Προσωρινό κείμενο

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

JULIANE KOKOTT

της 9ης Οκτωβρίου 2025 (1)

Υπόθεση C483/24

Procureur général près la Cour d’appel de Liège

κατά

Aldi SA

[αίτηση του Cour de cassation
(Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, Βέλγιο)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

« Προδικαστική παραπομπή – Προστασία της δημόσιας υγείας – Υγιεινή των τροφίμων – Κανονισμός (ΕΚ) 852/2004 – Κανονισμός (ΕΚ) 178/2002 – Υποχρεώσεις των υπευθύνων επιχειρήσεων τροφίμων – Ανακάλυψη ιχνών από επιβλαβείς οργανισμούς σε καταστήματα και αποθήκες – Διαπίστωση παράβασης »






I.      Εισαγωγή

1.        Αρκεί το ότι ανακαλύφθηκαν ίχνη επιβλαβών οργανισμών σε καταστήματα και αποθήκες υπευθύνου επιχείρησης τροφίμων για να στοιχειοθετηθεί παράβαση των κανόνων υγιεινής που προβλέπει ο κανονισμός (ΕΚ) 852/2004 για την υγιεινή των τροφίμων (2), ή πρέπει η αρμόδια αρχή να αποδείξει ότι ο υπεύθυνος επιχείρησης τροφίμων δεν τήρησε τις υποχρεώσεις μέσου τις οποίες υπέχει από τον ανωτέρω κανονισμό;

2.        Αυτό το ερώτημα υποβάλλει το Cour de cassation (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, Βέλγιο) στο Δικαστήριο στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως.

II.    Το νομικό πλαίσιο

Α.      Ο βασικός κανονισμός για τα τρόφιμα

3.        Ο κανονισμός για την υγιεινή των τροφίμων, του οποίου η ερμηνεία ζητείται εν προκειμένω, παραπέμπει πολλές φορές στον κανονισμό (ΕΚ) 178/2002 για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφαλείας των τροφίμων (3).

4.        Η αιτιολογική σκέψη 30 του βασικού κανονισμού για τα τρόφιμα έχει ως εξής:

«Μια επιχείρηση τροφίμων βρίσκεται στην καλύτερη θέση για την ανάπτυξη ενός ασφαλούς συστήματος προμήθειας τροφίμων και για να εγγυάται ότι τα τρόφιμα που προμηθεύει είναι ασφαλή· η επιχείρηση τροφίμων πρέπει συνεπώς να έχει την πρωταρχική νομική ευθύνη για τη διασφάλιση της ασφάλειας των τροφίμων· […]».

5.        Το άρθρο 17 (υπό τον τίτλο «Υποχρεώσεις») του βασικού κανονισμού για τα τρόφιμα ορίζει τα εξής:

«1.      Οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων τροφίμων και ζωοτροφών εξασφαλίζουν ότι τα τρόφιμα ή οι ζωοτροφές, σε όλα τα στάδια της παραγωγής, μεταποίησης και διανομής μέσα στην επιχείρηση που βρίσκεται υπό τον έλεγχό τους, ικανοποιούν τις απαιτήσεις της νομοθεσίας για τα τρόφιμα οι οποίες αφορούν τις δραστηριότητές τους και επαληθεύουν την ικανοποίηση αυτών των απαιτήσεων.

2.      Τα κράτη μέλη εκτελούν τη νομοθεσία για τα τρόφιμα, παρακολουθούν και επαληθεύουν εάν τηρούνται οι σχετικές απαιτήσεις της νομοθεσίας αυτής από τους υπευθύνους των επιχειρήσεων τροφίμων και ζωοτροφών σε όλα τα στάδια παραγωγής, μεταποίησης και διανομής.

Για το σκοπό αυτό διατηρούν σύστημα επίσημων ελέγχων και άλλων δραστηριοτήτων όπως αρμόζει στις περιστάσεις, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται η δημόσια επικοινωνία σε θέματα που αφορούν την ασφάλεια και τον κίνδυνο των τροφίμων και των ζωοτροφών, η εποπτεία της ασφάλειας των τροφίμων και των ζωοτροφών και άλλες δραστηριότητες παρακολούθησης που καλύπτουν όλα τα στάδια παραγωγής, μεταποίησης και διανομής.

Τα κράτη μέλη καθορίζουν επίσης το σύστημα των κυρώσεων που επιβάλλονται στις παραβιάσεις της νομοθεσίας για τα τρόφιμα και τις ζωοτροφές. Οι εν λόγω κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές, ανάλογες και αποτρεπτικές.»

Β.      Ο κανονισμός για την υγιεινή των τροφίμων

6.        Η αιτιολογική σκέψη 1 του κανονισμού για την υγιεινή των τροφίμων παραπέμπει στον βασικό κανονισμό για τα τρόφιμα:

«Η επιδίωξη υψηλού επιπέδου προστασίας για την ζωή και υγεία του ανθρώπου αποτελεί έναν από τους θεμελιώδεις στόχους της νομοθεσίας περί τροφίμων, όπως καθορίζεται στον [βασικό κανονισμό για τα τρόφιμα]. […]»

7.        Η αιτιολογική σκέψη 7 του κανονισμού για την υγιεινή των τροφίμων αναφέρεται στον σκοπό του κανονισμού:

«Ο κύριος στόχος των νέων γενικών και ειδικών κανόνων υγιεινής είναι η διασφάλιση υψηλού επίπεδου προστασίας του καταναλωτή όσον αφορά την ασφάλεια των τροφίμων.»

8.        Το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού για την υγιεινή των τροφίμων ορίζει τα εξής:

«[Ο] υπεύθυνος επιχείρησης τροφίμων φέρει την πρωταρχική ευθύνη για την ασφάλεια των τροφίμων».

9.        Το άρθρο 3 του κανονισμού για την υγιεινή των τροφίμων έχει ως εξής:

«Οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων τροφίμων εξασφαλίζουν ότι όλα τα στάδια παραγωγής, μεταποίησης και διανομής που βρίσκονται υπό τον έλεγχό τους πληρούν τις σχετικές απαιτήσεις υγιεινής που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό.»

10.      Κατά το άρθρο 4 (υπό τον τίτλο «Γενικές και ειδικές απαιτήσεις υγιεινής»), παράγραφος 2, του κανονισμού για την υγιεινή των τροφίμων, «[ο]ι υπεύθυνοι επιχειρήσεων τροφίμων που εκτελούν οποιοδήποτε στάδιο παραγωγής, μεταποίησης και διανομής [...] συμμορφώνονται προς τις γενικές απαιτήσεις υγιεινής του παραρτήματος II [...]».

11.      Το άρθρο 5 (υπό τον τίτλο «Ανάλυση κινδύνων και κρίσιμα σημεία ελέγχου»), παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού για την υγιεινή των τροφίμων παραπέμπει στις αρχές HACCP (4), οι οποίες θεσπίζουν ορθές πρακτικές υγιεινής.

12.      Το παράρτημα II, κεφάλαιο I, σημείο 2, στοιχείο γʹ, του κανονισμού για την υγιεινή των τροφίμων προβλέπει τα εξής:

«Ο σχεδιασμός, η διαρρύθμιση, η κατασκευή, η χωροθέτηση και οι διαστάσεις των χώρων τροφίμων πρέπει:

[...]

γ)      να επιτρέπουν ορθές πρακτικές υγιεινής τροφίμων, συμπεριλαμβανομένης της προστασίας από μόλυνση και, ιδίως, του ελέγχου των επιβλαβών οργανισμών».

13.      Το παράρτημα II, κεφάλαιο V, σημείο 1, στοιχείο αʹ, ορίζει τα εξής:

«Κάθε αντικείμενο, συσκευή ή εξοπλισμός, με το οποίο έρχονται σε επαφή τα τρόφιμα, πρέπει:

α)      να καθαρίζεται αποτελεσματικά και, όταν είναι αναγκαίο, να απολυμαίνεται. Ο καθαρισμός και η απολύμανση πρέπει να πραγματοποιούνται αρκετά συχνά ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος μόλυνσης».

14.      Το παράρτημα II, κεφάλαιο IX, σημεία 2, 3 και 4, έχει ως εξής:

«2.      Οι πρώτες ύλες και όλα τα συστατικά που αποθηκεύονται σε μια επιχείρηση τροφίμων πρέπει να διατηρούνται υπό κατάλληλες συνθήκες, ούτως ώστε να αποφεύγεται κάθε επιβλαβής αλλοίωση και να προφυλάσσονται από μολύνσεις.

3.      Σε όλα τα στάδια παραγωγής, μεταποίησης και διανομής, τα τρόφιμα πρέπει να προφυλάσσονται από κάθε μόλυνση η οποία ενδέχεται να τα καταστήσει ακατάλληλα για ανθρώπινη κατανάλωση, επιβλαβή για την υγεία ή μολυσμένα κατά τρόπο που δεν θα ήταν εύλογο να αναμένεται κατανάλωσή τους σε αυτή την κατάσταση.

4.      Πρέπει να εφαρμόζονται κατάλληλες διαδικασίες για να διασφαλίζεται ότι ελέγχονται τα επιβλαβή ζώα. Πρέπει επίσης να υπάρχουν κατάλληλες διαδικασίες για να εμποδίζονται τα οικιακά ζώα να εισέρχονται σε χώρους όπου παρασκευάζονται, διακινούνται ή αποθηκεύονται τρόφιμα (ή, εάν το επιτρέπει η αρμόδια αρχή σε ειδικές περιπτώσεις, να εμποδίζεται η μόλυνση λόγω της εισόδου αυτής).»

III. Τα πραγματικά περιστατικά και η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως

15.      Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως στηρίζεται σε ποινική διαδικασία που κίνησε η βελγική εισαγγελική αρχή κατά της επιχείρησης τροφίμων Aldi SA.

16.      Κατά τη διάρκεια ελέγχων που διενεργήθηκαν μεταξύ 2020 και 2022, η Agence fédérale pour la sécurité de la chaîne alimentaire (AFSCA) (ομοσπονδιακή υπηρεσία για την ασφάλεια της διατροφικής αλυσίδας, Βέλγιο) διαπίστωσε επανειλημμένως παρατυπίες σε πλείονα καταστήματα και αποθήκες της Aldi. Αρκετές από τις εγκαταστάσεις αυτές επιθεωρήθηκαν εκ νέου μετά από μερικούς μήνες και διαπιστώθηκε ότι εξακολουθούσαν να υφίστανται παρατυπίες.

17.      Επιτόπου, εντοπίστηκαν τόσο στα ράφια στα οποία έχουν πρόσβαση οι καταναλωτές όσο και στις αποθήκες, μεταξύ άλλων, ακαθαρσίες, προϊόντα φαγωμένα από επιβλαβείς οργανισμούς, τρόφιμα που έχουν μολυνθεί από περιττώματα, ούρα και τρίχες, περιττώματα επιβλαβών οργανισμών, καθώς και πτώματα ποντικών.

18.      Επιπλέον, η AFSCA επέκρινε την απουσία συστήματος ελέγχου κατά την παραλαβή των εμπορευμάτων σε ορισμένες εγκαταστάσεις, έλλειψη την οποία είχε ήδη επισημάνει στο παρελθόν.

19.      Στην περίπτωση μίας εκ των ανωτέρω επιθεωρήσεων, κατά τη διάρκεια της οποίας ανευρέθηκαν περιττώματα τρωκτικών και πτώματα ποντικών, είχε διενεργηθεί αμέσως πριν έλεγχος από επιχείρηση καταπολέμησης παρασίτων.

20.      Ως εκ τούτου, η βελγική εισαγγελική αρχή απήγγειλε κατηγορίες στην Aldi για παράβαση του άρθρου 4 και του παραρτήματος ΙΙ του κανονισμού για την υγιεινή των τροφίμων, καθώς και του άρθρου 9, παράγραφος 3, του arrêté royal du 22 février 2001 organisant les contrôles effectués par l’Agence fédérale pour la Sécurité de la Chaîne alimentaire et modifiant diverses dispositions légales (βασιλικού διατάγματος της 22ας Φεβρουαρίου 2001 περί οργάνωσης των ελέγχων που διενεργεί η ομοσπονδιακή υπηρεσία για την ασφάλεια της διατροφικής αλυσίδας και περί τροποποίησης διαφόρων νομοθετικών διατάξεων).

21.      Το tribunal correctionnel du Luxembourg, division Neufchâteau (πλημμελειοδικείο περιφέρειας Luxembourg, τμήμα Neufchâteau, Βέλγιο) απάλλαξε την Aldi από όλες τις κατηγορίες που είχαν απαγγελθεί εναντίον της με απόφαση της 15ης Μαρτίου 2023. Η βελγική εισαγγελική αρχή άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής.

22.      Ωστόσο, το Cour d’appel de Liège (εφετείο Λιέγης, Βέλγιο) επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Κατά το δικαστήριο αυτό, ο κανονισμός για την υγιεινή των τροφίμων επιβάλλει στους υπευθύνους επιχειρήσεων τροφίμων μόνον υποχρεώσεις μέσου. Συνεπώς, το εφετείο έκρινε ότι η απλή παρουσία ιχνών και περιττωμάτων επιβλαβών οργανισμών δεν συνιστά, καθ’ εαυτήν, παράβαση του ως άνω κανονισμού. Η βελγική εισαγγελική αρχή άσκησε αναίρεση κατά της εφετειακής αποφάσεως.

23.      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Cour de cassation (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Επιβάλλεται στους υπευθύνους επιχειρήσεων τροφίμων χονδρικής και λιανικής, δυνάμει των υποχρεώσεων που θεσπίζουν το άρθρο 4, παράγραφος 2, του [κανονισμού για την υγιεινή των τροφίμων], καθώς και το παράρτημα ΙΙ του ίδιου κανονισμού και, ειδικότερα, τα σημεία 2, στοιχείο γʹ, του κεφαλαίου Ι, 1, στοιχείο αʹ, του κεφαλαίου V, 2, 3 και 4 του κεφαλαίου ΙΧ, υποχρέωση αποτελέσματος, και ως εκ τούτου αρκεί, πλην περιπτώσεων ανωτέρας βίας, εξωγενούς αιτίας ή πλάνης που δεν μπορούσε να αποφευχθεί, η διαπίστωση ύπαρξης ιχνών ή περιττωμάτων επιβλαβών οργανισμών σε καταστήματα και αποθήκες για να αποδειχθεί η παράβαση του εν λόγω κανονισμού ή μήπως οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων τροφίμων υπέχουν μόνον υποχρέωση μέσου, ήτοι υποχρέωση να καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για την πρόληψη της παρουσίας επιβλαβών οργανισμών, με αποτέλεσμα να μην αρκεί η διαπίστωση και μόνον από την εθνική διοικητική αρχή ιχνών και περιττωμάτων επιβλαβών οργανισμών στα καταστήματα και τις αποθήκες για να αποδειχθεί η παράβαση του κανονισμού αυτού;»

24.      Η Aldi, η Βελγική, η Ελληνική, η Γαλλική, η Λουξεμβουργιανή, η Ολλανδική, η Πολωνική και η Ιρλανδική Κυβέρνηση, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις επί του προδικαστικού ερωτήματος στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι ίδιοι μετέχοντες στη διαδικασία, πλην της Λουξεμβουργιανής, της Ολλανδικής και της Πολωνικής Κυβέρνησης, εκπροσωπήθηκαν επίσης κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 25ης Ιουνίου 2025.

IV.    Νομική εκτίμηση

Α.      Επί του παραδεκτού

25.      Η Aldi ισχυρίζεται ότι το προδικαστικό ερώτημα είναι εν μέρει απαράδεκτο. Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά, κατά την άποψή της, εν μέρει διατάξεις του παραρτήματος II του κανονισμού για την υγιεινή των τροφίμων σε σχέση με τις οποίες δεν έχει ασκηθεί εις βάρος της ποινική δίωξη στο Βέλγιο. Επομένως, οι διατάξεις αυτές δεν ασκούν επιρροή στην υπόθεση της κύριας δίκης.

26.      Κατά πάγια νομολογία, εναπόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα της έκδοσης προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο, τα οποία θεωρούνται κατά τεκμήριο λυσιτελή. Συνεπώς, εφόσον το υποβαλλόμενο ερώτημα αφορά την ερμηνεία ή το κύρος κανόνα του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο οφείλει κατ’ αρχήν να απαντήσει, εκτός αν προκύπτει προδήλως ότι η ερμηνεία την οποία ζητεί το εθνικό δικαστήριο δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, αν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή ακόμη αν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στο εν λόγω ερώτημα (5).

27.      Ωστόσο, τέτοια περίπτωση δεν συντρέχει εν προκειμένω. Όπως θα καταδείξω στη συνέχεια, οι διάφοροι κανόνες υγιεινής οι οποίοι περιλαμβάνονται στο παράρτημα ΙΙ του κανονισμού για την υγιεινή των τροφίμων συνδέονται μεταξύ τους, στο μέτρο που εξυπηρετούν την επίτευξη του κοινού σκοπού της εγγύησης της ασφάλειας των τροφίμων. Συνεπώς, πρέπει να ερμηνευθούν εντός του πλαισίου στο οποίο εντάσσονται.

28.      Η Aldi ισχυρίζεται επιπλέον ότι το αιτούν δικαστήριο δεν ζητεί στην πραγματικότητα την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, αλλά ότι το ερώτημά του αφορά την ερμηνεία του βελγικού ποινικού δικαίου υπό το πρίσμα των κυρώσεων που της επιβλήθηκαν.

29.      Ωστόσο, η ένσταση αυτή είναι επίσης αβάσιμη, διότι το προδικαστικό ερώτημα αφορά σαφώς την ερμηνεία του κανονισμού για την υγιεινή των τροφίμων, ο οποίος παραπέμπει στον βασικό κανονισμό για τα τρόφιμα. Ο βασικός κανονισμός για τα τρόφιμα προβλέπει, στο άρθρο 17, παράγραφος 2, ότι τα κράτη μέλη καθορίζουν το σύστημα των κυρώσεων που επιβάλλονται σε περιπτώσεις παραβάσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα και ότι οι κυρώσεις αυτές πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές. Επομένως, δεν χωρεί αμφιβολία ότι η παρούσα υπόθεση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, παρόλο που η κύρια δίκη αφορά την κύρωση που επιβλήθηκε στην Aldi.

30.      Ως εκ τούτου, οι ενστάσεις απαραδέκτου τις οποίες προέβαλε η Aldi κατά της υπό κρίση αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως πρέπει να απορριφθούν.

Β.      Επί της ουσίας

31.      Με το προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται στη διάκριση μεταξύ υποχρέωσης αποτελέσματος και υποχρέωσης μέσου, η οποία είναι ευρέως γνωστή στην πλειονότητα των έννομων τάξεων των κρατών μελών και έχει ήδη χρησιμοποιηθεί από το Δικαστήριο (6). Σκοπός της εν λόγω διάκρισης είναι να καθοριστεί κατά πόσον ο αποδέκτης μιας υποχρέωσης οφείλει να επιτύχει ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα ή αρκεί να χρησιμοποιήσει όλα τα διαθέσιμα μέσα για την επίτευξη ενός αποτελέσματος, χωρίς να είναι υπεύθυνος για την πραγμάτωση του αποτελέσματος αυτού.

32.      Ο κανονισμός για την υγιεινή των τροφίμων δεν χρησιμοποιεί, από τη μεριά του, ούτε τον όρο «υποχρέωση αποτελέσματος» ούτε τον όρο «υποχρέωση μέσου». Επιπροσθέτως, οι διατάξεις στις οποίες αναφέρεται το προδικαστικό ερώτημα δεν είναι δυνατόν να κατηγοριοποιηθούν επακριβώς με βάση την επίμαχη διάκριση, όπως προτείνει το αιτούν δικαστήριο, διότι οι διατάξεις αυτές θέτουν απαιτήσεις που αφορούν τόσο τη λήψη μέτρων όσο και την επίτευξη αποτελέσματος.

33.      Το αιτούν δικαστήριο στηρίζεται στην ως άνω διάκριση, καθόσον, όπως το ίδιο αναφέρει στο προδικαστικό του ερώτημα, ζητεί να διευκρινιστεί αν ο εντοπισμός ιχνών από επιβλαβείς οργανισμούς σε καταστήματα και αποθήκες αρκεί, εκτός από περιπτώσεις ανωτέρας βίας, εξωγενούς αιτίας ή αναπόφευκτης πλάνης, για την απόδειξη παράβασης των κανόνων υγιεινής του άρθρου 4, παράγραφος 2, σε συνδυασμό με το παράρτημα II του κανονισμού για την υγιεινή των τροφίμων.

34.      Ειδικότερα, τα δικαστήρια των προηγούμενων βαθμών δικαιοδοσίας είχαν κρίνει ότι δεν ίσχυε κάτι τέτοιο. Κατά την εκτίμησή τους, οι επίδικες διατάξεις απλώς θεσπίζουν κανόνες συμπεριφοράς τους οποίους οφείλουν να τηρούν οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων τροφίμων. Ως εκ τούτου, απλώς και μόνον η ανακάλυψη ιχνών επιβλαβών οργανισμών δεν αρκεί για να θεμελιώσει παράβαση.

35.      Επομένως, προκύπτει ότι το προδικαστικό ερώτημα αφορά κατ’ ουσίαν το ζήτημα κατά πόσον μια αρχή ελέγχου τροφίμων μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα, βάσει της παρουσίας ιχνών επιβλαβών οργανισμών, ότι οι επίμαχοι κανόνες υγιεινής δεν τηρήθηκαν ή, εν πάση περιπτώσει, δεν τηρήθηκαν επαρκώς και, ως εκ τούτου, να διαπιστώσει παράβαση των οικείων κανόνων επί της βάσεως αυτής και μόνον.

36.      Κατ’ αρχάς, θα εξετάσω τις περιστάσεις υπό τις οποίες μπορεί να συναχθεί, από την ανακάλυψη ιχνών επιβλαβών οργανισμών, ότι δεν τηρήθηκαν οι εφαρμοστέοι κανόνες υγιεινής (1). Δεύτερον, θα εκθέσω τους λόγους για τους οποίους ο κανονισμός για την υγιεινή των τροφίμων πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, υπό περιστάσεις όπως αυτές της υπό κρίση υποθέσεως, υφίσταται παράβαση (2).

37.      Πριν εξετάσω τα ζητήματα αυτά, πρέπει να διευκρινίσω ότι το αιτούν δικαστήριο ζητεί ειδικώς την ερμηνεία ορισμένων διατάξεων του παραρτήματος II του κανονισμού για την υγιεινή των τροφίμων. Εντούτοις, στο πλαίσιο της διαδικασίας αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, εναπόκειται στο Δικαστήριο να δώσει στον εθνικό δικαστή χρήσιμη απάντηση που να του παρέχει τη δυνατότητα επίλυσης της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο ενδέχεται να χρειαστεί να λάβει υπόψη κανόνες του δικαίου της Ένωσης στους οποίους δεν αναφέρθηκε ο εθνικός δικαστής με το ερώτημά του (7).

38.      Συνεπώς το γεγονός ότι, από τυπικής απόψεως, το αιτούν δικαστήριο αναφέρθηκε, με τα ερωτήματά του, σε συγκεκριμένες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να του παράσχει όλα τα ερμηνευτικά στοιχεία που μπορούν να είναι χρήσιμα για την εκδίκαση της υποθέσεως της κύριας δίκης, συνάγοντας από το σύνολο των στοιχείων που του παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, και ιδίως από το σκεπτικό της αποφάσεως περί παραπομπής, τα στοιχεία του δικαίου της Ένωσης τα οποία χρήζουν ερμηνείας λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου της διαφοράς (8).

1.      Η ανακάλυψη ιχνών επιβλαβών οργανισμών ως απόδειξη της μη τήρησης των εφαρμοστέων κανόνων υγιεινής

39.      Στο προδικαστικό του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο κάνει λόγο για τους κανόνες υγιεινής οι οποίοι προβλέπονται στο κεφάλαιο I, σημείο 2, στοιχείο γʹ, στο κεφάλαιο V, σημείο 1, στοιχείο αʹ, και στο κεφάλαιο IX, σημεία 2, 3 και 4, του παραρτήματος II του κανονισμού για την υγιεινή των τροφίμων και τους οποίους οφείλουν να τηρούν οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων τροφίμων σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού.

40.      Οι ανωτέρω διατάξεις επιβάλλουν κατ’ αρχάς στους υπευθύνους επιχειρήσεων τροφίμων υποχρεώσεις όσον αφορά τη διαρρύθμιση των χώρων, τον καθαρισμό και την απολύμανση των αντικειμένων που έρχονται σε επαφή με τα τρόφιμα, την κατάλληλη αποθήκευση και την προστασία των τροφίμων από τη μόλυνση, καθώς και την καταπολέμηση των επιβλαβών οργανισμών. Ταυτόχρονα, θέτουν τον σκοπό που πρέπει να επιτευχθεί. Ο σκοπός αυτός συνίσταται στη διασφάλιση της προστασίας των τροφίμων, σε όλα τα στάδια, έναντι κάθε μόλυνσης από επιβλαβείς οργανισμούς, η οποία θα τα καθιστούσε ακατάλληλα για κατανάλωση από τον άνθρωπο ή επιβλαβή για την υγεία.

41.      Όπως υποστήριξαν διάφοροι μετέχοντες στη διαδικασία, οι κανόνες υγιεινής που περιλαμβάνονται στο παράρτημα II του κανονισμού για την υγιεινή των τροφίμων πρέπει να ερμηνεύονται σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού αυτού και το άρθρο 17, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού για τα τρόφιμα. Σύμφωνα με τις εν λόγω διατάξεις, οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων τροφίμων πρέπει να διασφαλίζουν ότι τηρούνται οι εφαρμοστέοι κανόνες υγιεινής σε όλα τα στάδια χειρισμού των τροφίμων υπό τον έλεγχό τους, ώστε να εξασφαλίζεται ότι τα τρόφιμα είναι κατάλληλα για κατανάλωση από τον άνθρωπο (9). Επιπλέον, οφείλουν να εξακριβώνουν την τήρηση των απαιτήσεων αυτών.

42.      Το ζήτημα αν η παρουσία ιχνών επιβλαβών οργανισμών αποδεικνύει ότι συντρέχει παράβαση των ανωτέρω υποχρεώσεων εκ μέρους των υπευθύνων επιχειρήσεων τροφίμων και, κατά συνέπεια, εμμέσως, των επίδικων διατάξεων του παραρτήματος ΙΙ του κανονισμού για τα τρόφιμα εξαρτάται από την έκταση των διαπιστωθέντων ιχνών. Εναπόκειται στο αρμόδιο δικαστήριο να εκτιμήσει το στοιχείο αυτό υπό το πρίσμα των συγκεκριμένων περιστάσεων της προκειμένης υποθέσεως.

43.      Συνεπώς, για παράδειγμα, το γεγονός ότι εντοπίστηκε μία φορά ποντικός ή κάποιο μεμονωμένο ίχνος επιβλαβούς οργανισμού σε αποθήκη στην οποία δεν έχουν πρόσβαση οι καταναλωτές δεν αρκεί για να αποδειχθεί ότι ο οικείος υπεύθυνος επιχείρησης τροφίμων παρέβη την υποχρέωσή του να διασφαλίσει και να ελέγξει την τήρηση των εφαρμοστέων κανόνων υγιεινής. Πράγματι, η εισβολή επιβλαβών οργανισμών αποτελεί σχεδόν αναπόφευκτο κίνδυνο στο πλαίσιο εκμετάλλευσης επιχειρήσεων στον τομέα των τροφίμων. Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος για τον οποίο οι επίμαχοι κανόνες υγιεινής προβλέπουν ότι πρέπει να διασφαλίζεται η προστασία έναντι της μόλυνσης από επιβλαβείς οργανισμούς και η καταπολέμησή τους.

44.      Συνεπώς, από τη μεμονωμένη παρουσία ιχνών επιβλαβών οργανισμών δεν μπορεί να συναχθεί παράβαση των προβλεπόμενων υποχρεώσεων υγιεινής. Σε μια τέτοια περίπτωση, το ζητούμενο είναι να διενεργούνται έλεγχοι παρακολούθησης προκειμένου να διαπιστωθεί αν ο οικείος υπεύθυνος επιχείρησης τροφίμων έλαβε τα κατάλληλα μέτρα προς αποκατάσταση των παρατυπιών.

45.      Η κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική σε μια περίπτωση όπως η υπό κρίση, στην οποία, σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, επανειλημμένοι έλεγχοι που διενεργήθηκαν εντός διαστήματος πολλών μηνών σε διάφορα υποκαταστήματα αποκάλυψαν μαζική μόλυνση από ίχνη επιβλαβών οργανισμών μέσα, πάνω και σε άμεση εγγύτητα με τρόφιμα, τα περισσότερα από τα οποία βρίσκονταν ήδη στο στάδιο της διάθεσης στην αγορά (10), δηλαδή ήταν προσβάσιμα στους καταναλωτές.

46.      Ειδικότερα, από την ανακάλυψη τέτοιων ιχνών επιβλαβών οργανισμών μπορεί να συναχθεί ότι υφίσταται, στην οικεία επιχείρηση τροφίμων, διαρθρωτικό και μόνιμο πρόβλημα ως προς την τήρηση των εφαρμοστέων κανόνων υγιεινής και τον έλεγχο της τήρησης αυτής. Επομένως, υπό τέτοιες συνθήκες, δικαιολογείται η διαπίστωση παράβασης των επίδικων κανόνων υγιεινής (και, ενδεχομένως, άλλων κανόνων) που περιλαμβάνονται στο παράρτημα II του κανονισμού για την υγιεινή των τροφίμων, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του κανονισμού αυτού και το άρθρο 17, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού για τα τρόφιμα.

47.      Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξετάσει, υπό το πρίσμα των συγκεκριμένων περιστάσεων, κατά πόσον τούτο ισχύει για καθέναν από τους κανόνες του εν λόγω παραρτήματος II στους οποίους αναφέρθηκε. Συνεπώς, το γεγονός και μόνον ότι έχουν ανακαλυφθεί ίχνη επιβλαβών οργανισμών δεν σημαίνει, κατ’ αρχήν, ότι συντρέχει οπωσδήποτε παράβαση της υποχρέωσης διαρρύθμισης των χώρων κατά τρόπο που να καθιστά δυνατή την εφαρμογή καλών πρακτικών υγιεινής, ειδικότερα δε της υποχρέωσης πρόληψης της μόλυνσης και, πιο συγκεκριμένα, της υποχρέωσης καταπολέμησης των επιβλαβών οργανισμών (11). Εν προκειμένω όμως, μια τέτοια παράβαση θα μπορούσε να διαπιστωθεί, ιδίως διότι, σύμφωνα με την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, οι βελγικές αρχές επισήμαναν επανειλημμένως την απουσία συστήματος ελέγχου κατά την παραλαβή των εμπορευμάτων, τουλάχιστον σε ορισμένα από τα οικεία υποκαταστήματα (12).

48.      Αντιθέτως, η απαίτηση ότι πρέπει να αποφεύγεται η μόλυνση μέσω του καθαρισμού και, εφόσον είναι αναγκαίο, της απολύμανσης των αντικειμένων που έρχονται σε επαφή με τα τρόφιμα, τόσο συχνά ώστε να προλαμβάνεται κάθε κίνδυνος μόλυνσης (13), διατυπώνεται ως υποχρέωση αποτελέσματος. Στην υπό κρίση υπόθεση, υπό την επιφύλαξη επιβεβαίωσης από το αιτούν δικαστήριο, η παράβαση είναι πρόδηλη, δεδομένου ότι ο κίνδυνος μόλυνσης όχι μόνον υπήρχε αφηρημένα, αλλά συγκεκριμενοποιήθηκε και στην πράξη.

49.      Το ίδιο ισχύει και για τις απαιτήσεις που αφορούν, πρώτον, την αποθήκευση των τροφίμων υπό κατάλληλες συνθήκες, ώστε να αποφεύγεται οποιαδήποτε επιβλαβής αλλοίωση και τα τρόφιμα να προστατεύονται από τυχόν μόλυνση, δεύτερον, την προστασία των τροφίμων από οποιαδήποτε μόλυνση που μπορεί να τα καταστήσει ακατάλληλα για κατανάλωση από τον άνθρωπο, επικίνδυνα για την υγεία ή μολυσμένα κατά τρόπο ώστε να μην μπορεί εύλογα να θεωρηθεί ότι μπορούν να καταναλωθούν ως έχουν, καθώς και, τρίτον, την ανάπτυξη κατάλληλων μεθόδων για την καταπολέμηση των επιβλαβών οργανισμών (14).

50.      Επιπλέον, όπως υποστηρίζουν διάφοροι μετέχοντες στη διαδικασία, στην υπό κρίση υπόθεση φαίνεται επίσης να υφίσταται παράβαση της υποχρέωσης διατήρησης της καθαριότητας των χώρων στους οποίους κυκλοφορούν τα τρόφιμα και της καλής κατάστασης και συντήρησής τους (15).

51.      Παράβαση των διατάξεων του κανονισμού για την υγιεινή των τροφίμων θα μπορούσε, το πολύ, να αποκλειστεί στις μνημονευόμενες από το αιτούν δικαστήριο περιπτώσεις ανωτέρας βίας, εξωγενούς αιτίας ή αναπόφευκτης πλάνης, ήτοι υπό περιστάσεις ξένες προς το πρόσωπο που τις επικαλείται (16). Στις εν λόγω περιπτώσεις, θα εναπέκειτο στον οικείο υπεύθυνο επιχείρησης τροφίμων να αποδείξει ότι υπήρχαν τέτοιες περιστάσεις καθώς και ότι η μόλυνση από επιβλαβείς οργανισμούς δεν μπορούσε να αποφευχθεί παρά την τήρηση των εφαρμοστέων κανόνων υγιεινής. Τέτοιες περιστάσεις δεν φαίνεται να συντρέχουν εν προκειμένω, υπό την επιφύλαξη εξετάσεως από το αιτούν δικαστήριο.

52.      Βεβαίως, το Δικαστήριο έχει κρίνει σε παλαιότερη υπόθεση ότι, κατά την εξέταση παράβασης του παραρτήματος II του κανονισμού για την υγιεινή των τροφίμων, οι μνημονευόμενες στο άρθρο 5 του κανονισμού αρχές HACCP για τη θεσμοθέτηση διαδικασιών ορθής πρακτικής και ελέγχου στον τομέα της υγιεινής, στις οποίες αναφέρθηκαν η Aldi και το αιτούν δικαστήριο στο πλαίσιο της κύριας δίκης, δεν πρέπει να στερούνται της πρακτικής αποτελεσματικότητάς τους. Συνεπώς, πρέπει να συνεκτιμώνται τυχόν μέτρα που λαμβάνει ο επιχειρηματίας κατά τις ως άνω διατάξεις για την πρόληψη των κινδύνων μόλυνσης (17). Εντούτοις, στο πλαίσιο της υποθέσεως εκείνης, το αντικείμενο της διαφοράς αφορούσε αφηρημένο κίνδυνο μόλυνσης. Αντιθέτως, εν προκειμένω, από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι έχουν ήδη επέλθει μαζικές και διαρκείς μολύνσεις.

53.      Υπό τις συνθήκες αυτές, θα ήταν αντίθετο προς την αποτελεσματική εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για την υγιεινή των τροφίμων να υποχρεούται η αρμόδια αρχή ελέγχου να αποδείξει, προκειμένου να διαπιστώσει παράβαση του κανονισμού για την υγιεινή των τροφίμων, ότι η οικεία επιχείρηση τροφίμων δεν τήρησε τους εφαρμοστέους κανόνες υγιεινής.

2.      Η ευθύνη του υπευθύνου επιχείρησης τροφίμων

54.      Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού για την υγιεινή των τροφίμων, η πρωταρχική ευθύνη για την ασφάλεια των τροφίμων βαρύνει τον υπεύθυνο της επιχείρησης τροφίμων. Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 30 του βασικού κανονισμού για τα τρόφιμα, το πρόσωπο αυτό είναι το πλέον κατάλληλο να διασφαλίσει ότι τα τρόφιμα που προμηθεύει η επιχείρησή του είναι ασφαλή.

55.      Προκειμένου να επιτευχθεί ο σκοπός της νομοθεσίας περί υγιεινής των τροφίμων, ήτοι ένα υψηλό επίπεδο προστασίας της ζωής και της υγείας των καταναλωτών (18), το άρθρο 14, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού για τα τρόφιμα απαγορεύει να διατίθενται στην αγορά τρόφιμα τα οποία είναι επικίνδυνα. Σύμφωνα με την παράγραφο 2 της διατάξεως αυτής, θεωρούνται ως επικίνδυνα, μεταξύ άλλων, τα τρόφιμα που είναι επιβλαβή για την υγεία ή είναι ακατάλληλα για ανθρώπινη κατανάλωση λόγω μόλυνσης (19).

56.      Υπό την επιφύλαξη εξετάσεως από το αιτούν δικαστήριο, τα επιμολυσμένα με ίχνη επιβλαβών οργανισμών τρόφιμα, τα οποία ανακαλύφθηκαν εν προκειμένω, κατέστησαν ακατάλληλα για κατανάλωση από τον άνθρωπο λόγω της μόλυνσης αυτής και βρίσκονταν, ως επί το πλείστον, ήδη στο στάδιο της διάθεσης στην αγορά.

57.      Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, όσον αφορά τον στόχο της μη διάθεσης στην αγορά τροφίμων που έχουν μολυνθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων τροφίμων υπέχουν υποχρέωση αποτελέσματος (20).

58.      Όπως έχει επίσης διαπιστώσει το Δικαστήριο σε παλαιότερη υπόθεση, εξ αυτού συνάγεται ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν απαγορεύει ακόμη και σύστημα αντικειμενικής ευθύνης των υπευθύνων επιχειρήσεων τροφίμων. Στην υπόθεση εκείνη, ασκήθηκε δίωξη εις βάρος του υπεύθυνου επιχείρησης τροφίμων επειδή διέθεσε στην αγορά μολυσμένο τρόφιμο το οποίο είχε παραχθεί και συσκευαστεί σε κενό αέρος από άλλη επιχείρηση (21).

59.      Ως εκ τούτου, σε μια περίπτωση όπως η προκειμένη, όπου, υπό την επιφύλαξη εξετάσεως από το αιτούν δικαστήριο, τα επικίνδυνα τρόφιμα διατέθηκαν στην αγορά λόγω παράβασης των εφαρμοστέων κανόνων υγιεινής, η οποία τεκμηριώνεται από μαζικά και επίμονα ίχνη επιβλαβών οργανισμών, δικαιολογείται κατά μείζονα λόγο η άσκηση δίωξης εις βάρος του υπευθύνου της επιχείρησης τροφίμων, χωρίς να χρειάζεται επιπλέον η αρμόδια αρχή να αποδείξει ότι δεν τηρήθηκαν οι σχετικοί κανόνες υγιεινής.

60.      Εναπόκειται στο αρμόδιο δικαστήριο να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και τη σοβαρότητα της συγκεκριμένης κύρωσης που επιβλήθηκε εν προκειμένω, αν πρόκειται για κύρωση αποτελεσματική, αναλογική και αποτρεπτική, όπως απαιτεί το άρθρο 17, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού για τα τρόφιμα. Στο στάδιο αυτό (και όχι κατά τη διαπίστωση της ύπαρξης παράβασης) μπορεί, ενδεχομένως, να συνεκτιμήσει τα μέτρα καταπολέμησης των παρασίτων τα οποία η Aldi έλαβε και επικαλέστηκε προς άμυνά της.

V.      Πρόταση

61.      Βάσει των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Cour de cassation (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, Βέλγιο) ως εξής:

Το άρθρο 4, παράγραφος 2, το παράρτημα II, κεφάλαιο I, σημείο 2, στοιχείο γʹ, κεφάλαιο V, σημείο 1, στοιχείο αʹ, και κεφάλαιο IX, σημεία 2, 3 και 4, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ) 852/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για την υγιεινή των τροφίμων, όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΕ) 2021/382 της Επιτροπής, της 3ης Μαρτίου 2021, καθώς και το άρθρο 14, παράγραφος 1, και το άρθρο 17, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2002, για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφαλείας των τροφίμων, όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΕ) 2024/908 της Επιτροπής, της 17ης Ιανουαρίου 2024,

έχουν την έννοια ότι:

μόλυνση από επιβλαβείς οργανισμούς, η οποία έχει διαπιστωθεί επανειλημμένως σε διάστημα πολλών μηνών μέσα, πάνω και σε άμεση εγγύτητα με τρόφιμα ευρισκόμενα στο στάδιο της διάθεσης στην αγορά, καθιστώντας τα ακατάλληλα για κατανάλωση από τον άνθρωπο, αποδεικνύει ότι ο υπεύθυνος επιχείρησης τροφίμων παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τους κανόνες υγιεινής τους οποίους προβλέπει η νομοθεσία για την υγιεινή των τροφίμων.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.


2      Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29 Απριλίου 2004 (ΕΕ 2004, L 139, σ. 1, και διορθωτικό ΕΕ 2004, L 226, σ. 3), όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΕ) 2021/382 της Επιτροπής, της 3ης Μαρτίου 2021 (ΕΕ 2021, L 74, σ. 3) (στο εξής: κανονισμός για την υγιεινή των τροφίμων).


3      Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2002 (ΕΕ 2002, L 31, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΕ) 2024/908 της Επιτροπής, της 17ης Ιανουαρίου 2024 (ΕΕ 2024, L 908, σ. 1) (στο εξής: βασικός κανονισμός για τα τρόφιμα).


4      Το εν λόγω ακρωνύμιο αναφέρεται στις αρχές της ανάλυσης κινδύνου και των κρίσιμων σημείων ελέγχου («Hazard Analysis and Critical Control Points principles» βλ. https://food.ec.europa.eu/food-safety/biological-safety/food-hygiene/legislation_en).


5      Αποφάσεις της 19ης Δεκεμβρίου 1968, De Cicco (19/68, EU:C:1968:56, Συλλογή 1968, σ. 689, 698), της 15ης Δεκεμβρίου 1995, Bosman (C‑415/93, EU:C:1995:463, σκέψεις 59 έως 61), και της 19ης Ιουνίου 2025, Lubreczlik (C‑396/24, EU:C:2025:460, σκέψη 47).


6      Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 12ης Σεπτεμβρίου 2019, A κ.λπ. (C‑347/17, EU:C:2019:720, σκέψεις 53 επ.), και της 16ης Μαρτίου 2023, Beobank (C‑351/21, EU:C:2023:215, σκέψεις 53 επ.).


7      Βλ. απόφαση της 1ης Αυγούστου 2025, Alace και Canpelli (C‑758/24 και C‑759/24, EU:C:2025:591, σκέψη 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


8      Βλ. απόφαση της 1ης Αυγούστου 2025, Alace και Canpelli (C‑758/24 και C‑759/24, EU:C:2025:591, σκέψη 45 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


9      Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού για την υγιεινή των τροφίμων, ως «υγιεινή των τροφίμων» νοούνται «τα μέτρα και οι όροι που είναι αναγκαία για τον έλεγχο των πηγών κινδύνου και για την εξασφάλιση της καταλληλότητας των τροφίμων για ανθρώπινη κατανάλωση, λαμβανομένης υπόψη της σκοπούμενης χρήσης τους».


10      Κατά το άρθρο 3, σημείο 8, του βασικού κανονισμού για τα τρόφιμα, ως «διάθεση στην αγορά» ορίζεται η «κατοχή τροφίμων ή ζωοτροφών με σκοπό την πώληση, συμπεριλαμβανομένης της προσφοράς για πώληση ή οποιασδήποτε άλλης μορφής μεταβίβασης είτε αυτή γίνεται δωρεάν είτε όχι, και η ίδια η πώληση, η διανομή ή οι άλλες μορφές μεταβίβασης».


11      Κεφάλαιο I, σημείο 2, στοιχείο γʹ, του παραρτήματος II του κανονισμού για την υγιεινή των τροφίμων.


12      Βλ. σημείο 18 των παρουσών προτάσεων.


13      Κεφάλαιο V, σημείο 1, στοιχείο αʹ, του παραρτήματος II του κανονισμού για την υγιεινή των τροφίμων.


14      Κεφάλαιο IX, σημεία 2, 3 και 4, του παραρτήματος II του κανονισμού για την υγιεινή των τροφίμων.


15      Κεφάλαιο I, σημείο 1, του παραρτήματος II του κανονισμού για την υγιεινή των τροφίμων.


16      Πρβλ. απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2017, Vilkas (C‑640/15, EU:C:2017:39, σκέψη 53).


17      Απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2011, Albrecht κ.λπ. (C‑382/10, EU:C:2011:639, σκέψεις 21 επ.).


18      Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 1 και 7 του κανονισμού για την υγιεινή των τροφίμων.


19      Το άρθρο 14, παράγραφος 5, του βασικού κανονισμού για τα τρόφιμα ορίζει ότι, «[κ]ατά τον προσδιορισμό του κατά πόσον ένα τρόφιμο είναι ακατάλληλο για ανθρώπινη κατανάλωση, δίδεται προσοχή στο κατά πόσον το εν λόγω τρόφιμο δεν μπορεί να γίνει δεκτό για ανθρώπινη κατανάλωση σύμφωνα με τη χρήση για την οποία προορίζεται, λόγω μόλυνσης προερχόμενης είτε από ξένες ουσίες είτε από άλλον παράγοντα, ή λόγω σήψης, αλλοίωσης ή αποσύνθεσης». Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού για την υγιεινή των τροφίμων, ως «μόλυνση» νοείται «η παρουσία ή η εισαγωγή πηγών κινδύνου». Κατά το άρθρο 3, σημείο 14, του βασικού κανονισμού για τα τρόφιμα, ως «πηγή κινδύνου» νοείται «ένας βιολογικός, χημικός ή φυσικός παράγοντας στα τρόφιμα ή τις ζωοτροφές ή μια κατάσταση των τροφίμων, που έχει τη δυνατότητα να προκαλέσει αρνητικές συνέπειες στην υγεία».


20      Πρβλ. αποφάσεις της 13ης Νοεμβρίου 2014, Reindl και MPREIS Warenvertriebs (C‑443/13, EU:C:2014:2370, σκέψη 28), και της 12ης Σεπτεμβρίου 2019, A κ.λπ. (C‑347/17, EU:C:2019:720, σκέψεις 58 έως 60).


21      Απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2014, Reindl και MPREIS Warenvertriebs (C‑443/13, EU:C:2014:2370, σκέψεις 18 και 34 έως 43). Πρβλ., επίσης, απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 2012, Urbán (C‑210/10, EU:C:2012:64, σκέψεις 47 και 48 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).