






I.      Εισαγωγή

1.        Προορίζεται η απευθείας γραμμή, μέσω της οποίας ο πελάτης προμηθεύεται ηλεκτρική ενέργεια από παραγωγό χωρίς τη μεσολάβηση του δικτύου (και, συνεπώς, χωρίς να καταβάλλει το σχετικό κόστος), αποκλειστικά για πελάτες που, για τεχνικούς ή οικονομικούς λόγους, δεν μπορούν να συνδεθούν στο δίκτυο; Ή διαθέτουν τα κράτη μέλη περιθώριο εκτιμήσεως, στο πλαίσιο του οποίου μπορούν να επιτρέπουν τη χρήση απευθείας γραμμών και σε άλλες περιπτώσεις (επί παραδείγματι, για την προώθηση των βιομηχανικών ζωνών ή της αποκεντρωμένης παραγωγής και προμήθειας «πράσινης» ενέργειας);

2.        Αυτό είναι, κατ’ ουσίαν, το ζήτημα από το οποίο αφορμάται η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως του Augstākā tiesa (Senāts) (Ανώτατου Δικαστηρίου [Senāts], Λεττονία).

3.        Μετά τη θέσπιση της οδηγίας 98/30/ΕΚ (2), η απευθείας γραμμή αναγνωρίστηκε ως βασικό στοιχείο της εσωτερικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Στην ισχύουσα επί του παρόντος οδηγία (ΕΕ) 2019/944 (στο εξής: οδηγία 2019/944) (3), το ζήτημα της απευθείας γραμμής ρυθμίζεται κατά τρόπον ώστε να είναι δυνατή η εξισορρόπηση μεταξύ της ασφάλειας του εφοδιασμού όλων των πελατών και της δίκαιης κατανομής του κόστους του δικτύου, αφενός, και της προώθησης της βιομηχανίας και της διαφοροποίησης της παραγωγής ενέργειας, αφετέρου.

4.        Αμφότερες οι υπό κρίση αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως του Augstākā tiesa (Senāts) (Ανώτατου Δικαστηρίου [Senāts]) παρέχουν εν προκειμένω τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να εξειδικεύσει τις προϋποθέσεις της εξισορρόπησης.

5.        Με τις γραμμές που αποτελούν το αντικείμενο της κύριας δίκης πρόκειται να συνδεθούν, αντίστοιχα, μία μονάδα παραγωγής ενέργειας και ένας πελάτης. Αμφότερες, όμως, οι προτεινόμενες γραμμές παρουσιάζουν ιδιαιτερότητες: στην υπόθεση C‑722/24, ο πελάτης θα συνδεθεί μέσω της επίμαχης γραμμής σε ήδη υπάρχουσα γραμμή η οποία είναι συνδεδεμένη στο δίκτυο και μέσω της οποίας εφοδιάζονται ήδη άλλοι πελάτες. Στην υπόθεση C‑756/24, ο πελάτης διαθέτει ήδη σύνδεση στο δίκτυο την οποία επιθυμεί να διατηρήσει στο μέλλον, ως εφεδρική της επίμαχης γραμμής.

II.    Το νομικό πλαίσιο

Α.      Το δίκαιο της Ένωσης

6.        Το άρθρο 2 («Ορισμοί»), σημείο 41, της οδηγίας 2019/944 παρέχει τον ορισμό της έννοιας «απευθείας γραμμή». Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ισχύει ο ακόλουθος ορισμός:

«“απευθείας γραμμή”: είτε η γραμμή ηλεκτρικής ενέργειας η οποία συνδέει μια μεμονωμένη μονάδα παραγωγής με έναν μεμονωμένο πελάτη είτε η γραμμή ηλεκτρικής ενέργειας η οποία συνδέει έναν παραγωγό ηλεκτρικής ενέργειας και μία επιχείρηση προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία προμηθεύει απευθείας τις δικές της εγκαταστάσεις, θυγατρικές επιχειρήσεις και πελάτες·».

7.        Το άρθρο 7 («Απευθείας γραμμές») της οδηγίας 2019/944 ορίζει τα εξής:

«1.      Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε:

α)      όλες οι εγκατεστημένες στο έδαφός τους επιχειρήσεις παραγωγής και προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας [(4)] να μπορούν να εφοδιάζουν με απευθείας γραμμή τις εγκαταστάσεις τους, τις θυγατρικές τους επιχειρήσεις και τους πελάτες τους χωρίς να υπόκεινται σε δυσανάλογες διοικητικές διαδικασίες ή δαπάνες·

β)      κάθε πελάτης εντός του εδάφους τους να μπορεί να εφοδιάζεται, ατομικά ή από κοινού, με απευθείας γραμμή από επιχειρήσεις παραγωγής και προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας.

2.      Τα κράτη μέλη καθορίζουν τα κριτήρια για τη χορήγηση αδειών κατασκευής απευθείας γραμμών στο έδαφός τους. Τα κριτήρια αυτά είναι αντικειμενικά και αμερόληπτα.

3.       Η δυνατότητα παροχής ηλεκτρικής ενέργειας με απευθείας γραμμή, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, δεν θίγει τη δυνατότητα σύναψης συμβάσεων ηλεκτρικής ενέργειας σύμφωνα με το άρθρο 6.

4.       Τα κράτη μέλη μπορούν να θέτουν ως προϋπόθεση για την έκδοση άδειας κατασκευής απευθείας γραμμής είτε την άρνηση πρόσβασης στο σύστημα βάσει, οσάκις ενδείκνυται, του άρθρου 6, είτε την κίνηση διαδικασίας επίλυσης διαφορών δυνάμει του άρθρου 60.

5.       Τα κράτη μέλη μπορούν να αρνηθούν τη χορήγηση άδειας κατασκευής απευθείας γραμμής, εάν η χορήγηση της άδειας αντιβαίνει στην εφαρμογή των διατάξεων που αφορούν τις υποχρεώσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας βάσει του άρθρου 9. Η άρνηση είναι δεόντως αιτιολογημένη.»

Β.      Το λεττονικό δίκαιο

8.        Στο άρθρο 1, σημείο 29, του Elektroenerģijas tirgus likums (στο εξής: νόμου περί της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας), της 5ης Μαΐου 2005, η απευθείας γραμμή ορίζεται ως:

«η γραμμή ηλεκτρικής ενέργειας η οποία συνδέει μια απομονωμένη μονάδα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με έναν απομονωμένο πελάτη ή η γραμμή ηλεκτρικής ενέργειας η οποία συνδέει έναν παραγωγό ηλεκτρικής ενέργειας και μία επιχείρηση προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία προμηθεύει απευθείας τις δικές της εγκαταστάσεις, συνδεδεμένες επιχειρήσεις και πελάτες».

9.        Το άρθρο 25 («Εγκατάσταση γραμμών»), παράγραφος 2 και παράγραφος 3, σημείο 1, του νόμου περί της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας έχει ως εξής:

«2.      Ο διαχειριστής του συστήματος διανομής έχει το δικαίωμα να εγκαταστήσει γραμμή διανομής στην περιοχή για την οποία έχει χορηγηθεί η σχετική άδεια.

3.      Ένα πρόσωπο άλλο από τον διαχειριστή του δικτύου διανομής δικαιούται να εγκαταστήσει γραμμή διανομής στην περιοχή που καλύπτεται από την άδεια του διαχειριστή του δικτύου διανομής, εφόσον η γραμμή που πρόκειται να κατασκευαστεί είναι:

1)      απευθείας γραμμή».

10.      Το άρθρο 26 («Απευθείας γραμμή») του νόμου περί της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας ορίζει ότι:

«1.      Ο παραγωγός έχει το δικαίωμα να παρέχει ηλεκτρική ενέργεια σε πελάτες ή στις δικές του εγκαταστάσεις μέσω συνδέσεως με απευθείας γραμμή.

2.      Η άδεια για τη δημιουργία συνδέσεως με απευθείας γραμμή εκδίδεται από τη ρυθμιστική αρχή. Η ρυθμιστική αρχή καθορίζει αντικειμενικά και ενιαία κριτήρια βάσει των οποίων εκδίδεται η άδεια για τη δημιουργία συνδέσεως με απευθείας γραμμή.»

III. Η διαδικασία της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

Α.      Υπόθεση C722/24, Elektro bizness

11.      Η Elektro bizness εκμεταλλεύεται μονάδα συμπαραγωγής. Δεν είναι ιδιοκτήτρια μόνο της μονάδας παραγωγής ενέργειας αλλά και μιας συνδεδεμένης με αυτήν υπόγειας καλωδιακής γραμμής (στο εξής: υφιστάμενη γραμμή) μήκους 7,6 km, μέσω της οποίας μεταφέρεται ηλεκτρική ενέργεια τάσης 20 κιλοβόλτ. Η υφιστάμενη γραμμή ανήκε ήδη στην Elektro bizness πριν από τη θέση σε ισχύ το 2025 του νόμου περί της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Μέσω αυτής της γραμμής, η Elektro bizness Strom μεταφέρει ηλεκτρική ενέργεια στο δίκτυο της εταιρίας Sadales tīkls. Επιπλέον, χρησιμοποιεί την υφιστάμενη γραμμή για να προμηθεύει με ηλεκτρική ενέργεια έξι βιομηχανικούς πελάτες χωρίς τη μεσολάβηση του συστήματος Sadales tīkls.

12.      Το 2021 η Elektro bizness απευθύνθηκε στη Sabiedrisko pakalpojumu regulēšanas komisija, τη ρυθμιστική αρχή δημοσίων υπηρεσιών (στο εξής: ρυθμιστική αρχή), για να ζητήσει την έκδοση άδειας για την εγκατάσταση απευθείας γραμμής. Η σχεδιαζόμενη γραμμή ηλεκτρικής ενέργειας μήκους περίπου 400 μέτρων θα συνέδεε την υφιστάμενη γραμμή με την εγκατάσταση του πελάτη, παρέχοντας στην Elektro bizness τη δυνατότητα να προμηθεύει τον πελάτη αυτόν με ηλεκτρική ενέργεια χωρίς τη μεσολάβηση του συστήματος Sadales tīkls.

13.      Με την απόφαση υπ’ αριθ. 65 της 10ης Ιουνίου 2021, η ρυθμιστική αρχή απέρριψε την αίτηση της Elektro bizness για εγκατάσταση απευθείας γραμμής. Η ρυθμιστική αρχή στήριξε την απόφασή της στο ότι η σχεδιαζόμενη γραμμή δεν συνιστούσε απευθείας γραμμή. Δεδομένου ότι η υφιστάμενη γραμμή δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί τμήμα της «μονάδας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας», η σχεδιαζόμενη γραμμή δεν συνέδεε τον πελάτη με μεμονωμένη μονάδα παραγωγής.

14.      Στη συνέχεια, η Elektro bizness άσκησε προσφυγή ενώπιον του Administratīvā apgabaltiesa (περιφερειακού διοικητικού δικαστηρίου, Λεττονία), η οποία απορρίφθηκε. Το δικαστήριο αυτό συντάχθηκε με την εκτίμηση της ρυθμιστικής αρχής ότι η υφιστάμενη γραμμή δεν μπορούσε να θεωρηθεί τμήμα της μονάδας παραγωγής, επειδή δεν χρησιμοποιείται για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας αλλά για τη μεταφορά της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας. Επομένως, δεν θα συνέδεε άμεσα τον πελάτη με τη μονάδα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.

15.      Κατά της αποφάσεως αυτής, η Elektro bizness άσκησε αναίρεση ενώπιον του Augstākā tiesa (Senāts) (Ανώτατου Δικαστηρίου [Senāts]) και προέβαλε ότι η υφιστάμενη γραμμή αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της λειτουργίας της μονάδας παραγωγής ενέργειας και, ως εκ τούτου, πρέπει να θεωρείται μέρος αυτής. Κατά την αναιρεσείουσα, ο σκοπός κατασκευής μιας απευθείας γραμμής είναι επίσης να δοθεί σε παραγωγό ηλεκτρικής ενέργειας η δυνατότητα να εφοδιάζει απευθείας τον πελάτη με την παραγόμενη ενέργεια, δηλαδή να προμηθεύει τον πελάτη χωρίς τη μεσολάβηση του δικτύου.

16.      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Augstākā tiesa (Senāts) (Ανώτατο Δικαστήριο [Senāts]) ανέστειλε τη δίκη και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«Για τους σκοπούς του άρθρου 2, σημείο 41, της [οδηγίας 2019/944]:

1)      Έχει ο όρος “μεμονωμένη μονάδα παραγωγής” που χρησιμοποιείται στην εν λόγω διάταξη την έννοια ότι περιλαμβάνει επίσης γραμμή ηλεκτρικής ενέργειας η οποία ανήκει σε παραγωγό, είναι συνδεδεμένη με μονάδα παραγωγής, προορίζεται για τη μεταφορά της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας και εκτείνεται πέρα από τα όρια της τοποθεσίας (διεύθυνσης) της μονάδας παραγωγής;

2)      Περιλαμβάνει ο ορισμός της “απευθείας γραμμής”, που μνημονεύεται στην εν λόγω διάταξη, γραμμή ηλεκτρικής ενέργειας που συνδέει πελάτη με μονάδα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας (μονάδα συμπαραγωγής) μέσω εγκαταστάσεως συνδέσεως με γραμμή ηλεκτρικής ενέργειας η οποία ανήκει σε παραγωγό και έχει ήδη κατασκευαστεί και προορίζεται για τη μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας, εάν, ως εκ τούτου, η προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας από τον παραγωγό στον πελάτη εξασφαλίζεται χωρίς τη μεσολάβηση του δικτύου του διαχειριστή του συστήματος διανομής; Ασκεί, ενδεχομένως, επιρροή στην απάντηση επί του ερωτήματος αυτού το ενδεχόμενο να χρησιμοποιείται ήδη για την προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας σε άλλους πελάτες η ήδη κατασκευασμένη γραμμή ηλεκτρικής ενέργειας που ανήκει στον παραγωγό και προορίζεται για τη μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας, με την οποία πρόκειται να συνδεθεί η γραμμή που προτείνεται να εγκατασταθεί, ώστε να καταλήγει στον νέο πελάτη;»

Β.      Υπόθεση C756/24, Jelgavas autobusu parks

17.      Η Jelgavas autobusu parks δραστηριοποιείται στον τομέα των αστικών οδικών μεταφορών. Είχε σκοπό να χρησιμοποιήσει αστικά λεωφορεία με υδρογόνο ως καύσιμο και να λειτουργήσει μια μονάδα παραγωγής υδρογόνου για τον σκοπό αυτό.

18.      Τον Μάρτιο του 2021 η Jelgavas autobusu parks υπέβαλε αίτηση στη ρυθμιστική αρχή για την έκδοση άδειας κατασκευής γραμμής μήκους 6,5 km που επρόκειτο να συνδέσει τη μονάδα παραγωγής υδρογόνου με μονάδα συμπαραγωγής βιομάζας της SIA Gren Latvija. Η Jelgavas autobusu parks επιθυμεί να προμηθεύεται την ηλεκτρική ενέργεια απευθείας από την Gren Latvija με σκοπό, μεταξύ άλλων, να μειώσει τα έξοδα που συνδέονται με την αύξηση της δυναμικότητας συνδέσεως. Μετά την κατασκευή της προτεινόμενης γραμμής, η Jelgavas autobusu parks επιθυμεί να διατηρήσει την υφιστάμενη σύνδεση στο δίκτυο του φορέα Sadales tīkls μόνο ως εφεδρική. Ειδικότερα, για όσο διάστημα προμηθεύεται ηλεκτρική ενέργεια από την απευθείας γραμμή, δεν θα χρησιμοποιεί για τον συγκεκριμένο σκοπό το δίκτυο.

19.      Με την απόφαση 123 της 4ης Νοεμβρίου 2021, η ρυθμιστική αρχή απέρριψε την αίτηση. Κατά την εκτίμησή της, δεν δύναται να χορηγηθεί άδεια κατασκευής «απευθείας γραμμής», διότι η Jelgavas autobusu parks δεν μπορεί να θεωρηθεί «μεμονωμένος πελάτης». Τούτο διότι, ο διαχειριστής του δικτύου διανομής είναι σε θέση να διασφαλίσει ότι θα προμηθεύει την Jelgavas autobusu parks με εύλογο κόστος και σε περίπτωση αύξησης της δυναμικότητας συνδέσεως. Η κατασκευή απευθείας γραμμής είναι επιτρεπτή μόνο όταν δικαιολογείται από τεχνικής και οικονομικής απόψεως. Κατά της απόρριψης της αιτήσεώς της, η Jelgavas autobusu parks άσκησε προσφυγή ενώπιον του Administratīvā apgabaltiesa (περιφερειακού διοικητικού δικαστηρίου).

20.      Το Administratīvā apgabaltiesa (περιφερειακό διοικητικό δικαστήριο) έκανε δεκτή την προσφυγή. Κατά την εκτίμησή του, από το νομικό πλαίσιο δεν προκύπτει ότι σκοπός της κατασκευής απευθείας γραμμών είναι η διασφάλιση της παροχής ηλεκτρικής ενέργειας μόνο σε πελάτες που δεν έχουν τη δυνατότητα ή έχουν περιορισμένες δυνατότητες προμήθειας της απαραίτητης ηλεκτρικής ενέργειας από το δίκτυο. Πράγματι, η απευθείας γραμμή προϋποθέτει τον διαχωρισμό από το υπόλοιπο δίκτυο διανομής. Όπως επεσήμανε όμως το εθνικό δικαστήριο, η Jelgavas autobusu parks είχε υποβάλει δήλωση σύμφωνα με την οποία, κατά το διάστημα χρήσεως της συνδέσεως με απευθείας γραμμή θα διασφαλιζόταν η αποσύνδεσή της από το δίκτυο της Sadales tīkls. Ως εκ τούτου, υπάρχει επαρκής διαχωρισμός.

21.      Κατά της αποφάσεως αυτής, η ρυθμιστική αρχή άσκησε αναίρεση ενώπιον του Augstākā tiesa (Senāts) (Ανώτατου Δικαστηρίου [Senāts]). Το εν λόγω εθνικό δικαστήριο ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:

«1)      Έχει το άρθρο 7 της [οδηγίας 2019/944] την έννοια ότι η “απευθείας γραμμή” αποτελεί εναλλακτική μορφή παροχής ηλεκτρικής ενέργειας σε περίπτωση που το επιθυμεί ο πελάτης ή, αντιθέτως, έχει την έννοια ότι η απευθείας γραμμή είναι επιτρεπτή μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις;

2)      Έχει το άρθρο 2, σημείο 41, της [οδηγίας 2019/944] την έννοια ότι ως “απευθείας γραμμή” μπορεί να νοηθεί η γραμμή ηλεκτρικής ενέργειας μέσω της οποίας προβλέπεται η σύνδεση ενός παραγωγού ηλεκτρικής ενέργειας συνδεδεμένου στο δίκτυο διανομής με έναν πελάτη που είναι συνδεδεμένος στο εν λόγω δίκτυο, σε περίπτωση που ο πελάτης αυτός προτίθεται να διατηρήσει τη σύνδεση με το δίκτυο διανομής ως εφεδρική σύνδεση, μετά την κατασκευή της σχεδιαζόμενης γραμμής ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά να αποσυνδεθεί από το δίκτυο διανομής για όσο χρονικό διάστημα προμηθεύεται ηλεκτρική ενέργεια από τον παραγωγό μέσω της εν λόγω απευθείας γραμμής;

3)      Έχει ο όρος “μεμονωμένος πελάτης” που αναφέρεται στο άρθρο 2, σημείο 41, της [οδηγίας 2019/944] την έννοια ότι αναφέρεται αποκλειστικά και μόνο σε πελάτες που δεν είναι συνδεδεμένοι με το δίκτυο διανομής και για τους οποίους ο διαχειριστής του δικτύου διανομής δεν είναι σε θέση να εξασφαλίσει την αναγκαία δυναμικότητα μέσω της δημιουργίας συνδέσεως με εύλογο κόστος;»

22.      Με απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 2024, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου αποφάσισε τη συνεκδίκαση των υποθέσεων C‑722/24, Elektro bizness, και C‑756/24, Jelgavas autobusu parks, προς διευκόλυνση της έγγραφης και της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως.

23.      Η ρυθμιστική αρχή και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις σε αμφότερες τις υποθέσεις. Επίσης, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η Ιταλική Κυβέρνηση στην υπόθεση C‑722/24, Elektro bizness, και η Αυστριακή Κυβέρνηση στην υπόθεση C‑756/24, Jelgavas autobusu parks. Το Δικαστήριο έκρινε ότι παρέλκει η διεξαγωγή προφορικής διαδικασίας κατά το άρθρο 76, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας.

IV.    Νομική εκτίμηση

24.      Τα πέντε προδικαστικά ερωτήματα αφορούν, κατ’ ουσίαν, δύο ενότητες ζητημάτων, για την εξέταση των οποίων είναι αναγκαία η ερμηνεία της έννοιας «απευθείας γραμμή».

25.      Συναφώς πρέπει να εξεταστεί, κατ’ αρχάς, αν οι απευθείας γραμμές αποτελούν εναλλακτική μορφή παροχής ηλεκτρικής ενέργειας ή αν μία απευθείας γραμμή επιτρέπεται να κατασκευαστεί μόνο στην περίπτωση που ο πελάτης, για τεχνικούς ή οικονομικούς λόγους, δεν μπορεί να συνδεθεί στο δίκτυο (A.) (δεύτερο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑722/24 και πρώτο και τρίτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑756/24). Αν η απάντηση στο τελευταίο αυτό ζήτημα είναι θετική, η εξέταση του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος, ήτοι αν μπορεί να διατηρηθεί η εφεδρική σύνδεση στο δίκτυο παράλληλα με την απευθείας γραμμή, παρέλκει (B.) (δεύτερο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑756/24).

26.      Περαιτέρω, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν μέσω της απευθείας γραμμής μπορεί να συνδεθεί μόνο μεμονωμένος πελάτης ή περισσότεροι πελάτες και πώς πρέπει να ερμηνεύεται η έννοια «μεμονωμένη μονάδα παραγωγής» (πρώτο και δεύτερο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑722/24 και τρίτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑756/24) (Γ. έως E.).

Α.      Η απευθείας γραμμή ως εναλλακτική μορφή παροχής ηλεκτρικής ενέργειας; (δεύτερο ερώτημα στην υπόθεση C722/24 και πρώτο και τρίτο ερώτημα στην υπόθεση C756/24)

27.      Με το πρώτο σκέλος του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C‑722/24, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν ουσιώδες χαρακτηριστικό της απευθείας γραμμής κατά την έννοια του ορισμού που διαλαμβάνεται στο άρθρο 2, σημείο 41, της οδηγίας 2019/944 αποτελεί η εξασφάλιση προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας από τον παραγωγό στον πελάτη χωρίς τη μεσολάβηση του δικτύου του διαχειριστή του συστήματος διανομής. Ο εν λόγω ορισμός της απευθείας γραμμής βασίζεται στον πραγματικό τρόπο προμήθειας και εξαρτάται από το αν υφίσταται ή είναι δυνατή η σύνδεση στο δίκτυο διανομής.

28.      Η αποσαφήνιση αυτού του ζητήματος είναι αναγκαία, προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον η προμήθεια μέσω απευθείας γραμμών αποτελεί εναλλακτική μορφή της προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας ή αν χρησιμοποιείται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, στις οποίες η προμήθεια με άλλο τρόπο δεν είναι δυνατή από τεχνικής και οικονομικής απόψεως (πρώτο και τρίτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑756/24). Αν στηριχθούμε στην έλλειψη δυνατότητας συνδέσεως, οι υπάρχοντες πελάτες που είναι ήδη συνδεδεμένοι στο δίκτυο διανομής ή οι νέοι πελάτες που έχουν αυτή τη δυνατότητα δεν θα μπορούσαν να επιλέξουν την προμήθεια μέσω απευθείας γραμμής.

29.      Το άρθρο 2, σημείο 41, της οδηγίας 2019/944 ορίζει δύο περιπτώσεις απευθείας γραμμών. Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, πρόκειται είτε για «γραμμή ηλεκτρικής ενέργειας η οποία συνδέει μια μεμονωμένη μονάδα παραγωγής με έναν μεμονωμένο πελάτη» (πρώτη περίπτωση) είτε για «γραμμή ηλεκτρικής ενέργειας η οποία συνδέει έναν παραγωγό ηλεκτρικής ενέργειας και μία επιχείρηση προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία προμηθεύει απευθείας τις δικές της εγκαταστάσεις, θυγατρικές επιχειρήσεις και πελάτες» (δεύτερη περίπτωση).

30.      Θα καταδείξω, κατ’ αρχάς, πώς πρέπει να διακρίνονται μεταξύ τους οι εν λόγω δύο περιπτώσεις και για ποιον λόγο η δεύτερη εξ αυτών είναι κρίσιμη για τις επίμαχες γραμμές (1.). Στην ανάλυση αυτή έχει ληφθεί υπόψη εκ προοιμίου το γεγονός ότι η απευθείας γραμμή έχει σχεδιαστεί ως εναλλακτική της παροχής ηλεκτρικής ενέργειας μέσω του δικτύου διανομής (2.).

1.      Επί της οριοθετήσεως μεταξύ της πρώτης και δεύτερης περίπτωσης του άρθρου 2, σημείο 41, της οδηγίας 2019/944

31.      Από τη διατύπωση των προδικαστικών ερωτημάτων συνάγεται ότι το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί κατά πόσον οι επίμαχες γραμμές πληρούν τις προϋποθέσεις της πρώτης περίπτωσης, ήτοι μπορούν να χαρακτηριστούν γραμμές «που συνδέουν έναν μεμονωμένο πελάτη με μεμονωμένη μονάδα παραγωγής» (5).

32.      Όπως, όμως, προβάλλει η Αυστρία στην υπόθεση C‑756/24, με βάση τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης ανακύπτει το ζήτημα να εμπίπτουν, αντιθέτως, οι επίμαχες γραμμές στη δεύτερη περίπτωση, ήτοι να πρέπει να χαρακτηριστούν «γραμμές» οι οποίες «συνδέ[ουν] έναν παραγωγό ηλεκτρικής ενέργειας, ο οποίος προμηθεύει απευθείας [...], με [...] τους πελάτες [του]». Ως εκ τούτου, στην υπόθεση C‑722/24, η επίμαχη γραμμή θα συνδέσει την Elektro bizness με τον νέο πελάτη της μέσω της υφιστάμενης γραμμής, με την οποία η εταιρία προμηθεύει ήδη έξι ακόμη πελάτες χωρίς τη μεσολάβηση του δικτύου. Η επίμαχη γραμμή στην υπόθεση C‑756/24 πρόκειται να συνδέσει την Jelgavas autobusu parks, ανεξαρτήτως του αν αυτή είναι ήδη συνδεδεμένη στο δίκτυο διανομής, με τη μονάδα συμπαραγωγής βιομάζας της Gren Latvija προς τον σκοπό της απευθείας προμήθειας.

33.      Συναφώς, η Αυστρία υποστηρίζει ότι στο άρθρο 2, σημείο 41, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 2019/944 («γραμμή ηλεκτρικής ενέργειας η οποία συνδέει μια μεμονωμένη μονάδα παραγωγής με έναν μεμονωμένο πελάτη») εμπίπτουν μόνο οι αποκαλούμενες «αυτόνομες τοποθεσίες». Πρόκειται για τοποθεσίες όπου η μονάδα παραγωγής, η οποία δεν είναι συνδεδεμένη με το δίκτυο διανομής, συνδέεται με «απευθείας γραμμή» με τον πελάτη, ο οποίος επίσης δεν είναι συνδεδεμένος με το δίκτυο διανομής, με αποτέλεσμα και οι δύο να είναι απομονωμένοι από άλλες γραμμές και συνδέσεις με το δίκτυο. Αντιθέτως, η δεύτερη περίπτωση έχει ευρύτερη έννοια και καλύπτει όλες τις περιπτώσεις στις οποίες η γραμμή συνδέει απευθείας έναν παραγωγό ηλεκτρικής ενέργειας ή μία επιχείρηση προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία προμηθεύει απευθείας τις δικές της εγκαταστάσεις, θυγατρικές επιχειρήσεις και πελάτες. Ο σύνδεσμος «και» που χρησιμοποιείται δύο φορές στο άρθρο 2, σημείο 41, δεύτερη περίπτωση, έχει την έννοια του διαζευκτικού «ή».

34.      Ο συλλογισμός αυτός είναι πειστικός.

35.      Πράγματι, το γράμμα της δεύτερης περίπτωσης, σύμφωνα με το οποίο η γραμμή «συνδέει έναν παραγωγό ηλεκτρικής ενέργειας και μία επιχείρηση προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία προμηθεύει απευθείας τις δικές της εγκαταστάσεις, θυγατρικές επιχειρήσεις και πελάτες» (6) δημιουργεί παρανοήσεις. Τούτο συμβαίνει διότι η διατύπωση αυτή, η οποία χρησιμοποιείται στις περισσότερες γλωσσικές αποδόσεις (7), εκ πρώτης όψεως υπονοεί ότι ο παραγωγός ηλεκτρικής ενέργειας και η επιχείρηση προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας πρέπει να συνδέονται μέσω της άμεσης γραμμής και ότι η επιχείρηση προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας θα συνδέσει εν συνεχεία μέσω άλλης γραμμής τις δικές της εγκαταστάσεις, τις θυγατρικές επιχειρήσεις και τους πελάτες της. Η εντύπωση αυτή δημιουργείται λόγω της χρήσης του συνδέσμου «και» αντί του συνδέσμου «ή».

36.      Ωστόσο, η ερμηνεία αυτή καταρρίπτεται από τη γραμματική ανάλυση. Από τη χρήση του πληθυντικού αριθμού («τις δικές [τους] εγκαταστάσεις», «τις θυγατρικές επιχειρήσεις [τους]», «τους πελάτες [τους]») (8) καθίσταται σαφές ότι πρόκειται για τις εγκαταστάσεις, τις θυγατρικές επιχειρήσεις και τους πελάτες τόσο του παραγωγού ηλεκτρικής ενέργειας όσο και της επιχείρησης προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας. Κατ’ επέκταση, φαίνεται εύλογο, στην ίδια φράση τόσο το πρώτο «και» («παραγωγός ηλεκτρικής ενέργειας και επιχείρηση προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας») όσο και το δεύτερο «και» («τις δικές της εγκαταστάσεις, θυγατρικές επιχειρήσεις και πελάτες») να έχουν την έννοια του «ή». Τούτο διότι είναι πρόδηλο ότι, στην τελευταία περίπτωση, ο σύνδεσμος «και» έχει την έννοια του «ή» («τις δικές της εγκαταστάσεις, θυγατρικές επιχειρήσεις [ή] πελάτες»), καθόσον δεν διαθέτουν κατ’ ανάγκην όλοι οι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας και όλες οι επιχειρήσεις προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας και (άλλες) εγκαταστάσεις, θυγατρικές επιχειρήσεις και πελάτες (9).

37.      Η άποψη αυτή επιρρωννύεται και από τη συστηματική θεώρηση. Τούτο συμβαίνει διότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2019/944, το οποίο εξειδικεύει το δικαίωμα κατασκευής απευθείας γραμμής ηλεκτρικής ενέργειας, προβλέπει στο στοιχείο αʹ ότι τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε «όλες οι [...] επιχειρήσεις παραγωγής και προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας να μπορούν να εφοδιάζουν με απευθείας γραμμή τις εγκαταστάσεις τους, τις θυγατρικές τους επιχειρήσεις και τους πελάτες τους [...]». Εν προκειμένω, είναι πρόδηλο ότι τόσο οι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας όσο και οι επιχειρήσεις προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας πρέπει να έχουν το δικαίωμα να εφοδιάζουν (αντίστοιχα) με απευθείας γραμμή τις εγκαταστάσεις τους, τις θυγατρικές τους επιχειρήσεις και (νοούμενο ως «ή») τους πελάτες τους.

38.      Τέλος, και η τελολογική θεώρηση συνηγορεί υπέρ της απόψεως ότι το άρθρο 2, σημείο 41, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 2019/944 έχει την έννοια ότι τόσο οι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας όσο και οι επιχειρήσεις προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας μπορούν να εφοδιάζουν με απευθείας γραμμή τις εγκαταστάσεις τους, τις θυγατρικές τους επιχειρήσεις και τους πελάτες τους αντίστοιχα. Διότι, όπως θα καταδείξω στη συνέχεια στα σημεία 61 επ., η χρήση του μέσου της απευθείας γραμμής σκοπό έχει να συμβάλει στην ελευθέρωση της εσωτερικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και, σε συνάρτηση με τον οικολογικό μετασχηματισμό, να παρέχει ευελιξία ως εναλλακτική έναντι του απλού δικτύου τροφοδότησης. Είναι επομένως εύλογο το εν λόγω μέσο να μπορεί να χρησιμοποιείται όχι μόνο από τον παραγωγό ηλεκτρικής ενέργειας σε συνδυασμό με επιχείρηση προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά και από μόνο τον παραγωγό ηλεκτρικής ενέργειας.

39.      Η γραμμή ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία συνδέει μια μεμονωμένη μονάδα παραγωγής με έναν μεμονωμένο πελάτη (πρώτη περίπτωση), αποτελεί πάντοτε και γραμμή που συνδέει έναν παραγωγό ηλεκτρικής ενέργειας και έναν πελάτη (ένα από τα πιθανά ενδεχόμενα τα οποία προβλέπονται στη δεύτερη περίπτωση). Ως εκ τούτου, σύμφωνα με την πρώτη περίπτωση, η απευθείας γραμμή συνιστά κατ’ ανάγκην πάντοτε και απευθείας γραμμή σύμφωνα με τη δεύτερη περίπτωση, επομένως η πρώτη περίπτωση αποτελεί υποπερίπτωση της δεύτερης περίπτωσης.

40.      Σε σύγκριση με τη δεύτερη περίπτωση, η πρώτη περίπτωση φαίνεται να θέτει αυστηρότερες απαιτήσεις, καθόσον στηρίζεται στη «μεμονωμένη μονάδα παραγωγής» του παραγωγού και στον «μεμονωμένο πελάτη». Παρά ταύτα, τα δικαιώματα των παραγωγών, των επιχειρήσεων προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας και των πελατών, τα οποία κατοχυρώνονται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2019/944, θίγονται, όπως φαίνεται, μόνο έμμεσα στο πλαίσιο του άρθρου 7, παράγραφος 4, σύμφωνα με το οποίο τα κράτη μέλη μπορούν να εξαρτούν τις άδειες για την κατασκευή μιας απευθείας γραμμής από την άρνηση πρόσβασης στο δίκτυο.

41.      Ως εκ τούτου, προκειμένου να παράσχω στο αιτούν δικαστήριο χρήσιμες απαντήσεις για την έκδοση αποφάσεως επί των δύο κυρίων δικών, θα εξετάσω τη σχεδιαζόμενη γραμμή ηλεκτρικής ενέργειας της Elektro bizness (υπόθεση C‑722/24) και τη σχεδιαζόμενη γραμμή ηλεκτρικής ενέργειας με την οποία θα συνδεθεί η Jelgavas autobusu parks (υπόθεση C‑756/24) με βάση την -έχουσα ευρύτερο πεδίο εφαρμογής- δεύτερη περίπτωση του άρθρου 2, σημείο 41, της οδηγίας 2019/944.

2.      Έννοια της απευθείας γραμμής του άρθρου 2, σημείο 41, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 2019/944 ως εναλλακτικής λύσης σε σχέση με το δίκτυο

42.      Έχει όμως σχεδιαστεί η απευθείας γραμμή, όπως αυτή εξειδικεύεται στη δεύτερη περίπτωση, ήτοι ως «γραμμή που συνδέει έναν παραγωγό ηλεκτρικής ενέργειας και (νοούμενο ως «ή») μία επιχείρηση προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας που εφοδιάζουν με απευθείας γραμμή τις εγκαταστάσεις τους, τις θυγατρικές τους επιχειρήσεις και (νοούμενο ως «ή») τους πελάτες τους», ως εναλλακτική λύση σε σχέση με το δίκτυο; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα συνάγεται από το γράμμα (α), το ιστορικό θεσπίσεως (β), το πλαίσιο (γ), την οικονομία (δ) και τους σκοπούς (ε) της οδηγίας 2019/944.

α)      Το γράμμα του άρθρου 2, σημείο 41, δεύτερη περίπτωση

43.      Από τον ορισμό της έννοιας «απευθείας γραμμή», που διαλαμβάνεται στο άρθρο 2, σημείο 41, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 2019/944, συνάγεται ότι πάροχος πρέπει να προμηθεύει με ηλεκτρική ενέργεια τον πελάτη χωρίς τη μεσολάβηση του δικτύου. Τούτο διότι η απευθείας γραμμή είναι η γραμμή «η οποία προμηθεύει απευθείας». Κατά τη γενική έννοια των λέξεων, απευθείας προμήθεια είναι η «άμεση», «χωρίς ενδιάμεσο» προμήθεια. Συνεπώς, μπορεί ευλόγως να θεωρηθεί ότι ως «απευθείας προμήθεια» νοείται η προμήθεια χωρίς τη μεσολάβηση του δικτύου.

44.      Αντιθέτως, από το γράμμα της διατάξεως δεν προκύπτουν στοιχεία που να συνηγορούν υπέρ ενός στενού ορισμού, υπό την έννοια ότι μια υφιστάμενη ή πιθανή σύνδεση με το δίκτυο αποκλείει την ύπαρξη απευθείας γραμμής. Για τον ορισμό αυτόν είναι άνευ σημασίας το κατά πόσον υφίσταται σύνδεση στο δίκτυο ή αν αυτή είναι δυνατή.

45.      Το γεγονός ότι για τον ορισμό της έννοιας ο νομοθέτης δεν στηρίχθηκε στο καθεστώς συνδέσεως, αλλά στο καθεστώς προμήθειας, αποτελεί επίσης επιχείρημα υπέρ της απόψεως ότι κρίσιμο χαρακτηριστικό της απευθείας γραμμής είναι μόνον ο τρόπος της προμήθειας.

β)      Το ιστορικό θεσπίσεως του άρθρου 2, σημείο 41

46.      Η εννοιολογική διαφορά μεταξύ της παλαιότερης και της νεότερης διατύπωσης μιας διατάξεως του ενωσιακού δικαίου υποδηλώνει ότι οι συντάκτες της νέας διατάξεως είχαν την πρόθεση να παρεκκλίνουν από τα μέχρι τούδε ισχύοντα (10). Στο άρθρο 2, σημείο 12, της αρχικής οδηγίας 2019/944 η απευθείας γραμμή οριζόταν ως «γραμμή ηλεκτρικής ενέργειας συμπληρωματική του διασυνδεδεμένου δικτύου». Επομένως, ουσιώδες χαρακτηριστικό της απευθείας γραμμής ήταν η συμπληρωματικότητα προς το δίκτυο. Αυτό, όμως, μπορεί επίσης να έχει την έννοια ότι οι απευθείας γραμμές υφίστανται γενικώς ως συμπληρωματικές προς το δίκτυο συνδέσεις (για την τροφοδοσία απομονωμένων τοποθεσιών όπου οι πελάτες δεν είναι συνδεδεμένοι στο δίκτυο), καθώς επίσης και ότι, στην περίπτωση συγκεκριμένου πελάτη, υφίσταται μια απευθείας γραμμή επιπλέον της σύνδεσής του στο δίκτυο.

47.      Κατόπιν, με το άρθρο 2, σημείο 15, της οδηγίας 2003/54/ΕΚ (11), την οποία κατήργησε η οδηγία 96/92/ΕΚ, εισήχθη ένας νέος ορισμός της απευθείας γραμμής, ο οποίος κατ’ ουσίαν είναι ταυτόσημος κατά περιεχόμενο με τον ορισμό που διαλαμβάνεται στην οδηγία 2019/944, όπως ισχύει (12).

48.      Το γεγονός ότι η συμπληρωματικότητα του δικτύου και της απευθείας γραμμής εγκαταλείφθηκε στον ισχύοντα ορισμό θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένδειξη ότι ο νομοθέτης επεδίωξε έναν στενότερο ορισμό, σύμφωνα με τον οποίο για συγκεκριμένο πελάτη η απευθείας γραμμή θα μπορούσε να υφίσταται μόνο αντί του δικτύου και όχι παράλληλα με αυτό.

49.      Ωστόσο, ένα τέτοιο συμπέρασμα φαίνεται ήκιστα πειστικό. Με την οδηγία 2003/54/ΕΚ καθιερώθηκε ένας σαφώς ευρύτερος ορισμός της απευθείας γραμμής. Ο νομοθέτης προσπάθησε, συνεπώς, να λάβει υπόψη ποικίλες περιπτώσεις στις οποίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν οι απευθείας γραμμές. Επομένως, από το ιστορικό θεσπίσεως του εν λόγω νομοθετήματος δεν συνάγεται περιορισμός της έννοιας της απευθείας γραμμής στις περιπτώσεις στις οποίες δεν υφίσταται πρόσβαση στο δίκτυο.

γ)      Σύγκριση με την οδηγία για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου

50.      Στενότερη ερμηνεία της επίμαχης έννοιας δεν προκύπτει ούτε κατόπιν σύγκρισης με την οδηγία (ΕΕ) 2024/1788 (στο εξής: οδηγία 2024/1788) (13), στην οποία επίσης υπάρχει ορισμός της «απευθείας γραμμής» (ή, σε ορισμένες γλωσσικές εκδόσεις, «απευθείας αγωγός»). Ο ορισμός αυτός ταυτίζεται με τον ορισμό που χρησιμοποιήθηκε στην οδηγία 98/30/ΕΚ κατά τον οποίον ως απευθείας αγωγός νοείται «αγωγό[ς] [...] συμπληρωματικό[ς] του διασυνδεδεμένου συστήματος».

51.      Εντούτοις, εξ αυτού δεν συνάγεται ότι ο νομοθέτης ήθελε να ορίσει διαφορετικά, ήτοι στενότερα, την απευθείας γραμμή στην εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας από ό,τι τον «απευθείας αγωγό». Όπως καταδεικνύεται και από την αιτιολογική σκέψη 18 της οδηγίας 2019/944, οι ρυθμιστικές προσεγγίσεις των δύο οδηγιών διαφέρουν λόγω των πολλών διαφορών μεταξύ της προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου, για παράδειγμα όσον αφορά τη δυνατότητα αποθήκευσης, τις υποδομές, τις διαρθρώσεις της παραγωγής και τους παράγοντες που επηρεάζουν τη σταθερότητα του δικτύου, ούτως ώστε να μην είναι δυνατή η εξαγωγή συμπερασμάτων από τις διαφορετικές διατυπώσεις.

δ)      Η οικονομία της οδηγίας 2019/944

52.      Κατά την Επιτροπή, η συστηματική ερμηνεία καταδεικνύει, μεταξύ άλλων, ότι ο πελάτης που διαθέτει σύνδεση στο δίκτυο ή έχει τη δυνατότητα συνδέσεως σε δίκτυο σε λογικές τιμές δεν έχει δικαίωμα να επιλέξει σύνδεση σε απευθείας γραμμή. Τούτο διότι η σύνδεση αυτή αποτελεί απλώς εξαίρεση στην κατά προτεραιότητα προμήθεια μέσω δικτύων. Λόγω αυτού του εξαιρετικού χαρακτήρα, απευθείας γραμμές μπορούν να θεωρηθούν μόνο οι γραμμές για τις οποίες δεν υπάρχει δυνατότητα συνδέσεως στο δίκτυο.

53.      Ωστόσο, η εκτίμηση ότι οι απευθείας γραμμές αποτελούν την εξαίρεση στην όλη οικονομία της οδηγίας 2019/944 δεν φαίνεται πειστική.

54.      Από την ανάγνωση του ορισμού της έννοιας αυτής, όπως διαλαμβάνεται στο άρθρο 2, σημείο 41, σε συνάρτηση με τις λοιπές διατάξεις της ίδιας οδηγίας, προκύπτει μάλλον το αντίθετο. Υπό αυτή την έννοια, το άρθρο 7, παράγραφος 1, υποχρεώνει τα κράτη μέλη να λαμβάνουν «τα αναγκαία μέτρα» ώστε «κάθε πελάτης εντός του εδάφους τους να μπορεί να εφοδιάζεται, ατομικά ή από κοινού, με απευθείας γραμμή από επιχειρήσεις παραγωγής και προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας» (14). Επιπλέον, κατά το άρθρο 4, «όλοι οι πελάτες να είναι ελεύθεροι να αγοράζουν ηλεκτρική ενέργεια από προμηθευτές της επιλογής τους» (15). Συνεπώς, οι διατάξεις αυτές δεν παρέχουν ενδείξεις σχετικά με οιονδήποτε περιορισμό στην παροχή ηλεκτρικής ενέργειας μέσω δικτύων.

55.      Στο πλαίσιο αυτό φρονώ ότι πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ των προϋποθέσεων που πρέπει να συντρέχουν προκειμένου μία γραμμή να μπορεί να χαρακτηριστεί «απευθείας γραμμή» και των προϋποθέσεων υπό τις οποίες μπορεί να χορηγηθεί άδεια για την κατασκευή τέτοιας γραμμής. Τη διαφοροποίηση αυτή θέτει ως προϋπόθεση και το άρθρο 7 της οδηγίας 2019/944.

56.      Πράγματι, στο άρθρο κατοχυρώνεται, αφενός, το θεμελιώδες δικαίωμα των πελατών για προμήθεια μέσω απευθείας γραμμής και το αντίστοιχο δικαίωμα των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας και των επιχειρήσεων προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας να προμηθεύουν τους πελάτες τους μέσω απευθείας γραμμής. Αφετέρου, οι επόμενες παράγραφοι του άρθρου 7 προβλέπουν ότι τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίζουν αντικειμενικά και αμερόληπτα κριτήρια για τη χορήγηση αδειών κατασκευής απευθείας γραμμών. Αν, ωστόσο, γραμμές απευθείας συνδέσεως μπορούσαν να θεωρηθούν μόνον οι γραμμές για τις οποίες δεν είναι δυνατή η προμήθεια με άλλο τρόπο πλην της παροχής μέσω γραμμής απευθείας συνδέσεως, τότε το πεδίο εφαρμογής των παραγράφων 2 έως 5 του άρθρου 7 θα ήταν πολύ περιορισμένο. Στην πράξη, τα κράτη μέλη θα μπορούσαν τότε να καθορίσουν τα κριτήρια μόνο για τις περιπτώσεις στις οποίες οι πελάτες δεν μπορούν να συνδεθούν καθόλου, ούτε μέσω απευθείας γραμμής ούτε μέσω του δικτύου.

57.      Ειδικότερα, αν η έννοια της απευθείας γραμμής ερμηνευόταν στενά, δεν θα υπήρχε πεδίο εφαρμογής για το άρθρο 7, παράγραφος 4. Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, τα κράτη μέλη μπορούν να περιορίζουν τη χορήγηση άδειας κατασκευής απευθείας γραμμής στις περιπτώσεις στις οποίες ο διαχειριστής του συστήματος μεταφοράς ή διανομής αρνείται στους χρήστες την πρόσβαση στα δίκτυα σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 2, λόγω έλλειψης δυναμικότητας ή στις οποίες έχει κινηθεί η οικεία διαδικασία επίλυσης διαφορών.

58.      Το αυτό ισχύει και όσον αφορά το άρθρο 7, παράγραφος 5. Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, τα κράτη μέλη μπορούν να αρνηθούν τη χορήγηση άδειας κατασκευής απευθείας γραμμής, εάν η χορήγηση της άδειας αντιβαίνει στην εφαρμογή των διατάξεων που αφορούν τις υποχρεώσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας βάσει του άρθρου 9. Η διάταξη αυτή φαίνεται ότι αφορά περιπτώσεις στις οποίες η απευθείας γραμμή θα παρείχε στον οικονομικό φορέα τη δυνατότητα να αποφύγει αδικαιολόγητα την καταβολή τελών δικτύου. Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται από το γεγονός ότι, βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 5, τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν ειδικότερα να μην εφαρμόσουν το άρθρο 7 αν η εφαρμογή του θα παρεμπόδιζε, από νομική ή πραγματική άποψη, την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που επιβάλλονται στις επιχειρήσεις ηλεκτρικής ενέργειας ως προς το κοινό οικονομικό συμφέρον.

59.      Το συμπέρασμα ότι η απευθείας γραμμή αποτελεί εναλλακτική λύση στην προμήθεια μέσω δικτύου δεν αναιρείται ούτε από την απόφαση στην υπόθεση ENGIE κατά Γερμανίας. Στην απόφαση αυτή, όντως το Δικαστήριο τόνισε τον ουσιώδη ρόλο που αναθέτει η οδηγία 2019/944 στους διαχειριστές συστημάτων για την ολοκλήρωση της ενσωμάτωσης των εθνικών αγορών (16). Εντούτοις, η απόφαση αφορούσε την περίπτωση κατά την οποία ο εθνικός νομοθέτης θέσπισε μία νέα κατηγορία που δεν προβλεπόταν στην οδηγία η οποία ήταν ικανή να υπονομεύσει την όλη οικονομία της (17). Στην υπό κρίση υπόθεση, αντιθέτως, η απευθείας γραμμή αποτελεί κατηγορία που προβλέπεται από την ίδια την οδηγία.

60.      Συνεπώς, κατά την εκτίμησή μου, η συστηματική θεώρηση συνηγορεί υπέρ της ευρείας ερμηνείας της έννοιας «απευθείας γραμμή», σύμφωνα με την οποία σημασία έχει μόνο να μην υφίσταται μεσολάβηση του δικτύου.

ε)      Οι σκοποί της οδηγίας

61.      Το συμπέρασμα αυτό συνάγεται από τη συνολική θεώρηση των σκοπών που επιδιώκονται με την οδηγία 2019/944 (18).

1)      Ελευθέρωση της εσωτερικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας

62.      Υπέρ της ευρείας ερμηνείας της έννοιας «απευθείας γραμμή» συνηγορεί κατ’ αρχάς το γεγονός ότι με την οδηγία 2019/944 επιδιώκεται η πλήρης ελευθέρωση της εσωτερικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας (19).

63.      Πριν από την ελευθέρωση, σε πολλά κράτη μέλη υπήρχαν μονοπώλια των επιχειρήσεων προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας. Μετά την έκδοση της οδηγίας 96/92 (20), με την οδηγία 2019/944 υπήρξε ένα σταδιακό άνοιγμα μιας κοινής αγοράς για την προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας. Στόχος είναι, εκτός από την επίτευξη ανταγωνιστικών τιμών και υψηλών προδιαγραφών στον τομέα της ενεργειακής τροφοδοσίας και της σταθερότητας του δικτύου, η υλοποίηση στόχων βιωσιμότητας. Αυτό εκφράζεται στην αιτιολογική σκέψη 2 της ισχύουσας οδηγίας 2019/944 (21).

64.      Οι απευθείας γραμμές αποτελούν πυλώνα της πλήρως ανοικτής εσωτερικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Αν για τις γραμμές ηλεκτρικής ενέργειας που χαρακτηρίζονται απευθείας γραμμές τίθενται λιγότερο αυστηρές απαιτήσεις, από την τροφοδοσία μέσω απευθείας σωλήνων θα μπορούσαν να επωφεληθούν περισσότεροι πελάτες. Ως εκ τούτου, η ευρεία ερμηνεία του όρου «απευθείας γραμμή» ενθαρρύνει την περαιτέρω ελευθέρωση και ολοκλήρωση αυτής της αγοράς.

65.      Κατά την αιτιολογική σκέψη 35 της οδηγίας 96/92, «θα πρέπει να προβλεφθεί η δυνατότητα έγκρισης της κατασκευής και χρησιμοποίησης απευθείας γραμμών». Πράγματι, στις αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας, όπως ισχύει, δεν διαλαμβάνεται πλέον καμία τέτοιου είδους σαφής ένδειξη για τον ρόλο των απευθείας γραμμών σε συνάρτηση με τον σκοπό της πλήρους ελευθέρωσης.

66.      Ωστόσο, ο σημαντικός ρόλος της απευθείας γραμμής στον τομέα της προμήθειας ενέργειας, ακόμη και χωρίς να γίνεται ρητή αναφορά σε αυτόν στις αιτιολογικές σκέψεις, προκύπτει σαφώς από το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2019/944. Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε όλες οι επιχειρήσεις παραγωγής και προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας να μπορούν να εφοδιάζουν, μεταξύ άλλων, τους πελάτες τους με απευθείας γραμμές και όλοι πελάτες τους να μπορούν να εφοδιάζονται μέσω απευθείας γραμμής. Είναι γεγονός ότι οι επόμενες παράγραφοι του άρθρου 7 παρέχουν στα κράτη μέλη τη δυνατότητα, υπό ιδιαίτερες περιστάσεις, να θέτουν περιορισμούς στη χορήγηση άδειας κατασκευής απευθείας γραμμής. Αυτό, όμως, ενισχύει την άποψη ότι η έννοια της απευθείας γραμμής που διαλαμβάνεται στο άρθρο 2, σημείο 41, της οδηγίας 2019/94 πρέπει κατ’ αρχήν να ερμηνεύεται ευρέως και ότι το μείζον που μπορούν να πράξουν τα κράτη μέλη είναι να θέσουν περιορισμούς στην εγκατάσταση απευθείας γραμμών.

2)      Στόχος του οικολογικού μετασχηματισμού

67.      Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 2, η οδηγία 2019/944 έχει επιπλέον στόχο, με την αξιοποίηση των πλεονεκτημάτων της ολοκληρωμένης αγοράς, να διασφαλίσει την ομαλή μετάβαση σε ένα βιώσιμο ενεργειακό σύστημα χαμηλών εκπομπών CO2. Η αειφορία αναφέρεται και στη δεύτερη αιτιολογική σκέψη, μεταξύ άλλων, ως στόχος που επιδιώκεται με την οδηγία αυτή.

68.      Οι απευθείας γραμμές δεν περιορίζονται μόνο στην παροχή ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, αλλά μπορούν να προωθήσουν και την αειφορία.

69.      Τούτο διότι οι απευθείας γραμμές παρέχουν στους πελάτες τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν αποκλειστικά «πράσινο» ρεύμα, χωρίς την παρεμβολή του δημόσιου δικτύου στο οποίο επί του παρόντος η ηλεκτρική ενέργεια δεν προέρχεται εξ ολοκλήρου από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Η περίπτωση της Jelgavas autobusu parks στην υπόθεση C‑756/24, η οποία θα προμηθεύεται ηλεκτρική ενέργεια από μονάδα συμπαραγωγής βιομάζας με τη βοήθεια της απευθείας γραμμής, αποτελεί ένα καλό παράδειγμα.

3)      Σύγκρουση στόχων με την εξασφάλιση προσιτών τιμών ενέργειας

70.      Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 2, ωστόσο, περαιτέρω στόχος της οδηγίας 2019/944 είναι, με την αξιοποίηση των πλεονεκτημάτων μιας ολοκληρωμένης αγοράς, να διασφαλίσει οικονομικά προσιτές, διαφανείς τιμές και κόστος ενέργειας για τους καταναλωτές και υψηλό βαθμό ασφάλειας του εφοδιασμού.

71.      Κατά την Επιτροπή, η έννοια της απευθείας γραμμής πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικώς, διότι για την ηλεκτρική ενέργεια που μεταφέρεται μέσω απευθείας γραμμών δεν καταβάλλεται εισφορά στο κόστος του συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας συνολικά, ενώ οι πελάτες που εφοδιάζονται μέσω του δικτύου καλούνται να πληρώσουν τα γενικά τέλη δικτύου. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή αναφέρεται στην εύλογη ανησυχία ότι οι τιμές της ενέργειας θα μπορούσαν να αυξηθούν, ιδίως για τους οικιακούς πελάτες και τις μικρές επιχειρήσεις, εάν οι πελάτες (κυρίως οι μεγάλοι βιομηχανικοί πελάτες) εφοδιάζονται μέσω απευθείας γραμμών, ακόμη και στην περίπτωση που υφίσταται ή είναι δυνατή η σύνδεση με το δίκτυο. Τούτο διότι οι οικιακοί πελάτες και οι μικρές επιχειρήσεις καταναλώνουν λιγότερη ηλεκτρική ενέργεια και, συνεπώς, η κατασκευή απευθείας γραμμής για αυτούς τους πελάτες θα ήταν οικονομικά ασύμφορη για τις επιχειρήσεις παραγωγής και προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας. Συγχρόνως, όμως, για τους υπόλοιπους πελάτες του δικτύου τα έξοδα συντήρησης και λειτουργίας του δικτύου αυξάνονται όταν οι μεγάλοι καταναλωτές ενέργειας αποσυνδέονται από το δίκτυο και εφοδιάζονται μέσω απευθείας γραμμών χωρίς τέλη δικτύου.

72.      Μολονότι συμμερίζομαι τις ανησυχίες της Επιτροπής, θεωρώ ότι δεν υπάρχει λόγος για να συναχθεί ότι, με τη συσταλτική ερμηνεία της έννοιας της άμεσης γραμμής, ο νομοθέτης θέλησε να αντιμετωπίσει αυτό το πρόβλημα.

73.      Τούτο διότι, όπως ήδη κατέδειξα στα σημεία 55 επ., το γεγονός ότι μία γραμμή χαρακτηρίζεται ως απευθείας γραμμή δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην ότι θα χορηγηθεί άδεια κατασκευής της. Αντιθέτως, οι παράγραφοι 2 έως 5 του άρθρου 7 της οδηγίας 2019/944 παρέχουν στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να αρνηθούν τη χορήγηση άδειας εγκατάστασης απευθείας γραμμής, υπό την προϋπόθεση ότι στηρίζονται σε αντικειμενικά και αμερόληπτα κριτήρια και ότι λαμβάνουν υπόψη τις αξιολογήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 7, παράγραφος 1. Στο πλαίσιο του περιθωρίου εκτιμήσεως που διαθέτουν τα κράτη μέλη, κατά τη λήψη της αποφάσεως περί χορηγήσεως άδειας κατασκευής, μπορούν να λαμβάνουν υπόψη τις ενδεχόμενες αρνητικές επιπτώσεις στις τιμές της ενέργειας για τους οικιακούς πελάτες και άλλους μικρούς τελικούς καταναλωτές (βλ. αναλυτικές διευκρινίσεις μου στο σημείο 58 ανωτέρω, ιδίως όσον αφορά το άρθρο 7, παράγραφος 5, και το άρθρο 9, παράγραφος 5) (22). Επιπλέον, σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 58 της οδηγίας 2019/944, τα κράτη μέλη θα πρέπει γενικώς να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να προστατεύουν τους ευάλωτους και πληττόμενους από την ενεργειακή φτώχεια πελάτες στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας.

74.      Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει κατά πόσον η άρνηση χορήγησης των αδειών για την κατασκευή των επίμαχων γραμμών στην υπό κρίση υπόθεση βασίζεται στην ανησυχία για συγκεκριμένες αρνητικές επιπτώσεις ή αν στηρίζεται σε αντικειμενικά και αμερόληπτα κριτήρια (23).

3.      Ενδιάμεσο συμπέρασμα

75.      Με βάση τα προεκτεθέντα, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι κριτήριο για τον ορισμό της απευθείας γραμμής δεν αποτελεί το αν υφίσταται σύνδεση στο δίκτυο ή αν μια τέτοια σύνδεση είναι τεχνικώς δυνατή και οικονομικώς συμφέρουσα. Κρίσιμο για τον ορισμό της απευθείας γραμμής είναι αποκλειστικά και μόνο το κατά πόσον ο πελάτης εφοδιάζεται από τον παραγωγό ηλεκτρικής ενέργειας (24) χωρίς τη μεσολάβηση του δικτύου.

Β.      Επί της πλήρους αποσυνδέσεως από το δίκτυο (δεύτερο ερώτημα στην υπόθεση C756/24)

76.      Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε στην υπόθεση C‑756/24, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν ο πελάτης, ο οποίος προηγουμένως ήταν συνδεδεμένος στο δίκτυο, μπορεί να συνδεθεί με τον παραγωγό ηλεκτρικής ενέργειας μέσω απευθείας γραμμής σε περίπτωση που ο πελάτης αυτός προτίθεται να διατηρήσει τη σύνδεση με το δίκτυο διανομής ως εφεδρική σύνδεση, μετά την κατασκευή της σχεδιαζόμενης γραμμής ηλεκτρικής ενέργειας.

77.      Αν, όπως ήδη εκτέθηκε ανωτέρω, ουσιώδες χαρακτηριστικό της απευθείας γραμμής είναι ότι ο πελάτης εφοδιάζεται από τον παραγωγό ηλεκτρικής ενέργειας χωρίς τη μεσολάβηση του δικτύου, κρίσιμο στοιχείο δεν δύναται να αποτελεί αν υφίσταται εφεδρική σύνδεση στο δίκτυο ή αν η σύνδεση αυτή χρησιμοποιείται ενδεχομένως παράλληλα με την απευθείας γραμμή.

78.      Η άποψη αυτή επιρρωννύεται και από το άρθρο 4 της οδηγίας 2019/944, το οποίο διασφαλίζει στον πελάτη ελευθερία επιλογής του προμηθευτή. Κατά την εν λόγω διάταξη, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι πλάτες να είναι ελεύθεροι να συνάπτουν ταυτόχρονα περισσότερες από μία συμβάσεις προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας. Το άρθρο 7, παράγραφος 3, διευκρινίζει περαιτέρω ότι μπορεί να πρόκειται και για συνδυασμό απευθείας γραμμής και συνδέσεως στο δίκτυο.

79.      Όπως τονίζει η Αυστρία, η (ελεγχόμενη) δυνατότητα ανταλλαγής ηλεκτρικής ενέργειας μεταξύ απευθείας γραμμής και δικτύου, ιδίως υπό το πρίσμα του προβλεπόμενου πλέον ενεργού ρόλου των πελατών ως αποκεντρωμένων παραγόντων είναι σημαντική στο πλαίσιο της χρήσης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η οποία συχνά λειτουργεί συμπληρωματικά προς την παροχή μέσω του δικτύου (25).

80.      Επομένως, δεν απαιτείται πλήρης αποκοπή των πελατών από το δίκτυο ή αποσύνδεση (26), προκειμένου να εφοδιάζονται μέσω απευθείας γραμμής.

Γ.      Επί της συνδέσεως περισσότερων πελατών στην ίδια γραμμή (δεύτερο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑-722/24)

81.      Με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος που υπέβαλε στην υπόθεση C‑722/24, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν μέσω της ίδιας απευθείας γραμμής μπορούν να συνδεθούν περισσότεροι πελάτες ή αν η απευθείας γραμμή επιτρέπεται να χρησιμοποιείται αποκλειστικά για την προμήθεια ενός μόνο πελάτη.

82.      Εκτιμώ ότι ακόμη και η γραμμή στην οποία συνδέονται περισσότεροι πελάτες μπορεί να χαρακτηριστεί ως απευθείας γραμμή. Τούτο διότι, σε αντίθεση με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 2, σημείο 41, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 2019/944, στη δεύτερη περίπτωση της ίδιας διατάξεως ο νομοθέτης δεν θέσπισε κανέναν περιορισμό σε σχέση με τους μεμονωμένους πελάτες. Η γλωσσική διαφορά μεταξύ των δύο περιπτώσεων καταδεικνύει ότι στη δεύτερη περίπτωση δεν τίθενται περαιτέρω απαιτήσεις όσον αφορά τον πελάτη.

83.      Άλλωστε, υπέρ της ερμηνείας σύμφωνα με την οποία περισσότεροι πελάτες μπορούν να εφοδιάζονται μέσω απευθείας γραμμής, συνηγορεί ο σκοπός της οδηγίας 2019/944 που μνημονεύεται στο σημείο 79, σύμφωνα με τον οποίο, στο πλαίσιο του οικολογικού μετασχηματισμού ανατίθεται στους πελάτες ένας αποκεντρωμένος και συμπληρωματικός ρόλος.

84.      Ούτε, εξάλλου, το γεγονός ότι στην υφιστάμενη γραμμή, στην οποία η Elektro bizness επιθυμεί να συνδέσει τους πελάτες της, δεν είναι μόνο ήδη συνδεδεμένοι άλλοι πελάτες αλλά μέσω αυτής μεταφέρεται επίσης ηλεκτρική ενέργεια στο δίκτυο, δεν εμποδίζει τον χαρακτηρισμό της συνδέσεως μεταξύ της Elektro bizness και του επίμαχου πελάτη ως απευθείας γραμμή. Σε αυτό το πλαίσιο, αρκεί η Elektro bizness να προμηθεύει (και) απευθείας (δηλαδή χωρίς τη μεσολάβηση του δικτύου) τον εν λόγω πελάτη και να λαμβάνονται τεχνικά μέτρα για την αποτροπή της ανεξέλεγκτης ροής ηλεκτρικής ενέργειας από το δίκτυο προς τον πελάτη αυτόν.

Δ.      Επί της εννοίας της «μονάδας παραγωγής» (πρώτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C722/24)

85.      Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε στην υπόθεση C‑756/24, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν μία γραμμή που ανήκει στον παραγωγό, είναι συνδεδεμένη με μονάδα παραγωγής ενέργειας, χρησιμοποιείται για τη μεταφορά της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας και εκτείνεται πέρα από τα όρια της τοποθεσίας της μονάδας παραγωγής (27), εμπίπτει στην έννοια της μεμονωμένης μονάδας παραγωγής ενέργειας του άρθρου 2, σημείο 41, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 2019/94. Στο πλαίσιο αυτό επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το αιτούν δικαστήριο, με τη φράση «μεταφορά της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας» –σε αντίθεση με ό,τι αφήνει να εννοηθεί, επί παραδείγματι, η διατύπωση του προδικαστικού ερωτήματος– δεν περιορίζει το ερώτημά του στη «μεταφορά» ηλεκτρικής ενέργειας κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 34, της οδηγίας αυτής, αλλά, παρά το γεγονός ότι δεν χρησιμοποιεί τον οικείο τεχνικό όρο, υπονοεί όλες τις μορφές μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας.

86.      Επιπλέον, παρέλκει η εξέταση του αν η γραμμή ανήκει σε μία μεμονωμένη μονάδα παραγωγής (πρώτη περίπτωση) ή αν συγκαταλέγεται στις εγκαταστάσεις του παραγωγού ηλεκτρικής ενέργειας (δεύτερη περίπτωση). Όπως εκθέτω ανωτέρω, στο σημείο 39, τούτο δεν εξαρτάται από τη διάκριση των περιπτώσεων που ρυθμίζονται στο άρθρο 2, σημείο 41.

87.      Το αιτούν δικαστήριο δεν ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί σε ποια από τις περιπτώσεις οι οποίες προβλέπονται στο άρθρο 2, σημείο 41, του οποίου η διατύπωση μπορεί να δώσει λαβή σε παρανοήσεις, εμπίπτει η επίμαχη γραμμή στην υπόθεση C‑722/24. Το ζητούμενο είναι, αντιθέτως, η απάντηση του γενικού ερωτήματος αν η γραμμή που συνδέει έναν πελάτη όχι με την τοποθεσία του παραγωγού, αλλά με υφιστάμενη γραμμή που οδηγεί σε αυτές τις εγκαταστάσεις, μπορεί να χαρακτηριστεί ως απευθείας γραμμή.

88.      Φρονώ ότι επ’ αυτού δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η γεωγραφική οριοθέτηση των εγκαταστάσεων του παραγωγού, αλλά η λειτουργική σύνδεση του πελάτη και του παραγωγού ηλεκτρικής ενέργειας μέσω της απευθείας γραμμής. Με άλλα λόγια, υπάρχει απευθείας γραμμή όταν αυτή χρησιμοποιείται για την απευθείας προμήθεια του πελάτη από τον παραγωγό ηλεκτρικής ενέργειας, είτε μέσω της συνδέσεως του πελάτη με τις εγκαταστάσεις του παραγωγού είτε με γραμμή που συνδέεται με αυτές τις εγκαταστάσεις, για όσο χρονικό διάστημα το γενικό δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας δεν αποτελεί μέρος της συνδέσεως.

Ε.      Επί του κριτηρίου του μεμονωμένου πελάτη και της μεμονωμένης μονάδας παραγωγής (πρώτο και δεύτερο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑722/24 και τρίτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑756/24)

89.      Όπως διευκρίνισα στο σημείο 39, αμφότερες οι γραμμές, των οποίων η άδεια κατασκευής αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς των κυρίων δικών, εμπίπτουν σε κάθε περίπτωση στο άρθρο 2, σημείο 41, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 2019/944.

90.      Αντιθέτως, οι επίμαχες γραμμές δεν εμπίπτουν στην πρώτη περίπτωση της ανωτέρω διατάξεως, καθόσον και στις δύο κύριες δίκες υφίστανται συνδέσεις στο δίκτυο.

91.      Μολονότι οι γλωσσικές αποδόσεις της οδηγίας 2019/944 δεν ταυτίζονται πλήρως όσον αφορά τη θέση της μονάδας παραγωγής και τη θέση του πελάτη κατά το άρθρο 2, παράγραφος 41, πρώτη περίπτωση, εντούτοις στην πλειονότητά τους στηρίζονται στη χωριστή, απομονωμένη φύση της θέσεως αυτής. Ορισμένες γλωσσικές αποδόσεις, μεταξύ των οποίων η λεττονική, η αγγλική και η γαλλική (28), χρησιμοποιώντας όρους όπως «izolēts lietotājs», «isolated customer» ή «client isolé», τονίζουν την απομονωμένη, διαχωρισμένη ή αποκομμένη θέση του πελάτη ή/και της μονάδας παραγωγής. Σε άλλες γλωσσικές αποδόσεις, όπως στην εσθονική, τη φινλανδική και την πολωνική, χρησιμοποιείται ο παρόμοιος όρος χωριστή («eraldiasetseva tarbijaga», «erilliseen asiakkaaseen» και «wydzielonym odbiorcą»). Οι όροι που χρησιμοποιούνται στο γερμανικό και το σουηδικό κείμενο, «einzelner Kunde» και «enskild kund» αντίστοιχα, μπορούν επίσης να εκληφθούν ως επιμέρους ή μεμονωμένος.

92.      Επομένως, στο πλαίσιο μιας συνολικής θεώρησης προκύπτει ότι το άρθρο 2, παράγραφος 41, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 2019/944 καλύπτει, όπως υποστηρίζει η Αυστρία, και την περίπτωση των λεγόμενων  απομονωμένων τοποθεσιών οι οποίες δεν είναι συνδεδεμένες στο δίκτυο. Επομένως, υπό την επιφύλαξη του ελέγχου από το αιτούν δικαστήριο, οι επίμαχες γραμμές στις κύριες δίκες δεν εμπίπτουν, λόγω των υφιστάμενων συνδέσεων στο δίκτυο, στο πεδίο εφαρμογής της συγκεκριμένης περίπτωσης.

V.      Πρόταση

93.      Υπό το πρίσμα των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Augstākā tiesa (Senāts) (Ανώτατο Δικαστήριο [Senāts] Λεττονία) ως εξής:

Το άρθρο 2, παράγραφος 41, σε συνδυασμό με το άρθρο 7, της οδηγίας (ΕΕ) 2019/944 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουνίου 2019, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και την τροποποίηση της οδηγίας 2012/27/ΕΕ, έχει την έννοια ότι:

–        μια γραμμή μπορεί να θεωρηθεί απευθείας γραμμή εφόσον χρησιμοποιείται για την απευθείας προμήθεια του πελάτη·

–        κρίσιμο για τον ορισμό της απευθείας γραμμής είναι αποκλειστικά και μόνο το κατά πόσον ο πελάτης εφοδιάζεται από τον παραγωγό ηλεκτρικής ενέργειας ή την επιχείρηση προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας χωρίς τη μεσολάβηση του δικτύου·

–        απευθείας γραμμή μπορεί να αποτελεί η γραμμή η οποία προορίζεται να συνδέει συνδεδεμένο στο δίκτυο παραγωγό ηλεκτρικής ενέργειας με συνδεδεμένο στο δίκτυο πελάτη, εφόσον ο πελάτης προμηθεύεται ηλεκτρική ενέργεια απευθείας από τον παραγωγό μέσω της εν λόγω απευθείας γραμμής χωρίς τη μεσολάβηση του δικτύου·

–        ο ορισμός της απευθείας γραμμής μπορεί να περιλαμβάνει και τη γραμμή που χρησιμοποιείται για την παροχή ηλεκτρικής ενέργειας περισσοτέρων πελατών.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.


2      Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1996, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας (ΕΕ 1997, L 27, σ. 20).


3      Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουνίου 2019, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και την τροποποίηση της οδηγίας 2012/27/ΕΕ (ΕΕ 2019, L 158, σ. 125).


4      Η διαλαμβανόμενη στο γερμανικό κείμενο επανάληψη της φράσης «Elektrizitätsversorgungsunternehmen Versorger» φαίνεται να αποτελεί συντακτικό σφάλμα.


5      Στην υπόθεση C‑722/24, αμφότερα τα προδικαστικά ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία της έννοιας «μεμονωμένη μονάδα παραγωγής», η οποία απαντά μόνο στην πρώτη περίπτωση. Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑756/24 ζητείται η ερμηνεία της έννοιας «μεμονωμένος πελάτης», η οποία επίσης μνημονεύεται μόνο στην πρώτη περίπτωση.


6      Η υπογράμμιση δική μου.


7      Στο τσεχικό κείμενο, ο δεύτερος σύνδεσμος είναι π.χ. «nebo» («ή»).


8      Η υπογράμμιση δική μου.


9      Το άρθρο 1, παράγραφος 29, του λεττονικού νόμου περί της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας αποκλίνει στο σημείο αυτό από τη διατύπωση της οδηγίας, καθόσον ορίζει τη δεύτερη περίπτωση ως τη γραμμή ηλεκτρικής ενέργειας «η οποία συνδέει έναν απομονωμένο παραγωγό ηλεκτρικής ενέργειας με μία επιχείρηση προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία προμηθεύει απευθείας εγκαταστάσεις και συνδεδεμένες επιχειρήσεις που βρίσκονται στην κυριότητα ή κατοχή της και πελάτες της». Ωστόσο, θα πρέπει να είναι δυνατή ερμηνεία της διατάξεως αυτής κατά τρόπο σύμφωνο προς την οδηγία και δη υπό την έννοια ότι και ο παραγωγός ηλεκτρικής ενέργειας μπορεί να προμηθεύει απευθείας τις δικές του εγκαταστάσεις, συνδεδεμένες επιχειρήσεις και πελάτες. Αυτό συνάγεται ιδίως από το άρθρο 26 του νόμου περί της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, κατά το οποίο «ο παραγωγός έχει το δικαίωμα να παρέχει ηλεκτρική ενέργεια σε πελάτες ή στις δικές του εγκαταστάσεις μέσω συνδέσεως με απευθείας γραμμή».


10      Βλ., επίσης, απόφαση της 1ης Ιουνίου 1961, Simon κατά Δικαστηρίου (15/60, EU:C:1961:11, σ. 261). Βλ., επίσης, προτάσεις της γενικής εισαγγελέα V. Trstenjak στην υπόθεση Quelle (C‑404/06, EU:C:2007:682, σημείο 58).


11      Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2003, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενεργείας και για την κατάργηση της οδηγίας 96/92/ΕΚ (ΕΕ 2003, L 176, σ. 37).


12      Κατά το άρθρο 2, σημείο 15, της οδηγίας 2003/54/ΕΚ, ως απευθείας γραμμή οριζόταν «είτε η γραμμή ηλεκτρικής ενεργείας η οποία συνδέει μια απομονωμένη μονάδα παραγωγής με έναν απομονωμένο πελάτη είτε η γραμμή ηλεκτρικής ενεργείας η οποία συνδέει έναν παραγωγό ηλεκτρικής ενεργείας και μία επιχείρηση προμήθειας ηλεκτρικής ενεργείας, η οποία προμηθεύει απευθείας τις δικές της εγκαταστάσεις, θυγατρικές επιχειρήσεις και επιλέξιμους πελάτες».


13      Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2024, σχετικά με κοινούς κανόνες για τις εσωτερικές αγορές ανανεώσιμων αερίων, φυσικού αερίου και υδρογόνου, και με την τροποποίηση της οδηγίας (ΕΕ) 2023/1791 και την κατάργηση της οδηγίας 2009/73/ΕΚ (ΕΕ L, 2024/1788).


14      Η υπογράμμιση δική μου.


15      Η υπογράμμιση δική μου.


16      Απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 2024, ENGIE κατά Γερμανίας (C‑293/23, EU:C:2010:992, σκέψη 77).


17      Με τη θέσπιση της κατηγορίας «εγκατάσταση ιδιοκατανάλωσης», η οποία δεν προβλέπεται στην οδηγία, ο Γερμανός νομοθέτης περιόρισε, ταυτόχρονα, την έννοια του «συστήματος διανομής» σε σχέση με τα προβλεπόμενα στην οδηγία. Οι διαχειριστές εγκαταστάσεων ιδιοκατανάλωσης δεν υπέχουν τις υποχρεώσεις των διαχειριστών του συστήματος διανομής, με αποτέλεσμα να ελλοχεύει ο κίνδυνος καταστρατηγήσεως των αξιολογήσεων που επιτάσσει η οδηγία.


18      Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οσάκις μια διάταξη του ενωσιακού δικαίου επιδέχεται περισσότερες ερμηνείες, πρέπει να προτιμάται η ερμηνεία η οποία διασφαλίζει την πρακτική της αποτελεσματικότητα· βλ. απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 1988, Land de Sarre κ.λπ. (187/87, EU:C:1988:439, σκέψη 19), και της 24ης Φεβρουαρίου 2000, Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑434/97, EU:C:2018:98, σκέψη 21).


19      Σε αυτό το πνεύμα, βλ., επίσης, προτάσεις μου στην υπόθεση Sabatauskas κ.λπ. (C‑239/07, EU:C:2008:344, σημείο 22).


20      Στο ενδιάμεσο διάστημα εφαρμόζονταν η ανωτέρω αναφερθείσα οδηγία 2003/54 και η οδηγία 2009/72/ЕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενεργείας και για την κατάργηση της οδηγίας 2003/54/ΕΚ (ΕΕ 2009, L 211, σ. 55).


21      Σύμφωνα με αυτές, στόχοι της εσωτερικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας είναι «η παροχή πραγματικών επιλογών σε όλους τους τελικούς πελάτες της Ένωσης, είτε είναι πολίτες είτε επιχειρήσεις, η παροχή νέων επιχειρηματικών ευκαιριών, ανταγωνιστικών τιμών, αποτελεσματικών επενδυτικών μηνυμάτων και υψηλότερων προτύπων παρεχόμενων υπηρεσιών, και ταυτόχρονα η ενίσχυση της ασφάλειας του εφοδιασμού και της αειφορίας». Βλ., επίσης, αιτιολογική σκέψη 4 της οδηγίας 96/92 και αιτιολογικές σκέψεις 3 και 5 της οδηγίας 2009/72.


22      Προς αυτή την κατεύθυνση και οι προτάσεις μου στην υπόθεση Sabatauskas κ.λπ. (C‑239/07, EU:C:2008:344, σημείο 43). Βλ. απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2008, Sabatauskas κ.λπ. (C‑239/07, EU:C:2008:551, σκέψη 48), και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα G. Pitruzzella στην υπόθεση Elektrorazpredelenie Yug (C‑31/18, EU:C:2019:421, σημείο 43).


23      Απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2008, Sabatauskas κ.λπ. (C‑239/07, EU:C:2008:551, σκέψη 48)· προτάσεις του γενικού εισαγγελέα G. Pitruzzella στην υπόθεση Elektrorazpredelenie Yug (C‑31/18, EU:C:2019:421, σημείο 43).


24      Το ίδιο ισχύει και για τις λοιπές περιπτώσεις που εμπίπτουν στο άρθρο 2, σημείο 41.


25      Βλ., επί παραδείγματι, άρθρο 15 («Ενεργοί πελάτες») ή άρθρο 16 («Ενεργειακές κοινότητες πολιτών») καθώς και αιτιολογικά σκέψεις 42 έως 47 της οδηγίας 2019/944.


26      Η Jelgavas autobusu parks δήλωσε στη ρυθμιστική αρχή ότι, για όσο διάστημα θα συνδέεται με τη σχεδιαζόμενη απευθείας γραμμή, θα διασφαλίζεται η αποσύνδεση από το δίκτυο.


27      Το αιτούν δικαστήριο ζητεί να προσδιοριστεί με βάση τη διεύθυνση.


28      Ομοίως και στο ιταλικό «cliente isolato», το δανικό «isoleret kunde» και το πορτογαλικό κείμενο «cliente isolado».