Προσωρινό κείμενο
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
RIMVYDAS NORKUS
της 2ας Οκτωβρίου 2025 (1)
Υπόθεση C‑516/24 [Winderwill] (i)
BC, δεόντως εκπροσωπούμενος από τη νόμιμη αντιπρόσωπό του,
κατά
LG
[αίτηση του Amtsgericht Schleswig (ειρηνοδικείου του Schleswig, Γερμανία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
« Προδικαστική παραπομπή – Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις – Διεθνής δικαιοδοσία – Επιληφθέν δικαστήριο – Υποβολή αιτήσεως νομικής αρωγής κατόπιν αιτήσεως τροποποιήσεως υποχρεώσεων διατροφής – Μεταγενέστερη υποβολή αιτήσεως τροποποιήσεως υποχρεώσεων διατροφής ενώπιον των δικαστηρίων άλλου κράτους μέλους »
1. Το νομικό πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως συνίσταται στον κανονισμό (ΕΚ) 4/2009 (2) για τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων και τη συνεργασία σε θέματα υποχρεώσεων διατροφής. Εντός του νομικού και πραγματικού πλαισίου της υπό κρίση υποθέσεως, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να εξετάσει την ερμηνεία της έννοιας του «ισοδύναμου εγγράφου» με το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης, κατά το άρθρο 9, στοιχείο αʹ, του κανονισμού αυτού. Ειδικότερα, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφανθεί αν εμπίπτει στην έννοια αυτή η αίτηση νομικής αρωγής (3) την οποία υποβάλλει ο δικαιούχος διατροφής προκειμένου να εναγάγει τον υπόχρεο διατροφής.
I. Το νομικό πλαίσιο
Α. Το διεθνές δίκαιο
2. Το άρθρο 3 παράγραφος 1, του πρωτοκόλλου της Χάγης (4) ορίζει τα εξής:
«Εκτός αντίθετης διάταξης του πρωτοκόλλου, οι υποχρεώσεις διατροφής διέπονται από το δίκαιο του κράτους της συνήθους διαμονής του δικαιούχου διατροφής.»
3. Το άρθρο 4 του πρωτοκόλλου αυτού θεσπίζει ειδικούς κανόνες υπέρ ορισμένων δικαιούχων διατροφής, οι οποίοι εφαρμόζονται ιδίως όσον αφορά τις υποχρεώσεις διατροφής των γονέων έναντι των τέκνων τους. Η παράγραφος 3 του άρθρου αυτού προβλέπει τα ακόλουθα:
«Υπό την επιφύλαξη του άρθρου 3, το δίκαιο του δικάζοντος δικαστή εφαρμόζεται όταν ο δικαιούχος διατροφής έχει προσφύγει στην αρμόδια αρχή του κράτους στο οποίο ο υπόχρεος έχει τη συνήθη διαμονή του. Εντούτοις, εφαρμόζεται το δίκαιο του κράτους της συνήθους διαμονής του δικαιούχου, όταν ο δικαιούχος δεν μπορεί να επιτύχει διατροφή από τον υπόχρεο δυνάμει του δικαίου του δικάζοντος δικαστή.»
Β. Το δίκαιο της Ένωσης
Ο κανονισμός (ΕΚ) 4/2009
4. Η αιτιολογική σκέψη 1 του κανονισμού 4/2009 ορίζει ότι ο κανονισμός εκδόθηκε από τον νομοθέτη της Ένωσης προκειμένου να υλοποιήσει τον σκοπό του που συνίσταται στη διατήρηση και την ανάπτυξη ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, εντός του οποίου εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων.
5. Κατά την αιτιολογική σκέψη 9, σκοπός του κανονισμού είναι να διευκολύνει την έκδοση αποφάσεως επί αξιώσεως διατροφής η οποία θα είναι αυτομάτως εκτελεστή σε άλλο κράτος μέλος χωρίς να απαιτείται καμία διαδικασία.
6. Σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 36 και το κεφάλαιο V, το οποίο επιγράφεται «Πρόσβαση στη δικαιοσύνη», ο κανονισμός σκοπεί στη θέσπιση ειδικού καθεστώτος νομικής αρωγής για τις υποχρεώσεις διατροφής, το οποίο προβλέπει την πλήρη ανάληψη των εξόδων των διαδικασιών που αφορούν τις υποχρεώσεις διατροφής για παιδιά ηλικίας κάτω των 21 ετών και κινούνται με τη διαμεσολάβηση των κεντρικών αρχών.
7. Η αιτιολογική σκέψη 44 του ίδιου κανονισμού αναφέρει ότι ο κανονισμός θα πρέπει να τροποποιήσει τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 44/2001 (5) αντικαθιστώντας τις διατάξεις του που εφαρμόζονται σε θέματα υποχρεώσεων διατροφής.
8. Το άρθρο 3 του κανονισμού 4/2009 προβλέπει τα ακόλουθα:
«Σε θέματα υποχρεώσεων διατροφής στα κράτη μέλη, δικαιοδοσία έχει:
α) το δικαστήριο του τόπου της συνήθους διαμονής του εναγομένου, ή
β) το δικαστήριο του τόπου της συνήθους διαμονής του δικαιούχου διατροφής, ή
[…]».
9. Το άρθρο 9, στοιχείο αʹ, του κανονισμού αυτού, το οποίο επιγράφεται «Επιληφθέν δικαστήριο», ορίζει τα εξής:
«Για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου, ένα δικαστήριο λογίζεται ως επιληφθέν:
α) από την ημερομηνία κατάθεσης στο δικαστήριο του εισαγωγικού εγγράφου της δίκης ή άλλου ισοδύναμου εγγράφου, υπό την προϋπόθεση ότι ο ενάγων δεν παρέλειψε στη συνέχεια να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα για την κοινοποίηση ή την επίδοση του εγγράφου στον εναγόμενο […]».
10. Το άρθρο 12 του εν λόγω κανονισμού, το οποίο επιγράφεται «Εκκρεμοδικία», ορίζει τα εξής:
«1. Εάν έχουν ασκηθεί αγωγές με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία μεταξύ των ίδιων διαδίκων ενώπιον δικαστηρίων διάφορων κρατών μελών, κάθε δικαστήριο εκτός εκείνου που επελήφθη πρώτο, αναστέλλει αυτεπαγγέλτως τη διαδικασία του μέχρις ότου διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου που επελήφθη πρώτο.
2. Όταν διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του πρώτου επιληφθέντος δικαστηρίου, κάθε δικαστήριο εκτός εκείνου που έχει πρώτο επιληφθεί, πρέπει να διαπιστώσει την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας του υπέρ του πρώτου δικαστηρίου.»
11. Το άρθρο 15 του ίδιου κανονισμού ορίζει τα ακόλουθα:
«Το δίκαιο που εφαρμόζεται στις υποχρεώσεις διατροφής προσδιορίζεται σύμφωνα με το [πρωτόκολλο της Χάγης του 2007] στα κράτη μέλη που δεσμεύονται από την πράξη αυτή.»
Γ. Το γερμανικό δίκαιο
1. Ο FamFG
12. Ο Gesetz über das Verfahren in Familiensachen und in den Angelegenheiten der freiwilligen Gerichtsbarkeit (νόμος περί της διαδικασίας σε οικογενειακές υποθέσεις και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, στο εξής: FamFG) ορίζει στο άρθρο 76, παράγραφος 1, τα εξής:
«Οι διατάξεις του κώδικα πολιτικής δικονομίας περί νομικής αρωγής εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, για την παροχή [νομικής αρωγής κατά τον FamFG], εκτός αν ορίζεται άλλως κατωτέρω.»
13. Το άρθρο 77, παράγραφος 1, του FamFG προβλέπει τα ακόλουθα:
«Πριν από τη χορήγηση [νομικής] αρωγής, το δικαστήριο μπορεί να παράσχει στους λοιπούς ενδιαφερόμενους τη δυνατότητα να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους. Στις διαδικασίες κατόπιν αιτήσεως, ο καθού πρέπει να έχει τη δυνατότητα να λάβει θέση επί του ζητήματος αν θεωρεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση νομικής αρωγής, εκτός αν τούτο κρίνεται απρόσφορο για ειδικούς λόγους.»
14. Το άρθρο 113, παράγραφος 1, του FamFG προβλέπει τα εξής:
«Σε γαμικές και οικογενειακές διαφορές […] εφαρμόζονται κατ’ αναλογία οι γενικοί και ειδικοί κανόνες του κώδικα πολιτικής δικονομίας σχετικά με τις διαδικασίες ενώπιον των δικαστηρίων.»
2. Ο ZPO
15. Το άρθρο 114, παράγραφος 1, του Zivilprozessordnung (κώδικα πολιτικής δικονομίας, στο εξής: ZPO) ορίζει τα ακόλουθα:
«Διάδικος ο οποίος, λόγω της προσωπικής και οικονομικής του καταστάσεως, αδυνατεί να πληρώσει τα έξοδα δικαστικής διαδικασίας, ή δύναται να πληρώσει μόνον εν μέρει ή με τμηματικές καταβολές, δικαιούται, κατόπιν αιτήσεώς του, νομικής αρωγής αν η αγωγή ή υπεράσπιση έχει επαρκείς πιθανότητες ευδοκιμήσεως και δεν έχει καταχρηστικό χαρακτήρα. Όσον αφορά τη διασυνοριακή νομική αρωγή εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα πρέπει επίσης να εφαρμόζονται τα άρθρα 1076 έως 1078.»
16. Το άρθρο 117 του ΖΡΟ προβλέπει τα ακόλουθα:
«1. Η αίτηση για τη χορήγηση νομικής αρωγής πρέπει να υποβληθεί ενώπιον του δικαστηρίου που επιλαμβάνεται της αγωγής· η αίτηση αυτή μπορεί να υποβληθεί με δήλωση στη Γραμματεία. Η αίτηση πρέπει να εκθέτει τα στοιχεία της διαφοράς και να αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα. […]
2. Η αίτηση συνοδεύεται από δήλωση του διαδίκου σχετικά με την προσωπική και οικονομική του κατάσταση (οικογενειακή κατάσταση, επάγγελμα, περιουσιακά στοιχεία, εισόδημα και βάρη), καθώς και από τα σχετικά δικαιολογητικά. Η δήλωση και τα δικαιολογητικά μπορούν να κοινοποιηθούν στον αντίδικο μόνο με τη σύμφωνη γνώμη του [αιτούντος] διαδίκου, εκτός αν, δυνάμει του αστικού δικαίου, ο αντίδικος έχει δικαίωμα ενημέρωσης σχετικά με το εισόδημα και τα περιουσιακά στοιχεία του αιτούντος. Ο αιτών πρέπει να έχει τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις του πριν από τη διαβίβαση της δήλωσής του στον αντίδικο. Ενημερώνεται για τη διαβίβαση της δήλωσής του.
3. Με σκοπό την απλοποίηση και την ενοποίηση της διαδικασίας, το Ομοσπονδιακό Υπουργείο Δικαιοσύνης εξουσιοδοτείται να καθιερώσει έντυπα δήλωσης με κανονιστική απόφαση και με τη σύμφωνη γνώμη του Bundesrat. […]
4. Εφόσον έχουν καθιερωθεί έντυπα δήλωσης όπως προβλέπει η παράγραφος 2, ο διάδικος πρέπει να τα χρησιμοποιήσει. […]»
17. Το άρθρο 118, παράγραφος 1, του ZPO ορίζει τα εξής:
«Ο αντίδικος πρέπει να έχει τη δυνατότητα να λάβει θέση επί του ζητήματος αν θεωρεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση νομικής αρωγής, εκτός αν τούτο κρίνεται απρόσφορο για ειδικούς λόγους. Η θέση αυτή μπορεί να γνωστοποιηθεί με δήλωση στη Γραμματεία. Το δικαστήριο μπορεί να καλέσει τους διαδίκους σε ακροαματική διαδικασία, εάν υπάρχει πιθανότητα επίτευξης συμφωνίας· ο συμβιβασμός πρέπει να καταγράφεται από το δικαστήριο σε πρακτικό του δικαστηρίου. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε ο αντίδικος δεν αποζημιώνονται. Τα έξοδα για την εξέταση μαρτύρων ή πραγματογνωμόνων δυνάμει της παραγράφου 2, τρίτη περίοδος, πρέπει να βαρύνουν τον διάδικο που καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Το άρθρο 128 εφαρμόζεται κατ’ αναλογία στην ακροαματική διαδικασία που διεξάγεται βάσει της τρίτης περιόδου.»
18. Το άρθρο 167 του ZPO, το οποίο επιγράφεται «Αναδρομική ισχύς της κοινοποίησης», προβλέπει τα εξής:
«Όταν σκοπός της κοινοποίησης είναι η τήρηση προθεσμίας, η έναρξη νέας προθεσμίας παραγραφής ή η αναστολή της προθεσμίας αυτής σύμφωνα με το άρθρο 204 του [Bürgerliches Gesetzbuch (αστικού κώδικα)], το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται από την παραλαβή της αιτήσεως ή της δηλώσεως, όταν αυτή κοινοποιείται αμέσως.»
19. Το άρθρο 261 του ΖΡΟ ορίζει τα ακόλουθα:
«(1) Η άσκηση της αγωγής παράγει εκκρεμοδικία της διαφοράς.
[…]
(3) Η εκκρεμοδικία έχει τα ακόλουθα αποτελέσματα:
1. κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, η διαφορά δεν μπορεί να αχθεί από διάδικο ενώπιον άλλου δικαστηρίου·
[…]».
3. Ο BGB
20. Ο Bürgerliches Gesetzbuch (αστικός κώδικας, στο εξής: BGB) ορίζει στο άρθρο 204 («Αναστολή της παραγραφής λόγω ασκήσεως αγωγής»), παράγραφος 1, σημείο 14, τα εξής:
«1) Η παραγραφή αναστέλλεται με
[…]
την κοινοποίηση της αρχικής αιτήσεως για την παροχή νομικής αρωγής εάν η αίτηση κοινοποιηθεί αμέσως μετά την υποβολή της, η παραγραφή αναστέλλεται από την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως.»
II. Τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης, το προδικαστικό ερώτημα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
21. Ο BC, αιτών της κύριας δίκης, είναι υιός του καθού της κύριας δίκης, του LG. Ο BC κατοικεί στη Σουηδία, ενώ ο LG ζει στη Γερμανία.
22. Στις 17 Δεκεμβρίου 2021, ο BC υπέβαλε ενώπιον του Amtsgericht Schleswig (ειρηνοδικείου του Schleswig, Γερμανία), το οποίο είναι το αιτούν δικαστήριο, αίτηση νομικής αρωγής προκειμένου να υποβάλει αίτηση τροποποιήσεως της διατροφής τέκνου. Ο BC επισύναψε αίτηση τροποποιήσεως υπό μορφή σχεδίου, διευκρινίζοντας ότι θα την υποβάλλει τυπικώς σε περίπτωση εγκρίσεως της νομικής αρωγής.
23. Στις 28 Ιανουαρίου 2022, ήτοι πριν το αιτούν δικαστήριο αποφανθεί επί της αιτήσεως νομικής αρωγής, ο LG υπέβαλε ενώπιον του Eskilstuna Tingsrätt (πρωτοδικείου του Eskilstuna, Σουηδία) αίτηση τροποποιήσεως των υποχρεώσεων διατροφής έναντι του BC.
24. Με διάταξη της 29ης Μαρτίου 2022, το αιτούν δικαστήριο αρνήθηκε να εγκρίνει νομική αρωγή για τον BC, με το σκεπτικό ότι δεν διέθετε διεθνή δικαιοδοσία. Κατόπιν εφέσεως που άσκησε ο BC, το Schleswig-Holsteinisches Oberlandesgericht (εφετείο του Schleswig-Holstein, Γερμανία), με διάταξη της 27ης Μαΐου 2022, εξαφάνισε τη διάταξη του αιτούντος δικαστηρίου και ενέκρινε τη νομική αρωγή για τον BC.
25. Ακολούθως, ο BC υπέβαλε αίτηση τροποποιήσεως των υποχρεώσεων διατροφής ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, η οποία κοινοποιήθηκε στον LG στις 21 Ιουλίου 2022.
26. Εν τω μεταξύ, η αίτηση τροποποιήσεως που υπέβαλε ο LG ενώπιον του Eskilstuna Tingsrätt (πρωτοδικείου του Eskilstuna, Σουηδία) απορρίφθηκε λόγω ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας. Το Högsta domstolen (Ανώτατο Δικαστήριο, Σουηδία) εξαφάνισε την απόφαση αυτή και ανέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Το δικαστήριο αυτό, με διάταξη της 6ης Μαΐου 2024, ανέστειλε τη διαδικασία, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 12, παράγραφος 1, του κανονισμού 4/2009.
27. Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι είναι αναγκαίο να διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου που επελήφθη πρώτο, κατά την έννοια του άρθρου 12, του κανονισμού 4/2009. Όσον αφορά την αίτηση νομικής αρωγής, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ως προς τη δυνατότητα να θεωρηθεί αυτή ως έγγραφο ισοδύναμο με εισαγωγικό έγγραφο της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 9, στοιχείο αʹ, του κανονισμού, προκειμένου να εξακριβώσει τη διεθνή δικαιοδοσία του. Δεδομένου ότι το ζήτημα αυτό δεν έχει ακόμη κριθεί από το Δικαστήριο, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι μόνον η ομοιόμορφη ερμηνεία του κανονισμού 4/2009 θα διασφάλιζε επαρκή ασφάλεια δικαίου.
28. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Amtsgericht Schleswig (ειρηνοδικείο του Schleswig, Γερμανία) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Συνιστά “ισοδύναμο έγγραφο”, κατά την έννοια του άρθρου 9, στοιχείο αʹ, του [κανονισμού 4/2009], αίτηση [νομικής] αρωγής στην οποία επισυνάπτεται, μόνον ως σχέδιο, αίτηση τροποποιήσεως σε υπόθεση διατροφής που πρέπει να υποβληθεί τυπικώς σε περίπτωση εγκρίσεως της [νομικής] αρωγής, με αποτέλεσμα να θεωρείται ότι έχει επιληφθεί εθνικό δικαστήριο και η δικαιοδοσία του είναι θεμελιωμένη;»
29. Η απόφαση περί παραπομπής της 22ας Ιουλίου 2024 περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 24 Ιουλίου 2024. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν ο αιτών και ο καθού της κύριας δίκης, η Τσεχική και η Γερμανική Κυβέρνηση, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Στις 18 Ιουνίου 2025 διεξήχθη επ’ ακροατηρίου συζήτηση, κατά την οποία η Επιτροπή και η Γερμανική Κυβέρνηση ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους.
III. Ανάλυση
Α. Επί των πορισμάτων που πρέπει να αντληθούν από τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την έννοια του «εισαγωγικού εγγράφου της δίκης» ή του «ισοδύναμου εγγράφου» στο πλαίσιο άλλων νομικών πράξεων
30. Προκαταρκτικώς, επισημαίνεται ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, δεδομένου ότι το Δικαστήριο καλείται να ερμηνεύσει την κατά το άρθρο 9, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 4/2009 έννοια του «ισοδύναμου εγγράφου» με το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης, τίθεται το ερώτημα μήπως υφίστανται σκέψεις ή στοιχεία απαντήσεως υπό το πρίσμα παρόμοιων νομοθετημάτων και της ερμηνείας τους από το Δικαστήριο. Πράγματι, η έννοια του «εισαγωγικού εγγράφου της δίκης» και, ειδικότερα, η έννοια του «ισοδύναμου εγγράφου» συνιστούν οριζόντιες έννοιες που περιλαμβάνονται σε διάφορες διεθνείς συμβάσεις ή σε άλλες νομικές πράξεις σχετικές με τη διεθνή δικαιοδοσία σε αστικές υποθέσεις. Οι εν λόγω έννοιες έχουν ήδη ερμηνευθεί από το Δικαστήριο και τούτο καθιστά δυνατή την οριοθέτηση του περιεχομένου τους στο πλαίσιο των σχετικών διεθνών συμβάσεων και νομικών πράξεων, η δε υπόμνηση των περιπτώσεων αυτών είναι, κατά τη γνώμη μου, απαραίτητη πριν από την εξέταση του προδικαστικού ερωτήματος που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση.
31. Συναφώς, επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο, στις πρώτες αποφάσεις του σχετικά με την ερμηνεία των ανωτέρω εννοιών, στο πλαίσιο της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (στο εξής: Σύμβαση των Βρυξελλών) (6), είχε διευκρινίσει ότι ως «εισαγωγικό έγγραφο της δίκης» ή «ισοδύναμο έγγραφο» νοείται το ή τα έγγραφα των οποίων η νομότυπη και εμπρόθεσμη επίδοση ή η κοινοποίηση στον εναγόμενο του παρέχει τη δυνατότητα να προβάλει τα δικαιώματά του πριν από την έκδοση εκτελεστής αποφάσεως στο κράτος προελεύσεως (7).
32. Βάσει του ορισμού αυτού, το Δικαστήριο έκρινε ως εισαγωγικό έγγραφο της δίκης μια διαταγή πληρωμής του γερμανικού δικαίου (Zahlungsbefehl), η κοινοποίηση της οποίας παρέχει στον αιτούντα τη δυνατότητα, ελλείψει ασκήσεως ανακοπής, να επιτύχει την έκδοση εκτελεστής αποφάσεως (8), καθώς και διαταγή πληρωμής του ιταλικού δικαίου (decreto ingiuntivo) η οποία επιδίδεται μαζί με το δικόγραφο της αιτήσεως (9).
33. Αντιθέτως, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν εμπίπτει στην έννοια του «εισαγωγικού εγγράφου της δίκης» διαταγή εκτελέσεως του γερμανικού δικαίου (Vollstreckungsbefehl), η οποία είναι αυτή καθεαυτήν εκτελεστή και η οποία εκδίδεται μετά την κοινοποίηση της διαταγής πληρωμής (10).
34. Βάσει των πορισμάτων που αντλούνται από την προπαρατεθείσα νομολογία, το Δικαστήριο έκρινε, πάντοτε στο πλαίσιο των διαδικασιών εκδόσεως διαταγής πληρωμής, όσον αφορά τη Σύμβαση του Λουγκάνο ΙΙ (11), ότι, σε περίπτωση αλληλουχίας δύο διαδικασιών, καθεμιά των οποίων καθιστά, κατά το πέρας της, δυνατή την έκδοση εκτελεστής απόφασης η οποία αφορά την ίδια ενοχή, το έγγραφο με το οποίο κινείται η πρώτη διαδικασία μπορεί να επέχει θέση εισαγωγικού εγγράφου της δίκης όσον αφορά τη δεύτερη διαδικασία, μόνον αν υπάρχει λειτουργική ενότητα μεταξύ των δύο διαδικασιών (12).
35. Συναφώς, είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί ότι το προαναφερθέν κριτήριο της λειτουργικής ενότητας απαντά και σε άλλα παραδείγματα στη νομολογία σχετικά με την ερμηνεία των εννοιών «εισαγωγικό έγγραφο της δίκης» ή «ισοδύναμο έγγραφο», ιδίως την απόφαση Schlömp (13), η οποία επίσης αφορά την ερμηνεία της Συμβάσεως του Λουγκάνο ΙΙ (14).
36. Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο δεν καθιέρωσε απλώς μια λειτουργική προσέγγιση προκειμένου να κρίνει, κατ’ ουσίαν, ότι ο χρόνος κατά τον οποίο κινήθηκε υποχρεωτική διαδικασία διαμεσολαβήσεως ενώπιον αρχής διαμεσολαβήσεως του ελβετικού δικαίου είναι ο χρόνος κατά τον οποίο ένα «δικαστήριο» λογίζεται ως επιληφθέν. Τόνισε επίσης ότι, λαμβανομένου υπόψη του παράλληλου χαρακτήρα των μηχανισμών επιλύσεως των περιπτώσεων εκκρεμοδικίας οι οποίοι έχουν θεσπιστεί με τη Σύμβαση του Λουγκάνο ΙΙ και, ιδίως, με τον κανονισμό 44/2001 (15), και υπό το πρίσμα του σκοπού της ομοιόμορφης ερμηνείας των αντίστοιχων διατάξεων της Συμβάσεως αυτής και του εν λόγω κανονισμού, η εκκρεμοδικία έχει αντικειμενικό και αυτόματο χαρακτήρα και στηρίζεται στη χρονολογική σειρά κατά την οποία τα δικαστήρια επιλαμβάνονται της υποθέσεως (16), όπως προκύπτει και από άλλη σημαντική στον τομέα αυτόν απόφαση, ήτοι την απόφαση HanseYachts (17).
37. Στην τελευταία αυτή απόφαση, το Δικαστήριο αποφάνθηκε επί του ζητήματος αν, σε περίπτωση εκκρεμοδικίας, η πράξη με την οποία κινείται η διαδικασία για τη διεξαγωγή αποδείξεων πριν από την κίνηση οποιασδήποτε δίκης αποτελεί «εισαγωγικό έγγραφο της δίκης» ή «ισοδύναμο έγγραφο» ή αν ο χαρακτηρισμός αυτός αφορά μόνον το έγγραφο με το οποίο ασκείται η αγωγή (18), ήτοι τη διαδικασία «επί της ουσίας» (19).
38. Λαμβάνοντας υπόψη το πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσεται το άρθρο 30 του κανονισμού 44/2001, τον σκοπό του (20), τον αυτοτελή χαρακτήρα της πρώτης αποδεικτικής διαδικασίας σε σχέση με τη δεύτερη «επί της ουσίας» διαδικασία και στον σαφέστατο διαχωρισμό μεταξύ των δύο αυτών διαδικασιών, το Δικαστήριο έκρινε ότι, σε περίπτωση εκκρεμοδικίας, η ημερομηνία κατά την οποία κινήθηκε διαδικασία διεξαγωγής αποδείξεων πριν τη δίκη δεν μπορεί να αποτελεί την ημερομηνία κατά την οποία «λογίζεται ως επιληφθέν», κατά την έννοια του άρθρου 30, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001, δικαστήριο που καλείται να κρίνει αγωγή η οποία ασκήθηκε στη συνέχεια στο ίδιο κράτος μέλος με βάση το αποτέλεσμα της διεξαγωγής αποδείξεων (21).
39. Δηλαδή, κατά το Δικαστήριο, η πράξη με την οποία ζητείται από δικαστήριο η διεξαγωγή αποδείξεων πριν από τη δίκη δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως εισαγωγικό έγγραφο της δίκης ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο, δεδομένου, κατ’ ουσίαν, ότι η διαδικασία που κινείται με τέτοιο έγγραφο είναι αυτοτελής σε σχέση με τη διαδικασία «επί της ουσίας».
40. Από την προπαρατεθείσα νομολογία, λοιπόν, μπορούν να αντληθούν τα ακόλουθα πορίσματα. Αφενός, το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης ή ισοδύναμο έγγραφο πρέπει να επιδοθεί ή να κοινοποιηθεί στον αντίδικο, προκειμένου να του παρασχεθεί η δυνατότητα να ασκήσει τα δικαιώματα υπεράσπισής του (22). Η απαίτηση αυτή συνεπάγεται λογικά ότι η εν λόγω πράξη πρέπει να ενημερώνει τον αντίδικο για την κίνηση της κατά αυτού διαδικασίας και για τα ουσιώδη στοιχεία της διαφοράς, παρέχοντάς του έτσι τη δυνατότητα να αντιληφθεί αν πρέπει να οργανώσει την υπεράσπισή του (23). Δεδομένου ότι η κίνηση της διαδικασίας οδηγεί στην έκδοση δικαστικής αποφάσεως, ο σεβασμός των δικαιωμάτων υπεράσπισης και, γενικότερα, του σταδίου της αντιμωλίας έχει ιδιαίτερη σημασία. Πράγματι, τούτο εξηγείται υπό το πρίσμα των νομικών πράξεων περί διεθνούς δικαιοδοσίας, οι οποίες μεριμνούν ώστε οι διαδικασίες που οδηγούν στην έκδοση δικαστικών αποφάσεων, των οποίων η αναγνώριση και η εκτέλεση πρέπει να διασφαλίζονται σε όλα τα συμβαλλόμενα στις πράξεις αυτές κράτη, να διεξάγονται τηρουμένης της αρχής της αντιμωλίας. Η τήρηση της αρχής αυτής δικαιολογεί τη φιλελεύθερη προσέγγιση όσον αφορά την αναγνώριση και την εκτέλεση (24).
41. Αφετέρου, ένα εισαγωγικό έγγραφο της δίκης ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο πρέπει να οδηγεί στην έκδοση εκτελεστής αποφάσεως και, επομένως, αφορά, κατ’ αρχήν, τη διαδικασία «επί της ουσίας». Πρέπει να αφορά, τουλάχιστον, προγενέστερη και υποχρεωτική κατά το εθνικό δίκαιο διαδικασία πριν από την κίνηση της διαδικασίας «επί της ουσίας» (25) ή επίσης διαδικασία που καθιστά δυνατή τη δημιουργία λειτουργικής ενότητας ή, εν πάση περιπτώσει, δεν είναι ανεξάρτητη από την εν λόγω διαδικασία «επί της ουσίας».
42. Επομένως, κανένα από τα παραδείγματα αυτά που αντλούνται από τη νομολογία δεν αφορά άμεσα την ερμηνεία της έννοιας του «εισαγωγικού εγγράφου της δίκης» ή του «ισοδύναμου εγγράφου» κατά τον κανονισμό 4/2009. Απαιτείται, ως εκ τούτου, ερμηνεία της έννοιας του «ισοδύναμου εγγράφου» με το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης, ως προς την οποία το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο, υπό το πρίσμα του άρθρου 9, στοιχείο αʹ, του κανονισμού αυτού, με βάση τυχόν αναλογίες με τα πορίσματα που απορρέουν από τη νομολογία που παρατίθεται στα σημεία 31 έως 39 των παρουσών προτάσεων.
Β. Επί της ερμηνείας της έννοιας του «ισοδύναμου εγγράφου» με το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης κατά το άρθρο 9, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 4/2009
1. Προς διευκρίνιση των κριτηρίων ερμηνείας της έννοιας του «ισοδύναμου εγγράφου» υπό το πρίσμα της υφιστάμενης νομολογίας
43. Υπενθυμίζεται, προκαταρκτικώς, ότι, κατά πάγια νομολογία, οι διατάξεις περί των κανόνων δικαιοδοσίας πρέπει να τυγχάνουν αυτοτελούς ερμηνείας, με γνώμονα, αφενός, τους σκοπούς και το σύστημα του υπό εξέταση κανονισμού, καθώς και, αφετέρου, τις γενικές αρχές που απορρέουν από το σύνολο των εθνικών εννόμων τάξεων (26).
44. Το κεφάλαιο 2 του κανονισμού 4/2009, το οποίο επιγράφεται «Διεθνής δικαιοδοσία», περιλαμβάνει το άρθρο 9, που θεσπίζει τους κανόνες για τον καθορισμό του χρονικού σημείου κατά το οποίο ένα δικαστήριο λογίζεται ως επιληφθέν. Το χρονικό αυτό σημείο είναι καθοριστικής σημασίας για τον καθορισμό της διεθνούς δικαιοδοσίας δικαστηρίου για την εκδίκαση διασυνοριακής διαφοράς. Σε περίπτωση εκκρεμοδικίας, εάν έχουν ασκηθεί αγωγές με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία μεταξύ των ίδιων διαδίκων ενώπιον δικαστηρίων διάφορων κρατών μελών, κάθε δικαστήριο εκτός εκείνου που επελήφθη πρώτο αναστέλλει αυτεπαγγέλτως τη διαδικασία του μέχρις ότου διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου που επελήφθη πρώτο (27). Κατ’ ουσίαν, κατά το άρθρο 9, στοιχείο αʹ, το δικαστήριο πρέπει να θεωρείται ότι έχει επιληφθεί κατά την ημερομηνία καταθέσεως του εισαγωγικού εγγράφου της δίκης ή ισοδύναμου εγγράφου στο δικαστήριο.
45. Ωστόσο, ο κανονισμός 4/2009 δεν ορίζει την έννοια του «ισοδύναμου εγγράφου» με το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης (ούτε την έννοια του ίδιου του εισαγωγικού εγγράφου της δίκης), ως προς την οποία το αιτούν δικαστήριο υποβάλλει ερώτημα στο Δικαστήριο στην υπό κρίση υπόθεση. Από το γράμμα του άρθρου 9, στοιχείο αʹ, του κανονισμού αυτού προκύπτει ότι το εν λόγω ισοδύναμο έγγραφο κινεί τη διαδικασία. Επομένως, η έννοια του «εισαγωγικού εγγράφου της δίκης», όπως και η έννοια του «ισοδύναμου εγγράφου», παραπέμπει στη γενική ιδέα ότι πρόκειται για έγγραφο που κινεί τη διαδικασία (28).
46. Όσον αφορά τη διαδικασία, ο όρος «δίκη» πρέπει να νοηθεί ως αφορών τις «επί της ουσίας» διαδικασίες, αντικείμενο των οποίων είναι ο καθορισμός των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των διαδίκων με την έκδοση δικαστικής αποφάσεως η οποία περατώνει τη δίκη και μπορεί να αναγνωριστεί και να εκτελεστεί. Επομένως, ο όρος «ισοδύναμο έγγραφο» με το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι αφορά τη διαφορά που εκκρεμεί ενώπιον δικαστηρίου ως προς την ουσία της (29), εν προκειμένω, σε υποθέσεις υποχρεώσεων διατροφής.
47. Φρονώ ότι η έννοια του «ισοδύναμου εγγράφου» με το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης συνδέεται αναπόφευκτα με τα ισοδύναμα αποτελέσματα που παράγει η κίνηση της ένδικης διαδικασίας, ήτοι της διαδικασίας η οποία αποσκοπεί στην έκδοση εκτελεστής αποφάσεως που να ικανοποιεί τα αιτήματα του ενάγοντος (30). Ωστόσο, δεδομένου ότι η δίκη καταλήγει στην έκδοση δικαστικής αποφάσεως, το έγγραφο που την κινεί πρέπει να εντάσσεται στο πλαίσιο κατ’ αντιμωλία διαδικασίας, δηλαδή να παρέχει στον αντίδικο τη δυνατότητα να προετοιμάσει την υπεράσπισή του πριν από την έκδοση εκτελεστής αποφάσεως εις βάρος του.
48. Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται από το γράμμα του άρθρου 9, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 4/2009, κατά το οποίο ένα δικαστήριο λογίζεται ως επιληφθέν από την ημερομηνία κατάθεσης στο δικαστήριο του εισαγωγικού εγγράφου της δίκης ή άλλου ισοδύναμου εγγράφου το οποίο πρέπει να κοινοποιηθεί ή να επιδοθεί στον εναγόμενο.
49. Το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 9, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 4/2009, το οποίο ενισχύει τη σημασία τηρήσεως της αρχής της αντιμωλίας, επιβεβαιώνει την ερμηνεία αυτή και διασφαλίζει ομοιόμορφη ερμηνεία της έννοιας του ισοδύναμου εγγράφου με το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης στο πλαίσιο του ίδιου του κανονισμού. Πράγματι, στο άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του εν λόγω κανονισμού (31), σχετικά με το «Δικαίωμα υποβολής αίτησης ελέγχου» της αποφάσεως ενώπιον του δικαστηρίου του κράτους μέλους προελεύσεως από εναγόμενο ο οποίος δεν παρέστη στη δίκη στο εν λόγω κράτος μέλος, προτάσσεται η περίπτωση μη έγκαιρης επιδόσεως ή κοινοποίησης του εισαγωγικού εγγράφου της δίκης ή του ισοδύναμου εγγράφου κατά τρόπο που να παρέχει στον αντίδικο τη δυνατότητα υπεράσπισης. Σε τέτοια περίπτωση, ο εναγόμενος έχει το δικαίωμα να ζητήσει επανεξέταση, ακριβώς διότι τα δικαιώματά του υπεράσπισης δεν έγιναν σεβαστά κατά την έκδοση δικαστικής αποφάσεως εις βάρος του. Το ίδιο ισχύει και για το άρθρο 24 του ίδιου κανονισμού (32), που επιγράφεται «Λόγοι άρνησης της αναγνώρισης» και προβλέπει, στην παράγραφο 1, στοιχείο βʹ, ότι απόφαση δεν αναγνωρίζεται σε περίπτωση μη επιδόσεως ή μη κοινοποίησης, στον ερημοδικήσαντα εναγόμενο, εισαγωγικού εγγράφου της δίκης ή ισοδύναμου εγγράφου εγκαίρως και κατά τρόπο ώστε να είναι σε θέση να προετοιμάσει την υπεράσπισή του.
50. Επιπλέον, οι σκοποί που επιδιώκει ο κανονισμός 4/2009, οι οποίοι συνίστανται στο να διευκολυνθεί όσο το δυνατόν περισσότερο η είσπραξη διεθνών αξιώσεων διατροφής (33), στη διασφάλιση των συμφερόντων των δικαιούχων διατροφής και την προώθηση της ορθής απονομής της δικαιοσύνης (34), δεν πρέπει να θίγονται από την καθ’ οιονδήποτε τρόπο αποδυνάμωση των δικαιωμάτων υπεράσπισης (35). Για τον λόγο αυτόν, το συμπέρασμα ότι, κατ’ ουσίαν, κατά την ερμηνεία της έννοιας του «ισοδύναμου εγγράφου» με το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης, κατά το άρθρο 9, στοιχείο αʹ, του εν λόγω κανονισμού, πρέπει να αναζητηθούν αποτελέσματα ισοδύναμα με εκείνα που παράγει η κίνηση της δίκης, προκειμένου να επιτευχθεί εκτελεστή απόφαση που να ικανοποιεί τις αξιώσεις του ενάγοντος, φρονώ ότι συνάδει με τους σκοπούς που επιδιώκει ο εν λόγω κανονισμός. Επιπλέον, το συμπέρασμα αυτό παρουσιάζει το πλεονέκτημα ότι ενισχύει την προβλεψιμότητα των κριτηρίων ερμηνείας της έννοιας του «ισοδύναμου εγγράφου» με το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης, δεδομένου ότι τα κριτήρια αυτά συμπίπτουν με εκείνα του εγγράφου που εκδίδεται για την επίτευξη του αναμενόμενου αποτελέσματος σε διαδικασία «επί της ουσίας».
51. Εξάλλου, υπ’ αυτή την έννοια μπορούν να εφαρμοστούν στην υπό κρίση υπόθεση τα πορίσματα που αντλούνται από τη νομολογία που μνημονεύεται στα σημεία 31 έως 39 των παρουσών προτάσεων.
52. Τονίζεται, συναφώς, ότι το Δικαστήριο έχει επισημάνει ότι η νομολογία του σχετικά με τις διατάξεις περί διεθνούς δικαιοδοσίας σε διαφορές υποχρεώσεων διατροφής που περιέχονται στη Σύμβαση των Βρυξελλών και στον κανονισμό 44/2001, ο οποίος αποτελεί προέκταση της Συμβάσεως των Βρυξελλών, πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά την ανάλυση των αντιστοίχων διατάξεων του κανονισμού 4/2009 (36). Επομένως, τα πορίσματα της νομολογίας, που συνοψίζονται στο σημείο 40 των παρουσών προτάσεων δύνανται, κατά τη γνώμη μου, να εφαρμοσθούν απευθείας, παρά τις διαφορές όσον αφορά τα νομικά πλαίσια και τις νομικές πράξεις που αποτελούν αντικείμενο της εν λόγω νομολογίας.
53. Επιπλέον, η σημασία της συγκλίνουσας ερμηνείας της Συμβάσεως του Λουγκάνο ΙΙ και άλλων νομικών πράξεων, ιδίως του κανονισμού 44/2001 –η οποία πρέπει να νοηθεί ότι αφορά και τον κανονισμό 4/2009 (37), που περιέχει ισοδύναμες διατάξεις– έχει επιβεβαιωθεί επανειλημμένως στη νομολογία (38). Ωστόσο, η (σχεδόν) πανομοιότυπη ορολογία που χρησιμοποιείται στις εν λόγω νομικές πράξεις που ερμηνεύονται στην νομολογία η οποία παρατίθεται στα σημεία 35 έως 39 των παρουσών προτάσεων συνηγορεί υπέρ της προσεγγίσεως μεταξύ της ερμηνείας των πράξεων αυτών από το Δικαστήριο και της ερμηνείας του κανονισμού 4/2009 στην οποία καλείται να προβεί το Δικαστήριο στην υπό κρίση υπόθεση. Άλλωστε, η συγκλίνουσα ερμηνεία των διατάξεων αυτών δικαιολογείται υπό το πρίσμα των σκοπών που επιδιώκουν οι συγκεκριμένες πράξεις, οι οποίοι συνίστανται, γενικώς, στη διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (39).
54. Επισημαίνεται, εξάλλου, ότι, όπως προκύπτει από τις προπαρασκευαστικές εργασίες, το άρθρο 9 του κανονισμού 4/2009 επαναλαμβάνει αυτολεξεί το γράμμα του προγενέστερου άρθρου 30 του κανονισμού 44/2001. Τούτο αποτυπώνει, κατά τη γνώμη μου, τη βούληση του νομοθέτη να εναρμονίσει την ερμηνεία του άρθρου αυτού με εκείνη των νομικών πράξεων περί διεθνούς δικαιοδοσίας που προηγήθηκαν του κανονισμού 4/2009 (40).
55. Σημειωτέον, εντούτοις, ότι τα κριτήρια που διατυπώθηκαν για την ερμηνεία της έννοιας του «εισαγωγικού εγγράφου της δίκης» ή του «ισοδύναμου εγγράφου», τα οποία εκτέθηκαν στα σημεία 31 έως 39 των παρουσών προτάσεων, πρέπει να ερμηνεύονται κατά περίπτωση. Τέτοια προσέγγιση δικαιολογείται, βεβαίως, υπό το πρίσμα των ιδιαιτεροτήτων των εθνικών συστημάτων τα οποία αφορούσαν οι επίμαχες στις υποθέσεις εκείνες πράξεις. Ωστόσο, η κατάληξη ήταν η διαμόρφωση κριτηρίων τα οποία, κατά τη γνώμη μου, ήταν σε ορισμένο βαθμό αφηρημένα, ιδίως όσον αφορά τη λειτουργική ενότητα μεταξύ δύο διαδικασιών ή τον αυτοτελή χαρακτήρα της μιας σε σχέση με την άλλη. Συνεπώς, για τη μεταφορά των κριτηρίων αυτών στην υπό κρίση υπόθεση, το Δικαστήριο θα πρέπει οπωσδήποτε να εξετάσει τη δυνατότητα διευκρινίσεως του περιεχομένου τους. Φρονώ ότι η διευκρίνιση αυτή είναι ευκταία, όσον αφορά τη μεταφορά της πλέον πρόσφατης νομολογίας.
56. Στο πλαίσιο τούτο, κλίνω υπέρ μιας προσέγγισης με βάση τη φύση της διαδικασίας που κινήθηκε με το εξεταζόμενο έγγραφο, προσέγγισης η οποία θα καθιστούσε δυνατό να καθοριστεί αν υφίσταται λειτουργική ενότητα ή αυτονομία μεταξύ των δύο διαδικασιών. Ειδικότερα, φρονώ ότι αυτό που έχει αποφασιστική σημασία είναι να καθοριστεί αν η διαδικασία την οποία αφορά το έγγραφο του οποίου ζητείται ο χαρακτηρισμός συνιστά διαδικασία «επί της ουσίας» και, επομένως, αν παράγει τα ίδια ή ισοδύναμα αποτελέσματα με εκείνα που επιφέρει η άσκηση αγωγής με σκοπό την έκδοση εκτελεστής αποφάσεως που να ικανοποιεί τα αιτήματα του ενάγοντος.
57. Επομένως, τα κριτήρια που συνδέονται, μεταξύ άλλων, με i) την κοινοποίηση ή την επίδοση στον αντίδικο εγγράφου που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία της διαφοράς, προκειμένου να ενημερωθεί για την κίνηση της δίκης εναντίον του, ii) του παρέχει επίσης την επιλογή να οργανώσει την υπεράσπισή του, στο μέτρο που ο σκοπός της δίκης είναι η έκδοση αποφάσεως που να ικανοποιεί τα αιτήματα του ενάγοντος, και τούτο iii) πριν από την έκδοση εκτελεστής αποφάσεως με την οποία θα γίνουν δεκτά ή όχι τα αιτήματα του ενάγοντος, καθώς και iv) η δυνατότητα που παρέχεται στον αντίδικο να αμφισβητήσει την απόφαση αυτή, καταδεικνύουν σαφώς, κατά τη γνώμη μου, την ύπαρξη αποτελεσμάτων που θα παρήγε μια διαδικασία «επί της ουσίας». Στα κριτήρια αυτά θα μπορούσαν επίσης να προστεθούν και άλλα κριτήρια τα οποία επιτρέπουν, κατά περίπτωση, να λαμβάνονται υπόψη ειδικές καταστάσεις, όπως ο προαιρετικός ή υποχρεωτικός χαρακτήρας μιας διαδικασίας, ανεξαρτήτως του αν η διαδικασία αυτή, ως εκ της φύσεως της, προηγείται ή έπεται της ασκήσεως αγωγής.
58. Κατόπιν τούτου, επισημαίνω ότι, με την προεκτεθείσα συλλογιστική, πρόθεσή μου δεν είναι να οριοθετήσω πλήρως όλα τα κριτήρια που είναι κρίσιμα για τον χαρακτηρισμό ενός εγγράφου ως ισοδύναμου με το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης ή τα μόνα έγγραφα που θα ήταν ισοδύναμα. Σκοπός μου είναι απλώς να παραθέσω μη εξαντλητικά παραδείγματα συγκεκριμένων κριτηρίων τα οποία, υπό το πρίσμα της υφιστάμενης νομολογίας, θα καθιστούσαν δυνατόν να καθοριστούν με σαφήνεια τα αποτελέσματα τα οποία πρέπει να παράγει η διαδικασία που κινείται με την κατάθεση εγγράφου δυνάμενου να χαρακτηριστεί ως «ισοδύναμο έγγραφο» με το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης. Συναφώς, υπογραμμίζω επίσης ότι η εξέταση της φύσεως της οικείας διαδικασίας και του ίδιου του εγγράφου, καθώς και των αποτελεσμάτων που μπορούν να παραγάγουν, έχει ιδιαίτερη σημασία.
59. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω σκέψεων πρέπει να καθοριστεί αν η αίτηση νομικής αρωγής εμπίπτει στην έννοια του «ισοδύναμου εγγράφου» με το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης.
2. Οι συνέπειες της εφαρμογής των κριτηρίων ερμηνείας της έννοιας του «ισοδύναμου εγγράφου» σε αίτηση νομικής αρωγής
60. Από τον ZPO, σε συνδυασμό με τον FamFG, προκύπτει ότι, κατά το γερμανικό δίκαιο, η παροχή νομικής αρωγής εγκρίνεται σε διάδικο ο οποίος δεν είναι σε θέση, λόγω της προσωπικής και οικονομικής του κατάστασης, να αναλάβει τα έξοδα της διαδικασίας, εφόσον η προτεινόμενη αγωγή ή υπεράσπιση έχει επαρκείς πιθανότητες ευδοκιμήσεως και δεν φαίνεται καταχρηστική (41). Η αίτηση πρέπει να εκθέτει τα στοιχεία της διαφοράς και να αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα (42). Ο αντίδικος πρέπει να έχει τη δυνατότητα να λάβει θέση σχετικά με το κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις χορηγήσεως του εν λόγω ευεργετήματος (43). Η δυνατότητα που παρέχεται στον αντίδικο να λάβει γνώση της υποβολής της αιτήσεως νομικής αρωγής και, κατ’ επέκταση, των στοιχείων της διαφοράς αποτελεί ακριβώς την ιδιαιτερότητα του γερμανικού δικαίου που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς τον χαρακτηρισμό της αιτήσεως αυτής υπό το πρίσμα του άρθρου 9, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 4/2009.
61. Κατ’ αρχάς, πρέπει να σημειωθεί ότι δεν φαίνεται να αμφισβητείται ότι το γερμανικό δίκαιο δεν προβλέπει ότι αίτηση νομικής αρωγής δύναται, αυτή καθεαυτήν, να κινήσει δίκη. Για τους λόγους που εκτίθενται στα σημεία 44 έως 58 των παρουσών προτάσεων, πρέπει να προσδιοριστούν τα αποτελέσματα που μπορεί να έχει η αίτηση νομικής αρωγής και η διαδικασία την οποία κινεί. Τίθεται, δηλαδή, το ερώτημα αν η διαδικασία που κινείται με τέτοια αίτηση μπορεί να παραγάγει αποτελέσματα ισοδύναμα με εκείνα της διαδικασίας «επί της ουσίας», ώστε να θεωρηθεί ότι η κινηθείσα με την αίτηση αυτή διαδικασία εμφανίζει λειτουργική ενότητα ή έλλειψη αυτονομίας σε σχέση με την «επί της ουσίας» διαδικασία.
62. Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει, πρώτον, να εξεταστεί το περιεχόμενο της αιτήσεως νομικής αρωγής στο οποίο στηρίζονται η Γερμανική Κυβέρνηση και ο αιτών της κύριας δίκης για να θεωρήσουν ότι η αίτηση αυτή εμπίπτει στην έννοια του «ισοδύναμου εγγράφου» με το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης. Συναφώς, είναι βέβαιον ότι η εν λόγω αίτηση πρέπει να περιλαμβάνει έκθεση των στοιχείων της διαφοράς και μνεία των αποδεικτικών μέσων, τα οποία επισυνάπτονται υπό μορφή σχεδίου. Επομένως, όπως κατ’ ουσίαν υποστηρίζει η Γερμανική κυβέρνηση, η διαδικασία αυτή παρουσιάζει ορισμένη εγγύτητα ή σχέση με την κίνηση διαδικασίας «επί της ουσίας».
63. Εντούτοις, η παρουσίαση των στοιχείων αυτών σε σχέδιο συνημμένο στην αίτηση νομικής αρωγής επιδιώκει σκοπό τελείως διαφορετικό από την παρουσίασή τους σε κατά κυριολεξία εισαγωγικό έγγραφο της δίκης επί της «ουσίας», ήτοι στο δικόγραφο της αγωγής. Πράγματι, τα στοιχεία αυτά πρέπει να παρέχουν στο δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως νομικής αρωγής τη δυνατότητα να βεβαιωθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που συνδέονται με τις επαρκείς πιθανότητες ευδοκιμήσεως και με την έλλειψη καταχρηστικού χαρακτήρα της σχεδιαζόμενης αγωγής κατόπιν της χορηγήσεως του εν λόγω ευεργετήματος. Αντιθέτως, δεν αναλύεται το βάσιμο της «ουσίας» της σχεδιαζόμενης αγωγής και δεν εκδίδεται δικαστική απόφαση επί της ουσίας σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των διαδίκων.
64. Λογικά, η παράθεση των στοιχείων αυτών ουδόλως δεσμεύει τον δικαιούχο διατροφής να τα επαναλάβει κατά γράμμα όταν αποφασίσει να κινήσει τη διαδικασία «επί της ουσίας» μετά την έγκριση της νομικής αρωγής. Ως εκ τούτου, το περιεχόμενο της αιτήσεως σχετικά με τις υποχρεώσεις διατροφής στη διαδικασία «επί της ουσίας» μπορεί να διαφέρει από το περιεχόμενο της αιτήσεως νομικής αρωγής (44). Επιπλέον, η κύρια εξέτασή της αιτήσεως νομικής αρωγής επικεντρώνεται, μεταξύ άλλων, στην ανάλυση της προσωπικής και οικονομικής κατάστασης του αιτούντος, δεδομένου ότι η διαδικασία εγκρίσεως της νομικής αρωγής σκοπεί στη διασφάλιση της ισότητας όσον αφορά τη δικαστική προστασία και στην εξασφάλιση της δυνατότητας των προσώπων που δεν διαθέτουν οικονομικούς πόρους να προβάλλουν τα δικαιώματά τους ενώπιον της δικαιοσύνης.
65. Υπό τις περιστάσεις αυτές, τα αποτελέσματα που απορρέουν από τη δυνατότητα του αντιδίκου, δυνάμει του γερμανικού δικαίου, να διατυπώσει την άποψή του όσον αφορά τη συνδρομή των προϋποθέσεων εγκρίσεως νομικής αρωγής δεν μπορούν, κατά τη γνώμη μου, να εξομοιωθούν με τα αποτελέσματα που θα απέρρεαν από την άσκηση των δικαιωμάτων υπεράσπισης στο πλαίσιο διαδικασίας «επί της ουσίας», λόγω του διαφορετικού σκοπού των δύο διαδικασιών (45). Επομένως, υπό τη στενή έννοια του όρου και παρά τις διαδικαστικές ιδιαιτερότητες του γερμανικού δικαίου, η διαδικασία της νομικής αρωγής αφορά μονομερώς μόνον τον αιτούντα. Επομένως, δεν παράγει κανένα αποτέλεσμα έναντι του αντιδίκου.
66. Δεύτερον, πρέπει να εξεταστούν οι συνέπειες του τρόπου διαβιβάσεως της αιτήσεως νομικής αρωγής, δηλαδή η ενημέρωση του αντιδίκου σχετικά με την υποβολή της αιτήσεως αυτής, συνοδευόμενη από το σχέδιο αιτήσεως τροποποιήσεως των υποχρεώσεων διατροφής, στοιχεία επί των οποίων στηρίζονται η Γερμανική Κυβέρνηση και ο αιτών της κύριας δίκης για να υποστηρίξουν καταφατική απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα. Συναφώς, όπως διευκρινίστηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, δεν πρόκειται για κοινοποίηση ή επίδοση υπό στενή έννοια, αλλά για απλή, άτυπη, ενημέρωση του αντιδίκου.
67. Οι τρόποι αυτοί διαβιβάσεως της αιτήσεως νομικής αρωγής δεν αρκούν ώστε να γίνει δεκτό ότι η αίτηση αυτή παράγει αποτελέσματα ισοδύναμα με εκείνα που παράγει η επίσημη ενημέρωση μέσω επιδόσεως ή κοινοποιήσεως εισαγωγικού εγγράφου της δίκης. Αντιθέτως, υπογραμμίζουν περαιτέρω τη διαφορετική φύση των αποτελεσμάτων αυτών, και συγκεκριμένα ότι σκοπός της διαβιβάσεως της αιτήσεως νομικής αρωγής είναι να παρασχεθεί στον αντίδικο η δυνατότητα να διατυπώσει την άποψή του όσον αφορά τη συνδρομή των προϋποθέσεων εγκρίσεως νομικής αρωγής ενόψει της σχετικής αιτήσεως. Απεναντίας, η επίδοση ή κοινοποίηση εισαγωγικού εγγράφου της δίκης σκοπεί στη διαφύλαξη των δικαιωμάτων υπεράσπισης του αντιδίκου.
68. Επομένως, υπό το πρίσμα του τρόπου διαβιβάσεως της αιτήσεως νομικής αρωγής, επιβάλλεται κατά μείζονα λόγο το συμπέρασμα ότι τα αποτελέσματα της προβλεπόμενης στο γερμανικό δίκαιο δυνατότητας του αντιδίκου να λάβει θέση όσον αφορά τη συνδρομή των προϋποθέσεων εγκρίσεως νομικής αρωγής δεν μπορούν να εξομοιωθούν με τα αποτελέσματα εγγράφου με το οποίο κινείται διαδικασία «επί της ουσίας».
69. Τρίτον και τελευταίον, όσον αφορά το επιληφθέν δικαστήριο για την αίτηση νομικής αρωγής, φρονώ ότι η διαδικασία της οποίας επιλαμβάνεται το δικαστήριο εξαντλείται, κατ’ αρχήν, αφ’ ης στιγμής εκδώσει απόφαση με την οποία γίνεται δεκτή ή απορρίπτεται η αίτηση αυτή. Πράγματι, για να επιτύχει την έκδοση δικαστικής αποφάσεως «επί της ουσίας» της υποθέσεως, ο δικαιούχος διατροφής πρέπει να ασκήσει αγωγή διακριτή από την αίτηση νομικής αρωγής. Βεβαίως, ο δικαιούχος διατροφής στην υπόθεση της κύριας δίκης άσκησε την αγωγή επί της ουσίας. Πάντως, πρέπει να σημειωθεί ότι το πρόσωπο που λαμβάνει νομική αρωγή δεν έχει καμία υποχρέωση να ασκήσει τη σχετική αγωγή «επί της ουσίας» μετά τη λήψη νομικής αρωγής (46). Η κίνηση της διαδικασίας «επί της ουσίας» εξαρτάται, εν πάση περιπτώσει, από τη βούλησή του, η οποία παραμένει εκ φύσεως αβέβαιη.
70. Υπό τις συνθήκες αυτές, η ύπαρξη σύνδεσης ή εγγύτητας μεταξύ της διαδικασίας για την έγκριση νομικής αρωγής και της διαδικασίας «επί της ουσίας» δεν αρκεί, αφ’ εαυτής, για να γίνει δεκτό ότι η δεύτερη κινήθηκε ήδη από τη στιγμή που κινήθηκε η διαδικασία αιτήσεως νομικής αρωγής στο οικείο κράτος. Στην πραγματικότητα, τα αποτελέσματα που παράγουν οι δύο αυτές διαδικασίες είναι διαφορετικά, τόσο από τη σκοπιά του δικαιούχου διατροφής όσο και από τη σκοπιά του υπόχρεου.
71. Αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Γερμανική Κυβέρνηση, ο σκοπός της προστασίας του δικαιούχου διατροφής τον οποίο επιδιώκει ο κανονισμός 4/2009 καθώς και η επιλογή του δικαστηρίου που έχει διεθνή δικαιοδοσία και, κατά συνέπεια, του εφαρμοστέου δικαίου, όπως προβλέπει ο κανονισμός αυτός, δεν αναιρούν το συμπέρασμα ότι η αίτηση νομικής αρωγής δεν αποτελεί έγγραφο ισοδύναμο με το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης. Κατόπιν τούτου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι στην περίπτωση αυτή υφίσταται πράγματι, στο γερμανικό δίκαιο, ένα πρόβλημα που θέτει τον δικαιούχο διατροφής ο οποίος δεν διαθέτει οικονομικά μέσα σε κατάσταση δυνητικώς μειονεκτική σε σχέση με τον αντίδικό του in futurum.
72. Όπως εξηγεί, κατ’ ουσίαν, η Γερμανική κυβέρνηση, η δυνατότητα που παρέχεται στον υπόχρεο διατροφής να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του επί του βασίμου της αιτήσεως νομικής αρωγής που υποβάλλει ο δικαιούχος διατροφής μπορεί να στερήσει από τον δικαιούχο διατροφής την επιλογή του αρμόδιου δικαστηρίου και, κατά συνέπεια, του εφαρμοστέου δικαίου (47). Τέτοια κατάσταση θα μπορούσε να ανακύψει αν ο υπόχρεος διατροφής ασκούσε αγωγή επί της ουσίας προκειμένου να επωφεληθεί από τις γνώσεις που διέθετε, με πρόθεση να καταστρατηγήσει την επιλογή του δικαιούχου, ενώ ο δικαιούχος αναγκάζεται, λόγω ελλείψεως οικονομικών μέσων, να αναμείνει την έγκριση νομικής αρωγής, γνωστοποιώντας κατά τον χρόνο υποβολής της εν λόγω αιτήσεως την πρόθεσή του να εναγάγει τον οφειλέτη.
73. Ωστόσο, το πρόβλημα φαίνεται να απορρέει από τη γερμανική νομοθεσία, η οποία προβλέπει μια διαδικαστική ιδιαιτερότητα συνιστάμενη στη δυνατότητα που παρέχεται στον αντίδικο να εκθέσει την άποψή του στο πλαίσιο διαδικασίας, κατ’ αρχήν μονομερούς, η οποία πρέπει να αφορά αποκλειστικά τον αιτούντα νομική αρωγή, ως τον μοναδικό αποδέκτη της αποφάσεως σχετικά με τη χορήγηση ή μη του ευεργετήματος αυτού (48).
74. Στο πλαίσιο αυτό, φρονώ ότι πρέπει να επιτευχθεί κάποια ισορροπία όσον αφορά την προστασία των αντίστοιχων συμφερόντων του δικαιούχου και του υπόχρεου διατροφής, λαμβανομένων ιδίως υπόψη των ιδιαιτεροτήτων της διαδικασίας εγκρίσεως νομικής αρωγής. Πράγματι, η απάντηση στο ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο πρέπει αναπόφευκτα να σταθμίσει τα συμφέροντα των δύο διαδίκων. Βεβαίως, δεν αποκλείεται ο υπόχρεος διατροφής να επιλέξει μια δικονομική τακτική προκειμένου να καταστρατηγήσει την επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου από τον δικαιούχο διατροφής, αφού λάβει γνώση της προθέσεως του δικαιούχου διατροφής να τον εναγάγει. Εντούτοις, ακόμη και αν υποτεθεί ότι τέτοια ενέργεια απαγορεύεται από τον κανονισμό 4/2009, από κανένα στοιχείο της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως δεν προκύπτει ότι η αγωγή του υπόχρεου υπαγορεύθηκε από πρόθεση εξαπατήσεως.
75. Επιπλέον, στο γερμανικό δίκαιο φαίνεται να υφίσταται μηχανισμός προστασίας του δικαιούχου διατροφής, ο οποίος θεωρείται ασθενέστερος, έναντι του κινδύνου στρατηγικής εργαλειοποίησης της διαδικασίας από τον αντίδικο. Πράγματι, από το άρθρο 77, παράγραφος 1, του FamFG προκύπτει ότι ο δικαστής έχει την ευχέρεια να μην παράσχει στον αντίδικο τη δυνατότητα να λάβει θέση επί της συνδρομής των προϋποθέσεων εγκρίσεως νομικής αρωγής, αν τούτο κρίνεται απρόσφορο για ειδικούς λόγους. Κατά τη γνώμη μου, η προστασία αυτή διασφαλίζει την πλήρη αποτελεσματικότητα των σκοπών του κανονισμού 4/2009 (49).
76. Εν πάση περιπτώσει, τυχόν αντίθετη άποψη θα είχε ως σημαντική πρακτική συνέπεια τον κατακερματισμό του δικαίου της Ένωσης υπέρ των δικονομικών κανόνων που προσιδιάζουν σε κάθε εθνική έννομη τάξη, πράγμα το οποίο φρονώ ότι δεν δικαιολογείται ούτε από το γράμμα, ούτε από το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 9, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 4/2009, ούτε από τους σκοπούς που επιδιώκει ο κανονισμός αυτός, οι οποίοι συνίστανται, μεταξύ άλλων, στη διαφύλαξη της ασφάλειας δικαίου στον συγκεκριμένο τομέα. Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος για τον οποίο το Δικαστήριο έχει τονίσει προ πολλού τη σημασία της αυτοτελούς ερμηνείας των διατάξεων περί διεθνούς δικαιοδοσίας.
77. Συνεπώς, κατά τη γνώμη μου, η αίτηση νομικής αρωγής δεν συνιστά «ισοδύναμο έγγραφο» κατά την έννοια του άρθρου 9, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 4/2009. Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το επιχείρημα της Γερμανικής Κυβερνήσεως ότι η αίτηση αυτή μπορεί να εξομοιωθεί με την άσκηση αγωγής επειδή αναστέλλει την παραγραφή. Η αναστολή της παραγραφής που απορρέει από την υποβολή αιτήσεως νομικής αρωγής σκοπεί απλώς στο να διασφαλίσει ότι το δικαίωμα προσφυγής στη δικαιοσύνη των προσώπων που στερούνται οικονομικών μέσων προστατεύεται κατά το χρονικό διάστημα που είναι αναγκαίο για την ολοκλήρωση των ενεργειών που καθιστούν δυνατή την απόκτηση των μέσων αυτών. Θεωρώ, δηλαδή, ότι το ανασταλτικό αυτό αποτέλεσμα είναι υποχρεωτικό σε τέτοια περίπτωση, προκειμένου να διασφαλιστεί η ίση μεταχείριση των προσώπων όσον αφορά τη δυνατότητά τους να ασκήσουν τα δικαιώματά τους ενώπιον της δικαιοσύνης.
78. Συμπληρωματικώς, πρέπει να τονιστεί ότι, βεβαίως, κατά το γερμανικό δίκαιο, όταν υποβάλλεται αίτηση νομικής αρωγής, το δικαστήριο μπορεί να καλέσει τους διαδίκους σε ακροαματική διαδικασία, εφόσον πιθανολογείται η επίτευξη συμφωνίας. Ωστόσο, εκτός εάν η διεξαγωγή της διαδικασίας αυτής είναι υποχρεωτική (50), πράγμα που δεν φαίνεται να ισχύει στο γερμανικό δίκαιο, δεν είναι δυνατόν τα αποτελέσματα της διαδικασίας εγκρίσεως νομικής αρωγής να εξομοιωθούν με εκείνα μιας διαδικασίας «επί της ουσίας», δεδομένου ότι η διεξαγωγή ακροαματικής διαδικασίας απόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστή.
79. Διευκρινίζεται, ωστόσο, ότι απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει αν πρέπει να προκρίνει τέτοια ερμηνεία του εθνικού του δικαίου, δεδομένου ότι το Δικαστήριο δεν είναι, κατά πάγια νομολογία, αρμόδιο να ερμηνεύσει το εσωτερικό δίκαιο κράτους μέλους (51).
80. Τέλος, στο μέτρο που το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο σχετικά με τις συνέπειες του χαρακτηρισμού της εν λόγω αιτήσεως νομικής αρωγής επί των εκτιμήσεων που συνδέονται με το επιληφθέν δικαστήριο και τη θεμελίωση της αρμοδιότητάς του, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, απόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο, το οποίο έχει επιληφθεί της διαφοράς της κύριας δίκης και φέρει την ευθύνη της μέλλουσας να εκδοθεί δικαστικής αποφάσεως, να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και τη λυσιτέλεια των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο (52). Συνεπώς, χωρίς να προδικάζω το ζήτημα της διεθνούς δικαιοδοσίας του αιτούντος δικαστηρίου, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα ως ακολούθως.
81. Είμαι της γνώμης ότι στο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο στο Δικαστήριο στην υπό κρίση υπόθεση πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση, υπό την έννοια ότι η αίτηση νομικής αρωγής, στην οποία επισυνάπτεται μόνον υπό μορφή σχεδίου η αίτηση τροποποιήσεως των υποχρεώσεων διατροφής που θα υποβληθεί τυπικώς σε περίπτωση χορηγήσεως του εν λόγω ευεργετήματος, δεν συνιστά «ισοδύναμο έγγραφο» κατά την έννοια του άρθρου 9, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 4/2009.
IV. Πρόταση
82. Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα του Amtsgericht Schleswig (ειρηνοδικείου του Schleswig, Γερμανία) ως εξής:
Αίτηση νομικής αρωγής, στην οποία επισυνάπτεται μόνον υπό μορφή σχεδίου αίτηση τροποποιήσεως των υποχρεώσεων διατροφής που θα υποβληθεί τυπικώς σε περίπτωση χορηγήσεως του εν λόγω ευεργετήματος, δεν συνιστά «ισοδύναμο έγγραφο» κατά την έννοια του άρθρου 9, στοιχείο αʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 4/2009 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2008, για τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων και τη συνεργασία σε θέματα υποχρεώσεων διατροφής.
1 Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
i Η ονομασία που έχει δοθεί στην παρούσα υπόθεση είναι πλασματική. Δεν αντιστοιχεί στο πραγματικό όνομα κανενός διαδίκου.
2 Κανονισμός του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2008, για τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων και τη συνεργασία σε θέματα υποχρεώσεων διατροφής (ΕΕ 2009, L 7, σ. 1, και διορθωτικά ΕΕ 2011, L 131, σ. 26, και ΕΕ 2013, L 8, σ. 19).
3 Στις παρούσες προτάσεις, η χρήση του όρου «νομική αρωγή» καλύπτει και τον όρο «δικαστική αρωγή», κατά την έννοια των οικείων διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας, τον οποίο αναφέρει το αιτούν δικαστήριο στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως.
4 Το πρωτόκολλο αυτό περιλαμβάνεται στο παράρτημα της αποφάσεως 2009/941/ΕΚ του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2009, για τη σύναψη, εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, του πρωτοκόλλου της Χάγης της 23ης Νοεμβρίου 2007 σχετικά με το εφαρμοστέο δίκαιο στις υποχρεώσεις διατροφής (ΕΕ 2009, L 331, σ. 17) (στο εξής: πρωτόκολλο της Χάγης του 2007).
5 Κανονισμός του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2001, L 12, σ. 1).
6 Σύμβαση υπογραφείσα στις Βρυξέλλες στις 27 Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 1972, L 299, σ. 32), όπως τροποποιήθηκε με τις διαδοχικές συμβάσεις για την προσχώρηση των νέων κρατών μελών στη Σύμβαση αυτή. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι ο κανονισμός 4/2009, ως προς την ερμηνεία του οποίου διερωτάται το αιτούν δικαστήριο, αντικατέστησε, όσον αφορά τις υποχρεώσεις διατροφής, τον κανονισμό 44/2001, ο οποίος με τη σειρά του είχε αντικαταστήσει, μεταξύ των κρατών μελών, τη Σύμβαση των Βρυξελλών, όπως προκύπτει από το άρθρο 68, παράγραφος 1, και από το άρθρο 75, παράγραφος 2.
7 Απόφαση της 13ης Ιουλίου 1995, Hengst Import (C‑474/93, στο εξής: Hengst Import, EU:C:1995:243, σκέψη 19).
8 Απόφαση της 16ης Ιουνίου 1981, Klomps (166/80, EU:C:1981:137, σκέψη 9).
9 Απόφαση Hengst Import (σκέψεις 20 και 21).
10 Απόφαση της 16ης Ιουνίου 1981, Klomps (166/80, EU:C:1981:137, σκέψη 9).
11 Σύμβαση για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, η οποία υπεγράφη στις 30 Οκτωβρίου 2007 και η σύναψη της οποίας εγκρίθηκε εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με την απόφαση 2009/430/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2008 (ΕΕ 2009, L 147, σ. 1) (στο εξής: Σύμβαση του Λουγκάνο II).
12 Βλ. απόφαση της 30ής Μαρτίου 2023, PT (Διαταγή πληρωμής του ελβετικού δικαίου), (C‑343/22, EU:C:2023:276, σκέψη 35).
13 Απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2017 (C‑467/16, στο εξής: απόφαση Schlömp, EU:C:2017:993).
14 Το τμήμα 9 της Συμβάσεως του Λουγκάνο ΙΙ, που επιγράφεται «Εκκρεμοδικία και συνάφεια», περιλαμβάνει το άρθρο 27. Η παράγραφος 2 του άρθρου αυτού ορίζει ότι, σε περίπτωση εκκρεμοδικίας, «[ό]ταν διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του πρώτου επιληφθέντος δικαστηρίου, κάθε δικαστήριο εκτός εκείνου που έχει πρώτο επιληφθεί, οφείλει να διαπιστώσει την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας του υπέρ του πρώτου δικαστηρίου». Το άρθρο 30, παράγραφος 1, της Συμβάσεως αυτής ορίζει, κατ’ ουσίαν, ότι ο χρόνος κατά τον οποίο δικαστήριο επιλαμβάνεται της υποθέσεως συμπίπτει με τον χρόνο «κατάθεση[ς] στο δικαστήριο του εισαγωγικού εγγράφου της δίκης ή άλλου ισοδύναμου εγγράφου, υπό την προϋπόθεση ότι ο ενάγων δεν παρέλειψε στη συνέχεια να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα για την κοινοποίηση ή την επίδοση του εγγράφου στον εναγόμενο».
15 Συναφώς, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, στις σκέψεις 41 και 42 της αποφάσεως Schlömp, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 68, παράγραφος 1, του κανονισμού 4/2009, ο κανονισμός αυτός τροποποιεί τον κανονισμό 44/2001 αντικαθιστώντας τις διατάξεις του τελευταίου που εφαρμόζονται σε θέματα υποχρεώσεων διατροφής. Στο μέτρο, όμως, που το άρθρο 64, παράγραφος 1, της Συμβάσεως του Λουγκάνο ΙΙ αναφέρεται σε κάθε τροποποίηση του κανονισμού 44/2001, η αναφορά αυτή πρέπει να νοηθεί ως περιλαμβάνουσα τον κανονισμό 4/2009, την ερμηνεία του οποίου αφορά η υπό κρίση υπόθεση.
16 Σκέψεις 47 έως 58 της αποφάσεως Schlömp.
17 Απόφαση της 4ης Μαΐου 2017 (C‑29/16, στο εξής: απόφαση HanseYachts, EU:C:2017:343).
18 Σκέψη 20 της αποφάσεως HanseYachts.
19 Πιο συγκεκριμένα, το Δικαστήριο κλήθηκε να ερμηνεύσει το άρθρο 30 του κανονισμού 44/2001, σχετικά με τον χρόνο κατά τον οποίο ένα δικαστήριο πρέπει να θεωρείται ως επιληφθέν, δεδομένου ότι το γράμμα του άρθρου αυτού είναι πανομοιότυπο με εκείνο του άρθρου 9, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 4/2009.
20 Ο οποίος συνίσταται στην αντιμετώπιση των προβλημάτων που προκύπτουν από τις διαφορές μεταξύ των κρατών μελών ως προς τον χρόνο κατά τον οποίο μια υπόθεση θεωρείται ότι εκκρεμεί, δεδομένου ότι ο χρόνος αυτός πρέπει να προσδιορίζεται αυτοτελώς, και, επομένως, να περιορίζεται η ανασφάλεια δικαίου που προκαλεί η μεγάλη ποικιλία των κανόνων των κρατών μελών για τον καθορισμό του χρόνου κατά τον οποίο δικαστήριο επιλαμβάνεται της υποθέσεως. Κατά το Δικαστήριο, ο επιδιωκόμενος με το άρθρο αυτό σκοπός είναι να καταστεί δυνατός ο απλός και ενιαίος προσδιορισμός της ημερομηνίας κατά την οποία ένα δικαστήριο επιλαμβάνεται της υποθέσεως (βλ. σκέψεις 30 και 35 της αποφάσεως HanseYachts).
21 Διατακτικό της αποφάσεως HanseYachts.
22 Αντιθέτως, το γεγονός ότι ο αντίδικος δεν ενεργεί αναλόγως δεν μπορεί να επηρεάσει τον χαρακτηρισμό της σχετικής πράξεως, καθόσον η άσκηση του εν λόγω διαδικαστικού δικαιώματος επαφίεται στη βούλησή του.
23 Λαμβανομένης υπόψη της περιπτώσεως που αφορά η προαναφερθείσα απόφαση Hengst Import, υπενθυμίζω το παράδειγμα του «decreto ingiuntivo», για το οποίο κρίθηκε ότι, αυτό καθεαυτό, ήταν απλό έντυπο και δεν μπορούσε να γίνει αντιληπτό χωρίς το δικόγραφο της αιτήσεως. Αντιστρόφως, η επίδοση της αιτήσεως χωρίς το «decreto ingiuntivo» δεν παρείχε στον αντίδικο τη δυνατότητα να κατανοήσει αν η σχετική αίτηση είχε γίνει δεκτή ή είχε απορριφθεί από τον δικαστή. Συνεπώς, ως εισαγωγικό έγγραφο της δίκης θεωρήθηκε το σύνολο των δύο αυτών εγγράφων (σκέψη 20 της εν λόγω αποφάσεως).
24 Πρβλ. και κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 21ης Μαΐου 1980, Denilauler (125/79, EU:C:1980:130, σκέψη 13).
25 Όπως συμβαίνει στην περίπτωση διαδικασίας συμβιβασμού, η οποία υπόκειται στην αρχή της αντιμωλίας και είναι, κατ’ αρχήν, υποχρεωτική στο ελβετικό δίκαιο και η μη τήρηση της συνεπάγεται το απαράδεκτο τυχόν μεταγενέστερης αγωγής (βλ. απόφαση Schlömp, σκέψη 53).
26 Απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2014, Sanders και Huber (C‑400/13 και C‑408/13, EU:C:2014:2461, σκέψη 24).
27 Άρθρο 12, παράγραφος 1, του κανονισμού 4/2009
28 Gaudemet-Talon, H., «Les conditions de régularité de la décision étrangère», σε Compétence et exécution des jugements en Europe, 7η έκδοση, LGDJ, Παρίσι-La Défense, 2024. Επιπλέον, υπογραμμίζεται ότι η Σύμβαση των Βρυξελλών ήταν η πρώτη που περιείχε την έκφραση «ισοδύναμο έγγραφο», ιδίως μετά την προσχώρηση της Δανίας, της Ιρλανδίας, του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας στη Σύμβαση αυτή το 1978, προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι δικονομικές ιδιαιτερότητες των χωρών του Common Law. Βάσει της λογικής αυτής, η έννοια του «ισοδύναμου εγγράφου» δεν μπορεί να αποκλίνει από την έννοια του «εισαγωγικού εγγράφου της δίκης», αλλά μάλλον τείνει να έχει παραπλήσια σημασία.
29 Πρβλ. και κατ’ αναλογίαν, Law, St., «Article 32», σε Requejo Isidro, M. (επιμ.), Brussels I bis: a commentary on Regulation (EU) n o 1215/2012, Edward Elgar Publishing, Cheltenham, 2022, σ. 500 έως 505.
30 Είναι αυτονόητο ότι, αν ο σκοπός του προσώπου που ασκεί την αγωγή είναι όντως τέτοιος, η δίκη μπορεί να τερματιστεί και με την απόρριψη των αιτημάτων του.
31 Το άρθρο αυτό περιλαμβάνεται στο τμήμα 1, «Αποφάσεις που εκδίδονται σε κράτος μέλος το οποίο δεσμεύεται από το Πρωτόκολλο της Χάγης του 2007», στο κεφάλαιο IV, σχετικά με την «Αναγνώριση, εκτελεστότητα και εκτέλεση των αποφάσεων».
32 Το άρθρο αυτό περιλαμβάνεται στο τμήμα 2 του εν λόγω κεφαλαίου IV, το οποίο επιγράφεται «Αποφάσεις εκδιδόμενες σε κράτος μέλος το οποίο δεν δεσμεύεται από το Πρωτόκολλο της Χάγης του 2007».
33 Αιτιολογικές σκέψεις 31, 33 και 45 του κανονισμού 4/2009 και απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 2017, S. (C‑283/16, EU:C:2017:104, σκέψη 33).
34 Αιτιολογική σκέψη 15 του κανονισμού 4/2009.
35 Πρβλ. και κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2006, ASML (C‑283/05, EU:C:2006:787, σκέψη 24 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
36 Απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2014, Sanders και Huber (C‑400/13 και C‑408/13, EU:C:2014:2461, σκέψη 23).
37 Συναφώς, βλ. υποσημειώσεις 6 και 15 των παρουσών προτάσεων.
38 Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 2ας Μαΐου 2019, Pillar Securitisation (C‑694/17, EU:C:2019:345, σκέψη 27), και της 30ής Σεπτεμβρίου 2021, Commerzbank (C‑296/20, EU:C:2021:784, σκέψη 33). Γενικότερα, η ερμηνεία που έχει δοθεί από το Δικαστήριο όσον αφορά τις διατάξεις μίας εκ των νομικών αυτών πράξεων ισχύει και για την ερμηνεία των άλλων νομικών πράξεων, όταν οι διατάξεις αυτές μπορούν να χαρακτηριστούν ως «ισοδύναμες» (απόφαση της 6ης Ιουνίου 2024, Geterfer, C‑381/23, EU:C:2024:467, σκέψη 24).
39 Βλ. προοίμιο της Συμβάσεως των Βρυξελλών, προοίμιο της Συμβάσεως του Λουγκάνο ΙΙ και αιτιολογική σκέψη 6 του κανονισμού 44/2001. Συναφώς, παρατηρείται ότι, για την επίτευξη των κύριων σκοπών του κανονισμού 4/2009, οι οποίοι υπομνήσθηκαν στο σημείο 50 των παρουσών προτάσεων, ο κανονισμός αυτός σκοπεί αναπόφευκτα στη διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των αποφάσεων σε αστικές υποθέσεις και, ως εκ τούτου, συμπίπτει ως προς τον σκοπό αυτόν με άλλες νομικές πράξεις ερμηνευόμενες από τη νομολογία που παρατίθεται στα σημεία 31 έως 39 των παρουσών προτάσεων.
40 Βλ. δημοσίευση της νομοθετικής προτάσεως της Επιτροπής [COM(2005) 0649]. Συναφώς, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, κατά τη διαδικασία εκδόσεως του κανονισμού 4/2009, η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου πρότεινε την κατάργηση του άρθρου 9, για τον λόγο ότι το άρθρο αυτό επαναλάμβανε σχεδόν αυτολεξεί το προγενέστερο άρθρο 30 του κανονισμού 44/2001 και, ως εκ τούτου, ήταν περιττό. Ωστόσο, η πρόταση αυτή, η οποία επαναλαμβάνεται στο νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 13ης Δεκεμβρίου 2007, δεν διατηρήθηκε στο τελικό κείμενο του κανονισμού. Επομένως, διαπιστώνεται πολύ ισχυρή συσχέτιση μεταξύ των δύο νομικών πράξεων, η οποία δικαιολογεί, κατ’ αρχήν, τη μεταφορά των πορισμάτων που αντλούνται από την ερμηνεία της πρώτης στην ερμηνεία της δεύτερης.
41 Άρθρο 114, παράγραφος 1, του ZPO.
42 Άρθρο 117, παράγραφος 1, του ZPO.
43 Άρθρο 118, παράγραφος 1, του ZPO.
44 Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Γερμανική Κυβέρνηση υπογράμμισε ότι, σε περίπτωση εγκρίσεως νομικής αρωγής, η διαδικασία «επί της ουσίας» περιορίζεται σε ό,τι προβλήθηκε με την αίτηση νομικής αρωγής. Συναφώς, αντιλαμβάνομαι, βεβαίως, ότι η νομική αρωγή που εγκρίνεται για την άσκηση σχεδιαζόμενης αγωγής στον τομέα των υποχρεώσεων διατροφής δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για αγωγή που αφορά, επί παραδείγματι, την προστασία του περιβάλλοντος. Επιβάλλεται, όμως, τέτοιος περιορισμός ακόμη και σε περίπτωση συμπληρώσεως των αξιώσεων, τροποποιήσεως των οφειλετών ή άλλων στοιχείων που θα διέφεραν στο δικόγραφο της αγωγής σε σχέση με το συνημμένο στην αίτηση νομικής αρωγής σχέδιο αιτήσεως για την τροποποίηση των υποχρεώσεων διατροφής, αν ο δικαιούχος διατροφής θεωρούσε ότι είχε μεγαλύτερες πιθανότητες ευδοκιμήσεως λόγω των αλλαγών αυτών κατά την άσκηση της αγωγής επί της ουσίας; Αμφιβάλλω αν ισχύει κάτι τέτοιο. Αν η αίτηση νομικής αρωγής, στην οποία επισυνάπτεται μόνον υπό μορφή σχεδίου η αίτηση για την τροποποίηση των υποχρεώσεων διατροφής που θα υποβληθεί τυπικώς σε περίπτωση χορήγησης του εν λόγω ευεργετήματος, χαρακτηριζόταν ως έγγραφο ισοδύναμο με το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης, ποια θα έπρεπε να είναι η μεταχείριση των αλλαγών αυτών; Θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι μεταβάλλουν το έγγραφο αυτό; Εάν ναι, ποια θα πρέπει να είναι η μεταχείρισή τους στο πλαίσιο της διαδικασίας «επί της ουσίας»; Αυτά είναι μερικά μόνο παραδείγματα των πρακτικών δυσχερειών που θα προέκυπταν από τον χαρακτηρισμό της αιτήσεως νομικής αρωγής ως «ισοδύναμου εγγράφου» με το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης.
45 Γενικώς, δεν αποκλείεται να τεθεί το ερώτημα αν είναι πράγματι δυνατόν να γίνει λόγος για αντίδικο σε τέτοια διαδικασία που αφορά την αίτηση νομικής αρωγής, εφόσον δεν προβάλλεται καμία αξίωση έναντι του εν λόγω διαδίκου. Ωστόσο, ακόμη και αν, στο πλαίσιο διαδικασίας σχετικής με την έγκριση νομικής αρωγής, ο εν λόγω διάδικος θεωρηθεί ως αντίδικος in futurum, η ιδιότητα αυτή δεν του παρέχει, κατά τη γνώμη μου, κανένα δικονομικό δικαίωμα ικανό να τον εξομοιώσει με τον πραγματικό εναγόμενο υπό την έννοια της κατ’ αντιμωλία διαδικασίας «επί της ουσίας».
46 Πράγματι, μπορεί, για παράδειγμα, να αποφασίσει να προβεί σε φιλικό διακανονισμό ή απλώς να μην προβεί σε καμία ενέργεια.
47 Συναφώς, επισημαίνεται ότι ο κανονισμός 4/2009 προβλέπει εναλλακτικά κριτήρια διεθνούς δικαιοδοσίας, όπως προκύπτει από τη χρήση του συνδέσμου «ή» μετά την παράθεση καθενός εξ αυτών στο άρθρο 3 του εν λόγω κανονισμού [απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2020, Landkreis Harburg (Υποκατάσταση δημοσίου οργανισμού στον δικαιούχο διατροφής), C‑540/19, EU:C:2020:732, σκέψη 29], και όχι ιεραρχημένα [απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2019, R (Διεθνής δικαιοδοσία για τη γονική μέριμνα και υποχρέωση διατροφής), C‑468/18, EU:C:2019:666, σκέψη 45]. Επομένως, παρέχουν στον δικαιούχο διατροφής, όταν ενεργεί ως αιτών, τη δυνατότητα να υποβάλει την αίτησή του σχετικά με υποχρέωση διατροφής στηριζόμενος σε διάφορες βάσεις διεθνούς δικαιοδοσίας, οι οποίες απαριθμούνται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 3, στοιχεία αʹ και βʹ, του κανονισμού αυτού, ήτοι είτε ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου της συνήθους διαμονής του καθού είτε ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου της δικής του συνήθους διαμονής. Εξάλλου, η σημασία της επιλογής αυτής για την προστασία του δικαιούχου διατροφής απηχεί το πρωτόκολλο της Χάγης 2007, με το οποίο ο κανονισμός 4/2009 διατηρεί, κατά το Δικαστήριο, στενή σχέση (απόφαση της 7ης Ιουνίου 2018, KP, C‑83/17, EU:C:2018:408, σκέψη 49). Το Δικαστήριο έκρινε ότι το πρωτόκολλο αυτό επιτρέπει στον δικαιούχο διατροφής, de facto, να καθορίζει το εφαρμοστέο στην αίτησή του δίκαιο, προβλέποντας ότι το δίκαιο του δικάζοντος δικαστή και όχι το δίκαιο του κράτους της συνήθους διαμονής του εφαρμόζεται κατά προτεραιότητα όταν υποβάλλει την αίτησή του ενώπιον της αρμόδιας αρχής της συνήθους διαμονής του υπόχρεου (πρβλ. απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2018, Mölk, C‑214/17, EU:C:2018:744, σκέψεις 31 και 32).
48 Υπό το πρίσμα της ανταλλαγής απόψεων κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, φαίνεται ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι η ιδιαιτερότητα αυτή συνιστά αυστηρά ζήτημα του γερμανικού δικαίου. Εξ όσων γνωρίζω, πάντως, πρόκειται για εντελώς εξαιρετική περίπτωση στο σύνολο των νομικών συστημάτων των κρατών μελών. Εν πάση περιπτώσει, κατά την άποψή μου, τούτο δεν θίγει το γεγονός ότι απόκειται στα κράτη μέλη να διασφαλίζουν την αποτελεσματικότητα των σκοπών που επιδιώκουν οι κανονισμοί της Ένωσης στο πλαίσιο του εθνικού τους δικαίου.
49 Επομένως, η εφαρμογή του κανονισμού 4/2009 πρέπει να είναι σύμφωνη με το άρθρο 24, παράγραφος 2, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δυνάμει του οποίου σε όλες τις πράξεις που αφορούν τα παιδιά, είτε επιχειρούνται από δημόσιες αρχές είτε από ιδιωτικούς οργανισμούς, πρωταρχική σημασία πρέπει να δίνεται στο υπέρτατο συμφέρον του παιδιού (πρβλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 16ης Ιουλίου 2015, Α, C‑184/14, EU:C:2015:479, σκέψη 46).
50 Βλ., κατ’ αναλογίαν, την υποχρεωτική διαδικασία συμβιβασμού στην απόφαση Schlömp.
51 Σκέψη 34 της αποφάσεως HanseYachts.
52 Σκέψη 24 της αποφάσεως HanseYachts.