Προσωρινό κείμενο
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JEAN RICHARD DE LA TOUR
της 25ης Σεπτεμβρίου 2025 (1)
Υπόθεση C‑465/24
SBK Art Limited Liability Company
κατά
Fortenova Group STAK Stichting,
Open Pass Limited
[αίτηση του Hoge Raad der Nederlanden
(Ανώτατου Δικαστηρίου των Κάτω Χωρών)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
« Προδικαστική παραπομπή – Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας – Περιοριστικά μέτρα όσον αφορά δράσεις που υπονομεύουν ή απειλούν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας – Κανονισμός (ΕΕ) 269/2014 – Άρθρο 1, στοιχείο στʹ – Έννοια της “δέσμευσης κεφαλαίων” – Άσκηση των δικαιωμάτων συμμετοχής σε συνέλευση και των δικαιωμάτων ψήφου που συνδέονται με τα πιστοποιητικά εταιρικών τίτλων προσώπου που έχει στην κατοχή του πρόσωπο υποκείμενο σε περιοριστικά μέτρα »
I. Εισαγωγή
1. Όταν το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφασίσει να λάβει περιοριστικά μέτρα τα οποία περιλαμβάνουν μέτρα δέσμευσης κεφαλαίων, μπορεί το πρόσωπο που υπόκειται σε δέσμευση των κεφαλαίων του να εξακολουθεί να ασκεί τα δικαιώματα ψήφου και συμμετοχής σε συνελεύσεις που διαθέτουν οι κάτοχοι πιστοποιητικών εταιρικών τίτλων, εφόσον κατέχει τέτοια πιστοποιητικά;
2. Προκειμένου να απαντήσει στο ερώτημα αυτό, το Δικαστήριο θα πρέπει να ερμηνεύσει, εν προκειμένω, τον κανονισμό (ΕΕ) 269/2014 του Συμβουλίου, της 17ης Μαρτίου 2014, σχετικά με περιοριστικά μέτρα για ενέργειες που υπονομεύουν ή απειλούν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας (2), όπως τροποποιήθηκε με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2024/1493 του Συμβουλίου, της 27ης Μαΐου 2024 (3), ο οποίος, όπως και πολλοί άλλοι κανονισμοί σχετικοί με άλλες συγκρούσεις ή απειλές, επέβαλε δέσμευση περιουσιακών στοιχείων έναντι ορισμένων φυσικών ή νομικών προσώπων.
3. Θα προτείνω στο Δικαστήριο να ερμηνεύσει τη δέσμευση κεφαλαίων, όταν αυτή αφορά πιστοποιητικά εταιρικών τίτλων, υπό την έννοια ότι συνεπάγεται δέσμευση των δικαιωμάτων ψήφου και συμμετοχής σε συνελεύσεις.
II. Το δίκαιο της Ένωσης
4. Η αιτιολογική σκέψη 2 της αποφάσεως (ΚΕΠΠΑ) 2024/1843 του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 2024, για την τροποποίηση της απόφασης 2014/145/ΚΕΠΠΑ σχετικά με περιοριστικά μέτρα όσον αφορά δράσεις που υπονομεύουν ή απειλούν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας (4), έχει ως εξής:
«Στα συμπεράσματά του στις 21 και 22 Μαρτίου 2024, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο επαναβεβαίωσε την αταλάντευτη υποστήριξη της Ένωσης για την ανεξαρτησία, την κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα της Ουκρανίας εντός των διεθνώς αναγνωρισμένων συνόρων της και αναγνώρισε το φυσικό δικαίωμα νόμιμης άμυνας της Ουκρανίας κατά της επίθεσης της Ρωσίας. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ζήτησε επίσης να ληφθούν περαιτέρω μέτρα προκειμένου να αποδυναμωθεί η ικανότητα της Ρωσίας να συνεχίσει να διεξάγει τον επιθετικό της πόλεμο, μεταξύ άλλων μέσω της ενίσχυσης των κυρώσεων.»
5. Το άρθρο 1 του κανονισμού 269/2014 προβλέπει τα εξής:
«Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
[…]
δ) ως “οικονομικοί πόροι” νοούνται τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία κάθε είδους, υλικά ή άυλα, κινητά ή ακίνητα, που δεν είναι κεφάλαια αλλά μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την απόκτηση κεφαλαίων, αγαθών ή υπηρεσιών·
ε) ως “δέσμευση οικονομικών πόρων” νοείται η παρεμπόδιση της χρήσης οικονομικών πόρων για την απόκτηση κεφαλαίων, αγαθών ή υπηρεσιών καθ’ οιονδήποτε τρόπο, μεταξύ άλλων, ενδεικτικώς, με πώληση, εκμίσθωση ή υποθήκευσή τους·
στ) ως “δέσμευση κεφαλαίων” νοείται η παρεμπόδιση κάθε κίνησης, μεταβίβασης, μεταβολής, χρήσης, πρόσβασης ή διαπραγμάτευσης κεφαλαίων που μπορεί να οδηγήσει σε μεταβολή ως προς τον όγκο, το ποσό, τον τόπο διατήρησής τους, το ιδιοκτησιακό καθεστώς, την κατοχή, τον χαρακτήρα, τον προορισμό ή άλλη μεταβολή ή η οποία θα καθιστούσε δυνατή τη χρησιμοποίηση των συγκεκριμένων κεφαλαίων, συμπεριλαμβανομένης της διαχείρισης χαρτοφυλακίων·
ζ) ως “κεφάλαια” νοούνται τα παντός είδους χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία και οικονομικά οφέλη, στα οποία ενδεικτικώς περιλαμβάνονται:
[…]
(iii) οι δημοσίως και ιδιωτικώς διαπραγματεύσιμοι τίτλοι και χρεόγραφα, μεταξύ των οποίων οι μετοχές και τα μερίδια, τα πιστοποιητικά που αντιπροσωπεύουν κινητές αξίες, οι ομολογίες, τα γραμμάτια, τα πιστοποιητικά δικαιώματος ανάληψης μετοχών (warrants), οι ομολογίες χρέους και οι συμβάσεις παραγώγων·
(iv) οι τόκοι, τα μερίσματα ή άλλα έσοδα ή αξίες που προέρχονται ή δημιουργούνται από περιουσιακά στοιχεία,
[…]».
6. Το άρθρο 2 του εν λόγω κανονισμού ορίζει τα εξής:
«1. Δεσμεύονται όλα τα κεφάλαια και όλοι οι οικονομικοί πόροι που ανήκουν ή τελούν υπό την κυριότητα, την κατοχή ή τον έλεγχο οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου, οντότητας ή φορέα ή φυσικών ή νομικών προσώπων, οντοτήτων ή φορέων που σχετίζονται με αυτά, όπως περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι.
2. Κανένα κεφάλαιο ή οικονομικός πόρος δεν διατίθεται, άμεσα ή έμμεσα, σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα, οντότητες ή φορείς ή φυσικά ή νομικά πρόσωπα, οντότητες ή φορείς που συνδέονται με αυτά ή προς όφελός τους, όπως περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι.»
7. Το άρθρο 7, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του εν λόγω κανονισμού ορίζει τα εξής:
«Το άρθρο 2 παράγραφος 2, δεν εφαρμόζεται στην πίστωση των δεσμευμένων λογαριασμών με:
[…]
β) πληρωμές που οφείλονται βάσει συμβάσεων, συμφωνιών ή υποχρεώσεων που είχαν συναφθεί ή προέκυψαν πριν από την ημερομηνία κατά την οποία το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η οντότητα ή ο οργανισμός που αναφέρεται στο άρθρο 2 συμπεριελήφθη στο παράρτημα Ι· […]».
8. Το άρθρο 9, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού προβλέπει τα εξής:
«Απαγορεύεται η συμμετοχή, εν γνώσει και εκ προθέσεως, σε δραστηριότητες με αντικείμενο ή αποτέλεσμα την καταστρατήγηση των μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 2.»
9. Το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 269/2014 ορίζει τα εξής:
«Η δέσμευση κεφαλαίων και οικονομικών πόρων ή η άρνηση διάθεσης κεφαλαίων ή οικονομικών πόρων που έγινε καλόπιστα και με την πεποίθηση ότι συνάδει με τον παρόντα κανονισμό, δεν θεμελιώνει κανενός είδους ευθύνη του φυσικού ή νομικού προσώπου ή της οντότητας ή του οργανισμού που προέβη σ’ αυτή τη δέσμευση ή των διευθυντών ή των υπαλλήλων του, εκτός εάν αποδεικνύεται ότι τα κεφάλαια και οι οικονομικοί πόροι δεσμεύθηκαν ή παρακρατήθηκαν λόγω αμέλειας.»
10. Το άρθρο 14, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού προβλέπει τα εξής:
«Ο κατάλογος του παραρτήματος I επανεξετάζεται σε τακτά χρονικά διαστήματα και τουλάχιστον κάθε δωδεκάμηνο.»
11. Το άρθρο 15, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού ορίζει τα ακόλουθα:
«Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τους κανόνες για τις κυρώσεις, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, των ποινικών κυρώσεων, που επιβάλλονται σε περίπτωση παραβίασης των διατάξεων του παρόντος κανονισμού και λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν την εφαρμογή τους. Οι προβλεπόμενες κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές. Τα κράτη μέλη προβλέπουν επίσης κατάλληλα μέτρα δήμευσης των προϊόντων των εν λόγω παραβιάσεων.»
III. Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
12. Κροατικός όμιλος που δραστηριοποιείται στους τομείς του λιανικού εμπορίου, της παραγωγής τροφίμων και της γεωργίας αναδιαρθρώθηκε το 2018, λόγω οικονομικών δυσχερειών. Κατόπιν της αναδιάρθρωσης, ιδρύθηκε στις Κάτω Χώρες η εταιρία χαρτοφυλακίου Fortenova Group STAK Stichting (στο εξής: STAK). Η εταιρία αυτή είναι καταπιστευτικός διαχειριστής τίτλων συμμετοχών άλλης εταιρίας, της Fortenova GroupTopCo BV, για την οποία ασκεί δικαιώματα ψήφου και έχει εκδώσει σχετικά πιστοποιητικά. Η Fortenova GroupTopCo BV κατέχει εμμέσως τον όμιλο παραγωγής τροφίμων που αποτέλεσε το αντικείμενο της ως άνω αναδιάρθρωσης.
13. Μεταξύ των κατόχων πιστοποιητικών εταιρικών μεριδίων που εξέδωσε η STAK περιλαμβάνονται η SBK Art LLC (στο εξής: SBK) με ποσοστό 41,82 % και η VTB Bank (Europe) SE με ποσοστό 7,27 %. Οι δύο αυτές εταιρίες υπόκεινται σε περιοριστικά μέτρα δυνάμει του κανονισμού 269/2014.
14. Το διοικητικό συμβούλιο της STAK κάλεσε τους κατόχους πιστοποιητικών εταιρικών τίτλων σε συνέλευση κατόχων των πιστοποιητικών αυτών (στο εξής: συνέλευση). Η εν λόγω συνέλευση επρόκειτο να πραγματοποιηθεί στις 18 Αυγούστου 2022, με ημερήσια διάταξη την τροποποίηση της εταιρικής διακυβέρνησης, μεταξύ άλλων με αύξηση της απαρτίας στο 70 % των πιστοποιητικών και, συγχρόνως, με τη θέσπιση εξαίρεσης συνιστάμενης στην έλλειψη απαρτίας στην περίπτωση που τουλάχιστον το 35 % των πιστοποιητικών κατέχεται από πρόσωπα στα οποία έχουν επιβληθεί κυρώσεις. Το διοικητικό συμβούλιο διευκρίνισε ότι οι κάτοχοι πιστοποιητικών εταιρικών τίτλων στους οποίους επιβλήθηκαν κυρώσεις δεν μπορούν να ασκήσουν τα δικαιώματα που απορρέουν από τα πιστοποιητικά αυτά, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος ψήφου, και ότι τα αντίστοιχα δικαιώματα ψήφου δεν θα ληφθούν υπόψη.
15. Ο voorzieningenrechter (δικαστής ασφαλιστικών μέτρων) του rechtbank Amsterdam (πρωτοδικείου Άμστερνταμ, Κάτω Χώρες), στον οποίο προσέφυγε η SBK, ζητώντας να ληφθούν υπόψη τα δικαιώματα ψήφου της όσον αφορά τις σχετικές με την εταιρική διακυβέρνηση αποφάσεις, έκανε δεκτό το αίτημα αυτό, στις 6 Σεπτεμβρίου 2022, κρίνοντας ότι η ψηφοφορία επί θεμάτων εταιρικής διακυβέρνησης δεν θίγει τον σκοπό των κυρώσεων, δεδομένου ότι δεν είναι ικανή να οδηγήσει σε ροή κεφαλαίων ή πόρων προς τη Ρωσία.
16. Στις 29 Δεκεμβρίου 2022, το Gerechtshof Amsterdam (εφετείο Άμστερνταμ, Κάτω Χώρες) ακύρωσε την ως άνω απόφαση και απέρριψε τα αιτήματα της SBK με την αιτιολογία ότι στις κατευθυντήριες γραμμές τόσο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής όσο και της αρμόδιας αρχής των Κάτω Χωρών διευκρινίζεται ότι οι εταίροι των οποίων οι εταιρικές συμμετοχές είναι δεσμευμένες δεν μπορούν πλέον να ασκούν το δικαίωμα ψήφου τους. Το εν λόγω δικαστήριο προσέθεσε ότι η ερμηνεία αυτή ήταν σύμφωνη με την αρχή κατά την οποία οι κυρώσεις πρέπει να έχουν το μέγιστο αποτέλεσμα, και να είναι σαφείς και προβλέψιμες. Το ίδιο δικαστήριο συνήγαγε εξ αυτού ότι η άρνηση της STAK να επιτρέψει στην SBK να συμμετάσχει σε συνελεύσεις και να ασκήσει τα δικαιώματα ψήφου της συνάδει με την υποχρέωσή της να τηρεί το σύστημα κυρώσεων.
17. Το Hoge Raad der Nederlanden (Ανώτατο Δικαστήριο των Κάτω Χωρών), ήτοι το αιτούν δικαστήριο, υπενθυμίζει ότι η έννοια της «δέσμευσης κεφαλαίων», όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού 269/2014, όπως και η δέσμευση των πιστοποιητικών εταιρικών μεριδίων, πρέπει να ερμηνεύεται ομοιόμορφα και αυτοτελώς. Επισημαίνει ότι υπάρχουν επιχειρήματα υπέρ μιας ευρείας ερμηνείας της έννοιας αυτής, η οποία συνεπάγεται την απαγόρευση άσκησης των δικαιωμάτων συμμετοχής σε συνελεύσεις και των δικαιωμάτων ψήφου που συνδέονται με τα πιστοποιητικά εταιρικών τίτλων. Επομένως, ο αντίκτυπος των μέτρων επιβολής κυρώσεων πρέπει να είναι όσο το δυνατόν σημαντικότερος, σύμφωνα με τις βέλτιστες πρακτικές της Ένωσης και τη θέση που έλαβε η Επιτροπή σε εκθέσεις συχνών ερωτήσεων, έστω και αν οι εκθέσεις αυτές στερούνται δεσμευτικής ισχύος. Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι άλλα επιχειρήματα συνηγορούν υπέρ της αντίθετης ερμηνείας, δεδομένου ότι τα μειονεκτήματα που προκύπτουν από τα μέτρα επιβολής κυρώσεων δεν πρέπει να είναι δυσανάλογα σε σχέση με τους επιδιωκόμενους σκοπούς. Στην περίπτωση αυτή, πρέπει να ληφθούν υπόψη η φύση και το περιεχόμενο της αποφάσεως που καταχωρίζεται στην ημερήσια διάταξη, η πρόθεση ψήφου του κατόχου των δεσμευμένων πιστοποιητικών εταιρικών τίτλων και οι συνέπειες της ως άνω αποφάσεως επί των πιστοποιητικών. Η συγκεκριμένη ερμηνεία θα μπορούσε να στηριχθεί σε μία από τις απαντήσεις που έδωσε η Επιτροπή στις εκθέσεις συχνών ερωτήσεων, όπου επισημαίνει ότι απαγορεύεται στα πρόσωπα στα οποία επιβάλλονται κυρώσεις να ασκούν δικαιώματα ψήφου τα οποία θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μεταβολή επί των εταιρικών τίτλων (δηλαδή ως προς τον όγκο, το ποσό, τον τόπο διατήρησής τους, την ιδιοκτησία, την κατοχή, τον χαρακτήρα, τον προορισμό τους κ.λπ.) και ότι πρέπει να αποτραπεί η χρήση των δικαιωμάτων αυτών για την απόκτηση κεφαλαίων, αγαθών ή υπηρεσιών με οποιονδήποτε τρόπο.
18. Υπό τις συνθήκες αυτές, εκτιμώντας ότι υφίστανται εύλογες αμφιβολίες ως προς την ερμηνεία που πρέπει να γίνει δεκτή, το Hoge Raad der Nederlanden (Ανώτατο Δικαστήριο των Κάτω Χωρών) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1. Έχει η δέσμευση κεφαλαίων του άρθρου 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού 269/2014, στην περίπτωση πιστοποιητικών εταιρικών τίτλων που ανήκουν ή τελούν υπό την κυριότητα, την κατοχή ή τον έλεγχο φυσικών προσώπων ή φυσικών ή νομικών προσώπων, οντοτήτων ή φορέων που σχετίζονται με αυτά, όπως περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι του κανονισμού, την έννοια ότι τα δικαιώματα συμμετοχής σε συνέλευση και ψήφου που συνδέονται με τα πιστοποιητικά εταιρικών τίτλων δεν επιτρέπεται να ασκούνται, τουλάχιστον εφόσον τούτο δεν συνεπάγεται δυσανάλογη ζημία σε βάρος του εν λόγω κατόχου του πιστοποιητικού;
2. Διαφέρει η απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα ανάλογα με το αν η άσκηση των δικαιωμάτων συμμετοχής σε συνέλευση και ψήφου στη συγκεκριμένη περίπτωση –λαμβανομένων υπόψη της φύσεως και του περιεχομένου της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στην ημερήσια διάταξη και της θέσεως που υιοθετεί συναφώς ο εν λόγω κάτοχος του πιστοποιητικού– μπορεί να συνεπάγεται οποιαδήποτε κίνηση, μεταβίβαση, μεταβολή, χρήση, πρόσβαση ή διαπραγμάτευση κεφαλαίων, που μπορεί να οδηγήσει σε μεταβολή ως προς τον όγκο, το ποσό, τον τόπο διατήρησής τους, το ιδιοκτησιακό καθεστώς, την κατοχή, τον χαρακτήρα, τον προορισμό ή άλλη μεταβολή η οποία θα καθιστούσε δυνατή τη χρησιμοποίηση των συγκεκριμένων κεφαλαίων, συμπεριλαμβανομένης της διαχείρισης χαρτοφυλακίων, κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού 269/2014;»
19. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η SBK, η STAK, η Ολλανδική, η Κροατική και η Αυστριακή Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή. Οι εν λόγω μετέχοντες στη διαδικασία και ενδιαφερόμενοι, πλην της Αυστριακής Κυβέρνησης, ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 11ης Ιουνίου 2025.
IV. Ανάλυση
20. Τα δύο προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο μπορούν να εξεταστούν από κοινού, διότι, στην πραγματικότητα, ζητείται από το Δικαστήριο να διευκρινιστεί, αφενός, αν η δέσμευση κεφαλαίων, όπως ορίζεται στο άρθρο 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού 269/2014, συνεπάγεται, όσον αφορά τα πιστοποιητικά εταιρικών τίτλων που ανήκουν σε νομικό πρόσωπο υποκείμενο σε τέτοιο μέτρο δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού, την απαγόρευση άσκησης των δικαιωμάτων ψήφου και συμμετοχής σε συνελεύσεις και, αφετέρου, κατά περίπτωση, αν η απαγόρευση αυτή είναι πλήρης ή πρέπει να λαμβάνει υπόψη τη φύση των ψηφισμάτων που υπόκεινται σε ψηφοφορία.
21. Επισημαίνεται ότι, εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ούτε η εγγραφή της SBK στον κατάλογο των προσώπων στα οποία επιβλήθηκαν κυρώσεις ούτε το γεγονός ότι έχουν δεσμευθεί τα πιστοποιητικά εταιρικών τίτλων που κατέχει. Συναφώς, θα ήθελα να διευκρινίσω ότι τα πιστοποιητικά εταιρικών τίτλων μπορούν να εξομοιωθούν με μετοχές ή μερίδια και ότι, ως εκ τούτου, αποτελούν κεφάλαια σύμφωνα με τον ορισμό του άρθρου 1, στοιχείο ζʹ, σημείο iii, του κανονισμού 269/2014, το οποίο μνημονεύει τις μετοχές, τα μερίδια και τα πιστοποιητικά που αντιπροσωπεύουν κινητές αξίες. Αντιθέτως, συζητείται το κατά πόσον η δέσμευση των εν λόγω πιστοποιητικών συνεπάγεται και τη δέσμευση των συνδεόμενων με αυτά δικαιωμάτων ψήφου και συμμετοχής σε συνελεύσεις.
22. Δεδομένου ότι η δέσμευση κεφαλαίων αποτελεί έννοια του δικαίου της Ένωσης, η οποία ορίζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού 269/2014, πρέπει να ερμηνεύεται ομοιόμορφα και αυτοτελώς. Για τον λόγο αυτόν, κατά πάγια νομολογία, επιβάλλεται η συνεκτίμηση όχι μόνον του γράμματος της ως άνω διάταξης, αλλά και του πλαισίου στο οποίο αυτή εντάσσεται, και των σκοπών που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος και, εφόσον παρίσταται ανάγκη, του ιστορικού της θέσπισής της (5).
23. Βεβαίως, υπάρχουν μικρές διαφορές μεταξύ των γλωσσικών αποδόσεων του κανονισμού 269/2014, αλλά φρονώ ότι δεν αρκούν για να θέσουν υπό αμφισβήτηση την κατανόηση και την ερμηνεία του κειμένου του κανονισμού αυτού.
24. Ειδικότερα, η διάταξη της οποίας ζητείται η ερμηνεία είναι, στην πραγματικότητα, διάταξη που περιλαμβάνεται σε όλες τις πράξεις περιοριστικών μέτρων τις οποίες θεσπίζει το Συμβούλιο. Καθένας από τους κανονισμούς περιέχει ορισμό της δέσμευσης κεφαλαίων και η εξέταση της εξέλιξης του γράμματος της εν λόγω διάταξης με την πάροδο του χρόνου παρέχει πολύτιμα διδάγματα για την ερμηνεία του.
25. Συνεπώς, στην αρχική διατύπωση του 2001, η οποία χρησιμοποιήθηκε σε έντεκα κανονισμούς μέχρι το 2011 (6), η δέσμευση κεφαλαίων ορίζεται, κατ’ ουσίαν, ως η πρόληψη οποιασδήποτε κίνησης, μεταβίβασης, μεταβολής, χρήσης ή διαπραγμάτευσης κεφαλαίων καθ’ οιονδήποτε τρόπο που θα μπορούσε να οδηγήσει σε μεταβολή ως προς τον όγκο, το ύψος, τον τόπο διατήρησής τους, την ιδιοκτησία, την κατοχή, τον χαρακτήρα, τον προορισμό ή άλλη μεταβολή η οποία θα καθιστούσε δυνατή τη χρησιμοποίηση των συγκεκριμένων κεφαλαίων, περιλαμβανομένης και της διαχείρισης χαρτοφυλακίων.
26. Εντούτοις, σε τέσσερις άλλους κανονισμούς που εκδόθηκαν μεταξύ 2008 και 2014 (7), η διατύπωση που επιλέχθηκε αντιστοιχεί, κατ’ ουσίαν, σε εκείνη της οποίας η ερμηνεία ζητείται από το Δικαστήριο, ήτοι στην παρεμπόδιση κάθε κίνησης, μεταβίβασης, μεταβολής, χρήσης, πρόσβασης ή διαπραγμάτευσης κεφαλαίων που θα μπορούσε να οδηγήσει σε μεταβολή ως προς τον όγκο, το ποσό, τον τόπο διατήρησής τους, την ιδιοκτησία, την κατοχή, τον χαρακτήρα, τον προορισμό ή άλλη μεταβολή η οποία θα καθιστούσε δυνατή τη χρησιμοποίηση των συγκεκριμένων κεφαλαίων, συμπεριλαμβανομένης της διαχείρισης χαρτοφυλακίων.
27. Τέλος, σε δύο κανονισμούς του 2012 και του 2016 (8), το Συμβούλιο χρησιμοποίησε, κατ’ ουσίαν, τον ακόλουθο ορισμό: η παρεμπόδιση κάθε κίνησης, μεταβίβασης, μεταβολής, χρήσης, πρόσβασης ή διαπραγμάτευσης κεφαλαίων που μπορεί να οδηγήσει σε μεταβολή ως προς τον όγκο, το ποσό, τον τόπο διατήρησής τους, το ιδιοκτησιακό καθεστώς, την κατοχή, τον χαρακτήρα, τον προορισμό ή άλλη μεταβολή η οποία θα καθιστούσε δυνατή τη χρησιμοποίηση των συγκεκριμένων κεφαλαίων, συμπεριλαμβανομένης της διαχείρισης χαρτοφυλακίων.
28. Διαπιστώνεται ότι σε όλες τις ανωτέρω διατυπώσεις οι μόνες ουσιαστικές διαφορές αφορούν τις φράσεις «χρήση ή διαπραγμάτευση κεφαλαίων» («utilisation ou manipulation de fonds»), «χρήση, πρόσβαση ή διαπραγμάτευση κεφαλαίων» («utilisation, accès ou manipulation de fonds»), καθώς και τη φράση, στη γαλλική απόδοση, «utilisation ou manipulation de fonds, ou accès» (χρήση ή διαπραγμάτευση κεφαλαίων ή πρόσβαση). Στις διατυπώσεις αυτές προστέθηκε μόνον η λέξη «πρόσβαση» και, στη γαλλική απόδοση, αντικαταστάθηκε ή προστέθηκε ο σύνδεσμος «ή».
29. Προσθέτω ότι από την εξέταση της απόδοσης στην αγγλική γλώσσα των κανονισμών που παρατίθενται στις υποσημειώσεις 6, 7 και 8 των παρουσών προτάσεων προκύπτει ότι η έκφραση «access to» απαντά στον ορισμό της δέσμευσης κεφαλαίων σε όλους αυτούς του κανονισμούς, πλην τριών (9). Συνεπώς, σε ορισμένους από τους εν λόγω κανονισμούς δεν έχει αποδοθεί στη γαλλική γλώσσα η έκφραση «access to». Επιπλέον, η απόδοση του κανονισμού 2016/44 αναφέρει στη γαλλική γλώσσα «modification, utilisation ou manipulation de fonds, ou tout accès», ενώ η απόδοση στην αγγλική γλώσσα αναφέρει «alteration or use of, access to, or dealing with».
30. Επομένως, φρονώ σαφώς ότι το δεύτερο μέρος του ορισμού της «δέσμευσης κεφαλαίων», το οποίο απαριθμεί τις συνεχείς μεταβολές στις πράξεις επί των προς δέσμευση κεφαλαίων, έχει εφαρμογή στο σύνολο των πράξεων αυτών και όχι απλώς στην πρόσβαση και τη διαπραγμάτευση κεφαλαίων. Ειδικότερα, φρονώ ότι οι γραμματικές και γλωσσικές ατέλειες οφείλονται στον επείγοντα χαρακτήρα της αποφάσεως περί επιβολής κυρώσεων, προκειμένου να διατηρηθεί ένα στοιχείο αιφνιδιασμού έναντι των οικείων προσώπων.
31. Συνεπώς, το γράμμα του ως άνω ορισμού καθιστά δυνατή τη διάκριση μεταξύ, αφενός, ορισμένων πράξεων που πρέπει να αποτρέπονται (κίνηση, μεταφορά, τροποποίηση, χρήση, πρόσβαση ή διαπραγμάτευση κεφαλαίων) και, αφετέρου, των συνεπειών που προκύπτουν επί των κεφαλαίων από τις εν λόγω πράξεις (αλλαγή του όγκου, του ποσού, του τόπου διατήρησης, της ιδιοκτησίας, της κατοχής, του χαρακτήρα, του προορισμού ή κάθε άλλης μεταβολής που θα μπορούσε να καταστήσει δυνατή τη χρησιμοποίησή τους, συμπεριλαμβανομένης της διαχείρισης χαρτοφυλακίων).
32. Ως εκ τούτου, η δέσμευση των κεφαλαίων πρέπει να εμποδίζει την πραγματοποίηση πράξης που έχει συνέπειες επί των κεφαλαίων. Οι δύο αυτές προϋποθέσεις διασφαλίζουν ότι η δέσμευση αφορά πράξεις οι οποίες έχουν συνέπειες επί των δεσμευμένων κεφαλαίων.
33. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η εν λόγω έννοια της «δέσμευσης κεφαλαίων», σε μία από τις διατυπώσεις της (10), ορίζεται κατά τρόπο ιδιαίτερα ευρύ (11) και πρέπει να τυγχάνει ευρείας ερμηνείας (12), δεδομένου ότι «σκοπός της δέσμευσης κεφαλαίων είναι να περιοριστούν στο ελάχιστο οι συναλλαγές που ενδέχεται να πραγματοποιηθούν επί δεσμευμένων κεφαλαίων, πράγμα το οποίο επιβεβαιώνεται από τον μεγάλο αριθμό των περιπτώσεων που μνημονεύονται και από τη χρήση της λέξης “οποιασδήποτε”. Όσον αφορά τα μέσα προκειμένου να επιτευχθεί ο περιορισμός των συναλλαγών, τα μέσα αυτά ορίζονται επίσης ευρέως από τον νομοθέτη της Ένωσης» (13).
34. Όσον αφορά τους σκοπούς του κανονισμού 269/2014, φρονώ, όπως και η Επιτροπή, ότι δικαιολογούν επίσης ευρεία ερμηνεία της έννοιας της «δέσμευσης κεφαλαίων».
35. Συγκεκριμένα, αφενός, η αιτιολογική σκέψη 2 της αποφάσεως 2024/1843 αναφέρει ότι τα περιοριστικά μέτρα λαμβάνονται για να αποδυναμωθεί η δυνατότητα της Ρωσικής Ομοσπονδίας να συνεχίσει τον επιθετικό της πόλεμο, ιδίως με την ενίσχυση των κυρώσεων. Επιπλέον, η νομολογία έχει διευκρινίσει ότι ο επιδιωκόμενος σκοπός των περιοριστικών μέτρων συνίσταται στο να αυξηθούν η πίεση στη Ρωσική Ομοσπονδία καθώς και το κόστος των ενεργειών της που αποσκοπούν στην υπονόμευση της εδαφικής ακεραιότητας, της κυριαρχίας και της ανεξαρτησίας της Ουκρανίας (14).
36. Αφετέρου, το Δικαστήριο έχει κρίνει επίσης ότι, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων με τα περιοριστικά μέτρα σκοπών, «είναι όχι μόνο θεμιτό αλλά και απαραίτητο οι ορισμοί των εννοιών της “δέσμευσης κεφαλαίων” και της “δέσμευσης οικονομικών πόρων” να τυγχάνουν ευρείας ερμηνείας, καθότι πρέπει να παρεμποδιστεί κάθε χρήση των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων η οποία θα καθιστούσε δυνατή την καταστρατήγηση των επίμαχων κανονισμών και την εκμετάλλευση των κενών του συστήματος» (15).
37. Η δυσκολία εν προκειμένω έγκειται στο ότι τα πιστοποιητικά εταιρικών τίτλων και οι εταιρικοί τίτλοι συνδέονται με διαφορετικά δικαιώματα. Αυτά τα δικαιώματα μπορούν να ομαδοποιηθούν σε δύο κατηγορίες: τα οικονομικά δικαιώματα (δικαίωμα επί μερισμάτων, δικαίωμα προτίμησης σε περίπτωση αύξησης του κεφαλαίου) και τα δικαιώματα που συνδέονται με τις αποφάσεις της εταιρίας (δικαίωμα ψήφου, δικαίωμα συμμετοχής σε συνελεύσεις (16), δικαίωμα ενημέρωσης σχετικά με τους λογαριασμούς).
38. Πρέπει το σύνολο των ανωτέρω δικαιωμάτων να δεσμεύεται όπως και το πιστοποιητικό εταιρικών τίτλων βάσει του οποίου αποκτώνται τα εν λόγω δικαιώματα; Ή δεσμεύονται τα δικαιώματα αυτά μόνον εφόσον πληρούν τις δύο προϋποθέσεις που παρατίθενται στο σημείο 32 ανωτέρω; Εάν είναι αναγκαίο να πληρούνται οι δύο ως άνω προϋποθέσεις, τούτο πρέπει να συμβαίνει κατά τρόπο γενικό (για παράδειγμα, μπορεί να έχει συνέπειες το δικαίωμα ψήφου στα κεφάλαια;) ή για κάθε χρήση ανάλογα με το αποτέλεσμά της (έχει συνέπειες η ψήφος για την εκάστοτε απόφαση ως προς τα κεφάλαια;), όπως υποστηρίζει η SBK; Ή θα πρέπει ακόμη να θεωρούνται τα ίδια δικαιώματα ως οικονομικοί πόροι διακριτοί από το ίδιο το πιστοποιητικό, το οποίο δεσμεύεται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 1, στοιχείο εʹ, του κανονισμού 269/2014;
Α. Πρώτη περίπτωση: δέσμευση του δικαιώματος ψήφου ανάλογα με την κατά περίπτωση ανάλυση των αποτελεσμάτων των αποφάσεων
39. Η SBK φρονεί ότι η δέσμευση δεν πρέπει να εφαρμόζεται για το πιστοποιητικό εταιρικών τίτλων και το σύνολο των συνδεόμενων με αυτό δικαιωμάτων, ούτε ανάλογα με την εκάστοτε κατηγορία των συνδεόμενων δικαιωμάτων, αλλά πρέπει να εφαρμόζεται εντός κάθε κατηγορίας συνδεόμενων δικαιωμάτων. Επομένως, ιδίως όσον αφορά το δικαίωμα ψήφου, πρέπει να αναζητηθεί η συνδρομή των δύο προϋποθέσεων που μνημονεύονται στο σημείο 32 των παρουσών προτάσεων, όπερ ισοδυναμεί με κατά περίπτωση ανάλυση κάθε απόφασης, ανάλογα με το αν θα έχει επιρροή στην αποτίμηση της εταιρίας.
40. Προς στήριξη της άποψής της, η SBK ισχυρίζεται ότι, υπό το πρόσχημα της δέσμευσης των δικαιωμάτων ψήφου και συμμετοχής σε συνελεύσεις λόγω του μέτρου δέσμευσης των πιστοποιητικών εταιρικών τίτλων, λαμβάνει χώρα μια εχθρική και οριστική απόκτηση του ελέγχου της STAK από μικρότερους εταίρους, οι οποίοι θα αποκτούσαν επίσης δικαίωμα αρνησικυρίας σε περίπτωση ψήφισης των τροποποιήσεων της διακυβέρνησης. Εκτιμά, ως εκ τούτου, ότι η δέσμευση των δικαιωμάτων ψήφου έχει συνέπειες επί των κεφαλαίων οι οποίες βαίνουν πέραν αυτού που επιτρέπουν, κατά τη νομολογία (17), τα περιοριστικά μέτρα, ήτοι προσβολές περιορισμένης χρονικής διάρκειας και αναστρέψιμες.
41. Εντούτοις, κανένα από τα επιχειρήματα που προέβαλε η SBK δεν είναι ικανό να θέσει υπό αμφισβήτηση την ευρεία ερμηνεία της δέσμευσης κεφαλαίων κατά την οποία επέρχεται δέσμευση των δικαιωμάτων ψήφου και συμμετοχής σε συνελεύσεις γενικώς, και όχι δέσμευση των εν λόγω δικαιωμάτων ανάλογα με απόφαση κατά περίπτωση.
42. Κατ’ αρχάς, όσον αφορά τον δυσανάλογο χαρακτήρα των αρνητικών συνεπειών των περιοριστικών μέτρων, υπενθυμίζεται ότι, όσον αφορά τον δικαστικό έλεγχο της αρχής της αναλογικότητας, μόνον ο προδήλως ακατάλληλος χαρακτήρας ληφθέντος μέτρου υπό το πρίσμα του επιδιωκόμενου από το αρμόδιο θεσμικό όργανο σκοπού μπορεί να επηρεάσει τη νομιμότητα ενός τέτοιου μέτρου, το δε Δικαστήριο έχει επισημάνει ότι τα περιοριστικά μέτρα περιλαμβάνουν, εξ ορισμού, αρνητικές συνέπειες, ιδίως για τις οντότητες τις οποίες αφορούν. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι ο σκοπός της διατήρησης της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας, σύμφωνα με τους σκοπούς της εξωτερικής δράσης της Ένωσης που διατυπώνονται στο άρθρο 21 ΣΕΕ, μπορεί να δικαιολογήσει τις αρνητικές συνέπειες (18).
43. Εν προκειμένω, φρονώ ότι η δέσμευση των δικαιωμάτων ψήφου και συμμετοχής σε συνελεύσεις, συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης που οι σχετικές αποφάσεις δεν οδηγούν, a priori, σε οικονομικές τροποποιήσεις, δεν είναι προδήλως ακατάλληλο μέτρο για την επίτευξη του σκοπού της αύξησης της πίεσης στη Ρωσική Ομοσπονδία καθώς και του κόστους των ενεργειών της που αποσκοπούν στην υπονόμευση της εδαφικής ακεραιότητας, της εθνικής κυριαρχίας και της ανεξαρτησίας της Ουκρανίας (19). Επιπλέον, στην πραγματικότητα, κάθε απόφαση που λαμβάνεται από τη συνέλευση έχει αντίκτυπο στον εταιρικό βίο και στην αξία της εταιρίας, όπως αναγνώρισε η SBK, επισημαίνοντας ότι οι αλλαγές στις μεθόδους υπολογισμού της πλειοψηφίας και της απαρτίας θα έχουν αρνητικές συνέπειες στην αξία των μεριδίων της.
44. Εν συνεχεία, ένα περιοριστικό μέτρο, μολονότι πρέπει να είναι χρονικά περιορισμένο (20) και αναστρέψιμο, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της προσωρινής δέσμευσης των δικαιωμάτων ψήφου και συμμετοχής σε συνελεύσεις, δεν διασφαλίζει τη διατήρηση της αξίας των δεσμευμένων κεφαλαίων, τη στιγμή που οι συναλλαγές παρουσιάζουν αστάθμητους παράγοντες (συλλογική διαδικασία, οικονομική κρίση με αντίκτυπο στην αξία μιας επιχείρησης ή, αντιθέτως, περίοδος ανάπτυξης). Επομένως, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η Επιτροπή, φρονώ ότι η προσωρινή και αναστρέψιμη πτυχή του μέτρου αφορά την ίδια τη δέσμευση των κεφαλαίων και όχι την αξία των δεσμευμένων κεφαλαίων, η οποία μπορεί να επηρεαστεί με πολλούς τρόπους, εξωτερικούς, όπως μια οικονομική κρίση, ή εσωτερικούς, όπως είναι οι επιλογές διακυβέρνησης ή στρατηγικής.
45. Τέλος, εκτιμώ ότι τέσσερα επιπλέον επιχειρήματα στρέφονται κατά της περίπτωσης δέσμευσης των δικαιωμάτων ψήφου και συμμετοχής ανάλογα με το περιεχόμενο κάθε απόφασης.
46. Πρώτον, δεδομένου ότι το δικαίωμα ψήφου είναι ελεύθερο, δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι το υποκείμενο στα περιοριστικά μέτρα πρόσωπο θα ψηφίσει κατά τον τρόπο που έχει αναγγείλει.
47. Δεύτερον, τα διευθυντικά στελέχη εταιριών των οποίων ορισμένοι εταίροι υπόκεινται σε περιοριστικά μέτρα θα φέρουν υπερβολικά αυξημένη ευθύνη κατά την ανάλυση των άμεσων ή έμμεσων οικονομικών συνεπειών των προτεινόμενων αποφάσεων. Ειδικότερα, ο κανονισμός 269/2014 προβλέπει απουσία ευθύνης σε περίπτωση καλόπιστης δέσμευσης κεφαλαίων (21), αλλά, αντιθέτως, απαγορεύει την καταστρατήγηση των απαγορεύσεων που συνδέονται με τη δέσμευση κεφαλαίων (22), επ’ απειλή των προβλεπόμενων από τα κράτη μέλη κυρώσεων (23). Επιπροσθέτως, κάθε διευθυντικό στέλεχος μπορεί να ερμηνεύει διαφορετικά τα ψηφίσματα που μπορούν να ψηφιστούν, όπερ θίγει την αποτελεσματικότητα της κύρωσης σε όλη την Ένωση.
48. Τρίτον, ο κίνδυνος ένδικων διαφορών που δημιουργεί η πρόταση απόφασης της οποίας η ψήφιση θα αμφισβητούνταν μπορεί, αντιθέτως, να έχει ως αποτέλεσμα να ψηφίζονται αποφάσεις που δεν θα έπρεπε να ψηφιστούν.
49. Το αποτέλεσμα αυτό είναι αντίθετο προς τους κανόνες εφαρμογής των περιοριστικών μέτρων, ήτοι προς την αρχή της δέσμευσης κεφαλαίων του άρθρου 2 του κανονισμού 269/2014 και προς τις εξαιρέσεις που απαριθμούνται στα άρθρα 2α και 4 έως 7 του εν λόγω κανονισμού, οι οποίες μπορούν να οδηγήσουν σε αποδέσμευση κεφαλαίων είτε άμεσα για ορισμένες κατηγορίες δικαιωμάτων είτε κατόπιν συμφωνίας της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους για άλλες κατηγορίες δικαιωμάτων. Συνεπώς, αν η SBK εκτιμά ότι πληροί τις προϋποθέσεις μιας από τις εξαιρέσεις αυτές, μπορεί να ζητήσει την αποδέσμευση των δικαιωμάτων ψήφου ενώπιον της αρμόδιας αρχής.
50. Τέταρτον, εν προκειμένω, φρονώ ότι η μη μεταβολή των κανόνων περί πλειοψηφίας και απαρτίας θίγει δυσανάλογα τα δικαιώματα των λοιπών εταίρων που αντιπροσωπεύουν ποσοστό μεγαλύτερο από την πλειοψηφία του κεφαλαίου, λόγω παρακώλυσης οφειλόμενης στο γεγονός ότι οι κανόνες περί πλειοψηφίας, τη διατήρηση των οποίων επιθυμεί η SBK, έχουν καθοριστεί λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των πιστοποιητικών εταιρικών τίτλων (24).
Β. Δεύτερη περίπτωση: δέσμευση ανά κατηγορία δικαιωμάτων που συνδέονται με κάθε πιστοποιητικό εταιρικών τίτλων
51. Ένας άλλος τρόπος να εξεταστεί η δέσμευση των δικαιωμάτων που συνδέονται με ένα πιστοποιητικό εταιρικών τίτλων ή με εταιρικό τίτλο θα ήταν να γίνει διάκριση ανάλογα με την κατηγορία των δικαιωμάτων αυτών, προκειμένου να περιοριστούν οι αρνητικές συνέπειες μιας τέτοιας δέσμευσης.
52. Πρώτον, πρέπει να γίνει διάκριση ανάλογα με το αν οι κατηγορίες δικαιωμάτων είναι οικονομικής ή μη οικονομικής φύσεως. Δεν πείθομαι από τη διάκριση αυτή, διότι είναι αναμφισβήτητο ότι τα δικαιώματα ψήφου, τα οποία είναι μη οικονομικής φύσεως, μπορούν να παρέχουν δικαίωμα σε κεφάλαια (για παράδειγμα, η χορήγηση μερισμάτων προκύπτει από την ψήφιση σχετικής απόφασης).
53. Δεύτερον, θα μπορούσε επίσης να γίνει διάκριση μεταξύ των δικαιωμάτων που απαιτούν πράξη του εταίρου ο οποίος υπόκειται σε περιοριστικά μέτρα και των λοιπών δικαιωμάτων, δεδομένου ότι μόνον τα «ενεργητικά» δικαιώματα δεσμεύονται, υπό την προϋπόθεση ότι ασκούν επιρροή στα κεφάλαια.
54. Μεταξύ των «παθητικών» δικαιωμάτων θα μπορούσαν να περιλαμβάνονται το δικαίωμα ενημέρωσης επί των λογαριασμών, οι συνέπειες συλλογικής διαδικασίας που συνεπάγεται ο εκμηδενισμός του κεφαλαίου προκειμένου να εισαχθούν νέοι εταίροι, η κατανομή των μερισμάτων και τα δικαιώματα προτίμησης που αποφασίζονται από γενική συνέλευση στην οποία δεν συμμετείχε το πρόσωπο στο οποίο επιβλήθηκε η κύρωση, υπό την προϋπόθεση ότι τα δικαιώματα αυτά δεσμεύονται αμέσως. Συνεπώς, θα μπορούσε να χορηγηθεί δικαίωμα προτίμησης σε όλους τους εταίρους οι οποίοι, εξάλλου, έχουν ελευθερία ως προς την άσκησή του, πλην όμως το δικαίωμα αυτό δεν θα μπορούσε να ασκηθεί από τον εταίρο ο οποίος υπόκειται σε περιοριστικά μέτρα, δεδομένου ότι, αν ο εταίρος αυτός το έλαβε παθητικά χάρη στην ψήφο των λοιπών εταίρων, η άσκηση του δικαιώματος απαιτεί εκ μέρους του πράξη η οποία θα έχει συνέπειες επί του όγκου των κεφαλαίων.
55. Ωστόσο, η ως άνω διάκριση μεταξύ «ενεργητικών» και «παθητικών» δικαιωμάτων προσκρούει στο δικαίωμα συμμετοχής σε συνελεύσεις, είτε αυτό εκδηλώνεται με φυσική παρουσία είτε με απλό συνυπολογισμό των πιστοποιητικών εταιρικών τίτλων για την απαρτία των αποφάσεων. Μολονότι μπορεί να θεωρηθεί ότι η φυσική παρουσία σε συνέλευση μπορεί, παρόλα αυτά, να εμπίπτει στην κατηγορία των «ενεργητικών» δικαιωμάτων λόγω της επιρροής και της πίεσης που ασκεί η απλή παρουσία εταίρου υποκείμενου σε περιοριστικά μέτρα, αντιθέτως, ο συνυπολογισμός των μεριδίων του για την απαρτία των συνελεύσεων θα κατέληγε σε πλήρη παρακώλυση του εταιρικού βίου της συγκεκριμένης εταιρίας στις περιπτώσεις που η απαρτία υπολογίζεται με βάση τον συνολικό αριθμό των εκδοθέντων τίτλων, όπως εν προκειμένω.
56. Ειδικότερα, αν ληφθεί υπόψη το 41,82 % των εκδοθέντων από την STAK πιστοποιητικών εταιρικών τίτλων που κατέχει η SBK, δεν μπορεί πλέον να ληφθεί καμία απόφαση, δεδομένου ότι, στην αρχική μορφή του καταστατικού της STAK, οι πλειοψηφίες εκφράζονται σε ποσοστό (50 %, 60 % ή 66 2/3 %) επί όλων των εκδοθέντων και σε κυκλοφορία με δικαιώματα ψήφου πιστοποιητικών. A priori, σκοπός της μνείας των δικαιωμάτων ψήφου στο καταστατικό είναι να αποκλείσει από τον υπολογισμό της απαρτίας τα πιστοποιητικά που θα είχαν εκδοθεί εξαρχής χωρίς δικαίωμα ψήφου, εφόσον υφίστανται, και όχι εκείνα που υπόκεινται σε μέτρο δέσμευσης.
57. Ομοίως, ο κανονισμός 269/2014 προβλέπει ρητώς ότι η καταβολή μερισμάτων, ακόμη και χωρίς ψήφο του προσώπου στο οποίο επιβάλλονται κυρώσεις, προβλέπεται ως εξαίρεση στην απαγόρευση διάθεσης στο πρόσωπο αυτό κεφαλαίων ή πόρων, και όχι ως απλή εφαρμογή των δύο προϋποθέσεων του ορισμού της δέσμευσης κεφαλαίων που μνημονεύονται στο σημείο 32 των παρουσών προτάσεων (25).
58. Επομένως, η εν λόγω διάκριση μεταξύ «ενεργητικών» και «παθητικών» δικαιωμάτων, η οποία πηγάζει από τις δύο ως άνω προϋποθέσεις που τίθενται με τον ορισμό της δέσμευσης κεφαλαίων, μολονότι φαίνεται ελκυστική, είναι αλυσιτελής.
Γ. Τρίτη περίπτωση: η δέσμευση όλων των δικαιωμάτων που συνδέονται με τα πιστοποιητικά εταιρικών τίτλων
59. Η τελευταία αυτή περίπτωση δέσμευσης όλων των δικαιωμάτων που συνδέονται με τα πιστοποιητικά εταιρικών τίτλων έχει πολλά πλεονεκτήματα. Διασφαλίζει την ομοιόμορφη εφαρμογή της έννοιας της δέσμευσης εταιρικών τίτλων ή κινητών αξιών, όπως τα πιστοποιητικά εταιρικών τίτλων. Καθιστά επίσης δυνατή την απλή εφαρμογή του μέτρου δέσμευσης, σέβεται το αποτέλεσμα αιφνιδιασμού που είναι σύμφυτο με την αποτελεσματικότητα ενός τέτοιου μέτρου και αποτρέπει, κατ’ αυτόν τον τρόπο, κάθε κίνδυνο καταστρατήγησης.
60. Ειδικότερα, τα πιστοποιητικά εταιρικών τίτλων έχουν κατά κύριο λόγο οικονομική αξία, δεδομένου ότι αντιπροσωπεύουν τμήμα του κεφαλαίου το οποίο, αφ’ εαυτού, έχει αξία, αλλά παρέχουν επίσης δικαίωμα επί των κερδών, παραδείγματος χάριν υπό τη μορφή μερισμάτων. Εντούτοις, καθιστούν επίσης δυνατή την άσκηση επιρροής, μέσω των δικαιωμάτων ψήφου και συμμετοχής σε συνελεύσεις, στην εξέλιξη της εταιρίας με σκοπό την αύξηση των κερδών.
61. Μολονότι διερωτώμαι κατά πόσον η ερμηνεία αυτή βαίνει πέραν του ορισμού της δέσμευσης κεφαλαίων και των δύο προϋποθέσεων που θέτει ο κανονισμός 269/2014 (πράξη που έχει συνέπειες επί των κεφαλαίων), κατέληξα, κατόπιν της συλλογιστικής μου, στο συμπέρασμα ότι, στην πραγματικότητα, η πρόθεση του νομοθέτη της Ένωσης, ο οποίος, με τον ορισμό της δέσμευσης κεφαλαίων, έθεσε τις δύο ως άνω προϋποθέσεις, αποσκοπούσε σαφώς στην ευρύτερη δυνατή ερμηνεία της εν λόγω έννοιας. Υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορεί το παράδειγμα της χορήγησης μερισμάτων, η οποία καθίσταται δυνατή μόνον κατ’ εξαίρεση από τη δέσμευση (26).
62. Η σαφήνεια με την οποία η Επιτροπή αποφάνθηκε επί της δέσμευσης δικαιωμάτων ψήφου στην ενοποιημένη έκθεση ερωτήσεων την οποία θέτει στη διάθεση των κρατών μελών, των αρμόδιων εθνικών αρχών και του κοινού ενισχύει αυτή την ευρεία ερμηνεία (27).
63. Το γεγονός ότι το ίδιο το δικαίωμα ψήφου έχει αξία και έχει «συνυπολογισθεί στην τιμή που έχουν καταβάλει κατά την αγορά των μετοχών» (28) θα μπορούσε να το εντάξει στον ορισμό των «οικονομικών πόρων» του άρθρου 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 269/2014. Εντούτοις, πέραν του γεγονότος ότι τούτο δεν θα μετέβαλλε την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο αιτούν δικαστήριο, φρονώ ότι ο εταιρικός τίτλος ή το πιστοποιητικό εταιρικού τίτλου και τα δικαιώματα που συνδέονται με αυτά πρέπει να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο.
64. Εν κατακλείδι, φρονώ ότι η δέσμευση των κεφαλαίων πρέπει να ερμηνευθεί ευρέως και ότι, κατά συνέπεια, οδηγεί στη δέσμευση των δικαιωμάτων ψήφου και συμμετοχής σε συνελεύσεις. Οι εξαιρέσεις από την αρχή της δέσμευσης προβλέπονται στα άρθρα 2α και 4 έως 7 του κανονισμού 269/2014 είτε άμεσα για ορισμένες κατηγορίες δικαιωμάτων (παραδείγματος χάριν μερίσματα) είτε με απόφαση της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους για άλλες κατηγορίες δικαιωμάτων. Η εν λόγω αρμόδια αρχή πρέπει να αποφασίζει κατά περίπτωση. Επομένως, η επιλογή του κατά πόσον θα επιβληθεί δέσμευση των δικαιωμάτων ψήφου και συμμετοχής δεν μπορεί να επαφίεται στα διευθυντικά στελέχη μιας εταιρίας.
V. Πρόταση
65. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Hoge Raad der Nederlanden (Ανώτατο Δικαστήριο Κάτω Χωρών) ως εξής:
Το άρθρο 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού (ΕΕ) 269/2014 του Συμβουλίου, της 17ης Μαρτίου 2014, σχετικά με περιοριστικά μέτρα για ενέργειες που υπονομεύουν ή απειλούν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας, όπως τροποποιήθηκε με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2024/1493 του Συμβουλίου, της 27ης Μαΐου 2024, σε συνδυασμό με το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού,
έχει την έννοια ότι:
η δέσμευση κεφαλαίων, όταν αφορά πιστοποιητικά εταιρικών τίτλων, συνεπάγεται τη δέσμευση των δικαιωμάτων ψήφου και συμμετοχής, υπό οποιαδήποτε μορφή, σε συνελεύσεις των κατόχων των πιστοποιητικών αυτών. Οι μόνες εξαιρέσεις από το εν λόγω μέτρο δέσμευσης προβλέπονται στα άρθρα 2α και 4 έως 7 του κανονισμού και η εφαρμογή ορισμένων από τις εξαιρέσεις αυτές απαιτεί την άδεια της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους.
1 Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 ΕΕ 2014, L 78, σ. 6.
3 ΕΕ L, 2024/1493 (στο εξής: κανονισμός 269/2014).
4 ΕΕ L, 2024/1843.
5 Βλ. αποφάσεις της 17ης Νοεμβρίου 1983, Merck (292/82, EU:C:1983:335, σκέψη 12), της 18ης Οκτωβρίου 2022, IG Metall και ver.di (C‑677/20, EU:C:2022:800, σκέψη 31), και της 4ης Οκτωβρίου 2024, Ministerstvo vnitra České republiky, Odbor azylové a migrační politiky (C‑406/22, EU:C:2024:841, σκέψη 65).
6 Βλ. άρθρο 1, σημείο 2, του κανονισμού (ΕΚ) 2580/2001 του Συμβουλίου, της 27ης Δεκεμβρίου 2001, για τη λήψη ειδικών περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων με σκοπό την καταπολέμηση της τρομοκρατίας (ΕΕ 2001, L 344, σ. 70)· άρθρο 1, σημείο 3, του κανονισμού (ΕΚ) 881/2002 του Συμβουλίου, της 27ης Μαΐου 2002, για την επιβολή συγκεκριμένων περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων που συνδέονται με τον Οσάμα Μπιν Λάντεν, το δίκτυο της Αλ Κάιντα και τους Ταλιμπάν, και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 467/2001 του Συμβουλίου για την απαγόρευση της εξαγωγής ορισμένων αγαθών και υπηρεσιών στο Αφγανιστάν, την ενίσχυση της απαγόρευσης πτήσεων και την παράταση της δέσμευσης κεφαλαίων και άλλων οικονομικών πόρων όσον αφορά τους Ταλιμπάν του Αφγανιστάν (ΕΕ 2002, L 139, σ. 9)· άρθρο 1, σημείο 4, του κανονισμού (ΕΚ) 1210/2003 του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 2003, σχετικά με ορισμένους ειδικούς περιορισμούς στις οικονομικές και χρηματοδοτικές σχέσεις με το Ιράκ και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2465/1996 του Συμβουλίου (ΕΕ 2003, L 169, σ. 6)· άρθρο 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 314/2004 του Συμβουλίου, της 19ης Φεβρουαρίου 2004, για ορισμένα περιοριστικά μέτρα σχετικά με τη Ζιμπάμπουε (ΕΕ 2004, L 55, σ. 1)· άρθρο 1, σημείο 3, του κανονισμού (ΕΚ) 560/2005 του Συμβουλίου, της 12ης Απριλίου 2005, για την επιβολή συγκεκριμένων περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων ενόψει της κατάστασης στην Ακτή Ελεφαντοστού (ΕΕ 2005, L 95, σ. 1)· άρθρο 1, σημείο 3, του κανονισμού (ΕΚ) 1183/2005 του Συμβουλίου, της 18ης Ιουλίου 2005, για την επιβολή συγκεκριμένων περιοριστικών μέτρων κατά των προσώπων που παραβιάζουν το εμπάργκο όπλων έναντι της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (ΕΕ 2005, L 193, σ. 1)· άρθρο 1, σημείο 2, του κανονισμού (ΕΚ) 765/2006 του Συμβουλίου, της 18ης Μαΐου 2006, σχετικά με περιοριστικά μέτρα εις βάρος του Προέδρου Λουκασένκο και ορισμένων αξιωματούχων της Λευκορωσίας (ΕΕ 2006, L 134, σ. 1)· άρθρο 1, στοιχείο ηʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 423/2007 του Συμβουλίου, της 19ης Απριλίου 2007, σχετικά με ορισμένα περιοριστικά μέτρα κατά του Ιράν (ΕΕ 2007, L 103, σ. 1)· άρθρο 1, στοιχείο θʹ, του κανονισμού (ΕΕ) 961/2010 του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2010, σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά του Ιράν και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 423/2007 (ΕΕ 2010, L 281, σ. 1)· άρθρο 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού (ΕΕ) 204/2011 του Συμβουλίου, της 2ας Μαρτίου 2011, σχετικά με περιοριστικά μέτρα λόγω της κατάστασης στη Λιβύη (ΕΕ 2011, L 58, σ. 1), καθώς και άρθρο 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού (ΕΕ) 270/2011 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 2011, για περιοριστικά μέτρα κατά ορισμένων προσώπων, οντοτήτων και φορέων λόγω της κατάστασης στην Αίγυπτο (ΕΕ 2011, L 76, σ. 4).
7 Βλ. άρθρο 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 194/2008 του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 2008, για την ανανέωση της ισχύος και την ενίσχυση των περιοριστικών μέτρων κατά της Βιρμανίας/Μιανμάρ και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 817/2006 (ΕΕ 2008, L 66, σ. 1)· άρθρο 1, σημείο 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού (ΕΕ) 1286/2009 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2009, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 881/2002 για την επιβολή συγκεκριμένων περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων που συνδέονται με τον Οσάμα Μπιν Λάντεν, το δίκτυο της Αλ Κάιντα και τους Ταλιμπάν (ΕΕ 2009, L 346, σ. 42)· άρθρο 1, στοιχείο θʹ, του κανονισμού (ΕΕ) 36/2012 του Συμβουλίου, της 18ης Ιανουαρίου 2012, σχετικά με περιοριστικά μέτρα λόγω της κατάστασης στη Συρία και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 442/2011 (ΕΕ 2012, L 16, σ. 1), καθώς και άρθρο 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού (ΕΕ) 208/2014 του Συμβουλίου, της 5ης Μαρτίου 2014, σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά ορισμένων προσώπων, οντοτήτων και φορέων ενόψει της κατάστασης στην Ουκρανία (ΕΕ 2014, L 66, σ. 1).
8 Βλ. άρθρο 1, στοιχείο ιαʹ, του κανονισμού (ΕΕ) 267/2012 του Συμβουλίου, της 23ης Μαρτίου 2012, σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά του Ιράν και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 961/2010 (ΕΕ 2012, L 88, σ. 1), καθώς και άρθρο 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού (ΕΕ) 2016/44 του Συμβουλίου, της 18 Ιανουαρίου 2016, σχετικά με περιοριστικά μέτρα λόγω της κατάστασης στη Λιβύη και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 204/2011 (ΕΕ 2016, L 12, σ. 1).
9 Ήτοι πλην των κανονισμών 2580/2001, 881/2002 και 1210/2003.
10 Ήτοι στον κανονισμό 423/2007.
11 Βλ. απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 2021, Bank Sepah (C‑340/20, EU:C:2021:903, σκέψη 45).
12 Βλ. απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 2021, Bank Sepah (C‑340/20, EU:C:2021:903, σκέψη 56).
13 Βλ. απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 2021, Bank Sepah (C‑340/20, EU:C:2021:903, σκέψη 43).
14 Βλ. αποφάσεις της 25ης Ιουνίου 2020, VTB Bank κατά Συμβουλίου (C‑729/18 P, EU:C:2020:499, σκέψη 59), και της 15ης Νοεμβρίου 2023, OT κατά Συμβουλίου (T‑193/22, EU:T:2023:716, σκέψη 49 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
15 Απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 2021, Bank Sepah (C‑340/20, EU:C:2021:903, σκέψη 56).
16 Το δικαίωμα συμμετοχής σε συνελεύσεις περιλαμβάνει το δικαίωμα ερωτήσεων, το δικαίωμα να ζητηθεί η εγγραφή ζητημάτων στην ημερήσια διάταξη, το δικαίωμα αυτοπρόσωπης ή εξ αποστάσεως παράστασης σε συνέλευση και το δικαίωμα συνυπολογισμού στην απαρτία.
17 Βλ. απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2023, Pumpyanskiy κατά Συμβουλίου (T‑270/22, EU:T:2023:490, σκέψη 81), κατά της οποίας ασκήθηκε αναίρεση (βλ. εκκρεμή επί του παρόντος υπόθεση Pumpyanskiy κατά Συμβουλίου, C‑696/23 P).
18 Βλ. απόφαση της 13ης Μαρτίου 2025, PKK κατά Συμβουλίου (C‑44/23 P, EU:C:2025:181, σκέψεις 134 έως 136 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
19 Βλ. σημείο 35 των παρουσών προτάσεων.
20 Βλ. άρθρο 14, παράγραφος 4, του κανονισμού 269/2014.
21 Βλ. άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 269/2014.
22 Βλ. άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 269/2014.
23 Βλ. άρθρο 15, παράγραφος 1, του κανονισμού 269/2014.
24 Βλ. σημεία 55 και 56 των παρουσών προτάσεων.
25 Βλ. άρθρο 7, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 269/2014.
26 Βλ. σημείο 57 των παρουσών προτάσεων.
27 Ενοποιημένη έκθεση ερωτήσεων σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού 833/2014 του Συμβουλίου, του κανονισμού 269/2014 του Συμβουλίου, του κανονισμού (ΕΕ) 692/2014 του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΕ) 2022/263 του Συμβουλίου διατίθεται στην αγγλική γλώσσα στην ακόλουθη διαδικτυακή διεύθυνση: https://finance.ec.europa.eu/publications/consolidated-version_en. Βλ., ειδικότερα, μέρος B, 1, με τίτλο «Δέσμευση περιουσιακών στοιχείων και απαγόρευση διάθεσης κεφαλαίων και οικονομικών πόρων», ερώτηση 15 (σ. 33).
28 Βλ. αιτιολογική σκέψη 3 της οδηγίας 2007/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2007, για την άσκηση ορισμένων δικαιωμάτων από μετόχους εισηγμένων εταιρειών (ΕΕ 2007, L 184, σ. 17).