Προσωρινό κείμενο
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JEAN RICHARD DE LA TOUR
της 22ας Ιανουαρίου 2026 (1)
Υπόθεση C‑583/24 [Tagu] (i)
Ποινική δίκη
κατά
DZ,
παριστάμενης της:
Openbaar Ministerie
[αίτηση του rechtbank Amsterdam (πλημμελειοδικείου Άμστερνταμ, Κάτω Χώρες) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
« Προδικαστική παραπομπή – Δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις – Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης – Απόφαση-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ – Άρθρο 1, παράγραφος 3 – Απόφαση-πλαίσιο 2004/757/ΔΕΥ – Άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και παράγραφος 2 – Άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, στοιχείο βʹ – Ελάχιστες διατάξεις σχετικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων και τις ποινές που ισχύουν στον τομέα της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών – Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Άρθρο 49, παράγραφος 3 – Αναλογικότητα των ποινών – Έλεγχος από τη δικαστική αρχή του κράτους μέλους εκτέλεσης »
I. Εισαγωγή
1. Πολλή μελάνη έχει χυθεί σχετικά με τη συνεκτίμηση, από τις δικαστικές αρχές έκδοσης και εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, της αρχής της αναλογικότητας κατά την εφαρμογή της απόφασης-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών (2), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009 (3), αναμφίβολα λόγω και της σιωπής της απόφασης-πλαισίου 2002/584 στο ζήτημα αυτό (4).
2. Συγκεκριμένα, η επίμαχη απόφαση-πλαίσιο δεν περιέχει καμία ρητή απαίτηση όσον αφορά την τήρηση, από τις δικαστικές αρχές των κρατών μελών, της αρχής της αναλογικότητας εντός του πεδίου εφαρμογής της (5). Προς αντιστάθμιση της σιωπής αυτής, η απαίτηση διατυπώθηκε σε πλείονα εγχειρίδια σχετικά με την έκδοση και την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης (6) καθώς και από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (7).
3. Συγκεκριμένα, στο εγχειρίδιο του 2023, η Επιτροπή επισημαίνει ότι το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης «πρέπει πάντα να είναι ανάλογο προς τον σκοπό του» (8). Προς τούτο, οι δικαστικές αρχές έκδοσης «πρέπει να εξετάζουν αν είναι δυνατή η χρήση άλλων μέτρων δικαστικής συνεργασίας αντί της έκδοσης [ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης]», στον βαθμό που τέτοια μέτρα μπορεί να είναι «αποτελεσματικά, αλλά λιγότερο περιοριστικά». Γενικότερα, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι «η διενέργεια ελέγχου αναλογικότητας πριν από την έκδοση [ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης] μπορεί να ενισχύσει την αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ αρμόδιων αρχών των κρατών μελών», όπερ συμβάλλει στην «αποτελεσματική λειτουργία του [ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης] σε ολόκληρη την [Ευρωπαϊκή] Ένωση» (9).
4. Επομένως, μολονότι δεν μνημονεύεται ρητώς στην απόφαση-πλαίσιο 2002/584, η απαίτηση αναλογικότητας διαπνέει τη διαδικασία παράδοσης που θεσπίζεται με αυτήν. Τούτο είναι, άλλωστε, αναμενόμενο, δεδομένου ότι, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, ΣΕΕ, «[σ]ύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, το περιεχόμενο και η μορφή της δράσης της Ένωσης δεν υπερβαίνουν τα απαιτούμενα για την επίτευξη των στόχων των Συνθηκών». Κατά συνέπεια, λαμβανομένων υπόψη των συνεπειών που το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης μπορεί να έχει στα δικαιώματα των εκζητουμένων και προκειμένου να διασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα και η ταχύτητα των διαδικασιών, είναι ιδιαιτέρως σημαντικό οι δικαστικές αρχές έκδοσης του εν λόγω εντάλματος να εξετάζουν σε κάθε περίπτωση με προσοχή και κάποιον βαθμό αυτοσυγκράτησης αν το εν λόγω ένταλμα είναι αναγκαίο.
5. Το Δικαστήριο, με την παρότρυνση ορισμένων από τους γενικούς εισαγγελείς του (10), έχει υπογραμμίσει την αναγκαιότητα διενέργειας ελέγχου της αναλογικότητας από τη δικαστική αρχή έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι η έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης μπορεί να έχει ως συνέπεια τη σύλληψη του προσώπου εις βάρος του οποίου εκδίδεται και, επομένως, μπορεί να θίξει την ατομική ελευθερία του, απόκειται, κατά το Δικαστήριο, στη δικαστική αρχή που προτίθεται να εκδώσει ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης να εξετάσει αν, υπό το πρίσμα των συγκεκριμένων περιστάσεων, η έκδοση του εντάλματος είναι σύμφωνη προς την αρχή της αναλογικότητας (11). Συναφώς, το Δικαστήριο εισάγει διαφοροποίηση αναλόγως του αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται για τον σκοπό της άσκησης ποινικής δίωξης ή της εκτέλεσης ποινής, καθότι έχει διευκρινίσει ότι, στη δεύτερη περίπτωση, ο αναλογικός χαρακτήρας του εν λόγω εντάλματος απορρέει από την απαγγελθείσα καταδίκη, η οποία, όπως προκύπτει από το άρθρο 2, παράγραφος 1, της απόφασης-πλαισίου 2002/584, πρέπει να συνίσταται σε ποινή ή σε μέτρο ασφαλείας διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών (12).
6. Όσον αφορά τη δικαστική αρχή εκτέλεσης, από τη νομολογία του Δικαστηρίου δεν συνάγεται ότι η εν λόγω αρχή οφείλει να εξετάζει τον αναλογικό χαρακτήρα του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης το οποίο πρέπει να εκτελέσει (13).
7. Εξάλλου, στο εγχειρίδιο του 2023, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η διενέργεια ελέγχου αναλογικότητας ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης απόκειται αποκλειστικά και μόνον στη δικαστική αρχή έκδοσης. Συναφώς, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η απόφαση-πλαίσιο 2002/584 «δεν προβλέπει τη δυνατότητα αξιολόγησης από το κράτος μέλος εκτέλεσης της αναλογικότητας του [ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης]». Κατά την Επιτροπή, τούτο «συνάδει με την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης». Εάν, εντούτοις, η δικαστική αρχή εκτέλεσης διατηρεί σοβαρές αμφιβολίες σχετικά με τον αναλογικό χαρακτήρα ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, πρέπει να προκρίνεται η «απευθείας επικοινωνία» μεταξύ της εν λόγω αρχής και της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, προκειμένου να βρεθεί «καταλληλότερη λύση» (14). Η Επιτροπή εκτιμά ότι τέτοιες περιπτώσεις είναι πιθανό να ανακύψουν μόνον «υπό εξαιρετικές περιστάσεις» (15).
8. Μετά τις ανωτέρω διευκρινίσεις, επισημαίνεται εξαρχής ότι, με την υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει υπό ένα ιδιαίτερο πρίσμα το ζήτημα της αναλογικότητας στο πλαίσιο του μηχανισμού παράδοσης, μολονότι, όπως θα εκθέσω κατωτέρω, η κατανομή των ελέγχων τους οποίους πρέπει να διεξάγουν η δικαστική αρχή έκδοσης και η δικαστική αρχή εκτέλεσης, αντιστοίχως, βρίσκεται επίσης στο επίκεντρο της νομικής συζήτησης.
9. Επομένως, στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως το Δικαστήριο θα αποφανθεί σχετικά με το αν η δικαστική αρχή εκτέλεσης δύναται –και, ενδεχομένως, υπό ποιες προϋποθέσεις– να αρνηθεί να εκτελέσει ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε με σκοπό την εκτέλεση στερητικής της ελευθερίας ποινής, όταν εκτιμά ότι η παράδοση του εκζητούμενου προσώπου ενέχει κίνδυνο παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας των ποινών, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 49, παράγραφος 3, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (16). Στο πλαίσιο αυτό, το ζήτημα που ανακύπτει δεν αφορά τον έλεγχο της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας στο στάδιο της έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, αλλά τον έλεγχο της τήρησης της εν λόγω αρχής στο στάδιο της εκτέλεσης του εντάλματος, ως προς την ποινή που επιβλήθηκε στο κράτος μέλος έκδοσης σε σχέση με την οποία το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απλώς και μόνον το διαδικαστικό μέσο που χρησιμοποιείται για την επίτευξη της εκτέλεσής της (17).
10. Ειδικότερα, η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 3, της απόφασης-πλαισίου 2002/584, σε συνδυασμό με το άρθρο 49, παράγραφος 3, του Χάρτη και με το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 2, το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, και το άρθρο 5 της απόφασης-πλαισίου 2004/757/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2004, για τη θέσπιση ελάχιστων διατάξεων σχετικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων και τις ποινές που ισχύουν στον τομέα της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών (18).
11. Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως υποβλήθηκε στο πλαίσιο ποινικής δίκης κατά του DZ σε σχέση με ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδοθέν εις βάρος του με σκοπό την εκτέλεση στερητικής της ελευθερίας ποινής επτά ετών η οποία επιβλήθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση για αξιόποινη πράξη συνιστάμενη στην εισαγωγή στη Ρουμανία «επικίνδυνων και υψηλού κινδύνου» ναρκωτικών.
12. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να εξακριβωθεί αν –και, ενδεχομένως, σε ποιο μέτρο και υπό ποιες προϋποθέσεις– η δικαστική αρχή εκτέλεσης δύναται να αρνηθεί την παράδοση του DZ, όταν εκτιμά ότι η ανωτέρω ποινή είναι δυσανάλογη και ότι η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης θα παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας των ποινών, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 49, παράγραφος 3, του Χάρτη. Ειδικότερα, υποχρεούται η δικαστική αρχή εκτέλεσης να πραγματοποιήσει εξέταση σε δύο στάδια για να μπορέσει να αρνηθεί την εν λόγω παράδοση βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 3, της απόφασης-πλαισίου 2002/584; Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο ερώτημα αυτό, ποιο είναι το συγκεκριμένο περιεχόμενο καθενός εκ των δύο σταδίων της εν λόγω εξέτασης;
II. Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
13. Στις 9 Ιανουαρίου 2024 το Judecătoria Constanța (πλημμελειοδικείο Κωνστάντζας, Ρουμανία) εξέδωσε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εις βάρος του DZ. Το rechtbank Amsterdam (πλημμελειοδικείο Άμστερνταμ, Κάτω Χώρες), το οποίο είναι το αιτούν δικαστήριο, οφείλει, ως δικαστική αρχή εκτέλεσης, να αποφανθεί επί της εκτελέσεως του εν λόγω εντάλματος. Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι δεν είναι δυνατή η επίκληση κανενός από τους λόγους μη εκτέλεσης που προβλέπονται στα άρθρα 3, 4 και 4α της απόφασης-πλαισίου 2002/584.
14. Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης αποσκοπεί στην εκτέλεση στερητικής της ελευθερίας ποινής επτά ετών, η οποία κατέστη αμετάκλητη μετά την από 20 Δεκεμβρίου 2023 απόφαση του Curtea de Apel Constanța (εφετείου Κωνστάντζας, Ρουμανία), κατόπιν διαδικασίας στην οποία ο DZ εμφανίστηκε αυτοπροσώπως (19). Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι από το επίμαχο ένταλμα προκύπτει ότι η καταδίκη αφορά την παράνομη εισαγωγή στη Ρουμανία, από τον DZ και τη σύζυγό του, τριών γραμμαρίων κάνναβης και τεσσάρων χαπιών που περιείχαν μεθυλενοδιοξυμεθαμφεταμίνη (MDMA). Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι οι ανωτέρω πράξεις κολάζονται στη Ρουμανία δυνάμει του άρθρου 3 του Legea nr. 143/2000 privind prevenirea și combaterea traficului și consumului ilicit de droguri (νόμου αριθ. 143/2000 περί προλήψεως και καταπολεμήσεως της εμπορίας και της παράνομης χρήσης ναρκωτικών) (20), της 26ης Ιουλίου 2000, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης της κύριας δίκης (στο εξής: νόμος 143/2000) (21), και του άρθρου 46, παράγραφος 2, του Codul penal (ποινικού κώδικα) (22). Στο ρουμανικό δίκαιο, πρόκειται για την ίδια αξιόποινη πράξη, ήτοι την «εισαγωγή στη χώρα επικίνδυνων και υψηλού κινδύνου ναρκωτικών».
15. Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει επίσης ότι, στο μέτρο που αφορά ναρκωτικά «υψηλού κινδύνου», το άρθρο 3 του νόμου 143/2000 αποσκοπεί στην εφαρμογή του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της απόφασης-πλαισίου 2004/757 (23). Μολονότι η τελευταία αυτή διάταξη επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να προβλέπουν ότι το συγκεκριμένο έγκλημα επισύρει μέγιστη στερητική της ελευθερίας ποινή διάρκειας μεταξύ πέντε και δέκα ετών τουλάχιστον, από τις συμπληρωματικές πληροφορίες που υπέβαλαν η δικαστική αρχή έκδοσης και το ρουμανικό γραφείο του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη συνεργασία στον τομέα της ποινικής δικαιοσύνης (Eurojust) προκύπτει ότι, κατά τον χρόνο τέλεσης των πράξεων, η αξιόποινη πράξη που συνίσταται στην «εισαγωγή στη χώρα επικίνδυνων και υψηλού κινδύνου ναρκωτικών» επέσυρε ελάχιστη ποινή φυλάκισης επτά ετών.
16. Λαμβανομένων υπόψη των ποσοτήτων των ναρκωτικών που μνημονεύονται στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και των εξηγήσεων του DZ κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου –σύμφωνα με τις οποίες, τα ναρκωτικά προορίζονταν για προσωπική κατανάλωση από τη σύζυγό του, η οποία έκανε χρήση των ναρκωτικών για ανακούφιση από τον πόνο–, το αιτούν δικαστήριο διαπιστώνει ότι επρόκειτο για μικρές ποσότητες «επικίνδυνων» και «υψηλού κινδύνου» ναρκωτικών για προσωπική χρήση. Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, εν πάση περιπτώσει, ο DZ και η σύζυγός του κατείχαν τις εν λόγω μικρές ποσότητες ναρκωτικών χωρίς πρόθεση εμπορίας τους.
17. Το ρουμανικό δίκαιο προβλέπει δυνατότητες μείωσης της ποινής, μεταξύ άλλων, μέσω της συνεκτίμησης ελαφρυντικών περιστάσεων. Εντούτοις, απαντώντας σε σχετικό αίτημα παροχής πληροφοριών, η δικαστική αρχή έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης απάντησε ότι, στην περίπτωση του DZ, δεν υπήρχαν ούτε επιβαρυντικές περιστάσεις, όπως υποτροπή, ούτε ελαφρυντικές περιστάσεις. Ακόμη και αν ο DZ μπορούσε να ζητήσει μείωση της ποινής του και η ποινή είχε όντως μειωθεί, η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής δεν θα ήταν δυνατή λόγω της διάρκειάς της. Συγκεκριμένα, κατά τη δικαστική αρχή έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, σε περίπτωση που είχε εφαρμοστεί λόγος μείωσης της ποινής, η ποινή θα ήταν τέσσερα έτη και οκτώ μήνες και, επομένως, μεγαλύτερη των τριών ετών (24).
18. Από τα προεκτεθέντα το αιτούν δικαστήριο συμπεραίνει ότι, πέραν των περιστάσεων που δικαιολογούν μείωση της ποινής, κατά τον χρόνο τέλεσης των πράξεων, η ρουμανική νομοθεσία επέβαλλε στον δικαστή την υποχρέωση, σε περίπτωση καταδίκης για την παράνομη εισαγωγή «επικίνδυνων και υψηλού κινδύνου ναρκωτικών», να επιβάλει ελάχιστη ποινή φυλάκισης επτά ετών, χωρίς να λάβει υπόψη ούτε αν η ανωτέρω πράξη αφορούσε μικρή ποσότητα ναρκωτικών ούτε αν τα ναρκωτικά προορίζονταν για προσωπική χρήση, τουλάχιστον χωρίς πρόθεση εμπορίας.
19. Αντιθέτως, στον βαθμό που μπορούσαν να εφαρμοστούν ένας ή περισσότεροι λόγοι μείωσης της ποινής, η ρουμανική νομοθεσία επέτρεπε στο δικαστήριο να μειώσει την ελάχιστη ποινή για την παράνομη εισαγωγή μικρών ποσοτήτων «επικίνδυνων και υψηλού κινδύνου ναρκωτικών» για προσωπική χρήση ή χωρίς πρόθεση εμπορίας κατά το ήμισυ (κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 15 του νόμου 143/2000) ή κατά το ένα τρίτο κατ’ ανώτατο όριο (κατ’ εφαρμογήν ενός ή περισσότερων λόγων μείωσης της ποινής).
20. Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι ο συνήγορος υπεράσπισης του DZ αντιτάχθηκε στην παράδοσή του για τον λόγο ότι η επιβληθείσα στερητική της ελευθερίας ποινή είναι δυσανάλογη και για τον λόγο αυτόν αντίκειται στο άρθρο 49, παράγραφος 3, του Χάρτη. Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι, λαμβανομένης υπόψη της επιχειρηματολογίας του συνηγόρου υπεράσπισης, η ελάχιστη ποινή την οποία το ρουμανικό ποινικό δικαστήριο υποχρεούται να επιβάλει εν προκειμένω, κατά τη ρουμανική νομοθεσία, σε συνδυασμό με τις περιορισμένες νομικές δυνατότητες μείωσης της ποινής, δημιουργούν αμφιβολίες όσον αφορά την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας των ποινών που προβλέπεται στην προμνησθείσα διάταξη.
21. Κατά πρώτον, κατά το αιτούν δικαστήριο, τίθεται το ζήτημα του αν, όταν ο εκζητούμενος προβάλλει πραγματικό κίνδυνο εκτέλεσης ποινής δυσανάλογης προς το αδίκημα για το οποίο εκδόθηκε το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, η δικαστική αρχή εκτέλεσης οφείλει να ελέγξει αν εν λόγω κίνδυνος μπορεί να την οδηγήσει να αρνηθεί την παράδοση.
22. Επ’ αυτού, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι δεν είναι βέβαιο ότι μπορεί να συναχθεί από την απόφαση της 14ης Ιουλίου 2022, Procureur général près la cour d’appel d’Angers (25), ότι δεν είναι δυνατή η επίκληση του άρθρου 1, παράγραφος 3, της απόφασης-πλαισίου 2002/584 σε συνδυασμό με το άρθρο 49, παράγραφος 3, του Χάρτη.
23. Κατά δεύτερον, κατά το αιτούν δικαστήριο, εγείρονται πλείονα συνακόλουθα ερωτήματα σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η δικαστική αρχή εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης πρέπει να αξιολογήσει αν συντρέχει πραγματικός κίνδυνος εκτέλεσης αμετάκλητης δυσανάλογης ποινής στο κράτος μέλος έκδοσης.
24. Επομένως, τίθεται το ζήτημα του ελέγχου που πρέπει να διενεργήσει η δικαστική αρχή εκτέλεσης στο πλαίσιο της εξέτασης αυτής, καθώς και του ρόλου που διαδραματίζει, στο πλαίσιο του εν λόγω ελέγχου, η υποχρέωση επιβολής ελάχιστης ποινής, σε συνδυασμό με τις δυνατότητες μείωσης της ποινής και αναστολής της εκτέλεσης της ποινής, κατά το δίκαιο του κράτους μέλους έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Επιπλέον, δεδομένου ότι η στερητική της ελευθερίας ποινή στην οποία καταδικάστηκε ο εκζητούμενος έχει καταστεί αμετάκλητη, τίθεται το ζήτημα του αν ενδεχόμενη εγγύηση εκ μέρους των αρχών του κράτους μέλους έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης –συνιστάμενη, για παράδειγμα, στο ενδεχόμενο απονομής χάριτος στον εκζητούμενο ή ακόμη αναθεώρησης της καταδικαστικής απόφασης– θα μπορούσε να εξαλείψει τον ενδεχομένως διαπιστωθέντα πραγματικό κίνδυνο παράβασης του άρθρου 49, παράγραφος 3, του Χάρτη.
25. Υπό τις συνθήκες αυτές, το rechtbank Amsterdam (πλημμελειοδικείο Άμστερνταμ) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχει το άρθρο 1, παράγραφος 3, της [αποφάσεως-πλαισίου 2002/584], σε συνδυασμό με το άρθρο 49, παράγραφος 3, του [Χάρτη] και με το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και παράγραφος 2, το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, στοιχείο βʹ, καθώς και το άρθρο 5 της [αποφάσεως-πλαισίου 2004/757], για τη θέσπιση ελάχιστων διατάξεων σχετικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων και τις ποινές που ισχύουν στον τομέα της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών, την έννοια ότι
εάν ο εκζητούμενος αντιτίθεται στην παράδοση με το επιχείρημα ότι έχει καταδικαστεί με αμετάκλητη απόφαση σε δυσανάλογη στερητική της ελευθερίας ποινή στο κράτος μέλος εκδόσεως λόγω της εισαγωγής μικρών ποσοτήτων ναρκωτικών για προσωπική χρήση ή τουλάχιστον λόγω εισαγωγής μικρών ποσοτήτων ναρκωτικών χωρίς πρόθεση εμπορίας,
η δικαστική αρχή εκτελέσεως οφείλει να εξετάσει αν ο εκζητούμενος διατρέχει στην περίπτωση της παραδόσεως προς τον σκοπό της εκτελέσεως της εν λόγω ποινής πραγματικό κίνδυνο εκτελέσεως ποινής δυσανάλογης προς το αδίκημα στο οποίο βασίζεται το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:
α) Ποιο κριτήριο πρέπει να εφαρμόσει η δικαστική αρχή εκτελέσεως προκειμένου να κρίνει αν συντρέχει πραγματικός κίνδυνος εκτελέσεως μιας αμετάκλητης δυσανάλογης ποινής κατά την έννοια του πρώτου ερωτήματος;
β) Στο πλαίσιο της εξετάσεως αυτής, ποια η σημασία του γεγονότος ότι το δίκαιο του κράτους μέλους εκδόσεως,
προς τον σκοπό της μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της [αποφάσεως-πλαισίου 2004/757], και της συναφώς απορρέουσας υποχρεώσεως προβλέψεως μέγιστων στερητικών της ελευθερίας ποινών διάρκειας μεταξύ πέντε και δέκα ετών τουλάχιστον,
υποχρεώνει το δικαστήριο του κράτους αυτού, στην περίπτωση καταδίκης λόγω, κατ’ ουσίαν, της εισαγωγής ναρκωτικών που θεωρούνται ως τα πλέον επιβλαβή για την υγεία, να επιβάλει ελάχιστη στερητική της ελευθερίας ποινή επτά ετών, ανεξάρτητα από την ποσότητα των ναρκωτικών που αφορούν οι εν λόγω πράξεις και του κατά πόσον οι πράξεις αυτές αποσκοπούσαν στην προσωπική χρήση ή διαπράχθηκαν με σκοπό την εμπορία των ναρκωτικών αυτών, λαμβανομένου υπόψη ότι:
– το δικαστήριο μπορεί να μειώσει την προβλεπόμενη ελάχιστη ποινή συνολικά μόνον είτε κατά το ένα τρίτο αυτής κατ’ ανώτατο όριο, αν συντρέχουν περιστάσεις που μετριάζουν τη σοβαρότητα της πράξεως ή τον κίνδυνο που συνιστά ο δράστης ή αν το οικείο πρόσωπο ομολογεί την πράξη, είτε κατά το ήμισυ της εν λόγω ποινής, αν το οικείο πρόσωπο διευκολύνει την αναγνώριση και τη δίωξη άλλων προσώπων που τέλεσαν αδικήματα που σχετίζονται με ναρκωτικά και
– η διάρκεια αυτής της (ενδεχομένως μειωμένης) ελάχιστης ποινής εμποδίζει το δικαστήριο να αναστείλει την εκτέλεσή της;
γ) Μπορεί ένας ενδεχόμενος πραγματικός κίνδυνος εκτελέσεως αμετάκλητης δυσανάλογης ποινής κατά την έννοια του πρώτου ερωτήματος να αποσοβηθεί μέσω μιας εγγυήσεως του κράτους μέλους εκδόσεως και σε τι θα μπορούσε να συνίσταται μια τέτοια εγγύηση;»
26. Ο DZ, η Openbaar Ministerie (εισαγγελική αρχή, Κάτω Χώρες), η Ρουμανική, η Ουγγρική και η Πολωνική Κυβέρνηση, η Ιρλανδία καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις και παρέστησαν, μαζί με τη Γερμανική Κυβέρνηση, στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 23ης Σεπτεμβρίου 2025, κατά τη διάρκεια της οποίας απάντησαν στις ερωτήσεις για προφορική απάντηση που έθεσε το Δικαστήριο.
III. Ανάλυση
27. Με τα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε, τα οποία προτείνω να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν –και, ενδεχομένως, υπό ποιες προϋποθέσεις και σε ποιο μέτρο– το άρθρο 1, παράγραφος 3, της απόφασης-πλαισίου 2002/584, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 49, παράγραφος 3, του Χάρτη, επιτρέπει σε δικαστική αρχή εκτέλεσης να αρνηθεί να εκτελέσει ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδοθέν για τον σκοπό της εκτέλεσης στερητικής της ελευθερίας ποινής, όταν η εν λόγω αρχή εκτιμά ότι η επιβληθείσα ποινή είναι υπέρμετρη και ότι η εκτέλεση του εν λόγω εντάλματος μπορεί να παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας των ποινών, η οποία κατοχυρώνεται στην προμνησθείσα διάταξη του Χάρτη.
28. Τα ερωτήματα που διατυπώνει το αιτούν δικαστήριο απορρέουν κατ’ ουσίαν από τις διαφορές μεταξύ του ολλανδικού και του ρουμανικού ποινικού δικαίου όσον αφορά τον βαθμό αυστηρότητας του κολασμού αξιόποινης πράξης όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, ήτοι της εισαγωγής στη Ρουμανία ναρκωτικών «υψηλού κινδύνου». Συγκεκριμένα, ενώ, κατά τις επεξηγήσεις που παρέσχε η ολλανδική εισαγγελική αρχή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η εισαγωγή στη Ρουμανία ναρκωτικών που εμπίπτουν στην ως άνω κατηγορία, σε ποσότητα έως δέκα γραμμαρίων, επισύρει ποινή φυλάκισης μίας έως τριών εβδομάδων στις Κάτω Χώρες, η ελάχιστη ποινή φυλάκισης που επιβάλλεται στη Ρουμανία ανέρχεται σε επτά έτη. Επομένως, τα ερωτήματα βασίζονται στη διαπίστωση ότι το κατώτατο όριο της ποινής φυλάκισης που προβλέπεται από το ρουμανικό δίκαιο είναι υψηλό σε σύγκριση με την προβλεπόμενη από το ολλανδικό δίκαιο ποινή. Διαπιστώνεται, επιπλέον, ότι οι δυνατότητες του Ρουμάνου δικαστή να μειώσει την ποινή ή να αναστείλει την εκτέλεσή της είναι περιορισμένες.
29. Προκειμένου να απαντηθούν τα προδικαστικά ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου, υπενθυμίζεται ότι η απόφαση-πλαίσιο 2002/584 κατατείνει, μέσω της καθιέρωσης απλουστευμένου και αποτελεσματικού συστήματος παράδοσης των καταδικασθέντων ή υπόπτων για παραβάσεις της ποινικής νομοθεσίας, στη διευκόλυνση και στην επιτάχυνση της δικαστικής συνεργασίας, συμβάλλοντας στην επίτευξη του σκοπού τον οποίο έχει θέσει η Ένωση, να αποτελέσει δηλαδή χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης επί τη βάσει του υψηλού βαθμού εμπιστοσύνης που πρέπει να υφίσταται μεταξύ των κρατών μελών (26).
30. Στον ρυθμιζόμενο από την ως άνω απόφαση-πλαίσιο τομέα, η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης, η οποία αποτελεί, όπως προκύπτει ιδίως από την αιτιολογική σκέψη 6 αυτής, τον «ακρογωνιαίο λίθο» της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις, αποτυπώνεται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, της εν λόγω απόφασης-πλαισίου, το οποίο θεσπίζει τον κανόνα κατά τον οποίο τα κράτη μέλη υποχρεούνται να εκτελούν κάθε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης και σύμφωνα με τις διατάξεις της απόφασης-πλαισίου (27).
31. Επομένως, αφενός, οι δικαστικές αρχές εκτέλεσης μπορούν να αρνηθούν την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης μόνο για λόγους που απορρέουν από την απόφαση-πλαίσιο 2002/584, όπως αυτή έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο. Αφετέρου, μολονότι η εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης συνιστά τον κανόνα, η άρνηση εκτέλεσης έχει προβλεφθεί ως εξαίρεση, η οποία πρέπει, επομένως, να ερμηνεύεται στενά (28). Όσον αφορά τους λόγους άρνησης εκτέλεσης, η ως άνω απόφαση-πλαίσιο προβλέπει, στο άρθρο 3 αυτής, τους λόγους υποχρεωτικής μη εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και, στα άρθρα της 4 και 4α, τους λόγους προαιρετικής μη εκτέλεσης του εν λόγω εντάλματος (29).
32. Αφού διακριβώσω ότι κανένας από τους ανωτέρω λόγους δεν σχετίζεται με τον δυσανάλογο χαρακτήρα της ποινής που επιβλήθηκε στο κράτος μέλος έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης (A), θα εκθέσω τις συνέπειες που μπορούν να αντληθούν από το άρθρο 1, παράγραφος 3, της απόφασης-πλαισίου 2002/584 σε περίπτωση κινδύνου παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας των ποινών, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 49, παράγραφος 3, του Χάρτη (Β).
Α. Επί της απουσίας, στην απόφαση-πλαίσιο 2002/584, λόγου μη εκτέλεσης σχετικού με τον δυσανάλογο χαρακτήρα της ποινής που επιβλήθηκε στο κράτος μέλος έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης
33. Η απόφαση-πλαίσιο 2002/584 δεν προβλέπει ότι η δικαστική αρχή εκτέλεσης μπορεί να αρνηθεί να εκτελέσει ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδοθέν για τον σκοπό της εκτέλεσης στερητικής της ελευθερίας ποινής για τον λόγο και μόνο ότι η εν λόγω ποινή έχει δυσανάλογο χαρακτήρα σε σχέση με την αξιόποινη πράξη που κολάζει.
34. Η ανωτέρω διαπίστωση μπορεί επίσης να συναχθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου.
35. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Procureur général près la cour d’appel d’Angers, το Δικαστήριο κλήθηκε να ερμηνεύσει την προϋπόθεση του διττού αξιοποίνου της πράξης, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 4, και στο άρθρο 4, σημείο 1, της απόφασης-πλαισίου 2002/584. Ειδικότερα, το Δικαστήριο έκρινε ότι η εν λόγω προϋπόθεση πληρούται όταν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται για την εκτέλεση στερητικής της ελευθερίας ποινής, έστω και αν η ποινή αυτή έχει επιβληθεί, στο κράτος μέλος έκδοσης, για την τέλεση από τον εκζητούμενο ενιαίου ποινικού αδικήματος συγκροτούμενου από πλείονες πράξεις εκ των οποίων ορισμένες μόνον συνιστούν ποινικό αδίκημα στο κράτος μέλος εκτέλεσης (30).
36. Κληθέν από το αιτούν δικαστήριο στην υπόθεση εκείνη να εξετάσει το ζήτημα αυτό επίσης υπό το πρίσμα του άρθρου 49, παράγραφος 3, του Χάρτη, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η ανωτέρω ερμηνεία συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας των αξιόποινων πράξεων και ποινών, η οποία κατοχυρώνεται στην εν λόγω διάταξη (31).
37. Συναφώς, το Δικαστήριο υπογράμμισε, αφενός, ότι, στο σύστημα που καθιερώνεται με την απόφαση-πλαίσιο 2002/584, η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας αξιόποινων πράξεων και ποινών διασφαλίζεται από τις δικαστικές αρχές του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος, και διευκρίνισε επιπλέον, γενικότερα, ότι η διασφάλιση των δικαιωμάτων του προσώπου του οποίου ζητείται η παράδοση αποτελεί, κατά κύριο λόγο, ευθύνη του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος (32).
38. Αφετέρου, το Δικαστήριο επισήμανε ότι ο τυχόν δυσανάλογος χαρακτήρας της ποινής που επιβλήθηκε στο κράτος μέλος έκδοσης δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των λόγων υποχρεωτικής ή προαιρετικής μη εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης οι οποίοι προβλέπονται στα άρθρα 3, 4 και 4α της απόφασης-πλαισίου 2002/584 (33).
39. Επιπλέον, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η προϋπόθεση του διττού αξιοποίνου της πράξης σχετίζεται μόνον με την εξακρίβωση του αν τα πραγματικά περιστατικά του ποινικού αδικήματος για το οποίο εκδόθηκε το επίμαχο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης θα συνιστούσαν επίσης, αυτά καθεαυτά, ποινικό αδίκημα κατά το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης, εάν είχαν λάβει χώρα στο έδαφός του (34).
40. Από τα ανωτέρω στοιχεία, το Δικαστήριο συμπέρανε ότι δεν απόκειται στη δικαστική αρχή εκτέλεσης, στο πλαίσιο της εκτίμησης της προϋπόθεσης του διττού αξιοποίνου, να εξετάσει την ποινή που επιβλήθηκε στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος υπό το πρίσμα του άρθρου 49, παράγραφος 3, του Χάρτη (35).
41. Είναι αληθές ότι η απάντηση του Δικαστηρίου με την απόφαση Procureur général près la cour d’appel d’Angers πρέπει να εξεταστεί με γνώμονα την προϋπόθεση του διττού αξιοποίνου της πράξης, στο μέτρο που το Δικαστήριο υπογραμμίζει απλώς και μόνον ότι η ερμηνεία του της συγκεκριμένης προϋπόθεσης συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας των αξιόποινων πράξεων και των ποινών, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 49, παράγραφος 3, του Χάρτη.
42. Εντούτοις, με τη γενική διατύπωση των σκέψεων 65 και 66 της προμνησθείσας απόφασης, το Δικαστήριο υπονοεί ότι αξιολόγηση από τη δικαστική αρχή εκτέλεσης του ενδεχομένως δυσανάλογου χαρακτήρα της ποινής που επιβλήθηκε στο κράτος μέλος έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης φαίνεται να μη συνάδει με το σύστημα που καθιερώνεται με την απόφαση-πλαίσιο 2002/584. Φρονώ ότι, στο πλαίσιο της υπό κρίση υπόθεσης, το Δικαστήριο θα πρέπει να καταστήσει σαφές ότι άρνηση εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης δεν μπορεί, κατ’ αρχήν, να βασίζεται στην εκτίμηση της δικαστικής αρχής εκτέλεσης κατά την οποία, σε συνάρτηση με διάφορα στοιχεία εκτίμησης, περιλαμβανομένου του εθνικού δικαίου της, η ποινή που επιβλήθηκε στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος έχει δυσανάλογο χαρακτήρα. Συγκεκριμένα, κατά τη γνώμη μου, τέτοια εκτίμηση εκ μέρους της δικαστικής αρχής εκτέλεσης δεν είναι ούτε ευκταία ούτε δυνατή στην πράξη.
43. Η εκτίμηση του αναλογικού χαρακτήρα της ποινής, εκ μέρους της δικαστικής αρχής εκτέλεσης, δεν είναι ευκταία, καθότι θα έχει ως αποτέλεσμα η εν λόγω δικαστική αρχή να εξετάσει εκ νέου επί της ουσίας την καταδικαστική απόφαση που εκδόθηκε στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος, θέτοντας, ενδεχομένως, υπό αμφισβήτηση το βάσιμό της. Τοιουτοτρόπως, η δικαστική αρχή εκτέλεσης θα μετατραπεί σε όργανο προσφυγής, ενώπιον του οποίου ο εκζητούμενος θα μπορεί να προσβάλει τον αναλογικό χαρακτήρα της ποινής που του επιβλήθηκε από δικαστήριο του κράτους μέλους έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Ένα τέτοιο όργανο προσφυγής μπορεί, όμως, να βρίσκεται μόνον στο συγκεκριμένο κράτος μέλος και δεν μπορεί να βρίσκεται στο κράτος μέλος εκτέλεσης, του οποίου οι δικαστικές αρχές δεν μπορούν να αναλάβουν τέτοιο ρόλο. Επιπλέον, η δικαστική αρχή εκτέλεσης δεν διαθέτει διεθνή δικαιοδοσία βάσει της οποίας μπορεί να εφαρμόσει τους κανόνες του ουσιαστικού ποινικού δικαίου του κράτους μέλους εκτέλεσης σε αξιόποινη πράξη της οποίας ο κολασμός απόκειται στα δικαστήρια του κράτους μέλους έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, ένα εκ των οποίων εξέδωσε, με ανεξάρτητο τρόπο, τη δικαστική απόφαση στην οποία βασίζεται το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης του οποίου η εκτέλεση ζητείται.
44. Επομένως, δεν απόκειται στη δικαστική αρχή εκτέλεσης να αξιολογήσει αν η ποινή που επέβαλε δικαστήριο του κράτους μέλους έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης είναι ικανή να επιτύχει τους σκοπούς που επιδιώκονται με τη νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους και αν ενδεχομένως βαίνει πέραν του αναγκαίου μέτρου για την επίτευξη των εν λόγω σκοπών. Επισημαίνω, επιπλέον, ότι, για προφανείς λόγους ασφάλειας δικαίου, η αμετάκλητη απόφαση που εκδόθηκε στο κράτος μέλος έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης δεν μπορεί να τίθεται υπό αμφισβήτηση, στο στάδιο της εκτέλεσής της, από τη δικαστική αρχή εκτέλεσης, άλλως θα παραβιάζεται η αρχή του δεδικασμένου.
45. Επιπροσθέτως, έλεγχος, εκ μέρους της δικαστικής αρχής εκτέλεσης, του αναλογικού χαρακτήρα ποινής που επιβλήθηκε στο κράτος μέλος έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης παραβιάζει, ουσιωδώς, την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης (36). Υπενθυμίζεται ότι η εν λόγω αρχή προϋποθέτει ότι υπάρχει αμοιβαία εμπιστοσύνη των κρατών μελών στα συστήματα ποινικής δικαιοσύνης που εφαρμόζονται στα άλλα κράτη και ότι κάθε κράτος μέλος αποδέχεται την εφαρμογή του ποινικού δικαίου που ισχύει στα άλλα κράτη μέλη, έστω και αν η εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας του οδηγούσε σε διαφορετική λύση (37). Τούτο συνεπάγεται ότι η δικαστική αρχή εκτέλεσης δεν μπορεί να αμφισβητήσει την αναλογικότητα των ποινών παραπέμποντας στο δικό της ποινικό δίκαιο (38) και να επιβάλει τη δική της εκτίμηση της αναλογικότητας των ποινών, τούτο δε ανεξαρτήτως των κανόνων που προβλέπονται στο ουσιαστικό ποινικό δίκαιο του κράτους μέλους έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Υπογραμμίζεται επίσης ότι οι διαφορές του ποινικού δικαίου των κρατών μελών αντικατοπτρίζουν την ποικιλομορφία των επιλογών τους στον τομέα της αντεγκληματικής πολιτικής (39), σύμφωνα με τις προτεραιότητες που καθορίζουν οι εθνικοί νομοθέτες (40), μεταξύ άλλων, στον τομέα του ουσιαστικού ποινικού δικαίου που αποτελεί αντικείμενο ελάχιστης εναρμόνισης εντός της Ένωσης. Συναφώς, πρέπει να αποφευχθεί το ενδεχόμενο ορισμένα κράτη μέλη να καταστούν, εις βάρος του σκοπού της καταπολέμησης της ατιμωρησίας και του σεβασμού των δικαιωμάτων των θυμάτων, καταφύγια για τους καταδικασθέντες, για τον λόγο ότι κολάζουν λιγότερο αυστηρά ορισμένες αξιόποινες πράξεις. Επισημαίνεται επίσης ότι, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, μολονότι, στο πλαίσιο της εφαρμογής της, η απόφαση-πλαίσιο 2002/584 παραθέτει στο άρθρο 2, παράγραφος 2, κατηγορίες αξιόποινων πράξεων, ο ορισμός των εν λόγω αξιόποινων πράξεων και οι αντίστοιχες ποινές προκύπτουν από το δίκαιο του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος. Σκοπός της απόφασης-πλαισίου δεν είναι η εναρμόνιση του ουσιαστικού ποινικού δικαίου, ήτοι των κανόνων σχετικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης των εν λόγω αξιόποινων πράξεων ή με τις ποινές με τις οποίες οι πράξεις αυτές τιμωρούνται (41).
46. Διαπιστώνεται, επιπλέον, ότι είναι προφανώς δυσχερές, εάν όχι αδύνατο, η δικαστική αρχή εκτέλεσης να προβεί σε ενδελεχή και διαφωτισμένη εκτίμηση του αναλογικού χαρακτήρα της ποινής που αποφάσισε να επιβάλει δικαστήριο του κράτους μέλους έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, διότι απλούστατα η δίκη δεν διεξήχθη ενώπιόν της, δεν διαθέτει τον πλήρη φάκελο της υπόθεσης και δεν γνωρίζει τις ιδιαιτερότητες του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης του εν λόγω κράτους μέλους (42). Φρονώ ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 15, παράγραφοι 2 και 3, της απόφασης-πλαισίου 2002/584 ανταλλαγή πληροφοριών δεν μπορεί να επιλύσει το ανωτέρω ζήτημα, δεδομένου ότι προορίζεται να περιαγάγει τη δικαστική αρχή εκτέλεσης σε θέση να αποφασίσει σχετικά με την παράδοση και όχι να της παράσχει τα στοιχεία βάσει των οποίων θα μπορούσε να αξιολογήσει το βάσιμο της καταδικαστικής απόφασης που εκδόθηκε στο κράτος μέλος έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης (43).
47. Γενικότερα, τέτοια λύση θα παρέβλεπε το γεγονός ότι σκοπός της επίμαχης απόφασης-πλαισίου δεν είναι η εναρμόνιση του ουσιαστικού ποινικού δικαίου των κρατών μελών και, επομένως, η ποικιλομορφία των κανόνων στον τομέα αυτόν δεν μπορεί να καταλήξει σε αδρανοποίηση του μηχανισμού παράδοσης που καθιερώνεται με την εν λόγω απόφαση-πλαίσιο, παρέχοντας στη δικαστική αρχή εκτέλεσης τη δυνατότητα να ελέγχει την τήρηση, από δικαστήριο του κράτους μέλους έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, της αρχής της αναλογικότητας των ποινών. Επομένως, προκειμένου να αποφευχθεί τέτοιος κίνδυνος είναι απαραίτητο να διασφαλιστεί ότι η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας των ποινών υπάγεται, κατ’ αρχήν, μόνο στην αρμοδιότητα των δικαστηρίων του κράτους μέλους έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από το ποινικό δίκαιο του εν λόγω κράτους μέλους. Διαφορετική λύση θα θίγει αναπόφευκτα τον σκοπό της καθιέρωσης απλουστευμένου και αποτελεσματικού συστήματος για τη διευκόλυνση και την επιτάχυνση της παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών.
48. Εντούτοις, δεν μπορεί να αποκλειστεί παντελώς, υπό εξαιρετικές περιστάσεις, η ύπαρξη κινδύνου παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας των ποινών να μπορεί να οδηγήσει τη δικαστική αρχή εκτέλεσης να αρνηθεί να εκτελέσει ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Παρατηρώ, εξάλλου, ότι, με την απόφαση Procureur général près la cour d’appel d’Angers, το Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί του αν ο κίνδυνος παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας των ποινών, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 49, παράγραφος 3, του Χάρτη, θα μπορούσε, βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 3, της απόφασης-πλαισίου 2002/584, να αποτελέσει αυτοτελή λόγο άρνησης εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης.
Β. Επί των συνεπειών που πρέπει να αντληθούν από το άρθρο 1, παράγραφος 3, της απόφασης-πλαισίου 2002/584 σε περίπτωση κινδύνου παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας των ποινών, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 49, παράγραφος 3, του Χάρτη
49. Από το άρθρο 1, παράγραφος 3, της απόφασης-πλαισίου 2002/584 προκύπτει ότι η απόφαση-πλαίσιο δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την τροποποίηση της υποχρέωσης σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στον Χάρτη.
50. Η ανωτέρω υποχρέωση επιβάλλεται στα κράτη μέλη όταν αποφασίζουν για την παράδοση προσώπου, δεδομένου ότι η απόφαση για την παράδοση συνιστά εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 51, παράγραφος 1, του Χάρτη. Επομένως, οι δικαστικές αρχές εκτέλεσης των κρατών μελών υποχρεούνται να διασφαλίζουν, κατά την έκδοση της απόφασης αυτής, τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων τα οποία ο Χάρτης αναγνωρίζει στο πρόσωπο εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης (44).
51. Στο πλαίσιο αυτό, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 49, παράγραφος 3, του Χάρτη ορίζει ότι η αυστηρότητα της ποινής δεν πρέπει να είναι δυσανάλογη προς το αδίκημα. Η εν λόγω διάταξη εφαρμόζεται όταν εθνική διάταξη εφαρμόζει το δίκαιο της Ένωσης (45). Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, τα κατασταλτικά μέτρα που προβλέπονται από την εθνική νομοθεσία δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των σκοπών που θεμιτώς επιδιώκονται με τη σχετική νομοθεσία. Η αυστηρότητα των κυρώσεων πρέπει να ανταποκρίνεται στη σοβαρότητα των παραβάσεων τις οποίες αυτές κολάζουν, ιδίως διασφαλίζοντας ένα όντως αποτρεπτικό αποτέλεσμα, χωρίς να υπερβαίνουν το αναγκαίο για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού μέτρο (46).
52. Εξάλλου, η αρχή της αναλογικότητας επιτάσσει να λαμβάνονται υπόψη, κατά τον καθορισμό της κύρωσης και κατά την επιμέτρηση του επίπεδου της, οι επιμέρους περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (47). Για την εκτίμηση της αναλογικότητας των κυρώσεων πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη τόσο η δυνατότητα του εθνικού δικαστηρίου να μεταβάλει τον αναγραφόμενο στο κατηγορητήριο νομικό χαρακτηρισμό της πράξης, δεδομένου ότι η δυνατότητα αυτή μπορεί να οδηγήσει στην επιβολή ηπιότερης κύρωσης, όσο και η δυνατότητά του να προσαρμόσει την κύρωση στη σοβαρότητα του τελεσθέντος αδικήματος (48).
53. Βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 3, της απόφασης-πλαισίου 2002/584, το Δικαστήριο διαμόρφωσε έναν αυτοτελή λόγο ο οποίος μπορεί, εφόσον πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις, να δικαιολογεί, κατ’ εξαίρεση, την άρνηση παράδοσης εκ μέρους της δικαστικής αρχής εκτέλεσης σε περίπτωση κινδύνου προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του εκζητουμένου. Έως σήμερα, η δυνατότητα επίκλησης τέτοιου λόγου έχει εξεταστεί σε σχέση με κίνδυνο προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στα άρθρα 4 (απαγόρευση των βασανιστηρίων και των απάνθρωπων ή εξευτελιστικών ποινών ή μεταχείρισης), 7 (δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής), 24 (δικαιώματα του παιδιού) και 47 (δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου, που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως) του Χάρτη.
54. Κατά τη γνώμη μου, δεν συντρέχει κανένας λόγος αποκλεισμού, εκ προοιμίου και κατηγορηματικώς, της δυνατότητας ο κίνδυνος προσβολής του θεμελιώδους δικαιώματος που κατοχυρώνεται στο άρθρο 49, παράγραφος 3, του Χάρτη να μπορεί επίσης να δικαιολογήσει, κατ’ εξαίρεση, την άρνηση παράδοσης βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 3, της απόφασης-πλαισίου 2002/584. Παρατηρώ, εξάλλου, ότι –μολονότι στο πλαίσιο της ερμηνείας άλλης πράξης του δικαίου της Ένωσης (49)– με την απόφαση Alchaster το Δικαστήριο έκρινε ότι οι δικαστικές αρχές εκτέλεσης των κρατών μελών υποχρεούνται να διασφαλίζουν, κατά την έκδοση απόφασης παράδοσης, τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων που προκύπτουν από το άρθρο 49, παράγραφος 1, του Χάρτη, το οποίο ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι δεν επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνη η οποία ίσχυε κατά τη στιγμή της τέλεσης του αδικήματος. Κατά τη γνώμη μου, η ανωτέρω εκτίμηση πρέπει να μπορεί να επεκταθεί στο άρθρο 49, παράγραφος 3, του Χάρτη (50).
55. Ως εκ τούτου, κατά τη γνώμη μου, η ύπαρξη κινδύνου προσβολής του θεμελιώδους δικαιώματος που κατοχυρώνεται στο άρθρο 49, παράγραφος 3, του Χάρτη μπορεί να επιτρέπει στη δικαστική αρχή εκτέλεσης να αρνηθεί, κατόπιν προσήκουσας εξέτασης, την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης.
56. Όσον αφορά τις λεπτομέρειες της προμνησθείσας εξέτασης, φρονώ ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να παρεκκλίνει από τη νομολογία του, η οποία αποσκοπεί στη διατήρηση του εξαιρετικού χαρακτήρα της άρνησης παράδοσης βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 3, της απόφασης-πλαισίου 2002/584, μέσω του ελέγχου της ύπαρξης κινδύνου προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων με εξέταση σε δύο χωριστά στάδια.
57. Συναφώς, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η εκτίμηση, στο πλαίσιο διαδικασίας εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, του αν υφίσταται όντως κίνδυνος προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στα άρθρα 4, 7, 24 και 47 του Χάρτη πρέπει, κατ’ αρχήν, να διενεργείται μέσω εξέτασης σε δύο χωριστά στάδια, τα οποία δεν πρέπει να συγχέονται, καθόσον απαιτούν ανάλυση βάσει διαφορετικών κριτηρίων, και τα οποία πρέπει, επομένως, να διεξάγονται διαδοχικώς (51).
58. Προς τον σκοπό αυτό, η δικαστική αρχή εκτέλεσης οφείλει, κατά το πρώτο στάδιο, να εξετάσει αν υφίστανται αντικειμενικά, αξιόπιστα, συγκεκριμένα και δεόντως επικαιροποιημένα στοιχεία καταδεικνύοντα την ύπαρξη πραγματικού κινδύνου προσβολής, στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος, ενός εκ των εν λόγω θεμελιωδών δικαιωμάτων λόγω είτε συστημικών ή γενικευμένων πλημμελειών είτε πλημμελειών που επηρεάζουν ειδικότερα μια αντικειμενικώς προσδιορίσιμη ομάδα ατόμων (52).
59. Κατά το δεύτερο στάδιο, η δικαστική αρχή εκτέλεσης πρέπει να διακριβώσει, κατά τρόπο συγκεκριμένο και ακριβή, σε ποιον βαθμό οι πλημμέλειες που διαπιστώθηκαν κατά το πρώτο στάδιο της εξέτασης είναι δυνατόν να έχουν επιπτώσεις για το πρόσωπο εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και αν, λαμβανομένης υπόψη της προσωπικής κατάστασής του, υφίστανται σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι για να θεωρηθεί ότι το πρόσωπο αυτό θα διατρέξει πραγματικό κίνδυνο προσβολής των εν λόγω θεμελιωδών δικαιωμάτων του σε περίπτωση παράδοσής του στο κράτος μέλος που εξέδωσε στο ένταλμα (53).
60. Επομένως, όταν εκτιμά αν η εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης μπορεί να συνεπάγεται κίνδυνο προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων, η δικαστική αρχή εκτέλεσης πρέπει να αποστασιοποιείται από τη συγκεκριμένη περίπτωση και να επανέρχεται σε αυτήν μόνον εάν εντοπίζει στο κράτος μέλος έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης είτε συστημικές ή γενικευμένες πλημμέλειες είτε πλημμέλειες που επηρεάζουν ειδικότερα μια αντικειμενικώς προσδιορίσιμη ομάδα ατόμων. Κατά συνέπεια, η ανάλυση σε συστημικό επίπεδο προηγείται κατ’ αρχήν της ανάλυσης σε ατομικό επίπεδο.
61. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο καθορίζει αυστηρούς όρους εφαρμογής του λόγου άρνησης παράδοσης που βασίζεται στο άρθρο 1, παράγραφος 3, της απόφασης-πλαισίου 2002/584 και επιβάλλει στη δικαστική αρχή εκτέλεσης την υποχρέωση διενέργειας ενδελεχούς και απαιτητικής εξέτασης. Τούτο δικαιολογείται από τη διαπίστωση ότι το απλουστευμένο και αποτελεσματικό σύστημα παράδοσης των καταδικασθέντων ή υπόπτων, το οποίο καθιερώθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2002/584, βασίζεται στον υψηλό βαθμό εμπιστοσύνης που πρέπει να υπάρχει μεταξύ των κρατών μελών και στην αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης (54). Επομένως, η αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης επιβάλλει σε κάθε κράτος μέλος να δέχεται, πλην εξαιρετικών περιστάσεων, ότι όλα τα λοιπά κράτη μέλη τηρούν το δίκαιο της Ένωσης, ιδίως δε ότι σέβονται τα αναγνωρισμένα από το δίκαιο της Ένωσης θεμελιώδη δικαιώματα (55). Κατά συνέπεια, όταν θέτουν σε εφαρμογή το δίκαιο της Ένωσης, τα κράτη μέλη πρέπει να θεωρούν δεδομένο τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων από τα λοιπά κράτη μέλη, με αποτέλεσμα να μην έχουν τη δυνατότητα όχι μόνο να απαιτήσουν από κάποιο άλλο κράτος μέλος να εφαρμόσει εθνικό επίπεδο προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων υψηλότερο από το επίπεδο προστασίας που εγγυάται το δίκαιο της Ένωσης, αλλά επίσης, πλην εξαιρετικών περιπτώσεων, να ελέγξουν αν το άλλο κράτος μέλος έχει πράγματι σεβαστεί, σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνει η Ένωση (56).
62. Στο πλαίσιο αυτό, στο οποίο ο σεβασμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων από το κράτος μέλος έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης θεωρείται δεδομένος ως απόρροια της αρχής της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, το Δικαστήριο έχει υπογραμμίσει ότι η υποχρέωση διαπίστωσης της ύπαρξης συστημικών ή γενικευμένων πλημμελειών ή πλημμελειών που επηρεάζουν ειδικότερα μια αντικειμενικώς προσδιορίσιμη ομάδα ατόμων πριν καταστεί δυνατό να εξακριβωθεί, κατά τρόπο συγκεκριμένο και ακριβή, αν το πρόσωπο εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης θα διατρέξει πραγματικό κίνδυνο προσβολής θεμελιώδους δικαιώματος, έχει ακριβώς ως σκοπό να αποτρέψει τη διενέργεια τέτοιου ελέγχου πλην εξαιρετικών περιπτώσεων (57).
63. Το Δικαστήριο έχει υπογραμμίσει ότι η συμμόρφωση προς την ανωτέρω υποχρέωση καθιστά, μεταξύ άλλων, δυνατή τη διασφάλιση της κατανομής των ευθυνών μεταξύ του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και του κράτους μέλους εκτέλεσης όσον αφορά την τήρηση των σύμφυτων με τα θεμελιώδη δικαιώματα επιταγών, η οποία απορρέει από την πλήρη εφαρμογή των αρχών της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και αναγνώρισης στις οποίες στηρίζεται η λειτουργία του μηχανισμού του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης (58).
64. Όπως επισήμανα με τις προτάσεις μου στην υπόθεση Puig Gordi κ.λπ. (59), δεν χωρεί αμφιβολία ότι, ως αρχές που πρέπει να εφαρμόσουν την απόφαση-πλαίσιο 2002/584, οι δικαστικές αρχές έκδοσης και εκτέλεσης του εντάλματος οφείλουν να σέβονται τα θεμελιώδη δικαιώματα που προστατεύονται από τον Χάρτη. Τούτου λεχθέντος, για να μπορεί να λειτουργήσει το σύστημα παράδοσης που θεσπίζεται με την εν λόγω απόφαση-πλαίσιο, οι σχετικές ευθύνες κατανέμονται, βάσει της αρχής της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, μεταξύ των δύο ως άνω αρχών. Συγκεκριμένα, εάν η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος και η δικαστική αρχή εκτέλεσης είχαν το δικαίωμα να προβούν στους ίδιους ελέγχους, θα διακυβεύονταν η αποτελεσματικότητα και η ταχύτητα της παράδοσης. Επιπλέον, η αμοιβαία εμπιστοσύνη είναι, εκ φύσεως, αντίθετη προς τη διενέργεια διασταυρούμενων ελέγχων από κάθε αρχή με σκοπό να διακριβωθεί ο σεβασμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων στο κράτος μέλος στο οποίο ανήκει η άλλη αρχή. Στο πνεύμα αυτό, η άρνηση εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης η οποία βασίζεται στη διαπίστωση, εκ μέρους της δικαστικής αρχής εκτέλεσης, ύπαρξης κινδύνου προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος μπορεί να έχει μόνον εξαιρετικό χαρακτήρα (60).
65. Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι η δικαστική αρχή εκτέλεσης δεν υποχρεούται να διεξαγάγει συστημική εξέταση, σε πρώτο στάδιο, μόνον στην ειδική περίπτωση που τέτοια εξέταση αποδεικνύεται απρόσφορη για την αξιολόγηση του προβληθέντος κινδύνου προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Τούτο συμβαίνει, υπό το πρίσμα του άρθρου 4 του Χάρτη που θεσπίζει απόλυτο δικαίωμα, όταν το πρόσωπο του οποίου ζητείται η παράδοση πάσχει από σοβαρές χρόνιες παθήσεις αόριστης διάρκειας, οι οποίες ενδέχεται να επιδεινωθούν σημαντικά σε περίπτωση παράδοσής του (61). Εντούτοις, στην περίπτωση αυτή εξακολουθεί να υφίσταται η απαίτηση σχετικά με τον εξαιρετικό χαρακτήρα της άρνησης εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Συγκεκριμένα, στην περίπτωση αυτή, το Δικαστήριο απαιτεί ένα ελάχιστο επίπεδο σοβαρότητας το οποίο βαίνει πέραν του αναπόφευκτου βαθμού ταλαιπωρίας που είναι εγγενής στην κράτηση για την αιτιολόγηση τέτοιας άρνησης, ήτοι ότι η παράδοση του εκζητουμένου, ο οποίος πάσχει από σοβαρή ασθένεια, θα τον εξέθετε σε πραγματικό κίνδυνο σημαντικής μείωσης του προσδόκιμου ζωής του ή ταχείας, σημαντικής και μη αναστρέψιμης επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του (62).
66. Φρονώ, πάντως, ότι, στο πλαίσιο της υπό κρίση υπόθεσης, δεν συντρέχει λόγος προσθήκης νέας εξαίρεσης από την απαίτηση της εξέτασης σε δύο στάδια. Εκτιμώ, επομένως, ότι η αξιολόγηση της ύπαρξης κινδύνου παράβασης του άρθρου 49, παράγραφος 3, του Χάρτη σε περίπτωση εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης απαιτεί, κατά το πρώτο στάδιο, εξέταση σε συστημικό επίπεδο.
67. Επομένως, απόκειται στη δικαστική αρχή εκτέλεσης, όταν το πρόσωπο εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης ισχυρίζεται ότι καταδικάστηκε σε υπέρμετρα αυστηρή ποινή και, κατά συνέπεια, συντρέχει κίνδυνος παράβασης του άρθρου 49, παράγραφος 3, του Χάρτη σε περίπτωση παράδοσής του, να εκτιμήσει το βάσιμο του εν λόγω ισχυρισμού στο πλαίσιο εξέτασης σε δύο στάδια.
68. Ως εκ τούτου, όταν το ανωτέρω πρόσωπο ισχυρίζεται ότι εκτίθεται σε τέτοιο κίνδυνο, πλην όμως η δικαστική αρχή εκτέλεσης θεωρεί ότι τα στοιχεία που αυτή διαθέτει δεν αποτελούν αντικειμενικά, αξιόπιστα, συγκεκριμένα και δεόντως επικαιροποιημένα στοιχεία καταδεικνύοντα την ύπαρξη συστημικών ή γενικευμένων πλημμελειών ή πλημμελειών που επηρεάζουν ειδικότερα μια αντικειμενικώς προσδιορίσιμη ομάδα ατόμων, σχετικά με την εφαρμογή της εν λόγω αρχής στο κράτος μέλος έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, η δικαστική αρχή εκτέλεσης δεν μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης για τον λόγο που προβάλλει ο εκζητούμενος (63). Συγκεκριμένα, η δικαστική αρχή εκτέλεσης δεν έχει πλέον βάσιμο λόγο να θεωρήσει δεδομένο ότι η αρχή της αναλογικότητας των ποινών δεν τηρήθηκε στο κράτος μέλος έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, αλλά υποχρεούται, αντιθέτως, να στηρίξει την ανάλυσή της στην τήρηση της εν λόγω αρχής, συμφώνως προς την αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης (64).
69. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η διασφάλιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων στο πλαίσιο διαδικασίας σχετικής με ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης αποτελεί, κατά κύριο λόγο, ευθύνη του κράτους μέλους έκδοσης (65). Ως εκ τούτου, η δικαστική αρχή εκτέλεσης πρέπει να επιδεικνύει εμπιστοσύνη στα δικαστήρια του κράτους μέλους έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης (66). Εάν δεν υπήρχε η εμπιστοσύνη αυτή, η δικαστική αρχή εκτέλεσης, μόλις περιέρχονταν σε γνώση της ισχυρισμοί όπως οι επίμαχοι στην υπόθεση της κύριας δίκης, θα προέβαινε σε έλεγχο της εφαρμογής, εκ μέρους των δικαστηρίων του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος, του ουσιαστικού ποινικού δικαίου του εν λόγω κράτους μέλους σε συγκεκριμένη περίπτωση, όπερ θα αντέβαινε στην αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης στην οποία στηρίζεται η απόφαση-πλαίσιο 2002/584. Από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η εν λόγω απόφαση‑πλαίσιο, ερμηνευόμενη υπό το πρίσμα των διατάξεων του Χάρτη, δεν μπορεί να ερμηνεύεται κατά τρόπον ώστε να θίγεται η αποτελεσματικότητα του συστήματος δικαστικής συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών (67).
70. Όσον αφορά το περιεχόμενο της εξέτασης σε δύο στάδια την οποία πρέπει να διενεργεί η δικαστική αρχή εκτέλεσης όταν προβάλλεται κίνδυνος παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας των ποινών που κατοχυρώνεται στο άρθρο 49, παράγραφος 3, του Χάρτη, τα δύο στάδια της εν λόγω εξέτασης περιγράφονται ως ακολούθως.
71. Όσον αφορά το πρώτο στάδιο, προκειμένου να διακριβώσει αν τέτοιες πλημμέλειες αποδεικνύονται, η δικαστική αρχή εκτέλεσης θα πρέπει να προβεί σε συνολική εκτίμηση των κανόνων που ισχύουν στο κράτος μέλος έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης ώστε να εξακριβώσει αν οι εν λόγω κανόνες στερούν από τους εθνικούς δικαστές, για ορισμένες κατηγορίες αξιόποινων πράξεων, την εξουσία τους να λαμβάνουν υπόψη τις επιμέρους περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης προβαίνοντας σε εξατομίκευση της ποινής. Κατά τη γνώμη μου, η δικαστική αρχή εκτέλεσης μπορεί να θεωρήσει ότι οι εν λόγω πλημμέλειες αποδεικνύονται εάν από τη συνολική εκτίμηση προκύπτει ότι οι καταδικασθέντες λόγω της τέλεσης αξιόποινων πράξεων που εμπίπτουν στις ως άνω κατηγορίες δεν τυγχάνουν, γενικώς, στο συγκεκριμένο κράτος μέλος, του ευεργετήματος εξατομίκευσης της ποινής (68).
72. Συγκεκριμένα, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας Y. Bot με τις προτάσεις του στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Aranyosi και Căldăraru (69), «[κ]ατά το στάδιο της επιβολής της ποινής, η αρχή της εξατομικεύσεως της ποινής αποκλείει την αρχή της αυτόματης και πλήρως προκαθορισμένης ποινής. Ο δικαστής επιβάλλει επομένως την ποινή ανάλογα με την προσωπικότητα του δράστη, όπως αυτή προκύπτει ειδικότερα από τη φύση της τελεσθείσας παραβάσεως, τις περιστάσεις της διαπράξεώς της, την έρευνα της προσωπικότητας, τους μάρτυρες, τις ψυχολογικές και ψυχιατρικές πραγματογνωμοσύνες, και τις δυνατότητες επανεντάξεως που προσφέρει η προσωπικότητα του προσώπου αυτού». Επομένως, η αρχή της εξατομίκευσης της ποινής παρέχει τη δυνατότητα να λαμβάνονται υπόψη η συμπεριφορά του καταδικασθέντος, η προσωπικότητά του καθώς και η περιουσιακή, οικογενειακή και κοινωνική κατάστασή του (70). Κατά συνέπεια, η εξατομίκευση της ποινής συμβάλλει στην επιβολή ποινής σύμφωνης προς την αρχή της αναλογικότητας.
73. Επομένως, όταν η έννομη τάξη του κράτους μέλους έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης προβλέπει κανόνες που επιτρέπουν στον εθνικό δικαστή να εξατομικεύει την ποινή σε συνάρτηση με τη φύση και τη σοβαρότητα της αξιόποινης πράξης, καθώς και με την προσωπική κατάσταση του κατηγορουμένου, ο κίνδυνος να καταδικαστεί ο κατηγορούμενος σε ποινή μη σύμφωνη προς την αρχή της αναλογικότητας μπορεί, κατ’ αρχήν, να αποκλειστεί. Τούτο συμβαίνει κατά μείζονα λόγο όταν η τήρηση, από τον εθνικό δικαστή, της προμνησθείσας αρχής μπορεί να υποβληθεί σε έλεγχο μέσω της άσκησης μέσου ένδικης προστασίας, όπως στην υπόθεση της κύριας δίκης.
74. Διευκρινίζω επίσης ότι, κατά τη γνώμη μου, η διαπίστωση ότι ο εθνικός δικαστής οφείλει να ασκεί την εξουσία εξατομίκευσης της ποινής εντός ορισμένων ορίων, δυνάμει του δικαίου του κράτους μέλους έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, όπως είναι ο καθορισμός αναλογίας μείωσης της ποινής σε περίπτωση ελαφρυντικών περιστάσεων που προβλέπεται στο ρουμανικό δίκαιο ή η καθιέρωση κατώτατων ορίων ποινών, δεν αρκεί προς απόδειξη της ύπαρξης συστημικών, γενικευμένων ή ανά κατηγορία πλημμελειών στο συγκεκριμένο κράτος μέλος. Τέτοιες πλημμέλειες μπορούν να διαπιστωθούν μόνον εάν ο εθνικός δικαστής εμποδίζεται από το εθνικό δίκαιό του να προβεί σε εξατομίκευση της ποινής και όχι εάν μπορεί να ασκήσει την εν λόγω εξουσία μόνον εντός ορισμένων ορίων.
75. Κατά το δεύτερο στάδιο, όταν ο κίνδυνος που προβάλλει ο εκζητούμενος απορρέει από το γεγονός ότι, σε περίπτωση παράδοσής του, θα πρέπει να εκτίσει ποινή μη σύμφωνη προς την αρχή της αναλογικότητας, η ύπαρξη τέτοιου κινδύνου πρέπει να διαπιστώνεται μόνον εάν, υπό το πρίσμα των κανόνων που ισχύουν στο κράτος μέλος έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, ο κίνδυνος παραβίασης της εν λόγω αρχής είναι πρόδηλος (71). Τούτο θα συμβεί όταν η ποινή που επιβλήθηκε υπερβαίνει καταφανώς, χαρακτηριζόμενη από υψηλό βαθμό αυστηρότητας, το αναγκαίο μέτρο για την καταστολή της επίμαχης αξιόποινης πράξης.
76. Συναφώς, η παρατήρηση ότι, για την ίδια αξιόποινη πράξη, υφίσταται σημαντική διαφορά μεταξύ της ποινής που επιβάλλεται στο κράτος μέλος έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και στο κράτος μέλος εκτέλεσης δεν αρκεί για τη θεμελίωση τέτοιας διαπίστωσης. Συγκεκριμένα, το ποινικό δίκαιο του κράτους μέλους έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης δεν μπορεί να είναι το κατάλληλο σημείο σύγκρισης, στο μέτρο που το επίπεδο προστασίας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 49, παράγραφος 3, του Χάρτη πρέπει να καθορίζεται στο επίπεδο της Ένωσης και όχι στο επίπεδο ενός και μόνου κράτους μέλους (72). Επομένως, η δικαστική αρχή εκτέλεσης δεν δύναται να λαμβάνει υπόψη επίπεδο προστασίας υψηλότερο από εκείνο που διασφαλίζει η εν λόγω διάταξη σε σχέση με την αρχή της αναλογικότητας των ποινών (73). Επιπλέον, η διαφορά μεταξύ των κρατών μελών μπορεί να αποδοθεί σε διαφοροποιήσεις στην αντεγκληματική πολιτική, οι οποίες είναι αναπόφευκτες, ελλείψει πλήρους εναρμόνισης των κανόνων του ουσιαστικού ποινικού δικαίου των κρατών μελών.
77. Σε περίπτωση θέσπισης στο επίπεδο της Ένωσης, δυνάμει του άρθρου 83, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, ελάχιστων κανόνων για τον ορισμό των ποινικών αδικημάτων και των κυρώσεων σε έναν από τους τομείς της ιδιαιτέρως σοβαρής εγκληματικότητας με διασυνοριακή διάσταση που απαριθμούνται στο δεύτερο εδάφιο της ίδιας διάταξης, οι εν λόγω κανόνες μπορούν επίσης να παράσχουν στη δικαστική αρχή εκτέλεσης χρήσιμα στοιχεία, όταν η περίπτωση επί της οποίας εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της πράξης της Ένωσης που προέβλεψε τους εν λόγω κανόνες. Εν προκειμένω, το ανωτέρω σημείο σύγκρισης δεν φαίνεται καθοριστικής σημασίας καθότι, αφενός, δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 2, της απόφασης-πλαισίου 2004/757 (74), πράξεις όπως η εισαγωγή ναρκωτικών αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω απόφασης-πλαισίου «όταν τελούνται από τους δράστες με αποκλειστικό σκοπό την προσωπική τους κατανάλωση», όπως, κατά τον DZ, συμβαίνει στην υπό κρίση υπόθεση. Αφετέρου, το περιθώριο εκτίμησης των κρατών μελών σε τέτοιο πλαίσιο προκύπτει σαφώς από την αιτιολογική σκέψη 4 της απόφασης-πλαισίου 2004/757, κατά την οποία «[ο] αποκλεισμός από το πεδίο εφαρμογής της [εν λόγω] απόφασης-πλαισίου ορισμένων ειδών συμπεριφοράς όσον αφορά την προσωπική κατανάλωση δεν αποτελεί κατευθυντήρια γραμμή του Συμβουλίου ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να αντιμετωπίζουν τα κράτη μέλη τις λοιπές αυτές περιπτώσεις στην εθνική τους νομοθεσία» (75).
78. Επισημαίνω, επιπλέον, ότι η απαίτηση ο κίνδυνος παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας των ποινών να είναι πρόδηλος δεν συνεπάγεται, κατά τη γνώμη μου, ότι η επιβληθείσα ποινή θα πρέπει οπωσδήποτε να έχει απάνθρωπο και εξευτελιστικό χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 4 του Χάρτη. Είναι αληθές ότι από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου προκύπτει ότι η «σαφής δυσαναλογία» μεταξύ της αξιόποινης πράξης και της ποινής μπορεί να εξετάζεται υπό το πρίσμα του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (76). Εκτιμώ, εντούτοις, ότι η δικαστική αρχή εκτέλεσης θα μπορούσε να διαπιστώσει ότι η ποινή που επιβλήθηκε στο κράτος μέλος έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης υπερβαίνει καταφανώς, χαρακτηριζόμενη από υψηλό βαθμό αυστηρότητας, το αναγκαίο μέτρο για την καταστολή της επίμαχης αξιόποινης πράξης, χωρίς η επίμαχη ποινή να έχει οπωσδήποτε απάνθρωπο ή εξευτελιστικό χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 4 του Χάρτη.
79. Εν προκειμένω, από την έκθεση του ρουμανικού δικαίου ενώπιον του Δικαστηρίου δεν προκύπτει η ύπαρξη ούτε συστημικών ή γενικευμένων πλημμελειών ούτε πλημμελειών που επηρεάζουν μια αντικειμενικώς προσδιορίσιμη ομάδα ατόμων στην οποία ανήκει ο DZ, κατά την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας των ποινών. Συγκεκριμένα, μολονότι το κατώτατο όριο της ποινής καθορίζεται σε επίπεδο το οποίο μπορεί να φαίνεται υψηλό, ήτοι επτά έτη, ορισμένες περιστάσεις παρέχουν στον δικαστή τη δυνατότητα να εξατομικεύσει την ποινή, όπερ μπορεί να καταλήξει σε μείωση της επιβληθείσας ποινής κάτω του εν λόγω κατώτατου ορίου.
80. Κατ’ αρχάς, δυνάμει του άρθρου 75, παράγραφος 2, στοιχείο b, του ποινικού κώδικα (77), ερμηνευομένου σε συνδυασμό με το άρθρο 76, παράγραφος 1, του ίδιου κώδικα, τα ειδικά όρια της ποινής (κατώτατο και ανώτατο όριο) μπορούν να μειωθούν κατά το ένα τρίτο, εάν συντρέχουν ελαφρυντικές περιστάσεις. Η Ρουμανική Κυβέρνηση επισημαίνει, με τις γραπτές παρατηρήσεις της, ότι η εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της διάρκειας της ποινής από επτά έτη σε τέσσερα έτη και οκτώ μήνες (78).
81. Εν συνεχεία, δυνάμει του άρθρου 375, το οποίο επιγράφεται «Διαδικασία ποινικού συμβιβασμού», ερμηνευομένου σε συνδυασμό με το άρθρο 396, παράγραφος 10, του Codul de Procedură Penală (κώδικα ποινικής δικονομίας), τα ειδικά όρια της ποινής (κατώτατο και ανώτατο όριο) μπορούν να μειωθούν κατά το ένα τρίτο σε περίπτωση αναγνώρισης από τον κατηγορούμενο της ενοχής του και εάν το δικαστήριο εκτιμά ότι τα πραγματικά στοιχεία της υπόθεσης ταυτίζονται με τα πραγματικά στοιχεία που αναγνωρίζει ο κατηγορούμενος. Η Ρουμανική Κυβέρνηση επισημαίνει, με τις γραπτές παρατηρήσεις της, ότι η εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων μπορεί να συνεπάγεται μείωση της διάρκειας της ποινής από 4 έτη και 8 μήνες σε 1 120 ημέρες ήτοι 3 έτη, 1 μήνα και 10 ημέρες (79).
82. Τέλος, κατά το άρθρο 15 του νόμου 143/2000, εάν, κατά τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας, ο κατηγορούμενος αναφέρει άλλα πρόσωπα που έχουν τελέσει αξιόποινες πράξεις σχετικά με τα ναρκωτικά και διευκολύνει την αναγνώριση και τη δίωξή τους, τυγχάνει μείωσης κατά το ήμισυ των ορίων της ποινής που προβλέπονται από τον νόμο. Η Ρουμανική Κυβέρνηση επισημαίνει, με τις γραπτές παρατηρήσεις της, ότι η εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης μπορεί να συνεπάγεται μείωση της διάρκειας της ποινής από 1 120 ημέρες, ήτοι από 3 έτη, 1 μήνα και 10 ημέρες, σε 560 ημέρες, ήτοι σε 1 έτος, 6 μήνες και 20 ημέρες (80).
83. Πέραν των ανωτέρω δυνατοτήτων μείωσης της ποινής, ο Ρουμάνος δικαστής μπορεί επίσης να αποφασίσει την αναστολή της εκτέλεσης της ποινής, δυνάμει του άρθρου 91 του ποινικού κώδικα, σε περίπτωση ποινής ανώτατης διάρκειας τριών ετών (81). Επιπλέον, το ρουμανικό δίκαιο δεν εμποδίζει τον εθνικό δικαστή να τροποποιήσει τον χαρακτηρισμό της αξιόποινης πράξης σε σχέση με τον χαρακτηρισμό που περιέχεται στο κατηγορητήριο, δυνατότητα η οποία μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την επιβολή λιγότερο αυστηρής κύρωσης (82).
84. Μολονότι οι ανωτέρω διευκρινίσεις και επιμετρήσεις πρέπει να ληφθούν υπόψη με την επιφύλαξη που επιτάσσει το γεγονός ότι αφορούν την εφαρμογή του ρουμανικού δικαίου, παρατηρώ ότι τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο τείνουν να καταδεικνύουν ότι το δικαστήριο που επέβαλε στον DZ την επταετή ποινή φυλάκισης δεν εμποδιζόταν, από τις διατάξεις του εθνικού δικαίου του, να εξατομικεύσει την ποινή, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των επιμέρους περιστάσεων της συγκεκριμένης υπόθεσης. Επομένως, το εν λόγω δικαστήριο μπορούσε να διαμορφώσει την ποινή σε συνάρτηση με τη σοβαρότητα της διαπιστωθείσας αξιόποινης πράξης και να τη μειώσει, ενδεχομένως, κάτω του κατώτατου ορίου των επτά ετών. Συγκεκριμένα, το δικαστήριο είχε τη δυνατότητα, δυνάμει του ρουμανικού δικαίου, να λάβει υπόψη, ως ελαφρυντικές περιστάσεις, στοιχεία όπως τη μικρή ποσότητα των επίμαχων ναρκωτικών και το γεγονός ότι η εισαγωγή των ναρκωτικών προοριζόταν για την προσωπική κατανάλωση του DZ και της συζύγου του, προκειμένου να μειώσει την ποινή κατά τις αναλογίες που καθορίζονται στο ρουμανικό δίκαιο (83). Το αν έπρεπε να ληφθούν υπόψη, εν προκειμένω, ελαφρυντικές περιστάσεις απέκειτο στην αποκλειστική εκτίμηση του Ρουμάνου δικαστή, σε συνάρτηση, μεταξύ άλλων, με τα αποδεικτικά στοιχεία που είχε στη διάθεσή του και τη συμπεριφορά του DZ. Υπενθυμίζεται επίσης ότι κατά της πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκε έφεση, στο πλαίσιο της οποίας η αναλογικότητα της ποινής που επιβλήθηκε στον DZ ελέγχθηκε από το Curtea de Apel Constanța (εφετείο Κωνστάντζας, Ρουμανία).
85. Διευκρινίζεται επίσης ότι το άρθρο 15, παράγραφος 2, της απόφασης-πλαισίου 2002/584 επιτρέπει ρητώς στη δικαστική αρχή εκτέλεσης, εφόσον κρίνει ότι οι πληροφορίες που διαβιβάσθηκαν από το κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος δεν αρκούν ώστε να της παρέχουν τη δυνατότητα να εκδώσει απόφαση σε σχέση με την παράδοση, να ζητεί την κατεπείγουσα προσκόμιση των απαραίτητων συμπληρωματικών πληροφοριών. Επιπλέον, κατά το άρθρο 15, παράγραφος 3, της απόφασης-πλαισίου, η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος δύναται να διαβιβάζει οποτεδήποτε στη δικαστική αρχή εκτέλεσης κάθε επιπλέον χρήσιμη πληροφορία (84). Από τη νομολογία του Δικαστηρίου μπορεί να συναχθεί ότι, κατά την εξέταση των κανόνων που εφαρμόζονται στο κράτος μέλος έκδοσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, η δικαστική αρχή εκτέλεσης του εντάλματος δεν μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεσή του στηριζόμενη σε στοιχεία σχετικά με τους εν λόγω κανόνες τα οποία συνέλεξε η ίδια και ως προς τα οποία δεν ζήτησε από την οικεία αρχή συμπληρωματικές πληροφορίες (85). Πέραν των κανόνων σχετικά με τον καθορισμό της ποινής, η δικαστική αρχή εκτέλεσης θα μπορούσε, ενδεχομένως, να ζητήσει, από τη δικαστική αρχή έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο εκτέλεσης της ποινής (86), την ενδεχόμενη δυνατότητα υποβολής αιτήσεως αναθεώρησης και τους κανόνες που διέπουν την απονομή χάριτος.
IV. Πρόταση
86. Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του rechtbank Amsterdam (πλημμελειοδικείου Άμστερνταμ, Κάτω Χώρες) ως εξής:
Το άρθρο 1, παράγραφος 3, της απόφασης-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 49, παράγραφος 3, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
έχει την έννοια ότι:
η δικαστική αρχή εκτέλεσης που καλείται να αποφασίσει για την παράδοση προσώπου εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης για τον σκοπό της εκτέλεσης στερητικής της ελευθερίας ποινής δεν μπορεί να αρνηθεί να εκτελέσει το ένταλμα με την αιτιολογία ότι το εν λόγω πρόσωπο διατρέχει τον κίνδυνο, κατόπιν της παράδοσής του στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος, να υποχρεωθεί να εκτίσει ποινή η οποία παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας των ποινών που κατοχυρώνεται στην ανωτέρω διάταξη του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, εκτός εάν:
– αφενός, η δικαστική αρχή εκτέλεσης διαθέτει αντικειμενικά, αξιόπιστα, συγκεκριμένα και δεόντως επικαιροποιημένα στοιχεία καταδεικνύοντα την ύπαρξη είτε συστημικών ή γενικευμένων πλημμελειών είτε πλημμελειών που επηρεάζουν αντικειμενικώς προσδιορίσιμη ομάδα ατόμων στην οποία ανήκει το εν λόγω πρόσωπο, κατά την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας των ποινών που κατοχυρώνεται στην προμνησθείσα διάταξη του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, οι οποίες συνεπάγονται ότι οι κανόνες που ισχύουν στο κράτος μέλος έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης στερούν από τους εθνικούς δικαστές, για ορισμένες κατηγορίες αξιόποινων πράξεων, την εξουσία τους να λαμβάνουν υπόψη επιμέρους περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης προβαίνοντας σε εξατομίκευση της ποινής, και
– αφετέρου, η δικαστική αρχή εκτέλεσης διαπιστώνει ότι, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης, λαμβανομένης υπόψη της διαπίστωσης ότι η ποινή που επιβλήθηκε στο κράτος μέλος έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης υπερβαίνει καταφανώς, χαρακτηριζόμενη από υψηλό βαθμό αυστηρότητας, το αναγκαίο μέτρο για την καταστολή της επίμαχης αξιόποινης πράξης, υφίστανται σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι για να θεωρηθεί ότι το εν λόγω πρόσωπο θα διατρέξει προδήλως τέτοιο κίνδυνο σε περίπτωση παράδοσής του στο συγκεκριμένο κράτος μέλος.
1 Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
i H ονομασία που έχει δοθεί στην παρούσα υπόθεση είναι πλασματική. Δεν αντιστοιχεί στο πραγματικό όνομα κανενός διαδίκου.
2 ΕΕ 2002, L 190, σ. 1.
3 ΕΕ 2009, L 81, σ. 24 (στο εξής: απόφαση-πλαίσιο 2002/584).
4 Βλ., μεταξύ άλλων, Carrera, S., Guild, E., και Hernanz, N., «Europe’s most wanted? Recalibrating Trust in the European Arrest Warrant System», CEPS Papers in Liberty and Security in Europe, Centre for European Policy Studies, Βρυξέλλες, αριθ. 55, 2013, ιδίως σημείο 3.1, με τίτλο «Proportionality»· Helenius, D., «Mutual Recognition in Criminal Matters and the Principle of Proportionality: Effective Proportionality or Proportionate Effectiveness?», New Journal of European Criminal Law, τόμος 5, αριθ. 3, Intersentia, Mortsel, 2014, σ. 349 έως 369· Glerum, V., και Kijlstra, H., «EAW: Next steps, Will Pandora’s Box Be Opened?», Review of European and Comparative Law, τόμος 54, αριθ. 3, Καθολικό Πανεπιστήμιο Ιωάννη Παύλου Βʹ Λούμπλιν, Λούμπλιν, 2023, σ. 125 έως 145· Klaus, W., Włodarczyk-Madejska, J., και Wzorek, D., «In the Pursuit of Justice: (Ab)Use of the European Arrest Warrant in the Polish Criminal Justice System», Central and Eastern European Migration Review, τόμος 10, αριθ. 1, Κέντρο ερευνών για τη μετανάστευση του Πανεπιστημίου Βαρσοβίας, Βαρσοβία, 2021, σ. 95 έως 117· Klip, A., «Transposition and Implementation of the Framework Decision», Report and recommendations, ImprovEAW Research Project, διατίθεται στο διαδίκτυο στην ακόλουθη διεύθυνση: https://improveaw.eu/media/90, ιδίως σημείο 2.5.4, με τίτλο «Proportionality of issuing an EAW», σημείο 2.5.6, με τίτλο «Proportionality revisited», και σημείο 2.6.3, με τίτλο «Proportionality of executing an EAW»· Mitsilegas, V., EU Criminal Law after Lisbon: Rights, Trust and the Transformation of Justice in Europe, Hart Publishing, Οξφόρδη, 2016, ιδίως σ. 142 έως 146· Shabbir, A., «Proportionality», The European Arrest Warrant: Trust, Fundamental Rights, and the Rule of Law – A Comparative Report of 14 EU Member States, STREAM Project, διατίθεται στο διαδίκτυο στην ακόλουθη διεύθυνση: https://stream-eaw.eu/wp-content/uploads/2023/09/final-STREAM-Comparative-Report.pdf, σ. 34 έως 38, και Xanthopoulou, E., «The Quest for Proportionality for the European Arrest Warrant: Fundamental Rights Protection in a Mutual Recognition Environment», New Journal of European Criminal Law, τόμος 6, αριθ. 1, Intersentia, Mortsel, 2015, σ. 32 έως 52.
5 Τούτο δε εν αντιθέσει προς ό,τι συμβαίνει με άλλες πράξεις περί αναγνώρισης στον τομέα του ποινικού δικαίου. Βλ., μεταξύ άλλων, άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2014/41/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Απριλίου 2014, περί της ευρωπαϊκής εντολής έρευνας [ΕΕΕ] σε ποινικές υποθέσεις (ΕΕ 2014, L 130, σ. 1), το οποίο ορίζει ότι «ΕΕΕ μπορεί να εκδίδεται μόνον όταν η αρχή έκδοσης κρίνει ότι [...] η έκδοση της ΕΕΕ είναι απαραίτητη και αναλογική για τους σκοπούς της διαδικασίας του άρθρου 4, λαμβανομένων υπόψη των δικαιωμάτων του υπόπτου ή κατηγορουμένου» (η υπογράμμιση δική μου).
6 Βλ. ευρωπαϊκό εγχειρίδιο για το πώς εκδίδεται το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, το οποίο δημοσιεύθηκε από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 18 Ιουνίου 2008 (8216/2/08 REV 2) και αναθεωρημένη εκδοχή του της 17ης Δεκεμβρίου 2010 (17195/1/10 REV 1). Το ανωτέρω εγχειρίδιο αναθεωρήθηκε από την Επιτροπή το 2017: βλ. ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο «Εγχειρίδιο για τον τρόπο έκδοσης και εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης», 28 Σεπτεμβρίου 2017 [C(2017) 6389 (ΕΕ 2017, C 335, σ. 1)]. Το 2023 το τελευταίο ως άνω εγχειρίδιο αναθεωρήθηκε (C/2023/7782, ΕΕ C, C/2023/1270) (στο εξής: εγχειρίδιο του 2023).
7 Βλ. ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 27ης Φεβρουαρίου 2014, με συστάσεις προς την Επιτροπή για την αναθεώρηση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης [2013/2109(INL) (ΕΕ 2017, C 285, σ. 135)], περιλαμβανομένων νομοθετικών προτάσεων οι οποίες θα προβλέπουν «έναν έλεγχο αναλογικότητας κατά την έκδοση αποφάσεων αμοιβαίας αναγνώρισης, που θα βασίζεται στα σχετικά στοιχεία και τις σχετικές περιστάσεις, όπως για παράδειγμα στη σοβαρότητα του αδικήματος, το αν η υπόθεση πληροί όλες τις προϋποθέσεις για τη διεξαγωγή δίκης, τις επιπτώσεις στα δικαιώματα του καταζητούμενου προσώπου, περιλαμβανομένων της προστασίας της προσωπικής και οικογενειακής ζωής, την οικονομική επιβάρυνση και την ύπαρξη ενός διαθέσιμου κατάλληλου λιγότερο δυσμενούς εναλλακτικού μέτρου» (σημείο 7, στοιχείο βʹ, και παράρτημα).
8 Βλ. εγχειρίδιο του 2023 (σημείο 2.4, υπό τον τίτλο «Αναλογικότητα», ιδίως σ. 18).
9 Βλ. εγχειρίδιο του 2023 (σημείο 2.4, υπό τον τίτλο «Αναλογικότητα», ιδίως σ. 19).
10 Βλ., μεταξύ άλλων, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Y. Bot στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Aranyosi και Căldăraru (C‑404/15 και C‑659/15 PPU, EU:C:2016:140, σημεία 145 έως 155), και του γενικού εισαγγελέα M. Campos Sánchez-Bordona στην υπόθεση Poltorak (C‑452/16 PPU, EU:C:2016:782, σημείο 38).
11 Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2023, Puig Gordi κ.λπ. (C‑158/21, στο εξής: απόφαση Puig Gordi κ.λπ., EU:C:2023:57, σκέψη 144 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Στο πλαίσιο του ελέγχου αναλογικότητας τον οποίο πρέπει να διενεργεί η δικαστική αρχή έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, λαμβάνονται υπόψη όχι μόνον η στέρηση της ελευθερίας του ενδιαφερομένου, αλλά επίσης τα αποτελέσματα της διαδικασίας παράδοσης στις κοινωνικές και οικογενειακές σχέσεις του εν λόγω προσώπου, όταν κατοικεί σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης: βλ. απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2019, NJ (Εισαγγελία της Βιέννης) (C‑489/19 PPU, EU:C:2019:849, σκέψη 44).
12 Βλ. απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2019, Openbaar Ministerie (Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Βρυξελλών) (C‑627/19 PPU, EU:C:2019:1079, σκέψη 38). Επ’ αυτού, έχουν διατυπωθεί επιφυλάξεις: βλ., μεταξύ άλλων, Glerum, V., και Kijlstra, H., όπ.π., σ. 129 και 130.
13 Για τους λόγους που συνηγορούν κατά της εφαρμογής κριτηρίου αναλογικότητας από τη δικαστική αρχή εκτέλεσης, βλ., μεταξύ άλλων, Weyembergh, A., Armada, I., και Brière, C., «Annex I – Critical Assessment of the Existing European Arrest Warrant Framework Decision», Revising the European Arrest Warrant, Euroean Added Value Assessment accompanying the European Parliament’s Legislative own-Initiative Report, European Parliamentary Reasearch Service, διατίθεται στο διαδίκτυο στην ακόλουθη διεύθυνση: https://www.europarl.europa.eu/thinktank/en/document/IPOL-JOIN_ET(2013)510979, ιδίως σ. 37. Συγκεκριμένα, οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι ο σκοπός της απλούστευσης και της επιτάχυνσης των διαδικασιών παράδοσης συνεπάγεται ότι η πλειονότητα των ελέγχων, ειδικότερα του ελέγχου που αφορά τον αναλογικό χαρακτήρα του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, διενεργούνται στο κράτος μέλος έκδοσης του εν λόγω εντάλματος, καθώς και ότι η δικαστική αρχή εκτέλεσης έχει εμπιστοσύνη στους εν λόγω ελέγχους. Επιπλέον, η εφαρμογή κριτηρίου αναλογικότητας εκ μέρους της δικαστικής αρχής εκτέλεσης δεν μπορεί να γίνει δεκτή, στο μέτρο που πρόκειται περί εν μέρει υποκειμενικής εκτίμησης η οποία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τα πραγματικά περιστατικά και τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης, καθώς και από την αντεγκληματική πολιτική του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος. Η εφαρμογή τέτοιου κριτηρίου προϋποθέτει κάποιον βαθμό γνώσης, από τη δικαστική αρχή εκτέλεσης, του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης του εν λόγω κράτους μέλους. Τούτου λεχθέντος, υπογραμμίζεται ότι το περιθώριο εκτίμησης που διαθέτει η δικαστική αρχή εκτέλεσης στο πλαίσιο των λόγων προαιρετικής μη εκτέλεσης παρέχει στη συγκεκριμένη αρχή τη δυνατότητα να λαμβάνει υπόψη, σε κάποιον βαθμό, την αρχή της αναλογικότητας.
14 Βλ. εγχειρίδιο του 2023 (σημείο 5.8, υπό τον τίτλο «Αναλογικότητα – ο ρόλος του κράτους μέλους εκτέλεσης», σ. 57). Βλ., επίσης, υπ’ αυτή την έννοια, ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 7 των παρουσών προτάσεων, του οποίου το παράρτημα περιλαμβάνει την ακόλουθη πρόταση: «[σ]τις περιπτώσεις που η αρχή εκτέλεσης έχει λόγους να πιστεύει ότι το μέτρο είναι δυσανάλογο, η αρχή εκτέλεσης μπορεί να συμβουλευθεί την αρχή έκδοσης σχετικά με τη σημασία της εκτέλεσης της απόφασης αμοιβαίας αναγνώρισης. Μετά από αυτή τη διαβούλευση, η αρχή έκδοσης μπορεί να αποφασίσει να αποσύρει την απόφαση αμοιβαίας αναγνώρισης».
15 Βλ. εγχειρίδιο του 2023 (σημείο 5.8, υπό τον τίτλο «Αναλογικότητα – ο ρόλος του κράτους μέλους εκτέλεσης», σ. 57).
16 Στο εξής: Χάρτης.
17 Ο όρος «retrospective proportionality» έχει χρησιμοποιηθεί για τον χαρακτηρισμό της περίπτωσης αυτής: βλ. Haggenmüller, S., «The Principle of Proportionality and the European Arrest Warrant», Oñati Socio-Legal Series, τόμος 3, αριθ. 1, Oñati International Institute for the Sociology of Law (στο διαδίκτυο), 2013, σ. 95 έως 106, ιδίως σ. 100 και 101.
18 ΕΕ 2004, L 335, σ. 8.
19 Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Ρουμανική Κυβέρνηση επισήμανε ότι ο DZ άσκησε αναίρεση, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη.
20 Monitorul Oficial al României, μέρος I, αριθ. 362 της 3ης Αυγούστου 2000, όπως αναδημοσιεύθηκε στη Monitorul Oficial al României, μέρος Ι, αριθ. 163 της 6ης Μαρτίου 2014.
21 Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, του εν λόγω νόμου, «[η] εισαγωγή στη χώρα ή η απομάκρυνση από αυτήν, καθώς και η εισαγωγή ή εξαγωγή επικίνδυνων ναρκωτικών, χωρίς σχετικό δικαίωμα, τιμωρούνται με φυλάκιση από 3 έως 10 έτη και στέρηση δικαιωμάτων». Στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου προβλέπεται ότι, «[ε]άν οι πράξεις που μνημονεύονται στην παράγραφο 1 αφορούν ναρκωτικά υψηλού κινδύνου, επιβάλλεται ποινή φυλάκισης από 7 έως 15 έτη και στέρηση δικαιωμάτων».
22 Κατά την εν λόγω διάταξη, «[σ]υναυτουργοί είναι πρόσωπα που διαπράττουν άμεσα την ίδια πράξη που προβλέπεται στην ποινική νομοθεσία».
23 Κατά την εν λόγω διάταξη, «[κ]άθε κράτος μέλος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε τα εγκλήματα που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχεία α), β) και γ) [όπως η εισαγωγή ναρκωτικών] να επισύρουν μέγιστη στερητική της ελευθερίας ποινή διάρκειας μεταξύ πέντε και δέκα ετών τουλάχιστον σε καθεμία από τις ακόλουθες περιστάσεις: […] όταν το έγκλημα είτε αφορά ναρκωτικά τα οποία βλάπτουν τα μέγιστα την υγεία, είτε προκάλεσε σημαντικές βλάβες στην υγεία πολλών προσώπων».
24 Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι, κατά τον νόμο 143/2000, μόνο στην περίπτωση στερητικών της ελευθερίας ποινών που δεν υπερβαίνουν τα τρία έτη το δικαστήριο μπορεί να αναστείλει την εκτέλεσή τους.
25 Απόφαση C‑168/21 (στο εξής: απόφαση Procureur général près la cour d’appel d’Angers, EU:C:2022:558).
26 Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, C.J. (Εκτέλεση ποινής κατόπιν εκδόσεως ΕΕΣ) (C‑305/22, στο εξής: απόφαση C.J., EU:C:2025:665, σκέψη 39 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
27 Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση C.J. (σκέψη 40 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
28 Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση C.J. (σκέψη 41 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
29 Βλ. απόφαση C.J. (σκέψη 42).
30 Βλ. απόφαση Procureur général près la cour d’appel d’Angers (σκέψη 63 και σημείο 2 του διατακτικού).
31 Βλ. απόφαση Procureur général près la cour d’appel d’Angers (σκέψη 64).
32 Βλ. απόφαση Procureur général près la cour d’appel d’Angers (σκέψη 65).
33 Βλ. απόφαση Procureur général près la cour d’appel d’Angers (σκέψη 66).
34 Βλ. απόφαση Procureur général près la cour d’appel d’Angers (σκέψη 67).
35 Βλ. απόφαση Procureur général près la cour d’appel d’Angers (σκέψη 68).
36 Όπως επισημαίνει ο Helenius, D., όπ.π., «η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης […] συνεπάγεται ότι το κράτος μέλος εκτέλεσης πρέπει να αποδέχεται […] [τις] διαφορές στα επίπεδα των ποινών» (σ. 368).
37 Πρβλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 11ης Φεβρουαρίου 2003, Gözütok και Brügge (C‑187/01 και C‑385/01, EU:C:2003:87, σκέψη 33), και της 23ης Ιανουαρίου 2018, Piotrowski (C‑367/16, EU:C:2018:27, σκέψη 52). Με την τελευταία ως άνω απόφαση, το Δικαστήριο έκρινε ότι η εκτίμηση, από τη δικαστική αρχή εκτέλεσης, του αν πληρούνται οι συμπληρωματικές προϋποθέσεις από τις οποίες το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης εξαρτά, στη συγκεκριμένη περίπτωση, την ενδεχόμενη δίωξη ή καταδίκη ανηλίκου θα μπορούσε να καταλήξει, στην πραγματικότητα, στη διενέργεια πραγματικής επανεξέτασης επί της ουσίας της ανάλυσης που έχει διεξαχθεί στο πλαίσιο της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος, επί της οποίας βασίζεται η έκδοση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Πλην όμως, τέτοια επανεξέταση θα παραβίαζε και θα στερούσε κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα από την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης. Ως εκ τούτου, η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης δεν επιτρέπει στη δικαστική αρχή εκτέλεσης να υποκαταστήσει, με τη δική της εκτίμηση για την ποινική ευθύνη του ανηλίκου τον οποίο αφορά ένα ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, εκείνη που έχει διεξαχθεί, στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος, στο πλαίσιο της δικαστικής απόφασης επί της οποίας στηρίζεται το εν λόγω ένταλμα (σκέψη 52).
38 Βλ. Lenaerts, K., «The Principle of Mutual recognition in the Area of Freedom, Security and Justice», ομιλία εκφωνηθείσα επ’ ευκαιρία του Fourth Annual Sir Jeremy Lever Lecture στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, στις 30 Ιανουαρίου 2015, ιδίως σ. 12.
39 Βλ. Haggenmüller, S., όπ.π., ιδίως σ. 100 και 101. Η συγγραφέας μνημονεύει την απόφαση αριθ. 2879 του High Court of Justice (England & Wales) [Ανώτερου Δικαστηρίου (Αγγλία και Ουαλία), Ηνωμένο Βασίλειο], Sandru v Government of Romania, της 28ης Οκτωβρίου 2009, επί υποθέσεως εκδόσεως, η οποία βασιζόταν στην καταδίκη κατηγορουμένου στη Ρουμανία σε ποινή φυλάκισης τριών ετών για κλοπή και θανάτωση δέκα κοτόπουλων. Με την εν λόγω απόφαση, ο δικαστής Elias επισημαίνει ότι «η κατάλληλη ποινή εξαρτάται, εν μέρει, από τον πολιτισμό […]. Μπορεί, για παράδειγμα, στην παρούσα υπόθεση, τα ρουμανικά δικαστήρια να αντιμετωπίζουν με πολύ μεγαλύτερη αυστηρότητα, από ό,τι γενικώς τα αγγλικά δικαστήρια, την κλοπή ζώων και τη μετέπειτα καταστροφή τους. Εάν η ποινή θεωρείται υπέρμετρα αυστηρή, η λύση είναι η αμφισβήτησή της στη Ρουμανία» (σκέψεις 14 και 15).
40 Ως παράδειγμα λήψης υπόψη από το Δικαστήριο της σημασίας που μπορεί να έχει σε ένα κράτος μέλος η καταπολέμηση συγκεκριμένης κατηγορίας αξιόποινων πράξεων, βλ. απόφαση της 4ης Μαΐου 2023, Agenția Națională de Integritate (C‑40/21, EU:C:2023:367, σκέψεις 60 έως 66). Στο σημείο 80 των γραπτών παρατηρήσεών της, η Ρουμανική Κυβέρνηση εκθέτει ότι, «[λ]όγω της έκτασης της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών και των καταστροφικών συνεπειών της χρήσης ναρκωτικών, ειδικότερα από τους νέους και τους εφήβους, τα όρια της ποινής φυλάκισης για την αξιόποινη πράξη της εισαγωγής στη χώρα ναρκωτικών “υψηλού κινδύνου” αυξήθηκαν το 2023. Ενώ προηγουμένως η διάρκεια της φυλάκισης ήταν 7 έως 15 έτη, είναι πλέον 10 έως 20 έτη». Στόχος της συγκεκριμένης αντεγκληματικής πολιτικής, η οποία βασίζεται στη διαπίστωση της αύξησης του αριθμού των εμπόρων ναρκωτικών και των χρηστών ναρκωτικών, είναι να καταπολεμηθεί με πυγμή ο «εξαιρετικά υψηλός κοινωνικός κίνδυνος» που συνεπάγεται η χρήση ναρκωτικών (για παράδειγμα, σοβαρά τροχαία ατυχήματα), με σκοπό την πρόληψη, καθώς και την προστασία της ζωής και της υγείας των προσώπων (σημείο 81).
41 Βλ. απόφαση της 3ης Μαΐου 2007, Advocaten voor de Wereld (C‑303/05, EU:C:2007:261, σκέψεις 52, 53 και 59).
42 Στην απόφαση του High Court of Justice (England & Wales) [Ανώτερου Δικαστηρίου (Αγγλία και Ουαλία)], που μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 40 των παρουσών προτάσεων, ο δικαστής Elias επισημαίνει ότι, «[σ]το μέτρο που τούτο υποχρεώνει τα δικαστήριά μας να θέσουν υπό αμφισβήτηση ή να εξετάσουν το βάσιμο της ποινής που επέβαλε αλλοδαπό δικαστήριο, τούτο ισοδυναμεί με το να τους ζητήσουμε να ασκήσουν μια λειτουργία για την οποία δεν διαθέτουν τα απαραίτητα εφόδια. […] [Τ]α δικαστήριά μας διαθέτουν περιορισμένες πληροφορίες σχετικά με τους παράγοντες που οδήγησαν το αλλοδαπό δικαστήριο να επιβάλει την ποινή την οποία επέβαλε» (σκέψη 14).
43 Επισημαίνεται επίσης ότι η δικαστική αρχή έκδοσης ενός ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης δεν έχει δικαίωμα να λάβει μέρος, ως συμμετέχουσα, στη διαδικασία εκτέλεσης του εν λόγω εντάλματος σύλληψης ενώπιον της δικαστικής αρχής εκτέλεσης του συγκεκριμένου εντάλματος: βλ. απόφαση της 29ης Ιουλίου 2024, Breian (C‑318/24 PPU, στο εξής: απόφαση Breian, EU:C:2024:658, σκέψη 96).
44 Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 29ης Ιουλίου 2024, Alchaster (C‑202/24, στο εξής: απόφαση Alchaster, EU:C:2024:649, σκέψη 49). Συναφώς, είναι αλυσιτελές το γεγονός ότι η πράξη που οδήγησε στην επιβολή της ποινής εις βάρος του DZ δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της απόφασης-πλαισίου 2004/757. Επ’ αυτού, υπενθυμίζεται ότι, δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 2, της εν λόγω απόφασης-πλαισίου, πράξεις όπως η εισαγωγή ναρκωτικών «δεν περιλαμβάνονται στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας απόφασης-πλαισίου όταν τελούνται από τους δράστες με αποκλειστικό σκοπό την προσωπική τους κατανάλωση, όπως την ορίζει η εθνική νομοθεσία». Εντούτοις, επ’ αυτού, βλ. απόφαση της 11ης Ιουνίου 2020, Prokuratura Rejonowa w Słupsku (C‑634/18, EU:C:2020:455), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε εαυτό αρμόδιο να απαντήσει σε προδικαστικά ερωτήματα που αφορούσαν το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της απόφασης-πλαισίου 2004/757, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 2 αυτής, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, και με τα άρθρα 20, 21 και 49 του Χάρτη, δεδομένου ότι ο εθνικός νομοθέτης είχε επιλέξει να εφαρμόσει την επιβαρυντική περίσταση της κατοχής «μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών», κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της εν λόγω απόφασης-πλαισίου σε πράξεις που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της, ήτοι την κατοχή ναρκωτικών με αποκλειστικό σκοπό την προσωπική κατανάλωση.
45 Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 2023, G. ST. T. (Αναλογικότητα της ποινής σε περίπτωση προσβολής δικαιώματος σε σήμα) (C‑655/21, στο εξής: απόφαση G. ST. T., EU:C:2023:791, σκέψη 62).
46 Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις G. ST. T. (σκέψη 65 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), και της 3ης Ιουλίου 2025, Beach and bar management (C‑733/23, στο εξής: απόφαση Beach and bar management, EU:C:2025:515, σκέψη 48).
47 Πρβλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις G. ST. T. (σκέψη 67 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), και Beach and bar management (σκέψη 49).
48 Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις G. ST. T. (σκέψη 68 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), και Beach and bar management (σκέψη 50).
49 Επρόκειτο για τη Συμφωνία Εμπορίου και Συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας, αφενός, και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, αφετέρου (ΕΕ 2021, L 149, σ. 10).
50 Βλ. απόφαση Alchaster (σκέψεις 49 έως 51).
51 Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Alchaster (σκέψη 52 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
52 Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Alchaster (σκέψη 53 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
53 Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Alchaster (σκέψη 54 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
54 Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Alchaster (σκέψη 56 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
55 Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Alchaster (σκέψη 57 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
56 Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Alchaster (σκέψη 58 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
57 Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Alchaster (σκέψη 59 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
58 Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Alchaster (σκέψη 60 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
59 Απόφαση C‑158/21 (EU:C:2022:573).
60 Βλ. προτάσεις μου στην υπόθεση Puig Gordi κ.λπ. (C‑158/21, EU:C:2022:573, σημείο 85).
61 Βλ. απόφαση της 18ης Απριλίου 2023, E. D. L. (Λόγος άρνησης στηριζόμενος στην ασθένεια) (C‑699/21, EU:C:2023:295).
62 Βλ. απόφαση της 18ης Απριλίου 2023, E. D L. (Λόγος άρνησης στηριζόμενος στην ασθένεια) (C‑699/21, EU:C:2023:295, σκέψεις 40, 42 και 50).
63 Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση Puig Gordi κ.λπ. (σκέψη 111).
64 Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση Puig Gordi κ.λπ. (σκέψη 114).
65 Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Breian (σκέψη 32 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία· και σκέψη 52).
66 Βλ. απόφαση Puig Gordi κ.λπ. (σκέψη 115).
67 Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Puig Gordi κ.λπ. (σκέψη 116 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
68 Παρατηρώ ότι, όσον αφορά αξιόποινη πράξη που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της απόφασης-πλαισίου 2004/757, η αναγκαία εξατομίκευση της ποινής προκύπτει από το ίδιο το γράμμα της απόφασης-πλαισίου. Συγκεκριμένα, κατά την αιτιολογική της σκέψη 5, «[γ]ια την εκτίμηση του επιπέδου των ποινών, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη πραγματικά στοιχεία, όπως οι ποσότητες και η φύση των ναρκωτικών που διακινούνται, καθώς και το κατά πόσον το αδίκημα διεπράχθη στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης».
69 Υπόθεση C‑404/15 και C‑659/15 PPU (EU:C:2016:140, σημείο 139).
70 Βλ. προτάσεις μου στην υπόθεση AV (Απόφαση καθορισμού συνολικής ποινής) (C‑221/19, EU:C:2020:815, σημείο 35). Βλ., επίσης, Pradel, J., «Du Principe de Proportionnalité en Droit Pénal», Cahiers de Droit, τόμος 60, αριθ. 4, Πανεπιστήμιο Laval, Κεμπέκ, 2019, σ. 1129 έως 1150, ο οποίος επισημαίνει ότι «[ο] έλεγχος της αναλογικότητας έχει ως αφετηρία τον έλεγχο της αιτιολογίας» και ότι «αναλογικότητα, σοβαρότητα, αιτιολογία και εξατομίκευση συνιστούν ένα αδιαχώριστο και εύλογο κουαρτέτο» (σ. 1149). Επιπλέον, ο συγγραφέας παρατήρησε ότι, «κατά την άσκηση του λειτουργήματός του, ο δικαστής υπέχει καθήκον εξατομίκευσης και αιτιολογίας το οποίο καθίσταται ολοένα και πιο σημαντικό. Για τον δικαστή, η αναλογικότητα είναι ασφαλώς ένας από τους πιο αποτελεσματικούς τρόπους για να τοποθετηθεί […] “μεταξύ του νόμου και της δικαιοσύνης”»: βλ. Saenko, L., «De la proportionnalité de la peine encourue», Gazette du Palais, Lextenso Éditions, Issy-les-Moulineaux, 24 Οκτωβρίου 2017, αριθ. 36, σ. 73 έως 76, ιδίως σ. 73. Βλ., επίσης, Daubigney, M.-C., και Lavielle, B., «La motivation de la proportionnalité de l’infraction et de la peine dans le jugement pénal», Revue Justice Actualités, αριθ. 24, École Nationale de la Magistrature, Bordeaux, 2020, σ. 117 έως 127.
71 Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση Puig Gordi κ.λπ. (σκέψεις 107 και 133).
72 Η εκτίμηση του κινδύνου προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων πρέπει να διενεργείται από τη δικαστική αρχή εκτέλεσης με γνώμονα τις προδιαγραφές προστασίας των εν λόγω δικαιωμάτων τις οποίες εγγυάται το δίκαιο της Ένωσης: βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2023, GN (Λόγος άρνησης στηριζόμενος στο υπέρτατο συμφέρον του παιδιού) (C‑261/22, EU:C:2023:1017, σκέψη 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
73 Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση Breian (σκέψη 122).
74 Η εν λόγω απόφαση-πλαίσιο εκδόθηκε, μεταξύ άλλων, βάσει του προϊσχύσαντος άρθρου 31, στοιχείο εʹ, ΣΕΕ, το οποίο προέβλεπε, ιδίως, ότι η από κοινού δράση για τη δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις περιλαμβάνει την προοδευτική θέσπιση μέτρων για τον καθορισμό ελάχιστων κανόνων ως προς τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης των αξιόποινων πράξεων και τις ποινές στον τομέα της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών.
75 Βλ. απόφαση της 11ης Ιουνίου 2020, Prokuratura Rejonowa w Słupsku (C‑634/18, EU:C:2020:455), κατά την οποία από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι τα κράτη μέλη παραμένουν ελεύθερα να χαρακτηρίζουν ως διακεκριμένο έγκλημα την κατοχή μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών για προσωπική κατανάλωση (σκέψη 37). Στο σημείο 76 των γραπτών παρατηρήσεών της, η Ρουμανική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι, στο ρουμανικό δίκαιο, τον διακεκριμένο χαρακτήρα της αξιόποινης πράξης καθορίζει το είδος του ναρκωτικού («υψηλού κινδύνου»). Εν προκειμένω, το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης που είχε ως αποτέλεσμα την επιβολή ποινής φυλάκισης επτά ετών στον DZ αποτελεί έκφανση αντεγκληματικής πολιτικής η οποία στοχεύει στον ιδιαιτέρως αυστηρό κολασμό, στη Ρουμανία, της αξιόποινης πράξης που συνίσταται στην εισαγωγή στο συγκεκριμένο κράτος μέλος «επικίνδυνων και υψηλού κινδύνου» ναρκωτικών, στοιχείο το οποίο δεν μπορεί, προφανώς, να αμφισβητηθεί καθεαυτό στο πλαίσιο της εφαρμογής του μηχανισμού παράδοσης.
76 Υπεγράφη στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950. Βλ., επ’ αυτού, Simon, A., «La disproportion de la répression pénale devant la Cour européenne des droits de l’Homme», Gazette du Palais, Lextenso Éditions, Issy-les-Moulineaux, αριθ. 36, 24 Οκτωβρίου 2017, σ. 64 έως 67. Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις του ΕΔΔΑ της 12ης Φεβρουαρίου 2008, Καυκαρής κατά Κύπρου (CE:ECHR:2008:0212JUD002190604), της 9ης Ιουλίου 2013, Vinter και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου (CE:ECHR:2013:0709JUD006606909), της 4ης Σεπτεμβρίου 2014, Trabelsi κατά Βελγίου (CE:ECHR:2014:0904JUD000014010), και της 29ης Ιουνίου 2023, Bijan Balahan κατά Σουηδίας (CE:ECHR:2023:0629JUD000983922).
77 Δυνάμει της προμνησθείσας διάταξης, οι ακόλουθες περιπτώσεις μπορεί να συνιστούν δικαστικές ελαφρυντικές περιστάσεις: οι προσπάθειες του δράστη της αξιόποινης πράξης να εξαλείψει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του (στοιχείο a) και οι περιστάσεις που σχετίζονται με την τελεσθείσα αξιόποινη πράξη οι οποίες μετριάζουν τη σοβαρότητά της ή την απειλή που συνιστά ο δράστης της (στοιχείο b). Όπως αποφάνθηκε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου με την απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2014, Trabelsi κατά Βελγίου (CE:ECHR:2014:0904JUD000014010), το άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών δεν επιτρέπει να καθίσταται de jure ή de facto αδύνατον να μειωθεί μια ισόβια στερητική της ελευθερίας ποινή (§ 113).Η νομολογία αυτή του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αποτυπώνεται στο άρθρο 5, σημείο 2, της απόφασης-πλαισίου 2002/584, κατά το οποίο, όταν η αξιόποινη πράξη στην οποία βασίζεται το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη ή μέτρο ασφαλείας στερητικό της ελευθερίας εφ' όρου ζωής, η εκτέλεση του εν λόγω εντάλματος δύναται να εξαρτηθεί από την προϋπόθεση ότι το κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος έχει στο νομικό του σύστημα διατάξεις για την επανεξέταση της επιβληθείσας ποινής –κατ’ αίτηση ή το αργότερο μετά την πάροδο 20 ετών– ή για την εφαρμογή μέτρων επιεικείας τα οποία προβλέπει υπέρ του προσώπου η νομοθεσία ή πρακτική του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και τα οποία αποσκοπούν στη μη εκτέλεση μιας τέτοιας ποινής ή μέτρου.
78 Βλ. σημείο 85 των γραπτών παρατηρήσεων της Ρουμανικής Κυβέρνησης.
79 Όπ.π. Στο σημείο 11 των γραπτών παρατηρήσεών της, η Ρουμανική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επέβαλε μικρότερη ποινή στη σύζυγο του DZ, η οποία αναγνώρισε την τέλεση των πράξεων.
80 Βλ. σημείο 85 των γραπτών παρατηρήσεων της Ρουμανικής Κυβέρνησης.
81 Όπως επισημαίνει η Ρουμανική Κυβέρνηση στο σημείο 86 των γραπτών παρατηρήσεών της, δυνάμει του άρθρου 91, στοιχείο d, του ποινικού κώδικα, η απόφαση περί αναστολής της εκτέλεσης απόκειται στο δικαστήριο, το οποίο θα εκτιμήσει αν, «λαμβανομένων υπόψη της προσωπικότητας του δράστη, της συμπεριφοράς του πριν από την τέλεση της αξιόποινης πράξης, των προσπαθειών που κατέβαλε για να εξαλείψει ή να μετριάσει τις συνέπειες της αξιόποινης πράξης, καθώς και της ικανότητάς του αναμόρφωσης [...], η επιβληθείσα ποινή είναι επαρκής και αν, ακόμη και χωρίς την εκτέλεση της ποινής, ο καταδικασθείς δεν θα τελέσει άλλες αξιόποινες πράξεις».
82 Βλ., μεταξύ άλλων, συναφώς, απόφαση Beach and bar management (σκέψη 50 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
83 Η δυνατότητα αυτή δεν περιορίζεται σε περιπτώσεις όπου συντρέχουν εξαιρετικές ή πολυάριθμες ελαφρυντικές περιστάσεις, εν αντιθέσει προς ό,τι συνέβαινε στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση G. ST. T. (σκέψη 85).
84 Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Breian (σκέψη 109).
85 Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση Breian (σκέψη 122). Επιπλέον, οι πληροφορίες τις οποίες δικαιούται να ζητήσει η δικαστική αρχή εκτέλεσης μπορούν να αφορούν τόσο το πρώτο όσο και το δεύτερο στάδιο της εξέτασης, την οποία η εν λόγω αρχή οφείλει να διενεργήσει. Εντούτοις, η δικαστική αρχή εκτέλεσης δεν μπορεί να ζητήσει από τη δικαστική αρχή έκδοσης πληροφορίες που αφορούν μόνον το δεύτερο στάδιο της ως άνω εξέτασης, όταν εκτιμά ότι δεν έχει αποδειχθεί η ύπαρξη συστημικών ή γενικευμένων πλημμελειών ή πλημμελειών που επηρεάζουν μια αντικειμενικώς προσδιορίσιμη ομάδα ατόμων στην οποία ανήκει ο ενδιαφερόμενος: βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2023, GN (Λόγος άρνησης στηριζόμενος στο υπέρτατο συμφέρον του παιδιού) (C‑261/22, EU:C:2023:1017, σκέψη 50 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
86 Μεταξύ άλλων, τους κανόνες σχετικά με την πρόωρη απόλυση, οι οποίοι μπορούν, σε κάποιο μέτρο, να αντισταθμίσουν τη βαρύτητα της επιβληθείσας ποινής.