ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
RIMVYDAS NORKUS
της 15ης Ιανουαρίου 2026 ( 1 )
Υπόθεση C‑560/24 [Besthame] ( i )
R.S.
κατά
Minister for Justice
[αίτηση του Court of Appeal (εφετείου, Ιρλανδία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Ιθαγένεια της Ένωσης – Δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών – Οδηγία 2004/38/ΕΚ – Μέλη της οικογένειας του πολίτη της Ένωσης – Παράγωγο δικαίωμα διαμονής – Μεταγενέστερη πολιτογράφηση του μέλους της οικογένειας – Άρθρο 35 – Απάτη ή κατάχρηση δικαιώματος και/ή εικονικός γάμος»
I. Εισαγωγή
|
1. |
Το νομικό ζήτημα που τίθεται με την υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι το ακόλουθο: μπορούν οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους να διερευνούν και, ενδεχομένως, να κρίνουν ή να συνάγουν ότι πρόσωπο το οποίο είχε στο παρελθόν παράγωγο δικαίωμα διαμονής ως μέλος της οικογένειας πολίτη της Ένωσης, δυνάμει της οδηγίας 2004/38/ΕΚ ( 2 ), διέπραξε κατάχρηση δικαιώματος ή απάτη, ακόμη και όταν το πρόσωπο αυτό έχει αποκτήσει εν τω μεταξύ την ιθαγένεια αυτού του κράτους μέλους και, ως εκ τούτου, η διαμονή του στο εν λόγω κράτος μέλος δεν στηρίζεται πλέον στην οδηγία; |
|
2. |
Το ερώτημα υποβλήθηκε από το Court of Appeal (εφετείο, Ιρλανδία) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του R.S. (στο εξής: προσφεύγων της κύριας δίκης), πολιτογραφημένου Ιρλανδού υπηκόου, και του Minister for Justice (Υπουργού Δικαιοσύνης, Ιρλανδία, στο εξής: Minister for Justice) σχετικά με τη διαπίστωση του τελευταίου ότι, πριν από την κτήση της ιρλανδικής ιθαγένειας, ο προσφεύγων της κύριας δίκης, τότε υπήκοος τρίτου κράτους, είχε συνάψει εικονικό γάμο με πολίτη της Ένωσης ή είχε παράσχει εσφαλμένες ή παραπλανητικές πληροφορίες προκειμένου να λάβει δελτίο διαμονής μέλους της οικογένειας πολίτη της Ένωσης. |
|
3. |
Η εξέταση του ερωτήματος θα οδηγήσει το Δικαστήριο να προβεί, για δεύτερη φορά, στην ερμηνεία του άρθρου 35 της οδηγίας 2004/38. Μολονότι το Δικαστήριο έχει ήδη αναφερθεί στην κατάχρηση δικαιώματος ή στην απάτη, ιδίως στη νομολογία του σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων ( 3 ), η πρώτη αίτηση προδικαστικής αποφάσεως για την ερμηνεία του άρθρου αυτού είναι εκείνη επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση McCarthy κ.λπ. ( 4 ). Στην απόφαση εκείνη, το Δικαστήριο έκρινε ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να εξαρτά το δικαίωμα εισόδου υπηκόου τρίτου κράτους από την προηγούμενη χορήγηση θεώρησης εισόδου όταν κατέχει δελτίο διαμονής μέλους της οικογένειας πολίτη της Ένωσης. Διευκρίνισε ότι το εν λόγω άρθρο δεν επιτρέπει μέτρα τα οποία, επιδιώκοντας την επίτευξη σκοπού γενικής πρόληψης, εμποδίζουν τα μέλη της οικογένειας να εισέλθουν χωρίς θεώρηση εισόδου στο έδαφος ενός κράτους ( 5 ). |
|
4. |
Αντιθέτως, η υπό κρίση υπόθεση παρέχει στο Δικαστήριο την ευκαιρία να αποφανθεί επί της ερμηνείας του άρθρου 35 της οδηγίας 2004/38 από διαφορετική οπτική γωνία. Η ερμηνεία την οποία ζητεί το αιτούν δικαστήριο δεν αφορά μια κατάχρηση δικαιώματος που πρέπει να διαπιστωθεί αυτή καθεαυτήν, αλλά τη δυνατότητα εφαρμογής της οδηγίας για τη διαπίστωσή της, καθώς και τις έννομες συνέπειες που πρέπει να συναχθούν από τη διαπίστωση της ύπαρξης της κατάχρησης, η οποία διαπράχθηκε στο παρελθόν και διαπιστώθηκε τελεσίδικα από τις αρμόδιες αρχές κράτους μέλους. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση της κύριας δίκης, το αιτούν δικαστήριο έκρινε ότι υπήρχε εικονικός γάμος, οπότε ο εν λόγω χαρακτηρισμός του γάμου δεν αμφισβητείται στην υπό κρίση υπόθεση. |
|
5. |
Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες ως προς το αν εφαρμόζεται το άρθρο 35 της οδηγίας 2004/38 όταν ο ενδιαφερόμενος δεν είναι πλέον «δικαιούχος» κατά την έννοια της οδηγίας στο κράτος μέλος υποδοχής των δικαιωμάτων που αναγνωρίζει η οδηγία και, σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, αν η διάταξη αυτή παρέχει στις αρμόδιες αρχές τη δυνατότητα να διερευνούν την ύπαρξη εικονικού γάμου και να διαπιστώνουν την ύπαρξή του, χωρίς να συνάγουν άλλες άμεσες έννομες συνέπειες. |
|
6. |
Στις παρούσες προτάσεις, θα προτείνω ειδικότερα στο Δικαστήριο να κρίνει ότι η περίπτωση κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος δεν είναι πλέον «δικαιούχος» βάσει της οδηγίας 2004/38 εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής. |
II. Το νομικό πλαίσιο
Α. Το δίκαιο της Ένωσης
|
7. |
Στο πλαίσιο των παρουσών προτάσεων, θα αναφερθώ στις αιτιολογικές σκέψεις 25 και 28 της οδηγίας 2004/38, καθώς και στο άρθρο 2, σημείο 1 και σημείο 2, στοιχείο αʹ, στο άρθρο 3, παράγραφος 1, στο άρθρο 15, παράγραφοι 1 και 3, στο άρθρο 30, παράγραφοι 1 και 3, στο άρθρο 31, παράγραφοι 1 και 3, στο άρθρο 35 και στο άρθρο 36 της οδηγίας. |
Β. Το ιρλανδικό δίκαιο
|
8. |
Η οδηγία 2004/38 μεταφέρθηκε στο ιρλανδικό δίκαιο με την European Communities (Free Movement of Persons) Regulations 2015 (S.I. No 548 of 2015) [κανονιστική απόφαση του 2015 σχετικά με τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες (Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων) (S.I. αριθ. 548 του 2015), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης (στο εξής: κανονιστική απόφαση του 2015). |
|
9. |
Το άρθρο 27 της κανονιστικής απόφασης του 2015, με τίτλο «Κατάργηση δικαιωμάτων», ορίζει στις παραγράφους 1, 2 και 4 τα εξής: «(1) Ο υπουργός μπορεί να ανακαλέσει, να αρνηθεί να εκδώσει ή να αρνηθεί να χορηγήσει, ανάλογα με την περίπτωση, ένα από τα ακόλουθα, εφόσον κρίνει, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, ότι το δικαίωμα, η αξίωση ή το καθεστώς που προβάλλεται, ανάλογα με την περίπτωση, στηρίζεται σε απάτη ή κατάχρηση δικαιώματος: [...] (b) δελτίο διαμονής [...] (2) Όταν ο υπουργός έχει βάσιμους λόγους να υποπτευθεί ότι ένα δικαίωμα, μια αξίωση ή ένα καθεστώς μεταχείρισης ως επιτρεπόμενου μέλους της οικογένειας, που απονέμεται από την παρούσα κανονιστική απόφαση, προβάλλεται ή έχει αποκτηθεί με απάτη ή κατάχρηση δικαιώματος, δύναται να διενεργεί έρευνες και να συλλέγει πληροφορίες, στο μέτρο που είναι ευλόγως αναγκαίο για τη διερεύνηση της υπόθεσης. […] (4) Στην παρούσα κανονιστική απόφαση, ο όρος “κατάχρηση δικαιώματος” περιλαμβάνει τον εικονικό γάμο [...]». |
|
10. |
Το άρθρο 28 της κανονιστικής απόφασης, το οποίο φέρει τον τίτλο «Εικονικοί γάμοι», ορίζει τα εξής: «(1) Όταν ο υπουργός αποφαίνεται επί οποιουδήποτε ζητήματος που σχετίζεται με την παρούσα κανονιστική απόφαση, μπορεί να αγνοήσει ορισμένο γάμο ως στοιχείο που ασκεί επιρροή κατά την εν λόγω λήψη απόφασης, σε περίπτωση που ο υπουργός θεωρεί ή κρίνει ότι ο εν λόγω γάμος είναι εικονικός. (2) Στην περίπτωση που ο υπουργός, λαμβάνοντας υπόψη έναν γάμο προκειμένου να αποφανθεί επί οιουδήποτε ζητήματος που σχετίζεται με την παρούσα κανονιστική απόφαση, έχει βάσιμους λόγους να θεωρήσει ότι ο γάμος είναι εικονικός, μπορεί να αποστείλει ειδοποίηση στους συζύγους, καλώντας τους ενδιαφερομένους να παράσχουν, εντός της προθεσμίας που τάσσεται στην εν λόγω ειδοποίηση, τις ευλόγως αναγκαίες πληροφορίες, είτε γραπτώς είτε αυτοπροσώπως, προκειμένου να πειστεί ο υπουργός ότι δεν πρόκειται για εικονικό γάμο.» |
III. Τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης, το προδικαστικό ερώτημα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
|
11. |
Ο R.S., γεννηθείς σε τρίτο κράτος, εισήλθε στην Ιρλανδία το 2002 με άδεια διαμονής για σπουδές. Το 2010, δεκαέξι ημέρες πριν από τη λήξη της άδειας διαμονής, ο R.S., τότε υπήκοος τρίτου κράτους, συνήψε γάμο με πολίτη της Ένωσης η οποία ασκούσε το δικαίωμά της να κυκλοφορεί και να διαμένει στην Ιρλανδία. Στη συνέχεια, του χορηγήθηκε δελτίο διαμονής διάρκειας πέντε ετών ως μέλος της οικογένειας πολίτη της Ένωσης. |
|
12. |
Το 2015 ο R.S. απέκτησε την ιρλανδική ιθαγένεια. Έκτοτε, η διαμονή του στην Ιρλανδία στηρίζεται στην ιθαγένεια αυτή. Το 2018 ο R.S. και η σύζυγός του έλαβαν διαζύγιο. Το 2019, υπήκοος τρίτου κράτους υπέβαλε αίτηση για τη χορήγηση άδειας διαμονής στην Ιρλανδία για τον λόγο ότι ήταν μητέρα τέκνου, ιρλανδικής ιθαγένειας, του οποίου ο R.S. ήταν ο βιολογικός πατέρας. Η αίτηση αποτέλεσε αντικείμενο έρευνας προκειμένου να κριθεί αν ο γάμος που είχε συναφθεί το 2010 ήταν εικονικός. |
|
13. |
Με απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2019, ο Minister for Justice «ανακάλεσε» το χορηγηθέν το 2010 δελτίο διαμονής για τον λόγο ότι, προς στήριξη της αίτησής του για τη χορήγηση δελτίου διαμονής, ο R.S. είχε προσκομίσει παραπλανητικά δικαιολογητικά και ο γάμος που είχε συναφθεί το 2010 ήταν εικονικός. Κατόπιν αίτησης επανεξέτασης που υπέβαλε ο R.S., η απόφαση αυτή επιβεβαιώθηκε με απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2020. |
|
14. |
Ωστόσο, την 1η Φεβρουαρίου 2022 ο Minister for Justice εξέδωσε νέα απόφαση κατόπιν αλληλογραφίας με τους νομικούς συμβούλους του R.S. Με την απόφαση αυτή, ανακάλεσε την απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2020, ακύρωσε την απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2019 και διαπίστωσε ότι ο R.S. είχε προσκομίσει πλαστά ή παραπλανητικά δικαιολογητικά ή στοιχεία και είχε συνάψει εικονικό γάμο προκειμένου να του απονεμηθεί καθεστώς ή δικαίωμα το οποίο διαφορετικά δεν θα μπορούσε να διεκδικήσει δυνάμει της οδηγίας 2004/38. Ο Υπουργός θεώρησε ότι «κάθε δικαίωμα ή καθεστώς που έχει απονεμηθεί δυνάμει της [εν λόγω] οδηγίας λόγω [αυτού] του γάμου [...] θεωρείται ότι έχει εξαρχής παύσει να υφίσταται». |
|
15. |
Ο R.S. άσκησε ενώπιον του High Court (ανώτερου δικαστηρίου, Ιρλανδία) προσφυγή ακυρώσεως (certiorari) των τριών αποφάσεων της 8ης Σεπτεμβρίου 2020, της 13ης Φεβρουαρίου 2020 και της 1ης Φεβρουαρίου 2022, για τον λόγο ότι ο Minister for Justice ενήργησε καθ’ υπέρβαση εξουσίας. Συγκεκριμένα, ως Ιρλανδός υπήκοος, ο R.S. δεν ενέπιπτε πλέον σε καμία διάταξη της κανονιστικής απόφασης του 2015 ούτε της οδηγίας 2004/38, οι οποίες, ως εκ τούτου, δεν μπορούσαν να εξουσιοδοτήσουν τον Minister for Justice να λάβει τις αποφάσεις αυτές. Η προσφυγή απορρίφθηκε από το High Court (ανώτερο δικαστήριο) με απόφαση της 18ης Μαΐου 2023. |
|
16. |
Κατόπιν τούτου, ο R.S. προσέφυγε ενώπιον του Court of Appeal (εφετείου), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου. |
|
17. |
Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει εκ προοιμίου ότι η απόφαση της 1ης Φεβρουαρίου 2022 έχει την έννοια ότι δεν συνεπάγεται την ανάκληση ή την άρνηση χορήγησης δικαιώματος διαμονής, αλλά περιέχει «κρίση», «διαπίστωση» ή «συμπέρασμα» σχετικά με παρελθούσα κατάσταση ή την παρελθούσα συμπεριφορά του R.S. Προσθέτει ότι η απόφαση προβλέπει ότι η εν λόγω κρίση ή διαπίστωση πρέπει να θεωρηθεί ότι εντάσσεται στο μεταγενέστερο πλαίσιο επανεκτίμησης του καθεστώτος ιρλανδικής ιθαγένειας του R.S., δεχόμενη παράλληλα ότι κάθε μεταγενέστερη επανεκτίμηση θα λαμβάνει υπόψη όλες τις περιστάσεις και τα θεμελιώδη δικαιώματά του. Όσον αφορά την επανεκτίμηση της ιρλανδικής ιθαγένειας του R.S., το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι, λόγω πρόσφατων αποφάσεων του Supreme Court (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Ιρλανδία), δεν υπάρχει επί του παρόντος συνταγματική διαδικασία που να επιτρέπει τη διεξαγωγή έρευνας με σκοπό την ανάκληση της ιθαγένειας αυτής. |
|
18. |
Λαμβανομένων υπόψη των επιχειρημάτων που προβλήθηκαν ενώπιόν του, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, πρώτον, ως προς το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2004/38 και, ιδίως, του άρθρου 35 της οδηγίας. |
|
19. |
Συναφώς, μολονότι επισημαίνει τις διαφορές στις περιστάσεις της υπό κρίση υπόθεσης και στις περιστάσεις της υπόθεσης επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Lounes ( 6 ), το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι από την απόφαση Lounes μπορεί να συναχθεί ότι η οδηγία 2004/38 παύει να εφαρμόζεται σε υπήκοο τρίτου κράτους, μέλος της οικογένειας πολίτη της Ένωσης, όταν ο υπήκοος αυτός αποκτά την ιθαγένεια του κράτους μέλους υποδοχής και, ως εκ τούτου, δεν εμπίπτει πλέον στον ορισμό της έννοιας του «δικαιούχου» κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας. Τούτου δοθέντος, στην απόφαση Chenchooliah ( 7 ), το Δικαστήριο έκρινε ότι η οδηγία εφαρμόζεται σε απόφαση περί απομάκρυνσης υπηκόου τρίτου κράτους ο οποίος διέμενε στο κράτος μέλος υποδοχής ως μέλος της οικογένειας πολίτη της Ένωσης, μολονότι ο εν λόγω υπήκοος τρίτου κράτους δεν ήταν πλέον «δικαιούχος» κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας. |
|
20. |
Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται εάν, κατ’ αναλογίαν, η οδηγία 2004/38 εξακολουθεί να διέπει την περίπτωση κατά την οποία η αρμόδια αρχή κράτους μέλους επιδιώκει να κρίνει αν πρόσωπο απέκτησε αρχικώς, κατά κατάχρηση δικαιώματος ή απάτη, το δικαίωμα διαμονής βάσει της οδηγίας, σε χρονικό σημείο κατά το οποίο το πρόσωπο αυτό δεν είναι πλέον «δικαιούχος» κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας. |
|
21. |
Δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο διαπιστώνει ότι το άρθρο 27, παράγραφοι 1 και 2, της κανονιστικής απόφασης του 2015 εξουσιοδοτεί τον Minister for Justice, αφενός, να ανακαλεί, να αρνείται να εκδώσει ή να αρνείται να χορηγήσει ζητηθέν δελτίο διαμονής λόγω απάτης ή κατάχρησης δικαιώματος και, αφετέρου, να διερευνά την πιθανολογούμενη απάτη ή κατάχρηση. Ενώ η ανάκληση δεν μπορεί να έχει αναδρομική ισχύ, η έρευνα θα μπορούσε να αφορά τόσο τις υφιστάμενες ή εκκρεμείς αιτήσεις χορήγησης δελτίου διαμονής όσο και τα δελτία διαμονής που αποκτήθηκαν στο παρελθόν. Εντούτοις, τίθεται το ζήτημα αν η εξουσία διερεύνησης μπορεί να ασκηθεί κατά τρόπο αυτοτελή, εκτός οιασδήποτε συγκεκριμένης ενέργειας, όπως η ανάκληση ή η άρνηση αναγνώρισης δικαιώματος διαμονής, δίωξη για ποινικό αδίκημα, διαδικασία απέλασης ή διαδικασία ανάκλησης της ιρλανδικής ιθαγένειας. |
|
22. |
Κατά το αιτούν δικαστήριο, τέτοια αυτοτελής εξουσία θα μπορούσε να περιέχεται σιωπηρώς στο άρθρο 27, παράγραφος 2, της κανονιστικής απόφασης του 2015. Θα μπορούσε να δικαιολογηθεί υπό το πρίσμα του σκοπού και του πλαισίου της κανονιστικής απόφασης στο σύνολό της, συμπεριλαμβανομένου του καθεστώτος ιθαγένειας της Ένωσης, το οποίο απαιτεί την ύπαρξη ενός ισχυρού συστήματος πρόληψης, εντοπισμού και εξάλειψης της απάτης και της κατάχρησης δικαιώματος. Προκειμένου να μπορέσει να προβεί, κατά περίπτωση, σε σύμφωνη προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνεία του άρθρου 27, παράγραφος 2, της κανονιστικής απόφασης, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι είναι αναγκαίο να κριθεί αν η οδηγία 2004/38 εφαρμόζεται σε πολιτογραφημένο υπήκοο κράτους μέλους μόνο στο μέτρο που η οδηγία παρέχει στο εν λόγω κράτος μέλος την εξουσία να διερευνήσει εικονικό γάμο που συνήφθη σε χρονικό σημείο κατά το οποίο ο υπήκοος αυτός είχε δικαίωμα διαμονής στο κράτος μέλος δυνάμει της οδηγίας. |
|
23. |
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Court of Appeal (εφετείο), με απόφαση της 2ας Ιουλίου 2024, η οποία περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 19 Αυγούστου 2024, αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα: «Εφαρμόζεται η οδηγία [2004/38] σε πρόσωπο το οποίο είχε προγενέστερα αποκτήσει παράγωγο δικαίωμα διαμονής σε κράτος μέλος υπό την ιδιότητα του συζύγου πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ασκούσε δικαιώματα αντλούμενα από τις Συνθήκες στο κράτος υποδοχής και το οποίο μεταγενέστερα απέκτησε την ιθαγένεια του κράτους υποδοχής και δεν είναι πλέον δικαιούχος οιουδήποτε παράγωγου δικαιώματος στο κράτος υποδοχής δυνάμει της οδηγίας, αποκλειστικά και μόνον προκειμένου να διερευνηθεί –και (ενδεχομένως) να κριθεί ή να συναχθεί– ότι το πρόσωπο αυτό διέπραξε απάτη ή κατάχρηση δικαιώματος και/ή συνήψε εικονικό γάμο κατά το παρελθόν, κατά την έννοια του άρθρου 35 της οδηγίας, προκειμένου να αποκτήσει όφελος δυνάμει της οδηγίας;» |
|
24. |
Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν ο R.S., ο Minister of Justice, η Ιρλανδία, η Γερμανική Κυβέρνηση καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 15ης Οκτωβρίου 2025, ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους ο R.S., η Ιρλανδία, η Γερμανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή. |
IV. Ανάλυση
|
25. |
Με το μοναδικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 35 της οδηγίας 2004/38 έχει την έννοια ότι επιτρέπει στις αρμόδιες εθνικές αρχές να διερευνούν και, ενδεχομένως, να κρίνουν ή να συνάγουν ότι πρόσωπο το οποίο έχει αποκτήσει προηγουμένως παράγωγο δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας δυνάμει της οδηγίας διέπραξε απάτη ή κατάχρηση δικαιώματος, όταν η διαμονή του προσώπου αυτού στο οικείο κράτος μέλος δεν στηρίζεται πλέον στην οδηγία, ακόμη και όταν το πρόσωπο αυτό απέκτησε, εν τω μεταξύ, την ιθαγένεια του εν λόγω κράτους μέλους ( 8 ). |
|
26. |
Με τις γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις τους, οι διάδικοι της κύριας δίκης και οι ενδιαφερόμενοι διαφωνούν ως προς την ερμηνεία του άρθρου 35 της οδηγίας 2004/38. |
|
27. |
Γενικώς, ο προσφεύγων της κύριας δίκης και η Γερμανική Κυβέρνηση αμφιβάλλουν κατά πόσον η οδηγία δύναται να εφαρμοστεί σε πρόσωπο το οποίο, ως υπήκοος τρίτου κράτους, έχει αποκτήσει σε κράτος μέλος παράγωγο δικαίωμα διαμονής ως σύζυγος διακινούμενου πολίτη της Ένωσης, όταν το πρόσωπο αυτό έχει αποκτήσει έκτοτε την ιθαγένεια του κράτους μέλους υποδοχής. Συγκεκριμένα, θεωρούν, κατ’ ουσίαν, ότι ένα τέτοιο πρόσωπο δεν εμπίπτει πλέον στην έννοια του «δικαιούχου» κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας, οπότε η οδηγία δεν εφαρμόζεται πλέον στην περίπτωσή του. Ειδικότερα, κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, η κρίση περί της ύπαρξης κατάχρησης δικαιώματος ή απάτης εμπίπτει στο εθνικό δίκαιο. Κατά συνέπεια, προτείνουν να δοθεί αρνητική απάντηση στο ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο. Ο Minister for Justice και η Ιρλανδία καθώς και η Επιτροπή υποστηρίζουν, αντιθέτως, ότι το άρθρο 35 της οδηγίας 2004/38 εφαρμόζεται εν προκειμένω. Ομόφωνα υπογραμμίζουν, μεταξύ άλλων, ότι η διάταξη αυτή αποτελεί έκφραση της γενικής αρχής απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος. Επομένως, προτείνουν να δοθεί καταφατική απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα. |
|
28. |
Προκειμένου να απαντήσω στα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου, θα αρχίσω την ανάλυσή μου με ορισμένες γενικές παρατηρήσεις (υπό Α). Εν συνεχεία, θα άρω κάθε αμφιβολία ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής της οδηγίας 2004/38 και, ειδικότερα, του άρθρου 35 στην επίμαχη της κύριας δίκης περίπτωση (υπό Β) και θα ολοκληρώσω εξετάζοντας το περιεχόμενο των εξουσιών που απονέμει η διάταξη στα κράτη μέλη (υπό Γ). |
Α. Ορισμένες γενικές παρατηρήσεις σχετικά με τη δυνατότητα εφαρμογής της οδηγίας 2004/38
|
29. |
Υπενθυμίζεται, εκ προοιμίου, ότι από τις αιτιολογικές σκέψεις 3 και 4 της οδηγίας 2004/38 προκύπτει ότι η οδηγία αυτή αποσκοπεί στο να διευκολύνει την άσκηση του θεμελιώδους ατομικού δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών, το οποίο αναγνωρίζεται απευθείας στους πολίτες της Ένωσης βάσει του άρθρου 21, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και ότι έχει ως κύριο σκοπό να ενισχύσει το δικαίωμα αυτό ( 9 ). H αιτιολογική σκέψη 5 της οδηγίας 2004/38 υπογραμμίζει ότι το εν λόγω δικαίωμα, προκειμένου να ασκείται υπό αντικειμενικές συνθήκες αξιοπρέπειας, πρέπει να παρέχεται και στα μέλη της οικογένειας των πολιτών αυτών, ανεξαρτήτως της ιθαγένειάς τους ( 10 ). Εντούτοις, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η οδηγία δεν παρέχει κανένα αυτοτελές δικαίωμα στα μέλη της οικογένειας πολίτη της Ένωσης που είναι υπήκοοι τρίτου κράτους. Συνεπώς, τα δικαιώματα που τυχόν αναγνωρίζει η οδηγία στους υπηκόους αυτούς απορρέουν από τα δικαιώματα που έχει ο πολίτης της Ένωσης από την άσκηση του δικαιώματός του ελεύθερης κυκλοφορίας ( 11 ). Πράγματι, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως υπενθυμίσει ότι, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/38, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της και είναι φορείς των αναγνωριζόμενων βάσει αυτής δικαιωμάτων οι πολίτες της Ένωσης που μεταβαίνουν ή διαμένουν σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο του οποίου είναι υπήκοοι, καθώς και τα μέλη της οικογένειάς τους, όπως ορίζονται στο άρθρο 2, σημείο 2, της οδηγίας, που τους συνοδεύουν ή μεταβαίνουν στο κράτος αυτό για να εγκατασταθούν μαζί τους ( 12 ). |
|
30. |
Εν προκειμένω, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι, λόγω του γάμου του το 2010 με υπήκοο κράτους μέλους που διέμενε στην Ιρλανδία, ο προσφεύγων της κύριας δίκης διέμεινε στο εν λόγω κράτος μέλος ως σύζυγος πολίτη της Ένωσης η οποία ασκούσε το δικαίωμά της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο του οποίου ήταν υπήκοος, δεν αμφισβητείται ότι είχε αποκτήσει παράγωγο δικαίωμα διαμονής δυνάμει της οδηγίας 2004/38 και ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής της. Εντούτοις, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι το 2015 απέκτησε την ιρλανδική ιθαγένεια και, ως εκ τούτου, διαμένει έκτοτε στην Ιρλανδία ως Ιρλανδός υπήκοος. Μερικά χρόνια αργότερα, το 2018, οι σύζυγοι έλαβαν διαζύγιο. Επομένως, είναι πρόδηλο ότι, δεδομένου ότι η οδηγία ρυθμίζει μόνον τους όρους εισόδου και διαμονής πολίτη της Ένωσης και των μελών της οικογένειάς του στο κράτος μέλος υποδοχής, ο προσφεύγων της κύριας δίκης δεν εμπίπτει πλέον στον ορισμό του «δικαιούχου» της οδηγίας κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1 ( 13 ). |
|
31. |
Επομένως, κατά το χρονικό σημείο κατά το οποίο απέκτησε τα δικαιώματα που αναγνωρίζει η οδηγία 2004/38 και κατά την περίοδο την οποία αφορούσε η έρευνα σχετικά με την ύπαρξη εικονικού γάμου, ήτοι μεταξύ των ετών 2010 και 2015, ο προσφεύγων της κύριας δίκης είχε την ιδιότητα του δικαιούχου της οδηγίας ( 14 ), ως σύζυγος πολίτη της Ένωσης η οποία ασκούσε το δικαίωμά της ελεύθερης κυκλοφορίας μεταβαίνοντας και διαμένοντας σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο του οποίου ήταν υπήκοος. Αντιθέτως, λόγω της πολιτογράφησής του στην Ιρλανδία το 2015 ( 15 ), το νομικό καθεστώς του άλλαξε τόσο ως προς το εθνικό δίκαιο όσο και ως προς την οδηγία, με αποτέλεσμα, κατ’ εφαρμογήν της απόφασης Lounes ( 16 ), κατά τον χρόνο κίνησης της έρευνας το 2019, η οδηγία να μη διέπει πλέον τη διαμονή του στο εν λόγω κράτος μέλος ( 17 ). |
|
32. |
Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτό ότι η οδηγία 2004/38 δεν εφαρμόζεται, από τη στιγμή που ο προσφεύγων της κύριας δίκης δεν είναι πλέον «δικαιούχος» των παράγωγων δικαιωμάτων εισόδου και διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας; |
|
33. |
Φρονώ πως όχι. |
|
34. |
Όπως θα καταδείξω στη συνέχεια, η απώλεια της ιδιότητας του δικαιούχου κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/38 δεν συνεπάγεται ότι η οδηγία παύει να εφαρμόζεται όταν, όπως εν προκειμένω, οι αρμόδιες εθνικές αρχές διαπιστώνουν την ύπαρξη κατάχρησης ή καταστρατήγησης των κανόνων της οδηγίας, οι οποίες διαπράχθηκαν κατά το χρονικό σημείο που ο προσφεύγων της κύριας δίκης είχε την ιδιότητα του δικαιούχου. Συναφώς, παρατηρείται ότι το Δικαστήριο μερίμνησε να προβεί σε διάκριση μεταξύ του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας και της ιδιότητας του δικαιούχου δυνάμει της διάταξης αυτής ( 18 ). Εξ αυτού συνάγεται, κατά τη γνώμη μου, ότι, μολονότι οι πολίτες της Ένωσης και τα μέλη των οικογενειών τους που ασκούν τα δικαιώματα που αναγνωρίζει η οδηγία 2004/38 εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής και είναι δικαιούχοι της κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, τα πρόσωπα που δεν ασκούν πλέον τα δικαιώματα αυτά επειδή απώλεσαν την ιδιότητα του δικαιούχου μπορούν, παρά ταύτα, να εξακολουθήσουν να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, δεδομένου ότι, όπως θα καταδείξω στη συνέχεια των παρουσών προτάσεων, η οδηγία περιέχει διατάξεις των οποίων η εφαρμογή δεν απαιτεί να έχει το ενδιαφερόμενο πρόσωπο την ιδιότητα του δικαιούχου κατά το χρονικό σημείο εφαρμογής τους ( 19 ). |
|
35. |
Τούτου λεχθέντος, στη συνέχεια θα επικεντρώσω την εξέτασή μου στο ζήτημα αν η οδηγία 2004/38 και ειδικότερα το άρθρο 35 αυτής, εφαρμόζεται στην υπό κρίση υπόθεση. |
Β. Επί της δυνατότητας εφαρμογής του άρθρου 35 της οδηγίας 2004/38
|
36. |
Προκειμένου να κριθεί αν το άρθρο 35 της οδηγίας 2004/38 εφαρμόζεται εν προκειμένω, πρέπει να εξακριβωθεί το ratione temporis πεδίο εφαρμογής του, ήτοι να διερευνηθεί αν η διάταξη αυτή εφαρμόζεται όταν ο ενδιαφερόμενος είχε στο παρελθόν την ιδιότητα του δικαιούχου της οδηγίας κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, αυτής, αλλά την απώλεσε κατά το χρονικό σημείο εφαρμογής της πρώτης διάταξης. |
|
37. |
Κατά πάγια νομολογία, για την ερμηνεία διάταξης του δικαίου της Ένωσης πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όχι μόνον το γράμμα της, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται καθώς και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος ( 20 ). Το ιστορικό της θέσπισης μιας διάταξης του δικαίου της Ένωσης μπορεί επίσης να παρέχει κρίσιμα στοιχεία για την ερμηνεία της ( 21 ). Προς τούτο, θα προβώ σε γραμματική, συστηματική και τελολογική ερμηνεία της διάταξης. |
1. Επί της γραμματικής ερμηνείας
|
38. |
Υπενθυμίζεται, κατ’ αρχάς, ότι το άρθρο 35 της οδηγίας 2004/38, το οποίο φέρει τον τίτλο «Κατάχρηση δικαιώματος», προβλέπει ότι «τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να αρνούνται, να τερματίζουν ή να ανακαλούν οποιοδήποτε δικαίωμα αναγνωριζόμενο από την [οδηγία αυτή], σε περίπτωση κατάχρησης δικαιώματος ή απάτης, όπως π.χ. σε περίπτωση εικονικού γάμου. Τα εν λόγω μέτρα πρέπει να είναι αναλογικά και να υπόκεινται στις διαδικαστικές εγγυήσεις που προβλέπονται στα άρθρα 30 και 31». |
|
39. |
Πρώτον, παρατηρώ ότι από κανένα στοιχείο του γράμματος της διάταξης δεν μπορεί να συναχθεί ότι, μέσω αυτής, ο νομοθέτης της Ένωσης θέλησε να περιορίσει χρονικά τη δυνατότητα των κρατών μελών να λαμβάνουν «τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να αρνούνται, να τερματίζουν ή να ανακαλούν οποιοδήποτε δικαίωμα αναγνωριζόμενο από την [οδηγία αυτή], σε περίπτωση κατάχρησης δικαιώματος ή απάτης» ( 22 ). Με άλλα λόγια, το γράμμα της διάταξης δεν διευκρινίζει ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να λαμβάνουν μόνον «τα αναγκαία μέτρα» που συνδέονται με δικαίωμα το οποίο παράγει επί του παρόντος έννομα αποτελέσματα δυνάμει της οδηγίας 2004/38. Πράγματι, η πρόβλεψη τέτοιου χρονικού περιορισμού θα ισοδυναμούσε με επιβολή, στην πράξη, ενός πρόσθετου στοιχείου που δεν προβλέπεται από το γράμμα της διάταξης. Αντιθέτως, η απουσία τέτοιου χρονικού περιορισμού συνεπάγεται ότι η δυνατότητα αυτή νοείται ως ευχέρεια των κρατών μελών να λαμβάνουν τέτοια μέτρα, ανεξαρτήτως του αν ο ενδιαφερόμενος ασκεί ή άσκησε δικαίωμα αναγνωριζόμενο από την οδηγία 2004/38. |
|
40. |
Δεύτερον, από το γράμμα του άρθρου 35 της οδηγίας 2004/38, το οποίο χρησιμοποιεί τη μετοχή «αναγνωριζόμενο», προκύπτει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης κάνει λόγο, μεταξύ άλλων, για τα δικαιώματα των οποίων ο ενδιαφερόμενος είναι ή υπήρξε δικαιούχος βάσει του άρθρου αυτού ( 23 ). |
|
41. |
Τρίτον, επισημαίνω ότι η χρήση στη διάταξη του ρήματος «αρνούνται» συνεπάγεται την άρνηση της εισόδου ή της διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής στα πρόσωπα που διαλαμβάνονται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας, όταν τα πρόσωπα αυτά έχουν αποκτήσει τα δικαιώματα που τους αναγνωρίζει η οδηγία κατά κατάχρηση δικαιώματος ή με απάτη, οπότε δεν πληρούν τους όρους για να απολαύουν, βάσει της εν λόγω οδηγίας, των δικαιωμάτων αυτών ( 24 ). Κατά συνέπεια, πρόκειται εδώ για μελλοντικό (ενδεχόμενο) δικαίωμα εισόδου ή διαμονής το οποίο δεν έχει ακόμη γεννηθεί, δεδομένου ότι το εν λόγω πρόσωπο δεν πληροί τους όρους που απαιτούνται από την οδηγία 2004/38 προκειμένου να έχει την ιδιότητα του «δικαιούχου» κατά την έννοια της διάταξης αυτής. |
|
42. |
Τέταρτον, επισημαίνω ότι η χρήση των ρημάτων «τερματίζουν» και «ανακαλούν» στο άρθρο 35 της οδηγίας 2004/38 υποδηλώνει ότι πρόκειται για τερματισμό ή ανάκληση δικαιώματος που αναγνωρίζει η οδηγία, ανεξαρτήτως του αν το δικαίωμα έχει ή δεν έχει εξαντλήσει τα αποτελέσματά του ( 25 ). Επομένως, τα δύο αυτά ρήματα μπορούν να έχουν αναδρομικό χαρακτήρα, στο μέτρο που μπορούν να επιφέρουν την εξαφάνιση ορισμένων μελλοντικών αλλά και προγενέστερων αποτελεσμάτων ενός τέτοιου δικαιώματος ( 26 ). Η χρήση δύο διαφορετικών ρημάτων φαίνεται, κατ’ αρχήν, να ανταποκρίνεται στην πρόθεση του νομοθέτη της Ένωσης να καλύψει τόσο τα εθνικά μέτρα που καθιστούν δυνατή την ακύρωση δικαιώματος ex nunc (όπως, μεταξύ άλλων, την ακύρωση δελτίου διαμονής) είτε την ex tunc ανάκλησή του ( 27 ). |
|
43. |
Επομένως, από την ερμηνεία αυτή προκύπτει ότι η επιλογή του νομοθέτη της Ένωσης να χρησιμοποιήσει τους όρους «να αρνούνται, να τερματίζουν ή να ανακαλούν οποιοδήποτε δικαίωμα αναγνωριζόμενο από την [οδηγία αυτή]» εκφράζει σαφώς τη βούληση να καλύπτεται διαχρονικώς το επίμαχο δικαίωμα εισόδου ή διαμονής (μελλοντικό, υφιστάμενο ή παρελθόν) όταν το δικαίωμα αυτό είναι «αναγνωριζόμενο από την [οδηγία αυτή]», πράγμα που σημαίνει ότι η οδηγία εφαρμόζεται ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι το δικαίωμα δεν ασκείται πλέον. |
|
44. |
Ως εκ τούτου, είμαι της γνώμης ότι το γράμμα του άρθρου 35 της οδηγίας 2004/38 οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η διάταξη εφαρμόζεται σε μέτρα που ελήφθησαν δυνάμει δικαιώματος αναγνωριζόμενου από την οδηγία κατά τη διάρκεια περιόδου κατά την οποία το υποκείμενο του δικαιώματος ήταν ο «δικαιούχος» κατά την έννοια της οδηγίας, τούτο δε ανεξαρτήτως της υφιστάμενης κατάστασης του ενδιαφερομένου. |
|
45. |
Εντούτοις, πρέπει να εξεταστεί αν το κανονιστικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 35 της οδηγίας ενισχύει ή όχι την ερμηνεία αυτή. |
2. Επί της συστηματικής ερμηνείας
α) Η εσωτερική ερμηνεία ή ερμηνεία βάσει του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται
|
46. |
Όσον αφορά το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 35 της οδηγίας 2004/38, παρατηρώ, πρώτον, ότι η ερμηνεία που εκτέθηκε στα προηγούμενα σημεία δεν αναιρείται από το γράμμα της αιτιολογικής σκέψης 28 της οδηγίας, κατά την οποία «[τ]α κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα, προκειμένου να προφυλαχθούν από κατάχρηση δικαιώματος ή δόλο, κυρίως εικονικούς γάμους ή άλλης μορφής σχέσεις οι οποίες συνάπτονται για τον μόνο λόγο της απόκτησης του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής». Πράγματι, η ευρεία διατύπωση της αιτιολογικής αυτής σκέψης, όπως αυτή του άρθρου 35, δεν θέτει κανέναν χρονικό περιορισμό όσον αφορά τη θέσπιση, εκ μέρους των κρατών μελών, τέτοιων μέτρων. Συναφώς, επισημαίνω ότι το γράμμα της αιτιολογικής σκέψης 28 παραπέμπει στους «εικονικούς γάμους ή άλλης μορφής σχέσεις», υποδηλώνοντας έτσι ότι τα μέτρα που τα κράτη μέλη «θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να θεσπίζουν», δυνάμει του άρθρου 35, μπορούν να έχουν αναδρομικό χαρακτήρα, δεδομένου ότι οι εν λόγω γάμοι ή σχέσεις, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, θα έχουν ήδη λάβει χώρα κατά το χρονικό σημείο κατά το οποίο η διάταξη αυτή ενδεχομένως θα εφαρμοστεί. |
|
47. |
Δεύτερον, επισημαίνω ότι το άρθρο 1 της οδηγίας 2004/38, το οποίο φέρει τον τίτλο «Σκοπός», προβλέπει στο στοιχείο αʹ ότι σκοπός της είναι, μεταξύ άλλων, να καθορίσει «τους όρους που διέπουν την άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στην επικράτεια των κρατών μελών από τους πολίτες της Ένωσης και τα μέλη των οικογενειών τους». Συνεπώς, στο μέτρο που το άρθρο 35 της οδηγίας 2004/38 εφαρμόζεται στις περιπτώσεις στις οποίες οι όροι άσκησης του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής που προβλέπονται σε αυτήν πληρούνται μόνον τυπικώς, με αποτέλεσμα οι όροι αυτοί να μην έχουν τηρηθεί, το τελευταίο αυτό άρθρο υπάγεται στην πρώτη διάταξη. |
|
48. |
Συναφώς, όπως προκύπτει από την οικονομία της οδηγίας 2004/38, ιδίως από τα κεφάλαια II έως IV σχετικά με τους όρους που διέπουν την άσκηση των δικαιωμάτων διαμονής που αυτή προβλέπει, η οδηγία θεσπίζει σύστημα το οποίο καλύπτει την εξέλιξη της κατάστασης των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους στο κράτος μέλος υποδοχής, καθώς και των δικαιωμάτων που τους αναγνωρίζει, τούτο δε από το χρονικό σημείο της άφιξής τους σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο του οποίου είναι υπήκοοι έως τον χρόνο αναχώρησής τους από το εν λόγω κράτος μέλος ( 28 ). Πράγματι, το σύστημα αυτό περιλαμβάνει τόσο τα διάφορα στάδια της άσκησης της ελεύθερης κυκλοφορίας ενός πολίτη και των μελών της οικογένειάς του (είσοδος, διαμονή ή αναχώρηση) όσο και τα δικαιώματα που απολαύουν τα πρόσωπα αυτά και τα οποία αντιστοιχούν σε καθένα από τα σχετικά στάδια (δικαίωμα εισόδου, δικαίωμα διαμονής, δικαίωμα διατήρησης του δικαιώματος διαμονής ή εξόδου). Επομένως, εάν, σε δεδομένο χρονικό σημείο (συμπεριλαμβανομένου, όπως εν προκειμένω, του χρονικού σημείου της καταχρηστικής κτήσης του επίμαχου δικαιώματος), ο πολίτης της Ένωσης και/ή τα μέλη της οικογένειάς του δεν πληρούν πλέον τους όρους της οδηγίας 2004/38, με συνέπεια την απώλεια (ακόμη και αναδρομική) της ιδιότητάς τους ως «δικαιούχων» κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας και, ως εκ τούτου, των δικαιωμάτων εισόδου και διαμονής τους στο κράτος μέλος υποδοχής, τούτο δεν σημαίνει ότι άλλες διατάξεις της οδηγίας δεν εφαρμόζονται στην περίπτωσή τους ( 29 ). |
|
49. |
Στο εξελισσόμενο αυτό πλαίσιο, το οποίο είναι αυτό της έννοιας του «δικαιούχου» κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/38, θεωρώ σημαντικό να υπογραμμίσω ότι το άρθρο 35 της οδηγίας αφορά δικαίωμα κυκλοφορίας και διαμονής ασκηθέν κατά τη διάρκεια ορισμένου χρονικού διαστήματος, το οποίο ουδέποτε έπρεπε να είχε αναγνωριστεί στον ενδιαφερόμενο βάσει της οδηγίας, δεδομένου ότι πληρούσε μόνον τεχνητά τους όρους άσκησης του εν λόγω δικαιώματος ( 30 ). Όπως υπογράμμισε η Επιτροπή, το άρθρο 35 εφαρμόζεται σε έννομες καταστάσεις που γεννήθηκαν κατά το χρονικό σημείο κτήσης του δικαιώματος που αναγνωρίζει η οδηγία 2004/38 προκειμένου να καταστεί δυνατός ο χαρακτηρισμός των καταστάσεων αυτών υπό το πρίσμα πρακτικών ή πραγματικών περιστατικών που αποδεικνύουν ότι το δικαίωμα αυτό αποκτήθηκε καταχρηστικώς ( 31 ), τούτο δε ακόμη και αν ο ενδιαφερόμενος δεν ασκεί πλέον το εν λόγω δικαίωμα και δεν έχει πλέον την ιδιότητα του «δικαιούχου» κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας. |
|
50. |
Τρίτον και τελευταίον, προσθέτω ότι οι «Τελικές διατάξεις», που περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο VII της οδηγίας 2004/38, αναπόσπαστο μέρος του οποίου αποτελεί το άρθρο 35, αφορούν την αποτελεσματική εφαρμογή της οδηγίας στο σύνολό της ( 32 ). Χωρίς καν να χρειάζεται να εξετάσω ενδελεχώς τις διατάξεις αυτές, παρατηρώ, ειδικότερα, ότι από τη θέση των άρθρων 35 και 36 στο κεφάλαιο VII προκύπτει ότι πρόκειται για διατάξεις οριζόντιου χαρακτήρα που αφορούν, αντιστοίχως, τη δυνατότητα και την υποχρέωση των κρατών μελών να λαμβάνουν μέτρα σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων της οδηγίας ( 33 ). |
|
51. |
Βεβαίως, σε αντίθεση προς το άρθρο 35, το άρθρο 36 αφορά πολίτες της Ένωσης ή μέλη της οικογένειάς τους οι οποίοι, κατ’ αρχήν, ασκούν νομίμως τα δικαιώματα που τους αναγνωρίζει η οδηγία 2004/38, αλλά δεν τήρησαν ορισμένες διοικητικές διατυπώσεις που προβλέπει η οδηγία ( 34 ). Επιπλέον, τα μέτρα που προβλέπονται στις δύο αυτές διατάξεις είναι διαφορετικής φύσης, ήτοι ατομικά ή ειδικά μέτρα και γενικά μέτρα ( 35 ). Ωστόσο, παρά τις διαφορές αυτές, δεν βλέπω κανέναν λόγο για τον οποίο θα μπορούσα να θεωρήσω ότι οι δύο αυτές διατάξεις δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος δεν είναι πλέον δικαιούχος της οδηγίας. Αντιθέτως, όπως υπογράμμισα, τα δύο αυτά άρθρα υπάγονται στις άλλες διατάξεις της οδηγίας ( 36 ). Διαφορετική κρίση θα είχε ως συνέπεια ούτε τα μέτρα του άρθρου 35 ούτε οι κυρώσεις που θεσπίζουν τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 36 να μπορούν να ληφθούν κατά προσώπου που δεν απολαύει πλέον των δικαιωμάτων που αναγνωρίζει η οδηγία 2004/38, ακόμη και αν, κατά την απόκτηση ή την άσκηση των δικαιωμάτων αυτών, είχε διαπραχθεί κατάχρηση δικαιώματος ή παράβαση των υποχρεώσεων που επιβάλλει η οδηγία, πράγμα που θα καθιστούσε κενές περιεχομένου τις εν λόγω διατάξεις. |
β) Η εξωτερική ερμηνεία ή οι προπαρασκευαστικές εργασίες
|
52. |
Κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες της οδηγίας 2004/38 επισημαίνω ότι το άρθρο 35 δεν προβλεπόταν στην αρχική πρόταση της Επιτροπής ( 37 ). Πράγματι, το άρθρο προστέθηκε από το Συμβούλιο «προκειμένου να διευκρινισθεί ότι τα κράτη μέλη δύνανται να αρνούνται, να τερματίζουν ή να ανακαλούν οιοδήποτε δικαίωμα παρέχεται από [αυτή] την οδηγία σε περίπτωση κατάχρησης δικαιωμάτων ή απάτης» ( 38 ). Τούτο επιβεβαιώνει τη βούληση του νομοθέτη της Ένωσης, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 28 της οδηγίας, να παράσχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα«να θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα, προκειμένου να προφυλαχθούν από κατάχρηση δικαιώματος ή απάτη, κυρίως εικονικούς γάμους», τούτο δε ανεξαρτήτως της υφιστάμενης κατάστασης του ενδιαφερομένου που απολαύει ή απόλαυσε δικαίωμα που του αναγνωρίζεται από αυτήν. |
|
53. |
Τούτο επιβεβαιώνεται και από τις μη δεσμευτικές κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής του 2009 ( 39 ) και του 2023 ( 40 ), οι οποίες κάνουν λόγο για τη δυνατότητα των κρατών μελών να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα, σε περίπτωση κατάχρησης ή απάτης, δυνάμει του άρθρου 35 της οδηγίας 2004/38, «οποτεδήποτε», είτε για «την άρνηση χορήγησης» των δικαιωμάτων που αναγνωρίζει η οδηγία είτε για «τον τερματισμό ή την ανάκληση» των δικαιωμάτων αυτών ( 41 ). |
|
54. |
Ως εκ τούτου, η γραμματική ερμηνεία που εκτίθεται στο σημείο 44 των παρουσών προτάσεων, κατά την οποία το άρθρο 35 της οδηγίας 2004/38 εφαρμόζεται σε περίπτωση όπως αυτή της κύριας δίκης, επιρρωννύεται από το κανονιστικό πλαίσιο και την οικονομία της οδηγίας στην οποία εντάσσεται η διάταξη. |
|
55. |
Τούτου λεχθέντος, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται επίσης αν είναι δυνατόν να στηριχθεί, κατ’ αναλογίαν, στα συμπεράσματα της απόφασης Chenchooliah ( 42 ) για να κρίνει ότι το άρθρο 35 της οδηγίας 2004/38 εφαρμόζεται σε περίπτωση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης. Ως εκ τούτου, θα εξετάσω στη συνέχεια το ζήτημα αυτό. |
γ) Επί των συμπερασμάτων που πρέπει να αντληθούν από τη νομολογία που απορρέει από την απόφαση Chenchooliah
|
56. |
Στην απόφαση Chenchooliah, το Δικαστήριο υπογράμμισε, αφενός, ότι η έννοια του «δικαιούχου» κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/38 έχει «δυναμικό χαρακτήρα», υπό την έννοια ότι η ιδιότητα του δικαιούχου, ακόμη και αν έχει αποκτηθεί κατά το παρελθόν, μπορεί να απολεσθεί μεταγενέστερα αν οι όροι που θέτει η διάταξη παύσουν να πληρούνται ( 43 ). Αφετέρου, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η οδηγία 2004/38 δεν περιλαμβάνει μόνον κανόνες που διέπουν τους όρους για την απόκτηση ενός εκ των διαφόρων ειδών δικαιωμάτων διαμονής που προβλέπει, καθώς και τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να εξακολουθήσει ο ενδιαφερόμενος να απολαύει των σχετικών δικαιωμάτων ( 44 ). Προσέθεσε ότι, εκτός αυτού, η οδηγία προβλέπει ένα σύνολο κανόνων που ρυθμίζουν την κατάσταση η οποία προκύπτει από την απώλεια κάποιου από τα δικαιώματα αυτά, ιδίως σε περίπτωση αναχώρησης του πολίτη της Ένωσης από το κράτος μέλος υποδοχής ( 45 ). |
|
57. |
Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο διαπίστωσε, κατ’ αρχάς, ότι, σε περίπτωση κατά την οποία πολίτης της Ένωσης επέστρεψε στο κράτος μέλος του οποίου έχει την ιθαγένεια και, επομένως, δεν ασκεί πλέον στο κράτος μέλος υποδοχής το δικαίωμά του ελεύθερης κυκλοφορίας βάσει του δικαίου της Ένωσης, ο υπήκοος τρίτου κράτους, σύζυγος του εν λόγω πολίτη της Ένωσης, δεν έχει πλέον την ιδιότητα του «δικαιούχου» κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας, εφόσον παραμένει στο κράτος μέλος υποδοχής και δεν διαμένει πλέον μαζί με τον σύζυγό του ( 46 ). Εν συνεχεία, το Δικαστήριο έκρινε ότι, ακόμη και αν η απώλεια της ιδιότητας αυτής έχει ως συνέπεια ότι ο ενδιαφερόμενος υπήκοος τρίτου κράτους παύει να έχει τα δικαιώματα κυκλοφορίας και διαμονής στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής τα οποία είχε επί ορισμένο χρονικό διάστημα, δεδομένου ότι παύει να πληροί τις προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτώνται τα δικαιώματα αυτά, εντούτοις η απώλεια αυτή δεν σημαίνει ότι η οδηγία 2004/38 παύει να έχει εφαρμογή στην έκδοση, από το κράτος υποδοχής, απόφασης περί απομάκρυνσης του υπηκόου αυτού για τον ως άνω λόγο ( 47 ). |
|
58. |
Βεβαίως, στη σκέψη 64 της απόφασης Chenchooliah, το Δικαστήριο υπενθύμισε, στηριζόμενο στη σκέψη 95 της απόφασης Metock κ.λπ., ότι «αφ’ ης στιγμής ο υπήκοος τρίτου κράτους, μέλος της οικογένειας πολίτη της Ένωσης, αντλεί από την οδηγία 2004/38 δικαιώματα εισόδου και διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής, το κράτος μέλος αυτό μπορεί να περιορίσει τα εν λόγω δικαιώματα μόνον εφόσον τηρεί τα άρθρα 27 και 35 της ως άνω οδηγίας». Εντούτοις, στη σκέψη 67 της πρώτης απόφασης, το Δικαστήριο έκρινε ότι το συμπέρασμα που απορρέει από τη σκέψη 95 της απόφασης Metock κ.λπ. δεν ίσχυε στην περίπτωση της κύριας δίκης στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Chenchooliah, στην οποία η υπήκοος τρίτου κράτους δεν ήταν πλέον δικαιούχος της οδηγίας ( 48 ). |
|
59. |
Φρονώ ότι η ως άνω επισήμανση του Δικαστηρίου δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι θέλησε να συνδέσει την εφαρμογή του άρθρου 35 της οδηγίας 2004/38 με την περίοδο κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος είναι «δικαιούχος» κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας. Πράγματι, αντιλαμβάνομαι τη σκέψη αυτή μάλλον υπό την έννοια ότι το Δικαστήριο απλώς διέκρινε τις καταστάσεις επί των οποίων εκδόθηκαν οι δύο αυτές αποφάσεις, ήτοι το γεγονός ότι, στην πρώτη περίπτωση που αφορούσε η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Metock κ.λπ., ο ενδιαφερόμενος υπήκοος τρίτου κράτους είχε (υφιστάμενο) παράγωγο δικαίωμα διαμονής ( 49 ) στο κράτος μέλος υποδοχής κατά την έννοια της οδηγίας, ενώ, στη δεύτερη περίπτωση την οποία αφορούσε η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Chenchooliah, η υπήκοος του οικείου τρίτου κράτους είχε απολέσει το εν λόγω (παρελθόν) παράγωγο δικαίωμα ( 50 ). Κατά συνέπεια, στο μέτρο που οι δύο καταστάσεις ήταν διαφορετικές, το ερώτημα που ετίθετο περαιτέρω ήταν αν η απώλεια της ιδιότητας του «δικαιούχου» κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/38 σημαίνει ότι η απόφαση απομάκρυνσης, η οποία εκδίδεται με βασική αιτιολογία την απόρριψη της αίτησης του υπηκόου αυτού για χορήγηση παράγωγου δικαιώματος διαμονής δυνάμει της οδηγίας 2004/38, δεν εμπίπτει στην ως άνω οδηγία αλλά στο εθνικό δίκαιο που είναι εφαρμοστέο εκτός του πεδίου εφαρμογής της ( 51 ). |
|
60. |
Όπως εξέθεσα ανωτέρω, το Δικαστήριο έκρινε στη σκέψη 69 της απόφασης Chenchooliah ότι στο ερώτημα αυτό προσήκει αρνητική απάντηση, διαχωρίζοντας, στη σκέψη 79 της απόφασης, την ιδιότητα του «δικαιούχου» κατά την έννοια της διάταξης αυτής από την εφαρμογή άλλων διατάξεων της οδηγίας 2004/38, ήτοι, μεταξύ άλλων, του άρθρου 15 ( 52 ). |
|
61. |
Στο πλαίσιο αυτό, τίθεται το ερώτημα αν τα συμπεράσματα της νομολογίας αυτής συνηγορούν υπέρ της ερμηνείας του άρθρου 35 βάσει του συστήματος και του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται. |
|
62. |
Συναφώς, επισημαίνεται, όπως έπραξε το Δικαστήριο στη σκέψη 70 της απόφασης Chenchooliah, ότι η οδηγία 2004/38 «δεν περιλαμβάνει μόνον κανόνες που διέπουν τις προϋποθέσεις για την απόκτηση ενός εκ των διαφόρων ειδών δικαιωμάτων διαμονής που προβλέπει καθώς και τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να εξακολουθήσει ο ενδιαφερόμενος να απολαύει των σχετικών δικαιωμάτων» ( 53 ), αλλά προβλέπει, εκτός αυτού, «ένα σύνολο κανόνων που ρυθμίζουν την κατάσταση η οποία προκύπτει από την απώλεια κάποιου από τα δικαιώματα αυτά, ιδίως σε περίπτωση αναχώρησης του πολίτη της Ένωσης από το κράτος μέλος υποδοχής» (η υπογράμμιση δική μου). |
|
63. |
Από τη χρήση του επιρρήματος «ιδίως» στη σκέψη 70 της απόφασης Chenchooliah προκύπτει ότι το «σύνολο κανόνων» που προβλέπει η οδηγία 2004/38 και «ρυθμίζουν την κατάσταση η οποία προκύπτει από την απώλεια κάποιου από τα δικαιώματα αυτά» ουδόλως αναγνωρίζεται μόνο στην περίπτωση της αναχώρησης του πολίτη της Ένωσης και/ή των μελών της οικογένειάς του από το κράτος μέλος υποδοχής. Πράγματι, αρκεί να υπομνησθεί ότι, στο πλαίσιο και την οικονομία της οδηγίας, οι έννομες καταστάσεις που γεννήθηκαν κατά το χρονικό σημείο κτήσης του δικαιώματος που αναγνωρίζει η οδηγία μπορούν να εξελίσσονται μέχρι το χρονικό σημείο κατά το οποίο παύουν να υφίστανται για άλλους λόγους πλην της αναχώρησης του δικαιούχου της οδηγίας και ιδίως λόγω της πολιτογράφησης του ενδιαφερομένου στο κράτος μέλος υποδοχής. Οι εν λόγω έννομες καταστάσεις μπορούν επίσης να παύσουν να υφίστανται υπό το πρίσμα περιστάσεων που αποδεικνύουν ότι το δικαίωμα αυτό αποκτήθηκε καταχρηστικώς ή δολίως, με αποτέλεσμα την ακύρωση ή την ανάκλησή του. |
|
64. |
Επομένως, μπορεί να υποστηριχθεί ότι η διαπίστωση, από εθνική αρχή, της ύπαρξης εικονικού γάμου θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια, μεταξύ άλλων, την «τυπική και αναδρομική ανάκληση» των παράγωγων δικαιωμάτων τα οποία υπήκοος τρίτου κράτους άντλησε στην πραγματικότητα καταχρηστικώς ή δολίως από την οδηγία 2004/38, με συνέπεια την «αναδρομική απώλεια» του «τυπικού» ευεργετήματος των δικαιωμάτων αυτών, τούτο δε ανεξαρτήτως του γεγονότος, όπως εν προκειμένω, ότι τα δικαιώματα έχουν ασκηθεί στο παρελθόν, ότι εξακολουθούν να ασκούνται ή ότι μπορούν να ασκηθούν στο μέλλον ( 54 ). |
|
65. |
Επομένως, είναι δυνατόν να ληφθούν υπόψη, κατ’ αναλογίαν, τα συμπεράσματα της απόφασης Chenchooliah για να κριθεί ότι το άρθρο 35 της οδηγίας 2004/38 εφαρμόζεται σε περίπτωση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης. |
3. Τελολογική ερμηνεία
|
66. |
Υπενθυμίζω, πρώτον, ότι, λαμβανομένου υπόψη του σκοπού που επιδιώκει η οδηγία 2004/38, ήτοι του σκοπού να διευκολυνθεί η άσκηση του θεμελιώδους ατομικού δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών, το οποίο το άρθρο 21, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ παρέχει απευθείας στους πολίτες της Ένωσης ( 55 ), οι διατάξεις της δεν μπορούν να ερμηνεύονται περιοριστικά και, εν πάση περιπτώσει, κατά τρόπο που να στερούνται μεγάλο μέρος του περιεχομένου και της πρακτικής αποτελεσματικότητάς τους. Επομένως, στο μέτρο που το άρθρο 35 της οδηγίας 2004/38 επιτρέπει στα κράτη μέλη να περιορίζουν τα δικαιώματα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών, η διάταξη αυτή παραπέμπει στις διαδικαστικές εγγυήσεις που προβλέπει για τη διασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας τους ( 56 ). Συνεπώς, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η Γερμανική Κυβέρνηση, τυχόν περιοριστική ερμηνεία της διάταξης αυτής θα καθιστούσε κενές περιεχομένου τις εν λόγω διαδικαστικές εγγυήσεις, στερώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο από την προστασία αυτή τα πρόσωπα που κατηγορούνται για καταχρηστική ή δόλια συμπεριφορά, ενώ οι εν λόγω εγγυήσεις καθιστούν ακριβώς δυνατή τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας των δικαιωμάτων αυτών και, ως εκ τούτου, συμβάλλουν στην επίτευξη του σκοπού της οδηγίας. |
|
67. |
Πράγματι, το να υποστηριχθεί το αντίθετο και να κριθεί ότι το άρθρο 35 της οδηγίας 2004/38 δεν εφαρμόζεται όταν πολίτης της Ένωσης και τα μέλη της οικογένειάς του δεν έχουν πλέον την ιδιότητα των δικαιούχων της οδηγίας θα συνεπαγόταν, αντιθέτως προς τη βούληση του νομοθέτη της Ένωσης, αφενός, ότι αγνοείται η απαίτηση περί αναλογικότητας κατά τη λήψη των «αναγκαίων μέτρων», όπως αυτά ορίζονται στο εν λόγω άρθρο και, αφετέρου, ότι παραβιάζονται τα άρθρα 30 και 31 της οδηγίας σχετικά με την κοινοποίηση των αποφάσεων και την πρόσβαση σε δικαστικές και διοικητικές διαδικασίες προσφυγών. Σε τέτοια περίπτωση, δεν θα εφαρμόζονταν στους ενδιαφερομένους ούτε η γενική αρχή της αναλογικότητας του δικαίου της Ένωσης ούτε οι δύο τελευταίες αυτές διατάξεις, τη στιγμή που οι διαδικαστικές εγγυήσεις που προβλέπουν οι εν λόγω διατάξεις (σκοπός των οποίων, όπως μόλις επισήμανα, είναι η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας των δικαιωμάτων που αναγνωρίζει η οδηγία) έχουν θεσπιστεί για την προστασία των ενδιαφερομένων ακριβώς κατά το χρονικό σημείο κατά το οποίο τα πρόσωπα χάνουν τα δικαιώματά τους για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας, δημόσιας υγείας ή για άλλους λόγους και αποσκοπούν, μεταξύ άλλων, στη ρύθμιση των ενδεχόμενων μέτρων απομάκρυνσης ( 57 ). |
|
68. |
Κατά συνέπεια, προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα της οδηγίας 2004/38 και τα δικαιώματα που αυτή αναγνωρίζει, ο κατηγορούμενος για καταχρηστική ή δόλια συμπεριφορά πρέπει να έχει τη δυνατότητα να αμφισβητήσει την κατηγορία αυτή και να είναι σε θέση να αμυνθεί, ασκώντας αποτελεσματική προσφυγή, πράγμα που απορρέει επίσης από το δικαίωμα πραγματικής δικαστικής προστασίας, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 47, πρώτο εδάφιο, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ( 58 ). |
|
69. |
Όσον αφορά, δεύτερον, τον σκοπό του άρθρου 35 της οδηγίας 2004/38, επισημαίνω, όπως το έπραξε η Επιτροπή στις γραπτές παρατηρήσεις της, ότι συμπεριφορά που συνιστά «κατάχρηση δικαιώματος» ενδέχεται να μην εκδηλώνεται κατά το χρονικό σημείο που διαπράττεται η κατάχρηση, αλλά να εμφανίζεται αργότερα. Πράγματι, ο καταχρηστικός χαρακτήρας ενός εικονικού γάμου διαπιστώνεται μόνο μετά τη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με το ζευγάρι που έχει τελέσει τυπικά γάμο ( 59 ). Συνεπώς, ερμηνεία σύμφωνα με την οποία η εφαρμογή του άρθρου 35 περιορίζεται στην περίοδο κατά την οποία το πρόσωπο εξακολουθεί να είναι δικαιούχος ενός παράγωγου δικαιώματος που αναγνωρίζει η οδηγία θα συνεπαγόταν τον αποκλεισμό από το πεδίο εφαρμογής της διάταξης κατάστασης όπως αυτή της κύριας δίκης, όπου ο εικονικός γάμος δεν έγινε αντιληπτός για αρκετό χρονικό διάστημα, καθιστώντας έτσι κενή περιεχομένου την ουσία του σκοπού της διάταξης. |
|
70. |
Επιπλέον, υπενθυμίζεται ότι η διάταξη αυτή αποτελεί έκφραση της γενικής αρχής του δικαίου της Ένωσης περί απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος. Επομένως, η έννοια του «εικονικού γάμου» πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα της αρχής αυτής. Θα εξετάσω το ζήτημα αυτό στην επόμενη ενότητα. |
|
71. |
Επομένως, η τελολογική ερμηνεία της οδηγίας 2004/38 συνηγορεί υπέρ της δυνατότητας εφαρμογής του άρθρου 35. |
Γ. Επί της καταπολέμησης της κατάχρησης δικαιώματος στο πλαίσιο του άρθρου 35 της οδηγίας 2004/38
1. Επί των αντιρρήσεων που προβάλλει η Γερμανική Κυβέρνηση
|
72. |
Όπως προανέφερα, η Γερμανική Κυβέρνηση θεωρεί ότι το άρθρο 35 της οδηγίας 2004/38 δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω. Ειδικότερα, υποστήριξε στις γραπτές παρατηρήσεις της ότι ο εκ των υστέρων έλεγχος της καταχρηστικής ή δόλιας κτήσης δικαιώματος διαμονής που αναγνωρίζεται από την οδηγία εμπίπτει στο εθνικό δίκαιο, σύμφωνα με τη δικονομική αυτονομία των κρατών μελών. |
|
73. |
Δεν συμμερίζομαι την άποψη αυτή. |
|
74. |
Πρώτον, μολονότι είναι βεβαίως αληθές ότι η καταπολέμηση της κατάχρησης δικαιώματος αφορά τόσο το δίκαιο της Ένωσης όσο και τα εθνικά δίκαια, γεγονός παραμένει ότι η εξέταση της καταχρηστικής ή δόλιας προσφυγής στην έννομη τάξη της Ένωσης πρέπει να διενεργείται στο πλαίσιο αυτής της τελευταίας, τούτο δε, μεταξύ άλλων, όπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή, προκειμένου να διασφαλίζεται η «ομοιόμορφη εφαρμογή» των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης ( 60 ). Ειδικότερα, υπενθυμίζω ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η οδηγία 2004/38 δεν στερεί από τα κράτη μέλη κάθε εξουσία ελέγχου της εισόδου και της διαμονής στο έδαφός τους των μελών της οικογένειας πολιτών της Ένωσης. Εντούτοις, καθόσον το μέλος της οικογένειας πολίτη της Ένωσης που δεν έχει την ιθαγένεια κράτους μέλους αντλεί από την οδηγία 2004/38 δικαιώματα εισόδου και διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής, το κράτος μέλος αυτό μπορεί να περιορίσει το εν λόγω δικαίωμα μόνον εφόσον τηρεί τα άρθρα 27 και 35 της οδηγίας ( 61 ). |
|
75. |
Επομένως, αν γινόταν δεκτό, όπως υποστηρίζει η Γερμανική Κυβέρνηση, ότι ο εκ των υστέρων έλεγχος της καταχρηστικής ή δόλιας κτήσης δικαιώματος κυκλοφορίας και διαμονής δυνάμει της οδηγίας 2004/38 εμπίπτει στο εθνικό δίκαιο, θα συνεπαγόταν, αφενός, ότι δεν λαμβάνεται υπόψη το χρονικό σημείο της αρχικής κτήσης του δικαιώματος που αναγνωρίζει η οδηγία και, επομένως, δεν λαμβάνεται υπόψη ένα κρίσιμο στοιχείο, ήτοι το νομικό πλαίσιο της Ένωσης που έκρινε την κτήση του δικαιώματος. Μια τέτοια παράλειψη θα ήταν αντίθετη, μεταξύ άλλων, προς τη σύμφυτη προς την έννομη τάξη της Ένωσης γενική αρχή της ασφάλειας δικαίου. Συγκεκριμένα, θα ήταν αντίθετο προς την αρχή αυτή να γίνει δεκτή η προσέγγιση κατά την οποία η κτήση των δικαιωμάτων που αναγνωρίζει η οδηγία διέπεται από το δίκαιο της Ένωσης, ενώ η κρίση του καταχρηστικού χαρακτήρα μιας τέτοιας κτήσης διέπεται από το εθνικό δίκαιο. Αφετέρου, μια τέτοια προσέγγιση θα ισοδυναμούσε με αποδοχή της δυνατότητας κάθε κράτους μέλους να εφαρμόζει τα δικά του κριτήρια προκειμένου να κρίνει αν υφίσταται ή όχι κατάχρηση των δικαιωμάτων που αναγνωρίζει η οδηγία και, ως εκ τούτου, θα έθιγε την πρακτική αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ένωσης. Κατά συνέπεια, η οδηγία 2004/38 πρέπει να εφαρμόζεται στην εξέταση της προσφυγής που ασκείται καταχρηστικώς. |
|
76. |
Δεύτερον, όπως υπενθύμισα ανωτέρω, το άρθρο 35 της οδηγίας 2004/38 συγκεκριμενοποιεί τη γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης περί απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, η οποία αποσκοπεί στη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας της καταπολέμησης των καταχρηστικών πρακτικών ( 62 ). Στο πλαίσιο αυτό, μολονότι το άρθρο 35 της οδηγίας δεν ορίζει την έννοια «κατάχρηση δικαιώματος», υπενθυμίζεται ότι πρόκειται για αυτοτελή έννοια του δικαίου της Ένωσης, επί της οποίας το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να αποφανθεί. Συναφώς, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι προκειμένου να αποδειχθεί η ύπαρξη καταχρηστικής πρακτικής, απαιτείται αφενός μεν η συνδρομή ενός συνόλου αντικειμενικών περιστάσεων από τις οποίες να προκύπτει ότι, παρά την τυπική τήρηση των όρων που προβλέπει η νομοθεσία της Ένωσης, δεν επιτεύχθηκε ο επιδιωκόμενος με τη νομοθεσία αυτή σκοπός, αφετέρου δε η ύπαρξη ενός υποκειμενικού στοιχείου, το οποίο συνίσταται στη βούληση του ενδιαφερομένου να αποκομίσει όφελος από τη νομοθεσία της Ένωσης δημιουργώντας τεχνητά τις προϋποθέσεις που είναι αναγκαίες προκειμένου να αντλήσει το όφελος αυτό ( 63 ). Πράγματι, οι σωρευτικές προϋποθέσεις της κατάχρησης, αντικειμενική και υποκειμενική, τις οποίες έχει διατυπώσει το Δικαστήριο με τη νομολογία του, καθιστούν, μεταξύ άλλων, δυνατή τη διάκριση, τούτο δε είναι σημαντικό, μεταξύ της νόμιμης άσκησης και της καταχρηστικής άσκησης των δικαιωμάτων που αναγνωρίζει η οδηγία ( 64 ). Στο πλαίσιο της έννοιας αυτής και υπό το πρίσμα της αιτιολογικής σκέψης 28, για τους σκοπούς της οδηγίας, ο εικονικός γάμος μπορεί να οριστεί ως γάμος που έχει τελεστεί, αφενός, χωρίς γνήσια σχέση μεταξύ των μερών, δεδομένου ότι η ένωσή τους είναι αμιγώς τεχνητή, και, αφετέρου, με αποκλειστικό σκοπό τη χορήγηση δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής, βάσει του δικαίου της Ένωσης για τους πολίτες της Ένωσης και τα μέλη των οικογενειών τους, σε σύζυγο που διαφορετικά δεν θα είχε αυτό το δικαίωμα ( 65 ). Αντιθέτως, επιβάλλεται να επισημανθεί ότι το γεγονός ότι δύο πρόσωπα μπορούν να αντλούν ορισμένο πλεονέκτημα από τον γνήσιο γάμο τους, όπως, μεταξύ άλλων, δικαίωμα διαμονής, δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι πρόκειται για εικονικό γάμο και ότι, ως εκ τούτου, υπήρξε κατάχρηση δικαιώματος ( 66 ). |
|
77. |
Τούτου λεχθέντος, τίθεται ακόμη το ζήτημα του εύρους των εξουσιών ελέγχου που αναγνωρίζει το άρθρο 35 της οδηγίας 2004/38 στα κράτη μέλη. |
2. Το εύρος των εξουσιών ελέγχου που αναγνωρίζει το άρθρο 35 στα κράτη μέλη
|
78. |
Στο παρόν στάδιο της ανάλυσής μου, η απάντηση στο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου είναι εν μέρει σαφής. Πράγματι, το άρθρο 35 της οδηγίας 2004/38 έχει την έννοια ότι επιτρέπει στα κράτη μέλη να ακυρώνουν, να ανακαλούν ή να τερματίζουν, ακόμη και αναδρομικώς, δικαίωμα διαμονής αναγνωριζόμενο από την οδηγία, μολονότι το δικαίωμα αυτό έχει ήδη παύσει να παράγει αποτελέσματα. |
|
79. |
Εξάλλου, επισημαίνω ότι τα δικαιώματα που αναγνωρίζει η οδηγία 2004/38, τα οποία αποκτήθηκαν καταχρηστικώς, αλλά δεν ασκήθηκαν πλέον από τον δικαιούχο τους για ορισμένο χρονικό διάστημα, εν προκειμένω για περίοδο τουλάχιστον πέντε ετών, όχι μόνον παρήγαγαν έννομα αποτελέσματα στο παρελθόν, αλλά μπορούν πάντοτε να συνεχίσουν να παράγουν τα αποτελέσματα αυτά (επί του παρόντος και στο μέλλον). Το να κριθεί ότι ένα δικαίωμα που αναγνωρίζει η οδηγία έχει προηγουμένως αποκτηθεί καταχρηστικώς επιτρέπει στις εθνικές αρχές, δυνάμει του άρθρου 35 της οδηγίας, να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για να αποτρέψουν το ενδεχόμενο η κατάχρηση προγενέστερου δικαιώματος να χρησιμεύσει ως βάση για την απόκτηση πρόσθετων υφιστάμενων ή μελλοντικών δικαιωμάτων. Επομένως, ακόμη και αν το δικαίωμα διαμονής δεν ασκείται πλέον, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, μια τυπική ανάκληση του δικαιώματος θα μπορούσε ενδεχομένως να παράσχει στις εθνικές αρχές τη δυνατότητα να διορθώσουν τις έννομες συνέπειες που απορρέουν από αυτό ( 67 ). |
|
80. |
Συναφώς, όσον αφορά το περιθώριο εκτίμησης που διαθέτουν τα κράτη μέλη κατά την άσκηση της εξουσίας ελέγχου, υπογραμμίζεται ότι από το γράμμα του άρθρου 35 της οδηγίας 2004/38 προκύπτει ότι, χρησιμοποιώντας το ρήμα «μπορώ», η διάταξη περιορίζεται στο να παρέχει την εξουσία στα κράτη μέλη να λαμβάνουν είτε ορισμένα μέτρα μεταξύ όσων αναφέρονται στη διάταξη είτε το σύνολο των μέτρων αυτών, ήτοι την άρνηση, τον τερματισμό ή την ανάκληση δικαιώματος που αναγνωρίζεται από την οδηγία. Αντιθέτως, κανένας όρος της διάταξης δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι υποδεικνύει ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να λάβουν ένα, περισσότερα ή όλα τα προαναφερθέντα μέτρα. Πράγματι, από τον όρο «αναγκαία μέτρα» που περιλαμβάνεται στη διάταξη προκύπτει ότι τα κράτη μέλη διαθέτουν ορισμένη διακριτική ευχέρεια κατά τον καθορισμό των μέτρων που είναι απαραίτητα υπό το πρίσμα των συγκεκριμένων καταχρηστικών πρακτικών που συνιστούν την καταγγελλόμενη κατάχρηση. Ως εκ τούτου, οι εθνικές αρχές μπορούν να διαπιστώνουν, εξατομικευμένα και κατά περίπτωση, την ύπαρξη κατάχρησης δικαιώματος, εφόσον τα μέτρα που θα λάβουν τηρούν τη γενική αρχή της αναλογικότητας (καταλληλότητα, αναγκαιότητα και stricto sensu αναλογικότητα) και υπόκεινται στις διαδικαστικές εγγυήσεις που προβλέπει η οδηγία. |
|
81. |
Τούτου δοθέντος, με το προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί επίσης να διευκρινιστεί αν το άρθρο 35 της οδηγίας 2004/38 παρέχει στις αρμόδιες εθνικές αρχές τη δυνατότητα να διερευνούν και, ενδεχομένως, να διαπιστώνουν εικονικό γάμο ή να συνάγουν την ύπαρξή του. |
|
82. |
Πρώτον, επισημαίνεται ότι η εφαρμογή των «αναγκαίων μέτρων» που προβλέπονται στο άρθρο 35 της οδηγίας 2004/38 συνεπάγεται κατ’ ανάγκην ότι τα κράτη μέλη έχουν την εξουσία να διερευνούν κατάχρηση δικαιώματος για την οποία υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι έλαβε χώρα κατά το χρονικό σημείο κτήσης του δικαιώματος που αναγνωρίζει η οδηγία ( 68 ). Ειδικότερα, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, η εξουσία διερεύνησης παρέχει στις εθνικές αρχές τη δυνατότητα, σε πρώτο στάδιο, να εκτιμούν και να κρίνουν τα πραγματικά περιστατικά και, σε δεύτερο στάδιο, να χαρακτηρίζουν ενδεχομένως, υπό το πρίσμα των πραγματικών αυτών περιστατικών, ως καταχρηστικές, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, τις έννομες καταστάσεις που γεννήθηκαν κατά το χρονικό σημείο κτήσης του δικαιώματος αυτού. Βεβαίως, ναι μεν η διαπίστωση της ύπαρξης κατάχρησης δικαιώματος δεν συνιστά stricto sensu μέτρο άρνησης, τερματισμού ή ανάκλησης δικαιώματος αναγνωριζόμενου από την οδηγία, πλην όμως η διαπίστωση αυτή συνιστά στάδιο αναγκαίο και προηγούμενο της ενδεχόμενης λήψης κάθε μέτρου που προβλέπει η διάταξη, τούτο δε, λογικά, ακόμη και αν το δικαίωμα έχει ήδη παύσει να παράγει τα αποτελέσματά του. Επομένως, όπως υποστηρίζουν ο Minister for Justice, η Ιρλανδία και η Επιτροπή, η εξουσία διερεύνησης συνιστά αυτοτελή εξουσία των κρατών μελών η οποία μπορεί να οδηγήσει στη διαπίστωση κατάχρησης δικαιώματος ή απάτης. Κατά συνέπεια, εμπίπτει στη δικονομική αυτονομία των κρατών μελών και πρέπει να συνάδει προς τις αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας, καθώς και τα άρθρα 7 και 9 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. |
|
83. |
Δεύτερον, πρέπει να προσθέσω, όπως και οι μετέχοντες στη διαδικασία κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι εμπίπτει επίσης στη δικονομική αυτονομία των κρατών μελών ο χρονικός περιορισμός της δυνατότητας των κρατών μελών να θεσπίζουν μέτρα δυνάμει του άρθρου 35 της οδηγίας 2004/38 ( 69 ). |
|
84. |
Τρίτον, υπενθυμίζεται ότι, ελλείψει ρύθμισης από το δίκαιο της Ένωσης συγκεκριμένων κυρώσεων για την καταπολέμηση της κατάχρησης και της απάτης των δικαιωμάτων που αναγνωρίζει η οδηγία, η δυνατότητα πρόβλεψης αυτού του είδους κυρώσεων εμπίπτει στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών μελών, υπό την προϋπόθεση ότι οι κυρώσεις είναι αποτελεσματικές, αμερόληπτες και σύμφωνες προς την αρχή της αναλογικότητας ( 70 ) . |
|
85. |
Τέταρτον και τελευταίον, επισημαίνω ότι, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, απαντώντας σε ερώτηση του Δικαστηρίου, η Ιρλανδία επισήμανε ότι, για να αποκτήσει την ιρλανδική ιθαγένεια με πολιτογράφηση, ένα πρόσωπο πρέπει να έχει διαμείνει νομίμως στην Ιρλανδία για ορισμένο χρονικό διάστημα. Υπενθύμισε, ωστόσο, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι η κύρια δίκη δεν αφορά την απώλεια της ιρλανδικής ιθαγένειας του προσφεύγοντος της κύριας δίκης. |
|
86. |
Εν πάση περιπτώσει, και για λόγους πληρότητας, υπενθυμίζεται ότι, όπως προκύπτει από πάγια νομολογία, αν η αφαίρεση της ιρλανδικής ιθαγένειας συνεπάγεται την απώλεια της ιδιότητας του πολίτη της Ένωσης και των δικαιωμάτων που απορρέουν από αυτήν, η εν λόγω αφαίρεση θα πρέπει να συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας όσον αφορά τις συνέπειές της στην κατάσταση του ενδιαφερομένου και, ενδεχομένως, στην κατάσταση των μελών της οικογένειάς του από τη σκοπιά του δικαίου της Ένωσης ( 71 ) . |
V. Πρόταση
|
87. |
Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Court of Appeal (εφετείο, Ιρλανδία) ως εξής: Το άρθρο 35 της οδηγίας 2004/38 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 492/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2011, έχει την έννοια ότι: επιτρέπει στις αρμόδιες εθνικές αρχές να διερευνούν και, ενδεχομένως, να κρίνουν ή να συνάγουν ότι πρόσωπο, το οποίο έχει αποκτήσει προηγουμένως παράγωγο δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας δυνάμει της οδηγίας, διέπραξε απάτη ή κατάχρηση δικαιώματος, όταν η διαμονή του προσώπου αυτού στο οικείο κράτος μέλος δεν στηρίζεται πλέον στην οδηγία, ακόμη και όταν το πρόσωπο αυτό απέκτησε, εν τω μεταξύ, την ιθαγένεια του εν λόγω κράτους μέλους. |
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( i ) Η ονομασία που έχει δοθεί στην παρούσα υπόθεση είναι πλασματική. Δεν αντιστοιχεί στο πραγματικό όνομα κανενός διαδίκου.
( 2 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29ης Απριλίου 2004 σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ (ΕΕ 2004, L 158, σ. 77), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 492/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 5ης Απριλίου 2011 (ΕΕ 2011, L 141, σ. 1, και διορθωτικά ΕΕ 2004, L 229, σ. 35, και ΕΕ 2007, L 204, σ. 28) (στο εξής: οδηγία 2004/38).
( 3 ) Συναφώς, βλ. αποφάσεις της 7ης Ιουλίου 1992, Singh (C‑370/90, EU:C:1992:296, σκέψη 24)· της 23ης Σεπτεμβρίου 2003, Akrich (C‑109/01, EU:C:2003:491, σκέψεις 55 έως 58), και της 19ης Οκτωβρίου 2004, Zhu και Chen (C‑200/02, EU:C:2004:639, σκέψεις 34 έως 37). Στην τελευταία απόφαση, το Δικαστήριο περιορίζεται να απορρίψει την επιχειρηματολογία κράτους μέλους η οποία στηριζόταν σε προβαλλόμενη κατάχρηση δικαιώματος. Όσον αφορά τη νομολογία στην οποία το Δικαστήριο μνημόνευε το άρθρο 35 της οδηγίας 2004/38 χωρίς η διάταξη να παρατίθεται στο διατακτικό της απόφασης, βλ. αποφάσεις της 25ης Ιουλίου 2008, Metock κ.λπ. (C‑127/08, στο εξής: απόφαση Metock, EU:C:2008:449, σκέψη 75). Βλ., ομοίως, απόφαση της 26ης Μαρτίου 2019, SM (Παιδί που τελεί υπό το αλγερινό σύστημα kafala) (C‑129/18, EU:C:2019:248), καθώς και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Campos Sánchez-Bordona στην υπόθεση αυτή (σημεία 112 έως 117).
( 4 ) Απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2014, McCarthy κ.λπ. (C‑202/13, στο εξής: απόφαση McCarthy κ.λπ., EU:C:2014:2450).
( 5 ) Βλ. απόφαση McCarthy κ.λπ. (σκέψη 58 και διατακτικό).
( 6 ) Απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2017, Lounes (C‑165/16, στο εξής: απόφαση Lounes, EU:C:2017:862).
( 7 ) Απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2019, Chenchooliah (C‑94/18, στο εξής: απόφαση Chenchooliah, EU:C:2019:693).
( 8 ) Μολονότι το προδικαστικό ερώτημα αφορά στην πραγματικότητα μόνον την απώλεια της ιδιότητας του δικαιούχου δικαιώματος αναγνωριζόμενου από την οδηγία 2004/38 λόγω της κτήσης της ιθαγένειας του κράτους μέλους υποδοχής, φρονώ ότι, προκειμένου να κριθεί η δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 35 της οδηγίας, η πολιτογράφηση του ενδιαφερομένου είναι απλώς μία από τις περιπτώσεις απώλειας της ιδιότητας αυτής. Πράγματι, δικαιούχος της οδηγίας μπορεί να απολέσει το καθεστώς του για άλλους λόγους, όπως, μεταξύ άλλων, η αναχώρηση από το κράτος μέλος. Βλ. σημείο 63 των παρουσών προτάσεων. Επομένως, φρονώ ότι είναι δικαιολογημένη μια γενική προσέγγιση η οποία δεν περιορίζεται αυστηρά στην απώλεια του καθεστώτος του δικαιούχου διά πολιτογράφησης για την ερμηνεία της διάταξης αυτής, ιδίως για λόγους ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Βλ., κατ’ αναλογίαν, προτάσεις μου στην υπόθεση JYSK (C‑117/24, EU:C:2025:372, σημείο 60).
( 9 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Metock (σκέψη 82)· της 12ης Μαρτίου 2014, O. και B. (C‑456/12, EU:C:2014:135, σκέψη 35), καθώς και της 1ης Αυγούστου 2025, Jobcenter Arbeitplus Bielefeld (C‑397/23, EU:C:2025:602, σκέψη 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 10 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Lounes (σκέψη 31) και McCarthy κ.λπ. (σκέψεις 31 και 33 καθώς και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 11 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Lounes (σκέψη 32) και McCarthy κ.λπ. (σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 12 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Lounes (σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι «το να στερούνται οι πολίτες της Ένωσης τη δυνατότητα να έχουν ομαλή οικογενειακή ζωή στο κράτος μέλος υποδοχής αποτελεί σοβαρό κώλυμα στην άσκηση των ελευθεριών που τους εγγυάται η Συνθήκη» (βλ. απόφαση Metock, σκέψη 62).
( 13 ) Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση Lounes (σκέψη 43).
( 14 ) Από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι στον προσφεύγοντα της κύριας δίκης χορηγήθηκε, το 2010, δελτίο διαμονής διάρκειας πέντε ετών ως μέλος της οικογένειας πολίτη της Ένωσης. Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο δεν αναφέρει αν είχε δικαίωμα μόνιμης διαμονής δυνάμει του άρθρου 16 της οδηγίας 2004/38.
( 15 ) Ο R.S. επισήμανε, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι απέκτησε την ιρλανδική ιθαγένεια στις 23 Απριλίου 2016.
( 16 ) Υπενθυμίζεται ότι η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση αφορούσε Ισπανίδα υπήκοο η οποία, αφού διέμεινε στο Ηνωμένο Βασίλειο από το 1996, απέκτησε τη βρετανική ιθαγένεια με πολιτογράφηση το 2009, διατηρώντας παράλληλα την ισπανική ιθαγένειά της. Το 2014, η υπήκοος αυτή συνήψε γάμο με Αλγερινό υπήκοο. Ο τελευταίος είχε υποβάλει αίτηση χορήγησης δελτίου διαμονής ως σύζυγος πολίτη της Ένωσης, η οποία είχε απορριφθεί από τον Secretary of State for the Home Department (Υπουργό Εσωτερικών, Ηνωμένο Βασίλειο) με την αιτιολογία ότι είχε υπερβεί την επιτρεπόμενη διάρκεια διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο κατά παράβαση των ρυθμίσεων περί μετανάστευσης.
( 17 ) Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση Lounes (σκέψεις 41 και 44). Στην απόφαση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε, αφενός, ότι η Ισπανίδα υπήκοος, η οποία πολιτογραφήθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο, δεν ενέπιπτε πλέον στον ορισμό της έννοιας του «δικαιούχου» κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/38 και, αφετέρου, ότι η οδηγία δεν ήταν πλέον δυνατό να διέπει τη διαμονή της στο εν λόγω κράτος μέλος, δεδομένου ότι η εν λόγω διαμονή δεν μπορούσε ως εκ της φύσης της να εξαρτηθεί από οποιαδήποτε προϋπόθεση. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο σύζυγός της, υπήκοος τρίτου κράτους, δεν είχε παράγωγο δικαίωμα διαμονής στο εν λόγω κράτος μέλος βάσει των διατάξεων της οδηγίας. Βλ., ομοίως, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Y. Bot στην υπόθεση Lounes (C‑165/16, EU:C:2017:407).
( 18 ) Το Δικαστήριο έκρινε στη σκέψη 34 της απόφασης Lounes ότι «από το γράμμα του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας [2004/38] προκύπτει ότι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της και είναι φορείς των παρεχόμενων βάσει αυτής δικαιωμάτων οι πολίτες της Ένωσης που μεταβαίνουν ή διαμένουν “σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο του οποίου είναι υπήκοοι”, καθώς και τα μέλη των οικογενειών τους […] που τους συνοδεύουν ή μεταβαίνουν στο κράτος αυτό για να εγκατασταθούν μαζί τους». Βλ. σημείο 29 των παρουσών προτάσεων.
( 19 ) Αρκεί να επισημανθεί ότι η οδηγία 2004/38 δεν περιλαμβάνει κεφάλαιο με τίτλο «Πεδίο εφαρμογής». Αντιθέτως, διαθέτει «Κεφάλαιο I», με τίτλο «Γενικές διατάξεις», στο οποίο περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, το άρθρο 1, με τίτλο «Σκοπός», και το άρθρο 3, με τίτλο «Δικαιούχοι».
( 20 ) Βλ. αποφάσεις της 17ης Νοεμβρίου 1983, Merck (292/82, EU:C:1983:335, σκέψη 12), και της 1ης Αυγούστου 2022, Familienkasse Niedersachsen-Bremen (C‑411/20, EU:C:2022:602, σκέψη 51).
( 21 ) Βλ. αποφάσεις της 3ης Οκτωβρίου 2013, Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑583/11 P, EU:C:2013:625, σκέψη 50), της 11ης Απριλίου 2019, Tarola (C‑483/17, EU:C:2019:309, σκέψη 37), καθώς και της 11ης Ιανουαρίου 2024, Inditex (C‑361/22, EU:C:2024:17, σκέψη 43 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 22 ) Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποδόσεις στην αγγλική («refuse, terminate or withdraw»), γερμανική («zu verweigern, aufzuheben oder zu widerrufen»), ισπανική («denegar, extinguir o retirar»), ιταλική («rifiutare, estinguere o revocare»), λιθουανική («atsisakyti, nutraukti ar panaikinti») και ρουμανική γλώσσα («refuza, anula sau retrage»).
( 23 ) Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποδόσεις στην αγγλική («any right conferred»), γερμανική («die durch diese Richtlinie verliehenen Rechte»), ισπανική («cualquier derecho conferido»), ιταλική («un diritto conferito»), λιθουανική («bet kokią šia direktyva suteiktą teisę») και ρουμανική γλώσσα («orice drept conferit»).
( 24 ) Για παράδειγμα, την άρνηση χορήγησης δελτίου διαμονής ή ανανέωσής του. Βλ., συναφώς, σημείο 53 των παρουσών προτάσεων.
( 25 ) Όσον αφορά, μεταξύ άλλων, την αγγλική γλώσσα, το ρήμα «terminate» σημαίνει, γενικώς, ότι δίδεται τέλος σε κατάσταση που βρίσκεται σε εξέλιξη, ενώ το ρήμα «withdraw» μπορεί να σημαίνει την ανάκληση, αλλά και την υπαναχώρηση ή την ακύρωση. Στην ιταλική γλώσσα, η χρήση του ρήματος «estinguere» παραπέμπει επίσης σε μια κατάσταση που βρίσκεται σε εξέλιξη, ενώ το ρήμα «revocare» υποδηλώνει την ανάκληση δήλωσης του παρελθόντος ή διαμορφωθείσας κατάστασης, χωρίς ωστόσο να απαιτείται να έχει κάποιος στην κατοχή του αυτό που ανακαλείται. Το ίδιο ισχύει και για την απόδοση στη γερμανική γλώσσα, όπου το ρήμα «widerrufen» σημαίνει «ανάκληση όσων έχουν λεχθεί ή δηλωθεί».
( 26 ) Βλ., συναφώς, σημείο 49 των παρουσών προτάσεων.
( 27 ) Δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ορισμένα εθνικά δίκαια να προβλέπουν την αναδρομική ακύρωση ή να περιορίζουν την έκταση της ακύρωσης στα αποτελέσματα που δεν έχουν ακόμη εκτελεστεί. Εν προκειμένω, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη απόφαση αφορά την «κρίση», τη «διαπίστωση» ή το «συμπέρασμα» που αντλείται από την προηγούμενη κατάσταση ή συμπεριφορά του προσφεύγοντος της κύριας δίκης, ιδίως δε ότι το δικαίωμα «θεωρείται ότι έχει εξαρχής ανακληθεί». Επομένως, ο Minister for Justice φαίνεται να υπαναχωρεί ως προς παρελθούσα δήλωση και δεν ανακαλεί υφιστάμενο δικαίωμα του προσφεύγοντος, αλλά το δικαίωμα που του είχε χορηγηθεί στο παρελθόν και το οποίο δεν απολαύει πλέον ο προσφεύγων της κύριας δίκης. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Ιρλανδία εξήγησε ότι μια τέτοια διαπίστωση ισοδυναμεί με την παραδοχή ότι το δικαίωμα διαμονής, το οποίο έχει ασκηθεί στην πράξη, θεωρείται ότι ουδέποτε υπήρξε νομικώς υπό το πρίσμα των καταχρηστικών πρακτικών, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να διακριβώσει.
( 28 ) Όσον αφορά τη δομή της οδηγίας 2004/38, βλ., μεταξύ άλλων, κεφάλαιο II, με τίτλο «Δικαίωμα εξόδου και εισόδου» και κεφάλαιο III, με τίτλο «Δικαίωμα διαμονής» [έως τρεις μήνες (άρθρο 6) και άνω των τριών μηνών (άρθρο 7). Το τελευταίο κεφάλαιο ρυθμίζει επίσης τους όρους διατήρησης του δικαιώματος διαμονής, τους όρους υπό τους οποίους παύει να υφίσταται το δικαίωμα (άρθρα 12 έως 14) και τις διαδικαστικές εγγυήσεις (άρθρο 15)]. Βλ., επίσης, κεφάλαιο IV, με τίτλο «Δικαίωμα μόνιμης διαμονής» (άρθρα 16 έως 21).
( 29 ) Βλ. σημεία 34 και 49 των παρουσών προτάσεων. Με άλλα λόγια, το σύστημα που καθιερώνει η οδηγία 2004/38 καλύπτει τον «πλήρη κύκλο ζωής» της άσκησης της ελευθερίας κυκλοφορίας πολίτη της Ένωσης και των μελών της οικογένειάς του. Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Szpunar στην υπόθεση Chenchooliah (C‑94/18, EU:C:2019:433, σημεία 70 έως 75).
( 30 ) Βλ. σημείο 47 των παρουσών προτάσεων. Αντιθέτως, στο μέτρο που το άρθρο 35 δεν αφορά δικαίωμα κυκλοφορίας και διαμονής του οποίου απολαύει ο ενδιαφερόμενος, αλλά πρέπει να περιοριστεί για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας, δεν εμπίπτει στο άρθρο 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας. Τέτοιος περιορισμός για τους προαναφερθέντες λόγους εμπίπτει στις διατάξεις του κεφαλαίου VI, με τίτλο «Περιορισμοί του δικαιώματος εισόδου και του δικαιώματος διαμονής για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας».
( 31 ) Με άλλα λόγια, το χρονικό σημείο κτήσης δικαιώματος αναγνωριζόμενου από την οδηγία 2004/38 καθορίζει λογικά την εφαρμογή της. Θα επανέλθω στη σημασία του στοιχείου αυτού στα σημεία 75 και 82 των παρουσών προτάσεων. Επιπλέον, όσον αφορά την απόδειξη καταχρηστικής πρακτικής, βλ. σημείο 76 των παρουσών προτάσεων.
( 32 ) Πρόκειται, μεταξύ άλλων, για τις διατάξεις σχετικά με τη δημοσιότητα (άρθρο 34), την κατάργηση των προγενέστερων οδηγιών (άρθρο 38), τις εκθέσεις σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας (άρθρο 39), τις λεπτομέρειες μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο (άρθρο 40), την έναρξη ισχύος (άρθρο 41) και τους αποδέκτες (άρθρο 42).
( 33 ) Το άρθρο 36 της οδηγίας 2004/38, το οποίο φέρει τον τίτλο «Κυρώσεις», προβλέπει ότι «[τ]α κράτη μέλη καθορίζουν διατάξεις επί των κυρώσεων που επιβάλλονται στην περίπτωση παράβασης των εθνικών διατάξεων που θεσπίζονται για την υλοποίηση της [οδηγίας αυτής] και λαμβάνουν κάθε αναγκαίο μέτρο για την εφαρμογή τους. Οι προβλεπόμενες κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές και αναλογικές» (η υπογράμμιση δική μου). Υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 36 της οδηγίας 2004/38 κωδικοποιεί τη σχετική πάγια νομολογία του Δικαστηρίου. Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 1989, Messner (C‑265/88, EU:C:1989:632, σκέψη 15), και της 30ής Απριλίου 1998, Επιτροπή κατά Γερμανίας (C‑24/97, EU:C:1998:184, σκέψη 14 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 34 ) Βλ. άρθρο 5, παράγραφος 5, σχετικά με τη γνωστοποίηση της παρουσίας των ενδιαφερομένων στο κράτος μέλος υποδοχής εντός εύλογης προθεσμίας· άρθρο 8, παράγραφος 2· άρθρο 9, παράγραφος 3, και άρθρο 20, παράγραφος 2, σχετικά με τις διοικητικές διατυπώσεις που βαρύνουν τον πολίτη της Ένωσης και τα μέλη της οικογένειάς του (υποχρεώσεις εγγραφής και υποβολής αίτησης χορήγησης δελτίου διαμονής).
( 35 ) Πράγματι, τα μέτρα που προβλέπονται στο άρθρο 36 της οδηγίας 2004/38 είναι γενικής φύσης, ενώ, όπως έχει επισημάνει το Δικαστήριο, τα μέτρα που μπορούν να λάβουν οι εθνικές αρχές, βάσει του άρθρου 35 της οδηγίας, προκειμένου να αρνούνται, να καταργούν ή να ανακαλούν δικαίωμα αναγνωριζόμενο βάσει της οδηγίας, «πρέπει να στηρίζονται σε ατομική εξέταση της συγκεκριμένης περιπτώσεως» και, ως εκ τούτου, είναι ειδικής φύσης. Βλ. απόφαση McCarthy κ.λπ. (σκέψεις 49 και 52 καθώς και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 36 ) Βλ. σημείο 47 και υποσημείωση 34 των παρουσών προτάσεων.
( 37 ) Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών, της 29ης Ιουνίου 2001, COM(2001) 257 final (ΕΕ 2001, C 270 E, σ. 150).
( 38 ) Κοινή θέση (ΕΚ) 6/2004 του Συμβουλίου, της 5ης Δεκεμβρίου 2003 (ΕΕ 2004, C 54 E, σ. 12, ιδίως σ. 32). Η υπογράμμιση δική μου.
( 39 ) Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο – Κατευθυντήριες γραμμές για την καλύτερη ενσωμάτωση και εφαρμογή της οδηγίας 2004/38/ΕΚ σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, της 2ας Ιουλίου 2009, COM(2009) 313 final, σ. 17 (στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής του 2009).
( 40 ) Ανακοίνωση της Επιτροπής – Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας των πολιτών της ΕΕ και των μελών της οικογένειάς τους, της 6ης Δεκεμβρίου 2023, C(2023) 8500 final (ΕΕ 2023, C 1392, σ. 99) (στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής του 2023).
( 41 ) Βλ. κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής του 2009, σ. 21, και του 2023, σ. 72.
( 42 ) Η απόφαση εντασσόταν στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ υπηκόου Μαυρικίου, κατοίκου Ιρλανδίας, και του Minister for Justice and Equality (Υπουργού Δικαιοσύνης και Ισότητας, Ιρλανδία), σχετικά με απόφαση απέλασης εις βάρος της, δυνάμει διάταξης της ιρλανδικής νομοθεσίας, λόγω της επιστροφής του συζύγου της, πολίτη της Ένωσης, στο κράτος μέλος του οποίου είχε την ιθαγένεια, ήτοι στην Πορτογαλία, όπου εξέτιε ποινή φυλάκισης. Η απόφαση απέλασης συνοδευόταν αυτεπαγγέλτως, δυνάμει του εθνικού δικαίου, από επ’ αόριστον απαγόρευση εισόδου στην εθνική επικράτεια.
( 43 ) Βλ. αποφάσεις Chenchooliah (σκέψη 62) και Lounes (σκέψεις 38 έως 42). Σχετικά με τον «δυναμικό» ή «εξελισσόμενο» χαρακτήρα της έννοιας του «δικαιούχου» κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/38, βλ. απόφαση Metock (σκέψεις 73, 80 και 99). Βλ., ομοίως, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Szpunar στην υπόθεση Chenchooliah (C‑94/18, EU:C:2019:433, σημεία 47 έως 67 και 70).
( 44 ) Βλ. απόφαση Chenchooliah (σκέψη 70). Βλ., επίσης, σημείο 48 και υποσημείωση 28 των παρουσών προτάσεων.
( 45 ) Βλ. απόφαση Chenchooliah (σκέψη 70).
( 46 ) Πρβλ. απόφαση Chenchooliah (σκέψεις 59 έως 63).
( 47 ) Πρβλ. απόφαση Chenchooliah (σκέψη 79). Υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 15 της οδηγίας 2004/38, το οποίο φέρει τον τίτλο «Διαδικαστικές εγγυήσεις», ορίζει στην παράγραφο 1 ότι «[ο]ι διαδικασίες που προβλέπονται στα άρθρα 30 και 31 εφαρμόζονται κατ’ αναλογία για κάθε απόφαση περιοριστική της ελεύθερης κυκλοφορίας των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους, για άλλους λόγους εκτός της δημόσιας τάξης, της δημόσιας ασφάλειας ή της δημόσιας υγείας». Η παράγραφος 3 του άρθρου προβλέπει ότι «[τ]ο κράτος μέλος υποδοχής δεν δύναται να επιβάλλει απαγόρευση εισόδου σε συνδυασμό με απόφαση απέλασης για την οποία ισχύει η παράγραφος 1». Κατά το Δικαστήριο, το άρθρο 15 προβλέπει «το καθεστώς που ισχύει όταν παύει να υφίσταται δικαίωμα προσωρινής διαμονής δυνάμει της ως άνω οδηγίας, ιδίως όταν πολίτης της Ένωσης ή μέλος της οικογένειάς του που, κατά το παρελθόν, είχε τύχει δικαιώματος διαμονής έως τρεις μήνες ή δικαιώματος διαμονής άνω των τριών μηνών, βάσει, αντιστοίχως, του άρθρου 6 ή του άρθρου 7 της ως άνω οδηγίας, δεν πληρ[οί] πλέον τις προϋποθέσεις του εν λόγω δικαιώματος διαμονής και, επομένως, μπορεί καταρχήν να απομακρυνθεί από το κράτος μέλος υποδοχής» (βλ. σκέψη 74 της απόφασης).
( 48 ) Βλ. υποσημείωση 42 των παρουσών προτάσεων.
( 49 ) Βλ. απόφαση Chenchooliah (σκέψη 65).
( 50 ) Βλ. απόφαση Chenchooliah (σκέψη 66).
( 51 ) Βλ. απόφαση Chenchooliah (σκέψη 68).
( 52 ) Βλ. σημείο 57 των παρουσών προτάσεων. Πράγματι, όπως παρατήρησαν ορισμένοι συγγραφείς της θεωρίας, «η προστασία που απορρέει από την ιθαγένεια της Ένωσης παρατείνεται ως εξής: οι υπήκοοι τρίτου κράτους που έχουν παράγωγο δικαίωμα διαμονής προστατεύονται περισσότερο από τους υπηκόους τρίτου κράτους που δεν έχουν ποτέ συνδεθεί με πολίτη της Ένωσης». Βλ. Ritleng, D., «Scope and meaning of Article 15 of Directive 2004/38: Yes but no: Chenchooliah», Common Market Law Review, τόμος 57, αριθ. 4, 2020, σ. 1183 έως 1200, ιδίως σ. 1195.
( 53 ) Βλ. σημείο 56 των παρουσών προτάσεων.
( 54 ) Εν προκειμένω, η αναδρομική απώλεια των δικαιωμάτων που αναγνωρίζει η οδηγία 2004/38 είχε ως συνέπεια, όπως επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, ότι τα δικαιώματα αυτά θεωρούνται ότι «έχουν ανακληθεί εξαρχής».
( 55 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Metock (σκέψη 82)· της 12ης Μαρτίου 2014, O. και B. (C‑456/12, EU:C:2014:135, σκέψη 35), και της 1ης Αυγούστου 2025, Jobcenter Arbeitplus Bielefeld (C‑397/23, EU:C:2025:602, σκέψη 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 56 ) Όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 25 της οδηγίας 2004/38, οι διαδικαστικές εγγυήσεις αποσκοπούν, μεταξύ άλλων, να διασφαλίζεται υψηλό επίπεδο προστασίας των δικαιωμάτων των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους σε περίπτωση άρνησης εισόδου ή διαμονής σε άλλο κράτος μέλος.
( 57 ) Βλ. υποσημείωση 47 των παρουσών προτάσεων.
( 58 ) Υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 31, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/38 προβλέπει ότι «[ο]ι διαδικασίες προσφυγών επιτρέπουν τον έλεγχο της νομιμότητας της απόφασης καθώς και των γεγονότων και των περιστάσεων επί των οποίων βασίζεται το προτεινόμενο μέτρο. Εξασφαλίζουν επίσης ότι η απόφαση δεν είναι δυσανάλογη, ιδίως σε σχέση με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 28».
( 59 ) Βλ., ιδίως, ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο με τίτλο «Υποστήριξη των εθνικών αρχών για την πάταξη των καταχρήσεων του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας: Εγχειρίδιο σχετικά με τους εικονικούς γάμους μεταξύ πολιτών της Ένωσης και υπηκόων τρίτων χωρών, στο πλαίσιο της νομοθεσίας της ΕΕ σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των πολιτών της Ένωσης» (SWD/2014/0284 τελικό), COM(2014) 604 final, τμήμα 4.2 (στο εξής: εγχειρίδιο σχετικά με τους εικονικούς γάμους). Βλ., επίσης, COM(2014) 284 final, τμήμα 4.5, σ. 42.
( 60 ) Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 23ης Μαρτίου 2000, Διαμαντής (C‑373/97, EU:C:2000:150, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 61 ) Βλ. νομολογία που μνημονεύεται στο σημείο 58 των παρουσών προτάσεων.
( 62 ) Η γενική αρχή απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος κατοχυρώθηκε στην απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2000, Emsland-Stärke (C‑110/99, EU:C:2000:695, σκέψεις 52 και 53). Το Δικαστήριο την αναγνώρισε ρητά ως γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης στην απόφαση της 5ης Ιουλίου 2007, Kofoed (C‑321/05, EU:C:2007:408, σκέψη 38). Βλ., προσφάτως, απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 2011, Foggia – SGPS (C‑126/10, EU:C:2011:718, σκέψη 50). Πρβλ. Tridimas, P. T., «The General Principles of Law: Who Needs Them?», Les Cahiers de Droit Européen, τόμος 52, αριθ. 1, 2015, σ. 419 έως 441, ιδίως σ. 427.
( 63 ) Βλ. αποφάσεις της 14ης Δεκεμβρίου 2000, Emsland-Stärke (C‑110/99, EU:C:2000:695, σκέψεις 52 και 53), και McCarthy κ.λπ. (σκέψη 54 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Βλ., ομοίως, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Μ. Szpunar στην υπόθεση McCarthy κ.λπ. (C‑202/13, EU:C:2014:345, σημεία 108 έως 115).
( 64 ) Ειδικότερα, στο πλαίσιο της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων, το Δικαστήριο έχει ήδη υπενθυμίσει ότι το γεγονός ότι υπήκοος κράτους μέλους επέλεξε να αποκτήσει επαγγελματικό τίτλο σε κράτος μέλος άλλο από το κράτος διαμονής του προκειμένου να επωφεληθεί από ευνοϊκότερη νομοθεσία δεν αρκεί αφεαυτού για να γίνει δεκτό ότι υφίσταται κατάχρηση δικαιώματος. Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 17ης Ιουλίου 2014, Torresi (C‑58/13 και C‑59/13, EU:C:2014:2088, σκέψη 50), καθώς και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα N. Wahl στις εν λόγω συνεκδικασθείσες υποθέσεις (C‑58/13 και C‑59/13, EU:C:2014:265, σημεία 91 και 92).
( 65 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 28 της οδηγίας 2004/38 και κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής του 2023, σ. 72: «η κατάχρηση μπορεί επίσης να λάβει τη μορφή άλλων εικονικών σχέσεων».
( 66 ) Βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 9ης Μαρτίου 1999, Centros (C‑212/97, EU:C:1999:126, σκέψη 27), και της 23ης Σεπτεμβρίου 2003, Akrich (C‑109/01, EU:C:2003:491, σκέψη 55). Επισημαίνω, συναφώς, όπως το έπραξε η Επιτροπή, ότι «[έ]νας γάμος δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εικονικός απλώς διότι διευκολύνει τη μετανάστευση ή διότι προσφέρει στην πράξη οποιοδήποτε άλλο πλεονέκτημα. Η ποιότητα της σχέσης είναι αδιάφορη για την εφαρμογή του άρθρου 35». Βλ. κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής του 2009, σ. 17. Σχετικά με τις ενδείξεις ενδεχόμενης κατάχρησης που μπορούσαν να οδηγήσουν στην κίνηση έρευνας, βλ. εγχειρίδιο σχετικά με τους εικονικούς γάμους, σ. 7, σημείο 4.1. Βλ., ομοίως, αποφάσεις του Δικαστηρίου ΕΖΕΣ, της 9ης Φεβρουαρίου 2021, Kerim (E‑1/20, σκέψη 36), και της 23ης Νοεμβρίου 2021, Q κ.λπ. (E‑16/20, σκέψεις 59 έως 64).
( 67 ) Τούτο συμβαίνει, μεταξύ άλλων, στην περίπτωση κοινωνικών επιδομάτων ή κοινωνικών πλεονεκτημάτων που θα μπορούσαν ακόμη να καταβάλλονται ή να αναζητούνται από πολίτη της Ένωσης ή από τα μέλη της οικογένειάς του που είναι υπήκοοι τρίτου κράτους, βάσει του αριθμού παρανόμως σωρευθέντων ετών διαμονής. Στην περίπτωση αυτή, θα μπορούσε να υποτεθεί, μεταξύ άλλων, ότι οι εθνικές αρχές μπορούν να αρνηθούν τη χορήγηση κοινωνικών επιδομάτων ή ακόμη και να ζητήσουν την επιστροφή τους.
( 68 ) Από τις κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής του 2009 (σ. 17) και του 2023 (σ. 71) προκύπτει ότι η οδηγία 2004/38 «δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να διερευνούν μεμονωμένες περιπτώσεις όταν υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες κατάχρησης. Ωστόσο, το ενωσιακό δίκαιο απαγορεύει τους συστηματικούς ελέγχους».
( 69 ) Η δυνατότητα του ενδιαφερομένου να αμφισβητήσει αποτελεσματικά κατηγορία για κατάχρηση δικαιώματος ή απάτη και να ασκήσει αποτελεσματικά τα δικαιώματα υπεράσπισής του θα μπορούσε να υπονομευθεί όταν οι εθνικές αρχές απαγγέλλουν την κατηγορία αυτή μόνο μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα.
( 70 ) Όπως, μεταξύ άλλων, η ακύρωση των αποτελεσμάτων ενός εικονικού γάμου ή των διοικητικών προστίμων. Βλ., συναφώς, κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής του 2009, σ. 17, και του 2023, σ. 71 και 72.
( 71 ) Βλ. αποφάσεις της 2ας Μαρτίου 2010, Rottmann (C‑135/08, EU:C:2010:104, σκέψεις 39, 41, 42, 45, 55 και 56), και της 12ης Μαρτίου 2019, Tjebbes κ.λπ. (C‑221/17, EU:C:2019:189, σκέψεις 30 έως 32 και 40). Βλ., ομοίως, αποφάσεις της 18ης Ιανουαρίου 2022, Wiener Landesregierung (Ανάκληση διαβεβαιώσεως περί πολιτογράφησης) (C‑118/20, EU:C:2022:34)· της 21ης Οκτωβρίου 2020, Stadt Duisburg (Διατήρηση των κεκτημένων δικαιωμάτων μετά την πολιτογράφηση) (C‑720/19, EU:C:2020:847), καθώς και της 5ης Σεπτεμβρίου 2023, Udlændinge- og Integrationsministeriet (Απώλεια της δανικής ιθαγένειας) (C‑689/21, EU:C:2023:626).