Προσωρινό κείμενο

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

MACIEJ SZPUNAR

της 26ης Ιουνίου 2025 (1)

Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C364/24 και C393/24

Giorgio Fidenato, ενεργών ιδίω ονόματι και ως ιδιοκτήτης της γεωργικής εκμετάλλευσης «In Trois»

κατά

Ministero dell’Agricoltura, della Sovranità Alimentare e delle Foreste,

παρισταμένου του:

WX, ενεργούντος ιδίω ονόματι και ως ιδιοκτήτη της γεωργικής εκμετάλλευσης Li Pocis di WX (C364/24)

[αίτηση του Consiglio di Stato (Συμβουλίου της Επικρατείας, Ιταλία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

και

Giorgio Fidenato, ενεργών ιδίω ονόματι και ως ιδιοκτήτης της γεωργικής εκμετάλλευσης «In Trois»

κατά

Ministero dell’Agricoltura, della Sovranità Alimentare e delle Foreste (C393/24)

[αίτηση του Tribunale di Udine (πρωτοδικείου Ούντινε, Ιταλία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

« Προδικαστική παραπομπή – Σκόπιμη ελευθέρωση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών στο περιβάλλον – Οδηγία 2001/18/ΕΚ – Άρθρο 26γ, παράγραφος 3 – Εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2016/321 – Απαγόρευση καλλιέργειας γενετικώς τροποποιημένου αραβοσίτου MON 810 στην Ιταλία – Κύρος »






I.      Εισαγωγή

1.        Όπως φαίνεται, η καλλιέργεια των γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών (ΓΤΟ) δεν έχει τύχει ιδιαίτερης απήχησης εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συγκεκριμένα, 35 έτη κατόπιν της πρώτης εναρμονίσεως των διατάξεων σχετικά με τη σκόπιμη ελευθέρωση ΓΤΟ στο περιβάλλον (2), έχει εγκριθεί και εξακολουθεί να επιτρέπεται στην Ένωση η καλλιέργεια μίας μόνον ποικιλίας ΓΤΟ: του γενετικώς τροποποιημένου αραβοσίτου MON 810 της επιχείρησης Monsanto (στο εξής: αραβόσιτος MON 810) (3). Επιπλέον, η σχετική έγκριση δεν είχε τύχει της ίδιας υποδοχής από τα κράτη μέλη. Συγκεκριμένα, ορισμένα κράτη μέλη είχαν λάβει μέτρα για τον περιορισμό ή την απαγόρευση της εν λόγω καλλιέργειας κάνοντας χρήση διαφόρων διατάξεων του πρωτογενούς και του παράγωγου δικαίου της Ένωσης (4).

2.        Στο πλαίσιο της ως άνω κατάστασης, το 2015 ο νομοθέτης της Ένωσης αποφάσισε, κατ’ ουσίαν, να αφήσει τα κράτη μέλη ελεύθερα να αποφασίσουν αν επιθυμούν να περιορίσουν ή να απαγορεύσουν την καλλιέργεια ΓΤΟ εντός του εδάφους τους, υπό τη μόνη προϋπόθεση να εξασφαλίσουν τη συγκατάθεση του οικείου επιχειρηματία. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός συστήματος «επιλεκτικής καλλιέργειας» των ΓΤΟ στην Ένωση (5), στο πλαίσιο του οποίου πλείονα κράτη μέλη (6) έχουν περιορίσει ή απαγορεύσει την καλλιέργεια του αραβοσίτου MON 810 στο σύνολο ή σε μέρος του εδάφους τους.

3.        Δέκα χρόνια αργότερα, το Δικαστήριο καλείται, με τις υπό κρίση αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως, να εκτιμήσει το κύρος των διατάξεων που προβλέπουν την εν λόγω «επιλεκτική καλλιέργεια» των ΓΤΟ και τη νομιμότητα της απαγόρευσης καλλιέργειας του αραβοσίτου MON 810 που επιβλήθηκε στην Ιταλία βάσει των εν λόγω διατάξεων.

II.    Το νομικό πλαίσιο

Α.      Το δίκαιο της Ένωσης

1.      Η οδηγία 2001/18/ΕΚ

4.        Η αιτιολογική σκέψη 4 της οδηγίας 2001/18/ΕΚ (7) έχει ως εξής:

«Οι ζώντες οργανισμοί που ελευθερώνονται στο περιβάλλον σε μεγάλες ή μικρές ποσότητες, είτε για πειραματικούς σκοπούς είτε ως εμπορικά προϊόντα, είναι δυνατό να αναπαραχθούν στο περιβάλλον και να διασχίσουν εθνικά σύνορα, θίγοντας με τον τρόπο αυτό τα άλλα κράτη μέλη. Οι συνέπειες μιας τέτοιας ελευθέρωσης μπορεί να είναι αμετάκλητες.»

5.        Το άρθρο 1 της εν λόγω οδηγίας προβλέπει τα εξής:

«Σύμφωνα με την αρχή της προφύλαξης, στόχος της παρούσας οδηγίας είναι η προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών και η προστασία της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος κατά:

[...]

–        τη διάθεση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών στην αγορά ως προϊόντων ή εντός προϊόντων εντός της Κοινότητας.»

6.        Το άρθρο 22 της ίδιας οδηγίας προβλέπει τα ακόλουθα:

«Με την επιφύλαξη του άρθρου 23, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να απαγορεύουν, να περιορίζουν ή να παρεμποδίζουν τη διάθεση στην αγορά ΓΤΟ ως προϊόντων ή εντός προϊόντων οι οποίοι ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας.»

7.        Το άρθρο 33 της οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Κυρώσεις», ορίζει τα εξής:

«Τα κράτη μέλη ορίζουν τις κυρώσεις που εφαρμόζονται σε περίπτωση παραβάσεως των εθνικών διατάξεων οι οποίες θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία. Οι κυρώσεις αυτές πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.»

8.        Η οδηγία 2001/18 τροποποιήθηκε, μεταξύ άλλων, με την οδηγία (EE) 2015/412 (8).

9.        Οι αιτιολογικές σκέψεις 5 έως 8 της οδηγίας 2015/412 έχουν ως εξής:

«(5)      Αν ένας ΓΤΟ εγκριθεί για σκοπούς καλλιέργειας σύμφωνα με το νομοθετικό πλαίσιο της Ένωσης για τους ΓΤΟ και συμμορφώνεται, όσον αφορά την ποικιλία που πρόκειται να διατεθεί στην αγορά, με τις απαιτήσεις της νομοθεσίας της Ένωσης περί εμπορίας σπόρων σποράς και φυτικού πολλαπλασιαστικού υλικού, τα κράτη μέλη δεν επιτρέπεται να απαγορεύουν, να περιορίζουν ή να εμποδίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία του στην επικράτειά τους, παρά μόνον υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπει η νομοθεσία της Ένωσης.

(6)      Η πείρα κατέδειξε ότι η καλλιέργεια ΓΤΟ αντιμετωπίζεται αποτελεσματικότερα σε επίπεδο κρατών μελών. Ζητήματα διάθεσης στην αγορά και εισαγωγών ΓΤΟ θα πρέπει να συνεχίσουν να ρυθμίζονται νομοθετικά σε επίπεδο Ένωσης, ώστε να διαφυλαχθεί η εσωτερική αγορά. Η καλλιέργεια μπορεί ωστόσο να απαιτεί περισσότερη ευελιξία σε ορισμένες περιπτώσεις, καθόσον αποτελεί ζήτημα με έντονη εθνική, περιφερειακή και τοπική διάσταση επειδή συνδέεται με τη χρήση του εδάφους, τις τοπικές γεωργικές δομές και την προστασία ή διατήρηση βιότοπων, οικοσυστημάτων και τοπίων. Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 2 της [ΣΛΕΕ], παρέχεται η δυνατότητα στα κράτη μέλη να εγκρίνουν νομικά δεσμευτικές πράξεις για τον περιορισμό ή την απαγόρευση της καλλιέργειας ΓΤΟ στην επικράτειά τους, εφόσον αυτοί οι ΓΤΟ έχουν εγκριθεί νομίμως για διάθεση στην αγορά της Ένωσης. Ωστόσο, η κοινή διαδικασία έγκρισης [...] δεν θα πρέπει να θιγεί από αυτή την ευελιξία.

(7)      Κατά το παρελθόν, για να περιορίσουν ή να απαγορεύσουν την καλλιέργεια ΓΤΟ, ορισμένα κράτη μέλη προσέφυγαν στις ρήτρες διασφάλισης και στα μέτρα έκτακτης ανάγκης του άρθρου 23 της [οδηγίας 2001/18] και του άρθρου 34 του [κανονισμού 1829/2003] [(9)], βασιζόμενα, ανάλογα με την περίπτωση, σε νέες ή πρόσθετες πληροφορίες που κατέστησαν διαθέσιμες μετά την ημερομηνία της συγκατάθεσης και που επηρεάζουν την αξιολόγηση περιβαλλοντικών κινδύνων, ή στην επαναξιολόγηση υφιστάμενων πληροφοριών. Άλλα κράτη μέλη προσέφυγαν στη διαδικασία κοινοποίησης του άρθρου 114 παράγραφοι 5 και 6 ΣΛΕΕ, που απαιτούν παρουσίαση νέων επιστημονικών στοιχείων για την προστασία του περιβάλλοντος ή του χώρου εργασίας. Επιπλέον, η διαδικασία λήψης αποφάσεων αποδείχθηκε ιδιαίτερα δυσχερής για την καλλιέργεια ΓΤΟ, καθώς εκφράστηκαν ανησυχίες σε εθνικό επίπεδο που δεν αφορούν μόνο θέματα συνδεδεμένα με την ασφάλεια των ΓΤΟ για την υγεία ή το περιβάλλον.

(8)      Κατόπιν τούτου, κρίνεται σκόπιμο να δοθεί στα κράτη μέλη, σύμφωνα και με την αρχή της επικουρικότητας, περισσότερη ευελιξία να αποφασίζουν κατά πόσον επιθυμούν ή όχι να διατηρούν καλλιέργειες ΓΤΟ στην επικράτειά τους, χωρίς να επηρεάζεται η αξιολόγηση κινδύνων που προβλέπεται στο ενωσιακό σύστημα εγκρίσεων ΓΤΟ, είτε κατά είτε μετά τη διαδικασία έγκρισης και ανεξάρτητα από τα μέτρα που δικαιούνται ή υποχρεούνται να λαμβάνουν τα κράτη μέλη που καλλιεργούν ΓΤΟ κατ’ εφαρμογή της [οδηγίας 2001/18] για να προλαμβάνουν την ακούσια παρουσία των ΓΤΟ σε άλλα προϊόντα. Με την παροχή αυτής της δυνατότητας στα κράτη μέλη είναι πιθανόν να βελτιωθεί η διαδικασία εγκρίσεων των ΓΤΟ και, ταυτοχρόνως, να διασφαλισθεί η ελευθερία επιλογής καταναλωτών, γεωργών και επιχειρηματιών ενώ προσφέρεται μεγαλύτερη σαφήνεια στα ενδιαφερόμενα μέρη όσον αφορά την καλλιέργεια ΓΤΟ στην Ένωση. Η παρούσα οδηγία αναμένεται έτσι να διευκολύνει την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.»

10.      Με το άρθρο 1, σημείο 2, της εν λόγω οδηγίας προστέθηκαν στην οδηγία 2001/18 τα άρθρα 26β και 26γ (στο εξής: επίμαχες διατάξεις).

11.      Η οδηγία 2001/18, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2015/412 (στο εξής: οδηγία 2001/18), προβλέπει στις παραγράφους 1 έως 3 και 8 του άρθρου 26β, το οποίο φέρει τον τίτλο «Καλλιέργεια», τα εξής:

«1.      Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας έγκρισης ενός συγκεκριμένου ΓΤΟ ή κατά τη διάρκεια της ανανέωσης μιας συγκατάθεσης/έγκρισης, ένα κράτος μέλος μπορεί να ζητήσει να αναπροσαρμοστεί το γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής της γραπτής συγκατάθεσης ή έγκρισης, ώστε να αποκλεισθεί από την καλλιέργεια το σύνολο ή τμήμα της επικράτειας αυτού του κράτους μέλους. Το αίτημα αυτό ανακοινώνεται στην Επιτροπή [...]. Η Επιτροπή υποβάλλει αμελλητί το αίτημα του κράτους μέλους στον κοινοποιούντα/αιτούντα και στα άλλα κράτη μέλη. [...]

2.      Εντός 30 ημερών από την υποβολή του αιτήματος αυτού από την Επιτροπή, ο κοινοποιών/αιτών μπορεί να αναπροσαρμόσει ή να επιβεβαιώσει το γεωγραφικό πεδίο της αρχικής κοινοποίησης/αίτησής του.

Σε περίπτωση απουσίας επιβεβαίωσης, η αναπροσαρμογή του γεωγραφικού πεδίου εφαρμογής της κοινοποίησης/αίτησης υλοποιείται [...].

[...]

3.      Σε περίπτωση που δεν έχει υποβληθεί αίτημα σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, ή εάν ο κοινοποιών/αιτών έχει επιβεβαιώσει το γεωγραφικό πεδίο της αρχικής κοινοποίησης/αίτησής του, το κράτος μέλος μπορεί να θεσπίσει μέτρα που περιορίζουν ή απαγορεύουν την καλλιέργεια στο σύνολο ή σε τμήμα της επικράτειάς του ενός ΓΤΟ ή ομάδας ΓΤΟ που προσδιορίζονται από την καλλιεργητική ποικιλία ή χαρακτηριστικό, που έχουν άλλοτε εγκριθεί κατ’ εφαρμογή του μέρους Γ της παρούσας οδηγίας ή του [κανονισμού 1829/2003], υπό τον όρο ότι τα εν λόγω μέτρα συνάδουν με το ενωσιακό δίκαιο, είναι αιτιολογημένα, αναλογικά και δεν εισάγουν διακρίσεις και, επιπλέον, βασίζονται σε επιτακτικούς λόγους, όπως λόγους σχετικούς με

α)      στόχους περιβαλλοντικής πολιτικής·

β)      την πολεοδομία και χωροταξία·

γ)      χρήσεις γης·

δ)      κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις·

ε)      την αποφυγή παρουσίας ΓΤΟ σε άλλα προϊόντα με την επιφύλαξη του άρθρου 26α·

στ)      στόχους γεωργικής πολιτικής·

ζ)      τη δημόσια πολιτική.

[...]

8.      Τα μέτρα που εγκρίνονται βάσει του παρόντος άρθρου δεν θίγουν την ελεύθερη κυκλοφορία εγκεκριμένων ΓΤΟ ως προϊόντων ή εντός προϊόντων.»

12.      Το άρθρο 26γ της εν λόγω οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Μεταβατικά μέτρα», ορίζει τα εξής:

«1.      Από τις 2 Απριλίου 2015 έως τις 3 Οκτωβρίου 2015, ένα κράτος μέλος μπορεί να ζητήσει να αναπροσαρμοστεί το γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής της κοινοποίησης/αίτησης που είχε κατατεθεί ή της έγκρισης που είχε εκδοθεί βάσει της παρούσας οδηγίας ή του [κανονισμού 1829/2003] πριν από τις 2 Απριλίου 2015. Η Επιτροπή υποβάλλει αμελλητί το αίτημα του κράτους μέλους στον κοινοποιούντα/αιτούντα και στα άλλα κράτη μέλη.

2.      Σε περίπτωση που η κοινοποίηση/αίτηση εκκρεμεί και ο κοινοποιών/αιτών δεν έχει επιβεβαιώσει το γεωγραφικό πεδίο της αρχικής του κοινοποίησης/αίτησης εντός 30 ημερών από την ανακοίνωση του αιτήματος που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, αναπροσαρμόζεται το γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής της κοινοποίησης/αίτησής του αναλόγως. [...]

3.      Αν η έγκριση έχει ήδη εκδοθεί, και ο κάτοχος της έγκρισης δεν έχει επιβεβαιώσει το γεωγραφικό της πεδίο εντός 30 ημερών από την ανακοίνωση του αιτήματος που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, η έγκριση τροποποιείται αναλόγως. Εάν πρόκειται για γραπτή συγκατάθεση βάσει της παρούσας οδηγίας, η αρμόδια αρχή τροποποιεί το γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής της συγκατάθεσης και ενημερώνει την Επιτροπή, τα κράτη μέλη και τον κάτοχο της έγκρισης, μόλις αυτό ολοκληρωθεί. Εάν πρόκειται για έγκριση βάσει του [κανονισμού 1829/2003], η Επιτροπή τροποποιεί την απόφαση περί εγκρίσεως αναλόγως, χωρίς να εφαρμόσει τη διαδικασία του άρθρου 35 παράγραφος 2 του εν λόγω κανονισμού. Η Επιτροπή ενημερώνει τα κράτη μέλη και τον κάτοχο της έγκρισης.

4.      Αν δεν υποβλήθηκε αίτημα σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου ή εάν ένας κοινοποιών/αιτών ή, ανάλογα με την περίπτωση, ένας κάτοχος έγκρισης έχει επιβεβαιώσει το γεωγραφικό πεδίο της αρχικής του αίτησης ή, ανάλογα με την περίπτωση, έγκρισης, εφαρμόζεται κατ’ αναλογία το άρθρο 26β παράγραφοι 3 ως 8.

5.      Το παρόν άρθρο δεν θίγει την καλλιέργεια οιωνδήποτε εγκεκριμένων ΓΤΟ σπόρων σποράς και φυτικού πολλαπλασιαστικού υλικού, που φυτεύτηκαν νομότυπα πριν από τον περιορισμό ή την απαγόρευση της καλλιέργειας του ΓΤΟ στο κράτος μέλος.

6.      Τα μέτρα που εγκρίνονται βάσει του παρόντος άρθρου δεν θίγουν την ελεύθερη κυκλοφορία εγκεκριμένων ΓΤΟ ως προϊόντων ή εντός προϊόντων.»

2.      Η εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2016/321

13.      Η εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2016/321 (10), η οποία εκδόθηκε βάσει του άρθρου 26γ, παράγραφος 3, της οδηγίας 2001/18, ορίζει στο άρθρο 1 ότι «[η] καλλιέργεια του [αραβοσίτου MON 810] απαγορεύεται στις περιοχές που παρατίθενται στο παράρτημα της παρούσας απόφασης».

14.      Στις περιοχές που παρατίθενται στο παράρτημα της εν λόγω εκτελεστικής απόφασης περιλαμβάνεται στο σημείο 8 η Ιταλία.

3.      Ο κανονισμός 1829/2003

15.      Ο κανονισμός 1829/2003 συμπληρώνει το ισχύον νομικό πλαίσιο για τους ΓΤΟ που προορίζονται για καλλιέργεια στο σύνολο της Ένωσης ως σπόροι σποράς ή ως άλλο φυτικό πολλαπλασιαστικό υλικό. Κατά το άρθρο του 1, στοιχείο αʹ, σκοπός του εν λόγω κανονισμού είναι «να αποτελέσει τη βάση για την εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας της ζωής και της υγείας του ανθρώπου, της υγείας και της καλής διαβίωσης των ζώων, του περιβάλλοντος και των συμφερόντων των καταναλωτών σε σχέση με τα γενετικώς τροποποιημένα τρόφιμα και τις γενετικώς τροποποιημένες ζωοτροφές, εξασφαλίζοντας παράλληλα την αποτελεσματική λειτουργία της εσωτερικής αγοράς».

16.      Το άρθρο 34 του κανονισμού 1829/2003 προβλέπει τη λήψη μέτρων έκτακτης ανάγκης «[ό]ταν είναι προφανές ότι προϊόντα που έχουν εγκριθεί από τον [εν λόγω] κανονισμό ή δυνάμει αυτού είναι πιθανό να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο την υγεία του ανθρώπου, την υγεία των ζώων ή το περιβάλλον, ή όταν, βάσει γνώμης της [Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων] (EFSA)] […], προκύπτει η ανάγκη αναστολής ή κατεπείγουσας τροποποίησης μιας έγκρισης».

Β.      Το ιταλικό δίκαιο

17.      Το άρθρο 35 bis του decreto legislativo n. 224 – Attuazione della direttiva 2001/18/CE concernente l’emissione deliberata nell’ambiente di organismi geneticamente modificati (νομοθετικού διατάγματος 224 περί μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο της οδηγίας 2001/18 για τη σκόπιμη ελευθέρωση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών στο περιβάλλον), της 8ης Ιουλίου 2003 (11), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης της κύριας δίκης (στο εξής: νομοθετικό διάταγμα 224/2003), φέρει τον τίτλο «Κυρώσεις σχετικές με τον τίτλο III-bis» και ορίζει στις παραγράφους 1 έως 3 τα εξής:

«1.      Εκτός εάν η πράξη συνιστά ποινικό αδίκημα, τιμωρείται με διοικητικό πρόστιμο ύψους 25 000 έως 75 000 ευρώ όποιος παραβαίνει

a)      τις απαγορεύσεις καλλιεργειών που επιβλήθηκαν με την αναπροσαρμογή του γεωγραφικού πεδίου εφαρμογής που καθορίστηκε, στις προβλεπόμενες περιπτώσεις, με οποιοδήποτε από τα ακόλουθα μέτρα:

1)      την έγκριση που χορηγεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, κατά την έννοια των άρθρων 7 και 19 του [κανονισμού 1829/2003]·

2)      τη συγκατάθεση που χορηγεί η αρμόδια εθνική αρχή κράτους μέλους, κατά την έννοια των άρθρων 15, 17 και 18 της [οδηγίας 2001/18]·

3)      τη συγκατάθεση που χορηγεί η αρμόδια εθνική αρχή του άρθρου 2, παράγραφος 1, κατά την έννοια του άρθρου 18, παράγραφος 1, και, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις, την απόφαση που εκδίδει η ίδια αρχή, κατά την έννοια του άρθρου 18, παράγραφος 3·

b)      τις απαγορεύσεις καλλιεργειών που επιβάλλονται κατά την έννοια του άρθρου 26-quater, παράγραφος 6·

c)      τις προσωρινές απαγορεύσεις φύτευσης του συγκεκριμένου ΓΤΟ ή των συγκεκριμένων ΓΤΟ που προβλέπονται στο άρθρο 26-quater, παράγραφος 5, στοιχείο b, και στο άρθρο 26-sexies, παράγραφος 3.

2.      Στον παραβάτη επιβάλλεται, με διάταξη-εντολή, η παρεπόμενη διοικητική κύρωση της αναστολής, για ανώτατο χρονικό διάστημα έξι μηνών, της δυνατότητας καλλιέργειας ΓΤΟ η οποία παρασχέθηκε με τις αποφάσεις περί διάθεσης στην αγορά.

3.      Όποιος παραβαίνει τις απαγορεύσεις της παραγράφου 1 υποχρεούται να καταστρέψει τις καλλιέργειες ΓΤΟ που φυτεύτηκαν παρανόμως και να επαναφέρει τα εδάφη στην προτέρα κατάσταση με δικές του δαπάνες από κοινού με τον κύριο και με τους έχοντες εμπράγματα ή ενοχικά δικαιώματα χρήσης της έκτασης γης, στους οποίους καταλογίζεται η εν λόγω παράβαση από δόλο ή πταίσμα, βάσει των διαπιστώσεων των επιφορτισμένων με τον έλεγχο προσώπων, κατόπιν ακρόασης των ενδιαφερομένων. Η Αρχή της παραγράφου 4 καθορίζει με διάταξη τις αναγκαίες προς τούτο ενέργειες και τάσσει την προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να εκτελεστούν, εάν δε η προθεσμία παρέλθει άπρακτη προβαίνει στην εκτέλεση εις βάρος των υπόχρεων και στην ανάκτηση των προκαταβληθέντων ποσών.»

III. Οι διαφορές των κύριων δικών, τα προδικαστικά ερωτήματα και η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία

Α.      Η υπόθεση C364/24

18.      Ο αναιρεσείων της κύριας δίκης, G. Fidenato, είναι ιδιοκτήτης της γεωργικής εκμετάλλευσης «In Trois», με έδρα την Arba (επαρχία Pordenone, Ιταλία). Το 2021, παρά την ισχύουσα στην Ιταλία απαγόρευση, ο αναιρεσείων της κύριας δίκης άρχισε να καλλιεργεί, σε τμήμα του εδάφους της γεωργικής εκμετάλλευσης, αραβόσιτο MON 810.

19.      Στις 8 Σεπτεμβρίου 2021 διενεργήθηκε έλεγχος στα εν λόγω εδάφη και λήφθηκαν δείγματα. Με την απόφαση αριθ. 511800, της 14ης Οκτωβρίου 2021, το Ministero delle Politiche Agricole, Alimentari e Forestali (Υπουργείο Γεωργικής Πολιτικής, Τροφίμων και Δασών, Ιταλία) διαπίστωσε ότι η ανάλυση των ληφθέντων δειγμάτων κατέδειξε την παρουσία ΓΤΟ και διέταξε τον αναιρεσείοντα της κύριας δίκης, δυνάμει του άρθρου 35 bis του νομοθετικού διατάγματος 224/2003, να καταστρέψει, διά τεμαχισμού και ενταφιασμού, τις καλλιέργειες ΓΤΟ που είχε φυτεύσει παρανόμως στα εν λόγω εδάφη, καθώς και να τα επαναφέρει στην προτέρα κατάσταση με δικές του δαπάνες, εντός πέντε ημερών. Στις 19 Οκτωβρίου 2021, έχοντας διαπιστώσει ότι ο αναιρεσείων της κύριας δίκης δεν συμμορφώθηκε προς την προμνησθείσα απόφαση, το προσωπικό της Forestale (Κρατικής Δασικής Υπηρεσίας, Ιταλία) κατέστρεψε τα φυτάρια αραβοσίτου MON 810.

20.      Ο αναιρεσείων της κύριας δίκης άσκησε προσφυγή κατά της προμνημονευθείσας απόφασης ενώπιον του Tribunale amministrativo regionale per il Friuli Venezia Giulia (διοικητικού πρωτοδικείου Περιφέρειας Φριούλι – Βενέτσια Τζούλια, Ιταλία) υποστηρίζοντας ότι η απόφαση εκδόθηκε βάσει κανόνων που αντιτίθενται στο πρωτογενές δίκαιο της Ένωσης και στην έννομη τάξη της. Το εν λόγω δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή.

21.      Ο αναιρεσείων της κύριας δίκης άσκησε αναίρεση ενώπιον του Consiglio di Stato (Συμβουλίου της Επικρατείας, Ιταλία), αιτούντος δικαστηρίου, στο πλαίσιο της οποίας υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι η οδηγία 2001/18 είναι ανίσχυρη, καθόσον επιτρέπει σε κράτος μέλος να επιβάλλει απαγόρευση καλλιέργειας εγκεκριμένου ΓΤΟ, εν προκειμένω του αραβοσίτου MON 810, βάσει απλής μη αιτιολογημένης αίτησης προς τον κάτοχο της έγκρισης. Ο αναιρεσείων της κύριας δίκης υποστηρίζει επίσης ότι η εν λόγω απαγόρευση συνιστά δυσανάλογο περιορισμό της επιχειρηματικής ελευθερίας.

22.      Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν η προβλεπόμενη από τις επίμαχες διατάξεις δυνατότητα των κρατών μελών να απαγορεύουν την καλλιέργεια ΓΤΟ στο έδαφός τους, χωρίς η εν λόγω απαγόρευση να δικαιολογείται από υγειονομικούς ή περιβαλλοντικούς λόγους, συνάδει με το πρωτογενές δίκαιο της Ένωσης και, ειδικότερα, με τις θεμελιώδεις ελευθερίες της εσωτερικής αγοράς, την επιχειρηματική ελευθερία και, εν γένει, με την αρχή της αναλογικότητας. Το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ότι ενδεχόμενο ζήτημα κύρους των επίμαχων διατάξεων μπορεί να επηρεάζει και το κύρος της εκτελεστικής απόφασης 2016/321.

23.      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Consiglio di Stato (Συμβούλιο της Επικρατείας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Συνάδουν [οι επίμαχες διατάξεις] με το άρθρο 34 του [κανονισμού 1829/2003], το άρθρο 3 ΣΕΕ, τα άρθρα 2, 3, 26, 34, 35 και 36 ΣΛΕΕ, και τα άρθρα 16 και 52 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης;

2)      Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, μπορεί το αιτούν δικαστήριο να αφήσει ανεφάρμοστη ή να κρίνει ανίσχυρη την [εκτελεστική απόφαση 2016/321], η οποία εκδόθηκε βάσει του άρθρου 26γ της [οδηγίας 2001/18], λόγω διαπίστωσης της αντίθεσης του εν λόγω άρθρου προς τους κανόνες υπέρτερης τυπικής ισχύος [Συνθηκών ΕΕ και ΛΕΕ];»

Β.      Η υπόθεση C393/24

24.      Στο πλαίσιο χωριστής διαδικασίας, ιταλική διοικητική αρχή (12) επέβαλε, με διάταξη-εντολή της 19ης Ιουνίου 2023, στον ανακόπτοντα της κύριας δίκης, G. Fidenato, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 35 bis, παράγραφος 1, στοιχείο a, του νομοθετικού διατάγματος 224/2003, διοικητικό πρόστιμο ύψους 50 000 ευρώ λόγω παράβασης της απαγόρευσης καλλιέργειας στην Ιταλία του αραβοσίτου MON 810.

25.      Με δικόγραφο που κατέθεσε στις 18 Ιουλίου 2023, ο ανακόπτων της κύριας δίκης άσκησε ανακοπή κατά της προμνησθείσας διάταξης-εντολής ενώπιον του Tribunale di Udine (πρωτοδικείου Ούντινε, Ιταλία), αιτούντος δικαστηρίου, αρμόδιου να αποφανθεί επί της ανακοπής η οποία αφορά ποσό ύψους 25 000 ευρώ, που αντιστοιχεί στην κύρωση που επιβλήθηκε για τη σπορά ΓΤΟ στην επαρχία Ούντινε.

26.      Το αιτούν δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες, μεταξύ άλλων, όσον αφορά το κύρος της οδηγίας 2001/18 και της εκτελεστικής απόφασης 2016/321 εξεταζόμενο υπό το πρίσμα των θεμελιωδών αρχών των Συνθηκών ΕΕ και ΛΕΕ. Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν η απαγόρευση χρήσης των εγκεκριμένων σπόρων είναι σύμφωνη με την εσωτερική αγορά, αν συνιστά μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος με ποσοτικούς περιορισμούς και αν το εν λόγω μέτρο συνάδει με το άρθρο 36 ΣΛΕΕ. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί επίσης διευκρινίσεις σχετικά με το κύρος των επίμαχων διατάξεων ως προς τα άρθρα 16, 18, 21 και 52 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) και ως προς τις διεθνείς συμφωνίες που έχει συνάψει η Ένωση.

27.      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Tribunale di Udine (πρωτοδικείο Ούντινε) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Συνάδουν με την αρχή της αποφυγής διακρίσεων μεταξύ εθνικών και μη εθνικών προϊόντων, την αρχή της αναλογικότητας, καθώς και με το άρθρο 34, το άρθρο 36 και το άρθρο 216, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ οι [επίμαχες διατάξεις] και η επακόλουθη [εκτελεστική απόφαση 2016/321];

2)      Συνάδουν με τα άρθρα 16 και 52 του [Χάρτη] οι [επίμαχες διατάξεις] και η επακόλουθη [εκτελεστική απόφαση 2016/321];

3)      Συνάδουν με το άρθρο 18 ΣΛΕΕ και το άρθρο 21 του Χάρτη οι [επίμαχες διατάξεις] και η επακόλουθη [εκτελεστική απόφαση 2016/321], δεδομένου ότι η αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων αποτελεί πυλώνα της ΕΕ;

Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στα ανωτέρω προδικαστικά ερωτήματα:

[...]

4)      Έχει η [εκτελεστική απόφαση 2016/321] την έννοια ότι αιτήματα περιορισμού του δικαιώματος καλλιέργειας των σπόρων [αραβοσίτου MON 810] επιτρέπονται και είναι σύμφωνα προς [τις Συνθήκες ΕΕ και ΛΕΕ] αποκλειστικά και μόνον για τους λόγους που μνημονεύονται στο άρθρο 26β, παράγραφος 3, στοιχεία αʹ έως ζʹ, της [οδηγίας 2001/18] ή τέτοια αιτήματα επιτρέπονται επίσης, δυνάμει της μεταβατικής ρύθμισης του άρθρου 26γ της [εν λόγω οδηγίας], για άλλους λόγους, μεταξύ άλλων οικονομικής φύσεως, ακόμη και για λόγους που διαφέρουν από κράτος σε κράτος;

[...]

5)      [...] Υπό το πρίσμα του συνόλου των κανόνων που διέπουν τους ΓΤΟ στην ευρωπαϊκή ενιαία αγορά, είναι η [εκτελεστική απόφαση 2016/321] ισχυρή και συνάδει με αυτήν εθνική ρύθμιση επιβολής κυρώσεων δυνάμει της θεσπιζόμενης με αυτήν απαγόρευσης;»

28.      Αποφασίσθηκε η συνεκδίκαση των υποθέσεων C‑364/24 και C‑393/24 προς διευκόλυνση της έγγραφης και της προφορικής διαδικασίας, καθώς και προς έκδοση κοινής αποφάσεως. Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν ο αναιρεσείων/ανακόπτων των κύριων δικών, η Ελληνική, η Γαλλική, η Ιταλική, η Λουξεμβουργιανή, η Ουγγρική και η Πολωνική Κυβέρνηση, καθώς και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Δεν διεξήχθη επ’ ακροατηρίου συζήτηση.

IV.    Ανάλυση

29.      Τα αιτούντα δικαστήρια ζητούν κατ’ ουσίαν διευκρινίσεις από το Δικαστήριο, αφενός, σχετικά με το κύρος των επίμαχων διατάξεων και της εκτελεστικής απόφασης 2016/321 (13) και, αφετέρου, σχετικά με την ερμηνεία της εν λόγω εκτελεστικής απόφασης (14).

30.      Η ανάλυσή μου περιλαμβάνει τρία μέρη. Αφού διατυπώσω ορισμένες προκαταρκτικές παρατηρήσεις σχετικά με την απαγόρευση της καλλιέργειας ΓΤΟ δυνάμει των επίμαχων διατάξεων και της εκτελεστικής απόφασης 2016/321, θα τοποθετηθώ επί του ζητήματος του παραδεκτού των προδικαστικών ερωτημάτων και, εν συνεχεία, θα εξετάσω το σύνολο των κοινών προδικαστικών ερωτημάτων που υπέβαλαν τα αιτούντα δικαστήρια όσον αφορά το κύρος των επίμαχων διατάξεων και της εκτελεστικής αποφάσεως 2016/321, καθώς και τα δύο προδικαστικά ερωτήματα τα οποία υποβλήθηκαν στο πλαίσιο της υποθέσεως C‑393/24 και τα οποία αφορούν την ερμηνεία της εν λόγω αποφάσεως.

Α.      Προκαταρκτικές παρατηρήσεις επί της απαγορεύσεως της καλλιέργειας ΓΤΟ δυνάμει των επίμαχων διατάξεων

31.      Προτού εξετάσω το παραδεκτό των προδικαστικών ερωτημάτων και την ουσία τους, θα διατυπώσω ορισμένες παρατηρήσεις σχετικά με τη δυνατότητα των κρατών μελών να επιβάλουν απαγόρευση (15) της καλλιέργειας ΓΤΟ βάσει των επίμαχων διατάξεων.

32.      Οι επίμαχες διατάξεις προστέθηκαν στην οδηγία 2001/18 με την οδηγία 2015/412 και ισχύουν από τις 2 Απριλίου 2015. Οι εν λόγω διατάξεις προβλέπουν η καθεμία μηχανισμό βάσει του οποίου μπορεί να απαγορευθεί η καλλιέργεια συγκεκριμένου ΓΤΟ στο σύνολο ή σε μέρος του εδάφους κράτους μέλους. Όσον αφορά τις διαφορές μεταξύ των δύο αυτών μηχανισμών, η κύρια διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι η δυνατότητα εφαρμογής του μηχανισμού που προβλέπεται στο άρθρο 26β της οδηγίας 2001/18 δεν περιορίζεται χρονικά, ενώ η δυνατότητα εφαρμογής του μηχανισμού που προβλέπεται στο άρθρο 26γ της ίδιας οδηγίας συνιστούσε μεταβατικό μέτρο, το οποίο εφαρμοζόταν μόνον για διάστημα έξι μηνών από τη θέση σε ισχύ της οδηγίας 2015/412. Επιπλέον, ο μηχανισμός της δεύτερης ως άνω διάταξης εφαρμοζόταν σε όλες τις εγκρίσεις που χορηγήθηκαν πριν από τις 2 Απριλίου 2015, ενώ ο μηχανισμός της πρώτης ως άνω διάταξης εφαρμόζεται μόνον κατά τη διάρκεια της διαδικασίας έγκρισης συγκεκριμένου ΓΤΟ ή κατά την ανανέωση έγκρισης.

33.      Ανεξαρτήτως των ανωτέρω διαφορών, οι δύο μηχανισμοί που προβλέπονται στις επίμαχες διατάξεις είναι παρόμοιοι και προβλέπουν, κατ’ ουσίαν, τη δυνατότητα κράτους μέλους να απαγορεύσει την καλλιέργεια ΓΤΟ μετά την αναπροσαρμογή του γεωγραφικού πεδίου εφαρμογής υποβληθείσας κοινοποίησης/αίτησης ή χορηγηθείσας έγκρισης. Η εν λόγω απαγόρευση μπορεί να επιβληθεί σε ένα ή δύο στάδια, αναλόγως της θέσης του οικείου επιχειρηματία (του κοινοποιούντος/αιτούντος ή του κατόχου της χορηγηθείσας έγκρισης) όσον αφορά την αναπροσαρμογή του γεωγραφικού πεδίου εφαρμογής υποβληθείσας κοινοποίησης/αίτησης ή χορηγηθείσας έγκρισης, την οποία ζητεί ένα κράτος μέλος. Εάν ο επιχειρηματίας δεν εναντιωθεί στη ζητούμενη αναπροσαρμογή (μη επιβεβαιώνοντας το γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής της κοινοποίησης/αρχικής αίτησης/έγκρισης), η θέση σε ισχύ της απαγόρευσης δεν απαιτεί τη λήψη κανενός εθνικού μέτρου (πρώτο στάδιο). Αντιθέτως, όταν ο οικείος επιχειρηματίας εναντιωθεί στην εν λόγω αναπροσαρμογή και, επομένως, στην επιβολή της ζητούμενης απαγόρευσης της καλλιέργειας (επιβεβαιώνοντας το γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής της κοινοποίησης/αρχικής αίτησης/έγκρισης), το κράτος μέλος οφείλει, για να επιβάλει την απαγόρευση, να λάβει εθνικά μέτρα τα οποία πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 26β, παράγραφος 3, της οδηγίας 2001/18 (δεύτερο στάδιο).

34.      Υπογραμμίζεται ότι η επίμαχη στην υπό κρίση υπόθεση απαγόρευση της καλλιέργειας του αραβοσίτου MON 810 στην Ιταλία θεσπίστηκε κατ’ εφαρμογήν εκτελεστικής απόφασης της Επιτροπής εκδοθείσας βάσει του άρθρου 26γ, παράγραφος 3, της οδηγίας 2001/18, ήτοι κατά το πέρας του πρώτου σταδίου της εφαρμογής του μεταβατικού μηχανισμού.

Β.      Επί του παραδεκτού

1.      Τήρηση των απαιτήσεων σχετικά με το περιεχόμενο των αιτήσεων προδικαστικής αποφάσεως

35.      Η Ελληνική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι τα αιτούντα δικαστήρια δεν εκθέτουν τα στοιχεία που προβλέπονται στο άρθρο 94 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου για κάθε διάταξη του πρωτογενούς δικαίου που μνημονεύεται στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλαν. Ομοίως, η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το πρώτο προδικαστικό ερώτημα που υποβλήθηκε στο πλαίσιο της υπόθεσης C‑393/24 είναι απαράδεκτο στο μέτρο που το αιτούν δικαστήριο δεν εξέθεσε ειδικώς τους λόγους που το οδήγησαν να υποβάλει ερωτήματα σχετικά με το κύρος των επίμαχων διατάξεων.

36.      Υπενθυμίζεται ότι η απόφαση περί παραπομπής πρέπει να παραθέτει ειδικότερα τους ακριβείς λόγους για τους οποίους το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ως προς το κύρος ορισμένων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης και να εκθέτει τους λόγους ανισχύρου οι οποίοι, συνακόλουθα, θεωρεί ότι μπορούν να γίνουν δεκτοί. Η απαίτηση αυτή απορρέει και από το άρθρο 94, στοιχείο γʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου (16). Από τα προεκτεθέντα προκύπτει, αφενός, ότι, στο πλαίσιο προδικαστικής παραπομπής, το Δικαστήριο εξετάζει το κύρος πράξης της Ένωσης ή ορισμένων διατάξεων αυτής υπό το πρίσμα των λόγων ανισχύρου που παρατίθενται στην απόφαση περί παραπομπής. Αφετέρου, η παντελής έλλειψη μνείας των συγκεκριμένων λόγων για τους οποίους το αιτούν δικαστήριο ζητεί διευκρινίσεις ως προς το κύρος της οικείας πράξης ή των οικείων διατάξεων συνεπάγεται το απαράδεκτο των ερωτημάτων που αφορούν το κύρος τους (17).

37.      Εν προκειμένω, μολονότι η έκθεση των λόγων είναι μάλλον συνοπτική όσον αφορά ορισμένα προδικαστικά ερωτήματα, εκτιμώ ότι το Δικαστήριο διαθέτει κατ’ αρχήν τα αναγκαία στοιχεία για να απαντήσει στα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα. Αντιθέτως, κατά τη γνώμη μου, δεν ισχύει το ίδιο όσον αφορά το πρώτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑364/24, καθόσον αφορά το κύρος των επίμαχων διατάξεων ως προς τα άρθρα 2 και 3 ΣΛΕΕ. Συγκεκριμένα, ακόμη και αν ληφθούν υπόψη, για τον καθορισμό της έκτασης του ελέγχου που πρέπει να διενεργήσει το Δικαστήριο, οι λόγοι οι οποίοι προβάλλονται στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης στη συγκεκριμένη υπόθεση και οι οποίοι παρατίθενται στην απόφαση περί παραπομπής, κανένας από τα λόγους αυτούς δεν αφορά το κύρος των επίμαχων διατάξεων ως προς τα προμνημονευθέντα άρθρα της Συνθήκης ΛΕΕ. Επομένως, κατά τη γνώμη μου, το συγκεκριμένο σκέλος του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C‑364/24 δεν είναι παραδεκτό.

2.      Πραγματικός ή τεχνητός χαρακτήρας των διαφορών των κύριων δικών

38.      Το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως δεν πληρούν τις προϋποθέσεις παραδεκτού που καθορίστηκαν με την απόφαση Foglia (18). Το θεσμικό όργανο εκτιμά ότι ο αναιρεσείων/ανακόπτων των κύριων δικών δημιούργησε τεχνητώς τις προϋποθέσεις που τον εκθέτουν στις συνέπειες της απαγόρευσης καλλιέργειας των επίμαχων γενετικώς τροποποιημένων σπόρων στην Ιταλία, ήτοι, μεταξύ άλλων, τη διαταγή καταστροφής των εν λόγω σπόρων και την επιβολή του προβλεπόμενου από την ιταλική ρύθμιση προστίμου.

39.      Δεν συμφωνώ με τη θέση του Κοινοβουλίου.

40.      Υπενθυμίζω ότι απόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο, το οποίο έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της μέλλουσας να εκδοθεί δικαστικής απόφασης, να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υπόθεσης, τόσο την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής απόφασης για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και το λυσιτελές των υποβαλλομένων στο Δικαστήριο προδικαστικών ερωτημάτων. Συνεπώς, εφόσον τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία ή το κύρος κανόνα του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο υποχρεούται κατ’ αρχήν να απαντήσει. Ως εκ τούτου, υπέρ των προδικαστικών ερωτημάτων που αφορούν το δίκαιο της Ένωσης συντρέχει τεκμήριο λυσιτέλειας (19).

41.      Είναι αληθές ότι αίτηση προδικαστικής αποφάσεως υποβληθείσα δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ πρέπει να απορρίπτεται όταν είναι πρόδηλο, όπως συνέβη στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Foglia (20), στην οποία παρέπεμψε το Κοινοβούλιο, ότι η προβλεπόμενη στο ως άνω άρθρο διαδικασία καταστρατηγείται και χρησιμοποιείται, στην πράξη, με σκοπό να οδηγηθεί το Δικαστήριο στην έκδοση αποφάσεως μέσω κατασκευασμένης διαφοράς (21).

42.      Εντούτοις, προκειμένου μια διαφορά να μπορεί να χαρακτηριστεί ως «κατασκευασμένη», οι διάδικοι της κύριας δίκης πρέπει να ήλθαν σε προηγούμενη συμφωνία για να αναγκάσουν το Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση επί συγκεκριμένου ζητήματος (22). Πάντως, οι υπό κρίση αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως δεν οδηγούν στη διαπίστωση ότι τούτο συνέβη εν προκειμένω. Συγκεκριμένα, αφενός, κανένα στοιχείο δεν υποδηλώνει ότι ο αναιρεσείων/ανακόπτων των κύριων δικών ήλθε σε συμφωνία με τις διοικητικές αρχές και, αφετέρου, οι διοικητικές αρχές του επέβαλαν πλείονες κυρώσεις για των οποίων το υποστατό δεν υφίσταται αμφιβολία. Εν πάση περιπτώσει, προκειμένου μια διαφορά να μπορεί να χαρακτηριστεί ως «κατασκευασμένη», δεν αρκεί, κατά τη γνώμη μου, να διαπιστωθεί ότι ένας ιδιώτης ο οποίος παρέβη ισχύουσες διατάξεις και υφίσταται δυσμενείς και πραγματικές συνέπειες της παράβασής του ενήργησε κατά τρόπον ώστε να οδηγήσει το Δικαστήριο να εκτιμήσει το κύρος των εν λόγω διατάξεων.

43.      Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν συντρέχει λόγος χαρακτηρισμού των διαφορών των κύριων δικών ως «κατασκευασμένων», κατά την έννοια της απόφασης Foglia (23), και, επομένως, οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως πρέπει να κριθούν παραδεκτές.

3.      Επί των σχετικών με το κύρος του άρθρου 26β και του άρθρου 26γ, παράγραφος 4, της οδηγίας 2001/18 προδικαστικών ερωτημάτων

44.      Η Γαλλική Κυβέρνηση αμφισβητεί το παραδεκτό του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C‑364/24 και των τριών πρώτων προδικαστικών ερωτημάτων στην υπόθεση C‑393/24, καθόσον αφορούν το κύρος του άρθρου 26β και του άρθρου 26γ, παράγραφος 4, της οδηγίας 2001/18. Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, τα προδικαστικά ερωτήματα που σχετίζονται με τις εν λόγω διατάξεις δεν έχουν καμία σχέση με το αντικείμενο των διαφορών των κύριων δικών και αφορούν πρόβλημα υποθετικής φύσεως. Η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η απαγόρευση καλλιέργειας του αραβοσίτου MON 810 στην Ιταλία, από την οποία απορρέουν οι δύο διαφορές των κύριων δικών, είναι αποτέλεσμα της εκτελεστικής απόφασης 2016/321, η οποία εκδόθηκε βάσει του άρθρου 26γ, παράγραφος 3, της οδηγίας 2001/18.

45.      Συμμερίζομαι απολύτως την άποψή της.

46.      Συγκεκριμένα, από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 267 ΣΛΕΕ προκύπτει ότι η ζητούμενη προδικαστική απόφαση πρέπει να είναι αναγκαία για να καταστεί δυνατή η εκ μέρους του αιτούντος δικαστηρίου «έκδοση της δικής του απόφασης» επί της υποθέσεως της οποίας έχει επιληφθεί (24).

47.      Εν προκειμένω, αντικείμενο των κύριων δικών είναι κατ’ ουσίαν η νομιμότητα των κυρώσεων που επιβλήθηκαν στον αναιρεσείοντα/ανακόπτοντα των κύριων δικών λόγω παράβασης της απαγόρευσης καλλιέργειας του αραβοσίτου MON 810 στην Ιταλία, η οποία επιβλήθηκε με την εκτελεστική απόφαση 2016/321. Η εν λόγω εκτελεστική απόφαση εκδόθηκε βάσει του άρθρου 26γ, παράγραφος 3, της οδηγίας 2001/18. Ούτε το άρθρο 26β ούτε το άρθρο 26γ, παράγραφος 4, της εν λόγω οδηγίας αποτελεί τη βάση για την έκδοση της εκτελεστικής απόφασης 2016/321, η δε απαγόρευση καλλιέργειας του αραβοσίτου MON 810 στην Ιταλία δεν θεσπίστηκε βάσει των κανόνων που προβλέπονται στις εν λόγω διατάξεις.

48.      Υπό τις συνθήκες αυτές, τυχόν απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα που αφορούν το κύρος του άρθρου 26β και του άρθρου 26γ, παράγραφος 4, της οδηγίας 2001/18 θα ισοδυναμούσε προδήλως με διατύπωση συμβουλευτικής γνωμοδότησης επί υποθετικού ερωτήματος, κατά παράβαση της αποστολής που έχει ανατεθεί στο Δικαστήριο στο πλαίσιο της δικαστικής συνεργασίας η οποία καθιερώνεται με το άρθρο 267 ΣΛΕΕ (25).

49.      Επομένως, λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω παρατηρήσεων, εκτιμώ, όπως και η Γαλλική Κυβέρνηση, ότι το πρώτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑364/24 και τα τρία πρώτα προδικαστικά ερωτήματα στην υπόθεση C‑393/24, καθόσον αφορούν το κύρος του άρθρου 26β και του άρθρου 26γ, παράγραφος 4, της οδηγίας 2001/18, είναι απαράδεκτα.

4.      Συμπέρασμα επί του παραδεκτού

50.      Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω παρατηρήσεων, κατά τη γνώμη μου, τα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλαν τα αιτούντα δικαστήρια δεν είναι παραδεκτά καθόσον αφορούν:

–        την εκτίμηση του κύρους του άρθρου 26β και του άρθρου 26γ, παράγραφος 4, της οδηγίας 2001/18·

–        την εκτίμηση του κύρους των λοιπών παραγράφων των επίμαχων διατάξεων ως προς τα άρθρα 2 και 3 ΣΛΕΕ.

Γ.      Επί της ουσίας

1.      Επί των προδικαστικών ερωτημάτων στην υπόθεση C364/24 και επί των τριών πρώτων προδικαστικών ερωτημάτων και του πρώτου σκέλους του πέμπτου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C393/24

51.      Τα προδικαστικά ερωτήματα που αφορούν το κύρος επικεντρώνονται, αφενός, στις επίμαχες διατάξεις και, αφετέρου, στην εκτελεστική απόφαση 2016/321 (26). Επισημαίνεται ότι, στο μέτρο που η εν λόγω εκτελεστική απόφαση βασίζεται στο άρθρο 26γ, παράγραφος 3, της οδηγίας 2001/18, το κύρος της εξαρτάται από το κύρος της διάταξης που αποτελεί τη νομική της βάση. Μολονότι δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η εν λόγω εκτελεστική απόφαση να είναι ανίσχυρη για άλλους λόγους, επισημαίνω εντούτοις ότι ούτε τα αιτούντα δικαστήρια διατύπωσαν αμφιβολίες ούτε ο αναιρεσείων/ανακόπτων των κύριων δικών προέβαλε επιχειρήματα συναφώς (27). Ως εκ τούτου, η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο προδικαστικό ερώτημα που αφορά το κύρος της εκτελεστικής απόφασης 2016/321 θα εξαρτηθεί από την απάντηση που θα δοθεί στο προδικαστικό ερώτημα περί του κύρους του άρθρου 26γ, παράγραφος 3, της οδηγίας 2001/18.

52.      Υπό τις ανωτέρω συνθήκες, θα εξετάσω, κατ’ αρχάς, το κύρος του άρθρου 26γ της οδηγίας 2001/18, στο μέτρο που τα προδικαστικά ερωτήματα που αφορούν το κύρος του είναι παραδεκτά. Λαμβανομένων υπόψη των επιχειρημάτων που προβλήθηκαν στο πλαίσιο των διαφορών των κύριων δικών και των υπό κρίση υποθέσεων, κατά τη γνώμη μου, η εξέταση του κύρους πρέπει να επικεντρωθεί στην παράγραφο 3 του προμνημονευθέντος άρθρου (στο εξής: εξεταζόμενη διάταξη), που συνιστά τη νομική βάση της εκτελεστικής απόφασης 2016/321 και θεσπίζει τον κύριο κανόνα του επίμαχου στις υπό κρίση υποθέσεις πρώτου σταδίου του μεταβατικού μηχανισμού (28). Εν συνεχεία, θα εξετάσω τον τρόπο με τον οποίο το συναγόμενο συμπέρασμα διαμορφώνει την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο προδικαστικό ερώτημα το οποίο αφορά το κύρος της εκτελεστικής απόφασης 2016/321.

α)      Επί του κύρους της εξεταζόμενης διάταξης

53.      Τα αιτούντα δικαστήρια ζητούν διευκρινίσεις σχετικά με το κύρος της εξεταζόμενης διάταξης υπό το πρίσμα πλειόνων διατάξεων του πρωτογενούς δικαίου, αρχών του δικαίου της Ένωσης και μίας διάταξης του παράγωγου δικαίου.

54.      Θα εξετάσω το κύρος της εν λόγω διάταξης διαδοχικώς υπό το πρίσμα 1) του συνόλου των προμνημονευθεισών διατάξεων που αφορούν την εσωτερική αγορά και την αρχή της αναλογικότητας, 2) της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων, 3) της αρχής της επιχειρηματικής ελευθερίας, 4) των διεθνών συμφωνιών και, τέλος, 5) του άρθρου 34 του κανονισμού 1839/2003.

1)      Το ζήτημα του κύρους εξεταζόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 3 ΣΕΕ και των άρθρων 26, 34 έως 36 και 114 ΣΛΕΕ, καθώς και υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας

55.      Μολονότι, στην υπόθεση C‑364/24, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να εκτιμήσει το κύρος της εξεταζόμενης διάταξης υπό το πρίσμα του άρθρου 3 ΣΕΕ, εντούτοις από την απόφαση περί παραπομπής και από τα επιχειρήματα του αναιρεσείοντος της κύριας δίκης προκύπτει ότι το συγκεκριμένο άρθρο εξετάζεται στο μέτρο που προβλέπει στην παράγραφο 3 την εγκαθίδρυση της εσωτερικής αγοράς. Στο πλαίσιο αυτό, είναι σκόπιμο το κύρος της εξεταζόμενης διάταξης να εκτιμηθεί υπό το πρίσμα του συνόλου των προβαλλόμενων διατάξεων και αρχών οι οποίες αφορούν την εγκαθίδρυση της εσωτερικής αγοράς και ως προς την αρχή της αναλογικότητας.

i)      Λόγοι υποβολής των αιτήσεων προδικαστικής αποφάσεως

56.      Τα αιτούντα δικαστήρια διατηρούν κατ’ ουσίαν αμφιβολίες όσον αφορά το ζήτημα αν η απαγόρευση, σε ορισμένα κράτη μέλη, της καλλιέργειας γενετικώς τροποποιημένου προϊόντος που διατίθεται στην αγορά, η οποία δεν υπαγορεύεται από λόγους ασφάλειας της υγείας και περιβαλλοντικούς λόγους, συμβάλλει στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, κατά την έννοια του άρθρου 114 ΣΛΕΕ. Συναφώς, τα αιτούντα δικαστήρια ζητούν να εξεταστεί αν ο νομοθέτης της Ένωσης δεν έλαβε υπόψη τους κανόνες σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και αν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας.

ii)    Εκτίμηση

57.      Είναι αληθές, όπως επισημαίνουν τα αιτούντα δικαστήρια, ότι η εξεταζόμενη διάταξη, ερμηνευόμενη σε συνδυασμό με την εκτελεστική απόφαση 2016/321 που εκδόθηκε βάσει αυτής, έχει δημιουργήσει ορισμένα εμπόδια εντός της εσωτερικής αγοράς λόγω της απαγόρευσης καλλιέργειας του αραβοσίτου MON 810 σε ορισμένα μόνο κράτη μέλη. Συγκεκριμένα, ένα προϊόν το οποίο διατίθεται στην αγορά, όπως εν προκειμένω, οι σπόροι του αραβοσίτου MON 810 που έχουν εγκριθεί για σκοπούς καλλιέργειας, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ορισμένα κράτη μέλη σύμφωνα με τον προορισμό του, γεγονός το οποίο επηρεάζει την ελεύθερη κυκλοφορία του.

58.      Η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών αποτελεί θεμελιώδη αρχή της Συνθήκης ΛΕΕ, η οποία εκφράζεται με την επιβαλλόμενη από το άρθρο 34 ΣΛΕΕ απαγόρευση τόσο των ποσοτικών περιορισμών επί των εισαγωγών μεταξύ των κρατών μελών όσο και κάθε μέτρου ισοδυνάμου αποτελέσματος (29). Η εν λόγω απαγόρευση αφορά κάθε μέτρο κράτους μέλους ικανό να εμποδίσει, άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, τα προερχόμενα από άλλα κράτη μέλη προϊόντα να αποκτήσουν πρόσβαση στην αγορά του, έστω και αν ένα τέτοιο μέτρο δεν έχει ούτε ως σκοπό ούτε ως αποτέλεσμα τη λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση των προϊόντων που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη (30).

59.      Η εξεταζόμενη διάταξη, όμως, δεν αποτελεί μέτρο κράτους μέλους αλλά του δικαίου της Ένωσης. Μολονότι τούτο δεν εμποδίζει την εκτίμηση του κύρους της υπό το πρίσμα των διατάξεων του πρωτογενούς δικαίου (31), πρέπει εντούτοις να ληφθεί υπόψη, στο πλαίσιο αυτό, ότι η εξεταζόμενη διάταξη βασίζεται στο άρθρο 114 ΣΛΕΕ. Το εν λόγω άρθρο επιτρέπει στον νομοθέτη της Ένωσης να θεσπίζει μέτρα σχετικά με την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών τα οποία έχουν ως στόχο την εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

60.      Συναφώς, επισημαίνεται ότι το άρθρο 114 ΣΛΕΕ συνιστά την κατάλληλη νομική βάση για τη θέσπιση της εξεταζόμενης διάταξης. Συγκεκριμένα, αφενός, οι επίμαχες διατάξεις προστέθηκαν στην οδηγία 2001/18, η οποία είχε εκδοθεί βάσει του άρθρου 95 ΕΚ, νυν άρθρου 114 ΣΛΕΕ. Επομένως, δεν χωρεί αμφιβολία ότι η οδηγία 2015/412, η οποία συμπλήρωσε την οδηγία 2001/18 με δύο άρθρα τα οποία αφορούν αποκλειστικά και μόνο την καλλιέργεια ΓΤΟ, έχει την ίδια νομική βάση. Αφετέρου, η εξεταζόμενη διάταξη καθιέρωσε μηχανισμό επιβολής της απαγόρευσης καλλιέργειας ΓΤΟ κοινό για όλα τα κράτη μέλη και συνιστά, επομένως, «μέτρο σχετικό με την προσέγγιση» κατά την έννοια του άρθρου 114 ΣΛΕΕ.

61.      Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το άρθρο 114 ΣΛΕΕ εξουσιοδοτεί τον νομοθέτη της Ένωσης να παρέμβει και να λάβει τα κατάλληλα μέτρα τηρώντας, αφενός, την παράγραφο 3 του εν λόγω άρθρου και, αφετέρου, τις αρχές του δικαίου οι οποίες μνημονεύονται στη Συνθήκη ΛΕΕ ή έχουν διατυπωθεί με τη νομολογία, ιδίως δε την αρχή της αναλογικότητας (32). Επομένως, μολονότι η εφαρμογή των εν λόγω μέτρων συνεπάγεται ορισμένους περιορισμούς στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, πρέπει εντούτοις να εξακριβωθεί αν αυτοί συμβάλλουν στην εγκαθίδρυση και στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, κατά την έννοια του άρθρου 114 ΣΛΕΕ.

62.      Η εξεταζόμενη διάταξη προβλέπει μηχανισμό επιβολής απαγόρευσης της καλλιέργειας ΓΤΟ από τα κράτη μέλη. Δεδομένου, όμως, ότι η εξεταζόμενη διάταξη συμπληρώνει την οδηγία 2001/18, φρονώ ότι το προβλεπόμενο στη διάταξη μέτρο δεν πρέπει να εξεταστεί χωριστά και, κυρίως, χωρίς να ληφθεί υπόψη στο σύνολό του το νομικό καθεστώς στο οποίο εντάσσεται. Λαμβανομένου υπόψη ότι η εξεταζόμενη διάταξη εφαρμόζεται στις εγκρίσεις διάθεσης ΓΤΟ στην αγορά οι οποίες χορηγούνται δυνάμει της προμνημονευθείσας οδηγίας και του κανονισμού 1829/2003, οι δύο αυτές πράξεις θα πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά την εξέταση του επίμαχου μέτρου.

63.      Οι επίμαχες διατάξεις τροποποιούν το νομικό πλαίσιο το οποίο θεσπίστηκε με τις ως άνω πράξεις όσον αφορά την καλλιέργεια ΓΤΟ. Πριν από τη θέση τους σε ισχύ, ούτε η οδηγία 2001/18 ούτε ο κανονισμός 1829/2003 περιείχαν συγκεκριμένες διατάξεις σχετικά με την καλλιέργεια. Οι γενικοί κανόνες ετύγχαναν, επομένως, εφαρμογής στην περίπτωσή της, μεταξύ άλλων το άρθρο 22 της εν λόγω οδηγίας. Κατά τη διάταξη αυτή, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να απαγορεύουν, να περιορίζουν ή να παρεμποδίζουν τη διάθεση στην αγορά ΓΤΟ ως προϊόντων ή εντός προϊόντων οι οποίοι ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της οδηγίας. Εάν επιθυμούσαν να απαγορεύσουν την καλλιέργεια ΓΤΟ που διατίθενται στην αγορά, τα κράτη μέλη έπρεπε να κάνουν χρήση των ρητρών διασφάλισης ή των μέτρων έκτακτης ανάγκης που προβλέπονται στο άρθρο 23 της ίδιας οδηγίας και στο άρθρο 34 του κανονισμού 1829/2003 ή της διαδικασίας κοινοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 114, παράγραφοι 5 και 6, ΣΛΕΕ (33).

64.      Η προσθήκη των επίμαχων διατάξεων υποδηλώνει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης εκτίμησε, όσον αφορά τους σπόρους ΓΤΟ, ότι ακόμη και αν οι κίνδυνοι που συνδέονται με το περιβάλλον και την υγεία είχαν εκτιμηθεί κατά τη διάθεσή τους στην αγορά, το ζήτημα της χρήσης τους για σκοπούς καλλιέργειας απαιτεί την εφαρμογή ιδιαίτερης προσέγγισης η οποία υπερβαίνει το πλαίσιο της εκτίμησης απλώς και μόνον του ζητήματος των υγειονομικών ή περιβαλλοντικών κινδύνων υπό τη στενή έννοια του όρου. Τούτο προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 6 της οδηγίας 2015/412, κατά την οποία η καλλιέργεια ΓΤΟ «αποτελεί ζήτημα με έντονη εθνική, περιφερειακή και τοπική διάσταση επειδή συνδέεται με τη χρήση του εδάφους, τις τοπικές γεωργικές δομές και την προστασία ή διατήρηση βιότοπων, οικοσυστημάτων και τοπίων».

65.      Συναφώς, φρονώ ότι η εκ μέρους του νομοθέτη της Ένωσης θέσπιση ειδικού καθεστώτος για την καλλιέργεια ΓΤΟ δεν μπορεί να θεωρηθεί αδικαιολόγητη. Πρέπει, συγκεκριμένα, να αναγνωριστεί η ιδιαίτερη φύση της καλλιέργειας σε σχέση με άλλα είδη χρήσης των εμπορευμάτων. Ενώ η κατανάλωση ή η χρήση ορισμένων προϊόντων που διατίθενται στην αγορά επηρεάζει, κατ’ αρχήν, μόνον τους αγοραστές ή τους χρήστες τους, δεν συμβαίνει το ίδιο με την καλλιέργεια των φυτών. Η καλλιέργεια των φυτών δεν επηρεάζει μόνον τους αγοραστές σπόρων, αλλά μπορεί επίσης να έχει μη αναστρέψιμες συνέπειες στο περιβάλλον. Εξάλλου, η καλλιέργεια ΓΤΟ μπορεί, μεταξύ άλλων, να έχει μη αναστρέψιμες συνέπειες στις συμβατικές και τις βιολογικές καλλιέργειες. Η περιβαλλοντική αυτή πτυχή επισημαίνεται στην αιτιολογική σκέψη 4 της οδηγίας 2001/18 και στην αιτιολογική σκέψη 6 της οδηγίας 2015/412.

66.      Στο ως άνω πλαίσιο, υπενθυμίζεται ότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, αναλόγως των περιστάσεων, τα μέτρα που λαμβάνονται βάσει του άρθρου 114 ΣΛΕΕ ενδέχεται να συνίστανται στην επιβολή, σε όλα τα κράτη μέλη, της υποχρέωσης να επιτρέπουν την εμπορία του οικείου ή των οικείων προϊόντων, στην επιβολή τέτοιας υποχρέωσης αλλά υπό όρους ή ακόμη και στην απαγόρευση, προσωρινή ή οριστική, της εμπορίας ενός ή ορισμένων προϊόντων (34). Κατά τη γνώμη μου, τούτο ισχύει και για την απαγόρευση της καλλιέργειας.

67.      Εάν η έντονη εθνική, περιφερειακή και τοπική διάσταση της καλλιέργειας ΓΤΟ δικαιολογεί τη θέσπιση ιδιαίτερου καθεστώτος, ευλόγως η απόφαση σχετικά με την απαγόρευση της εν λόγω καλλιέργειας ανατέθηκε στα κράτη μέλη τα οποία είναι σε καλύτερη θέση για να εκτιμήσουν αν τέτοια απαγόρευση δικαιολογείται από εθνικούς, περιφερειακούς ή τοπικούς παράγοντες. Τούτο είναι σύμφωνο με την αρχή της επικουρικότητας, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.

68.      Τίθεται εντούτοις το ζήτημα αν το μέτρο που συνίσταται στην παροχή στα κράτη μέλη της δυνατότητας να απαγορεύουν την καλλιέργεια ΓΤΟ χωρίς να υποχρεούνται να αιτιολογήσουν την απόφασή τους είναι κατάλληλο σε σχέση με τους σκοπούς που επιδιώκει ο νομοθέτης της Ένωσης.

69.      Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το ζήτημα της ελευθέρωσης ΓΤΟ στο περιβάλλον είναι ιδιαιτέρως σύνθετο και προκαλεί, όπως επισημαίνεται στην αιτιολογική σκέψη 7 της οδηγίας 2015/412, πλείονες ανησυχίες οι οποίες δεν αφορούν μόνον ζητήματα που σχετίζονται με την ασφάλεια των ΓΤΟ για την υγεία ή το περιβάλλον.

70.      Όπως προκύπτει, όμως, από τη νομολογία του Δικαστηρίου, όταν ο νομοθέτης της Ένωσης καλείται να νομοθετήσει σε τομέα ο οποίος προϋποθέτει επιλογές πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής φύσεως εκ μέρους του και εντός του οποίου καλείται να προβεί σε σύνθετες εκτιμήσεις, πρέπει να του αναγνωρίζεται ευρεία εξουσία εκτιμήσεως. Ζήτημα νομιμότητας μέτρου θεσπιζόμενου στον τομέα αυτόν μπορεί να τεθεί μόνον όταν το μέτρο είναι προδήλως ακατάλληλο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από τα αρμόδια όργανα σκοπού (35).

71.      Εν προκειμένω, δεδομένου ότι το επίμαχο μέτρο δεν μπορεί να εξεταστεί μεμονωμένα (36), πρέπει να ληφθεί υπόψη, όσον αφορά τον σκοπό που επιδιώκει ο νομοθέτης της Ένωσης, συνολικά το καθεστώς στο οποίο εντάσσεται το εν λόγω μέτρο, ήτοι το καθεστώς που θεσπίστηκε με την οδηγία 2001/18 και με τον κανονισμό 1829/2003. Όπως προκύπτει από το άρθρο 1 αυτών, σκοπός της προμνημονευθείσας οδηγίας είναι η προστασία της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος από τους κινδύνους που προκύπτουν από τη σκόπιμη ελευθέρωση ΓΤΟ, ενώ σκοπός του κανονισμού 1829/2003 είναι η προστασία της ζωής και της υγείας του ανθρώπου, της υγείας και της καλής διαβίωσης των ζώων, του περιβάλλοντος και των συμφερόντων των καταναλωτών, διασφαλιζομένης παράλληλα της αποτελεσματικής λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς.

72.      Κατά τη γνώμη μου, το μέτρο που θεσπίζεται με την εξεταζόμενη διάταξη δεν είναι προδήλως ακατάλληλο για την επίτευξη των εν λόγω σκοπών, τούτο δε για τους ακόλουθους λόγους.

73.      Κατά πρώτον, το μέτρο συμβάλλει στην ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς κατά την έννοια του άρθρου 114 ΣΛΕΕ. Συγκεκριμένα, στην αιτιολογική σκέψη 7 της οδηγίας 2015/412 επισημαίνεται ότι η διαδικασία λήψης αποφάσεων σχετικά με την καλλιέργεια ΓΤΟ είναι ιδιαιτέρως δυσχερής, λαμβανομένων υπόψη των ανησυχιών που έχουν εκφρασθεί σε εθνικό επίπεδο. Κατά τη γνώμη μου, η εξεταζόμενη διάταξη μπορεί να καταστήσει τη διαδικασία ευχερέστερη απλουστεύοντας τον μηχανισμό επιβολής της απαγόρευσης καλλιέργειας ΓΤΟ εντός ορισμένης επικράτειας και ως, εκ τούτου, συμβάλλοντας στην ασφάλεια δικαίου. Συγκεκριμένα, από την αιτιολογική σκέψη 8 της ίδιας οδηγίας προκύπτει ότι η παροχή στα κράτη μέλη της δυνατότητας να αποφασίζουν αν επιθυμούν ή όχι την καλλιέργεια ΓΤΟ στο έδαφός τους είναι πιθανό να βελτιώσει τη διαδικασία έγκρισης των ΓΤΟ.

74.      Κατά δεύτερον, μετά τη θέσπιση της εξεταζόμενης διάταξης, η κατάσταση στην Ένωση όσον αφορά την καλλιέργεια ΓΤΟ κατέστη σαφέστερη, τόσο για τις επιχειρήσεις όσο και για τους καταναλωτές. Συγκεκριμένα, κατά το παρελθόν οι επιχειρήσεις δεν μπορούσαν να αποκλείσουν το ενδεχόμενο, παρά την έγκριση της καλλιέργειας ΓΤΟ, το οικείο κράτος μέλος, μη διαθέτοντας άλλα μέσα για να απαγορεύσει την εν λόγω καλλιέργεια, να αποφασίσει εν πάση περιπτώσει να επιβάλει την απαγόρευση χρησιμοποιώντας, μεταξύ άλλων, τις ρήτρες διασφάλισης ή τα μέτρα έκτακτης ανάγκης, ανεξαρτήτως του αν τέτοια χρήση ήταν όντως δικαιολογημένη ή μη. Λαμβανομένης υπόψη της ιδιαιτερότητας της γεωργικής παραγωγής, το ενδεχόμενο τέτοιας μεταβολής του νομικού πλαισίου μπορούσε να είναι επιζήμιο, μεταξύ άλλων, για τα συμφέροντα των γεωργών. Οι δε καταναλωτές διαθέτουν πλέον σαφέστερες πληροφορίες όσον αφορά την παρουσία ΓΤΟ στο περιβάλλον.

75.      Κατά τρίτον, υπενθυμίζεται ότι η εξεταζόμενη διάταξη δεν αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία ΓΤΟ που διατίθενται στην αγορά, εν γένει, αλλά μόνον την καλλιέργεια ΓΤΟ. Επομένως, η απαγόρευση της εν λόγω καλλιέργειας δεν επηρεάζει το δικαίωμα των καταναλωτών και των επιχειρήσεων να εισάγουν προϊόντα τα οποία περιέχουν ΓΤΟ.

76.      Κατά τέταρτον, η εξεταζόμενη διάταξη δεν επιβάλλει γενική απαγόρευση της καλλιέργειας ΓΤΟ στο σύνολο των κρατών μελών. Επιπλέον, τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να απαγορεύουν την εν λόγω καλλιέργεια σε μέρος του εδάφους τους ή απλώς και μόνο να περιορίζουν την εν λόγω καλλιέργεια, λαμβάνοντας υπόψη εκτιμήσεις απτόμενες εθνικών, περιφερειακών και τοπικών στοιχείων.

77.      Κατά πέμπτον, μολονότι μπορεί να φαίνεται οξύμωρο, φρονώ ότι το μέτρο που θεσπίστηκε με την εξεταζόμενη διάταξη δεν θίγει τα δικαιώματα που οι επιχειρήσεις μπορεί να αντλούν από την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Τούτο οφείλεται στο ότι η εφαρμογή του μηχανισμού που θεσπίστηκε με την εξεταζόμενη διάταξη τελεί υπό την προϋπόθεση ότι ο κάτοχος της έγκρισης διάθεσης στην αγορά δεν εναντιώνεται στη θέσπιση της απαγόρευσης της καλλιέργειας ΓΤΟ.

78.      Συγκεκριμένα, αφενός η (σιωπηρή) συγκατάθεση την οποία παρέχει ο κάτοχος της έγκρισης διάθεσης στην αγορά ενός ΓΤΟ στη θέσπιση της απαγόρευσης καλλιέργειας ΓΤΟ συνεπάγεται ότι τα δικαιώματα που αντλεί από την ελεύθερη κυκλοφορία των οικείων εμπορευμάτων δεν θίγονται από ενδεχόμενο περιορισμό της σχετικής ελευθερίας, ο οποίος απορρέει από την εφαρμογή της εξεταζόμενης διάταξης. Volenti non fit injuria.

79.      Αφετέρου, η απαγόρευση καλλιέργειας ΓΤΟ που θεσπίστηκε βάσει της εξεταζόμενης διάταξης θίγει, εκτός από τον κάτοχο της έγκρισης, μόνον τους γεωργούς. Όσον αφορά προϊόν όπως είναι οι σπόροι ΓΤΟ, παρατηρώ εντούτοις ότι το γεγονός ότι η θέσπιση της απαγόρευσης καλλιέργειας ΓΤΟ σε ορισμένη επικράτεια εξαρτάται από τη συγκατάθεση του κατόχου της έγκρισης διάθεσης στην αγορά έχει ως αποτέλεσμα οι γεωργοί να μην μπορούν να αντιτάξουν, στην απαγόρευση της καλλιέργειας ΓΤΟ, τα δικαιώματα που αντλούν από την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων.

80.      Συγκεκριμένα, η διάθεση ΓΤΟ στην αγορά ρυθμίζεται αυστηρά εντός της Ένωσης, μεταξύ άλλων με την οδηγία 2001/18 και με τον κανονισμό 1829/2003. Κατ’ αρχήν, απαιτεί έγκριση η οποία χορηγείται κατά το πέρας διαδικασίας εκτίμησης των κινδύνων που συνδέονται με τη σκόπιμη ελευθέρωση ΓΤΟ στο περιβάλλον και τη χρήση του σε τρόφιμα και ζωοτροφές. Επιπλέον, η χρήση ΓΤΟ που διατίθεται στην αγορά υπόκειται στην τήρηση των όρων που εκτίθενται στην έγκριση διάθεσης στην αγορά. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 19, παράγραφος 1, της ως άνω οδηγίας, μόνο εάν έχει χορηγηθεί τέτοια συγκατάθεση για τη διάθεση στην αγορά ως προϊόντος ή εντός προϊόντος, το προϊόν αυτό μπορεί να χρησιμοποιείται χωρίς άλλη κοινοποίηση σε ολόκληρη την Ένωση, εφόσον όμως τηρούνται αυστηρά οι ειδικοί όροι χρήσης και τα περιβάλλοντα ή/και οι γεωγραφικές περιοχές που προβλέπονται στους όρους αυτούς. Ομοίως, στα άρθρα 9 και 21 του κανονισμού 1829/2003 υπογραμμίζεται η υποχρέωση του κατόχου της έγκρισης και των ενδιαφερόμενων μερών να τηρούν όλους τους όρους ή περιορισμούς που έχουν επιβληθεί στη σχετική έγκριση.

81.      Επομένως, η ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων, όπως είναι οι σπόροι ΓΤΟ, εξαρτάται εκ προοιμίου από την εξασφάλιση έγκρισης και περιορίζεται στο στενό πλαίσιο της συγκεκριμένης έγκρισης. Στο πλαίσιο αυτό, η εξεταζόμενη διάταξη τροποποιεί το προϋφιστάμενο νομικό πλαίσιο, καθόσον θεσπίζει ιδιαίτερο καθεστώς για τον καθορισμό του γεωγραφικού πεδίου εφαρμογής της έγκρισης διάθεσης ΓΤΟ στην αγορά όσον αφορά την καλλιέργεια. Συγκεκριμένα, η απαγόρευση καλλιέργειας ΓΤΟ επιβάλλεται κατόπιν του περιορισμού του γεωγραφικού πεδίου εφαρμογής της εν λόγω έγκρισης, ο οποίος έχει γίνει δεκτός από τον κάτοχο της έγκρισης. Η συγκατάθεση του κατόχου της έγκρισης για σκοπούς απαγόρευσης της καλλιέργειας ΓΤΟ περιορίζει το γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής έναντι των τρίτων, μεταξύ άλλων των γεωργών. Επομένως, οι γεωργοί δεν μπορούν να καλλιεργούν ΓΤΟ σε έδαφος που δεν καλύπτεται από την έγκριση διάθεσης στην αγορά.

82.      Κατά έκτον, όσον αφορά τις αμφιβολίες των αιτούντων δικαστηρίων σχετικά με την έλλειψη υποχρέωσης των κρατών μελών να αιτιολογούν την απόφαση απαγόρευσης καλλιέργειας ΓΤΟ στην επικράτειά τους, φρονώ ότι δικαιολογείται από τη συγκατάθεση του κατόχου της έγκρισης στην απαγόρευση. Όπως επισημάνθηκε στο προηγούμενο σημείο, η απαγόρευση της καλλιέργειας των ΓΤΟ είναι ένα μόνον από τα στοιχεία που καθορίζουν το γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής της έγκρισης διάθεσης στην αγορά. Η εν λόγω έγκριση οριοθετεί τα δικαιώματα του κατόχου της έγκρισης. Σε αυτόν απόκειται όχι μόνο να ζητήσει την έγκριση διάθεσης στην αγορά του προϊόντος του, αλλά και να εναντιωθεί, ή όχι, σε ενδεχόμενο εδαφικό περιορισμό της εν λόγω έγκρισης. Η θέση του κατόχου της έγκρισης σε σχέση με τον εν λόγω περιορισμό είναι, στην περίπτωση αυτή, καθοριστικής σημασίας: εάν δεν εναντιωθεί στον περιορισμό, δεν είναι αναγκαίο κάθε κράτος μέλος να προσδιορίσει τους συγκεκριμένους λόγους θέσπισης της απαγόρευσης καλλιέργειας ΓΤΟ.

83.      Τέλος, κατά έβδομον, όσον αφορά τον σκοπό που επιδιώκεται με την οδηγία 2001/18 και με τον κανονισμό 1829/2003, δηλαδή να διασφαλίζεται η προστασία της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος από τους κινδύνους που οφείλονται στη σκόπιμη ελευθέρωση ΓΤΟ και τη χρήση τους σε τρόφιμα και ζωοτροφές, επισημαίνεται ότι η προσθήκη της εξεταζόμενης διάταξης ουδόλως μεταβάλλει το μέρος του καθεστώτος το οποίο θεσπίζεται με τις εν λόγω πράξεις και το οποίο αφορά τις διαδικασίες εκτίμησης των ανωτέρω κινδύνων.

84.      Κατά τη γνώμη μου, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων και δεδομένου ότι το μέτρο που θεσπίζεται με την εξεταζόμενη διάταξη δεν είναι προδήλως απρόσφορο σε σχέση με τους σκοπούς που επιδιώκει ο νομοθέτης της Ένωσης, η εξεταζόμενη διάταξη δεν περιέχει κανένα στοιχείο από το οποίο μπορεί να συναχθεί ότι ο νομοθέτης της Ένωσης υπερέβη τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 114 ΣΛΕΕ. Ειδικότερα, δεν συνάγεται ότι ο μηχανισμός που θεσπίζεται με την εξεταζόμενη διάταξη παρεμποδίζει αδικαιολόγητα την ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων.

2)      Το ζήτημα του κύρους εξεταζόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 18 ΣΛΕΕ, του άρθρου 21 του Χάρτη και της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων

i)      Λόγοι υποβολής της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως

85.      Το αιτούν δικαστήριο στην υπόθεση C‑393/24 ζητεί να διευκρινιστεί αν υφίσταται οποιαδήποτε μορφή διάκρισης μεταξύ των πολιτών-γεωργών των διαφόρων κρατών μελών ως απόρροια των διαφορετικών επιλογών των κρατών μελών κατά την αναπροσαρμογή του γεωγραφικού πεδίου εφαρμογής, κατά παράβαση του άρθρου 18 ΣΛΕΕ και του άρθρου 21 του Χάρτη.

86.      Ο ανακόπτων της κύριας δίκης υποστηρίζει ότι οι επίμαχες διατάξεις εισάγουν διάκριση, τόσο μεταξύ των κρατών μελών όσο και στο εσωτερικό ενός κράτους μέλους, στο μέτρο που οι παραγωγοί γεωργικών προϊόντων οι οποίοι εφαρμόζουν βιολογική ή συμβατική καλλιέργεια ευνοούνται εις βάρος των παραγωγών που επιθυμούν να καλλιεργήσουν γενετικώς τροποποιημένα φυτά.

ii)    Εκτίμηση

87.      Το ζήτημα της ύπαρξης δυσμενούς διάκρισης περιλαμβάνει δύο διακριτές πτυχές: αφενός, τη διάκριση μεταξύ των παραγωγών γεωργικών προϊόντων που ασκούν τη δραστηριότητά τους στα κράτη μέλη τα οποία επιτρέπουν την καλλιέργεια συγκεκριμένου ΓΤΟ και των παραγωγών γεωργικών προϊόντων που ασκούν τη δραστηριότητά τους στα κράτη μέλη τα οποία την απαγορεύουν και, αφετέρου, τη διάκριση, στο εσωτερικό κράτους μέλους το οποίο απαγορεύει την καλλιέργεια ΓΤΟ, μεταξύ των παραγωγών γεωργικών προϊόντων που επιθυμούν να καλλιεργήσουν τα γενετικώς τροποποιημένα φυτά και των παραγωγών γεωργικών προϊόντων που δεν επιθυμούν κάτι τέτοιο.

88.      Η πρώτη μορφή προβαλλόμενης διάκρισης αφορά τη διαφορετική μεταχείριση των παραγωγών γεωργικών προϊόντων διαφορετικών κρατών μελών και, επομένως, βασίζεται στην ιθαγένεια.

89.      Όσον αφορά, ειδικότερα, την αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας, αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 21, παράγραφος 2, του Χάρτη, στο δε άρθρο 52, παράγραφος 2, διευκρινίζεται ότι τα δικαιώματα που αναγνωρίζονται από τον Χάρτη και αποτελούν αντικείμενο διατάξεων των Συνθηκών ασκούνται υπό τους όρους και εντός των ορίων που καθορίζονται σε αυτές. Τέτοια είναι η περίπτωση του άρθρου 21, παράγραφος 2, του Χάρτη, το οποίο, όπως επιβεβαιώνεται στις επεξηγήσεις σχετικά με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (37) που αφορούν τη συγκεκριμένη διάταξη, αντιστοιχεί στο άρθρο 18, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ και πρέπει να εφαρμόζεται σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο (38).

90.      Συναφώς, το άρθρο 18 ΣΛΕΕ, το οποίο καθιερώνει τη γενική αρχή της απαγόρευσης κάθε διάκρισης λόγω ιθαγένειας, απαγορεύει όχι μόνον τις άμεσες διακρίσεις λόγω ιθαγένειας, αλλά και κάθε μορφή έμμεσης διάκρισης η οποία, μέσω της εφαρμογής άλλων κριτηρίων διάκρισης, καταλήγει εν τοις πράγμασι στο ίδιο αποτέλεσμα (39).

91.      Δεν αμφισβητείται ότι το άρθρο 18 ΣΛΕΕ μπορεί να εφαρμοσθεί αυτοτελώς μόνο σε καταστάσεις διεπόμενες από το δίκαιο της Ένωσης, για τις οποίες η Συνθήκη ΛΕΕ δεν προβλέπει ειδική απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων (40). Στο μέτρο που, στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, η αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων τίθεται σε εφαρμογή, μεταξύ άλλων, με τα άρθρα 34 και 35 ΣΛΕΕ (41), το κύρος της εξεταζόμενης διάταξης δεν πρέπει να εκτιμηθεί υπό το πρίσμα του άρθρου 18 ΣΛΕΕ, αλλά των άρθρων 34 και 35 ΣΛΕΕ.

92.      Συναφώς, παρατηρώ, όσον αφορά τους σπόρους ΓΤΟ για σκοπούς καλλιέργειας, ότι πρόκειται περί ιδιαίτερου προϊόντος συγκεκριμένου επιχειρηματία, του οποίου η προέλευση δεν προσδιορίστηκε με την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως. Εξάλλου, δεδομένου ότι η εξεταζόμενη διάταξη δεν είναι αυτοτελές μέτρο κράτους μέλους, αλλά μέτρο της Ένωσης, δεν τίθεται ζήτημα δυσμενούς διάκρισης των αλλοδαπών προϊόντων σε σχέση με τα ημεδαπά.

93.      Όσον αφορά τη διάκριση μεταξύ των παραγωγών γεωργικών προϊόντων, υπενθυμίζεται ότι η αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων που κατοχυρώνεται στο άρθρο 18 ΣΛΕΕ και στο άρθρο 21 του Χάρτη επιτάσσει να μην αντιμετωπίζονται διαφορετικά παρεμφερείς καταστάσεις ούτε να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο διαφορετικές καταστάσεις, εκτός εάν η διαφορετική αυτή αντιμετώπιση δικαιολογείται αντικειμενικά (42).

94.      Αφενός, όμως, η κατάσταση των γεωργών που καλλιεργούν συμβατικές και βιολογικές ποικιλίες και η κατάσταση των γεωργών που επιθυμούν να καλλιεργήσουν ΓΤΟ δεν είναι παρεμφερείς. Συγκεκριμένα, η καλλιέργεια ΓΤΟ χαρακτηρίζεται από την ιδιαιτερότητά της, η οποία αποτελεί, άλλωστε, τον λόγο για τη θέσπιση του ιδιαίτερου νομικού πλαισίου που εφαρμόζεται σε αυτήν.

95.      Αφετέρου, οι καταστάσεις των γεωργών των διαφόρων κρατών μελών επίσης δεν είναι παρεμφερείς, καθότι η γεωργική παραγωγή συνδέεται εγγενώς με τον τόπο παραγωγής και την ιδιαιτερότητα του τόπου παραγωγής. Η συγκεκριμένη πτυχή υπογραμμίζεται στην αιτιολογική σκέψη 6 της οδηγίας 2015/412 και συνιστά την παραδοχή στην οποία βασίστηκε η απόφαση του νομοθέτη να θεσπίσει τις επίμαχες διατάξεις, όπως προεκτέθηκε (43).

96.      Υπό τις συνθήκες αυτές, εκτιμώ ότι από την εξέταση των προδικαστικών ερωτημάτων δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος της εξεταζόμενης διάταξης ως προς το άρθρο 18 ΣΛΕΕ και το άρθρο 21 του Χάρτη.

3)      Το ζήτημα του κύρους εξεταζόμενο υπό το πρίσμα των άρθρων 16 και 52 του Χάρτη

i)      Λόγοι υποβολής της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως

97.      Το αιτούν δικαστήριο στην υπόθεση C‑364/24 μνημονεύει, με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, τα άρθρα 16 και 52 του Χάρτη, χωρίς εντούτοις να παραθέτει οποιονδήποτε λόγο σχετικά με το ανίσχυρο της εξεταζόμενης διάταξης ως προς τα συγκεκριμένα άρθρα. Εξάλλου, το αιτούν δικαστήριο στην υπόθεση C‑393/24 παρατηρεί απλώς και μόνον ότι οι γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης σχετικά με την επιχειρηματική ελευθερία, οι οποίες κατοχυρώνονται στα άρθρα 16 και 52 του Χάρτη, μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως κριτήρια για την εκτίμηση του κύρους της εξεταζόμενης διάταξης.

98.      Ο αναιρεσείων/ανακόπτων των κύριων δικών υποστηρίζει, εξάλλου, ότι η απαγόρευση της καλλιέργειας ΓΤΟ ενέχει παράβαση των άρθρων 16 και 52 του Χάρτη στο μέτρο που θίγει την επιχειρηματική ελευθερία των γεωργών που επιθυμούν να καλλιεργήσουν γενετικώς τροποποιημένα φυτά. Συγκεκριμένα, οι εν λόγω γεωργοί δεν μπορούν να προσφέρουν στους καταναλωτές προϊόντα τα οποία προσφέρουν παραγωγοί βιολογικών προϊόντων οι οποίοι δραστηριοποιούνται σε περιοχές όπου η καλλιέργεια ΓΤΟ δεν απαγορεύεται.

ii)    Εκτίμηση

99.      Κατά το άρθρο 16 του Χάρτη, η επιχειρηματική ελευθερία αναγνωρίζεται σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης και τις εθνικές νομοθεσίες και πρακτικές. Όπως προκύπτει από τις επεξηγήσεις σχετικά με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (44), το δικαίωμα που κατοχυρώνεται στην εν λόγω διάταξη «ασκείται βεβαίως τηρουμένου του δικαίου της Ένωσης και των εθνικών νομοθεσιών. Μπορεί να υπόκειται στους περιορισμούς που προβλέπονται στο άρθρο 52, παράγραφος 1 του Χάρτη».

100. Όπως, όμως, έχει υπογραμμίσει το Δικαστήριο, η επιχειρηματική ελευθερία δεν συνιστά απόλυτο προνόμιο, αλλά πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε σχέση με τη λειτουργία της εντός του κοινωνικού πλαισίου (45). Η επιχειρηματική ελευθερία μπορεί να υπόκειται σε ευρύ φάσμα παρεμβάσεων της δημόσιας αρχής δυναμένων να θέτουν, προς το γενικό συμφέρον, περιορισμούς στην άσκηση της οικονομικής δραστηριότητας (46).

101. Το γεγονός αυτό αντικατοπτρίζεται, μεταξύ άλλων, στον τρόπο με τον οποίο πρέπει να τίθεται σε εφαρμογή η αρχή της αναλογικότητας δυνάμει του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη (47).

102. Σύμφωνα με την ως άνω διάταξη, οι περιορισμοί στην άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται στον Χάρτη πρέπει να προβλέπονται κατά νόμο, να σέβονται το βασικό περιεχόμενο των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών και, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, επιτρέπεται να επιβάλλονται μόνον εφόσον είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πραγματικά σε αναγνωριζόμενους από την Ένωση σκοπούς γενικού ενδιαφέροντος ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων.

103. Ο περιορισμός της επιχειρηματικής ελευθερίας ο οποίος προκύπτει από την επίμαχη εν προκειμένω απαγόρευση καλλιέργειας ΓΤΟ «προβλέπεται κατά νόμο», ήτοι από την εξεταζόμενη διάταξη και από την εκτελεστική απόφαση 2016/321. Όπως επισημαίνει, μεταξύ άλλων, η Ελληνική Κυβέρνηση, η απαγόρευση της καλλιέργειας μιας ποικιλίας ΓΤΟ ουδόλως εμποδίζει, κατ’ αρχήν, την άσκηση των δραστηριοτήτων των ενδιαφερόμενων επιχειρηματιών, ήτοι των επαγγελματιών γεωργών, καθόσον είναι εξαιρετικά περιορισμένη και, κατά συνέπεια, σέβεται το βασικό περιεχόμενο της επιχειρηματικής ελευθερίας. Όσον αφορά τον αναλογικό χαρακτήρα της εν λόγω απαγόρευσης, η προεκτεθείσα ανάλυση (48) ισχύει επίσης σε σχέση με την ανάλυση της νομιμότητας του περιορισμού της ελευθερίας εγκατάστασης.

104. Υπό τις συνθήκες αυτές, εκτιμώ ότι από την εξέταση των προδικαστικών ερωτημάτων δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος της εξεταζόμενης διάταξης ως προς τα άρθρα 16 και 52 του Χάρτη.

4)      Το ζήτημα του κύρους εξεταζόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 216, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ

i)      Λόγοι υποβολής της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως

105. Το αιτούν δικαστήριο στην υπόθεση C‑393/24 ζητεί να διευκρινιστεί αν η σύναψη, από την Ένωση, συμφωνιών, όπως η συμφωνία περί ιδρύσεως του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ) (49) και η Γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου (ΓΣΔΕ), η οποία περιλαμβάνεται στο παράρτημα της συμφωνίας περί ιδρύσεως του ΠΟΕ (50), μπορεί να αντιτίθεται σε περιορισμούς στη χρήση εμπορεύματος που διατίθεται σε ορισμένα μόνον κράτη μέλη, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται ανισορροπίες στην εσωτερική αγορά εγκεκριμένων προϊόντων.

ii)    Εκτίμηση

106. Προκαταρκτικώς, όπως υπενθυμίζουν η Γαλλική και η Ουγγρική Κυβέρνηση, καθώς και το Συμβούλιο, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι επίκληση διατάξεων διεθνούς συμφωνίας στην οποία η Ένωση είναι συμβαλλόμενο μέρος προς στήριξη προσφυγής ακυρώσεως πράξεως παραγώγου δικαίου της Ένωσης ή ενστάσεως περί ελλείψεως νομιμότητας τέτοιας πράξεως χωρεί εφόσον πληρούται η διττή προϋπόθεση, αφενός, ότι τούτο δεν αποκλείεται από τη φύση και την οικονομία της οικείας συμφωνίας και, αφετέρου, ότι οι διατάξεις αυτές, από απόψεως περιεχομένου, δεν περιέχουν αιρέσεις και είναι αρκούντως σαφείς. Μόνον εφόσον πληρούνται οι δύο αυτές προϋποθέσεις σωρευτικώς είναι δυνατή η επίκληση τέτοιων διατάξεων ενώπιον του δικαστή της Ένωσης προκειμένου να αξιοποιηθεί ως κριτήριο για την εκτίμηση της νομιμότητας πράξεως της Ένωσης (51). Τούτο ισχύει επίσης για την εκτίμηση του κύρους στο πλαίσιο διαδικασίας προδικαστικής παραπομπής.

107. Πάντως, όσον αφορά τις συμφωνίες του ΠΟΕ, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει, αφενός, ότι δεν είναι ικανές να δημιουργήσουν υπέρ των ιδιωτών δικαιώματα που αυτοί μπορούν να επικαλούνται απευθείας ενώπιον των δικαστηρίων βάσει του δικαίου της Ένωσης. Αφετέρου, κατά πάγια νομολογία, λόγω της φύσεως και της οικονομίας τους, η Συμφωνία για την ίδρυση του ΠΟΕ καθώς και οι συμφωνίες που περιλαμβάνονται στα παραρτήματα 1 έως 4 της συμφωνίας αυτής δεν συγκαταλέγονται, κατ’ αρχήν, στους κανόνες βάσει των οποίων μπορεί να ελεγχθεί η νομιμότητα των πράξεων των θεσμικών οργάνων της Ένωσης (52).

108. Μόνο σε δύο εξαιρετικές περιπτώσεις, οι οποίες απορρέουν από τη βούληση του νομοθέτη της Ένωσης να περιορίσει ο ίδιος τη διακριτική ευχέρειά του κατά την εφαρμογή των κανόνων του ΠΟΕ, έχει δεχθεί το Δικαστήριο ότι απόκειται στον δικαστή της Ένωσης, εφόσον απαιτείται, να ελέγξει τη νομιμότητα πράξεως της Ένωσης και των πράξεων που εκδίδονται για την εφαρμογή της υπό το πρίσμα των συμφωνιών ΠΟΕ ή μιας αποφάσεως του οργάνου επιλύσεως διαφορών του ΠΟΕ με την οποία διαπιστώνεται η μη τήρηση των συμφωνιών αυτών. Πρόκειται, αφενός, για την περίπτωση κατά την οποία βούληση της Ένωσης ήταν η εκπλήρωση ειδικής υποχρέωσης αναληφθείσας στο πλαίσιο των συμφωνιών ΠΟΕ και, αφετέρου, για την περίπτωση κατά την οποία η επίμαχη πράξη της Ένωσης ρητώς παραπέμπει σε συγκεκριμένες διατάξεις των συμφωνιών αυτών (53).

109. Εν προκειμένω, με την προσθήκη των επίμαχων διατάξεων, ο νομοθέτης της Ένωσης δεν εκπλήρωσε οποιαδήποτε ειδική υποχρέωση αναληφθείσα στο πλαίσιο των συμφωνιών του ΠΟΕ και ούτε η οδηγία 2001/18 ούτε η οδηγία 2015/412 παραπέμπει ρητώς σε συγκεκριμένες διατάξεις των εν λόγω συμφωνιών.

110. Κατά συνέπεια, οι συμφωνίες του ΠΟΕ και το άρθρο 216, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, δεν μπορούν να οδηγήσουν στη διαπίστωση ότι η εξεταζόμενη διάταξη είναι ανίσχυρη.

5)      Το ζήτημα του κύρους εξεταζόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 34 του κανονισμού 1829/2003

i)      Λόγοι υποβολής της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως

111. Το αιτούν δικαστήριο στην υπόθεση C‑364/24 ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν οι επίμαχες διατάξεις συνάδουν με το άρθρο 34 του κανονισμού 1829/2003. Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι η λύση που προκρίθηκε με τις επίμαχες διατάξεις προκαλεί αμφιβολίες στο μέτρο που, κατ’ ουσίαν, παρέχεται στα κράτη μέλη η δυνατότητα να προβαίνουν σε αναπροσαρμογή του γεωγραφικού πεδίου εφαρμογής έγκρισης γενετικά τροποποιημένου προϊόντος, χωρίς να χρειάζεται να προβάλουν οποιονδήποτε δικαιολογητικό λόγο ή να υποβάλουν οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο σχετικά με την ύπαρξη σοβαρού κινδύνου.

ii)    Εκτίμηση

112. Όπως ορθώς υποστηρίζει η Επιτροπή, το κύρος διατάξεων του παράγωγου δικαίου δεν μπορεί να εξεταστεί ως προς κανόνες της ίδιας τυπικής ισχύος (54).

113. Εξάλλου, όπως επισημαίνει η Γαλλική Κυβέρνηση, η διαδικασία που θεσπίζεται με τις επίμαχες διατάξεις και η διαδικασία που θεσπίζεται με το άρθρο 34 του κανονισμού 1829/2003 δεν αποκλείουν η μία την άλλη και είναι συμβατές μεταξύ τους, λόγω του διαφορετικού αντικειμένου και καθεστώτος τους.

114. Συγκεκριμένα, αφενός, η εξεταζόμενη διάταξη έδωσε στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να απαγορεύσουν την καλλιέργεια ΓΤΟ στην επικράτειά τους, εφόσον ο ενδιαφερόμενος κάτοχος της έγκρισης δεν εναντιώνεται στην απαγόρευση αυτή. Αφετέρου, το άρθρο 34 του κανονισμού 1829/2003 προβλέπει τη δυνατότητα λήψης μέτρων έκτακτης ανάγκης εάν είναι προφανές ότι προϊόντα που έχουν εγκριθεί από τον εν λόγω κανονισμό ή δυνάμει αυτού είναι πιθανό να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο την υγεία του ανθρώπου, την υγεία των ζώων ή το περιβάλλον, ή όταν, βάσει γνώμης της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων, προκύπτει η ανάγκη αναστολής ή κατεπείγουσας τροποποίησης μιας έγκρισης. Το συγκεκριμένο άρθρο μπορεί να έχει εφαρμογή στην απαγόρευση της καλλιέργειας ΓΤΟ στα κράτη μέλη τα οποία δεν την έχουν απαγορεύσει βάσει της εξεταζόμενης διάταξης. Η έγκριση της εν λόγω καλλιέργειας εντός ορισμένης επικράτειας δεν αποκλείει τη δυνατότητα μεταγενέστερης λήψης έκτακτων μέτρων όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο.

115. Κατά συνέπεια, το άρθρο 34 του κανονισμού 1829/2003 δεν μπορεί να οδηγήσει στη διαπίστωση ότι η εξεταζόμενη διάταξη είναι ανίσχυρη.

6)      Συμπέρασμα επί του κύρους της εξεταζόμενης διάταξης

116. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, διαπιστώνω ότι από την εξέταση των προδικαστικών ερωτημάτων δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος της εξεταζόμενης διάταξης.

β)      Επί του κύρους της εκτελεστικής απόφασης 2016/321

117. Όπως προεκτέθηκε (55), αφενός, η εκτελεστική απόφαση 2016/321 εκδόθηκε βάσει του άρθρου 26γ, παράγραφος 3, της οδηγίας 2001/18 και, αφετέρου, τα αιτούντα δικαστήρια, ο αναιρεσείων/ανακόπτων των κύριων δικών, τα θεσμικά όργανα και οι κυβερνήσεις που υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις δεν παρέθεσαν λόγους ούτε προέβαλαν επιχειρήματα βάσει των οποίων η εκτελεστική απόφαση 2016/321 θα μπορούσε να κριθεί ανίσχυρη για λόγους διαφορετικούς από ό,τι το ανίσχυρο του άρθρου που αποτέλεσε τη νομική βάση για την έκδοσή της.

118. Υπό τις συνθήκες αυτές, λαμβανομένης υπόψη της εκτίμησής μου όσον αφορά το κύρος της εξεταζόμενης διάταξης, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι από την εξέταση των προδικαστικών ερωτημάτων δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος της εκτελεστικής απόφασης 2016/321.

119. Εξάλλου, στο μέτρο που το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑364/24 υποβάλλεται για την περίπτωση που διαπιστωθεί ότι οι επίμαχες διατάξεις είναι ανίσχυρες, παρέλκει η εξέτασή του.

γ)      Ενδιάμεσο συμπέρασμα επί του κύρους

120. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, εκτιμώ ότι από την εξέταση των προδικαστικών ερωτημάτων δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος του άρθρου 26γ, παράγραφος 3, της οδηγίας 2001/18 και της εκτελεστικής απόφασης 2016/321.

2.      Επί του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C393/24

121. Με το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑393/24 το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί αν η εκτελεστική απόφαση 2016/321 έχει την έννοια ότι η επιβολή της απαγόρευσης καλλιέργειας του αραβοσίτου MON 810 που προβλέπεται σε αυτήν βασίζεται σε επιτακτικούς λόγους που μνημονεύονται στο άρθρο 26β, παράγραφος 3, στοιχεία αʹ έως ζʹ, της οδηγίας 2001/18.

122. Όπως προκύπτει από την ανάλυση του κύρους της εξεταζόμενης διάταξης (56), η επιβολή της απαγόρευσης καλλιέργειας ΓΤΟ δυνάμει της ανωτέρω διάταξης δεν εξαρτάται από την έκθεση ιδιαιτέρων λόγων, όπως είναι οι λόγοι που μνημονεύονται στο άρθρο 26β, παράγραφος 3, στοιχεία αʹ έως ζʹ, της οδηγίας 2001/18. Συγκεκριμένα, το άρθρο 26β, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας δεν εφαρμόζεται στην απαγόρευση της καλλιέργειας που επιβλήθηκε βάσει του άρθρου 26γ αυτής, παράγραφος 3.

123. Υπό τις συνθήκες αυτές, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑393/24 ότι η εκτελεστική απόφαση 2016/321 έχει την έννοια ότι οι λόγοι της απαγόρευσης καλλιέργειας του αραβοσίτου MON 810 που επιβλήθηκε με αυτήν δεν καθορίζονται στο άρθρο 26β, παράγραφος 3, στοιχεία αʹ έως ζʹ, της οδηγίας 2001/18.

3.      Επί του δευτέρου σκέλους του πέμπτου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C393/24

124. Το δεύτερο σκέλος του πέμπτου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C‑393/24 αφορά το ζήτημα αν η εκτελεστική απόφαση 2016/321 αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση με την οποία επιβάλλονται κυρώσεις για την παράβαση της απαγόρευσης που επιβάλλεται με την εν λόγω ρύθμιση.

125. Συναφώς, το άρθρο 33 της οδηγίας 2001/18 προβλέπει την υποχρέωση των κρατών μελών να καθορίζουν τις κυρώσεις που επιβάλλονται σε περίπτωση παράβασης των εθνικών διατάξεων που θεσπίζονται δυνάμει της εν λόγω οδηγίας. Οι κυρώσεις αυτές πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.

126. Μολονότι το άρθρο 33 της οδηγίας 2001/18 αφορά την παράβαση εθνικών διατάξεων, ενώ, τυπικώς, η απαγόρευση καλλιέργειας ΓΤΟ στην Ιταλία απορρέει από πράξη του δικαίου της Ένωσης, κατά τη γνώμη μου, η εν λόγω διάταξη εφαρμόζεται επίσης, κατά μείζονα λόγο, στην απαγόρευση που προβλέπεται από την εκτελεστική απόφαση 2016/321. Τούτο ισχύει, κατά μείζονα λόγο, διότι η εν λόγω εκτελεστική απόφαση είναι πράξη του δικαίου της Ένωσης η οποία βασίζεται συγχρόνως στις αποφάσεις που έλαβαν τα κράτη μέλη να απαγορεύσουν την καλλιέργεια ΓΤΟ στις επικράτειές τους.

127. Ως εκ τούτου, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο δεύτερο σκέλος του πέμπτου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C‑393/24 ότι η εκτελεστική απόφαση 2016/321 δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση με την οποία επιβάλλονται κυρώσεις για την παράβαση της απαγόρευσης που θεσπίζεται με την εν λόγω ρύθμιση.

V.      Πρόταση

128. Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλαν το Consiglio di Stato (Συμβούλιο της Επικρατείας, Ιταλία) και το Tribunale di Udine (πρωτοδικείο Udine, Ιταλία) ως εξής:

1)      Από την εξέταση των προδικαστικών ερωτημάτων δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος του άρθρου 26γ, παράγραφος 3, της οδηγίας 2001/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, για τη σκόπιμη ελευθέρωση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών στο περιβάλλον και την κατάργηση της οδηγίας 90/220/ΕΟΚ του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία (ΕΕ) 2015/412, της 11ης Μαρτίου 2015, και το κύρος της εκτελεστικής απόφασης (ΕΕ) 2016/321 της Επιτροπής, της 3ης Μαρτίου 2016, για την αναπροσαρμογή του γεωγραφικού πεδίου της έγκρισης για την καλλιέργεια γενετικώς τροποποιημένου αραβοσίτου (Zea mays L.) MON 810 (MON‑ØØ81Ø‑6).

2)      Η εκτελεστική απόφαση 2016/321

έχει την έννοια ότι:

οι λόγοι απαγόρευσης της καλλιέργειας του γενετικώς τροποποιημένου αραβοσίτου (Zea mays L.) MON 810 (MON‑ØØ81Ø‑6) η οποία επιβάλλεται με την εν λόγω εκτελεστική απόφαση δεν καθορίζονται με το άρθρο 26β, παράγραφος 3, στοιχεία αʹ έως ζʹ, της οδηγίας 2001/18, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία (ΕΕ) 2015/412.

3)      Η εκτελεστική απόφαση 2016/321

έχει την έννοια ότι:

δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση επιβάλλουσα κυρώσεις για την παράβαση της απαγόρευσης την οποία προβλέπει η εν λόγω εκτελεστική απόφαση.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.


2      Οδηγία 90/220/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 1990, για τη σκόπιμη ελευθέρωση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών στο περιβάλλον (ΕΕ 1990, L 117, σ. 15).


3      Απόφαση 98/294/ΕΚ της Επιτροπής, της 22ας Απριλίου 1998, για τη διάθεση στην αγορά γενετικώς τροποποιημένου αραβοσίτου (Zea mays L. σειρά ΜΟΝ 810) σύμφωνα με την οδηγία 90/220/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ 1998, L 131, σ. 32).


4      Πλείονα εθνικά μέτρα αμφισβητήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου στο πλαίσιο αιτήσεων προδικαστικής αποφάσεως. Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 8ης Σεπτεμβρίου 2011, Monsanto κ.λπ. (C‑58/10 έως C‑68/10, EU:C:2011:553), της 6ης Σεπτεμβρίου 2012, Pioneer Hi Bred Italia (C‑36/11, EU:C:2012:534), της 13ης Σεπτεμβρίου 2017, Fidenato κ.λπ. (C‑111/16, EU:C:2017:676), και της 7ης Ιουλίου 2022, PH (Περιφερειακή απαγόρευση καλλιέργειας ΓΤΟ) (C‑24/21, EU:C:2022:526).


5      Βλ. Dubouis, L., Blumann, C., Droit matériel de l’Union européenne, LGDJ, 7η έκδ., Παρίσι, 2015, σημείο 322.


6      Τα εν λόγω κράτη μέλη είναι σήμερα 18: το Βασίλειο του Βελγίου (μόνον στη Βαλλονία), η Δημοκρατία της Βουλγαρίας, το Βασίλειο της Δανίας, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (εξαιρείται η καλλιέργεια για ερευνητικούς σκοπούς), η Ελληνική Δημοκρατία, η Γαλλική Δημοκρατία, η Δημοκρατία της Κροατίας, η Ιταλική Δημοκρατία, η Κυπριακή Δημοκρατία, η Δημοκρατία της Λεττονίας, η Δημοκρατία της Λιθουανίας, το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, η Ουγγαρία, η Δημοκρατία της Μάλτας, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, η Δημοκρατία της Αυστρίας, η Δημοκρατία της Πολωνίας και η Δημοκρατία της Σλοβενίας.


7      Οδηγία 2001/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, για τη σκόπιμη ελευθέρωση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών στο περιβάλλον και την κατάργηση της οδηγίας 90/220/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ 2001, L 106, σ. 1, και διορθωτικό ΕΕ 2023, L 71, σ. 42).


8      Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 2015 για την τροποποίηση της οδηγίας 2001/18/ΕΚ όσον αφορά τη δυνατότητα που παρέχεται στα κράτη μέλη να περιορίζουν ή να απαγορεύουν την καλλιέργεια γενετικά τροποποιημένων οργανισμών (ΓΤΟ) στην επικράτειά τους (ΕΕ 2015, L 68, σ. 1, και διορθωτικό ΕΕ 2018, L 82, σ. 17).


9      Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2003, για τα γενετικώς τροποποιημένα τρόφιμα και ζωοτροφές (ΕΕ 2003, L 268, σ. 1).


10      Εκτελεστική απόφαση της Επιτροπής, της 3ης Μαρτίου 2016, για την αναπροσαρμογή του γεωγραφικού πεδίου της έγκρισης για την καλλιέργεια γενετικώς τροποποιημένου αραβοσίτου (Zea mays L.) MON 810 (MON‑ØØ81Ø‑6) (ΕΕ 2016, L 60, σ. 90).


11      GURI αριθ. 194, της 22ας Αυγούστου 2003, σ. 14.


12      Ο διευθυντής της Direzione Generale per il riconoscimento degli organismi di controllo e certificazione e tutela del consumatore (γενικής διεύθυνσης αναγνώρισης των οργανισμών ελέγχου, πιστοποίησης και προστασίας των καταναλωτών, Ιταλία) του Dipartimento dell’Ispettorato Centrale della Tutela della Qualità e Repressione Frodi dei Prodotti Agroalimentari (τμήματος κεντρικής επιθεώρησης για την προστασία της ποιότητας και την καταπολέμηση της απάτης στον τομέα των γεωργικών ειδών διατροφής, Ιταλία).


13      Το ζήτημα τίθεται με όλα τα προδικαστικά ερωτήματα στην υπόθεση C‑364/24, καθώς και με τα τρία πρώτα προδικαστικά ερωτήματα και το πρώτο σκέλος του πέμπτου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C‑393/24.


14      Το ζήτημα τίθεται με το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα και το δεύτερο σκέλος του πέμπτου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C‑393/24.


15      Όπως προκύπτει από το νομικό πλαίσιο που εκτέθηκε με τις παρούσες προτάσεις, οι επίμαχες διατάξεις προβλέπουν τη δυνατότητα όχι μόνον απαγόρευσης αλλά και περιορισμού της καλλιέργειας ΓΤΟ. Λαμβανομένης υπόψη της εκτελεστικής απόφασης 2016/321, η οποία προβλέπει την απαγόρευση της κυκλοφορίας του αραβοσίτου MON 810 στην Ιταλία, με τις παρούσες προτάσεις θα εξετάσω μόνο την απαγόρευση της καλλιέργειας ΓΤΟ, εκτός εάν η εξέταση του ζητήματος του περιορισμού παρίσταται ιδιαιτέρως επιβεβλημένη. Εντούτοις, οι παρατηρήσεις σχετικά με την απαγόρευση της καλλιέργειας ΓΤΟ η οποία επιβλήθηκε δυνάμει των επίμαχων διατάξεων, ή μίας εξ αυτών, ισχύουν, τηρουμένων των αναλογιών, και για τον περιορισμό της εν λόγω καλλιέργειας δυνάμει των εν λόγω διατάξεων.


16      Απόφαση της 22ας Ιουνίου 2023, Vitol (C‑268/22, EU:C:2023:508, σκέψη 53 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


17      Απόφαση της 22ας Ιουνίου 2023, Vitol (C‑268/22, EU:C:2023:508, σκέψη 55 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


18      Απόφαση της 11ης Μαρτίου 1980 (104/79, EU:C:1980:73).


19      Απόφαση της 16ης Ιουνίου 2015, Gauweiler κ.λπ. (C‑62/14, EU:C:2015:400, σκέψεις 24 και 25 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


20      Απόφαση της 11ης Μαρτίου 1980 (104/79, EU:C:1980:73).


21      Διάταξη της 17ης Δεκεμβρίου 2019, Di Girolamo (C‑618/18, EU:C:2019:1090, σκέψη 27 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


22      Πρβλ. απόφαση της 13ης Ιουλίου 2000, Idéal tourisme (C‑36/99, EU:C:2000:405, σκέψη 22).


23      Απόφαση της 11ης Μαρτίου 1980 (104/79, EU:C:1980:73).


24      Απόφαση της 26ης Μαρτίου 2020, Miasto Łowicz και Prokurator Generalny (C‑558/18 και C‑563/18, EU:C:2020:234, σκέψη 45 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


25      Πρβλ. απόφαση της 22ας Φεβρουαρίου 2022, Stichting Rookpreventie Jeugd κ.λπ. (C‑160/20, EU:C:2022:101, σκέψη 84 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


26      Στην υπόθεση C‑364/24, το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα αφορά τη δυνατότητα μη εφαρμογής της εκτελεστικής απόφασης 2016/321 και κήρυξης αυτής ως «ανίσχυρης» στην περίπτωση που οι επίμαχες διατάξεις είναι ανίσχυρες. Θεωρώ ότι, στην πραγματικότητα, το συγκεκριμένο προδικαστικό ερώτημα αφορά το κύρος της εκτελεστικής απόφασης 2016/321.


27      Στην υπόθεση C‑393/24, το πέμπτο προδικαστικό ερώτημα αφορά το κύρος της εκτελεστικής απόφασης 2016/321 ως προς το σύνολο των κανόνων που διέπουν τους ΓΤΟ στην «ευρωπαϊκή ενιαία αγορά». Το αιτούν δικαστήριο δεν παραθέτει κανέναν λόγο ο οποίος θα δικαιολογούσε εκτίμηση περί του κύρους της εν λόγω εκτελεστικής απόφασης ως προς άλλες διατάξεις, πέραν του άρθρου 26γ, παράγραφος 3, της οδηγίας 2001/18, το οποίο συνιστά τη νομική της βάση.


28      Βλ. σημεία 33 και 34 των παρουσών προτάσεων. Επισημαίνω ότι, μολονότι οι παράγραφοι 1, 5 και 6 του άρθρου 26γ της οδηγίας 2001/18 συμπληρώνουν το πλαίσιο που καθορίζει το πρώτο στάδιο του μεταβατικού μηχανισμού, εφαρμόζονται, εντούτοις, και στο δεύτερο στάδιο του εν λόγω μηχανισμού. Ως εκ τούτου, ενδεχόμενο ανίσχυρο της υπό εξέταση διατάξεως δεν μπορεί να συνεπάγεται και το ανίσχυρο των συγκεκριμένων παραγράφων, οι οποίες θα εξακολουθήσουν να εφαρμόζονται κατά το δεύτερο στάδιο του μηχανισμού. Επιπλέον, μολονότι η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου αφορά αποκλειστικώς το πρώτο στάδιο του εν λόγω μηχανισμού, δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση χορηγηθείσας έγκρισης, αλλά εκκρεμών κοινοποιήσεων/αιτήσεων. Συνεπώς, δεν είναι κρίσιμη για τις υπό κρίση υποθέσεις.


29      Απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2023, CDIL (C‑96/22, EU:C:2023:1025, σκέψη 31 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


30      Απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2023, CDIL (C‑96/22, EU:C:2023:1025, σκέψη 33 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


31      Πρβλ. αποφάσεις της 9ης Αυγούστου 1994, Meyhui (C‑51/93, EU:C:1994:312, σκέψη 11), και της 12ης Ιουλίου 2012, Association Kokopelli (C‑59/11, EU:C:2012:447, σκέψη 80 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


32      Απόφαση της 22ας Ιουνίου 2017, E.ON Biofor Sverige (C‑549/15, EU:C:2017:490, σκέψη 49 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


33      Βλ. αιτιολογική σκέψη 7 της οδηγίας 2015/412.


34      Απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 2019, Τσεχική Δημοκρατία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑482/17, EU:C:2019:1035, σκέψη 61 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


35      Απόφαση της 22ας Ιουνίου 2017, E.ON Biofor Sverige (C‑549/15, EU:C:2017:490, σκέψη 50 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


36      Βλ. σημείο 62 των παρουσών προτάσεων.


37      ΕΕ 2007, C 303, σ. 17.


38      Απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Λιθουανία κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (Δέσμη μέτρων για την κινητικότητα) (C‑541/20 έως C‑555/20, EU:C:2024:818, σκέψη 311 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


39      Απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Λιθουανία κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (Δέσμη μέτρων για την κινητικότητα) (C‑541/20 έως C‑555/20, EU:C:2024:818, σκέψη 312 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


40      Απόφαση της 20ής Ιουνίου 2024, Faurécia (C‑420/23, EU:C:2024:534, σκέψη 18 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


41      Απόφαση της 7ης Μαρτίου 2024, Fallimento Esperia και GSE (C‑558/22, EU:C:2024:209, σκέψη 39).


42      Απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Λιθουανία κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (Δέσμη μέτρων για την κινητικότητα) (C‑541/20 έως C‑555/20, EU:C:2024:818, σκέψη 308 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


43      Βλ. σημεία 64 και 65 των παρουσών προτάσεων.


44      ΕΕ 2007, C 303, σ. 17 (Επεξήγηση σχετικά με το άρθρο 16 – Επιχειρηματική ελευθερία).


45      Απόφαση της 12ης Ιανουαρίου 2023, TP (Επιμελητής οπτικοακουστικού υλικού για τη δημόσια τηλεόραση) (C‑356/21, EU:C:2023:9, σκέψη 75 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


46      Απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 2013, Sky Österreich (C‑283/11, EU:C:2013:28, σκέψη 46).


47      Απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 2013, Sky Österreich (C‑283/11, EU:C:2013:28, σκέψη 47).


48      Βλ. σημεία 68 έως 84 των παρουσών προτάσεων.


49      Συμφωνία περί ιδρύσεως του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, που υπογράφηκε στο Μαρακές στις 15 Απριλίου 1994 και εγκρίθηκε με την απόφαση 94/800/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με την εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σύναψη των συμφωνιών που απέρρευσαν από τις πολυμερείς διαπραγματεύσεις του Γύρου της Ουρουγουάης (1986-1994) καθ’ όσον αφορά τα θέματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές της (ΕΕ 1994, L 336, σ. 1).


50      ΕΕ 1994, L 336, σ. 11.


51      Απόφαση της 28ης Σεπτεμβρίου 2023, Changmao Biochemical Engineering κατά Επιτροπής (C‑123/21 P, EU:C:2023:708, σκέψη 69 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


52      Απόφαση της 28ης Σεπτεμβρίου 2023, Changmao Biochemical Engineering κατά Επιτροπής (C‑123/21 P, EU:C:2023:708, σκέψεις 70 και 71 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


53      Απόφαση της 28ης Σεπτεμβρίου 2023, Changmao Biochemical Engineering κατά Επιτροπής (C‑123/21 P, EU:C:2023:708, σκέψεις 74 και 75 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


54      Απόφαση της 15ης Απριλίου 2021, Κάτω Χώρες κατά Συμβουλίου και Κοινοβουλίου (C‑733/19, EU:C:2021:272, σκέψη 44).


55      Βλ. σημείο 51 των παρουσών προτάσεων.


56      Βλ. σημείο 82 των παρουσών προτάσεων.