Προσωρινό κείμενο
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JEAN RICHARD DE LA TOUR
της 11ης Δεκεμβρίου 2025 (1)
Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑684/24 και C‑685/24
Across Fiduciaria SpA,
Galvani Fiduciaria Srl,
Sfo Fiduciaria Srl
κατά
Presidenza del Consiglio dei ministri,
Ministero dell’Economia e delle Finanze,
Ministero delle Imprese e del Made in Italy,
Garante per la protezione dei dati personali,
Unione italiana delle Camere di commercio, industria, artigianato
e agricoltura (Unioncamere),
Infocamere Scpa (C‑684/24),
παρισταμένων των
Camera di commercio, industria, artigianato e agricoltura di Roma,
Camera di commercio, industria, artigianato e agricoltura di Milano, Monza-Brianza, Lodi,
Camera di commercio, industria, artigianato e agricoltura di Bologna
και
Unione Fiduciaria SpA,
Assoservizi Fiduciari,
Torino Fiduciaria – Fiditor Srl,
Ser-Fid Italiana Fiduciaria e di Revisione SpA
κατά
Ministero delle Imprese e del Made in Italy,
Presidenza del Consiglio dei ministri,
Ministero dell’Economia e delle Finanze,
Garante per la protezione dei dati personali,
Unione italiana delle Camere di commercio, industria, artigianato
e agricoltura (Unioncamere),
Camera di commercio, industria, artigianato e agricoltura di Milano, Monza‑Brianza, Lodi,
Camera di commercio, industria, artigianato e agricoltura di Torino,
Camera di commercio, industria, artigianato e agricoltura di Roma,
Infocamere Scpa (C‑685/24),
παρισταμένων των
Aletti Fiduciaria SpA,
Camera di commercio, industria, artigianato e agricoltura di Roma,
Camera di commercio, industria, artigianato e agricoltura di Milano, Monza‑Brianza, Lodi
[αιτήσεις του Consiglio di Stato (Συμβουλίου της Επικρατείας, Ιταλία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
« Προδικαστική παραπομπή – Εσωτερική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Προσέγγιση των νομοθεσιών – Οδηγία (EE) 2015/849 – Πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας – Άρθρο 31 – Πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους εμπιστευμάτων και παρεμφερών νομικών μορφωμάτων – Πρόσβαση των φυσικών ή νομικών προσώπων που έχουν έννομο συμφέρον – Αοριστία της έννοιας του “εννόμου συμφέροντος” – Θεμελιώδη δικαιώματα των πραγματικών δικαιούχων – Κύρος »
I. Εισαγωγή
1. Πώς πρέπει να συνδέεται η πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους παρεμφερών με τα εμπιστεύματα νομικών μορφωμάτων (στο εξής: παρεμφερή νομικά μορφώματα) στον τομέα της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας με το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και το δικαίωμα σε αποτελεσματική δικαστική προσφυγή των εν λόγω πραγματικών δικαιούχων, τα οποία κατοχυρώνονται, αντίστοιχα, στα άρθρα 7, 8 και 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης);
2. Το ερώτημα αυτό αφορά πλείονες πτυχές που αποτελούν αντικείμενο των αιτήσεων προδικαστικής αποφάσεως σχετικά με την ερμηνεία και το κύρος του άρθρου 31 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 (2), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία (ΕΕ) 2018/843 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2018 (3) (στο εξής: οδηγία 2015/849).
3. Στην υπό κρίση υπόθεση, το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει αν συνάδει με την οδηγία 2015/849 η επιλογή του Ιταλού νομοθέτη να ορίσει τις καταπιστευματικές συμβάσεις ως παρεμφερή νομικά μορφώματα που υπόκεινται, ως τέτοια, στην υποχρέωση προσδιορισμού των πραγματικών δικαιούχων τους προκειμένου να εγγραφούν στο κεντρικό μητρώο πραγματικών δικαιούχων. Το Δικαστήριο πρέπει να εκτιμήσει αν η έννοια των «παρεμφερών νομικών μορφωμάτων» είναι αρκούντως σαφής, ακριβής και προβλέψιμη, ελλείψει ορισμού στην εν λόγω οδηγία, και κατά πόσον οι καταπιστευματικές συμβάσεις, οι οποίες δεν συνεπάγονται μεταβίβαση κυριότητας, μπορούν να θεωρηθούν ως παρεμφερή νομικά μορφώματα. Το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει, αφενός, αν η παροχή πρόσβασης σε πληροφορίες σχετικά με τους ως άνω πραγματικούς δικαιούχους σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα που μπορούν να αποδείξουν έννομο συμφέρον, όπως προβλέπεται στο άρθρο 31, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της εν λόγω οδηγίας, εγείρει ζήτημα κύρους της διάταξης υπό το πρίσμα του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής και του δικαιώματος προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και, αφετέρου, αν ο ορισμός του εννόμου συμφέροντος που υιοθέτησε ο Ιταλός νομοθέτης είναι σύμφωνος με τις διατάξεις του άρθρου αυτού. Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει αν η εξουσία που παρέχεται σε μη δικαιοδοτικό όργανο για την αξιολόγηση της εξαίρεσης από την πρόσβαση σε πληροφορίες, της οποίας μπορούν να τύχουν οι πραγματικοί δικαιούχοι υπό ορισμένες εξαιρετικές περιστάσεις, σέβεται το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προσφυγής, δεδομένου ότι, σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης εξαίρεσης, οι πληροφορίες δημοσιοποιούνται κατά τρόπο μη αναστρέψιμο.
4. Θα προτείνω να δοθεί η απάντηση στο Consiglio di Stato (Συμβούλιο της Επικρατείας, Ιταλία), το οποίο είναι το αιτούν δικαστήριο, ότι είναι δυνατή η σύμφωνη με το πρωτογενές δίκαιο και τους σκοπούς της οδηγίας 2015/849 ερμηνεία των επίμαχων διατάξεων του ως άνω άρθρου 31, κατά την οποία οι καταπιστευματικές συμβάσεις που συνάπτονται από εταιρίες καταπιστευματικής διαχείρισης αποτελούν παρεμφερή νομικά μορφώματα, το έννομο συμφέρον που πρέπει να αποδεικνύουν τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που επιθυμούν να έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους μπορεί να προσδιοριστεί με τον τρόπο που προκρίνει ο Ιταλός νομοθέτης και η εκτίμηση των εξαιρετικών περιστάσεων που μπορούν να δικαιολογήσουν εξαίρεση από την πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο μπορεί να διενεργηθεί, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, από μη δικαιοδοτικό όργανο.
II. Το νομικό πλαίσιο
Α. Το δίκαιο της Ένωσης
1. Η οδηγία 2015/849
5. Οι αιτιολογικές σκέψεις 14 και 17 της οδηγίας 2015/849 αναφέρουν τα εξής:
«(14) Η ανάγκη για ακριβείς και επικαιροποιημένες πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για τον εντοπισμό των εγκληματιών, οι οποίοι αλλιώς θα μπορούσαν να αποκρύπτουν την ταυτότητά τους πίσω από μια εταιρική δομή. Τα κράτη μέλη θα πρέπει, επομένως, να μεριμνούν ώστε οι οντότητες που έχουν συσταθεί στο έδαφός τους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία να αποκτούν και να διατηρούν επαρκείς, ακριβείς και επίκαιρες πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους τους, πέραν των βασικών πληροφοριών όπως η επωνυμία και η διεύθυνση της εταιρείας και η απόδειξη συστάσεως και η νομική ιδιοκτησία. [...] Επίσης τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίσουν ότι παρέχεται πρόσβαση στις πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο, σύμφωνα με τους κανόνες για την προστασία των δεδομένων, σε άλλα πρόσωπα που μπορούν να αποδείξουν έννομο συμφέρον όσον αφορά τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας και συναφή βασικά αδικήματα – όπως η διαφθορά, τα φορολογικά εγκλήματα και η απάτη. Τα πρόσωπα που μπορούν να αποδείξουν έννομο συμφέρον θα πρέπει να έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τη φύση και το ποσοστό του πραγματικού δικαιώματος ιδιοκτησίας, δηλαδή πληροφορίες σχετικά με την κατά προσέγγιση στάθμισή του.
[...]
(17) Προκειμένου να διασφαλισθούν ίσοι όροι ανταγωνισμού μεταξύ των διαφόρων νομικών μορφών, τα σχήματα καταπιστευματικής διαχείρισης θα πρέπει επίσης να υποχρεούνται να αποκτούν, να διατηρούν και να παρέχουν πληροφορίες για τον πραγματικό δικαιούχο στις υπόχρεες οντότητες που λαμβάνουν μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη και να κοινοποιούν τις εν λόγω πληροφορίες στο κεντρικό μητρώο (ή την κεντρική βάση δεδομένων), θα πρέπει δε να αποκαλύπτουν το καθεστώς λειτουργίας τους στις υπόχρεες οντότητες. Οι νομικές οντότητες, όπως τα ιδρύματα και τα παρεμφερή με τα καταπιστεύματα (trust) νομικά μορφώματα θα πρέπει να υπόκεινται σε ισοδύναμες απαιτήσεις.»
6. Το άρθρο 30, παράγραφος 6, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2015/849 ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές και οι [μονάδες χρηματοοικονομικών πληροφοριών] διαθέτουν έγκαιρη και απεριόριστη πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες που διατηρούνται στο κεντρικό μητρώο […] χωρίς να ειδοποιείται η οικεία οντότητα. […]»
7. Το άρθρο 31 της ως άνω οδηγίας προβλέπει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το παρόν άρθρο ισχύει για τα εμπιστεύματα και άλλα παρεμφερή νομικά μορφώματα, όπως, μεταξύ άλλων, fiducie, ορισμένοι τύποι Treuhand ή fideicomiso, εφόσον αυτά έχουν δομή ή λειτουργίες παρεμφερείς των εμπιστευμάτων. Τα κράτη μέλη ορίζουν τα χαρακτηριστικά προκειμένου να καθορίζεται σε ποιες περιπτώσεις ορισμένα νομικά μορφώματα έχουν δομή ή λειτουργίες παρεμφερείς των εμπιστευμάτων έχοντας υπόψιν τα νομικά μορφώματα που διέπονται από το δίκαιό τους.
Κάθε κράτος μέλος απαιτεί από τους εμπιστευματοδόχους σε ρητό εμπίστευμα (express trust) του οποίου η διαχείριση γίνεται στο εν λόγω κράτος μέλος να αποκτούν και να διατηρούν επαρκείς, ακριβείς και επίκαιρες πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους του εμπιστεύματος. Οι εν λόγω πληροφορίες περιλαμβάνουν την ταυτότητα:
α) του ή των εμπιστευματοπάροχων·
β) του ή των εμπιστευματοδόχων·
γ) του ή των προστατών (εάν υπάρχουν)·
δ) των δικαιούχων ή της κατηγορίας δικαιούχων· και
ε) οποιουδήποτε άλλου φυσικού προσώπου ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο επί του εμπιστεύματος.
[...]
3α. Τα κράτη μέλη απαιτούν οι πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο ρητών εμπιστευμάτων και παρεμφερών νομικών μορφωμάτων κατά την παράγραφο 1 να τηρούνται σε κεντρικό μητρώο πραγματικών δικαιούχων, το οποίο συγκροτείται από το κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένος ή διαμένει ο εμπιστευματοδόχος του εμπιστεύματος ή το πρόσωπο που κατέχει ισοδύναμη θέση σε παρεμφερές νομικό μόρφωμα.
[...]
4. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο εμπιστεύματος ή παρεμφερούς νομικού μορφώματος είναι προσβάσιμες σε κάθε περίπτωση από:
[...]
γ) κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που μπορεί να αποδείξει έννομο συμφέρον·
[...]
Οι πληροφορίες που είναι προσβάσιμες από τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα των στοιχείων γ) και δ) του πρώτου εδαφίου συνίστανται στο όνομα, τον μήνα και το έτος γέννησης, και τη χώρα διαμονής και την υπηκοότητα του πραγματικού δικαιούχου, καθώς επίσης και στο είδος και την έκταση των δικαιωμάτων που κατέχει.
Τα κράτη μέλη μπορούν, υπό προϋποθέσεις που θα καθορίζονται στο εθνικό δίκαιο, να προβλέπουν πρόσβαση σε επιπρόσθετες πληροφορίες που επιτρέπουν την ταυτοποίηση του πραγματικού δικαιούχου. Οι εν λόγω επιπρόσθετες πληροφορίες περιλαμβάνουν τουλάχιστον την ημερομηνία γέννησης ή στοιχεία επικοινωνίας, σύμφωνα με τους κανόνες προστασίας δεδομένων. Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν στα πρόσωπα που αναφέρονται στα στοιχεία γ) και δ) ευρύτερη πρόσβαση στις πληροφορίες που τηρούνται στο μητρώο σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο.
[...]
7α. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις που θα καθοριστούν από το εθνικό δίκαιο, όταν η πρόσβαση που αναφέρεται στην παράγραφο 4 πρώτο εδάφιο στοιχεία β), γ) και δ) θα εξέθετε τον πραγματικό δικαιούχο σε δυσανάλογο κίνδυνο εξαπάτησης, απαγωγής, εκβιασμού, εκβίασης, παρενόχλησης, βίας ή εκφοβισμού ή εάν ο πραγματικός δικαιούχος είναι ανήλικος ή άλλως νομικά ανίκανος, τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν κατά περίπτωση εξαίρεση από την πρόσβαση στο σύνολο ή σε μέρος των πληροφοριών σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εξαιρέσεις αυτές χορηγούνται κατόπιν λεπτομερούς αξιολόγησης της εξαιρετικής φύσης των περιστάσεων. Τα δικαιώματα σε διοικητική επανεξέταση της απόφασης εξαίρεσης και σε αποτελεσματική δικαστική προσφυγή είναι εξασφαλισμένα. Τα κράτη μέλη που έχουν χορηγήσει εξαιρέσεις δημοσιοποιούν ετήσια στατιστικά στοιχεία σχετικά με τον αριθμό των εξαιρέσεων που χορηγήθηκαν και τους λόγους που δηλώθηκαν, και υποβάλλουν τα δεδομένα στην [Ευρωπαϊκή] Επιτροπή.
[...]
10. Τα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην Επιτροπή τις κατηγορίες, την περιγραφή των χαρακτηριστικών, τις επωνυμίες και, όπου αρμόζει, τη νομική βάση των εμπιστευμάτων και των παρεμφερών νομικών μορφωμάτων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 έως τις 10 Ιουλίου 2019. Η Επιτροπή δημοσιεύει τον ενοποιημένο κατάλογο των εν λόγω εμπιστευμάτων και παρεμφερών νομικών μορφωμάτων στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης έως τις 10 Σεπτεμβρίου 2019.
Έως τις 26 Ιουνίου 2020, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο στην οποία αξιολογείται κατά πόσον όλα τα εμπιστεύματα και τα παρεμφερή νομικά μορφώματα κατά την παράγραφο 1, τα οποία διέπονται από το δίκαιο των κρατών μελών, προσδιορίστηκαν δεόντως και υπήχθησαν στις υποχρεώσεις που ορίζονται στην παρούσα οδηγία. Κατά περίπτωση, η Επιτροπή λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα για να αναλάβει δράση με βάση τα πορίσματα της εν λόγω έκθεσης.»
2. Η οδηγία 2018/843
8. Οι αιτιολογικές σκέψεις 29, 30, 38 και 42 της οδηγίας 2018/843 αναφέρουν τα εξής:
«(29) Για να διασφαλιστεί ασφάλεια δικαίου και ισότιμοι όροι ανταγωνισμού, είναι σημαντικό να καθορίζεται σαφώς ποια νομικά μορφώματα εγκατεστημένα σε ολόκληρη την [Ευρωπαϊκή] Ένωση θα πρέπει να θεωρηθούν παρεμφερή με εμπιστεύματα ως εκ των καθηκόντων ή της δομής τους. Ως εκ τούτου, κάθε κράτος μέλος θα πρέπει να υποχρεούται να προσδιορίζει τα εμπιστεύματα, εφόσον αναγνωρίζονται από το εθνικό δίκαιο, και τα παρεμφερή νομικά μορφώματα που μπορούν να συσταθούν σύμφωνα με το εθνικό νομικό πλαίσιο ή έθιμο και που έχουν δομή ή λειτουργία παρεμφερή με τα εμπιστεύματα, όπως τη δυνατότητα διαχωρισμού ή αποσύνδεσης μεταξύ της νόμιμης και της πραγματικής κυριότητας των περιουσιακών στοιχείων. Στη συνέχεια, τα κράτη μέλη θα πρέπει να κοινοποιούν στην Επιτροπή τις κατηγορίες, την περιγραφή των χαρακτηριστικών, τα ονόματα και, όπου αρμόζει, τη νομική βάση αυτών των εμπιστευμάτων και παρεμφερών νομικών μορφωμάτων ενόψει της δημοσίευσής τους στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ώστε να καθίσταται δυνατή η ταυτοποίησή τους από άλλα κράτη μέλη. Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι τα εμπιστεύματα και τα παρεμφερή νομικά μορφώματα ενδέχεται να έχουν διαφορετικά νομικά χαρακτηριστικά σε ολόκληρη την Ένωση. Όταν τα χαρακτηριστικά του εμπιστεύματος ή του παρεμφερούς νομικού μορφώματος είναι συγκρίσιμα στη δομή ή τις λειτουργίες με τα χαρακτηριστικά εταιρικών και άλλων νομικών οντοτήτων, η πρόσβαση του κοινού σε πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο θα συνέβαλλε στην καταπολέμηση της κατάχρησης των εμπιστευμάτων και των παρεμφερών νομικών μορφωμάτων, με τον ίδιο τρόπο που η πρόσβαση του κοινού μπορεί να συμβάλει στην πρόληψη της αθέμιτης χρήσης εταιρικών και άλλων νομικών οντοτήτων για σκοπούς νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.
(30) Η δημόσια πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικές με τον πραγματικό δικαιούχο επιτρέπει μεγαλύτερο έλεγχο των πληροφοριών από την κοινωνία των πολιτών, συμπεριλαμβανομένου του Τύπου και των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, και συμβάλλει στη διατήρηση της εμπιστοσύνης στην ακεραιότητα των επιχειρηματικών συναλλαγών και του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Μπορεί να συμβάλει στην καταπολέμηση της κατάχρησης των εταιρικών και άλλων νομικών οντοτήτων και νομικών μορφωμάτων για σκοπούς νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, τόσο βοηθώντας τις έρευνες όσο και μέσω αποτελεσμάτων που συνδέονται με τη φήμη, δεδομένου ότι οποιοσδήποτε θα μπορούσε να συνάψει συναλλαγές γνωρίζει την ταυτότητα των πραγματικών δικαιούχων. Διευκολύνει επίσης την έγκαιρη και αποτελεσματική διάθεση πληροφοριών στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, καθώς και στις αρχές, συμπεριλαμβανομένων των αρχών τρίτων χωρών, οι οποίες συμμετέχουν στην καταπολέμηση αυτών των αδικημάτων. Η πρόσβαση στις πληροφορίες αυτές θα βοηθούσε επίσης τις έρευνες σχετικά με νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, συναφή βασικά αδικήματα και χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.
[...]
(38) Ο κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 [(4)] εφαρμόζεται στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με την παρούσα οδηγία. Κατά συνέπεια, τα φυσικά πρόσωπα των οποίων τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα διατηρούνται στα εθνικά μητρώα που τους ταυτοποιούν ως πραγματικούς δικαιούχους θα πρέπει να ενημερώνονται αναλόγως. Επιπλέον, θα πρέπει να διατίθενται μόνον δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που είναι επικαιροποιημένα και αντιστοιχούν όντως στους πραγματικούς δικαιούχους και οι δικαιούχοι θα πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τα δικαιώματά τους εντός του τρέχοντος ενωσιακού νομικού πλαισίου προστασίας των δεδομένων, όπως ορίζεται στον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 και την οδηγία (ΕΕ) 2016/680 [(5)], και τις ισχύουσες διαδικασίες άσκησης των εν λόγω δικαιωμάτων. Επιπλέον, προκειμένου να αποφευχθεί η κατάχρηση των πληροφοριών που περιέχονται στα μητρώα και να εξισορροπηθούν τα δικαιώματα των πραγματικών δικαιούχων, τα κράτη μέλη μπορεί να θεωρήσουν σκόπιμο να θέτουν στη διάθεση του πραγματικού δικαιούχου τις πληροφορίες σχετικά με τον αιτούντα μαζί με τη νομική βάση της αίτησης.
[...]
(42) Τα κράτη μέλη θα πρέπει να ορίζουν το έννομο συμφέρον, τόσο ως γενική έννοια όσο και ως κριτήριο για την πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο στο εθνικό τους δίκαιο. Ειδικότερα, οι ορισμοί αυτοί δεν θα πρέπει να περιορίζουν την έννοια του εννόμου συμφέροντος σε υποθέσεις εκκρεμών διοικητικών ή νομικών διαδικασιών, και θα πρέπει να επιτρέπουν να λαμβάνεται υπόψη η προληπτική δράση στον τομέα της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, της καταπολέμησης της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και των συναφών βασικών αδικημάτων, η οποία αναλαμβάνεται από μη κυβερνητικές οργανώσεις και ερευνητικούς δημοσιογράφους, κατά περίπτωση. Μόλις γίνει η διασύνδεση των μητρώων πραγματικών δικαιούχων των κρατών μελών, θα πρέπει να χορηγείται πρόσβαση τόσο εθνική όσο και διασυνοριακή στο μητρώο κάθε κράτους μέλους βάσει του ορισμού του εννόμου συμφέροντος του κράτους μέλους όπου κατεγράφη η πληροφορία σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο του εμπιστεύματος ή του παρεμφερούς νομικού μορφώματος βάσει της παρούσας οδηγίας, δυνάμει απόφασης που λαμβάνεται από τις αρμόδιες αρχές του εν λόγω κράτους μέλους. Σε σχέση με τα μητρώα πραγματικών δικαιούχων των κρατών μελών, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν επίσης τη δυνατότητα θέσπισης μηχανισμών προσφυγής κατά αποφάσεων που χορηγούν ή αρνούνται την πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο. [...]»
Β. Το ιταλικό δίκαιο
1. Το νομοθετικό διάταγμα 231/2007
9. Το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο ee, του decreto legislativo n. 231 – Attuazione della direttiva 2005/60/CE concernente la prevenzione dell’utilizzo del sistema finanziario a scopo di riciclaggio dei proventi di attività criminose e di finanziamento del terrorismo nonchè della direttiva 2006/70/CE che ne reca misure di esecuzione (νομοθετικού διατάγματος αριθ. 231 περί μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο της οδηγίας 2005/60/ΕΚ σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, καθώς και της οδηγίας 2006/70/ΕΚ περί μέτρων εφαρμογής της) (6), της 21ης Νοεμβρίου 2007, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των διαφορών των κύριων δικών (στο εξής: νομοθετικό διάταγμα 231/2007), ορίζει ότι ως «φορείς παροχής υπηρεσιών καταπιστευματικής διαχείρισης και εταιρικών υπηρεσιών νοούνται τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα τα οποία ως επιχειρηματική δραστηριότητα παρέχουν σε τρίτα μέρη οποιαδήποτε από τις ακόλουθες υπηρεσίες: [...] ασκούν καθήκοντα εμπιστευματοδόχου σε ρητό εμπίστευμα (express trust) ή παρεμφερές νομικό μόρφωμα ή μεριμνούν ώστε άλλο πρόσωπο να ασκήσει ανάλογα καθήκοντα».
10. Το άρθρο 20 του ως άνω νομοθετικού διατάγματος ρυθμίζει την ταυτοποίηση του πραγματικού δικαιούχου.
11. Το άρθρο 21, παράγραφοι 3 και 4, του εν λόγω νομοθετικού διατάγματος ορίζει τα εξής:
«3. Τα εμπιστεύματα [...] καθώς και τα παρεμφερή νομικά μορφώματα τα οποία είναι εγκατεστημένα ή εδρεύουν στο έδαφος της Ιταλικής Δημοκρατίας υποχρεούνται να εγγραφούν σε ειδικό τμήμα του μητρώου εταιριών. Οι πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 22, παράγραφος 5, σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους των ανωτέρω εμπιστευμάτων και παρεμφερών νομικών μορφωμάτων τα οποία είναι εγκατεστημένα ή εδρεύουν στο έδαφος της Ιταλικής Δημοκρατίας κοινοποιούνται από τον ή τους εμπιστευματοδόχους ή από άλλο πρόσωπο για λογαριασμό του εμπιστευματοδόχου ή από το πρόσωπο που ασκεί ισοδύναμα δικαιώματα, εξουσίες και ευχέρειες στα παρεμφερή νομικά μορφώματα, [...] στο μητρώο εταιριών προς τον σκοπό της τήρησής τους σε αυτό. [...]
4. Η πρόσβαση στις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 22, παράγραφος 5, σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους των εμπιστευμάτων αυτών επιτρέπεται:
[...]
d bis) στους ιδιώτες, συμπεριλαμβανομένων των φορέων συλλογικών συμφερόντων οι οποίοι έχουν σχετικό και διακριτό έννομο συμφέρον, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η γνώση του πραγματικού δικαιούχου είναι αναγκαία για την προστασία ή την προάσπιση συμφέροντος το οποίο αντιστοιχεί σε κατάσταση που τυγχάνει έννομης προστασίας, εφόσον διαθέτουν συγκεκριμένες και τεκμηριωμένες αποδείξεις της αναντιστοιχίας μεταξύ πραγματικού δικαιούχου και νόμιμου δικαιούχου. Το συμφέρον πρέπει να είναι άμεσο, συγκεκριμένο και ενεστώς και, στην περίπτωση οντοτήτων που εκπροσωπούν συλλογικά συμφέροντα, δεν πρέπει να συμπίπτει με το συμφέρον ιδιωτών που ανήκουν στην εκπροσωπούμενη κατηγορία. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν η πρόσβαση στις πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους θα εξέθετε τον πραγματικό δικαιούχο σε δυσανάλογο κίνδυνο εξαπάτησης, απαγωγής, εκβιασμού, εκβίασης, παρενόχλησης, βίας ή εκφοβισμού ή όταν ο πραγματικός δικαιούχος είναι νομικώς ανίκανος ή ανήλικος, η πρόσβαση στο σύνολο ή σε μέρος των πληροφοριών μπορεί να αποκλειστεί κατά περίπτωση και μετά από λεπτομερή εκτίμηση του εξαιρετικού χαρακτήρα των περιστάσεων. [...]»
12. Το άρθρο 22, παράγραφοι 5 και 5 bis, του ίδιου νομοθετικού διατάγματος προβλέπει τα εξής:
«5. Οι εμπιστευματοδόχοι σε ρητό εμπίστευμα [...] καθώς και τα πρόσωπα τα οποία ασκούν ισοδύναμα δικαιώματα, εξουσίες και ευχέρειες σε παρεμφερές νομικό μόρφωμα, εφόσον είναι εγκατεστημένοι ή διαμένουν στο έδαφος της Ιταλικής Δημοκρατίας, συλλέγουν και φυλάσσουν επαρκείς, ακριβείς και τρέχουσες πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους του εμπιστεύματος ή του παρεμφερούς νομικού μορφώματος, ως τέτοιες δε νοούνται οι πληροφορίες σχετικά με την ταυτότητα του ή των εμπιστευματοπαρόχων, του ή των εμπιστευματοδόχων, του ή των προστατών ή άλλου προσώπου που ενεργεί για λογαριασμό του εμπιστευματοδόχου, κατά περίπτωση, των δικαιούχων ή της κατηγορίας δικαιούχων και οποιουδήποτε άλλου φυσικού προσώπου ασκεί έλεγχο επί του εμπιστεύματος ή επί του παρεμφερούς νομικού μορφώματος, καθώς και οποιουδήποτε άλλου φυσικού προσώπου το οποίο ασκεί τον τελικό έλεγχο επί των μεταβιβασθέντων περιουσιακών στοιχείων στο εμπίστευμα ή στο παρεμφερές νομικό μόρφωμα μέσω της άμεσης ή έμμεσης ιδιοκτησίας ή με άλλα μέσα. Οι εμπιστευματοδόχοι σε ρητό εμπίστευμα και τα πρόσωπα που ασκούν ισοδύναμα δικαιώματα, εξουσίες και ευχέρειες σε παρεμφερή νομικά μορφώματα φυλάσσουν τις εν λόγω πληροφορίες για χρονικό διάστημα τουλάχιστον πέντε ετών από την παύση της ιδιότητάς τους ως εμπιστευματοδόχου και θέτουν τις πληροφορίες αυτές άμεσα στη διάθεση των αρχών που αναφέρονται στο άρθρο 21, παράγραφος 2, στοιχεία a και b. Οι εν λόγω εμπιστευματοδόχοι οι οποίοι, υπό την ιδιότητά τους αυτή, συνάπτουν διαρκή ή επαγγελματική σχέση ή παρέχουν περιστασιακά υπηρεσίες, γνωστοποιούν την ιδιότητά τους στις υπόχρεες οντότητες.
5 bis. Για τους σκοπούς του παρόντος διατάγματος, θεωρούνται νομικά μορφώματα παρεμφερή με το εμπίστευμα οι οντότητες και τα μορφώματα τα οποία, λόγω της δομής και των λειτουργιών τους, παράγουν έννομα αποτελέσματα ισοδύναμα με εκείνα του ρητού εμπιστεύματος (express trust), μεταξύ άλλων, όσον αφορά τον προορισμό των περιουσιακών στοιχείων για ορισμένο σκοπό και τον έλεγχο από πρόσωπο διαφορετικό από τον κύριο, υπέρ ενός ή περισσότερων δικαιούχων ή για την επιδίωξη συγκεκριμένου σκοπού.»
2. Η υπουργική απόφαση 55/2022
13. Το άρθρο 1, στοιχείο g, της decreto del Ministero dell’Economia e delle Finanze, no 55 – Regolamento recante disposizioni in materia di comunicazione, accesso e consultazione dei dati e delle informazioni relativi alla titolarità effettiva di imprese dotate di personalità giuridica, di persone giuridiche private, di trust produttivi di effetti giuridici rilevanti ai fini fiscali e di istituti giuridici affini al trust (απόφασης αριθ. 55 του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών περί κανονιστικών διατάξεων για την κοινοποίηση, την πρόσβαση και την αναζήτηση δεδομένων και πληροφοριών σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους επιχειρήσεων με νομική προσωπικότητα, νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, εμπιστευμάτων που παράγουν φορολογικώς κρίσιμα έννομα αποτελέσματα και νομικών μορφωμάτων παρεμφερών με το εμπίστευμα) (7), της 11ης Μαρτίου 2022 (στο εξής: υπουργική απόφαση 55/2022), επαναλαμβάνει τον ορισμό των παρεμφερών νομικών μορφωμάτων του άρθρου 22, παράγραφος 5 bis, του νομοθετικού διατάγματος 231/2007.
14. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο e, της υπουργικής απόφασης 55/2022 προβλέπει «την ενδεχόμενη μνεία εξαιρετικών περιστάσεων, προκειμένου να μη χορηγηθεί πρόσβαση στις πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους, κατά την έννοια του άρθρου 21, παράγραφος 2, στοιχείο f, δεύτερη περίοδος, και παράγραφος 4, στοιχείο d bis, τρίτη περίοδος, του [νομοθετικού διατάγματος 231/2007], καθώς και την αναγραφή διεύθυνσης ηλεκτρονικού ταχυδρομείου για τη λήψη των κατά το άρθρο 7, παράγραφος 3, κοινοποιήσεων υπό την ιδιότητα του υπόχρεου προς παροχή πληροφοριών».
15. Το άρθρο 7, παράγραφοι 2 και 3, της υπουργικής απόφασης 55/2022 ορίζει τα εξής:
«2. Τα δεδομένα και οι πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους των εμπιστευμάτων και των παρεμφερών νομικών μορφωμάτων […] που υποχρεούνται να εγγραφούν στο ειδικό τμήμα, τα οποία κοινοποιούνται κατά το άρθρο 3 και τηρούνται στο ειδικό τμήμα του μητρώου εταιριών, τίθενται στη διάθεση κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου, συμπεριλαμβανομένων των φορέων συλλογικών συμφερόντων, που έχει δικαίωμα πρόσβασης δυνάμει του άρθρου 21, παράγραφος 4, στοιχείο d bis, πρώτη και δεύτερη περίοδος, του [νομοθετικού διατάγματος 231/2007], κατόπιν υποβολής στο κατά τόπον αρμόδιο εμπορικό επιμελητήριο αιτιολογημένης αίτησης παροχής πρόσβασης από την οποία πρέπει να προκύπτει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο εν λόγω στοιχείο d bis, πρώτη και δεύτερη περίοδος. Εντός προθεσμίας είκοσι ημερών από την υποβολή της αίτησης, το κατά τόπον αρμόδιο εμπορικό επιμελητήριο χορηγεί την πρόσβαση ή κοινοποιεί την αιτιολογημένη άρνησή του στον αιτούντα μέσω πιστοποιημένου ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Σε περίπτωση μη κοινοποίησης εντός της προαναφερθείσας προθεσμίας, η αίτηση παροχής πρόσβασης θεωρείται ότι έχει απορριφθεί.
3. [...] [Τ]ο κατά τόπον αρμόδιο εμπορικό επιμελητήριο διαβιβάζει το αίτημα παροχής πρόσβασης που προβλέπεται στις παραγράφους 1 και 2 στον υπόχρεο προς παροχή πληροφοριών [...]. Εντός δέκα ημερών από την παραλαβή της ως άνω κοινοποίησης, ο υπόχρεος προς παροχή πληροφοριών μπορεί να υποβάλει αιτιολογημένη ένσταση [...]. Το εμπορικό επιμελητήριο αξιολογεί κατά περίπτωση τις εξαιρετικές περιστάσεις του άρθρου 21, παράγραφος 2, στοιχείο f, και παράγραφος 4, στοιχείο d bis, του [νομοθετικού διατάγματος 231/2007], τις οποίες επικαλείται ο υπόχρεος προς παροχή πληροφοριών και οι οποίες δικαιολογούν την πλήρη ή μερική άρνηση πρόσβασης, λαμβανομένης επίσης υπόψη της αρχής της αναλογικότητας μεταξύ του προβαλλόμενου κινδύνου και του συμφέροντος για παροχή πρόσβασης. Η πρόσβαση στα δεδομένα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 μπορεί να αποκλειστεί εν όλω ή εν μέρει κατόπιν της αξιολόγησης, από το κατά τόπον αρμόδιο εμπορικό επιμελητήριο, των εξαιρετικών περιστάσεων τις οποίες επικαλείται ο υπόχρεος προς παροχή πληροφοριών. Η αιτιολογημένη άρνηση πρόσβασης κοινοποιείται στον αιτούντα [...] εντός είκοσι ημερών από την υποβολή της αίτησης παροχής πρόσβασης. Σε περίπτωση μη κοινοποίησης εντός της προαναφερθείσας προθεσμίας, η αίτηση παροχής πρόσβασης θεωρείται ότι έχει απορριφθεί.»
III. Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
16. Ορισμένες ιταλικές εταιρίες καταπιστευματικής διαχείρισης προσέβαλαν ενώπιον του Tribunale amministrativo regionale per il Lazio (διοικητικού πρωτοδικείου περιφέρειας Λατίου, Ιταλία) τις πράξεις με τις οποίες η Ιταλική Κυβέρνηση συμπεριέλαβε στα παρεμφερή νομικά μορφώματα τις καταπιστευματικές συμβάσεις που συνάπτονται από εταιρίες καταπιστευματικής διαχείρισης, με αποτέλεσμα να απαιτείται από αυτές να παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους αυτών των συμβάσεων.
17. Στις εταιρίες αυτές περιλαμβάνονται οι Across Fiduciaria SpA, Galvani Fiduciaria Srl, Sfo Fiduciaria Srl (στο εξής: Across Fiduciaria κ.λπ.), Unione Fiduciaria SpA, Assoservizi Fiduciari, Aletti Fiduciaria SpA, Torino Fiduciaria – Fiditor Srl (στο εξής: Unione Fiduciaria κ.λπ.) και Ser-Fid Italiana Fiduciaria e di Revisione SpA (στο εξής: Ser-Fid).
18. Οι εν λόγω προσφυγές απορρίφθηκαν.
19. Οι εκκαλούσες, με την έφεσή τους ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, ισχυρίζονται κατ’ ουσίαν ότι η ιταλική νομοθεσία είναι ασύμβατη με τη νομοθεσία της Ένωσης, ότι η τελευταία είναι και η ίδια παράνομη και ότι τα μέτρα του ιταλικού δικαίου είναι παράνομα, δεδομένου ότι έχουν συμπεριλάβει μεταξύ των παρεμφερών νομικών μορφωμάτων τις καταπιστευματικές συμβάσεις που συνάπτονται από εταιρίες καταπιστευματικής διαχείρισης.
20. Ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, οι διάδικοι διαφωνούν ως προς το κύρος των διατάξεων του άρθρου 31 της οδηγίας 2015/849 σχετικά με τον ορισμό, αφενός, της έννοιας των «παρεμφερών νομικών μορφωμάτων» υπό το πρίσμα των άρθρων 114 και 288 ΣΛΕΕ και, αφετέρου, της έννοιας του «εννόμου συμφέροντος» που πρέπει να αποδεικνύουν τα φυσικά και νομικά πρόσωπα προκειμένου να αποκτήσουν πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους υπό το πρίσμα των άρθρων 7 και 8 του Χάρτη.
21. Το αιτούν δικαστήριο εκφράζει επίσης αμφιβολίες ως προς το αν οι καταπιστευματικές συμβάσεις που συνάπτονται από εταιρίες καταπιστευματικής διαχείρισης μπορούν να θεωρούνται παρεμφερή νομικά μορφώματα και να υπόκεινται, ως εκ τούτου, στην υποχρέωση παροχής δεδομένων στο μητρώο πραγματικών δικαιούχων. Επιπλέον, το δικαστήριο αυτό διερωτάται ως προς τις ειδικές ρυθμίσεις της ιταλικής νομοθεσίας για την προστασία του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προσφυγής του πραγματικού δικαιούχου. Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι η εκτίμηση του δικαιώματος εξαίρεσης λόγω έκθεσης, ιδίως, σε δυσανάλογο κίνδυνο, υπάγεται στην αρμοδιότητα διοικητικού οργάνου, χωρίς να προβλέπεται ένδικο βοήθημα πριν από τη δημοσιοποίηση των δεδομένων.
22. Υπό τις συνθήκες αυτές, στην υπόθεση C‑684/24, το Consiglio di Stato (Συμβούλιο της Επικρατείας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Συνάδει το άρθρο 31, παράγραφος 4, της [οδηγίας 2015/849], το οποίο επιτρέπει την πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους εμπιστεύματος ή παρεμφερούς νομικού μορφώματος, με τις διατάξεις [των άρθρων 7 και 8 του Χάρτη] και [του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (8)], κατά το μέτρο που επιτρέπει την πρόσβαση, σε όλες τις περιπτώσεις, σε κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο “που μπορεί να αποδείξει έννομο συμφέρον”, χωρίς να διευκρινίζει ή να οριοθετεί την ίδια την έννοια του “εννόμου συμφέροντος”, ενώ καταλείπει τον ορισμό της έννοιας στην πλήρη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών, κατάσταση η οποία ενέχει τον κίνδυνο να διευρυνθεί υπέρμετρα ο κύκλος των προσώπων που έχουν δικαίωμα πρόσβασης, ενδεχομένως εις βάρος των ως άνω θεμελιωδών δικαιωμάτων;
2) Συνάδουν οι εγγυήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 31, παράγραφος 7α, της [οδηγίας 2015/849], σχετικά με το δικαίωμα διοικητικής επανεξέτασης της απόφασης εξαίρεσης (σε εξαιρετικές περιπτώσεις που θα καθοριστούν από το εθνικό δίκαιο) από την πρόσβαση που προβλέπεται στην παράγραφο 4 (πρόσβαση παρεχόμενη, σε κάθε περίπτωση, σε πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους εμπιστεύματος ή παρεμφερούς νομικού μορφώματος), λαμβανομένης υπόψη της προστασίας που παρέχει το άρθρο 47 [του Χάρτη] και το άρθρο 6 της [Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών], με τα άρθρα 6 έως 7 της [υπουργικής απόφασης 55/2022], κατά το μέτρο που οι ως άνω διατάξεις παρέχουν σε διοικητικό μη δικαιοδοτικό όργανο, όπως το τοπικό εμπορικό επιμελητήριο, την εξουσία να γνωμοδοτεί σχετικά με τη γνωστοποίηση δεδομένων, της οποίας τα αποτελέσματα είναι μη αναστρέψιμα, ενώ προβλέπουν μόνο σε μεταγενέστερο στάδιο δικαίωμα άσκησης ένδικης προσφυγής για τον πραγματικό δικαιούχο;»
23. Στην υπόθεση C‑685/24, το Consiglio di Stato (Συμβούλιο της Επικρατείας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχει ο όρος “istituti giuridici” [νομικά μορφώματα], ο οποίος μνημονεύεται στην ιταλική γλωσσική απόδοση του άρθρου 31, παράγραφοι 1, 2 και 10, της [οδηγίας 2015/849], την έννοια ότι παραπέμπει, όπως συνάγεται από τις λοιπές κύριες γλωσσικές αποδόσεις καθώς και από το πλαίσιο και τους σκοπούς της οδηγίας [αυτής], στην ύπαρξη οργανικού συνόλου κανόνων και αρχών που διέπουν ορισμένο κοινωνικό φαινόμενο ή, αντιθέτως, σε συγκεκριμένη και ειδική οικονομική και νομική πράξη ή, ακόμη, σε είδη οικονομικών και νομικών πράξεων, τα οποία εκτιμώνται αναλόγως των ουσιωδών χαρακτηριστικών τους και τα οποία έχουν, σε κάθε περίπτωση, δομή ή λειτουργίες παρεμφερείς με εκείνες των εμπιστευμάτων (trusts);
2) Έχει το άρθρο 31, παράγραφος 10, της [οδηγίας 2015/849] την έννοια ότι οι κοινοποιήσεις των κρατών μελών και η έκθεση της Επιτροπής προς το […] Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο δεν έχουν δεσμευτική κανονιστική ισχύ, αλλά συνιστούν απλώς πράξεις καθορισμού των νομικών μορφωμάτων τα οποία υφίστανται στις διάφορες έννομες τάξεις και τα οποία θεωρούνται παρεμφερή με τα εμπιστεύματα, με αποτέλεσμα να εναπόκειται, εν πάση περιπτώσει, στο εθνικό δικαστήριο και στο Δικαστήριο να διακριβώνουν, σε περίπτωση διαφοράς, κατά πόσον η δομή ή οι λειτουργίες των συγκεκριμένων μορφωμάτων είναι παρεμφερείς εκείνων των εμπιστευμάτων με γνώμονα αποκλειστικώς τις διατάξεις της [ως άνω] οδηγίας, δεδομένου ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι εν λόγω πράξεις συμπληρώνουν το δεσμευτικής ισχύος δίκαιο [της Ένωσης];
3) Έχουν το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, ειδικότερα, οι αιτιολογικές σκέψεις 1, 2, 4, 5 και 12 έως 17, το άρθρο 2, το άρθρο 3, [σημείο] 6, και το άρθρο 31 της οδηγίας [2015/849] καθώς και οι αιτιολογικές σκέψεις 4, 5, 16, 17 και 25 έως 34 της οδηγίας [2018/843] την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση, όπως αυτή του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο ee, και των άρθρων 20, 21 και 22, του νομοθετικού διατάγματος 231/2007, κατά το μέρος που [...] η εν λόγω ρύθμιση περιλαμβάνει τις καταπιστευματικές συμβάσεις που συνάπτονται από [...] εταιρίες καταπιστευματικής διαχείρισης στα νομικά μορφώματα τα οποία έχουν δομή ή λειτουργίες παρεμφερείς με εκείνες των εμπιστευμάτων;
4) Έχουν το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, ειδικότερα, η αρχή της αναλογικότητας, καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 31, παράγραφος 1, της [οδηγίας 2015/849], ερμηνευόμενες σε συνδυασμό με το άρθρο 5, παράγραφος 4, ΣΕΕ και με τις αιτιολογικές σκέψεις 5 και 27 της οδηγίας [2018/843], την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση, όπως αυτή του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο ee, και των άρθρων 20, 21 και 22 του νομοθετικού διατάγματος 231/2007, κατά το μέρος που [...] η εν λόγω ρύθμιση περιλαμβάνει τις καταπιστευματικές συμβάσεις που συνάπτονται από [...] εταιρίες καταπιστευματικής διαχείρισης στα νομικά μορφώματα τα οποία έχουν δομή ή λειτουργίες παρεμφερείς με εκείνες των εμπιστευμάτων, μολονότι η δραστηριότητα των εν λόγω εταιριών υπόκειται σε σειρά υποχρεώσεων, καθώς και στην εποπτεία πλειόνων εθνικών αρχών, και λαμβανομένων υπόψη των κινδύνων που ενδέχεται να ενέχουν οι διενεργούμενες πράξεις;
5) Είναι ανίσχυρες οι διατάξεις του άρθρου 31, παράγραφοι 1, 2 και 10, της [οδηγίας 2015/849], καθόσον αντιβαίνουν στις διατάξεις του άρθρου 114 και του άρθρου 288, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, καθώς και στην αρχή της πρακτικής αποτελεσματικότητας;
6) Έχουν το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, ειδικότερα, οι αιτιολογικές σκέψεις 1, 2, 5, και 12 έως 17 της [οδηγίας 2015/849], καθώς και τα άρθρα 30 και 31 της εν λόγω οδηγίας, οι αιτιολογικές σκέψεις 4, 5, 16, 17 και 25 έως 34 της [οδηγίας 2018/843], τα άρθρα 6, 7, 8 και 16 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η αρχή της αναλογικότητας, η οποία διατυπώνεται στο άρθρο 5, παράγραφος 4, ΣΕΕ, λαμβανομένης επίσης υπόψη της απόφασης του Δικαστηρίου της 22ας Νοεμβρίου 2022, Luxembourg Business Registers [(9)], την έννοια ότι αντιτίθενται σε ρύθμιση, όπως αυτή του άρθρου 21, παράγραφος 4, στοιχείο d bis, του νομοθετικού διατάγματος 231/2007 και του άρθρου 7, παράγραφος 2, της υπουργικής απόφασης 55/2022, η οποία επιτρέπει την πρόσβαση στους ιδιώτες, συμπεριλαμβανομένων των φορέων συλλογικών συμφερόντων οι οποίοι έχουν σχετικά και διαφορετικά έννομα συμφέροντα, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η γνώση του πραγματικού δικαιούχου είναι αναγκαία για τη διασφάλιση ή την προάσπιση συμφέροντος το οποίο αντιστοιχεί σε νομικά προστατευόμενη περίπτωση, εφόσον αυτοί διαθέτουν συγκεκριμένα και τεκμηριωμένα αποδεικτικά στοιχεία περί του ότι ο πραγματικός δικαιούχος δεν είναι το ίδιο πρόσωπο με τον νόμιμο δικαιούχο, καθόσον βάσει των συγκεκριμένων διατάξεων απαιτείται επιπλέον το συμφέρον να είναι άμεσο, συγκεκριμένο και ενεστώς και, στην περίπτωση οντοτήτων που εκπροσωπούν κοινά συμφέροντα, να μη συμπίπτει με το συμφέρον ιδιωτών που ανήκουν στην εκπροσωπούμενη κατηγορία;»
24. Με απόφαση του Προέδρου του Δικαστηρίου της 4ης Δεκεμβρίου 2024, αποφασίστηκε η συνεκδίκαση των υποθέσεων C‑684/24 και C‑685/24 προς διευκόλυνση της έγγραφης και της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής απόφασης.
25. Το αιτούν δικαστήριο ζήτησε από το Δικαστήριο να εκδικάσει τις υπό κρίση υποθέσεις με την ταχεία διαδικασία, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 105 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.
26. Ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου απέρριψε την αίτηση εκδικάσεως της υποθέσεως με την ταχεία διαδικασία, με απόφαση της 2ας Σεπτεμβρίου 2025 (10), και αποφάσισε ότι οι διαβιβασθείσες από το αιτούν δικαστήριο πληροφορίες δικαιολογούσαν την εκδίκαση της υποθέσεως κατά προτεραιότητα, δυνάμει του άρθρου 53, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας.
27. Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν οι Across Fiduciaria κ.λπ., Unione Fiduciaria κ.λπ., Ser-Fid, το Camera di Commercio Industria Artigianato e Agricoltura di Roma (εμπορικό, βιομηχανικό, βιοτεχνικό και γεωργικό επιμελητήριο της Ρώμης, Ιταλία), η Γερμανική και η Ιταλική Κυβέρνηση, το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο καθώς και η Επιτροπή. Οι ως άνω διάδικοι και οι μετέχοντες στη διαδικασία, πλην της Γερμανικής Κυβέρνησης, ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση που διεξήχθη στις 25 Σεπτεμβρίου 2025.
IV. Ανάλυση
28. Θα ξεκινήσω την ανάλυσή μου με το ζήτημα του κύρους της έννοιας των «παρεμφερών νομικών μορφωμάτων» (A). Στη συνέχεια θα εξετάσω τα ζητήματα που αφορούν τις καταπιστευματικές συμβάσεις και την υπαγωγή τους στο καθεστώς που εφαρμόζεται σε παρεμφερή νομικά μορφώματα (Β). Θα συνεχίσω εξετάζοντας, αφενός, τη συμβατότητα με τα θεμελιώδη δικαιώματα των διατάξεων που οργανώνουν την πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους από πρόσωπα που μπορούν να αποδείξουν έννομο συμφέρον και, αφετέρου, ποια ερμηνεία αυτών των διατάξεων μπορεί να τις καταστήσει συμβατές με τα εν λόγω θεμελιώδη δικαιώματα (Γ). Θα ολοκληρώσω εξετάζοντας το ζήτημα του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προσφυγής για τον πραγματικό δικαιούχο του οποίου το αίτημα εξαίρεσης από την πρόσβαση στις πληροφορίες που τον αφορούν απορρίφθηκε από μη δικαιοδοτικό όργανο (Δ).
Α. Επί του πέμπτου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C‑685/24
29. Με το προδικαστικό αυτό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ως προς το κύρος του άρθρου 31, παράγραφοι 1, 2 και 10, της οδηγίας 2015/849 υπό το πρίσμα των άρθρων 114 και 288, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, καθώς και της αρχής της πρακτικής αποτελεσματικότητας.
30. Το εθνικό δικαστήριο υπέβαλε μεν το ερώτημα αυτό στο Δικαστήριο λόγω της αποκλειστικής αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να αποφαίνεται επί του κύρους πράξης της Ένωσης (11), ωστόσο δεν αμφισβητεί το κύρος της διάταξης αυτής.
31. Συγκεκριμένα, η έννοια της οποίας το κύρος αμφισβητείται είναι αυτή των «παρεμφερών νομικών μορφωμάτων» η οποία θεωρείται από τις εκκαλούσες ότι δεν είναι αρκούντως σαφής, ακριβής και προβλέψιμη ώστε να καθίσταται δυνατή η επίτευξη του σκοπού της ασφάλειας δικαίου και η ύπαρξη ίσων όρων εφαρμογής του απορρέοντος από τα μορφώματα αυτά καθεστώτος μεταξύ των κρατών μελών.
32. Εκτιμώ, όπως και το αιτούν δικαστήριο, ότι το περιθώριο εκτιμήσεως που παρέχεται στον νομοθέτη της Ένωσης κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 114, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ για να επιτύχει την προσέγγιση των νομοθεσιών (12) σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας (13) και να επιλέξει οδηγία που δεσμεύει τα κράτη μέλη ως προς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνει την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητά τους, καθιστά δυνατή τη χρήση της έννοιας των «παρεμφερών νομικών μορφωμάτων» στην οδηγία 2015/849 χωρίς να απαιτείται περαιτέρω εξειδίκευση του περιγράμματος της έννοιας αυτής στην ίδια την οδηγία.
33. Πράγματι, ο σκοπός της οδηγίας αυτής είναι να διασφαλίσει την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Ως εκ τούτου, ο σκοπός να διασφαλιστεί μεγαλύτερη διαφάνεια του χρηματοπιστωτικού συστήματος μέσω της πρόσβασης σε πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους επιτυγχάνεται μόνον εφόσον τα παρεμφερή νομικά μορφώματα, τα οποία δεν είναι μηχανισμοί γνωστοί σε όλα τα κράτη μέλη, υπόκεινται στους ίδιους κανόνες με τα εμπιστεύματα, προκειμένου να αποφευχθεί η καταστρατήγηση της εν λόγω υποχρέωσης διαφάνειας.
34. Επιπλέον, το γεγονός ότι επαφίεται η μέριμνα, αφενός, στα κράτη μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 31, παράγραφος 10, της οδηγίας 2015/849, να γνωστοποιούν στην Επιτροπή τις κατηγορίες, την περιγραφή των χαρακτηριστικών, την ονομασία και, κατά περίπτωση, τη νομική βάση παρεμφερών νομικών μορφωμάτων που υπάρχουν στο εθνικό τους δίκαιο και, αφετέρου, στην Επιτροπή να δημοσιεύει στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης τον ενοποιημένο κατάλογο των εν λόγω παρεμφερών νομικών μορφωμάτων, δεν φαίνεται να αντίκειται στο περιθώριο εκτιμήσεως που παρέχεται τόσο στον νομοθέτη της Ένωσης όσο και στα κράτη μέλη.
35. Εξάλλου, το Δικαστήριο αναγνώρισε περιθώριο εκτιμήσεως για τον νομοθέτη της Ένωσης όταν η προσέγγιση των νομοθεσιών πραγματοποιείται σε τομείς που χαρακτηρίζονται από ιδιαιτερότητες σύνθετης τεχνικής φύσεως (14), όπως συμβαίνει με τον ορισμό των μηχανισμών που μπορούν να εξομοιωθούν με εμπιστεύματα.
36. Τέλος, επισημαίνω ότι κανένας από τους μετέχοντες στη διαδικασία δεν εξηγεί με ποιον τρόπο η επέκταση σε παρεμφερή νομικά μορφώματα του καθεστώτος πρόσβασης σε πληροφορίες για τους πραγματικούς δικαιούχους, η κοινοποίηση στην Επιτροπή των μορφωμάτων αυτών που προβλέπονται στο εθνικό δίκαιο και η δημοσίευσή τους υπονομεύει την πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας 2015/849, η οποία καθιερώνει μεγαλύτερη διαφάνεια του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Από την άλλη πλευρά, η εν λόγω αρχή της πρακτικής αποτελεσματικότητας πρέπει να διέπει την ερμηνεία των διατάξεων της οδηγίας αυτής.
37. Κατά συνέπεια, προτείνω στο αιτούν δικαστήριο να δοθεί η απάντηση ότι από την εξέταση του πέμπτου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C‑685/24 δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος του άρθρου 31, παράγραφοι 1, 2 και 10, της οδηγίας 2015/849.
Β. Επί των τεσσάρων πρώτων προδικαστικών ερωτημάτων στην υπόθεση C‑685/24
38. Με τα ως άνω προδικαστικά ερωτήματα, τα οποία, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Δικαστήριο να διαπιστώσει αν οι καταπιστευματικές συμβάσεις που συνάπτονται από εταιρίες καταπιστευματικής διαχείρισης που διέπονται από το ιταλικό δίκαιο αποτελούν παρεμφερή νομικά μορφώματα, κατά την έννοια του άρθρου 31, παράγραφος 1, της οδηγίας 2015/849. Ειδικότερα, το δικαστήριο αυτό ζητεί να διευκρινιστεί εάν η έννοια του «παρεμφερούς νομικού μορφώματος» αναφέρεται στην ύπαρξη ενός συντονισμένου συνόλου κανόνων και αρχών ή, αντίθετα, σε μια συγκεκριμένη και ειδική συναλλαγή ή, ακόμη, σε ορισμένα είδη συναλλαγών που εκτιμώνται σύμφωνα με τα βασικά χαρακτηριστικά τους. Το εν λόγω δικαστήριο ζητεί επίσης να διευκρινιστεί αν οι κοινοποιήσεις και η δημοσίευση που προβλέπονται στο άρθρο 31, παράγραφος 10, της εν λόγω οδηγίας έχουν κανονιστική ή απλώς πληροφοριακή αξία και αν το εθνικό δικαστήριο πρέπει να εξακριβώσει αν μια κοινοποιηθείσα και δημοσιευμένη δομή μπορεί να χαρακτηριστεί ως «παρεμφερές νομικό μόρφωμα». Το ίδιο δικαστήριο διερωτάται αν η εν λόγω οδηγία αντιτίθεται στην ιταλική νομοθεσία η οποία εξομοιώνει τις καταπιστευματικές συμβάσεις που συνάπτονται από εταιρίες καταπιστευματικής διαχείρισης με παρεμφερή νομικά μορφώματα, ακόμη και αν αυτές οι καταπιστευματικές συμβάσεις υπόκεινται στον έλεγχο των εθνικών αρχών.
39. Για να δοθεί απάντηση στα ερωτήματα αυτά, είναι απαραίτητο να εξεταστούν διαδοχικά τα τέσσερα σημεία από τα οποία προήλθαν τα ερωτήματα.
40. Κατά πρώτον, η έννοια του «παρεμφερούς νομικού μορφώματος», παρά τις διάφορες πραγματικές καταστάσεις του εθνικού δικαίου που μπορεί να περιλαμβάνει, αποτελεί αυτόνομη έννοια του δικαίου της Ένωσης και, ως τέτοια, πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη όχι τον ορισμό του εθνικού δικαίου ή την άποψη της εθνικής νομικής θεωρίας, αλλά τους σκοπούς της οδηγίας 2015/849 στην οποία εντάσσεται (15).
41. Συγκεκριμένα, αφενός, όπως επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, το άρθρο 31, παράγραφος 8, της οδηγίας 2015/849, ως είχε αρχικώς, αναφερόταν στα παρεμφερή νομικά μορφώματα μόνο με τον ακόλουθο τρόπο: «[τ]α κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα μέτρα που προβλέπονται στο παρόν άρθρο να εφαρμόζονται σε άλλα είδη νομικών μορφωμάτων με δομή ή λειτουργία παρεμφερή με τα καταπιστεύματα». Κατά τον χρόνο εκείνο, η προσθήκη των εμπιστευμάτων καθώς και παρεμφερών νομικών μορφωμάτων στο πεδίο εφαρμογής της πρόσβασης σε πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους δικαιολογούνταν από τη μέριμνα για ισότητα μεταξύ των διαφόρων νομικών μορφών (16).
42. Αφετέρου, η αιτιολογική σκέψη 29 της οδηγίας 2018/843 αναφέρει σαφώς ότι είναι αναγκαίο να διευκρινιστεί ποια νομικά μορφώματα πρέπει να θεωρούνται παρεμφερή με τα εμπιστεύματα λόγω των λειτουργιών ή της δομής τους «[γ]ια να διασφαλιστεί ασφάλεια δικαίου και ισότιμοι όροι ανταγωνισμού». Σκοπός της εν λόγω υποχρέωσης διαφάνειας είναι η πρόληψη της αθέμιτης χρήσης των εν λόγω εταιρικών και άλλων νομικών οντοτήτων για σκοπούς νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Επομένως, με τις τροποποιήσεις που επήλθαν στην οδηγία 2015/849 με την οδηγία 2018/843 ορίστηκε ότι τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή «τις κατηγορίες, την περιγραφή των χαρακτηριστικών, τις επωνυμίες και, όπου αρμόζει, τη νομική βάση των εμπιστευμάτων και των παρεμφερών νομικών μορφωμάτων» και ότι η Επιτροπή δημοσιεύει στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικό ενοποιημένο κατάλογο (17). Επιπλέον, η Επιτροπή πρέπει να υποβάλει έκθεση στο Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, στην οποία πρέπει να αξιολογήσει κατά πόσον όλα τα εμπιστεύματα και παρεμφερή νομικά μορφώματα προσδιορίστηκαν και υπήχθησαν στις υποχρεώσεις εκ της οδηγίας 2015/849 και, κατά περίπτωση, πρέπει να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την ανάληψη δράσης με βάση τα πορίσματα της έκθεσης (18).
43. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι παρεμφερή νομικά μορφώματα είναι εκείνα που έχουν λειτουργίες ή δομή παρεμφερείς με τα εμπιστεύματα και ότι τα κράτη μέλη είναι τα πλέον ενδεδειγμένα να τα ταξινομήσουν σύμφωνα με τους εθνικούς τους κανόνες.
44. Κατά δεύτερον, όσον αφορά τη νομική φύση αυτού του ενοποιημένου καταλόγου που καταρτίζεται από την Επιτροπή, φρονώ ότι έχει πληροφοριακό και όχι δεσμευτικό χαρακτήρα. Η αιτιολογική σκέψη 29 της οδηγίας 2018/843 αναφέρει ότι η κοινοποίηση από τα κράτη μέλη και η δημοσίευση από την Επιτροπή πρέπει να παρέχουν στα άλλα κράτη μέλη τη δυνατότητα να προσδιορίζουν αυτά τα παρεμφερή νομικά μορφώματα. Όπως επισημαίνει η Επιτροπή στις παρατηρήσεις της, η δημοσίευση του ως άνω ενοποιημένου καταλόγου δεν λαμβάνει χώρα στο τμήμα «Νομοθεσία» της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά στο τμήμα «Ανακοινώσεις και πληροφορίες» (19).
45. Κατά τρίτον, όσον αφορά την εξομοίωση των καταπιστευματικών συμβάσεων, που συνάπτονται μεταξύ εταιριών καταπιστευματικής διαχείρισης και εμπιστευμάτων, με παρεμφερή νομικά μορφώματα, το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι, σύμφωνα με το ιταλικό δίκαιο, οι καταπιστευματικές αυτές συμβάσεις μπορούν να εξομοιωθούν με τα εμπιστεύματα που είναι γνωστά ως «γερμανικά», δηλαδή χωρίς μεταβίβαση της κυριότητας. Ωστόσο, πρέπει να υπομνησθεί ότι τα εμπιστεύματα δεν ορίζονται στην οδηγία 2015/849 και ότι οι μηχανισμοί αυτοί διέπονται μόνον από το εθνικό δίκαιο τριών κρατών μελών και αναγνωρίζονται μόνο στο έδαφος τριών άλλων κρατών μελών βάσει των διατάξεων της Σύμβασης για το εφαρμοστέο δίκαιο στα εμπιστεύματα και την αναγνώρισή τους, η οποία υπογράφηκε την 1η Ιουλίου 1985 στο πλαίσιο της Συνδιάσκεψης της Χάγης για το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο (20). Επομένως, είναι δυνατόν να ληφθεί υπόψη ο ορισμός που υιοθετήθηκε στην εν λόγω Σύμβαση, προκειμένου να εκτιμηθεί με ποιες δομές ή λειτουργίες πρέπει να είναι παρεμφερή τα εθνικά νομικά μορφώματα.
46. Το άρθρο 2 της εν λόγω Σύμβασης ορίζει ότι «ως “εμπίστευμα” νοούνται οι έννομες σχέσεις που δημιουργούνται από ένα πρόσωπο, τον εμπιστευματοπάροχο, με πράξη εν ζωή ή αιτία θανάτου, όταν περιουσιακά στοιχεία τίθενται υπό τον έλεγχο εμπιστευματοδόχου προς όφελος δικαιούχου ή για συγκεκριμένο σκοπό». Η διάταξη αυτή προσθέτει ότι το εμπίστευμα έχει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: τα περιουσιακά στοιχεία του εμπιστεύματος δεν αποτελούν μέρος της περιουσίας του εμπιστευματοδόχου, τα περιουσιακά στοιχεία του εμπιστεύματος τηρούνται στο όνομα του εμπιστευματοδόχου ή στο όνομα άλλου προσώπου για λογαριασμό του τελευταίου, ο εμπιστευματοδόχος πρέπει να διοικεί, να διαχειρίζεται ή να διαθέτει τα περιουσιακά στοιχεία σύμφωνα με τους όρους του εμπιστεύματος.
47. Ως εκ τούτου, η μεταβίβαση της κυριότητας στον υπό στενή έννοια εμπιστευματοδόχο δεν είναι υποχρεωτική, αλλά, από την άλλη πλευρά, το γεγονός ότι ο εμπιστευματοδόχος ή πρόσωπο που ενεργεί για λογαριασμό του κατονομάζεται στον σχετικό με τα περιουσιακά στοιχεία τίτλο είναι χαρακτηριστικό του εμπιστεύματος. Ωστόσο, ακριβώς αυτή η λειτουργία του εμπιστεύματος δικαιολογεί την παροχή πρόσβασης σε πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους ενός τέτοιου εμπιστεύματος, προκειμένου να αποτραπεί η διάπραξη αδικημάτων που σχετίζονται με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Επομένως, αυτή η λειτουργία απόκρυψης του πραγματικού δικαιούχου συμβάλλει στην ομοιότητα με τα εμπιστεύματα που πρέπει να αναλύσει το αιτούν δικαστήριο.
48. Ως εκ τούτου, δεδομένου ότι οι καταπιστευματικές συμβάσεις συνεπάγονται την περιέλευση ενός περιουσιακού στοιχείου στο όνομα άλλου προσώπου κατά το αιτούν δικαστήριο, φρονώ ότι αυτό το πρόσωπο του οποίου το όνομα εμφανίζεται στον τίτλο που αφορά το περιουσιακό στοιχείο φαίνεται να είναι ο κύριος έναντι τρίτων. Κατά συνέπεια, η ταυτότητα του πραγματικού δικαιούχου δεν είναι προσβάσιμη σε τρίτους με την πρώτη ματιά. Αυτή η έλλειψη διαφάνειας για τον πραγματικό δικαιούχο είναι παρόμοια με εκείνη που υπάρχει για τα εμπιστεύματα και, ως εκ τούτου, η καταπιστευματική σύμβαση που συνάπτεται από εταιρία καταπιστευματικής διαχείρισης μπορεί να θεωρηθεί ως παρεμφερές νομικό μόρφωμα.
49. Κατά τέταρτον, οι εκκαλούσες αμφισβητούν την επιλογή των ιταλικών αρχών να κοινοποιήσουν τις καταπιστευματικές συμβάσεις ως παρεμφερή νομικά μορφώματα, λόγω του ότι η υπαγωγή τους στο καθεστώς που θεσπίζει το άρθρο 31 της οδηγίας 2015/849 θα ήταν δυσανάλογη σε σχέση με το σύνολο των υποχρεώσεων που ήδη βαρύνουν τις εν λόγω συμβάσεις βάσει του εθνικού δικαίου. Το αιτούν δικαστήριο παρέθεσε τις διαφορές που υφίστανται μεταξύ κάθε υποχρέωσης που ανέφεραν οι εκκαλούσες και του καθεστώτος που θεσπίστηκε με το εν λόγω άρθρο 31 καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι το καθεστώς αυτό είναι αυστηρότερο από τις προϋφιστάμενες εθνικές υποχρεώσεις, στον βαθμό που προβλέπει, μεταξύ άλλων, μεγαλύτερη διαφάνεια μέσω της πρόσβασης σε πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους. Πράγματι, εάν οι υποχρεώσεις ταυτίζονταν, οι εκκαλούσες δεν θα αμφισβητούσαν την ως άνω εξομοίωση των καταπιστευματικών συμβάσεων προς τα εμπιστεύματα. Επιπλέον, κάθε ρύθμιση επιδιώκει τους δικούς της σκοπούς, η δε υπαγωγή σε μια ρύθμιση δεν αποκλείει την υπαγωγή σε νέα ρύθμιση που επιδιώκει άλλο σκοπό ενδεχομένως με άλλα μέσα.
50. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το άρθρο 31, παράγραφοι 1, 2 και 10, της οδηγίας 2015/849 έχει, κατά τη γνώμη μου, την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία περιλαμβάνει, μεταξύ των παρεμφερών νομικών μορφωμάτων, τις καταπιστευματικές συμβάσεις που συνάπτονται από εταιρίες καταπιστευματικής διαχείρισης ως είδη οικονομικών και νομικών συναλλαγών που εκτιμώνται βάσει των ουσιωδών χαρακτηριστικών τους, εφόσον η δομή και οι λειτουργίες τους έχουν ως αποτέλεσμα να περιέλθει το περιουσιακό στοιχείο στο όνομα άλλου προσώπου, όπερ εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει. Το γεγονός ότι οι καταπιστευματικές συμβάσεις που συνάπτονται από εταιρίες καταπιστευματικής διαχείρισης υπόκεινται σε υποχρεώσεις και εποπτεία από τις εθνικές αρχές δεν ασκεί συναφώς επιρροή.
Γ. Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C‑684/24 και επί του έκτου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C‑685/24
51. Με τα δύο αυτά προδικαστικά ερωτήματα, τα οποία, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Δικαστήριο να εξεταστεί το κύρος του άρθρου 31, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2015/849, υπό το πρίσμα των άρθρων 7 και 8 του Χάρτη, τα οποία διασφαλίζουν το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής και το δικαίωμα προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και να ερμηνευθεί η πρώτη από τις διατάξεις αυτές, προκειμένου να διαπιστωθεί αν αντιτίθεται στις εθνικές διατάξεις περί μεταφοράς της στο εθνικό δίκαιο, οι οποίες προβλέπουν τον ορισμό του εννόμου συμφέροντος στην ιταλική έννομη τάξη.
52. Όσον αφορά το κύρος της ως άνω διάταξης, μπορούν να αντληθούν ορισμένα διδάγματα από την απόφαση Luxembourg Business Registers η οποία κήρυξε άκυρη, υπό το πρίσμα των άρθρων 7 και 8 του Χάρτη, τη διάταξη που καθιέρωσε την πρόσβαση, σε όλες τις περιπτώσεις, σε οποιοδήποτε μέλος του ευρύτερου κοινού όσον αφορά πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους εταιριών και άλλων νομικών οντοτήτων (21). Με την εν λόγω απόφαση, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι η πρόσβαση αυτή συνιστά σοβαρή επέμβαση στα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη (22).
53. Εξάλλου, όσον αφορά τη δικαιολόγηση της επέμβασης που απορρέει από την εν λόγω πρόσβαση του ευρύτερου κοινού στις πληροφορίες αυτές, το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη θέτει τέσσερις προϋποθέσεις για τον περιορισμό της άσκησης των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Ο περιορισμός αυτός πρέπει να προβλέπεται από τον νόμο, να σέβεται το βασικό περιεχόμενο των εν λόγω δικαιωμάτων και, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, να είναι αναγκαίος και να ανταποκρίνεται πραγματικά σε αναγνωριζόμενους από την Ένωση σκοπούς γενικού συμφέροντος (23).
54. Με την απόφαση Luxembourg Business Registers, το Δικαστήριο έκρινε ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 52, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του Χάρτη, όσον αφορά την τήρηση της αρχής της νομιμότητας (24) καθώς και τον σεβασμό του βασικού περιεχομένου των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη (25). Διαπίστωσε επίσης ότι ο σκοπός αυτής της επέμβασης, που συνίσταται στην πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, με τη δημιουργία, μέσω ενισχυμένης διαφάνειας, ενός περιβάλλοντος που είναι λιγότερο πιθανό να χρησιμοποιηθεί για τους σκοπούς αυτούς, συνιστά σκοπό γενικού συμφέροντος δυνάμενο να δικαιολογήσει ακόμη και σοβαρές επεμβάσεις στα ως άνω θεμελιώδη δικαιώματα (26).
55. Όσον αφορά την τελευταία προϋπόθεση, δηλαδή τον κατάλληλο, αναγκαίο και αναλογικό χαρακτήρα της επίμαχης επέμβασης, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η πρόσβαση του ευρύτερου κοινού σε πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους είναι ικανή να συμβάλει στην επίτευξη του σκοπού γενικού συμφέροντος της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας (27).
56. Απεναντίας, όσον αφορά τον αναγκαίο και αναλογικό χαρακτήρα της επέμβασης, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν πληρούνταν στην περίπτωση της πρόσβασης του ευρύτερου κοινού σε πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους.
57. Πράγματι, πρώτον, η διεύρυνση της πρόσβασης σε αυτές τις πληροφορίες διά της αντικατάστασης της πρόσβασης που επιφυλάσσεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο ή οργανισμό που μπορεί να αποδείξει έννομο συμφέρον με την πρόσβαση στο ευρύ κοινό, λόγω της δυσκολίας να οριστεί αυτό το έννομο συμφέρον, δεν ανταποκρίνεται, σύμφωνα με το Δικαστήριο, στον απολύτως αναγκαίο χαρακτήρα της επέμβασης (28). Δεύτερον, όσον αφορά τον αναλογικό χαρακτήρα της επέμβασης, το Δικαστήριο έκρινε, αφενός, ότι υπήρχε έλλειψη ακρίβειας και προσδιορισμού των δεδομένων που θα μπορούσαν να τεθούν στη διάθεση του ευρύτερου κοινού, δεδομένου ότι οι ελάχιστες πληροφορίες που έπρεπε να διατεθούν απαριθμούνταν κατά τρόπο μη εξαντλητικό (29). Αφετέρου, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η στάθμιση της σοβαρότητας της επέμβασης με τη σημασία του σκοπού γενικού συμφέροντος δεν ήταν ικανοποιητική, δεδομένου ότι η καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας αποτελεί πρωτίστως έργο των δημόσιων αρχών, η δε σοβαρότερη αυτή επέμβαση συνεπεία του ανοίγματος στο ευρύ κοινό της πρόσβασης σε πληροφορίες δεν αντισταθμίστηκε από τα οφέλη που θα μπορούσαν ενδεχομένως να προκύψουν από τη μεταρρύθμιση αυτή σε σύγκριση με το προηγούμενο καθεστώς (30).
58. Μολονότι το Δικαστήριο ακύρωσε τη διάταξη που παρέχει στο ευρύ κοινό πρόσβαση στις πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους, φρονώ ότι η συλλογιστική του Δικαστηρίου που εκτέθηκε ανωτέρω μπορεί να οδηγήσει σε λύση αντίθετη από εκείνη που έγινε δεκτή στην απόφαση Luxembourg Business Registers κατά την εκτίμηση του κύρους του άρθρου 31, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2015/849, το οποίο προβλέπει την πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους εμπιστευμάτων ή παρεμφερών νομικών μορφωμάτων για φυσικά ή νομικά πρόσωπα που μπορούν να αποδείξουν έννομο συμφέρον.
59. Πράγματι, κατά πρώτον, υπάρχουν διαφορές μεταξύ των δύο μηχανισμών πρόσβασης σε πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους που προβλέπονται στα άρθρα 30 και 31 της οδηγίας 2015/849.
60. Η πρώτη διαφορά έγκειται στο περιεχόμενο των βασικών πληροφοριών. Ενώ το άρθρο 30, παράγραφος 5, δεύτερο εδάφιο, της εν λόγω οδηγίας περιλαμβάνει μη εξαντλητικό κατάλογο των πληροφοριών που πρέπει να διατίθενται, το άρθρο 31, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας θεσπίζει εξαντλητικό κατάλογο των πληροφοριών στις οποίες έχουν πρόσβαση τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 31, παράγραφος 4, στοιχεία γʹ και δʹ. Ο εξαντλητικός χαρακτήρας του καταλόγου συμβάλλει, κατά τη γνώμη μου, στον αρκούντως ακριβή ορισμό και ταυτοποίηση των δεδομένων που είναι προσβάσιμα –ιδίως σε οποιονδήποτε αποδεικνύει έννομο συμφέρον– και πληροί τις απαιτήσεις σαφήνειας και ακρίβειας που έχει θέσει το Δικαστήριο (31). Το γεγονός ότι το περιθώριο εκτιμήσεως των κρατών μελών που επιθυμούν να παράσχουν πρόσβαση σε επιπρόσθετες πληροφορίες οριοθετείται από τη διευκρίνιση, στο επόμενο εδάφιο, ότι, στην περίπτωση αυτή, οι εν λόγω επιπρόσθετες πληροφορίες πρέπει να περιλαμβάνουν «τουλάχιστον την ημερομηνία γέννησης ή στοιχεία επικοινωνίας σύμφωνα με τους κανόνες προστασίας δεδομένων» (32) ενδείκνυται επίσης περισσότερο για τον ορισμό και την ταυτοποίηση του είδους αυτών των επιπρόσθετων πληροφοριών.
61. Η δεύτερη διαφορά σε σχέση με την κατάσταση που εκτίμησε το Δικαστήριο στην απόφαση Luxembourg Business Registers αφορά την απαίτηση απόδειξης εννόμου συμφέροντος εκ μέρους του αιτούντος πρόσβαση σε πληροφορίες, έννοια της οποίας το περίγραμμα δεν ορίζεται στην οδηγία 2015/849.
62. Κατά δεύτερον, όσον αφορά το κύρος και την ερμηνεία της έννοιας του «εννόμου συμφέροντος», που προβλέπεται στο άρθρο 31, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2015/849, θα ήθελα να υπενθυμίσω τρία στοιχεία.
63. Κατ’ αρχάς, η ασυμβατότητα μιας έννοιας με τα θεμελιώδη δικαιώματα που μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση του νομοθετήματος που την καθιερώνει μπορεί να διαπιστωθεί μόνον εάν η έννοια αυτή δεν μπορεί να ερμηνευθεί κατά τρόπο συνάδοντα με τον σεβασμό των δικαιωμάτων αυτών (33). Ειδικότερα, η έννοια του «εννόμου συμφέροντος» μπορεί να ερμηνευθεί σύμφωνα με τα θεμελιώδη δικαιώματα, σε αντίθεση με την έννοια του «ευρέος κοινού», η οποία αναφέρεται σε κάθε πρόσωπο αδιακρίτως. Περαιτέρω, όπως υπομνήσθηκε προηγουμένως, το Δικαστήριο έχει κρίνει μεν ότι η αναγκαία για τη δικαιολόγηση επέμβασης τήρηση της αρχής της νομιμότητας συνεπάγεται ότι η πράξη που θεσπίζει τον περιορισμό άσκησης του θεμελιώδους δικαιώματος πρέπει να προβλέπει και την έκταση του περιορισμού αυτού, πλην όμως δεν αποκλείει η διατύπωση του εν λόγω περιορισμού να γίνεται με αρκούντως ευρείς όρους ώστε να μπορεί να προσαρμόζεται σε διαφορετικές περιπτώσεις καθώς και στις μεταβολές των καταστάσεων. Τέλος, το συγκεκριμένο περιεχόμενο του περιορισμού μπορεί να προσδιοριστεί μέσω της ερμηνείας του από το Δικαστήριο με γνώμονα τόσο τους ίδιους τους όρους της επίμαχης ρύθμισης της Ένωσης όσο και την όλη οικονομία της και τους σκοπούς τους οποίους επιδιώκει, όπως έχουν ερμηνευθεί υπό το πρίσμα των θεμελιωδών δικαιωμάτων (34).
64. Φρονώ ότι, εν προκειμένω, μολονότι η γραμματική ερμηνεία της έννοιας του «εννόμου συμφέροντος», πέραν οποιασδήποτε άλλης εξειδίκευσης, δεν καθιστά δυνατή την παροχή σαφούς περιεχομένου στην έννοια αυτή, η οποία είναι κατ’ ανάγκην υποκειμενική, εντούτοις, η γενική οικονομία και οι σκοποί της οδηγίας 2015/849 καθιστούν δυνατή την οριοθέτηση του περιεχομένου της έννοιας αυτής.
65. Αφενός, ο σκοπός της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας μέσω της ενίσχυσης της διαφάνειας, ο οποίος έχει αναγνωριστεί από το Δικαστήριο ως σκοπός δυνάμενος να δικαιολογήσει ακόμη και σοβαρές επεμβάσεις στο πλαίσιο της πρόσβασης στις πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους (35), πρέπει να διέπει την ερμηνεία της έννοιας του «εννόμου συμφέροντος».
66. Αφετέρου, η ερμηνεία μπορεί να αποσαφηνιστεί από τις αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας 2018/843. Συναφώς, το Δικαστήριο συνήγαγε από την αιτιολογική σκέψη 30 της οδηγίας αυτής ότι ο Τύπος και οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών που συνδέονται με την ως άνω καταπολέμηση έχουν έννομο συμφέρον να αποκτούν πρόσβαση σε αυτές τις πληροφορίες, όπως επίσης τα πρόσωπα που επιθυμούν να γνωρίζουν τους πραγματικούς δικαιούχους του δυνητικού αντισυμβαλλόμενου τους (36). Η δε αιτιολογική σκέψη 42 της εν λόγω οδηγίας διευκρινίζει ότι το έννομο συμφέρον δεν πρέπει να περιορίζεται «σε υποθέσεις εκκρεμών διοικητικών ή νομικών διαδικασιών» και θα πρέπει να επιτρέπει «να λαμβάνεται υπόψη η προληπτική δράση στον τομέα της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, της καταπολέμησης της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και των συναφών βασικών αδικημάτων, η οποία αναλαμβάνεται από μη κυβερνητικές οργανώσεις και ερευνητικούς δημοσιογράφους, κατά περίπτωση».
67. Επομένως, όταν ένα πρόσωπο επιθυμεί να έχει πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους εμπιστευμάτων, πρέπει να αποδείξει το έννομο συμφέρον του όσον αφορά τον σκοπό της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Η ερμηνεία αυτή συνάδει με τον σεβασμό των δικαιωμάτων που προστατεύονται από τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη.
68. Επιπλέον, δεδομένου ότι το επίμαχο νομοθέτημα είναι οδηγία, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι οι διατάξεις των οδηγιών είναι σχετικώς γενικής φύσεως, διότι πρέπει να έχουν εφαρμογή σε μεγάλο αριθμό ποικίλων καταστάσεων που μπορούν να εμφανιστούν στο σύνολο των κρατών μελών, και ότι περιλαμβάνουν ευλόγως κανόνες που αφήνουν στα κράτη μέλη ένα αναγκαίο περιθώριο εκτιμήσεως για να καθορίζουν μέτρα μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο τα οποία μπορούν να προσαρμοστούν στις διάφορες καταστάσεις που μπορεί να ανακύψουν (37). Προσέθεσε δε ότι, κατά τη μεταφορά των οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο, τα κράτη μέλη οφείλουν να μεριμνούν ώστε να βασίζονται σε ερμηνεία των οδηγιών αυτών που καθιστά δυνατή τη διασφάλιση της ορθής ισορροπίας μεταξύ των διαφόρων θεμελιωδών δικαιωμάτων που προστατεύει η έννομη τάξη της Ένωσης (38). Ως εκ τούτου, το γεγονός ότι επαφίεται στα κράτη μέλη να καθορίσουν το έννομο συμφέρον χωρίς να ορίζεται το περίγραμμά του στην οδηγία 2015/849 δεν τους αφήνει απεριόριστο περιθώριο εκτιμήσεως: τα κράτη μέλη πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τον σκοπό της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας (39).
69. Η υποχρέωση ερμηνείας σύμφωνα με τον σκοπό αυτό επιβάλλεται επίσης στα κράτη μέλη στο πλαίσιο της μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο της οδηγίας 2015/849. Αφ’ εαυτής, η διατύπωση του ορισμού που υιοθέτησε η ιταλική νομοθεσία φρονώ ότι δεν δημιουργεί δυσχέρειες ως προς το ζήτημα αυτό, δεδομένου ότι η πρόσβαση σε πληροφορίες επιτρέπεται σε ιδιώτες, συμπεριλαμβανομένων των φορέων συλλογικών συμφερόντων οι οποίοι έχουν σχετικό και διακριτό έννομο συμφέρον, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η γνώση του πραγματικού δικαιούχου είναι αναγκαία για την προστασία ή την προάσπιση συμφέροντος το οποίο αντιστοιχεί σε κατάσταση που τυγχάνει έννομης προστασίας, εφόσον οι ιδιώτες αυτοί διαθέτουν συγκεκριμένες και τεκμηριωμένες αποδείξεις της αναντιστοιχίας μεταξύ πραγματικού και νόμιμου δικαιούχου, με τη διευκρίνιση ότι το συμφέρον πρέπει να είναι άμεσο, συγκεκριμένο και ενεστώς και, στην περίπτωση οντοτήτων που εκπροσωπούν συλλογικά συμφέροντα, να μη συμπίπτει με το συμφέρον ιδιωτών που ανήκουν στην εκπροσωπούμενη κατηγορία (40). Ο ορισμός αυτός, ο οποίος αποσκοπεί στη διευκρίνιση της έννοιας του «εννόμου συμφέροντος», καταλείπει διακριτική ευχέρεια στις αρχές που πρέπει να τον εφαρμόζουν κατά περίπτωση.
70. Ωστόσο, ούτε οι αρχές αυτές διαθέτουν απεριόριστη ελευθερία κατά την εκτίμηση του εννόμου συμφέροντος που προβάλλεται από το πρόσωπο που επιθυμεί την πρόσβαση στις πληροφορίες. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, κατά την εφαρμογή των μέτρων μεταφοράς μιας οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, οι αρχές και τα δικαστήρια των κρατών μελών οφείλουν όχι μόνο να ερμηνεύουν το εθνικό τους δίκαιο κατά τρόπο σύμφωνο προς την οδηγία αυτή, αλλά και να μεριμνούν ώστε να μη βασίζονται σε ερμηνεία της οδηγίας που θα μπορούσε να έλθει σε σύγκρουση με τα θεμελιώδη δικαιώματα που προστατεύει η έννομη τάξη της Ένωσης ή με τις λοιπές γενικές αρχές που αναγνωρίζει η εν λόγω έννομη τάξη (41). Ως εκ τούτου, οι εν λόγω αρχές πρέπει να ερμηνεύουν την έννοια του «εννόμου συμφέροντος» κατά τρόπο που να διασφαλίζει δίκαιη ισορροπία μεταξύ του σκοπού της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, αφενός, και των δικαιωμάτων που προστατεύονται από τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη, αφετέρου. Επομένως, οι αρχές αυτές δεν μπορούν να αρνούνται συστηματικά την πρόσβαση σε πληροφορίες ούτε, αντιστρόφως, να αποδέχονται οπωσδήποτε τα αιτήματα πρόσβασης.
71. Εν πάση περιπτώσει, υπενθυμίζω ότι, στον τομέα της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ως προς την προϋπόθεση ότι πρέπει τα συμφέροντα ή οι θεμελιώδεις ελευθερίες και δικαιώματα του υποκειμένου των δεδομένων να μην υπερισχύουν του εννόμου συμφέροντος του υπευθύνου επεξεργασίας ή τρίτου, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι απαιτείται στάθμιση των αντιπαρατιθέμενων δικαιωμάτων και συμφερόντων η οποία εξαρτάται, κατ’ αρχήν, από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε περίπτωσης και, κατά συνέπεια, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να προβεί στην εν λόγω στάθμιση λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές αυτές περιστάσεις (42). Αυτή η απαίτηση στάθμισης βαρύνει επίσης τις αρχές που είναι αρμόδιες για τα μητρώα των πραγματικών δικαιούχων.
72. Εν κατακλείδι, φρονώ ότι το άρθρο 31, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2015/849, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα των άρθρων 7, 8 και 52 του Χάρτη, έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση που επιτρέπει την πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους παρεμφερών νομικών μορφωμάτων σε ιδιώτες, συμπεριλαμβανομένων των φορέων συλλογικών συμφερόντων με σχετικό και διακριτό έννομο συμφέρον, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η γνώση του πραγματικού δικαιούχου είναι αναγκαία για την προστασία ή την προάσπιση συμφέροντος που αντιστοιχεί σε κατάσταση τυγχάνουσα έννομης προστασίας, εφόσον οι ιδιώτες αυτοί διαθέτουν συγκεκριμένες και τεκμηριωμένες αποδείξεις της αναντιστοιχίας μεταξύ πραγματικού και νόμιμου δικαιούχου και εφόσον βάσει της συγκεκριμένης ρύθμισης απαιτείται επιπλέον το συμφέρον να είναι άμεσο, συγκεκριμένο και ενεστώς και, στην περίπτωση οντοτήτων που εκπροσωπούν συλλογικά συμφέροντα, να μη συμπίπτει με το συμφέρον ιδιωτών που ανήκουν στην εκπροσωπούμενη κατηγορία.
Δ. Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C‑684/24
73. Με το ως άνω προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 31, παράγραφος 7α, της οδηγίας 2015/849, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 47 του Χάρτη, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία απονέμει σε μη δικαιοδοτικό διοικητικό όργανο την εξουσία να αποφαίνεται επί της δημοσιοποίησης δεδομένων που αφορούν τον πραγματικό δικαιούχο, με παράλληλη πρόβλεψη ενδίκου βοηθήματος μετά τη δημοσιοποίηση αυτή.
74. Το άρθρο 31, παράγραφος 7α, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2015/849 ορίζει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίζουν εξαιρετικές περιστάσεις υπό τις οποίες η πρόσβαση ορισμένων κατηγοριών αιτούντων (43) σε πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο θα εξέθετε τον τελευταίο σε δυσανάλογο κίνδυνο, γεγονός που δικαιολογεί κατά περίπτωση εξαίρεση από την πρόσβαση στο σύνολο ή σε μέρος αυτών των πληροφοριών. Η εν λόγω οδηγία προσθέτει ότι η εξαίρεση αυτή πρέπει να χορηγείται κατόπιν λεπτομερούς αξιολόγησης της εξαιρετικής φύσεως των περιστάσεων. Διευκρινίζει δε ότι διασφαλίζεται το δικαίωμα διοικητικής επανεξέτασης της απόφασης περί εξαίρεσης και το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προσφυγής.
75. Οι εκκαλούσες θεωρούν ότι το ιταλικό δίκαιο, με την πρόβλεψη της εκτιμήσεως εξαιρετικών περιστάσεων από το κατά τόπον αρμόδιο εμπορικό επιμελητήριο, χωρίς ένδικο βοήθημα πριν από τη δημοσιοποίηση των πληροφοριών, αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 31, παράγραφος 7α, της οδηγίας 2015/849.
76. Υπενθυμίζω, αφενός, ότι ο πραγματικός δικαιούχος πρέπει να ενημερώνεται για τα δικαιώματά του όσον αφορά την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (44). Αφετέρου, το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προσφυγής που προστατεύεται από το άρθρο 47 του Χάρτη δεν απαιτεί να λαμβάνεται από δικαιοδοτικό όργανο απόφαση όπως αυτή της εκτιμήσεως του κατά πόσον ο πραγματικός δικαιούχος πληροί τις προϋποθέσεις για να τύχει εξαίρεσης από την πρόσβαση στις πληροφορίες που τον αφορούν. Από την άλλη πλευρά, το εν λόγω άρθρο απαιτεί να υπόκειται η απόφαση μιας αρχής, η οποία, αυτή καθεαυτήν, δεν πληροί τις προϋποθέσεις που επιβάλλει το άρθρο 47, σε μεταγενέστερο έλεγχο από δικαιοδοτικό όργανο το οποίο έχει, μεταξύ άλλων, την αρμοδιότητα να εξετάσει όλα τα κρίσιμα ζητήματα (45). Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ο εθνικός δικαστής ο οποίος έχει επιληφθεί διαφοράς διεπόμενης από το δίκαιο της Ένωσης πρέπει να μπορεί να διατάξει προσωρινά μέτρα για να διασφαλίσει την πλήρη αποτελεσματικότητα της δικαστικής απόφασης που πρόκειται να εκδοθεί σχετικά με την ύπαρξη και την έκταση των δικαιωμάτων των οποίων γίνεται επίκληση βάσει του δικαίου της Ένωσης (46). Το άρθρο 31, παράγραφος 7α, της οδηγίας 2015/849 πρέπει να ερμηνευθεί υπό το πρίσμα των αρχών αυτών.
77. Κατά πρώτον, είναι σκόπιμο να διερευνηθεί το αντικείμενο της ανάλυσης «κατά περίπτωση» που προβλέπεται από το κείμενο αυτό, δηλαδή η ανάλυση της εξαίρεσης που ζητεί ο πραγματικός δικαιούχος, κατά τρόπο γενικό ή συγκεκριμένο, ή η ανάλυση της αίτησης πρόσβασης στις πληροφορίες του.
78. Πρώτον, η γραμματική ερμηνεία της φράσης «τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν κατά περίπτωση εξαίρεση από την πρόσβαση στο σύνολο ή σε μέρος των πληροφοριών σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο» καταλείπει αμφιβολίες μεταξύ των διαφόρων δυνατοτήτων. Ωστόσο, το περιεχόμενο του άρθρου 31, παράγραφος 7α, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2015/849, στο οποίο παρεμβάλλεται η φράση αυτή, μπορεί να αποσαφηνίσει τη φύση της επιλογής του νομοθέτη της Ένωσης. Πράγματι, το εδάφιο αυτό αναφέρεται μόνο στην εξαίρεση υπέρ του πραγματικού δικαιούχου: εξαιρετικές περιστάσεις που επιτρέπουν τη χορήγηση της εξαίρεσης· λεπτομερής αξιολόγηση του εξαιρετικού χαρακτήρα αυτών των περιστάσεων· δικαίωμα διοικητικής επανεξέτασης της απόφασης εξαίρεσης. Το ίδιο ισχύει και για τα λοιπά εδάφια της ως άνω παραγράφου 7α. Φρονώ, επομένως, ότι το ζήτημα της πρόσβασης σε πληροφορίες και της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας των δικαιωμάτων του αιτούντος στον οποίο δεν επετράπη η πρόσβαση δεν εξετάζεται στην εν λόγω παράγραφο 7α (47), πράγμα που δεν σημαίνει ότι ο αιτών αυτός δεν έχει δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προσφυγής στο παρόν στάδιο εξέλιξης του δικαίου (48).
79. Δεύτερον, τίθεται το ζήτημα αν η κατά περίπτωση εκτίμηση των εξαιρετικών περιστάσεων αφορά κάθε πραγματικό δικαιούχο, είτε υπάρχει αίτηση πρόσβασης είτε όχι, ή αν η αξιολόγηση αυτή αφορά κάθε αίτηση πρόσβασης στις πληροφορίες του πραγματικού δικαιούχου ανάλογα με τον αιτούντα. Όπως επισήμανε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η Επιτροπή, η εξαίρεση που αφορά ανηλίκους ή πρόσωπα ανίκανα για δικαιοπραξία δεν αξιολογείται διαφορετικά ανάλογα με τον αιτούντα πρόσβαση. Εξ αυτού συνάγω ότι η κατά περίπτωση αξιολόγηση αφορά τους κινδύνους που διατρέχει ο πραγματικός δικαιούχος εν γένει και όχι σε σχέση με τον αιτούντα πρόσβαση.
80. Κατά δεύτερον, το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται από τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να προστατευθούν τα θεμελιώδη δικαιώματα του πραγματικού δικαιούχου στο πλαίσιο της αποτελεσματικής δικαστικής προσφυγής του κατά απόφασης με την οποία δεν του χορηγείται εξαίρεση. Εάν η κατά περίπτωση εξέταση αφορά το πρόσωπο του πραγματικού δικαιούχου, η δικαστική προσφυγή του τελευταίου κατά τέτοιας απόφασης περί μη χορήγησης εξαίρεσης μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσωρινών μέτρων προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι πληροφορίες που τον αφορούν δεν θα κοινοποιηθούν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Επιπλέον, ακόμη και αν δεν διαταχθούν τα προσωρινά μέτρα, δεν είναι βέβαιο ότι θα ζητηθεί πρόσβαση κατά τη διάρκεια της ένδικης διαδικασίας. Εξάλλου, εάν ο αιτών αμφισβητούσε την άρνηση πρόσβασης, η διαδικασία θα μπορούσε να διεξαχθεί χωρίς να ειδοποιηθεί ο πραγματικός δικαιούχος, δεδομένου ότι η διαδικασία θα αφορούσε μόνον το κατά πόσον ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις πρόσβασης στις πληροφορίες, η δε απουσία εξαίρεσης θα κρινόταν, εάν ήταν απαραίτητο, στο πλαίσιο άλλης διαδικασίας.
81. Από την άλλη πλευρά, εάν η κατά περίπτωση εξέταση εστιαζόταν στον κίνδυνο που ανακύπτει από συγκεκριμένη αίτηση πρόσβασης, εκτιμώ ότι το ένδικο βοήθημα που ασκείται είτε από τον πραγματικό δικαιούχο είτε από τον αιτούντα δεν μπορεί, εκ των προτέρων, να συμβιβάσει τα επίμαχα αντικρουόμενα συμφέροντα. Πράγματι, εάν η αναλογικότητα εκτιμάται στο πλαίσιο συγκεκριμένης αίτησης πρόσβασης, τόσο ο πραγματικός δικαιούχος όσο και ο αιτών πρόσβαση πρέπει να μπορούν να προβάλουν επιχειρήματα ως προς την αναλογικότητα, όπερ απαιτεί γνώση της ταυτότητας του άλλου μέρους και τους κινδύνους ή το έννομο συμφέρον που επικαλείται, ανάλογα με την περίπτωση, χωρίς τα προσωρινά μέτρα αναστολής της πρόσβασης να μπορούν να αντισταθμίσουν το μειονέκτημα αυτό, δεδομένου ότι η αποκάλυψη της ταυτότητας του πραγματικού δικαιούχου και του αιτούντος πρόσβαση θα λάμβανε χώρα στο πλαίσιο της διαδικασίας. Ως εκ τούτου, φρονώ ότι υπονομεύονται πλείονες σκοποί της οδηγίας 2015/849. Αφενός, ο πραγματικός δικαιούχος θα ενημερωνόταν για το αίτημα πρόσβασης, αντιθέτως προς όσα αναφέρονται στο άρθρο 30, παράγραφος 6, πρώτο εδάφιο, της εν λόγω οδηγίας, προκειμένου να προστατευθεί ο αιτών από ενδεχόμενες πιέσεις ή αντίποινα από τον πραγματικό δικαιούχο (49). Αφετέρου, αποκαλύπτεται η ταυτότητα του πραγματικού δικαιούχου, ενώ, μετά το πέρας της διαδικασίας, μπορεί να του χορηγηθεί το ευεργέτημα της εξαίρεσης.
82. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή εξήγησε ότι μόνο η ιταλική νομοθεσία προβλέπει την προηγούμενη ενημέρωση του πραγματικού δικαιούχου που έχει δηλώσει ότι τελεί υπό εξαιρετικές περιστάσεις που επιτρέπουν εξαίρεση, προκειμένου να του παρασχεθεί η δυνατότητα να υποβάλει αιτιολογημένη ένσταση. Το κατά τόπον αρμόδιο εμπορικό επιμελητήριο έχει την εξουσία να αξιολογεί αυτές τις εξαιρετικές περιστάσεις, λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του προβαλλόμενου κινδύνου και του συμφέροντος πρόσβασης (50).
83. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, μολονότι είναι δυνατόν να ανατεθεί σε μη δικαιοδοτικό όργανο, όπως το εμπορικό επιμελητήριο, η εξουσία εκτιμήσεως των εξαιρετικών περιστάσεων που μπορούν να δικαιολογήσουν εξαίρεση από την πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους, ωστόσο τούτο επιτρέπεται μόνον υπό την προϋπόθεση ότι παρέχεται αποτελεσματική δικαστική προσφυγή, ακόμη και μετά την απόφαση του οργάνου αυτού, στον πραγματικό δικαιούχο, σε περίπτωση απόρριψης της αίτησής του για εξαίρεση, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας, εάν είναι αναγκαίο, προστασίας των δικαιωμάτων του εν λόγω πραγματικού δικαιούχου κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, μεταξύ άλλων, μέσω προσωρινών μέτρων. Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει αν η ιταλική νομοθεσία, η οποία επιτρέπει στο κατά τόπον αρμόδιο εμπορικό επιμελητήριο να αποφαίνεται με την ίδια απόφαση επί των ζητημάτων που αφορούν την εκτίμηση των σχετικών κινδύνων και το συμφέρον πρόσβασης, παρέχει αυτές τις διαδικαστικές εγγυήσεις στον πραγματικό δικαιούχο. Έχω ήδη εκθέσει τους λόγους για τους οποίους φρονώ ότι η επιλογή που επέλεξε ο Ιταλός νομοθέτης παρουσιάζει συναφώς δυσχέρειες.
84. Ως εκ τούτου, προτείνω να δοθεί η απάντηση στο αιτούν δικαστήριο ότι το άρθρο 31, παράγραφος 7α, της οδηγίας 2015/849, υπό το πρίσμα του άρθρου 47 του Χάρτη, έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία απονέμει σε μη δικαιοδοτικό όργανο την εξουσία εκτιμήσεως ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων που απαιτούνται για τη χορήγηση εξαίρεσης από την πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους παρεμφερών νομικών μορφωμάτων, υπό την προϋπόθεση ότι η ένδικη διαδικασία που έπεται της απόφασης του εν λόγω οργάνου περιλαμβάνει τη δυνατότητα, εφόσον απαιτείται, προστασίας των δικαιωμάτων των πραγματικών δικαιούχων κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, μεταξύ άλλων, μέσω προσωρινών μέτρων.
V. Πρόταση
85. Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Consiglio di Stato (Συμβούλιο της Επικρατείας, Ιταλία) ως εξής:
1) Από την εξέταση των προδικαστικών ερωτημάτων δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος του άρθρου 31, παράγραφοι 1 και 2, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, καθώς και παράγραφος 10, της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία (ΕΕ) 2018/843 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2018.
2) Το άρθρο 31, παράγραφοι 1, 2 και 10, της οδηγίας 2015/849, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2018/843,
έχει την έννοια ότι:
δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία περιλαμβάνει, μεταξύ των παρεμφερών με τα εμπιστεύματα νομικών μορφωμάτων, τις καταπιστευματικές συμβάσεις που συνάπτονται από εταιρίες καταπιστευματικής διαχείρισης ως είδη οικονομικών και νομικών συναλλαγών που εκτιμώνται βάσει των ουσιωδών χαρακτηριστικών τους, εφόσον η δομή και οι λειτουργίες τους έχουν ως αποτέλεσμα να περιέλθει το περιουσιακό στοιχείο στο όνομα άλλου προσώπου. Το γεγονός ότι οι καταπιστευματικές συμβάσεις που συνάπτονται από εταιρίες καταπιστευματικής διαχείρισης υπόκεινται σε υποχρεώσεις και εποπτεία από τις εθνικές αρχές δεν ασκεί συναφώς επιρροή.
3) Το άρθρο 31, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2015/849, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2018/843, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα των άρθρων 7, 8 και 52 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
έχει την έννοια ότι:
δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση που επιτρέπει την πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους παρεμφερών με εμπιστεύματα νομικών μορφωμάτων σε ιδιώτες, συμπεριλαμβανομένων των φορέων συλλογικών συμφερόντων με σχετικό και διακριτό έννομο συμφέρον, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η γνώση του πραγματικού δικαιούχου είναι αναγκαία για την προστασία ή την προάσπιση συμφέροντος που αντιστοιχεί σε κατάσταση τυγχάνουσα έννομης προστασίας, εφόσον οι ιδιώτες αυτοί διαθέτουν συγκεκριμένες και τεκμηριωμένες αποδείξεις της αναντιστοιχίας μεταξύ πραγματικού και νόμιμου δικαιούχου και εφόσον βάσει της συγκεκριμένης ρύθμισης απαιτείται επιπλέον το συμφέρον να είναι άμεσο, συγκεκριμένο και ενεστώς και, στην περίπτωση οντοτήτων που εκπροσωπούν συλλογικά συμφέροντα, να μη συμπίπτει με το συμφέρον ιδιωτών που ανήκουν στην εκπροσωπούμενη κατηγορία.
4) Το άρθρο 31, παράγραφος 7α, της οδηγίας 2015/849, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2018/843, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων,
έχει την έννοια ότι:
δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία απονέμει σε μη δικαιοδοτικό όργανο την εξουσία εκτιμήσεως ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων που απαιτούνται για τη χορήγηση εξαίρεσης από την πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους παρεμφερών με εμπιστεύματα νομικών μορφωμάτων, υπό την προϋπόθεση ότι η ένδικη διαδικασία που έπεται της απόφασης του εν λόγω οργάνου περιλαμβάνει τη δυνατότητα, εφόσον απαιτείται, προστασίας των δικαιωμάτων των πραγματικών δικαιούχων κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, μεταξύ άλλων, μέσω προσωρινών μέτρων.
1 Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ 2015, L 141, σ. 73).
3 ΕΕ 2018, L 156. σ. 43.
4 Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) (ΕΕ 2016, L 119, σ. 1).
5 Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της απόφασης-πλαίσιο 2008/977/ΔΕΥ του Συμβουλίου (ΕΕ 2016, L 119, σ. 89).
6 GURI αριθ. 290, της 14ης Δεκεμβρίου 2015, σ. 5.
7 GURI αριθ. 121, της 25ης Μαΐου 2022, σ. 1.
8 H οποία υπεγράφη στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950.
9 Υποθέσεις C‑37/20 και C‑601/20, στο εξής: απόφαση Luxembourg Business Registers, EU:C:2022:912.
10 Βλ. διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 2ας Σεπτεμβρίου 2025, Across Fiduciaria κ.λπ. (C‑684/24 και C‑685/24, EU:C:2025:727).
11 Βλ. απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2015, Schrems (C‑362/14, EU:C:2015:650, σκέψη 61 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
12 Βλ. απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2018, Swedish Match (C‑151/17, EU:C:2018:938, σκέψη 71 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
13 Βλ. άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 2015/849.
14 Βλ. απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2018, Swedish Match (C‑151/17, EU:C:2018:938, σκέψη 71 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
15 Βλ. απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 1984, Ekro (327/82, EU:C:1984:11, σκέψη 11).
16 Βλ. αιτιολογική σκέψη 17 της οδηγίας 2015/849.
17 Βλ. άρθρο 31, παράγραφος 10, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2015/849.
18 Βλ. άρθρο 31, παράγραφος 10, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2015/849.
19 Βλ. κατάλογο εμπιστευμάτων και παρεμφερών νομικών μορφωμάτων που διέπονται από το δίκαιο των κρατών μελών, όπως κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή (ΕΕ 2019, C 360, σ. 28). Βλ., επίσης, τον δεύτερο κατάλογο, ο οποίος ακυρώνει και αντικαθιστά τον πρώτο, ήτοι τον κατάλογο εμπιστευμάτων (trusts) και παρεμφερών νομικών μορφωμάτων που διέπονται από το δίκαιο των κρατών μελών, όπως κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή (ΕΕ 2020, C 136, σ. 5).
20 Βλ. έκθεση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, της 16ης Σεπτεμβρίου 2020, για την αξιολόγηση του κατά πόσον τα κράτη μέλη έχουν προσδιορίσει και υπαγάγει δεόντως στις υποχρεώσεις της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 όλα τα εμπιστεύματα και τα παρεμφερή νομικά μορφώματα που διέπονται από το δίκαιό τους [COM(2020) 560 final], σ. 3.
21 Επρόκειτο για το άρθρο 1, σημείο 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2018/843 που τροποποίησε το άρθρο 30, παράγραφος 5, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2015/849, όπως ίσχυε αρχικώς.
22 Βλ. απόφαση Luxembourg Business Registers (σκέψη 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
23 Bλ. απόφαση Luxembourg Business Registers (σκέψη 46).
24 Bλ. απόφαση Luxembourg Business Registers (σκέψεις 47 έως 49 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
25 Bλ. απόφαση Luxembourg Business Registers (σκέψεις 50 έως 54).
26 Bλ. απόφαση Luxembourg Business Registers (σκέψεις 55 έως 59 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
27 Bλ. απόφαση Luxembourg Business Registers (σκέψη 67).
28 Bλ. απόφαση Luxembourg Business Registers (σκέψεις 71 και 72).
29 Bλ. απόφαση Luxembourg Business Registers (σκέψεις 81 και 82).
30 Bλ. απόφαση Luxembourg Business Registers (σκέψεις 83 έως 85).
31 Bλ. απόφαση Luxembourg Business Registers (σκέψεις 65 και 82).
32 Βλ. άρθρο 31, παράγραφος 4, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 2015/849.
33 Βλ. απόφαση της 3ης Ιουνίου 2025, Kinsa (C‑460/23, EU:C:2025:392, σκέψη 37 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
34 Βλ. απόφαση Luxembourg Business Registers (σκέψη 47 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
35 Βλ. απόφαση Luxembourg Business Registers (σκέψεις 58 και 59 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
36 Βλ. απόφαση Luxembourg Business Registers (σκέψη 74).
37 Βλ. απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 2008, Promusicae (C‑275/06, EU:C:2008:54, σκέψη 67).
38 Βλ. απόφαση της 29 Ιανουαρίου 2008, Promusicae (C‑275/06, EU:C:2008:54, σκέψη 68).
39 Βλ. άρθρο 41, παράγραφος 2, της οδηγίας 2015/849, το οποίο ορίζει ότι «[τ]α δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα υποβάλλονται σε επεξεργασία βάσει της παρούσας οδηγίας από τις υπόχρεες οντότητες μόνο με σκοπό την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας όπως αναφέρεται στο άρθρο 1 και δεν υποβάλλονται σε άλλη επεξεργασία κατά τρόπο ασύμβατο με τους σκοπούς αυτούς. Απαγορεύεται η επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα βάσει της παρούσας οδηγίας για άλλους σκοπούς όπως π.χ. εμπορικούς σκοπούς». Βλ., επίσης, αιτιολογική σκέψη 14 της εν λόγω οδηγίας.
40 Βλ. άρθρο 21, παράγραφος 4, στοιχείο d bis, του νομοθετικού διατάγματος 231/2007.
41 Βλ. απόφαση της 3ης Ιουνίου 2025, Kinsa (C‑460/23, EU:C:2025:392, σκέψη 69 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
42 Βλ. απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2024, HTB Neunte Immobilien Portfolio et Ökorenta Neue Energien Ökostabil IV (C‑17/22 και C‑18/22, EU:C:2024:738, σκέψη 53 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
43 Η ως άνω παράγραφος 7α, πρώτο εδάφιο, παραπέμπει στο άρθρο 31, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, στοιχεία βʹ, γʹ και δʹ της οδηγίας 2015/849, όπου μνημονεύονται οι οντότητες που υπόκεινται στην υποχρέωση δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που μπορεί να αποδείξει έννομο συμφέρον, καθώς και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που υποβάλλει γραπτή αίτηση που αφορά εμπίστευμα ή παρεμφερές νομικό μόρφωμα που κατέχει ή έχει στην κυριότητά του ελέγχουσα συμμετοχή σε οποιαδήποτε εταιρική ή άλλη νομική οντότητα πλην εκείνων που αναφέρονται στο άρθρο 30, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας, μέσω άμεσης ή έμμεσης κυριότητας, μεταξύ άλλων μέσω μετοχών στον κομιστή ή μέσω ελέγχου με άλλα μέσα.
44 Βλ. αιτιολογική σκέψη 38 της οδηγίας 2018/843.
45 Βλ. απόφαση της 14ης Μαΐου 2020, Országos Idegenrendészeti Főigazgatóság Dél-alföldi Regionális Igazgatóság (C‑924/19 PPU και C‑925/19 PPU, EU:C:2020:367, σκέψη 128 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
46 Βλ. αποφάσεις της 19ης Ιουνίου 1990, Factortame κ.λπ. (C‑213/89, EU:C:1990:257, σκέψη 21), και της 3ης Ιουλίου 2025, Ati-19 (C‑605/23, EU:C:2025:513, σκέψη 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Βλ., κατ’ αναλογίαν, για περίπτωση προσωρινών μέτρων προς αποτροπή ρύπανσης, απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 2013, Križan κ.λπ. (C‑416/10, EU:C:2013:8, σκέψη 109).
47 Επισημαίνω ότι το ζήτημα της δυνατότητας του αιτούντος πρόσβαση να προσβάλει άρνηση ή ανάκληση πρόσβασης εξετάζεται ρητώς στο άρθρο 13, παράγραφος 9, της οδηγίας (ΕΕ) 2024/1640 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαΐου 2024, σχετικά με τους μηχανισμούς που πρέπει να συγκροτήσουν τα κράτη μέλη για την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τους σκοπούς της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, για την τροποποίηση της οδηγίας (EΕ) 2019/1937 και για την τροποποίηση και την κατάργηση της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 (ΕΕ L, 2024/1640).
48 Πέραν της προστασίας που παρέχει το άρθρο 47 του Χάρτη, βλ. αιτιολογική σκέψη 42 της οδηγίας 2018/843.
49 Η αιτιολογική σκέψη 38 της οδηγίας 2018/843 προβλέπει μόνον ότι, προκειμένου να αποφευχθεί η κατάχρηση των πληροφοριών που περιέχονται στα μητρώα και να εξισορροπηθούν τα δικαιώματα των πραγματικών δικαιούχων, τα κράτη μέλη μπορεί να θεωρήσουν σκόπιμο να θέτουν στη διάθεση του πραγματικού δικαιούχου τις πληροφορίες σχετικά με τον αιτούντα μαζί με τη νομική βάση της αίτησης.
50 Βλ. άρθρο 7, παράγραφοι 2 και 3, της υπουργικής απόφασης 55/2022 καθώς και, διά παραπομπής, άρθρο 21, παράγραφος 4, στοιχείο d bis, του νομοθετικού διατάγματος 231/2007.