Προσωρινό κείμενο

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

ANDREA BIONDI

της 11ης Δεκεμβρίου 2025 (1)

Υπόθεση C468/24

SR

κατά

Netz Niederösterreich GmbH

[αίτηση του Landesgericht St. Pölten (περιφερειακού δικαστηρίου St. Pölten, Αυστρία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

« Προδικαστική παραπομπή – Ενέργεια – Προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας – Όργανα μετρήσεων – Έξυπνοι μετρητές – Δικαίωμα άρνησης του καταναλωτή – Ασφάλεια των δεδομένων που διαβιβάζονται μέσω των έξυπνων μετρητών »






I.      Το νομικό πλαίσιο

Α.      Το δίκαιο της Ένωσης

1.        Το άρθρο 20, στοιχεία βʹ και γʹ, της οδηγίας 2019/944 (2), το οποίο φέρει τον τίτλο «Λειτουργικές δυνατότητες έξυπνης μέτρησης», ορίζει τα εξής:

«Όταν η εγκατάσταση έξυπνων συστημάτων μέτρησης αξιολογείται θετικά, ως απόρροια της αξιολόγησης κόστους-οφέλους που περιγράφεται στο άρθρο 19 παράγραφος 2, ή όταν η εγκατάσταση έξυπνων συστημάτων μέτρησης αναπτύσσεται συστηματικά μετά την 4η Ιουλίου 2019, τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τα έξυπνα συστήματα μέτρησης σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, τις διατάξεις του παραρτήματος [II] και τις ακόλουθες αρχές:

[…]

β)      η ασφάλεια των έξυπνων συστημάτων μέτρησης και επικοινωνίας δεδομένων διασφαλίζεται σύμφωνα με τη συναφή νομοθεσία της Ένωσης για την ασφάλεια και με τη δέουσα προσοχή στις βέλτιστες διαθέσιμες πρακτικές για την εξασφάλιση του υψηλότερου επιπέδου ασφάλειας στον κυβερνοχώρο λαμβανομένων υπόψη του κόστους και της αρχής της αναλογικότητας·

γ)      η προστασία της ιδιωτικής ζωής και των δεδομένων των τελικών πελατών διασφαλίζεται σύμφωνα με τη συναφή νομοθεσία της Ένωσης·

[...]».

2.        Το άρθρο 21, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2019/944, το οποίο φέρει τον τίτλο «Δικαίωμα έξυπνου μετρητή», προβλέπει τα εξής:

«1.      Όταν η εγκατάσταση έξυπνων συστημάτων μέτρησης αξιολογείται αρνητικά, ως απόρροια της αξιολόγησης κόστους-οφέλους που περιγράφεται στο άρθρο 19 παράγραφος 2, και όταν η εγκατάσταση έξυπνων συστημάτων μέτρησης δεν διεξάγεται συστηματικά, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε κάθε τελικός πελάτης να δικαιούται, επιβαρυνόμενος με τις συναφείς δαπάνες, την εγκατάσταση ή, κατά περίπτωση, την αναβάθμιση, κατόπιν αιτήματος και υπό δίκαιους, εύλογους και οικονομικά αποδοτικούς όρους, έξυπνου μετρητή που συμμορφώνεται με τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α)      διαθέτει, εφόσον είναι τεχνικά εφικτό, λειτουργικές δυνατότητες που αναφέρονται στο άρθρο 20 ή με ελάχιστο σύνολο λειτουργικών δυνατοτήτων που καθορίζεται και δημοσιεύεται από τα κράτη μέλη σε εθνικό επίπεδο και σύμφωνα με τις διατάξεις του παραρτήματος II,

[…]».

3.        Το άρθρο 22, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Συμβατική μέτρηση», προβλέπει τα εξής:

«1.      Εάν οι τελικοί πελάτες δε διαθέτουν έξυπνους μετρητές, τα κράτη μέλη φροντίζουν ώστε οι τελικοί πελάτες να προμηθευτούν μεμονωμένους συμβατικούς μετρητές οι οποίοι μετρούν με ακρίβεια την πραγματική τους κατανάλωση.»

4.        Το άρθρο 23, παράγραφος 3, της ίδιας οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Διαχείριση δεδομένων», προβλέπει τα εξής:

«3.      Οι κανόνες για την πρόσβαση σε δεδομένα και την αποθήκευση δεδομένων, για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας συμμορφώνονται με το αντίστοιχο δίκαιο της Ένωσης.

Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που διενεργείται στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας διενεργείται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679.»

5.        Το άρθρο 5, παράγραφος 3, της οδηγίας 2002/58/ΕΚ (3), το οποίο φέρει τον τίτλο «Απόρρητο των επικοινωνιών», ορίζει τα εξής:

«3.      Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η αποθήκευση πληροφοριών ή η απόκτηση πρόσβασης σε ήδη αποθηκευμένες πληροφορίες στον τερματικό εξοπλισμό συνδρομητή ή χρήστη επιτρέπεται μόνον εάν ο συγκεκριμένος συνδρομητής ή χρήστης έχει δώσει τη συγκατάθεσή του με βάση σαφείς και εκτενείς πληροφορίες σύμφωνα με την οδηγία 95/46/ΕΚ, μεταξύ άλλων για το σκοπό της επεξεργασίας. Τούτο δεν εμποδίζει οιαδήποτε τεχνικής φύσεως αποθήκευση ή πρόσβαση, αποκλειστικός σκοπός της οποίας είναι η διενέργεια της διαβίβασης μιας επικοινωνίας μέσω δικτύου ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή που είναι απολύτως αναγκαία για να μπορεί ο πάροχος υπηρεσίας της κοινωνίας της πληροφορίας την οποία έχει ζητήσει ρητά ο συνδρομητής ή ο χρήστης να παρέχει τη συγκεκριμένη υπηρεσία.»

6.        Το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού 2016/679 (4), το οποίο φέρει τον τίτλο «Αρχές που διέπουν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», προβλέπει τα εξής:

«1.      Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα:

[...]

στ)      υποβάλλονται σε επεξεργασία κατά τρόπο που εγγυάται την ενδεδειγμένη ασφάλεια των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, μεταξύ άλλων την προστασία τους από μη εξουσιοδοτημένη ή παράνομη επεξεργασία και τυχαία απώλεια, καταστροφή ή φθορά, με τη χρησιμοποίηση κατάλληλων τεχνικών ή οργανωτικών μέτρων (“ακεραιότητα και εμπιστευτικότητα”).»

7.        Το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 2016/679, το οποίο φέρει τον τίτλο «Πληροφορίες που παρέχονται εάν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα συλλέγονται από το υποκείμενο των δεδομένων», ορίζει τα εξής:

«1.      Όταν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν υποκείμενο των δεδομένων συλλέγονται από το υποκείμενο των δεδομένων, ο υπεύθυνος επεξεργασίας, κατά τη λήψη των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, παρέχει στο υποκείμενο των δεδομένων όλες τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)      την ταυτότητα και τα στοιχεία επικοινωνίας του υπευθύνου επεξεργασίας και, κατά περίπτωση, του εκπροσώπου του υπευθύνου επεξεργασίας,

β)      τα στοιχεία επικοινωνίας του υπευθύνου προστασίας δεδομένων, κατά περίπτωση,

γ)      τους σκοπούς της επεξεργασίας για τους οποίους προορίζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και τη νομική βάση για την επεξεργασία,

[...]».

8.        Το άρθρο 32, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ασφάλεια επεξεργασίας», ορίζει τα εξής:

«2.      Κατά την εκτίμηση του ενδεδειγμένου επιπέδου ασφάλειας λαμβάνονται ιδίως υπόψη οι κίνδυνοι που απορρέουν από την επεξεργασία, ιδίως από τυχαία ή παράνομη καταστροφή, απώλεια, αλλοίωση, άνευ αδείας κοινολόγηση ή προσπέλαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που διαβιβάστηκαν, αποθηκεύτηκαν ή υποβλήθηκαν κατ’ άλλο τρόπο σε επεξεργασία.»

Β.      Το αυστριακό δίκαιο

9.        Το άρθρο 83, παράγραφος 3, του Elektrizitätswirtschafts‑ und ‑organisationsgesetz (ElWOG) (5) (νόμου περί διαχείρισης και οργάνωσης της ηλεκτρικής ενέργειας· στο εξής: ElWOG) ορίζει τα εξής:

«3.      Η οθόνη του έξυπνου μετρητή πρέπει να είναι εκ κατασκευής ρυθμισμένη κατά τρόπο ώστε να μπορεί να αναγνωσθεί μόνον η τρέχουσα ένδειξη. Για σκοπούς ελέγχου των πρόσθετων τιμών που αποθηκεύονται στο όργανο μετρήσεων και αφορούν την τιμολόγηση, η οθόνη του έξυπνου μετρητή πρέπει κατόπιν αιτήματος του πελάτη να αποδεσμεύεται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε οι τιμές αυτές να μπορούν να ελέγχονται μέσω της ίδιας της οθόνης του μετρητή. Η αποδέσμευση αυτή πρέπει να πραγματοποιείται δωρεάν και χωρίς δυσανάλογες πρόσθετες επιβαρύνσεις για τον τελικό καταναλωτή.

[...]».

10.      Το άρθρο 84a, παράγραφος 1, του ElWOG ορίζει τα εξής:

«1.      Η ανάγνωση και η χρήση από τον διαχειριστή του δικτύου των ανά τέταρτο της ώρας μετρούμενων τιμών που αφορούν τελικούς καταναλωτές επιτρέπεται μόνο με τη ρητή συγκατάθεση του τελικού καταναλωτή ή για την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από σύμβαση προμήθειας βασιζόμενη σε τιμές ανά τέταρτο της ώρας την οποία έχει επιλέξει ο πελάτης. Πέραν αυτού, οι διαχειριστές δικτύου μπορούν, σε αιτιολογημένες μεμονωμένες τοπικές περιπτώσεις, να λαμβάνουν τα δεδομένα αυτά από τον έξυπνο μετρητή χωρίς τη συγκατάθεση του τελικού καταναλωτή, εφόσον τούτο είναι απαραίτητο προς τον σκοπό διατήρησης της ασφαλούς και αποτελεσματικής λειτουργίας του δικτύου. Τα σχετικά δεδομένα πρέπει να διαγράφονται αμέσως μόλις παύσουν να είναι απαραίτητα για την επίτευξη του σκοπού. […]. Σε περίπτωση ανάγνωσης των ανά τέταρτο της ώρας μετρούμενων τιμών χωρίς συγκατάθεση ο τελικός καταναλωτής πρέπει να ενημερώνεται σε σύντομο χρόνο.»

11.      Το άρθρο 1 της Intelligente Messgeräte-Einführungsverordnung (6) (κανονιστικής απόφασης σχετικά με την εγκατάσταση έξυπνων μετρητών· στο εξής: κανονιστική απόφαση IME-VO) ορίζει τα εξής:

«1.      Κάθε διαχειριστής δικτύου υποχρεούται:

[…]

2.      στο πλαίσιο του τεχνικά εφικτού, να εξοπλίσει έως το τέλος του 2024 τουλάχιστον το 95 % των σημείων μέτρησης που είναι συνδεδεμένα στο δίκτυό του με έξυπνους μετρητές (άρθρο 7, παράγραφος 1, σημείο 31 του ElWOG 2010) σύμφωνα με τις απαιτήσεις της [...] [κανονιστικής απόφασης IMA-VO] (7), εξετάζοντας τη δυνατότητα ενσύρματης μετάδοσης.

[…].

4.      Οι διαχειριστές δικτύου υποχρεούνται να ενημερώνουν σε σύντομο χρόνο τους τελικούς καταναλωτές σχετικά με την εγκατάσταση έξυπνου μετρητή και τους συνοδευτικούς αυτής όρους. […]

[…]

6.      Εάν ένας τελικός καταναλωτής δεν αποδέχεται τη μέτρηση με έξυπνο μετρητή, ο διαχειριστής του δικτύου οφείλει να ανταποκριθεί στην επιθυμία του. Στην περίπτωση αυτή, ο διαχειριστής του δικτύου υποχρεούται να ρυθμίσει τους έξυπνους μετρητές που πρόκειται να εγκατασταθούν ή έχουν ήδη εγκατασταθεί κατά τρόπο ώστε να μην αποθηκεύονται και να μην μεταδίδονται τιμές μηνιαίες, ημερήσιες και ανά τέταρτο της ώρας και να έχουν απενεργοποιηθεί η λειτουργία αποσύνδεσης και η λειτουργία περιορισμού της παροχής ενέργειας, καθιστώντας εμφανή στον τελικό καταναλωτή τη σχετική ρύθμιση των λειτουργιών. Η ανάγνωση και η διαβίβαση της ένδειξης του μετρητή που απαιτείται για σκοπούς τιμολόγησης ή για τον περιορισμό της κατανάλωσης και, εφόσον η συσκευή μέτρησης έχει την τεχνική δυνατότητα, του υψηλότερου μέσου φορτίου ανά τέταρτο της ώρας (παροχής) εντός ενός ημερολογιακού έτους πρέπει να είναι δυνατή. Οι ψηφιακές συσκευές μέτρησης που έχουν ρυθμιστεί κατ’ αυτόν τον τρόπο προσμετρώνται στους υποχρεωτικούς στόχους της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, εφόσον σε περίπτωση αντίστοιχης ενεργοποίησης ή προγραμματισμού που πρέπει να πραγματοποιείται κατόπιν αίτησης του τελικού καταναλωτή αμέσως πληρούν τις απαιτήσεις της [κανονιστικής απόφασης IMA-VO].

[...]».

II.    Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

12.      Η Netz Niederösterreich GmbH, ήτοι η εφεσίβλητη της κύριας δίκης, είναι διαχειρίστρια του δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας στην Αυστρία. Η SR, ήτοι η εκκαλούσα, προμηθεύεται ηλεκτρική ενέργεια από τρίτη επιχείρηση μέσω του δικτύου της εφεσίβλητης.

13.      Η εκκαλούσα διέθετε αναλογικό μετρητή ηλεκτρικής ενέργειας, η βαθμονόμηση του οποίου έληξε, ωστόσο, τον Δεκέμβριο του 2023. Από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι ο εν λόγω μετρητής πρόκειται να αντικατασταθεί από έξυπνο σύστημα μέτρησης που πληροί τις απαιτήσεις του νόμου (στο εξής, επίσης: έξυπνος μετρητής).

14.      Δεδομένου ότι η εκκαλούσα δεν αποδέχθηκε την απεγκατάσταση του προηγούμενου αναλογικού μετρητή, η εφεσίβλητη άσκησε αγωγή ενώπιον του Bezirksgericht Tulln (ειρηνοδικείου Tulln, Αυστρία) προκειμένου να μπορέσει να προβεί στην απεγκατάσταση του προηγούμενου μετρητή. Η εκκαλούσα άσκησε έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης ενώπιον του Landesgericht St. Pölten (περιφερειακού δικαστηρίου St. Pölten, Αυστρία), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου.

15.      Το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο έξι προδικαστικά ερωτήματα:

«1.      Έχει το άρθρο 22 της [οδηγίας 2019/944], σε συνδυασμό με το παράρτημα ΙΙ της οδηγίας 2019/944, την έννοια ότι ο διαχειριστής δικτύου πρέπει να λαμβάνει υπόψη την επιθυμία ενός τελικού καταναλωτή να μην αποκτήσει έξυπνο μετρητή και στην περίπτωση αυτή υποχρεούται να παράσχει στον τελικό καταναλωτή συμβατικό μετρητή αντί για έξυπνο σύστημα μέτρησης;

2.      Έχει το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2014/32 (ΕΕ) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, για την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τη διαθεσιμότητα των οργάνων μετρήσεων στην αγορά (οδηγία 2014/32/ΕΕ) [(8)], το οποίο ορίζει λεπτομερέστερα την έννοια “όργανο μετρήσεων” σύμφωνα με τα οριζόμενα στα ειδικά παραρτήματα για συγκεκριμένα όργανα III έως ΧΙΙ (μετρητές ενεργού ηλεκτρικής ενέργειας [MI-003]), σε συνδυασμό με το άρθρο 20, στοιχεία βʹ και γʹ, και το άρθρο 23, παράγραφος 3, της [οδηγίας 2019/944], την έννοια ότι αντιβαίνει σε αυτό διάταξη του εθνικού δικαίου [άρθρο 7, παράγραφος 1, σημείο 31, του ElWOG (νόμου περί διαχείρισης και οργάνωσης της ηλεκτρικής ενέργειας του 2010), όπως δημοσιεύθηκε στο BGBl. I αριθ. 17/2021], η οποία δεν προβλέπει συγκεκριμένες απαιτήσεις όσον αφορά την ασφάλεια δεδομένων σε όργανα μετρήσεων;

3.      Πρέπει κατά την ερμηνεία του άρθρου 20, στοιχεία βʹ και γʹ, του άρθρου 21, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και του άρθρου 23, παράγραφος 3, της [οδηγίας 2019/944] να λαμβάνεται υπόψη και το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 85/374/ΕΟΚ (οδηγία για την ευθύνη λόγω ελαττωματικών προϊόντων) [(9)] όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 1999/34/ΕΚ [(10)];

4.      Έχει το άρθρο 5, παράγραφος 3, της [οδηγίας 2002/58] την έννοια ότι ο όρος “δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών” περιλαμβάνει και το δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας μέσω του οποίου διαβιβάζονται δεδομένα (δεδομένα κατανάλωσης, μεταδεδομένα, προσωπικός κωδικός ταυτότητας) κατά τρόπο σύμφωνο με τους σκοπούς του άρθρου 20, στοιχεία βʹ και γʹ, του άρθρου 21, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και του άρθρου 23, παράγραφος 3, της [οδηγίας 2019/944];

5.      Έχουν το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, το άρθρο 13 και το άρθρο 32, παράγραφος 2, [του κανονισμού 2016/679] καθώς και το άρθρο 7 και το άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 2, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) την έννοια ότι αντιβαίνει σε αυτά εθνική διάταξη [άρθρο 1, παράγραφος 6, της κανονιστικής απόφασης IME-VO] σύμφωνα με την οποία στον τελικό καταναλωτή πρέπει να εμφανίζεται μόνον η ρύθμιση σχετικά με τα τακτά χρονικά διαστήματα ανάγνωσης των ενδείξεων, όχι όμως το αν ο διαχειριστής του δικτύου έχει διαγνώσει μια “αιτιολογημένη μεμονωμένη περίπτωση” (άρθρο 84a, παράγραφος 1, του ElWOG) και έχει ανακτήσει δεδομένα του τελικού καταναλωτή πριν από τη συμπλήρωση του τακτού χρονικού διαστήματος;

6.      Πρέπει, λαμβανομένων υπόψη του άρθρου 52, παράγραφος 3, του Χάρτη, της πέμπτης αιτιολογικής σκέψης του προοιμίου και των επεξηγήσεων σχετικά με το άρθρο 7 του Χάρτη, να λαμβάνεται υπόψη η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου επί του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ για την ερμηνεία του άρθρου 20, στοιχεία βʹ και γʹ, του άρθρου 21, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και του άρθρου 23, παράγραφος 3, της [οδηγίας 2019/944];»

16.      Καθ’ υπόδειξιν του Δικαστηρίου, οι παρούσες προτάσεις αφορούν το τέταρτο και το πέμπτο προδικαστικό ερώτημα.

17.      Οι διάδικοι της κύριας δίκης, η Αυστριακή και η Φινλανδική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις και ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 24ης Σεπτεμβρίου 2025.

III. Ανάλυση

 Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

 Επί της ενεργειακής απόδοσης και της προστασίας των δεδομένων

18.      Η υπό κρίση υπόθεση εντάσσεται σε συγκεκριμένο νομοθετικό‑κανονιστικό και τεχνολογικό πλαίσιο, στο οποίο η ψηφιοποίηση του τομέα της ενέργειας θεωρείται αναγκαίο στοιχείο για την επίτευξη των στόχων περιβαλλοντικής απόδοσης και περιβαλλοντικής βιωσιμότητας που κατοχυρώνονται στο δίκαιο της Ένωσης.

19.      Ειδικότερα, η οδηγία 2019/944 για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να εγκαταστήσουν έξυπνα συστήματα μέτρησης (11), προκειμένου να παρασχεθεί στους καταναλωτές η δυνατότητα πρόσβασης σε πληροφορίες σε πραγματικό ή σε σχεδόν πραγματικό χρόνο σχετικά με την ενεργειακή τους κατανάλωση, καθώς και προκειμένου να ενισχυθεί η ενεργός συμμετοχή στην ενεργειακή μετάβαση (12).

20.      Ο νομοθέτης της Ένωσης έχει επίσης την πρόθεση να ενισχύσει τη θέση των καταναλωτών όσον αφορά την ενεργειακή τους κατανάλωση, προκειμένου να συμμετέχουν στην αγορά περισσότερο, διασφαλίζοντας παράλληλα σε αυτούς την ελεύθερη επιλογή των προμηθευτών τους (13). Η συμμετοχή των καταναλωτών προϋποθέτει τεχνολογίες, όπως τα έξυπνα συστήματα μέτρησης. Εξάλλου, τα εν λόγω συστήματα επιτρέπουν στους διαχειριστές να έχουν καλύτερη εικόνα των δικτύων τους και να μειώνουν το κόστος λειτουργίας και συντήρησής τους (14). Συναφώς, η οδηγία 2019/944 προβλέπει επίσης δικαιώματα και υποχρεώσεις για τους διαχειριστές συστημάτων διανομής (15).

21.      Το έξυπνο σύστημα μέτρησης περιλαμβάνει τη συλλογή διαφόρων ειδών δεδομένων, από δεδομένα που αφορούν την κατανάλωση έως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Για τον λόγο αυτόν, ο νομοθέτης της Ένωσης υπογράμμισε ότι είναι σημαντικό η επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα να συμμορφώνεται προς τον ΓΚΠΔ (16).

22.      Στο πλαίσιο αυτό, η υπό κρίση υπόθεση παρέχει την ευκαιρία να εξακριβωθεί ο τρόπος με τον οποίο τα κράτη μέλη διαχειρίζονται τη σχέση μεταξύ της ενεργειακής απόδοσης και της προστασίας των δεδομένων.

 Επί του παραδεκτού

23.      Η εφεσίβλητη και η Αυστριακή Κυβέρνηση αμφισβητούν το παραδεκτό του τετάρτου και του πέμπτου προδικαστικού ερωτήματος. Υποστηρίζουν ότι τα εν λόγω προδικαστικά ερωτήματα έχουν υποθετικό χαρακτήρα, δεδομένου ότι αφορούν την περίπτωση κατά την οποία ο έξυπνος μετρητής είναι εγκατεστημένος, ενώ η διαφορά της κύριας δίκης αφορά την απεγκατάσταση του προηγούμενου αναλογικού μετρητή.

24.      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, «ισχύει τεκμήριο λυσιτέλειας για τα σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης προδικαστικά ερωτήματα που έχει υποβάλει το εθνικό δικαστήριο εντός του νομικού και πραγματικού πλαισίου το οποίο έχει προσδιορίσει με δική του ευθύνη και την ακρίβεια του οποίου δεν οφείλει να ελέγξει το Δικαστήριο» (17). Το εν λόγω τεκμήριο μπορεί να ανατραπεί μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν είναι πρόδηλο ότι το υποβληθέν ερώτημα δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης ή ότι το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση (18).

25.      Επιπλέον, το πνεύμα συνεργασίας που διαπνέει τον μηχανισμό της προδικαστικής παραπομπής συνεπάγεται ότι εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα της έκδοσης προδικαστικής αποφάσεως όσο και τη λυσιτέλεια των υποβληθέντων ερωτημάτων. Εφόσον τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο υποχρεούται, κατ’ αρχήν, να απαντήσει (19).

26.      Εν προκειμένω, από τη δικογραφία προκύπτει ότι το αιτούν δικαστήριο ζητεί να αποσαφηνιστεί το περιεχόμενο ορισμένων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, προκειμένου να ερμηνεύσει το εθνικό δίκαιο κατά τρόπο σύμφωνο με το δίκαιο της Ένωσης. Το αιτούν δικαστήριο αιτιολόγησε τη λυσιτέλεια των ερωτημάτων σε σχέση με το αντικείμενο της διαφοράς, εξηγώντας με ποιον τρόπο η απάντηση στα εν λόγω ερωτήματα μπορεί να επηρεάσει την έκβαση της διαφοράς της κύριας δίκης.

27.      Επομένως, τα υποβληθέντα ερωτήματα δεν μπορούν να θεωρηθούν αμιγώς υποθετικά.

Α.      Επί του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος

28.      Με το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί εάν οι απαιτήσεις αποθήκευσης πληροφοριών ή απόκτησης πρόσβασης στις πληροφορίες που είναι αποθηκευμένες στον τερματικό εξοπλισμό σε δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών, περί των οποίων γίνεται λόγος στο άρθρο 5, παράγραφος 3, της οδηγίας 2002/58, μπορούν να εφαρμοστούν σε δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας μέσω του οποίου μπορούν να διαβιβαστούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για τους σκοπούς του άρθρου 20, στοιχεία βʹ και γʹ, του άρθρου 21, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και του άρθρου 23, παράγραφος 3, της οδηγίας 2019/944.

29.      Κατ’ αρχάς, επισημαίνω ότι, κατά τη γνώμη μου, το άρθρο 21, παράγραφος 1, της οδηγίας 2019/944 δεν είναι κρίσιμο εν προκειμένω, στο μέτρο που ρυθμίζει την περίπτωση κατά την οποία η εγκατάσταση έξυπνων συστημάτων μέτρησης αξιολογείται αρνητικά σε ορισμένο κράτος μέλος. Από τη δικογραφία προκύπτει ότι στην Αυστρία η εγκατάσταση των εν λόγω συστημάτων αξιολογήθηκε θετικά, ως απόρροια της αξιολόγησης κόστους-οφέλους (20), βάσει της οποίας εκδόθηκε στη συνέχεια η κανονιστική απόφαση IME-VO.

30.      Υπό τις συνθήκες αυτές, προκειμένου να δοθεί απάντηση στο εν λόγω προδικαστικό ερώτημα πρέπει, κατ’ ουσίαν, να εξακριβωθεί εάν η έννοια «δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας» μπορεί να εμπίπτει στην έννοια «δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών» (21).

31.      Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι οι απαιτήσεις περί των οποίων γίνεται λόγος στο άρθρο 5, παράγραφος 3, της οδηγίας 2002/58 αφορούν αποκλειστικά τις πληροφορίες που είναι αποθηκευμένες στον τερματικό εξοπλισμό συνδρομητή ή χρήστη (22).

32.      Πρέπει επίσης να παρατηρηθεί ότι το άρθρο 1, σημείο 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2008/63 (23) σχετικά με τον εξοπλισμό τηλεπικοινωνιακών τερματικών ορίζει τον τερματικό εξοπλισμό ως εξοπλισμό που συνδέεται άμεσα ή έμμεσα με την ηλεκτρονική διασύνδεση ενός δημόσιου δικτύου τηλεπικοινωνιών για τη μεταβίβαση, επεξεργασία ή λήψη πληροφοριών (24).

33.      Ασφαλώς, ο εκτελεστικός κανονισμός 2023/1162 σχετικά με απαιτήσεις διαλειτουργικότητας (25) ορίζει ότι «δεδομένου ότι οι έξυπνοι μετρητές χαρακτηρίζονται ως τερματικός εξοπλισμός, εφαρμόζεται επίσης η [οδηγία 2002/58], [...] συμπεριλαμβανομένου του άρθρου 5 παράγραφος 3» (26). Εντούτοις, ο εν λόγω κανονισμός δεν διευκρινίζει εάν η εξομοίωση των έξυπνων μετρητών με τον τερματικό εξοπλισμό πρέπει να θεωρείται κρίσιμη στην περίπτωση δημόσιου δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας. Η ερμηνεία ότι οι έξυπνοι μετρητές συνιστούν τερματικό εξοπλισμό, ανεξαρτήτως του δημόσιου ή μη δημόσιου χαρακτήρα του δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας, ενέχει, κατά τη γνώμη μου, τον κίνδυνο να μη συνάδει με τις προαναφερθείσες λοιπές διατάξεις του δικαίου της Ένωσης.

34.      Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, μπορεί να συναχθεί ότι, προκειμένου να έχει εφαρμογή το άρθρο 5, παράγραφος 3, της οδηγίας 2002/58 στην υπό κρίση υπόθεση, πρέπει, κατ’ ουσίαν, να πληρούνται δύο προϋποθέσεις: α) ο έξυπνος μετρητής πρέπει να ανήκει στον καταναλωτή και β) πρέπει να είναι συνδεδεμένος με δημόσιο δίκτυο (27), στο μέτρο που ο έξυπνος μετρητής μπορεί να θεωρηθεί τερματικός εξοπλισμός.

35.      Πράγματι, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση προέκυψε ότι στην Αυστρία το δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας δεν είναι δημόσιο και ότι ο έξυπνος μετρητής δεν ανήκει στον καταναλωτή.

36.      Εξάλλου, όπως επισήμανε η Αυστριακή Κυβέρνηση, ο κύριος σκοπός του δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας εν προκειμένω είναι η προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας και όχι η μετάδοση σημάτων, όπως συμβαίνει, αντιθέτως, στην περίπτωση δικτύου ηλεκτρονικών επικοινωνιών (28).

37.      Επομένως, στην υπό κρίση υπόθεση, δεν είναι δυνατόν να πληρούνται οι δύο προαναφερθείσες προϋποθέσεις προκειμένου να θεωρηθεί ότι έχουν εφαρμογή οι απαιτήσεις αποθήκευσης πληροφοριών περί των οποίων γίνεται λόγος στο άρθρο 5, παράγραφος 3, της οδηγίας 2002/58. Εν πάση περιπτώσει, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει ότι οι εν λόγω προϋποθέσεις πληρούνται εν προκειμένω.

38.      Ως εκ τούτου, υπό την επιφύλαξη εξακριβώσεως από το αιτούν δικαστήριο, το άρθρο 5, παράγραφος 3, της οδηγίας 2002/58 δεν τυγχάνει εφαρμογής στην περίπτωση κατά την οποία ο μετρητής δεν ανήκει στον καταναλωτή και είναι συνδεδεμένος με ιδιωτικό δίκτυο.

Β.      Επί του πέμπτου προδικαστικού ερωτήματος

39.      Με το πέμπτο προδικαστικό ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί εάν το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, το άρθρο 13 και το άρθρο 32, παράγραφος 2, του ΓΚΠΔ, καθώς και το άρθρο 7 και το άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 2, του Χάρτη αντιτίθενται σε αυστριακή διάταξη (εν προκειμένω στο άρθρο 1, παράγραφος 6, της κανονιστικής απόφασης IME-VO και στο άρθρο 84a, παράγραφος 1, του ElWOG), σύμφωνα με την οποία στον καταναλωτή πρέπει να εμφανίζεται μόνον η ρύθμιση σχετικά με τα τακτά χρονικά διαστήματα ανάγνωσης των ενδείξεων, όχι όμως το αν ο διαχειριστής του δικτύου έχει διαγνώσει μια «αιτιολογημένη μεμονωμένη περίπτωση» και έχει ανακτήσει δεδομένα του καταναλωτή πριν από τη συμπλήρωση του τακτού χρονικού διαστήματος.

40.      Προκαταρκτικώς, υπογραμμίζεται ότι τόσο η εφεσίβλητη όσο και η Αυστριακή Κυβέρνηση επισήμαναν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι το άρθρο 84a, παράγραφος 1, του ElWOG, το οποίο αφορά την πρόσβαση των διαχειριστών στα δεδομένα των έξυπνων μετρητών σε αιτιολογημένες μεμονωμένες περιπτώσεις, δεν τυγχάνει εφαρμογής όταν ο μετρητής διαθέτει τη ρύθμιση «opt-out» (29). Τούτο δε διότι οι τιμές κατανάλωσης ενέργειας δεν καταγράφονται, γεγονός που καθιστά, ως εκ τούτου, αδύνατη την ανάκτηση των τιμών στην περίπτωση του άρθρου 84a του ElWOG.

41.      Υπό τις συνθήκες αυτές, θα εξετάσω το πέμπτο προδικαστικό ερώτημα, εξακριβώνοντας αν οι διατάξεις του ΓΚΠΔ αντιτίθενται στο άρθρο 84a, παράγραφος 1, του ElWOG.

42.      Κατ’ αρχάς, πρέπει να επισημανθεί ότι, όπως διαλαμβάνεται στην αιτιολογική σκέψη 91 της οδηγίας 2019/944, «[η] παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις βασικές αρχές που αναγνωρίζονται στον Χάρτη» και ότι «[ε]ίναι σημαντικό κάθε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δυνάμει της παρούσας οδηγίας να συμμορφώνεται προς τον [ΓΚΠΔ] [...]» (30).

43.      Σύμφωνα με το άρθρο 23 της οδηγίας 2019/944, το οποίο φέρει τον τίτλο «Διαχείριση δεδομένων», τα κράτη μέλη οφείλουν να καθορίζουν τους κανόνες για την πρόσβαση στα δεδομένα των τελικών πελατών από επιλέξιμα μέρη και να οργανώνουν τη διαχείριση δεδομένων, ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματική και ασφαλής πρόσβαση στα δεδομένα και η ανταλλαγή δεδομένων, καθώς και η προστασία και η ασφάλεια των δεδομένων.

44.      Όσον αφορά το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, το άρθρο 13 και το άρθρο 32, παράγραφος 2, του ΓΚΠΔ, των οποίων την ερμηνεία ζητεί το αιτούν δικαστήριο με το πέμπτο προδικαστικό ερώτημα, δεν είμαι απολύτως πεπεισμένος ότι το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, και το άρθρο 32, παράγραφος 2, είναι κρίσιμα εν προκειμένω.

45.      Συγκεκριμένα, το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του ΓΚΠΔ προβλέπει τις αρχές της ακεραιότητας και της εμπιστευτικότητας σύμφωνα με τις οποίες ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να εφαρμόζει μέτρα προκειμένου να διασφαλίζεται το κατάλληλο επίπεδο ασφάλειας έναντι των κινδύνων (31). Το άρθρο 32 του ΓΚΠΔ εξειδικεύει τις υποχρεώσεις του υπευθύνου επεξεργασίας όσον αφορά την ασφάλεια της επεξεργασίας. Στην παράγραφο 2 του άρθρου αυτού ορίζεται ότι, κατά την εκτίμηση του εν λόγω επιπέδου ασφάλειας, λαμβάνονται υπόψη «οι κίνδυνοι που απορρέουν από την επεξεργασία, ιδίως από τυχαία ή παράνομη καταστροφή, απώλεια, αλλοίωση, άνευ αδείας κοινολόγηση ή προσπέλαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» (32).

46.      Εν προκειμένω, το ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο αφορά την υποχρέωση του διαχειριστή να ενημερώνει τον καταναλωτή όταν ανακτά τα δεδομένα σε «αιτιολογημένη μεμονωμένη περίπτωση». Για τον λόγο αυτόν, δεδομένου ότι, κατά τη γνώμη μου, το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, και το άρθρο 32, παράγραφος 2, του ΓΚΠΔ δεν είναι κρίσιμα εν προκειμένω, θα εξετάσω, στο πλαίσιο της ανάλυσής μου, το άρθρο 13.

47.      Το εν λόγω άρθρο απαριθμεί τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχει ο υπεύθυνος επεξεργασίας (εν προκειμένω ο διαχειριστής) στο υποκείμενο των δεδομένων (στον καταναλωτή) «κατά τη λήψη των δεδομένων». Οι πληροφορίες που παρέχονται περιλαμβάνουν επίσης τους σκοπούς της επεξεργασίας για τους οποίους προορίζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και τη νομική βάση της επεξεργασίας (33). Εντούτοις, κατά το άρθρο 13, παράγραφος 4, του ΓΚΠΔ, η εν λόγω υποχρέωση ενημέρωσης αποκλείεται όταν και εφόσον το υποκείμενο των δεδομένων έχει ήδη τις πληροφορίες αυτές.

48.      Όσον αφορά την αυστριακή ρύθμιση, το άρθρο 84a, παράγραφος 1, του ElWOG προβλέπει ρητά τον σκοπό για τον οποίο οι διαχειριστές δικτύου μπορούν, σε «αιτιολογημένες μεμονωμένες περιπτώσεις», να λαμβάνουν τα δεδομένα αυτά από τον έξυπνο μετρητή. Ο σκοπός έγκειται στην ανάγκη διατήρησης της ασφαλούς και αποτελεσματικής λειτουργίας του δικτύου. Επιπλέον, το εν λόγω άρθρο ορίζει ότι «[τ]α σχετικά δεδομένα πρέπει να διαγράφονται αμέσως μόλις παύσουν να είναι απαραίτητα για την επίτευξη του σκοπού. [...] Σε περίπτωση ανάγνωσης των ανά τέταρτο της ώρας μετρούμενων τιμών χωρίς συγκατάθεση ο τελικός καταναλωτής πρέπει να ενημερώνεται σε σύντομο χρόνο».

49.      Όπως εξέθεσε η εφεσίβλητη με τις παρατηρήσεις της, το άρθρο 84a, παράγραφος 1, του ElWOG αναπαράγεται στους γενικούς όρους για την πρόσβαση στο δίκτυο διανομής της Netz Niederösterreich GmbH (34), οι οποίοι μπορεί να γίνει δεκτό ότι προβλέπονται στη σύμβαση που συνάπτεται με τον καταναλωτή κατά τον χρόνο εγκατάστασης του έξυπνου μετρητή ή πριν από το χρονικό αυτό σημείο.

50.      Κατά τη γνώμη μου, το άρθρο 84a, παράγραφος 1, του ElWOG θεσπίζει την υποχρέωση που προβλέπεται στο άρθρο 23 της οδηγίας 2019/944, περί διαχείρισης των δεδομένων, ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματική και ασφαλής πρόσβαση στα δεδομένα και η ανταλλαγή δεδομένων.

51.      Πράγματι, το άρθρο 84a ορίζει ρητά τον σκοπό για τον οποίο πραγματοποιείται η πρόσβαση και προβλέπει ότι τα δεδομένα διαγράφονται μόλις παύσουν να είναι απαραίτητα. Υπό αυτή την έννοια, το άρθρο 84a διασφαλίζει ότι η πρόσβαση στα δεδομένα και η ανταλλαγή δεδομένων είναι ασφαλής. Διασφαλίζει επίσης την προστασία των ίδιων των δεδομένων, δεδομένου ότι ορίζει ότι ο καταναλωτής πρέπει να ενημερώνεται σε σύντομο χρόνο όταν δεν έχει δώσει τη συγκατάθεσή του.

52.      Επομένως, η αυστριακή ρύθμιση, εν προκειμένω το άρθρο 84a, παράγραφος 1, του ElWOG, δεν αντιβαίνει στον ΓΚΠΔ, υπό την προϋπόθεση ότι ο καταναλωτής ενημερώνεται για τον συγκεκριμένο σκοπό περί του οποίου γίνεται λόγος στο άρθρο 84a, παράγραφος 1. Για τους ίδιους λόγους, φρονώ ότι η αυστριακή ρύθμιση δεν αντιβαίνει στο άρθρο 7 και στο άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 2, του Χάρτη.

53.      Όπως προέκυψε επίσης κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, έχω επίγνωση του γεγονότος ότι ο καταναλωτής μπορεί να εκφράζει ανησυχίες σχετικά με την αποτελεσματική προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ιδίως όταν διαβιβάζονται μέσω συσκευών, όπως οι μετρητές ενέργειας. Συναφώς, εκτιμώ ότι μπορεί να είναι κρίσιμο να αναφερθεί ότι ο νομοθέτης της Ένωσης ενίσχυσε πρόσφατα το επίπεδο προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των καταναλωτών, με την έκδοση του κανονισμού (ΕΕ) 2023/2854 (35), ο οποίος, μολονότι εφαρμόζεται από τις 12 Σεπτεμβρίου 2025, εντούτοις, διασφαλίζει περαιτέρω στους χρήστες «συνδεδεμένων προϊόντων» (36) έγκαιρη πρόσβαση στα δεδομένα που παράγονται από τα εν λόγω εργαλεία.

54.      Εν κατακλείδι, φρονώ ότι το άρθρο 13 του ΓΚΠΔ καθώς και το άρθρο 7 και το άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 2, του Χάρτη δεν αντιτίθενται σε εθνική διάταξη σύμφωνα με την οποία στον τελικό καταναλωτή πρέπει να εμφανίζεται μόνον η ρύθμιση σχετικά με τα τακτά χρονικά διαστήματα ανάγνωσης των ενδείξεων, όχι όμως το αν ο διαχειριστής του δικτύου έχει διαγνώσει μια «αιτιολογημένη μεμονωμένη περίπτωση» (άρθρο 84a, παράγραφος 1, του ElWOG) και έχει ανακτήσει δεδομένα του τελικού καταναλωτή πριν από τη συμπλήρωση του τακτού χρονικού διαστήματος, υπό την προϋπόθεση ότι ο καταναλωτής έχει ενημερωθεί εκ των προτέρων και για τον συγκεκριμένο αυτόν σκοπό.

IV.    Πρόταση

55.      Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα που υπέβαλε το Landesgericht St. Pölten (περιφερειακό δικαστήριο St. Pölten, Αυστρία) ως εξής:

Το άρθρο 5, παράγραφος 3, της οδηγίας 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 2002, σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, έχει την έννοια ότι:

ο όρος «δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών» δεν καταλαμβάνει το δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας μέσω του οποίου διαβιβάζονται δεδομένα (δεδομένα κατανάλωσης, μεταδεδομένα, προσωπικός κωδικός ταυτότητας) για τους σκοπούς του άρθρου 20, στοιχεία βʹ και γʹ, και του άρθρου 23, παράγραφος 3, της οδηγίας (ΕΕ) 2019/944 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουνίου 2019, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και την τροποποίηση της οδηγίας 2012/27/ΕΕ, όταν το δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας δεν είναι δημόσιο και ο έξυπνος μετρητής δεν ανήκει στον καταναλωτή.

Το άρθρο 13 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 7 και του άρθρου 8, παράγραφοι 1 και 2, του Χάρτη, έχει την έννοια ότι:

δεν αντιτίθεται σε εθνική διάταξη σύμφωνα με την οποία στον τελικό καταναλωτή πρέπει να εμφανίζεται μόνον η ρύθμιση σχετικά με τα τακτά χρονικά διαστήματα ανάγνωσης των ενδείξεων, όχι όμως το αν ο διαχειριστής του δικτύου έχει διαγνώσει μια «αιτιολογημένη μεμονωμένη περίπτωση» και έχει ανακτήσει δεδομένα του τελικού καταναλωτή πριν από τη συμπλήρωση του τακτού χρονικού διαστήματος, υπό την προϋπόθεση ότι ο καταναλωτής έχει ενημερωθεί εκ των προτέρων για τον συγκεκριμένο αυτόν σκοπό.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.


2      Οδηγία (ΕΕ) 2019/944 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουνίου 2019, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και την τροποποίηση της οδηγίας 2012/27/ΕΕ (αναδιατύπωση) (ΕΕ 2019, L 158, σ. 125).


3      Οδηγία 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 2002, σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την προστασία [της] ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες) (ΕΕ 2002, L 201, σ. 37), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/136/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009 (ΕΕ 2009, L 337, σ. 11).


4      Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) (ΕΕ 2016, L 119, σ. 1) (στο εξής: ΓΚΠΔ).


5      Bundesgesetz, mit dem die Organisation auf dem Gebiet der Elektrizitätswirtschaft neu geregelt wird (Elektrizitätswirtschafts‑ und ‑organisationsgesetz 2010 – ElWOG 2010) [ομοσπονδιακός νόμος περί εκ νέου οργάνωσης του τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας (νόμος περί διαχείρισης και οργάνωσης της ηλεκτρικής ενέργειας 2010 – ElWOG 2010)], BGBl. I αριθ. 110/2010.


6      Verordnung des Bundesministers für Wirtschaft, Familie und Jugend, mit der die Einführung intelligenter Messgeräte festgelegt wird (Intelligente Messgeräte-Einführungsverordnung – IME‑VO) [κανονιστική απόφαση του Ομοσπονδιακού Υπουργού Οικονομίας, Οικογένειας και Νεότητας σχετικά με την εγκατάσταση έξυπνων μετρητών (κανονιστική απόφαση σχετικά με την εγκατάσταση έξυπνων μετρητών – IME-VO)], BGBl. II αριθ. 138/2012.


7      Verordnung der E-Control, mit der die Anforderungen an intelligente Messgeräte bestimmt werden (Intelligente Messgeräte-AnforderungsVO 2011 – IMA-VO 2011) [κανονιστική απόφαση της E-Control σχετικά με τις απαιτήσεις για έξυπνους μετρητές (κανονιστική απόφαση σχετικά με τις απαιτήσεις για έξυπνους μετρητές – IMA-VO 2011)], BGBl. II αριθ. 339/2011 (στο εξής: κανονιστική απόφαση IMA-VO).


8      ΕΕ 2014, L 96, σ. 149.


9      Οδηγία 85/374/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1985, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σε θέματα ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων (ΕΕ 1985, L 210, σ. 29).


10      Οδηγία 1999/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Μαΐου 1999, για την τροποποίηση της οδηγίας 85/374/ΕΟΚ του Συμβουλίου για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σε θέματα ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων (ΕΕ 1999, L 141, σ. 20).


11      Το άρθρο 2, σημείο 23, της οδηγίας 2019/944 ορίζει το «έξυπνο σύστημα μέτρησης» ως «ηλεκτρονικό σύστημα το οποίο μπορεί να μετρά [την] ποσότητα της ηλεκτρικής ενέργειας που τροφοδοτείται στο δίκτυο ή την κατανάλωση ενέργειας από τ[ο] δίκτυο, παρέχοντας περισσότερες πληροφορίες από έναν συμβατικό μετρητή, και μπορεί να μεταδίδει και να λαμβάνει δεδομένα για σκοπούς πληροφόρησης, παρακολούθησης και ελέγχου, χρησιμοποιώντας μια μορφή ηλεκτρονικών επικοινωνιών». Το έξυπνο σύστημα μέτρησης διακρίνεται από τον «συμβατικό μετρητή», στο μέτρο που, όπως ορίζεται στο άρθρο 2, σημείο 22, της ίδιας οδηγίας, πρόκειται για «αναλογικ[ό] ή ηλεκτρονικ[ό] μετρητ[ή] που δεν μπορεί να μεταδίδει και ταυτόχρονα να λαμβάνει δεδομένα».


12      Βλ., μεταξύ άλλων, αιτιολογικές σκέψεις 10, 49, 52 και 54 της οδηγίας 2019/944.


13      Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 11 και 12 της οδηγίας 2019/944.


14      Βλ. αιτιολογική σκέψη 52 της οδηγίας 2019/944.


15      Βλ. αιτιολογική σκέψη 45 της οδηγίας 2019/944.


16      Βλ. αιτιολογική σκέψη 91 της οδηγίας 2019/944.


17      Βλ. απόφαση της 17ης Μαΐου 2023, BK και ZhP (Μερική αναστολή της κύριας δίκης) (C‑176/22, EU:C:2023:416, σκέψη 19 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


18      Βλ. απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2008, Régie Networks (C‑333/07, EU:C:2008:764, σκέψη 46).


19      Βλ. απόφαση της 25ης Ιουνίου 2024, Ilva κ.λπ. (C‑626/22, EU:C:2024:542, σκέψη 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


20      PWC Austria για τη ρυθμιστική αρχή ηλεκτρικής ενέργειας E-Control, Studie zur Analyse der Kosten Nutzen einer österreichweiten Einführung von Smart Metering, Ιούνιος 2010, διαθέσιμη στη διεύθυνση: https://www.e-control.at/documents/1785851/1811528/pwc-austria-smart-metering-e-control-06-2010.pdf/b68eb019-b6bf-444d-b4fb-95f3d05727ca?t=1413906565472b68eb019-b6bf-444d-b4fb-95f3d05727ca


21      Η έννοια «δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών» ορίζεται στο άρθρο 2, σημείο 1, της οδηγίας (ΕΕ) 2018/1972 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2018, για τη θέσπιση του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών (αναδιατύπωση) (ΕΕ 2018, L 321, σ. 36).


22      Η υπογράμμιση δική μου. Εξάλλου, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 2019, Planet49 (C‑673/17, EU:C:2019:80), η προστασία περί της οποίας γίνεται λόγος στο άρθρο 5, παράγραφος 3, αφορά κάθε πληροφορία που αποθηκεύεται στον τερματικό εξοπλισμό, ανεξαρτήτως του αν πρόκειται για δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ή όχι (σκέψεις 68 έως 70).


23      Οδηγία 2008/63/ΕΚ της Επιτροπής, της 20ής Ιουνίου 2008, σχετικά με τον ανταγωνισμό στις αγορές εξοπλισμού τηλεπικοινωνιακών τερματικών (ΕΕ 2008, L 162, σ. 20).


24      Η υπογράμμιση δική μου.


25      Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2023/1162 της Επιτροπής, της 6ης Ιουνίου 2023, σχετικά με απαιτήσεις διαλειτουργικότητας και αμερόληπτες και διαφανείς διαδικασίες για την πρόσβαση σε δεδομένα μέτρησης και κατανάλωσης (ΕΕ 2023, L 154, σ. 10).


26      Βλ. αιτιολογική σκέψη 16 του εκτελεστικού κανονισμού 2023/1162.


27      Το άρθρο 2, σημείο 8, της οδηγίας 2018/1972 ορίζει το «δημόσιο δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών» ως «το δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών, το οποίο χρησιμοποιείται, εξ ολοκλήρου ή κυρίως, για την παροχή διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών που υποστηρίζουν τη μεταφορά πληροφοριών μεταξύ σημείων τερματισμού δικτύου».


28      Βλ. άρθρο 2, σημείο 1, της οδηγίας 2018/1972.


29      Για λόγους πληρότητας, από τη δικογραφία προκύπτει ότι η διαβίβαση των τιμών κατανάλωσης μπορεί να πραγματοποιηθεί με μία από τις τρεις διαφορετικές ρυθμίσεις: την τυποποιημένη ρύθμιση, τη ρύθμιση «opt-in» ή τη ρύθμιση «opt-out». Η τυποποιημένη ρύθμιση συνίσταται στη διαβίβαση των ημερήσιων τιμών κατανάλωσης. Η ρύθμιση «opt-in» περιλαμβάνει τη διαβίβαση των τιμών κατανάλωσης ανά τέταρτο της ώρας, πέραν των ημερήσιων τιμών κατανάλωσης. Απεναντίας, η ρύθμιση «opt-out» διαμορφώνεται κατά τρόπο αντίθετο σε σχέση με τις άλλες δύο ρυθμίσεις, καθόσον ο μετρητής ο οποίος είναι ρυθμισμένος κατ’ αυτόν τον τρόπο αποθηκεύει και διαβιβάζει μόνον τις τιμές της ετήσιας κατανάλωσης. Εάν ενεργοποιηθεί η ρύθμιση «opt-out», ο μετρητής παύει να μετρά την ηλεκτρική ενέργεια ως έξυπνος μετρητής και, αντιθέτως, λειτουργεί ως ψηφιακός μετρητής.


30      Βλ., επίσης, άρθρο 23, παράγραφος 3, της οδηγίας 2019/944.


31      Βλ. απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2023, Krankenversicherung Nordrhein (C‑667/21, EU:C:2023:1022, σκέψη 68).


32      Βλ. απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2024, MediaMarktSaturn (C‑687/21, EU:C:2024:72, σκέψη 37).


33      Βλ., επίσης, απόφαση της 11ης Ιουλίου 2024, Meta Platforms Ireland (Αντιπροσωπευτική αγωγή) (C‑757/22, EU:C:2024:598, σκέψη 54).


34      Όπως επισήμανε η Netz Niederösterreich GmbH με τις παρατηρήσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου, το σημείο XIV των γενικών όρων για την πρόσβαση στο δίκτυο διανομής της Netz Niederösterreich GmbH [Allgemeine Bedingungen für den Zugang zum Verteilernetz der Netz Niederösterreich GmbH] ορίζει ρητά ότι «[π]ρος τον σκοπό διατήρησης της ασφαλούς και αποτελεσματικής λειτουργίας του δικτύου, σε αιτιολογημένες μεμονωμένες περιπτώσεις, οι τιμές μπορούν να μετρώνται ανά τέταρτο της ώρας ακόμη και χωρίς τη συγκατάθεση του πελάτη του δικτύου, οπότε, στην περίπτωση αυτή, ο πελάτης ενημερώνεται σε σύντομο χρόνο. Επιπλέον, οι τιμές ανά τέταρτο της ώρας μπορούν να μετρώνται κατ’ εντολή του BMWFW [Bundesministerium für Wissenschaft, Forschung und Wirtschaft (Ομοσπονδιακού Υπουργείου Επιστημών, Έρευνας και Οικονομίας, Αυστρία)] ή της ρυθμιστικής αρχής, για τους σκοπούς του άρθρου 84a, παράγραφος 1, του ElWOG 2010, υπό την προϋπόθεση ότι συγκεντρώνονται αμέσως μετά την ανάγνωση και στη συνέχεια καθίστανται ανώνυμες». Η Netz Niederösterreich GmbH υποστηρίζει επίσης ότι η σύμβαση που συνάπτεται με τον καταναλωτή συνάδει με τους προαναφερθέντες γενικούς όρους οι οποίοι εγκρίθηκαν από τη ρυθμιστική αρχή ηλεκτρικής ενέργειας E‑Control στις 18 Ιουνίου 2014.


35      Κανονισμός (ΕΕ) 2023/2854 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2023, για εναρμονισμένους κανόνες σχετικά με τη δίκαιη πρόσβαση σε δεδομένα και τη δίκαιη χρήση τους και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2394 και της οδηγίας (ΕΕ) 2020/1828 (κανονισμός για τα δεδομένα) (ΕΕ L, 2023/2854).


36      Βλ. άρθρο 2, σημείο 5, του κανονισμού 2023/2854, για τον ορισμό της έννοιας «συνδεδεμένο προϊόν».